650 "— | . fCOLIA. 21. IIPARIAAHX. jvuvL.uu-iuu-£uu.-uM M --v-.2l4vv-Z2vuv-uM 3 ᾿ἀδμήτου λόγον, ὦ ᾽ταῖρε, μαϑὼν τοὺς ἀγαϑοὺς φίλει, τῶν δειλῶν δ᾽ ἀπέχου, γνοὺς ὅτι δειλοῖς ὀλίγα χάρις. 22" Σὺύν μοι πῖνε, συνήβα, συνέρα, συστεφανηφόρει, σύν μοι μαινομένῳ μαίνεο, σὺν σώφρονι σωφρόνει. 25. "^^... "iEn (IIPAEIAAHZ.) Ὑπὸ παντὶ λίϑῳ σκορπίος, ὦ ᾿᾽ταῖρ᾽, ὑποδύεται" φράξευ, μή Ge βάλῃ" τῷ δ᾽ ἀφανεῖ πᾶς ἕπεται δόλος. .24. “4 ὗς τὰν βάλανον τὰν μὲν ἔχει, τὰν δ᾽ ἔραται λαβεῖν" κἀγὼ παῖδα καλὴν τὴν μὲν ἔχω, τὴν δ᾽ ἔραμαι λαβεῖν. 20. Πόρνα καὶ βαλανεὺς τωὐτὸν ἔχουσ᾽ ἐμπεδέως ἔϑος" ἐν ταὐτῷ πυέλῳ τόν τ᾽ ἀγαϑὸν τόν ve κακὸν λόει. codd., et ap. Dion. M (rel. φοροιεν vel φοροϊεν). Praeterea ap. Dion. est γυνὴ καλὴ (sed P καλὴ γυνή). Brunck coniunxit cum praegresso scolio. Seol 91. Athen. XV 695 C. Eust. 326, 40. Dixi de hoe scolio ad Praxillae fragm. 3. — V. 2. ὀλίγα Eust, ὀλέγη Athen. Seol. 22. Athen. ibid. et Eust. 1574, 20. — V. 1. συνήβα Α et Eustath., vulgo συνῆκα. — συστεφανηφόρει €, συνστεφανηφόρει L. Cant., συγκανηφύρει Eustath. — V. 2. σὺν σώφρονι, σωφρόνει Canter, συσσω- φρόνει σώφρονι C Eust, συσσωφρονήσω σώφρονι À, συνσωφρονήσω σώφρονι L.' Cant. Scol. 28. Athen. ibid. — V. 1. ὦ 'zeig', ὦ ἑταῖρε ABC. Confer Praxillae fr. 3. : L X "M 1 5001. 24. Athen. ibid. — V. 2. τὴν uiv AB, et τὴν δ᾽ B, vulgo τὰν niv... τὰν δ᾽. — ἔχω, ἔχων AD. Dubium esí, utrum dorieae formae a librariis tantum sint oblitteratae, an consulto poeta variaverit. Seol. 25. Athen. ibid. — V. 1. πόρνα scripsi, v. πόρνη.