=== p386 === NW -. , 1109 LASUS. 1. TMNOZ ΕἸΣ ΤῊΝ EPMIONI ΔΉΜΗΤΡΑ. - V. 4 LUNO RUE. UNITE Qo co VAM). EN oho wu VU. - “άματρα μέλπω κόραν rs Κλυμένοι᾽ ἄλοχον Μελέβοιαν, ὕμνων ἀναγνῶν Αἰολῇδα βαρύβρομον ἁρμονίαν. Lasus. Fr. 1. Athen. XIV 624 E: ἀὕτῃ γάρ ἐστιν (ὑποδώριος καλουμένη ἁρμονία), φησὶν ὃ Ἡρακλείδης, ἣν ἐκάλουν Αἰολίδα, ὡς καὶ ὁ “Λᾶσος (sic Dindorf, vulgo “άσος) ὃ Ἑρμιονεὺς ἐν τῷ εἰς τὴν 'Eo- μιόνι (sic AB, ἑρμιόνῃ P, ἑρμιόνην VL, ἐν Ἑ ρμιόνῃ Schweighaeuser) Δήμητρα ὕμνῳ λέγων οὕτως" Δάματρα κτλ. Ταῦτα δ᾽ ἄδουσι πάν- τες ὑποδώρια τὰ μέλη, ἐπεὶ οὖν τὸ μέλος ἐστὶν ὑποδώριον, εἰκότως Αἰολίδα φησὶν εἶναι τὴν ἁρμονίαν ὁ Adoog. Of X 455C, ubi simul aliud Lasi carmen Centauri memoratur: ταῦτα (Pindari fr. 56) σημειώ- σαιτ᾽ ἄν τις πρὸς τοὺς νοϑεύοντας Πάσου τοῦ "Eopiovéog τὴν ἄσιγ- μον dài», ἥτις ἐπιγράφεται: Κένταυροι. Καὶ ὃ εἰς τὴν “ήμητφρα δὲ τὴν ἐν Ἑρμιόνῃ ποιηϑεὶς τῷ Λάσῳ ὕμνος ἄσιγμός ἐστιν, ὥς φησιν Ἧρα- κλείδης ὃ Ποντικὸς ἐν τρίτῳ περὶ μουσικῆς οὗ ἐστὶν d ἀρχή" Δάματρα p. X. τε KA. ἄλοχον. Cf. Eust. 1835, 52. — V. 1. Δάματρα, altero loco B δαμάτερα, PVL et A a m. pr. Δήμητρα. -- μέλπω altero loco, priore APV μ᾽ ἔαπω, B μ᾽ samo. — Kivuévor scripsi, KAvuévoro priore loeo, altero 1. D χκλυόμενοι, Β κλυομένοια, L xAv'opévoro, V κλυοιμέ- voi. — V. 2. ὕμνων lacobs, legebatur ὕμνον. — ἀναγνῶν scripsi (nisi ἀναγνέων malis) secutus L, ἄναγνων PV, ἀνάγνων Ahrens, cf. Hesy- chius ἀγνεῖν, ἄγειν" Κρῆτες. ἀγνεῖ" λαμβάνει. item ,ἄγνηπε (eod. dy- νήσοει, COrr. Ahrens): ἀγήοχε. 4ewoweg. et fortasse ἀγνήκαμες" ἠγνοή- καμεὲν (ser. ἀγηόχαμεν) Αἰολεῖς. Hue adde in titulo nuper Amyelis reperto καλῶς τὰν ἀρχὰν διεξαγνηκέναι. --- Αἰολῇδα βαρύβρομον seripsi, PVL Αἰολίδ᾽ ἁμαβαρύβρομον, Casaubonus divisim , Alo" ἅμα βαρφύ- βρομον, Hartung scripsit μελιβόαν ὕμνον τ᾽ ἀνάγων Αἰολίδα χἅᾶμα βαφύβρ. de. === p387 === LASUS. 871 9. Aelian. Var. Hist. XII 36: Βοίκασιν of ἀρχαῖοι ὑπὲρ τοῦ ἀριϑμοῦ τῶν τῆς Νιόβης παίδων μὴ συνάδειν ἀλλήλοις... “ἄσος δὲ δὶς ἑπτὰ λέγει. 8. 1110 Aelian, Hist, Anim. VIE 47: Ἔοικε δὲ xoi τὰ τῶν λυγγῶν ἔκγονα ὁμοίως (σκύμνοι) ὀνομάξεσϑαι᾽ ἐν γοῦν roig “άσου Asyo- μένοις διϑυράμβοις οὕτως εὑρίσκεται σκύμνος εἰρημένον τὸ βρέφος τὸ τῆς λυγγός. 4. Natalis Comes 1018: ,Fuit autem Sphinx Echidnae Typho. nisque flius, ut scribit Lasus Hermioneus."