TIMOTHEUS, 625 15. 8 1518 Οὔϑ᾽ ὁ πτερωτὸς ἐξὸς ὀμμάτων, Ἔρως, ὁ Κύπριδος κυναγύς, ἡ φρενῶν (ug, ὁ μὴ τίνων ϑεοῖσιν ὁρκίων δέκας. Antiphanes ap. Athen. X p. 433 C: Οὐκ ἂν ἁμάρτοι δέ τις καὶ τὸ ποτήριον αὐτοῦ (Νέστορος) λέγων φιάλην "άρεως κατὰ τὸν. ᾿Αντιφάνους Καινέα, ἐν ᾧ λέγεται οὕτως" εἰ τῇ δῆλος (Emperius eonieeit εἶτ᾽ ἤδη δός) φιάλην (τὸ ὅπλον vulgo additur, delevit Koppiers) "40606 κατὰ Τιμύόϑεον ξυστόν τε βέλος. Cf. Aristot. Ars poet. c. 21, 6: λέγω δὲ οἷον ὁμοίως ἔχει φιάλη πρὸς 4ιό- νυσον, καὶ ἀσπὶς πρὸς oqv' ἐρεῖ τοίνυν καὶ τὴν ἀσπίδα (A addit οὐ) φιάλην Ἄρεως (Ἄρεος G) καὶ τὴν φιάλην ἀσπίδα Διονύ- cov (fort. hoe quoque exemplum ex Timotheo petitum) Cf. Rhetor. III 4 et 11 et Athen. XI 502 B: ᾿ἀναξανδρέδης δὲ φιά- λας "Aorog καλεῖ τὰ ποτήρια ταῦτα (hinc aliquando conieci in Anaxandridis versu ap. Athen. IV 131 legendum esse φιάλην τ᾽ "Aesog ἠδὲ λεπαστήν). M. Schmidt credit Timotheum φιάλην "ἄρεως &owov vel φιάλην ᾿ἄρεως οἴνου dixisse, abusus Aristotelis loco de poet. c. 21, 8: ἔστε δὲ τρόπῳ τούτῳ τῆς μεταφορᾶς yon- σϑαι καὶ ἄλλως, προσαγορεύσαντα τὸ ἀλλότριον ἀποφῆσαι τῶν oi- κείων τι, οἷον si τὴν ἀσπίδα εἴποι φιάλην μὴ "άρεως, ἀλλ᾽ ἄοινον (ita Vietorius praeelare, libri ofvov). ubi Schmidt intempestivam adhibens medicinam voeulas μὴ et ἀλλ᾽ delendas esse censet. 1T. Anaxandrides ap. Athen. XI 455 F: "4gríeg διηρτάμηκε καὶ τὰ μὲν διανεκὴῆ Σώματος μέρη δαμάξετ ἐν πυρικτίτοισι γᾶς, Τιμύϑεος ἔφη mov, ἄνδρες, τὴν χύτραν οἶμαι λέγων. ta Mei- neke Poet. Com. Fr. T. III 164 emendavit, vulgo ἐν πυρικτύ- ποισι γῆς (sic PVL, ἐν πυρικτύτοισι γᾶς A, iv πυρὶ κτιτισιγᾶς B, ἐν περικείτοισι γαῖς Dobree). σως ἀντεφώνησε᾽ σὺ δέ γ᾽ αἰτεῖς. Eadem Apophthegm. p. 177 B, ubi recte σὺ δέ. Videtur du ex ipsius Timothei aliquo earmine peti- tum. — γηγενέταν, Meineke γαγενέταν. Fr. 15. Stob. Append. p. 23. T' ἐιμοϑέου. 9'6 πτερωτός. Seripsi οὔϑ᾽ ὁ mr. et Ἔρως, , vulgo ἔφως, Meineke εἶθ᾽ ὁ πτερ. vel 49^ ὁ πτερ., Nauck ϑεὸς πτερωτός. — V. 9. Κύπριδος Meineke, legebatur Κύπριος. Ceterum valde dubium an hi versus dithyrambographi sint, Meineke Timotheo comico tribuit, sed fort. Σωσιθέου seribendum, olim conieci Τιμοκλέους, Nauck Τιμησιϑέου prueoptat. ' — PozTAEx Ln. III. : 40