=== p610 === 600 POETAE "MELICI. λάσσοντος δι᾽ ὀχυρύτητα τοῦ χωρίου εἰσδέχεσϑαι τοὺς πολεμίους; συνεργῶν αὐτῇ καὶ ἄλλων τινῶν γενομένων" τὸν μέντοι Κῦρον μὴ ἐμπεδῶσαι αὐτῇ τὴν ὑπόσχεσιν. Hs Ael. Fest. Aphthon. p. 241 ed. Gaisf.: ,,MéAog autem dietum putant a Melia (legebatur AMeline, quod correxi) Oceani filia, quam primum quatuor chordis usam adfirmat Lysanias (ef. Boisson. An. IV 458), sive ut Lieymnius ἀπὸ τοῦ μελεάξειν, τουτ- ἐστι ϑρηνεῖν.ς Nisi forte hoc ex rhetorico aliquo libro petitum, de quibus Spengel dixit Synag. Techn. p. 88; quorsum etiam refero, quod legitur Schol. Il. 8 106. Quod Dionys. Hal. de Dem. 1035 affert: καὶ ταῦτα τὰ πάρισα οὐ “ικύμνιοι ταῦτ᾽ εἰσὶν οὐδ᾽ ᾿Δἀγάϑωνες οἱ λέγοντες ὕβριν ἢ πρὶν μισϑῷ ποϑὲν ἢ μόχϑον πατρίδων (Schmidt coni. ὕβριν ἢ Κύπριν ὄσσων πόϑον. "^ ἢ μόχϑον πραπίδων), uirum Agathonis an Licymnii sit incertum. === p611 === XLII. E 1253 PHILOXENUS. AEILINON. 1. vVuUl.- M x uu cu NU uw u WI) xl we ow τυν-νυυ.---δὸἷᾺαν.-.υν .-.- ννονν.Ὁ. . Κατὰ χειρὸς δ᾽ ἤλυϑ᾽ ὕδωρ᾽ ἁπαλὸς παιδίσκος ἐν ἀργυρέᾳ φέρων προχύῳ ἐπέχευεν" εἶτ᾽ ἔφερε στέφανον λεπτᾶς ἀπὸ μυρτίδος εὐγνήτων κλα- δέων δισύναπτον. 2, Εἰς δ᾽ ἔφερον διπλόοι παῖδες λιπαρῶπα τράπεξαν ἄμμ᾽, ἕτεροι δ᾽ ἑτέραν, ἄλλοι δ᾽, ἑτέραν, μέχρι οὗ πλήρω- σαν οἶκον. Philoxenus. De Philoxeno ceterisque dithyrambographis cf. M. . Schmidt Diatribe in Dithyrambum, Berol. 1845. De Philoxeni poemate, quod “εῖπνον inscribitur, commentatus est Meineke Poet. Com, III 635 seqq. Fr. 1. Athen. XV 685 D: Φιλόξενος δ᾽ o δυϑυραμβοποιὸς ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Δείπνῳ ἀρχὴν ποιεῖται τὸν στέφανον τῆς εὐωχίας οὑτωσὶ λέγων" Κατὰ ysigóg κτλ. — V. 2. δ᾽ ἤλυϑ᾽, Β διήλυϑ᾽. — φέ- ρων προχόῳ seripsi, Jibri προχόῳ, φέρων, Erfurdt πρόχῳ φέρων. Har- tung κατὰ χειρὸς λεῖβεν ὕδωρ ἁπαλὸς παιδίσκος" ἐν ἀργυρέᾳ πρόχῳ δὲ φέρων ἐπ. — V. 8. ἔφερε, B ἔφερεν. --- στέφανον Aemtüg απὸ μυρ- τίδος Grotefend, vulgo στεφανολεπτὰς ἀπὸ μυρτίδων. — εὐγνήτων, fort. εὐγνάμπτων. — κλαδέων correxi, legebatur κλάδων. M. Schmidt coni. πλαδίων ϑυσανωτόν, Hartung κλειδίων δασύνακτον. Fr. ἃ. Athen. IV 146 Εἰ Φιλόξενος δ᾽ ὁ Κυϑήρφιος ἐν τῷ ἐπιγφα- φομένῳ “Ιεέπνῳ, εἴπερ τούτου καὶ ὁ κωμωῳδιοποιὸς Πλάτων ἐν τῷ Φάωνι ἐμνήσϑη, καὶ μὴ τοῦ Λευκαδίέου Φιλοξένου, τοιαύτην ἐκτίϑεται παρασκευὴν δείπνου" Eig δ᾽ ἔφερον κτλ. usque ad v. 89 κατὰ χει- ρῶν. — V. 1 affert Eust. 1388, 64. — V. 2. ἄμμ᾽ scripsi, ΑΒ ἄμμι, === p612 === 602 ἷ POETAE MELICI. ταὶ δὲ πρὸς ὑψιλύχνους ἔστιλβον αὐγάς εὐστέφανοι λεκάναις παροψίσι v' ὀξυβάφων [πλήρεις] σύν τε χλιδῶσαι ' 1264 5 παντοδαποῖσι τέχνας εὑρήμασι πρὸς βιοτάν, ψυχᾶς δελε- ασματίοισιν. πάρφερον ἐν κανέοις μάξας χιονόχροας, ἄλλοι δ᾽... ee δ᾽) ἔπι πρῶτα παρῆλϑ᾽ οὐ κάκκαβος, ὦ φιλότας, |. ἀλλ᾽ ἀλλοπλατεῖς τὸ μέγιστον πάντ᾽ ἔπαϑεν λιπαρόν τ᾽ ἐς ἐγχέλεά τινες ἄριστον, γογγφοιτοιωνητεμῶν πλῆρες ϑεοτερπές᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ δ᾽ 10 ἄλλο παρῆλϑε τόσον, βάτις δ᾽ ἐνέης ἰσόκυκλος. μικρὰ δὲ κακκάβι᾽ ἧς, ἔχοντα τὸ μὲν γαλεοῦ τι, ψαρκίονὔλλο, .. . πὰ. τ . παρῆς ἕτερον πίων ἀπὸ τευϑιάδων καὶ σηπιοπουλυπο- δείων (τῶν) ἁπαλοπλοκάμων᾽ ϑερμὸς μετὰ ταῦτα παρῆλϑεν 15 ἐσοτράπεξος ὅλος νῆστις συνόδων. . . . .. n VL ἄμμι δ᾽, P ἄμμι δ᾽. — ἕτεροι δ᾽ ἑτέραν scripsi, vulgo ἑτέραν δ᾽ ἕτεροι. Neque vero haec satisfaciunt: elisio dativi ἄμμι. magnopere offendit; fortasse locus ita refingendus: ἄμμι, φέρον δ᾽ ἑτέροις, ἄλλοι δ᾽ ἑτέροις, i. e. iidem pueri aliis ferebant, ali vero aliis ministra- bant, commodiore etiam oratione, nam vulgo plane bis idem dieitur. — μέχρι, ΒΟ μέχρις. — V. 4. εὐστέφανοι λεκάναις vel λακάναις παρ- οψίσι τ scripsi, codd. ἐστεφάνοις (ἐστεφάνοις A, αἱ στεφάνοις VL, ἔστε- φαν οἱ B, ἐστεφάνοι P) λαχάνοις παροψίσι τὲ, Hartung numerum erver- tit λακάναις τε παροψίσι τ΄ scribens. — πλήρεις cancellis saepsi, mani- festum interpretamentum vocabuli εὐστέφανοι τράπεζαι |. e. ἐπιστε- φεῖς, quod restitui, atque sublato isto additamento simul legitimum numerum reciperavi. — V. 5. παντοδαποῖσι scripsi, “παντοδαποῖς ABP, παντοδαποὺς VL. — εὑρήμασι I, εὑρήματι ΑΒ, εὑρήκατι VL. — V. 6. Indieavi lacunam in principio e exitu versus. — πάρφερον ἐν κανέοις seripsi, legebatur παρέφερον ἐν κανέοισι. Hartung nihil deesse ratus πάρφερον ἐν κανέοις μάξας χιονόχροας ἄλλοι" οἷς ἔπι scripsit. — V. 1. τοῖς δ᾽ ἔπι seripsi, vulgo ἐπεί. — παρῆλϑ'᾽ scripsi, legebatur παρ- ἤλϑεν. — ἀλλ᾽ P, ἀλλὰ VL. — ἀλλοπλατεῖς A, ἁλοπλατεῖς D, ἁλοπα- vei; P, λοπὰς ἧς "vi. λοπάς τις Dobree. Emendare nequeo. Quae Schmidt et, Hartung hie et in iis, quae proxime sequuntur, periclitati sunt, si quis cognoscere velit, adeat ipsos. — V. 8. πάντ᾽ AB, πάντη PYL.— ἔπαϑεν A, ἔπαϑε B, ἔπεϑεν VL, ἔπεσϑεν λιπαρόντες ᾿ἐγχέλεά τινες P. — s ἐς om. B. — ἐγχέλεά ΑΒ, ᾿ἐγχέλεάς VL. — V. 10. βάτις δ᾽ ἐνέης scripsi, puge βαστινέην. — V. 1. κακκάβι᾽ ἧς scripsi, κακπα- βίης ΑΒ, κακκάβι᾽ L , καχκαβί V. — γαλεοῦ τι, ναρκίον ἄλλο seripsi et laeunam indieavi, P γαλεοῦ τι ναρκίον ἄλλου, vulgo γαλεουτινάρπιον ἄλλου. Hartung Sehmidii inventum σαρκίον 'praeoptavit. — V. 18. πίων, πιὼν P. — τευϑιάδων scripsi, v. τευϑιάδα. — σηπιοπουλυποδείων τῶν enims, vulgo σηπίου πολυποδίων, Hartung σηπιοπουλυπόδειον re- quirit. V. 14. μετὰ ταῦτα om. B. — V. 15. νῆστις Scripsi cum === p613 === PHILOXENUS, 603 πυρὸς ἔπειτα βαϑμοὺς ἀτμίξων" ἐπὶ τῷ δ᾽ ἐπίπασται τευϑίδες, ὦ φίλε, κἀξανϑισμέναι καρῖδες αἴ κυφαὶ παρ- ἤλϑον. ϑρυμματίδες δ᾽ ἐπὶ ταύταις εὐπέταλοι χλωραί ὃ᾽ &óvgá- φυγγες... 