PHILOXENUS. 601 τρώγματ᾽ ᾿ ἔπειτ᾽ ἐπένειμεν ἐγκατακνακομιγὲς πεφρυγ- μένον πυρβρομολευκερεβινϑοξάνθωμ᾽ ἔκκριτον ἁδύ βοῶμα τὸ παγκατάμικτον' ὠμπυρικηροιδηστίχας παρεγί- ᾿ ψετὸ τούτοις σταιτινοκογχομαγὴς qo ψαιστελαιοξανϑεπιπαγκαπύρωτος χοιρίνας. 15 ἁδέα δὲ ..... κυκλώϑ᾽ ὁλόφωκτ᾽ ἀνάριϑμα, καὶ μελίπηκτα τετυγμέν᾽ ἄφϑονα σασαμόφωκτα" τυρακίνας δὲ γάλακτι καὶ μέλι συγκατάφυρτος ἧς ἄμυλο: πλαϑανίτας" σασαμοτυροπαγὴ δὲ καὶ ξεσελαιοπαγῆ πλατύνετο σασαμό- παῦτα ' 1959 (B καλέοντο). — V. 11. τρώγματ᾽ AB, τρώγματα PVL. — ἔπειτ᾽ Sehweighaeuser, ἐπεὶ e PVL.— ἐγκατακνακομιγὲς Meineke, vulgo ἐν κατάκνα κομιγές, M. Schmidt ἐγχυτοκνακομιγές. — V. 18. πυρβρο- μολευκερεβινϑοξάνϑωμ᾽ ἔκκριτον &óv dubitanter scripsi (Meigeke ... εἐρέβινϑον ἀνθεσίκρατον ἁδὺ) et v. 13 cum Meinekio βρῶμα τὸ παγ- κατάμικτον. A πυροβρομολευκερεβινϑοακανθουμικριτοαδυβρωματοπαντ- ἀναμίκτον, B πυροβομόλευκε δεβινϑοακάνϑου͵ μικτριτὸ αδυβρωματο πάντ᾽ ἀνάμιχτον, Ρ πυροβρομολ᾽ ἐρέλινϑο ἀακάνϑους μικτριτυαδυβρώ- ματος παντ᾽ ἀναμίκτον, οὖ sic fere VL. M. Schmidt partim aliter con- . stituit, Nune Meineke scripsit “πυρβφομολευκερεβινϑακανϑομόκρατον ἁδὺ. -- ἀυπυρικηροιδηστίχας. B ἄμπυκι πῆρος δήστιχας, Meineke eu- πυρικηριοδηστίέχας, Schmidt ἀμπυρικηροϊδιπτύχας, Hartung ἀμπυκτηριο- διστιχία. — V. 14. σταιτινοκογχομαγῆς qo ψαιστελαιοξανϑεπιπαγκαπύ- Qorog χοιρίνας, ἁδέα δὲ scripsi Meinekium secutus, nisi quod ille ὅ τε ξεσελαιο — correxit, quod cum numerorum legi non satis conveniat, antea 0 τὲ pev — dedi, nune 1 τραισαθλαιο emendavi: ψαιστά, quamvis Hesych. ἄλφιτα ἐλαίῳ δεδευμένα interpretetur, potuit tamen hoe loco praeterea olei mentio fieri: cf. de hoc vocabulo Ruhnkenium ad Tim. p. 231. Apud Athenaeum legebatur ταίτεν ó κολχομανὴς (ιογ- χομανὴς Β) τοξαισελαιο (sic A, ελεο PVL) ξανϑεπίπαν καπυρός, χοιρι- ψισάδεα δέ. Hartung σταιτινοκογχομιγής, ξεσελαίῳ ξάνϑοπι παγκαπύ- euros χοιρινίς. — V. 1τὅ. δὲ, lacunam Andicavi, Meineke δ᾽ εὖ, — xv- κλωϑ᾽ ὁλόφωπτ᾽ seripsi, "m ὁμόφωκτ᾽ Meineke, Ὡς χυχλωτὰ (P κύκλωτα) ὁμοφλωκτά, Sehmidt εὐκύκλωτ᾽, quod Hartung et Meineke probant. — V. 16. ἄφϑονα Sehweighaeuser, σασαμόφωχτα Meineke, vulgo ἀφϑόνας ἀσαμόφλωκτα. — V. 17. μέλι scripsi, vulgo μέλιτι, quod Hartung servat, Meineke μελισυγκατάφυρτος, fortasse recte; cf. Paul. Silent. Anth. P. V 270 καὶ ἡ μελέφυρτος ἐκείνη ἤϑεος ἁρμονίη. --- συγ- κατάφυρτος ἧς Schweighaeuser, vulgo συγκαταφυρτύσης. — πλαϑανίτας" σασαμοτυροπαγὴ Sehmidt praeeunte Meinekio, qui mieSavírec* σασα- μορυτοπαγῆ͵ seripsit, πλατάνισσα σαμορυτοπάγ ἢ PVL, πλατάνισσα σα- μόρυτο πηγή B. cf. Batrachom. 86: οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον. — V. 18. ξεσελαιοπαγῆ Meineke, vulgo ξεσελαιοπάγη. -- πλατύνετο Meineke, σασαμόπαστα Schweighaeuser, vulgo πλάτυντος ἀσαμόπαστα. — V. 19. κάἀτ᾽ ἐρέβινθοι κνακοσυμμιγεῖς ρινακομιγ eig