102 FRAGMENTA ADESPOTA. 46 A. Eiu' óv ἀπ᾽ ὑσσάκω Aiv8cidl] 46 B. ἐων..«νύ - .ὄ. "Aoveus, δύτειρα τόξων. 41 A. Cramer. An. Ox. IV p. 356, 24. τῷ ἔντι, τὸν ἔντα ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντα, ὡς καὶ ἢ χρῆσις δηλοῖ οὕτως ἔχουσα᾽ παῖδα ἔντα. Cf. Choerobose. II 859. Favor. 205 et 206. Fort. Alemanis est. 41 B. *40ov φίλον, ὅς xsv ὅδῃσιν. 48, 49. Au zn μέγα σᾶμα. "Ay ὁ κλεινὸς ᾿ἀμφιτρυωνίδας. nomen Laconium Κλεησισήρα i.e. Κλεισιϑήρα, quod apud Alemanem in Parthenio carmine fr. 23 v. 72 exstare docui. Fr. 46 A. Hephaest. p. 26: Ὑπερκατάληχτα δέ, ὅσα “πρὸς τῷ τελείῳ προσέλαβε μέρος ποδός, οἷον ἐπὶ οἰαμβικοῦ" elu ὥστ᾽ ἀπὸ E λυεῖσα, ita olim legebatur, PSA εἶμ᾽ ὦ ταπυσσάκω λυϑεῖσα, C εἶμ᾽ ὦ τὰ πόσσα πωλυϑεῖσα, M εἰμ᾽ ὦ ,ἀπυσσάλω λυϑεῖσα, Nan. εἶμ᾽ ὡς ἀπυ- σιλάκλω λυϑεῖσα. — ὧτ᾽ ego, ἀπ᾽ ὑσσάκω Bentley restituit: ὕσσακος Doriensium vocabulum dicit Photius 634, 7, ut possis Alemani versum tribuere, quamquam poterat hie versus. etiam ex Alcaiea stropha de- promi. "Ceterum Schol. SA: ἀντὶ τοῦ εἶμι ὥστε ἀπὸ πασσάλου λύουσα, τοῦτο δ᾽ ἴσον τῷ πορεύομαι ὥσπερ ἀπὸ πασσάλου λυϑεῖσα. fr. 46 B. Et. Flor. Miller Mise. 268: Ῥύτειρα, παρὰ τὸ ἐρύω ἐρυ- τὴρ καὶ ἐρύτειρα ἀποβολῇ τοῦ t. Ἄρταμι κτλ. Fr. 418. Et. M. 420. 40: ἥδω, παρὼ τὸ ἄδω τὸ ἀρέσκω" ἄδον φίλον, dg κεν ἄδῃσι᾽ τὰ γὰρ ἀρέσκοντα ἡδέα. Scripsi ὧδον οὐ 0g κεν. Fort. Alemanis verba sunt, de quibus secus iudicavit O. Schneider Cal- lim. II p. 723. Fr. 48. 49. Et. M, 417, 12: Ἰστέον, ὅτι τὸ "p οἵ Δωριεῖς ἄχει λέ- γουσι διὰ τοῦ e ἄχι A. μ. σ. τουτέστιν ὅπου τοῦ Λίχα τὸ μέγα μνη- μεῖον καὶ ey. ὃ xA. ἀμφιτρυωνίδης (sed DM — ἐδαρ), fort. "Augirovo- νιάδας. — ἄχι Kulenkamp. — Fortasse continuanda sunt duo fr. in hunc modum: "Ay. Αἰχα μέγα σῶμ᾽ (ἀναφαίνεται), &y« ὃ κλεινός ᾿ἀμφιτρυωνιάδας. neque refragror, si quis haec Alexandrino poetae vindicet, quemad- modum Ahrens Callimacho adscripsit.