1266 πύρνων τε στεγαναὶ φυσταὶ μεγάϑος κακὰ κακκάβου yÀv- xvov fpes. 5... .- 20 ὀμφαλὸς ϑοίνας καλεῖται παρά γ᾽ ἐμὶν καὶ τίν, σάφ᾽ οἶδα. ὕστατα ναὶ μὰ ϑεοὺς ὑπερμέγεϑές τι δέμας ϑύννουν μόλεν ὑπτὸν ἐκεῖθεν. ϑερμοῦ ὅϑι γλυφάνοις τετμημένον εὐθὺς ἐβάφϑη" τοῦ δ᾽ ὑπογαστριδίοις διανεκέως ἐπαμύνειν Sehweighaeusero, vulgo μνήστης, Hartung νῆστις σινόδοντος o o . — seripsit, — V. 16. πυρὸς, antea πυρρός sabstitui, sed cum sequentia nequeam probabiliter expedire, nunc antiquandum censui. Hartung ἄπειρ᾽ ἀγαϑ' ἀτμίζων. --- ἐπέπασται seripsi, vulgo, ἐπίπυσται. Meineke coni. ἀτμέξων ἔτι, τῷ δ᾽ ἔπι πασταί. — V. 7. ὦ φίλε Dindorf, vulgo ὦ φίλαι. — κἀξανϑισμέναι καρῖδες scripsi, legebatur καὶ ξανϑαὶ μελι- καρέδες, Meineke καὶ ξανθαὶ μέλι (1, e. μέλιτι) καρέδες, quod non ido- neum, nisi forte quis duriuseule interpretari malit ξανϑαὶ (ὡς) μέλι, Hartung καὶ ξανθὸν μέλι * Ἐ καρῖδες. — κυφαὶ scripsi cum Sehweig- haeusero, vulgo κοῦφαι. — V. 18. εὐπέταλοι, B ἑπέταλοι. — ϑ᾽ ἀδυ- φάρυγγες scripsi, ve δὴ φάρνγγες AB, τε ἠδυφάρυγγες PVL. Postea nomen placentae alicuius excidit. — V. 19. πύρνων τε στεγαναὶ φυσταί seripsi, Schmidt πύρινα καὶ στεγαναὶ φύσται, Hartung πύρνα καὶ στε- γαναὶ φυσταί, legebatur πυρέων τε (sie APV, πηρίων τε L, πυρίωντα B) στεγναὶ (στυγναὶ P) βύσται. τα μέγαθος, Ῥ μέγεϑος. — κακὰ AB, om. PVL, — γλυκυου A, γλυκῦον B, γλυκὺ PVL, γλυκυόξεες Schmidt, Hartung μέγαϑος κακάβου γλυκυόξεις. Postea indicavi laeunam. — V. 90. ϑοίνας scripsi, vulgo ϑοινάας. — παρά γ᾽ ἐμὶν καὶ τίν, σάφ᾽ οἷδα, scripsi, et sic etiam Meineke, qui πάρ y ἐμὲν praeoptat, fortasse "e. vulgo παράγεμιν καπιν σαφύοιδα (P σάφυ οἶδα), Hartung παρὰ ἐμὶν requirit. — V. 21. ὕστατα ναὶ μὰ ϑεοὺς scripsi, vulgo ἐσταδαναιμα- Doug (B εὐσταδέναι μὰ ϑεοὺς), Sehmidt εἶτα δὲ κτλ. — ὑπερμέγεϑες ΔΒ, ὑπερμέγεϑος PVL, Hartung ? ἕν ὑπερμέγεϑες numero hic ut alias corr upto scripsit. -— τι δέμας ϑύννου scripsi, vulgo τέϑεμος ϑυγμοῦ, Sebinidt τέμαχος ϑύννου. — Υ. 22. ϑερμοῦ ὅϑι ᾿γιυφάνοις τετμημένον εὐθὺς ἐβάφϑη᾽ τοῦ δ᾽ ὑπογαστριδίοις scripsi, libri satis mendose ϑερμὸν ὅϑεν γλυφὶς τέτμενον (Ρ γλυφίς τε μένον, VL γλυφὶς τεμενον) εὐθὺς ἐπ᾽ αὐτὰς τὰς ὑπογαστρέδας. Θερμοῦ ἐβάφϑη quod restitui est: calida aqua mersum est corpus. Hypocoristicis cum alias quoque Philoxenus in hoe earmine sit usus, non dubitavi τοῦ δ᾽ ὑπογαστριδίοις corrigere, ef. Eu- bulus ,ap. Athen. 111 113f λοπαδάγχαι λευκῶν ὑπογαστριδίων, thynui enim ὑπογάστρια cupide expetebantur. — V. 923. διανεκέως ἐπαμύνειν εἴπερ iuív τε μέλοι καὶ τέν scripsl, legebatur διανεκέος (Ρ διὰ νέκεος) ἐπά- μυνε πέμιντε (P πέ μιν τε) μέλοι καέ τιν (o xal τήν). Hartung. τὰς ὑπογαστρίδας εἴ κε διανεκέως, ἐπαμῆσαι "uv τε μέλοι, Schmidt ὅϑεν πολύπους τετμημένος εὐθὺς ἐπ᾽ αὐτὰς τὰς ὑπογαστρίδας ἦλθεν. τῶν === p614 === 004 ᾿’ ' POETAE MELICI. εἴπερ ἐμίν ve μέλοι καὶ τίν, μάλα xev κεχαροίμεϑ'. 25 ἀλλ᾽ ὅϑεν ἐλλίπομεν, ϑοίνα παρέης, ὅτ᾽ ἐπαλλάξαι δύ- ver ἐπικρατέως ἔγωγ᾽ ἔτι, κοῦ κε λέγοι τιρ. πάντα παρῆς ἐτύμως ἄμμιν" παρέπαισε δὲ ϑερμόν σπλάγχνον, ἔπειτα δὲ νῆστις δέλφακος οἰκετικᾶς καὶ νῶτος ἐσῆλθε καὶ ὀσφὺς καὶ μι- νυρίγματα ϑερμά" | 1256 καὶ κεφάλαιον ὅλον διάπτυχες ἐφϑὸν ἁπερπευϑηνὸς ἀλε- κτοτρόφου πνικτᾶς ἐρίφου παρ- ἔϑηκεν" 80 εἶτα δίεφϑ᾽ ἀκροκώλια, σχελίδας τε μετ᾽ αὐτῶν λευκοφορινοχρόους, ῥύγχη, κεφάλαια, πόδας τε, χναυμά- τιόν τὲ σεσιλφιωμένον. ἔφϑά τ᾽ ἔπειτα xo) ὀπτά τ᾽ ἄλλ᾽ ἐρίφων τε καὶ ἀρνῶν" ἀϑυπέρωμα x«góg χορδὰ γλυκίστα δὲ διαγεκέως ἔπαινος ἐμέν κτλ. — V. 94. κεχαροίμεϑ'᾽, legebatur κεχα- ροέμεϑα. — V. 25. ὅϑεν ἐλλίπομεν, ϑοίνα παρέης ,Seripsi, vulgo οὐϑὲν ἐλλείπομεν ϑοιναπαρέης, Sehmidt ἐλλέπομες. --- ὅτ᾽ ἐπαλλάξαι P, vulgo ὅτε παλάξαι. ἐπαλλάξαι secundum schol ll. N 358 id quod συνάψαι. — δύνατ᾽, B δύναται. — Deinde ἐγκρατέως coniicias pro ἐπικρατέως, sed locum non expedio. Schmidt ὅτ᾽ ἀπαλλάξαι δύναιτο λιμὸν ἐπικρα- τέως" λέγω γ᾽ ὅτι οὖν κε λέγοι τις κτλ., conbra Hartung, ἄλλα δ᾽ ἀνελ- λιπέος ϑοίνας, ἅπερ οὔτ᾽ ἐπιλέξαι ἐγκρατέοιμ᾽ ἂν ἔγωγ᾽ ἔτι. -- ἔγωγ᾽ ἔτι, κοὔ κε scripsi, vulgo ἔγω γετικοῦ καί, P £ ἔγωγε τικοῦ καί. — λέγοι, Ρ λέγει. — V. 26. παρῆς Meineke, vulgo παρῆν. — ἐτύμως scripsi si- militerque. Meineke, ἐτύμως B et ut videtur À (non ἑτόμως), ἑτοίμως PVL. -— ἄμμιν seripsi similiterque Meineke, vulgo ὕμμιν. — παρέπαισε Seripsi, vulgo παρέπεσσε, B παρέπεσαι. — V. 28. νῶτος ἐσῆλθε scripsi, vulgo νώτιος εἴληφε. — ὀσφὺς, PVL ὀσφῦς, B Ἰσφῦς, Α ἰσφῦς, — μι- νυρίγματα, Β μινυρίσματα. — V. 99. ἁπερπευϑηνὸς, ἅπερ πεύϑηνος P. — ἀλεκτοτρόφου, ἀλεκτροφόρου P. — «παρέϑηκεν, fort. παρέϑηκαν, sed omnia incería. Hartung ἑφϑὸν ὑπέρφευ δμώς τις ἀλευροτρόφου π. ἐρ. παρέϑηκεν. — V. 80. εἶτα δίεφϑ᾽ ἀκροκώλια, conieci εἶτα δ᾽ ϑει ἀκροκώλια. Cf. Luciani Lexiph. 