XLI. - . 1951 LICYMNIUS. D βωω-Ψ .“ ν-.-υν.-ὀυὺν ER Μυρίαις παγαῖς δακρύων ἀχέων τὲ βρύει. 2, νου ᾿ LUE OU ns bog eo χέρων ἄχεα - , βροτοῖσι πορϑμεύει. ... 8. — NUNL IA EEG XE. [o M , 3 9 , » , , Ὕπνος δὲ χαίρων ὀμμάτων αὐγαῖς ἀναπεπταμένοις ὕσσοις ἐκοίμιξε κοῦρον. Lieymnius. Fr. 1. Stob. Eel. Phys. I 41, 50: ᾿ἀχέροντα μὲν διὰ τὰ ἄχη (τατωνομάκασιν).. . ἔτι καὶ Δικύμνιός φησι" Mvofetg κτλ. — παγαῖς Grotius, v. πάσαις. Ante ἀχέων Grotius Ἀχέρων addidit, quod videtur commendare unus cod. (V) ἀχέρων pro ἀχέων exhibens, sed numeris adversatur hoc additamentum, itaque abieci: nomen hoe aut subsequente versu legebatur, nisi forte scribendum: “Μυρίαις παγαῖς δακρύων ἀχέων τ᾽ (ἀχέρων) βρύει. Fr. 2. Stob. ibid.: καὶ πάλιν" Ayígov κτλ. --- V. 2. Meineke trans- ponere mavulb πορϑμεύει βροτοῖσιν. Fr. 3. Athen. XIII 564 C: Δικύωνιος δ᾽ ὁ Xiog τὸν Ὕπνον φήσας ἐρᾶν τοῦ Ἐνδυμίωνος οὐδὲ καϑεύδοντος αὐτοῦ κατακαλύπτει τοὺς ὁφ- ϑαλμούς, ἀλλ᾽ ἀναπεπταμένων τῶν βλεφάρων κοιμίζει τὸν ἐρώμενον, ὅπως διὰ παντὸς ἀπολαύῃ τῆς τοῦ ϑεωρεῖν ἡδονῆς" b a δ᾽ οὕτως" Ὕπνος κτλ. — V. 1. Ὕπνος L, ὕπνον PV, ὕμνον B. V. 9. ἐκοίμιξε, ABP ἐκοίμιξεν, Meineke comi, ὄσσοισιν ἐκοίμισε κοῦρον, M. Schmidt ἐκοίμιξεν κόρας.