XLII. E 1253 PHILOXENUS. AEILINON. 1. vVuUl.- M x uu cu NU uw u WI) xl we ow τυν-νυυ.---δὸἷᾺαν.-.υν .-.- ννονν.Ὁ. . Κατὰ χειρὸς δ᾽ ἤλυϑ᾽ ὕδωρ᾽ ἁπαλὸς παιδίσκος ἐν ἀργυρέᾳ φέρων προχύῳ ἐπέχευεν" εἶτ᾽ ἔφερε στέφανον λεπτᾶς ἀπὸ μυρτίδος εὐγνήτων κλα- δέων δισύναπτον. 2, Εἰς δ᾽ ἔφερον διπλόοι παῖδες λιπαρῶπα τράπεξαν ἄμμ᾽, ἕτεροι δ᾽ ἑτέραν, ἄλλοι δ᾽, ἑτέραν, μέχρι οὗ πλήρω- σαν οἶκον. Philoxenus. De Philoxeno ceterisque dithyrambographis cf. M. . Schmidt Diatribe in Dithyrambum, Berol. 1845. De Philoxeni poemate, quod “εῖπνον inscribitur, commentatus est Meineke Poet. Com, III 635 seqq. Fr. 1. Athen. XV 685 D: Φιλόξενος δ᾽ o δυϑυραμβοποιὸς ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Δείπνῳ ἀρχὴν ποιεῖται τὸν στέφανον τῆς εὐωχίας οὑτωσὶ λέγων" Κατὰ ysigóg κτλ. — V. 2. δ᾽ ἤλυϑ᾽, Β διήλυϑ᾽. — φέ- ρων προχόῳ seripsi, Jibri προχόῳ, φέρων, Erfurdt πρόχῳ φέρων. Har- tung κατὰ χειρὸς λεῖβεν ὕδωρ ἁπαλὸς παιδίσκος" ἐν ἀργυρέᾳ πρόχῳ δὲ φέρων ἐπ. — V. 8. ἔφερε, B ἔφερεν. --- στέφανον Aemtüg απὸ μυρ- τίδος Grotefend, vulgo στεφανολεπτὰς ἀπὸ μυρτίδων. — εὐγνήτων, fort. εὐγνάμπτων. — κλαδέων correxi, legebatur κλάδων. M. Schmidt coni. πλαδίων ϑυσανωτόν, Hartung κλειδίων δασύνακτον. Fr. ἃ. Athen. IV 146 Εἰ Φιλόξενος δ᾽ ὁ Κυϑήρφιος ἐν τῷ ἐπιγφα- φομένῳ “Ιεέπνῳ, εἴπερ τούτου καὶ ὁ κωμωῳδιοποιὸς Πλάτων ἐν τῷ Φάωνι ἐμνήσϑη, καὶ μὴ τοῦ Λευκαδίέου Φιλοξένου, τοιαύτην ἐκτίϑεται παρασκευὴν δείπνου" Eig δ᾽ ἔφερον κτλ. usque ad v. 89 κατὰ χει- ρῶν. — V. 1 affert Eust. 1388, 64. — V. 2. ἄμμ᾽ scripsi, ΑΒ ἄμμι,