6: παρεσκεύαστο δὲ πολλὰ καὶ ποικίλα, δίχηλα ὕεια καὶ σχελίδες καὶ ἠτριαία καὶ τοκάδος δὸς τὸ ἐμ- βουοδόχον ἔντερον καὶ λοβὸς ἐκ ταγήνου. Ceterum A δέίεφϑα ᾿κροκώ- Aio, Ῥ oiég 9 ἀκφόκωλα, VL δίεφϑα κρόκῳ λασχελέδας. Hartung iustum metrum corrupit ἀκροκώλιά ve Scribens, similiterque proximo versu ὀπτά τ᾽ ἔτ᾽ ἄλλ᾽. — V. 81. κεφάλαια, πόδας τε, χναυμάτιόν τε scripsi, Censos Meineke, similiterque. Dobree correxit, ,confirmante ut videtur cod. A, ,vulgo καὶ πεφαλαὶ ἄποδος τεχνάματι ὄντες (τεχναμα- τίοντες Ρ τεχνάματ᾽ ἰόντες VL) ἐσιφωμένον. — V. 32. ἔφϑά τ᾽, malim ἐφϑὰ δ᾽. — QE ὀπτά τ᾽ scripsi, vulgo κρέα ὀπτά. — V. 88. ἀϑυπέ- φωμα καρὸς À, ἀϑυπερωμακαρος B, ἀϑυπέρκωμα καρὸς P, ἀϑυπέρκομα καρὸς ΜΙ. Fortasse ὑπερωμόκρεως novaverat poeta. Hartung & 8' ὕπερ, ὦ μάκαρες. — χορδὰ γλυκπίστα μιξεριφαρνογενὴς scripsi, === p615 === PHILOXENUS. 605 μιξεριφαρνογενής, ἃν δὴ φιλέοντι ϑεοί" τούτων (σὺ μέν), ὦ φιλότας. ἔσθοις κε' Aa- γῷα δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀλεκτρυύνων τὲ νεοσσοί, 35 περδίκων φασέων τε χύδαν ἤδη παρεβάλλετο ϑερμὰ πολλά. .. καὶ μαλακοπτυχέων ἄρτων" ὁμοσύξυγα δὲ ξανϑόν τ᾽ ἐπεισ- ἤλϑεν μέλι καὶ γάλα σύμπα- XTOV, TÓ κὲ τυρὸν ἅπας τις ἦμεν ἔφασχ᾽ ἁπαλόν, κἠγὼν ἐφάμαν᾽ ὅτε δ᾽ ἤδη 1561 βρώτυος ἠδὲ ποτᾶτος ἐς κόρον ἦμεν ἑταῖροι, τῆνα μὲν ἐξαπάειρον δμῶες, ἔπειτα δὲ παῖδες νίπτρ᾽ ἔδο- ὅαν κατὰ χειρῶν, 40 σμήμασιν ἐἰρινομίκτοις χλιεροϑαλπὲς ὕδωρ ἐπεγχέοντες τύσσον, ὅσον (τις) ἔχρῃξ᾽, ἐκτρίμματά τε... λαμπρά σινδονυφῆ. δίδοσαν (δὲ) χρίματα τ᾽ ἀμβροσίοδμα καὶ . στεφάνους ἐοϑαλέας. legebatur χορδή" γλυκὺς ταμιξεριφαρνογένης (B ταμξεριφαρυογενής). — V. 34. ἂν ,Dindorf, üv δὴ “φιλέοντι P, vulgo ἀνδηφιλέοντι. — τού- τῶν σὺ iv ὦ scripsi, τοῦτ᾽ ὦ D, τοῦτο Ῥ, τούτῳ ,VL. Antea conieci ταῦτ᾽ ὦ φιλότας φιλίως. Hartung ϑεοί mto: τούτων͵ ὦ φιλότας. — φιλότας Dindorf, vulgo φιλέτας (P quieres). — ἔσϑοις, Ῥ ἔϑοις. — κε΄ λαγῷα δ᾽ scripsi, legebatur καὶ λαγωά τ᾽ (sie ΡΥ, λάγυνά τε D) unde Sehweighaeuser καὶ λαγῶά τ᾽. — V. 85. φασέων scripsi, eum ante φασσέων correxissem (Meineke φασσῶψ), vulgo φάσεων. — χύδαν ἤδη seripsi et lacunam post πολλά significavi, legebatur χύδαν" NULL δέ, - V. 86. ὁμοσύξνγα Dindorf, vulgo, ὁμοσσύξυγα, Schmidt ἄρτων ὄχος, σύξυγα, Hartung ἅμα, σύξυγα. - σύμπακτον. Sehweighaeuser, συμπάκτον PVC. — τό κε Dindorf, vulgo τὸ καί, — τυρὸν ἅπας "ug Schweighaeuser, vulgo τυρονάπαστις. — V. 81. ἦμεν Dindorf, vulgo LR μέν. — ἔφασχ᾽ Dindorf, vulgo ἔφασκεν. — V. 88. ἦμεν ἑταῖροι scripsi , vulgo ἑταῖροι 1 € (sie A, ἴσμεν P, ἤσμεν VL). -— V. 89. τῆνα μὲν PL, τήναμεν V. ἐξαπάειρον scripsi, vulgo ἐξαπαείρεον. -- ἔδοσαν, ἔδωσαν PVL. — κατὰ χειρῶν AB, κατὰ χειρὸς VL, κατὰ χειρὸς χειρῶν P, sed del. χει- ρὸς. Ath. IV 156 E non hune locum respicit, sed dictum aliquod facete sive huius Philoxeni sive Leueadii. — Hanc extremam partem affert Athen. IX 409 E: Καὶ Φιλόξενος δ᾽ iv τῷ ἐπιγραφομένῳ “είπνῳ φησίν᾽ ἔπειτα δὲ παῖδες ... ἰοϑαλέας. — V. 40. σμήμασιν AB, σμήγμα- σιν PVL, deinde V ἐρινομίκτοι. — χλιεροϑαλπὲς Sehweighaeuser, χαιερο- ϑαλπὲς À, χαιεροϑάλπες B, χαιτροϑαλπὲς P, ᾿χαιροϑαλπὲς γ N χλιαρο- ϑαλπὲς Schmidt. — ἐπεγχέοντες, ἐπεπεγχέοντες A, ἐπιχεῦντες Hartung. — V. 41. τόσσον AP, vulgo τόσον. — τες ἔχρῃξ᾽ seripsi, vulgo ἔχρηξεν. — ἐκτρίμματά τε PVL, indieavi autem laeunam, ἔκτριμμά τε AD, ἐκ- τρίμματα Schmidt et Hartung. Respicit hoe verbum Kust. 1887, 50. — λαμπρὰ σινδονυφῆ L, λαμπρασιν νύμφη B, λαμπρὰ σινδονύμφη Ρ, λαμπρὰ σινδονύφῃ V. — V. A9. δίδοσαν δὲ seripsi, Meineke δίδοσάν τε, vulgo δίδοσαν. — χρίματά τ᾽ Villebrun, vulgo χρίματ᾽, --- ἀμβρο- === p616 === 606 | 77 5 τὸ POETAE MELICI. 8. Τὰς δὲ δὴ πρόσϑεν μολούσας .... λιπαραυγεῖς, πορϑμίδας πολλῶν ἀγαϑῶν πάλιν εἴσφερον γεμούσας, τὰς ἐφήμεροι καλέοντι τραπέξας (δευτέρας.) ἀϑάνατοι δέ τ᾽ ᾿Δμαλϑείας κέρας. ταῖσι δ᾽ ἐν μέσαις καϑιδρύϑη μέγα χάρμα βροτοῖς, λευκὸς μυελὸς γλυκερός, λεπτοῖς ἀρά- χνας ἐναλιγκίοισι πέπλοις συγκαλύπτων ὄψιν αἰσχύνας ὕπο. μὴ κατίδῃ τις μαλογενὲς πῶ λιπόντ᾽ ἀνάγκαις 1308 ξηρὸν ἐν ξηραῖς ᾿“ρισταίον παλιρρύτοισι παγαῖς" “τῷ δ᾽ ὄνομ᾽ ἧς ἄμυλος" χερσὶν δ᾽ ἐπέθεντο στώμιον μα- λεραῖς 10........ τὰν δεξαμέναν ὅ τι κα διδῷ vig ἃ Ζανὸς καλεῦντι e σίοδμα i φῇ ἀμβροσιοιοδμά B. His versibus fortasse subiungendum continuo fr. 3, quod etiam Meineke coniecit. Fr. 8. Aihen. XIV 642 F: ᾿Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Κυϑήριος Φιλόξενος ἐ ἐν τῷ Ζείπνῳ δευτέρων τραπεξῶν μνημονεύων πολλὰ καὶ τῶν ἡμῖν παρακπει- μένων ὠνόμασε, φέρε καὶ τούτων ἀπομνημονεύσωμεν' Τὰς δὲ δὴ κτλ. — V. 1. Post μολούσας lacunam indicavit Meineke, fortasse τετράποδας addendum. — Υ, ῶ. εἴσφερον Meineke, vulgo εἰσέφερον. --- V. 8, ἐφήμεροι Meineke, vulgo ἐ ἐφημέριοι. — καλέοντε scripsi, legebatur καλέοντι (B κα- λέοντο) νῦν, delevi importunum additamentum νῦν, quod servans Mei- neke καλεῦντι scripsit. — δευτέρας adieci. — V. 5. ταῖσι, Meineke ταῖς numeris aliter diseriptis. — καϑεδρύϑη scripsi, vulgo ἐγκαϑιδρύϑη. — βροτοῖς, Hartung βροτοῖσιν, hic versum terminans contra legem huius earminis, nam nusquam Philoxenus anacrusi usus est. — ἀράχνας 9 v. ἐναλίγκιος suspensum, cui patrium casum adiunxit poeta, quam structuram ὅμοιος et παραπλήσιος quamvis raro admittunt. Possis ἀράχναις conicere, quemadmodum Homericum κόμαι γαρέτεσσιν ὅμοιαι eandem ostentat breviloquentiam, sed hoc loeo officit sententiae in- stitutae, — ἐναλιγκίοισι APV, ἐναλέγκις L, ἀλιγκίοισι B. — V. 6. συγ- καλύπτων Ll, συγκαλύπτον APV, Meineke ἐγκαλύπτων. — κατέδῃ τις B, κατίδῃς PVL, κατίδῃς τὲ Meinek. — V. 1. μαλογενὲς Meineke, vulgo μολογενὲς, B μηλογενές. — mà, Hartung πύτϊον. — λιπόντ᾽ ἀνάγκαις Meineke, qui praeterea suasit mm (ιρατεραῖσι) sv λιπόντ᾽ (ἐν) ἀνάγκαις, codd. λιπὼν ταῖς ἀνάγκαις. --- V. 8. Eneas Meineke, lege- batur ξηροῖς. — παλιρρύτοισι, Meineke μελιρρύτοισι, quocum cont. Hesych. v. Μελιρρύτοισι, ego in proeedosi πολυρρύτοισι. — παγαῖς γ, πάγαις ἌΡ, Ν. Sehmidt πάγοις. — V. 9. τῷ δ᾽ ὄνομ᾽ ἧς ἄμυλος Mei- neke, Α τὸ δ᾽ ὄνομ᾽ ἧς ἄμυλλος, Β τὸ δ᾽ δνομησαμυῖος, P τὸ δ᾽ ὀνό- μησα μυλός, VL τὸ δ᾽ ὄνομασαν μυλός. — χερσὶν PVL, χερσὶ B. ἐξα VL, ἐπίϑεντο ABP. — στόμιον, Hartung στάμνον. — aite ραῖς, fort. μαλεραῖσι. Deinde lacunam indieavi. — V. 10. δεξαμέναν, vulgo δεξαμένην, — κα διδῷ Dindorf, vulgo καὶ δέδῳ. — ἃ Ζανὸς Sehweighaeuser, vulgo ἀξανός. — καλεῦντι Meineke, 'eodd. καλέοντι === p617 === PHILOXENUS. 601 τρώγματ᾽ ᾿ ἔπειτ᾽ ἐπένειμεν ἐγκατακνακομιγὲς πεφρυγ- μένον πυρβρομολευκερεβινϑοξάνθωμ᾽ ἔκκριτον ἁδύ βοῶμα τὸ παγκατάμικτον' ὠμπυρικηροιδηστίχας παρεγί- ᾿ ψετὸ τούτοις σταιτινοκογχομαγὴς qo ψαιστελαιοξανϑεπιπαγκαπύρωτος χοιρίνας. 15 ἁδέα δὲ ..... κυκλώϑ᾽ ὁλόφωκτ᾽ ἀνάριϑμα, καὶ μελίπηκτα τετυγμέν᾽ ἄφϑονα σασαμόφωκτα" τυρακίνας δὲ γάλακτι καὶ μέλι συγκατάφυρτος ἧς ἄμυλο: πλαϑανίτας" σασαμοτυροπαγὴ δὲ καὶ ξεσελαιοπαγῆ πλατύνετο σασαμό- παῦτα ' 1959 (B καλέοντο). — V. 11. τρώγματ᾽ AB, τρώγματα PVL. — ἔπειτ᾽ Sehweighaeuser, ἐπεὶ e PVL.— ἐγκατακνακομιγὲς Meineke, vulgo ἐν κατάκνα κομιγές, M. Schmidt ἐγχυτοκνακομιγές. — V. 18. πυρβρο- μολευκερεβινϑοξάνϑωμ᾽ ἔκκριτον &óv dubitanter scripsi (Meigeke ... εἐρέβινϑον ἀνθεσίκρατον ἁδὺ) et v. 13 cum Meinekio βρῶμα τὸ παγ- κατάμικτον. A πυροβρομολευκερεβινϑοακανθουμικριτοαδυβρωματοπαντ- ἀναμίκτον, B πυροβομόλευκε δεβινϑοακάνϑου͵ μικτριτὸ αδυβρωματο πάντ᾽ ἀνάμιχτον, Ρ πυροβρομολ᾽ ἐρέλινϑο ἀακάνϑους μικτριτυαδυβρώ- ματος παντ᾽ ἀναμίκτον, οὖ sic fere VL. M. Schmidt partim aliter con- . stituit, Nune Meineke scripsit “πυρβφομολευκερεβινϑακανϑομόκρατον ἁδὺ. -- ἀυπυρικηροιδηστίχας. B ἄμπυκι πῆρος δήστιχας, Meineke eu- πυρικηριοδηστίέχας, Schmidt ἀμπυρικηροϊδιπτύχας, Hartung ἀμπυκτηριο- διστιχία. — V. 14. σταιτινοκογχομαγῆς qo ψαιστελαιοξανϑεπιπαγκαπύ- Qorog χοιρίνας, ἁδέα δὲ scripsi Meinekium secutus, nisi quod ille ὅ τε ξεσελαιο — correxit, quod cum numerorum legi non satis conveniat, antea 0 τὲ pev — dedi, nune 1 τραισαθλαιο emendavi: ψαιστά, quamvis Hesych. ἄλφιτα ἐλαίῳ δεδευμένα interpretetur, potuit tamen hoe loco praeterea olei mentio fieri: cf. de hoc vocabulo Ruhnkenium ad Tim. p. 231. Apud Athenaeum legebatur ταίτεν ó κολχομανὴς (ιογ- χομανὴς Β) τοξαισελαιο (sic A, ελεο PVL) ξανϑεπίπαν καπυρός, χοιρι- ψισάδεα δέ. Hartung σταιτινοκογχομιγής, ξεσελαίῳ ξάνϑοπι παγκαπύ- euros χοιρινίς. — V. 1τὅ. δὲ, lacunam Andicavi, Meineke δ᾽ εὖ, — xv- κλωϑ᾽ ὁλόφωπτ᾽ seripsi, "m ὁμόφωκτ᾽ Meineke, Ὡς χυχλωτὰ (P κύκλωτα) ὁμοφλωκτά, Sehmidt εὐκύκλωτ᾽, quod Hartung et Meineke probant. — V. 16. ἄφϑονα Sehweighaeuser, σασαμόφωχτα Meineke, vulgo ἀφϑόνας ἀσαμόφλωκτα. — V. 17. μέλι scripsi, vulgo μέλιτι, quod Hartung servat, Meineke μελισυγκατάφυρτος, fortasse recte; cf. Paul. Silent. Anth. P. V 270 καὶ ἡ μελέφυρτος ἐκείνη ἤϑεος ἁρμονίη. --- συγ- κατάφυρτος ἧς Schweighaeuser, vulgo συγκαταφυρτύσης. — πλαϑανίτας" σασαμοτυροπαγὴ Sehmidt praeeunte Meinekio, qui mieSavírec* σασα- μορυτοπαγῆ͵ seripsit, πλατάνισσα σαμορυτοπάγ ἢ PVL, πλατάνισσα σα- μόρυτο πηγή B. cf. Batrachom. 86: οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον. — V. 18. ξεσελαιοπαγῆ Meineke, vulgo ξεσελαιοπάγη. -- πλατύνετο Meineke, σασαμόπαστα Schweighaeuser, vulgo πλάτυντος ἀσαμόπαστα. — V. 19. κάἀτ᾽ ἐρέβινθοι κνακοσυμμιγεῖς ρινακομιγ eig === p618 === 608 E POETAE MELICI. πέμματα, xcv ἐρέβινϑοι κνακοσυμμιγεῖς ἁπαλαῖς 94A- λοντες ὥραις, 20 Qc τ᾽, ἀμυγδαλίδες τε τῶν μαλακοφλοΐδων. ... TE τρῶχτὰ TÉ παισίν ἀδυΐδη κάρυ᾽, ἄλλα τ᾽ ὅσσα πρέπει παρὰ ϑοίναν ᾿ὀλβιόπλουτον (ἔμεν) πόσις τ᾽ ἐπεραίνετο κότταβοί τε λόγοι τ᾽ ἐπὶ κοινᾶς" ἔνϑα τι καινὸν ἐλέχϑη κομψὸν ἀϑυρμάτιον, καὶ ϑαύμασαν αὔτ᾽ ἐπί v ἤνησαν. .. 4, * * Σὺ δὲ τάνδε Βακχίου εὔδροσον πλήρη μετανιρερέδα δέξαι" vocet τί τοι Βρόμιος γάνος τόδε δοὺς ἐπὶ τέρψιν πάντας ἄγει. δ. Πίψετο νεκτάρεον πῶμ᾽ ἐν χρυσέαις προτομαῖς κοίλων κεράτων, ἐβοέχοντο. δὲ κατὰ μικρόν. " Schmidt) Meineke et praeterea καλαῖς, vulgo καὶ τερεβινϑο (sic AB, : ϑερεβινϑὸ PVL) ,Ἰνακοσυμμιγεῖσα παλαῖς (nie A, παλλαῖς ,PNL, γεῖσ᾽ ἀπαλαῖς Β). --- ὥραις, Hartung ἐν ὥραις. — V. '20. à τ᾽ BPL, nisi quod rs exhibent, L om. — τε τῶν μαλακοφλοΐδων seripsi, τε τῶν μα- λακποφλοΐων ... τὲ τρωκτά ve Meineke, codd. τὰν (B τὴν) μαλακόφλοια ὧν τὲ πετρωπτατε (sic A, ὧν τετράκασι PV, ὧν τετρώκατε L) Hartung τε τρώγματα παισίν. — V. 21. ἀδυΐδη, Fiorillo ἀδυεδῆ. Mihi locus ita videtur redintegrandus: (ὡραϊά) τε τρωκντά, τὰ παισὶν ἁδὺ ἔδειν (sive toG ye, ἅτε), οἵ. Xenoph. Anab. V 8, 12: ἡμέρων δένδρων ἐφυ- τεύϑη, ὅσα ἐστὶ τρωκτὰ ὡραῖα. — V. 92. ἔμεν adieci. — τ᾽ ἐπὶ κοινᾶς Schweighaeuser, T ἐπικοινας À, τὲ πικοινας B, ve πυκινὰς VL. Nescio an rectius scribendum sit z^ ἐπὶ xoívag retracto accentu, ut Philo- xenus siculo sive latino vocabulo coenae convivium nuncupaveri£: quod vocabulum fortasse etiam Hesychius exhibet κοινά, χόρτος, κοινή, δημοσία, — V. 38. καινὸν Dalecampius, vulgo κηνόν. -- ϑαύμασαν Meineke, vulgo ἐθαύμασαν. — ἐπί τ᾽ scripsi, ἔπειτ᾽ À, ἔπειτα PVL. Fort. scrib. ἤνησαν περισσῶς. Fr. 4. Athen. XI 487 A: Φιλόξενος δὲ ὁ διϑυραμβοποιὸς ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Δείπνῳ μετὰ τὸ ἀπονίψασϑαι τὰς χεῖρας προπίνων d φησι: Σὺ δὲ τάνδ᾽ κτλ. — V. 1. τάνδε Βακχίου scripsi, nisi forte ἐν βακχχίᾳ praestat, cf, Archilochi fr. 88, Meineke τάνδε Βακχίαν, τάνδ᾽ ἐκβαχχία B, τάνδ᾽ ἐκβάκχια AP, τάνδ᾽ ἐκβάκχιον VL, , Hartung scripsit σὺ δὲ τάνδε Βακχίου. εὔδροσον εὐπλήρη. -- Υ. 8. πραῦ τί τοι À, πράν- τιτοι PVL. — V. 4. πάντας Meineke, vulgo ἅπαντας, nisi malis ἐπὶ 2. τέρψιν ἅπαντας ἄγει. Fr. 5. Athen. XI 476 E: Καὶ Φιλόξενος δ᾽ ὁ Κυϑήριος ἐν τῷ ἐπι- === p619 === PHILOXENUS. 609 KYKAO3, 1260 Videtur eurmen ab alis Γαλάτεια (vel etiam Κύκλωψ ἢ Γαλάτεια) inscriptum esse, vid. Schol. Aristoph. Plut. 290: ὁ Φι- λόξενος ὃ διϑυραμβοποιὸς iv Σικελίᾳ ἦν παρὰ Διονυσίῳ" λέγουσι δέ, ὕτε ποτὲ 1 αλατείᾳ [τινὶ] παλλακίδι 4ιονυσίου προσέβαλε" καὶ μαϑὼν Διονύσιος ἐξώρισεν αὐτὸν εἰς λατομίαν᾽ φεύγων δὲ ἐκεῖϑεν ἦλθεν εἰς τὰ ὄρη τῶν Κυϑήρων, καὶ ἐκεῖ δρᾶμα τὴν Γαλάτειαν ἐποίησεν, ἐν ᾧ εἰσήνεγκε τὸν Κύκλωπα ἐρῶντα τῆς Γαλατείας, τοῦτο δὲ αἰνιττόμενος εἰς Διονύσιον᾽ ἀπείκασε γὰρ αὐτὸν τῷ Κύκλωπι, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς 0 Διονύσιος οὐκ ὠξυδόρκει. Cf. inprimis Athen. I 6E, ubi similiter Philoxenus modo γράφων τὴν ΓΑαλάτειαν, modo ποιῶν τὸν Κύκλωπα dieitur. Ceterum carmen nobilissimum multi respieiunt. cf. inprimis Aelian. Var. Hist. XII 44. Schol. '"'heoer. VI 7 et Argument. eiusdem carm., Hermesianax v. 69 seqq. Aristot. Poet. c. 2. — Fortasse ad similitudinem Philoxeni adum- brata sunt, quae habet Synes. Epist. CXXI: Ὀδυσσεὺς ἔπειϑε τὸν Πολύφημον διαφεῖναι αὐτὸν ἐκ τοῦ σπηλαίου᾽ γόης γάρ εἶμι xol εἰς καιρὸν ἄν σοι παρείην οὐκ εὐτυχοῦντι τὰ εἰς τὸν ϑαλάττιον ἔρωτα᾽ ἀλλ᾽ ἐγώ τοι καὶ ἐπῳδὰς οἶδα καὶ καταδέσμους καὶ dou κὰς κατανάγκας. αἷς οὐκ εἰκὸς ἀντισχεῖν οὐδὲ πρὸς βραχὺ τὴν Γα- λατειαν᾽ μόνον ὑπύστηϑι σὺ τὴν ϑύραν ἀποκινῆσαι, μᾶλλον δὲ τὸν ϑυρεὸν τοῦτον᾽ ἐμοὶ μὲν γὰρ καὶ ἀκρωτήριον εἶναι φαίνεται" ἐγὼ δὲ ἐπανήξω σοί, ϑᾶττον ἢ λόγος τὴν παῖδα κατεργασάμενος" ví λέγω, κατεργασάμενος; αὐτὴν ἐκείνην ἀποφανῶ σοι δεῦρο πολλαῖς ἴύγξι γενομένην ἀγώγιμον" καὶ δεήσεταί σου καὶ ἀντιβολήσει᾽ σὺ δ᾽ ἀκκιῇ καὶ κατειρωνεύσῃ᾽ ἀτὰρ μεταξύ μέ τι καὶ τοιοῦτον diee μὴ τῶν κωδίων ὁ γράσος ἀηδὴς γένηται κόρῃ τρυφώσῃ καὶ λουο- μένῃ τῆς ἡμέρας πολλάκις᾽ καλὸν ovv εἰ πάντα εὐθετήσας, ἐκκορή- σειάς τε καὶ ἐκπλυνεῖς καὶ ἐνθυμιάσειας τὸ δωμάτιον" ἔτε δὲ κάλ- λιον, εἰ καὶ στεφάνους παρασκευάσαιο, κιττοῦ ve καὶ μίλακος; οἷς Ld ^ νι ^ 3 , σαυτόν τε καὶ τὰ παιδικὰ ἀναδήσαιο" ἀλλὰ τί διατρίβειρ,, οὐκ ἐγ- χειρεῖς ἤδη τῇ ϑύρᾳ; πρὸς οὖν ταῦτα ὃ “Πολύφημος ἐξεκάγχασέ τε ὅσον ἠδύνατο μέγιστον, καὶ τὼ χεῖρε ἐκρότησε᾽ καὶ ὃ μὲν Ὀδυσσεὺς ᾧετο αὐτὸν ὑπὸ χαρμονῆς οὐκ ἔχειν, ὅ τι ἑαυτῷ χρήσαιτο, κατελ- γραφομένῳ Δείπνῳ φησίν, ἔπινε τὸ κτλ. — V. 1. πένετο ,Meineke, ἐπίέ- γετο Dindorf, libri ἔπινε τὸ, — πῶμ᾽ Dindorf, libri πώμ᾽. — κοίλων geripsi, legebatur τε ἄλλων, idem etiam Meineke proposuit, eui antea καλῶν, postea γναμπτῶν probatum. — V. 9. ἐβρέχοντο seripsi, libri ἔβρεχον. Μοίμοκο ἐγέηοστο δ᾽ αὖ κατὰ μικρὸν. (ἅπαντες) vel ἔβρεχον [δὲ] κατὰ μακρόν, Hartung ἐβρέχοντο δ᾽ οὐ κατὰ Midi Poxraz Lm. III. . 89 1261 === p620 === 60 — POETAE MELICI. πίσαντα τῶν παιδικῶν περιέσεσϑαι᾽ ὃ δέ, ὑπογενειάσας αὐτόν, ὦ Οὗτι, ἔφη, δριμύτατον μὲν ἀνθρώπιον ἔοικας εἶναι καὶ ἐγκατατε- 4 ΄ "a , n . 2 " D D τριμμένον ἐν πράγμασιν' ἄλλο μέντοι τι ποίκιλλε᾽ ἐνθένδε γὰρ οὐκ ἀποδράσεις. Nam Synesius si non ipsum carmen usurpavit, at rhetorem aliquem antiquiorem, qui illo usus est, videtur secutus esse. At non respexit Philoxenum Himer, I 19: εἰ δὲ καὶ τὸ » » LÀ , ; ^ - *, , , ἄνϑος τῆς ὄψεως γράφειν ἐθέλοιμι, τὰ ποιητῶν ἀνάγκη φϑέγγεσϑαι" S - ὦ λευκότητος καὶ γάλακτος" ταῦτα γάρ πού τις ποιμὴν παρ᾽ ἐκείνοις ποϑῶν τὴν Γαλάτειαν τὴν ΙΝηρηΐδα προσείρηκεν, ἐκ τῆς ξαυτοῦ ποιήσας τέχνης τὸ μέλος. nam hoc ad Theocrit. XI 20 referendum, frustra enim Hartung praeeunte Schneidewino in his Philoxeni versum: ") λευκότατος καὶ γάλακτος λευποτέρας. qui antiquo poeta plane indignus est, sibi videtur deprehendisse. — Ex Philoxeni Cycelope fortasse petitum est proverbium ap. Diogen. VII 82: Πῦρ ἐπὶ δαλὸν. ἐλϑόν. ἐπὶ τῶν ταχέως γινομένων' ἀπὸ τοῦ Κύκλωπος ἡ μεταφορά. ubi vid. interpr. Sed cave ne item hue referas proverb. ap. Zenob. I 92: ἂν οἶνον αἰτῇ, κόνδυλον αὐτῷ δίδου. ἐπὶ τῶν ἀγαϑὰ μὲν αἰτούντων, δεινὰ δὲ λαμβανόντων. ἡ δὲ ἱστορία ἀπὸ τοῦ Κύ- χλωώπος, παρόσον αἰτήσας οἶνον τὸν Ὀδυσσέα τῶν ὀφθαλμῶν ἐστε- ᾿ ρήϑη κτλ. videntur enim grammatici, qui haee ad Cyelopis fabu- lam rettulerunt, omnino doctrina intempestive usi esse; recte vim proverbii exponit schol. Aristoph. Pace. 193: φαίνεται τὸ imi τῶν παιδίων λεγόμενον ἀρχαῖον ὄν" ἣν δ᾽ οἶνον αἰτῇ, κονδύλους αὐτῷ δίδου. ὑπὲρ τοῦ ἐθίζειν τοὺς παῖδας μηδέν τι περιττὸν αἰτεῖν. *G. ZI LIES Συμβαλοῦμαί τι μέλος ὑμῖν εἰς ἔρωτα. Fr. 6. Athen. XV 692 D: Ἐπεὶ δ᾽ ἐνταῦϑα τοῦ λόγου ἐσμέν, cvu- βαλοῦμαί τι μέλος Suiv εἰς ἔρωτα" κατὰ τὸν Κυϑήριον ποιητήν. Eadem respicit VI 271 B: Συμβαλοῦμαί τι καὶ αὐτὸς μέλος εἰς ἔρωτα τῷ coq καὶ φιλτάτῳ “ημοκχφίτῳ. Respicit Dionys. Hal de comp. verb. c. 1: εἰς δὴ τοῦτο τὸ μέρος, ὃ δεῖ πρῶτον νέοις ἀσκεῖσϑαι, συμβάλλομαί σοι μέρος (M. Schmidt μέλος) εἰς τὸν ἔρωτα, τὸ περὶ συνθέσεως ὀνομάτων. οὐ fortasse. etiam Plato Sympos. 185 C: Ταῦτα σοι, ἔφη, ὡς ἐκ τοῦ πα- ραχρῆμα, ὦ Φαῖδρε, περὶ Ἔρωτος συμβάλλομαι. Adde Proverb. Append. === p621 === PHILOXENUS, 611 r^ Schol. Theocr. XI 1: Kei Φιλόξενος ποιεῖ τὸν Κύκλωπα ma- ραμυϑούμενον ἑαυτὸν ἐπὶ τῷ τῆς Ι αλατείας ἔρωτι καὶ ἐντελλόμενον τοῖς δελφῖσιν. ὕπως ἀγγείλωσιν αὐτῇ, ὅτι ταῖς Μούσαις τὸν ἔρωτα ἀκεῖται. — Plutarch. Symp. Quaest. I ὅ: Ὅπου καὶ τὸν Κύκλωπα Μούσαις εὐφώνοις ἰᾶσϑαί φησι τὸν ἔρωτα Φιλόξενος. et si- militer Erotie. c. 18. Respicit huc Philodem. de Mus. Vol. Her- cul. I 15: Kei μὴν οὐδὲ παραμυϑεῖσϑαι δύναται μουσικὴ τὰς ἐν ἔρωτι δυσπραξίας. λόγου γὰρ μόνον τὸ τοιοῦτον, ἀνεπιβλήτους ποιεῖ περισπῶσα, καϑάπερ ἀφροδίσια καὶ μέϑη" ποήματα δ᾽ εἰ προαι- ρεῖται, διδόσϑω, καὶ Φιλόξενον, εἰ τοῦτ᾽ ἡνίττετο, μὴ τελέως ψεύ- δεσϑαι. Adde etiam Callimaehi Ep. 49. 8. [4] 2 ψεν ἔῳων. ν-υ G ut ῴυ -- ς ώύώφυ-.»"υ Ὦ καλλιπρύσωπε χουσοβόστρυχε Γαλάτεια, χαριτόφωνε, ϑάλος ἐρώτων. οι -ἐυ.-... ῴφψΨνυ.-΄νυν-.υ Oto u' ὃ δαίμων τέῤατι συγκαϑεῖρξεν. IV 77. T. I p. 468: Συμβαλούμενος (Meineke συμβαλοῦμαι μέλος)" κατ᾽ ἔλλειψιν καὶ αὕτη: ἐνδεῖ γὰρ εἰς ἔρωτα' μέμνηται ταύτης ᾿ἡλέξανδρος (Bernhardy ᾿ναξανδρέδης). Kxistimo exordium esse Cyelopis, itaque hue rettuli, eontra Meineke Philoxenum peculiare carmen in Amorem composuisse censet. — Videtur συμβαλεῦμαάι et ὕμμεν restituendum. Pro futuro alios συμβάλλομαι legisse non satis certum, nam solent va- riare qui poetarum versibus utuntur. Fr. 8. Athen. XIII 564 E: Ὁ δὲ vov Κυϑηρίου Φιλοξένον Κύκλωψ, ἐρῶν τὴς Γαλατείας, καὶ ἐπαινῶν αὐτῆς τὸ κάλλος, προμαντευόμενος τὴν τύφλωσιν, πάντα μᾶλλον αὐτῆς ἐπαινεῖ ἢ τῶν ὀφϑαλμῶν uvqQuo- νεύει, λέγων dt: ὦ καλλιπρόσωπε xt. Cf. Eust. 1058, 15. -- V. 3. χρυσοβύστρυχε scripsi, χρυσεοβύστρυχε ABC Eust, χρυσιοβόστρυχε PVL. — Γαλάτεια om. Eust. — V. 3. $&Aog scripsi, libri κάλλος, Fio- rillo ϑάλλος. Fr. 9. Zenob. V 45: Οἴῳ μ᾽ ὁ δ. τ. ovyx. ἐπὶ τῶν δυσανασχετούν- τῶν ἐπί τινι δυσχερεῖ πράγματι λέγεται ἡ παροιμία' Κύχλωψ γάρ ἐστι δρᾶμα Φιλοξένου τοῦ ποιητοῦ, ἐν ᾧ ὁ Ὀδυσσεὺς περισχεϑεὶς τῷ τοῦ Κύκλωπος σπηλαίῳ λέγει" οἵω μ᾽ ὁ δ. o. Frustra, ut trimetrum resti- iuerent, συγκαϑείρξατο, συγκατῴκισεν, alia coniecerunt. Cf. Diog. VM 19. Apostol XÍV 94. Arsen. 379. 39* === p622 === 612 ς . POETAE MELICI. i 10. e suec UU .. Ἔϑυσας; ἀντιϑύσῃ. 11. ". . MEOS Aristoph. Plut. 290: Καὶ μὴν ἐγὼ P mts ϑρεττανελὸ τὸν Κύκλωπα Μιμούμενος καὶ τοῖν ποδοῖν ὡδὶ παρενσαλεύων Ὑμᾶς ἄγειν; ἀλλ᾽ εἶα τέκεα ϑαμίν᾽ ἐπαναβοῶντες Βληχώμενοί τε προβα- τίων αἰγῶν ve κιναβρώντων μέλη; “Ἐπεσϑ᾽ ἀπεψωλημένοι" τράγοι δ᾽ ἀκρατιεῖσϑε. ΧΟΡ, Ἡμεῖς δέ y αὖ ξητήσομεν ϑρεττανελὺ τὸν Κύκλωπα Βληχώμενοι, σὲ τουτονὶ πινῶντα καταλαβόντες, Πήραν ἔχοντα λάχανά τ᾽ ἄγρια, δροσερά, κραιπαλῶντα, ᾿Ηγούμενον τοῖς προβατίοις, Εἰκῆ δὲ καταδαρϑέντα mov, Μέγαν λαβόντες ἡμμένον σφηκίσκον ἐκτυφλῶσαι. ubi Sch. ad v. 298: ἐνταῦϑα ὃ ποιητὴς παιγνιωδῶς ἐπιφέρει τὰ τοῦ Φιλοξένου εἰπόντος πήραν βαστά- ξειν τὸν Κύκλωπα καὶ λάχανα ἐσϑίειν᾽ οὕτω γὰρ πεποίηκε τὸν τοῦ Κύκλωπος ὑποκριτὴν εἰς τὴν σκηνὴν εἰσαγόμενον. ἐμνήσϑη δὲ καὶ τῆς τυφλώσεως, ὡς οὔσης ἐν τῷ ποιήματι" ταῦτα δὲ πάντα διασύρων τὸν Φιλόξενον εἶπεν, ὡς μὴ ἀληϑεύοντα. ὃ γὰρ Κύκλωψ, ὥς φησιν Ὅμηρος, κρέα ἤσϑιε, καὶ οὐ λάχανα" ἃ τοίνυν ἔφησεν ἐκεῖ ὁ Φιλόξενος. ταῦτα ὁ χορὸς εἰς τὸ μέσον ἀναφέρει. Omnis igitur illa apud Aristophanem descriptio adumbrata ad similitudinem carminis Philoxenii. Idem: πήραν ἔχοντα] Φιλοξένου ἐστὶ παρηγμένον καὶ τοῦτο τὸ δηϑέν᾽ τοιοῦτον γὰρ τὸν Κύκλωπα εἰσά- γει πήραν ἔχοντα καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἄγρια λάχανα. ταῦτα δέ φησι καὶ τὰ ἑξῆς ὡς καὶ τῆς τυφλώσεως αὐτοῦ οὔσης ἐν τῷ ποιήματι. Fortasse aliquis eolligat etiam illud ϑρεττανελό ex Philoxeno pe- litum esse, nam schol: ad v. 290: of δὲ λέγοντες τὸν ϑρεττανελὼ Κύκλωπα, ἤγουν τὸν ἔδοντα τὸ ϑρεττανελώ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ào μεγεϑύνοντες, ἀμαϑεῖς᾽ τοῦτο δὲ ἐκ Κύκλωπος Φιλοξένου ἐστίν᾽ πεποίηκε γὰρ οὗτος τὸν Κύκλωπα κιϑαρίξοντα. et ibid. dx- λόξενον τὸν διϑυραμβοποιὸν ἢ τραγῳδοδιδάσκαλον διασύρει, ὃς ἔγραψε τὸν ἔρωτα τοῦ Κύκλωπος τὸν ἐπὶ Γαλατείᾳ᾽ εἶτα κιϑάρας Fr. 10. Suid. Ἔϑυσας, ἀντυϑύσῃ (vulgo ἀντὶ τοῦ $vog) τοῦτο παρὰ Φιλοξένῳ ὁ Κύκλωψ λέγει πρὸς τὸν Ὀδυσσέα. ἀπεδέχοντο γὰρ τὸ ἐνθάδε πῦρ κείαντες ἐθύσαμεν (Hom. Od. ε 231) παρὰ ro ποιητῇ εἰρῆσϑαι ἐπὶ τῶν ἀρνῶν, οὐχὶ δὲ τὸ ἀπεϑύσαμεν (fort. ἐπεϑύ- σαμεν vel ,ἐϑυμιάσαμεν) νοεῖσϑαι. Huc respicit etiam Schol. IH. ὁ ?19: ἡ διπλῆ, ὅτι ϑῦσαι οὐ σφάξαι, (ὡς) ὁ Τιμόϑεος ὑπέλαβεν καὶ Φιλό- ξενορ, ὁμοίως τῇ ἡμετέρᾳ συνηϑείᾳ, ἀλλὰ ϑυμιᾶσαι, καὶ ὅτι ϑυηλὰς τὰς ἐπιϑυομένας ἀπαρχας. Cf. Zonar. 626 (ἔϑυσας ἀντὶ τοῦ ϑύσῃ" τοῦτο παρὰ Φιλοξένῳ) et Append. Proverb. II 10, ubi € ἀντιϑύσῃ, V ἀντιϑύῃ, B ἀντιϑύει. === p623 === PHILOXENUS. : ᾿ '^ 918 ἦχον μιμούμενος iv τῷ συγγράμματι, τοῦτό φησι τὸ ῥῆμα ϑρετ- τανελό᾽ ἐκεῖ γὰρ εἰσάγει τὸν Κύκλωπα κιϑαρίξοντα καὶ ἐρεϑίξοντα (fort. καὶ τερετίξοντα εἰς 1 αλ. cf. Athen. | 20A) τὴν Γαλάτειαν. sed tamen hoe non satis tuto colligas: nam videtur ridieculi gra- tia hoe ipse finxisse Aristophanes, cf. sch. ibid, Διασύρει δὲ Φι- λόξενον τὸν τραγικόν, Og εἰσήγαγε κιϑαρίξοντα τὸν Πολύφημον, τὸ δὲ ϑρεττανελὸ ποιὸν μέλος καὶ κρουμάτιόν ἐστιν, τὸ δὲ ἀλλ᾽ εἶα τ. 9. ἐπ. ἐκ τοῦ Κύκλωπος Φιλοξένου ἐστίν. ltaque hie ipsius est Philoxeni versus: Pam ἔσω -ια.υϑυ ψφυζόωυ --υ "AM? εἶα τέκεα, ϑαμίν᾽ ἐπαναβοῶντες. ubi non opus est, ut ἐπαναβοᾶτε scribatur, quod M. Schmidt re- quirit. Praeterea verba λάχανά vr ἄγρια δροσερά et ipsa ex Philoxeno petita videntur. ZYPOZi 12. Hesych. Μεσαύχενες" ᾿Αριστοφάνης φησί᾽ Mecovyévag νέκυας, ἀσώτους (Dobree coni. τοὺς ἀσκούς)" διὰ τοῦ μ γραπτέον μεσαύ- gives, ὅτε μέσον αὐχένα αὐτοῦ (M. Schmidt ἀσκοῦ) πιέξει (cod. πεζξεῖ) παρεβάλλοντο τὸ σχοινίον. τραγῳδεῖ δὲ (fort. παρατραγῳ- δεῖ δὲ, Berglein παρῳδεῖ δὲ) τὰ ἐν τῷ Φιλοξένου (cod. Φιλο- ξένω) Σύρῳ᾽ ἔνιοι δὲ διὰ τοῦ ὃ γράφουσι δεσαύχενες, καὶ οὐ καλῶς (Sehmidt κακῶς, postea οὐ καλῶς deleto xoi scripsit). Locus variis coniecturis tentatus, quemadmodum Sehneidewin μεσαύχενας κυνὸς ἀσκούς coniecit, Hartung μεταύχενας νάκας τοὺς ἀσκούς. Sed scribendum: ᾿Δριστοφώνης φησί" ἐν ον Μεσαύχενας νέκυας, ἀσκούς, . . et deinde ὅτε μέσον αὐχένα ἀσκοῦ πιέζει 0 περιεβάλλοντο (Hartung περιβαλλόμενον τὸ) σχοινίον. Utres, quoniam ex pellibus mor- tuorum animalium conficiuntur, poeta comicus véxveg appellavit, nee tamen id suo ingenio invenit, sed id ipsum opinor Philoxenus dithyrambicorum more novare ausus erat in carmine, cuius nomen haud dubie corruptum, neque tamen Bergleini coniecturae Σισύ- go vel Σκέρῳ placent, coniicio Σατύρῳ, in quo commode eius- modi quid commemorari potuit, Comicus ut Philoxeni audaciam exagitaret, epitheton de suo adiecit: sed leetio incerta: quor- 1264 === p624 === . 014 — POETAE MELICI. sum etiam spectat Phot. 259, 13: Μεσαύχενες᾽ of ἀσκοτηδὲς αὖ- χένες (ser. of &oxoí' oí δὲ δεσαύχενες). Adde Hesych. v. “Ζεσαύ- χενες et Et. M. 258, 29. Sed veram lectionem videtur Pollux servavisse II 186: βυσαύχην δὲ ὃ τοὺς uiv ὦμους ἀνέλκων, τὸν δὲ αὐχένα συνέλκων, ὃν ἐπίβουλον ᾿Δριστοτέλης φυσιογνωμονεῖ (in Physiognomicis, quae vulgo Aristotelis nomine feruntur, voca- bulum non legitur, sed res signifieatur c. 6: οἷς δὲ βραχὺς ἄγαν τράχηλος, ἐπίβουλοι). καὶ βυσαύχενας τοὺς ἀσκοὺς ᾿Δριστοφάνης κέκληκεν, eaque lectio videtur etiam ab Hesychio memoraía esse, ubi serib. ἔνιοι δὲ διὰ τοῦ ὃ γράφουσι δεσαύχενες καὶ (βυσαύχενες) οὐ καλῶς. Hartung βυσσαύχενες requirit, cf. Xenarchus Ath. II 03 F: κοὔτε βυσαύχην ϑεᾶς Δηοῦς σύνοικος γηγενὴς βολβός. ubi Dindorf item βυσσαύχην coniecit. YMENAIOZ. 18. Ὄὥφω-..αενον... Γάμε ϑεῶν λαμπρότατε. EI IIDPAMMAT A. 1265 * dd. «Αὐτοὶ γὰρ διὰ Παρνασσοῦ .... χρυσορόφων Νυμφέων εἴσω (ἴσαν) ϑαλάμων. Fr. 13. Athen. I1 6 A: Οὗτος (Φιλόξενος) εἰς Ἔφεσον καταπλεύσας εὑρὼν τὴν ὀψοπωλίαν κενήν, ἐπύϑετο τὴν αἰτίαν καὶ uod dy ὅτι πᾶν εἰς γάμους συνηγόφασται, λουσάμενος παρὴν ἄκλητος ὡς τὸν νυμφώον. Καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον ᾷσας Ὑμέναιον, οὗ ἡ ἀρχή; ul 9. 1. πάν- τας ἐψυχαγώγησεν". ἣν δὲ διϑυραμβοποιύς. καὶ ὁ νυμφίος, Φιλόξενε, εἶπε, καὶ αὔριον ὧδε δειπνεῖς, καὶ ὁ Φιλόξενος, ἂν ὄψον, ἔφη, μὴ πωλῇ τις. Suidas v. Φιλόξενος Λευκαδίου similia narrat de Philoxeno Leucadio: utcunque statuas de illa narratiuncula (cf. quae dixi in Com- mentat. de Com. Att. Ant. 211), ansam ei praebuisse videtur Philoxeni poetae carmen aliquod, cui Ὑμέναιος nomen fuit, quare non dubitavi in ordinem recipere. Fr. 14. Antigon. Hist. Mirab. 127 (141): Οἵ “ελφοὶ δὲ λέγουσιν, ὅτι ἐν τῷ Παρνασσῷ κατά τινὰς Xoóvovs τὸ Κωρύκιον φαίνεσθαι χρυ- σοειδές. ED καὶ τὸν Φιλόξενον. οὐδεὶς ἂν εἰκαιολαλεῖν εἶπον λέγονθ᾽ οὕτως᾽ αὐτοὶ κτλ. — V. 1. αὐτοὶ, Emperius, qui lyricos numeros sibi deprehendisse visus est, αὐγή vel ἀὐτή coni. Versus fort. sic redinte- grandus: πτύχας ἠνεμοέσσας. — V. 2. ἴσαν adieci. === p625 === PHILOXENUS. 615 . E 15. Γληπόλεμός μ᾽ ὁ Μυρεὺς 'Egu&v ἀφετήριον ἔρμα ἱροδρόμοις ϑῆκεν παῖς ὁ Πολυκρίτεω, δὶς δέκ᾽ ἀπὸ σταδίων ἐναγώνιον" ἀλλὰ πονεῖτε μαλθακὸν ἐκ γονάτων ὄκνον ἀπωσάμενοι. EZ AAHASN ΕἸΔΩ͂Ν. 16. -————- -.. - Εὐρείτας oivog πάμφωνος. 21 Antiphanes ap. Athen. X 446 A: Παραδίδου δ᾽ ἑξῆς ἐμοὶ οἶνον (eorrigunt τὸν) doxedíyviov, ὡς ἔφασκ᾽ Εὐριπίδης. B. Εὐριπίδης γὰρ τοῦτ᾽ ἔφασκεν; A. ᾿Αλλὰ τίς; B. Φιλόξενος δύπου- ϑεν. A. οὐδὲν διαφέρει, ὦ τάν᾽ ἐλέγχεις μ᾽ ἕνεκα συλλαβῆς μιᾶς. 18. Aristoph. Nub. 335: Ταῦτ᾽ ἄρ᾽ ἐποίουν ὑγρᾶν Νεφελᾶν στρεπταίγλαν (στρεπταιγλᾶν) δάϊον δρμάν. ubi schol. ταῦτα δὲ εἰς Φιλόξενον τὸν διϑυραμβοποιόν᾽ τὸ γὰρ στρεπταίγλαν οὗτος εἶπεν. Aristophanes illo loco non potuit Philoxenum notare: sed nequa- quam improbabile, hoc vocabulo usum esse etiam postea Philo- xenum, id quod istum grammaticum in errorem induxit. 19. j |. 1266 Theophrastus de Ventis 38: Πνεῖ δ᾽ ἐνιαχοῦ μὲν χειμέριος (ὃ Ζέφυρος), ὅϑεν καὶ ὁ ποιητὴς δυσαῆ προσηγόρευσεν' ἐνιαχοῦ δὲ μετρίως καὶ μαλακῶς, διὸ καὶ Φιλόξενος ἰδίαν (recte Meineke ἡδεῖαν) αὐτοῦ πεποίηκε τὴν πνοήν, Fr. 15. Anth. Pal. IX 319: A Φιλοξένου. Corr. εἰς Ἑρμοῦ ἄγαλ- μα, ὅπερ ἀνέθηκε Τληπόλεμος Μυρεύς. — Υ 1. Τληπόλεμός μ᾽ scripsi, vulgo μ᾽ deest. — ἕρμα, Dorville coni. Eoeug. — V. 2. Πολυκρίτεω, aut Πολυκριτίδεω aut Πολυκράτεος corrigendum. — V. 8. δὶς δέκ᾽ ἀπὸ σταδίων, lecker II 115 δὶς δέκα πρὸ σταδίων coniecit. Mihi scriben- dum videtur “Ἑρμᾶν ἐναγώνιον ἕρμα... δὶς δέκα που σταδίων ἄφ- εἑτήφιον. — Berglein epigramma Philoxeno abiudicat, quoniam Pausan. V 8, 1. Tlepolemum Lycium Olympionieam eirea Ol. 131 commemorat, at non docuit eundem hominem utroque loco siguificari, Fr. 16. Athen. l[ 36 D: Ὁ δὲ Κυϑήριος Φιλόξενος λέγει" εὐρρεί- teg xr. Recte C οὐ Eust. 1770, 9 εὐρείτας. Hartung ad Cyclopem refert. === p626 === 616 POETAE MELICI. 20. ? Plin. Hist. N. XXXVII 31: ,Phaethontis fulmine ieti soro- res luetu mutatas in arbores populos lacrimis electrum omnibus annis fundere iuxta Eridanum amnem, quem Padum vocamus, et electrum appellatum, quoniam sol vocitatus sit Elector, plurimi poetae dixere, primique ut arbitror Aeschylus, Philoxenus, Euri- pides, Satyrus, Nicander." Hartung carmen, unde haee petita sunt, Φαέϑων vel ἩἩλιάδες inscriptum fuisse suspicatur. Ex Philoxeni carminibus Suidas v. Φιλόξενος (cf. Eudoc. 428), postquam dixit ἔγραψε διϑυράμβους x0 , unum memorat: ἔγραψε δὲ μελικῶς Γενεαλογίαν τῶν Αἰακιδῶν, cuius alibi nusquam fit mentio. Sed extat aliorum carminum memoria. Ex Suida v. ᾿Αντιγενίδης Σατύρου, Θηβαῖος, μουσικός, αὐλῳδὸς Φιλοξένου" οὗ- τος ὑποδήμασι Μιλησίοις πρῶτος ἐχρήσατο καὶ κροκωτὸν ἐν τῷ Κωμαστῇ περιεβάλλετο ἱἵμάτιον᾽ ἔγραψε μέλη Berglein coniecit ipsius Philoxeni illud fuisse carmen: sed hoc quidem ambiguum, — At huc pertinet, quod dicit Aristot. Pol. VIII 7, 9: καὶ vov- του πολλὰ παραδείγματα λέγουσιν of περὶ τὴν σύνεσιν ταύτην ἄλλα τε καὶ διότι Φιλόξενος ἐγχειρήσας ἐν τῇ Δωριστὶ ποιῆσαι διϑύραμ- Bov τοὺς Μυσούς (ita recte Schneider, v. μύϑους); οὐχ οἷός v. ' qv, ἀλλ᾽ ὑπὸ τῆς φύσεως αὐτῆς ἐξέπεσεν. εἰς τὴν Φρυγιστὶ τὴν προσήκουσαν πάλιν. Huc refero Plut. de Mus. 33: ὥστε οὐδὲ ξητεῖν παρὰ ταύτης τὸ διαγνῶναι δύνασϑαι, πότερον οἰκείως εἴλη- φεν ὃ ποιητὴς ὡς οἷον εἰπεῖν ἐν μούσοις (corrige υσοῖς) τὸν ὑποδώριον τόνον ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ἢ τὸν μιξολύδιόν τε καὶ δώριον ἐπὶ τὴν ἔκβασιν, ἢ τὸν ὑποφρύγιόν τε καὶ φρύγιον ἐπὶ τὴν μέσην (τὸ μέσον). 5) — Etiam Persas scripsisse Philoxenum conieci (assentiente Susemihlio ad hunc librum p. 162) ex Aristot. de Poet. c. 2, 6: oiov Ὅμηρος uiv βελτίους, Κλεοφῶν δὲ ὁμοίους; ᾿Ἠγήμων δέ, ὃ τὰς παρῳδίας ποιήσας πρῶτος, καὶ Νικοχάρης, 0 τὴν 4ηλιάδα, χείρους" ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοὺς διϑυράμβους καὶ *) Westphal Proleg. z. Aesch. Trag. p. 74 negat Aristoxenum Mysos Philoxeni respexisse recteque monuit ὑποδώριον τόνον, quem Aristoxenus exordio attribuit, non congruere eum doriea harmonia, a qua Philo- xenus orsus erat: sed verisimile est librarios Plutarchi peecavisse: si permutaveris δώριον et ὑποδώριον scribens τὸν δώριον τόνον ἐπὶ τὴν ἀρχήν, ἢ τὸν μιξολύδιόν τε καὶ ὑποδώριον ἐπὶ τὴν ἔκβασιν, omnis dissensio est sublata, nisi quod Aristoxenus modos poematis accuratius quam Aristoteles descripsit. A Philoxeni hoe dithyrambo originem duxit proverbium ἀπὸ “ωρέου ἐπὶ Φρύγιον (Apostol. ΠῚ 61), quo Sy- nesius utitur. ^. : ΤῊΝ dE L- ο-.-’».».- : === p627 === PHILOXENUS, | 611 τοὺς νόμους, ὡς Πέρσας (ita Ald., nam Ac ὡς περγᾶς, Nale ὥσπερ γᾶς) καὶ (add. Ald., om. libri) Κύκλωπας Τιμόϑεος καὶ (Φιλόξενος ἱμιμήσαιτο ἄν τις], Existimabam Aristotelem non sim- plieiter Timothei artem, quae meliores exhibebat homines, cum Philoxeno comparare, sed utriusque poetae carmina: iam ut con- stat utrumque poetam Cyelopem scripsisse (hinc apparet non recte Reitzium coniecisse Κύκλωπα), ita verisimile arbitrabar etiam J'ersas edidisse tax Philoxenum, quam Timotheum, et sic demum hoe exemplum cum altero apte componi videbatur. Sed non iam audeo Persas Philoxeno vindieare, cum haee suspicio nulla aucto- ritate firmetur, quamquam hi poetae eadem argumenta certatim iterare solebant. Neque Aristoteles inter Philoxenum et Timo- theum eam ingenii diversitatem intercessisse significat, qua pictores clarissimi Polygnotus, Pauson, Dionysius diremti fuerunt: nam quod Timotheus Cyelopem scripsit, id ipsum indicio est, hunc poetam humiliora argumenta haud aspernatum esse: haec enim fabula ita nata, ut qui generosa ingenia moresque imitari stude- bat, eam omnino abiicere coactus sit. Igitur Aristoteles cum exempla ex lyrica poesi petita affert, aut duo tantum argumen- lorum genera disceinit, quemadmodum deinceps, ubi dramaticam artem perlustrat, ut Timothei nomus Persae generosi generis, Timothei Cyclops pariter atque Philoxeni dithyrambus humilioris generis exemplum adhibeatur, aut si tria, quemadmodum in epica poesi genera distinguit, "Timotheus in Persis meliores, idem in Cyclope mediocres, Philoxenus in Cyclope deteriores imitatus esse censendus est: atque haec quidem ratio maxime probabilis. Nuper Susemihl ὥσπερ (Πέρσας Τιμόϑεος xol "4g)y&g, Κύκλωπας xr. quemadmodum iam olim Tyrwhitt ὥσπερ ᾿ἀργᾶς proposuerat. Alii alia moliuntur. — Ea quae Athen. I.5 B ex Platonis comici Phaone, ubi Philoxeni Ὀψαρτυσία versibus heroicis conscripta lau- datur, profert, non sunt huc referenda, sive statuis Philoxeni Cytheri Δεῖπνον ibi liberius a comico exagitari, sive Philoxeni Leueadii carmen aliquod didacticum ad similitudinem Gastrologiae Archestrateae compositum rideri, — Philoxeno vindicare vult Dindorf duos versieulos ap. Antiphanem in Ὁμοίοις ap. Ath. XI A11 C: ὡς δ᾽ ἐδείπνησαν, συνάψαι βούλομαι γὰρ τάν μέσῳ, καὶ Διὸς σωτῆρος ἦλϑε ϑηρίκλειον ὄργανον, τῆς τρυφερᾶς ἀπὸ Μέσβου σεμνοπνόου σταγόνος πλῆρες, ἀφρίξον, ἕκαστος δεξιτερᾷ δ᾽ ἔλαβεν. item ex eadem comoedia ap. Athen. XIV 642 A: 1267