BACCHYLIDES. b583 | 38. [38.] 5 w44wv-d£o-Oo.1u4- Μελαγκευϑὲς εἴδωλον ἀνδρὸς ᾿Ιϑακησίου. 89. [39.] ! 1289 MUN .WUN -- «συ .ωυυ-ῈΕ Τὰν ἀχείμαντόν ve Μέμφιν καὶ δονακώδεα Νεῖλον. 40. [40] κατα δαδοφύρε Νυκτὸς μελανοκύόλπου ϑύγατερ. A1. [15.] υδευν-.ενψν-Ὁ : £u-vuv-uv-ODuo-VM Ποσειδάνιον ὡς Μαντινεῖς τριόδοντα χαλκοδαιδάλοισιν ἐν ἀσπίσι φορεῦντες. 42. [42.] υυς-͵ωοωουδυνευνεὺυ “Ἱβρότητι ξυνέασιν ᾿Ιώνων βασιλῆες. Fr.38. Etym. M. 296,1 et Bachmann An, I 208, 13: Εἴδωλον-. .. σκιῶδες ὁμοίωμα' ἢ φαντασία σώματος" σκιά τις ἀξεροθιδήξ. ὡς καὶ Bexqviióng: Μελαγκεϑὲς κτλ. ubi M ἄνδρας ᾿Ιϑακησίους. Eadem Cram. An. Par. IV 168, 80. At Schol. Il. ε 449 (om. Bekker), Apostol. ΠῚ 37. Suid. v. εἴδωλον μελαμβαφὲς exhibent. Recte Neue μελαγκευ- ϑές, non tamen satisfecit Hartungo, qui μεγάκητες Scripsit. Fr. 89. Athen. I 20D: Μέμφιν... περὶ ἧς Βακχυλίδης qnot Τὴν κτῖ. Respieit Eust. ll. 864, 22. — Τὰν Neue, v. τήν. — Hartung ad Hymmos refert. Fr. 40. Sch. Ap. Rhod. III 467: Βακχυλέδης δὲ Νυκτός φησιν αὐτὴν (Heeaten) ϑυγατέρα" ἝἙ κάτα xt. — δᾳδοφόρε Ursinus, L δαϊδοφόρε, v. δαᾳδοφόρου, P. δαφόρου. -- μελανοκόλπου Ursinus, v. μεγαλοκόλπου. — Hartung ad 1I ymnos refert. Fr. 41. Schol. Pind. Ol. XI 88: Ὁ “ίδυμος δὲ οὕτω καϑίστησι τὸν λόγον" τὴν Μαντινέαν φησὶν εἶναι ἱερὰν τοῦ Ποσειδῶνος καὶ παρατί- ϑεται τὸν Βακχυλίδην λέγοντα οὕτω" Ποσειδώνιον κτλ. — V. 1. Πο- σειδάνιον Gott. Vrat. D, vulgo Ποσειδώνιον. --- Μαντινεῖς, olim Mavu- νέες scripsi. — V. 9. χαλκοδαιδάλοισιν, Vat. χαλκοδαιδάλοις. — ἀσπίσι, Hartung ἀσπέσεν, — Neue ad Dithyrambos refert, vid. fr. 18. Fr. 492. Ioann. Sieel. Walzii VI 241: Ἁβροὶ τὸ παλαιὸν οἵ Ἴωνες, ὥς που καὶ Βακχυλίδης φησί, τὸν σφῶν αὐτῶν ῥυϑμὸν δηλῶν᾽ &Beó- τητι E Ἴωνες Bec. Contra Schol. ib. V 493 et VII 982 τῶν ἁβροβίων ᾿Ιώνων ἄναξ, eadem cod. Vindob. 199: unde Ἰώνων pro Ἴωνες restitui. Resp. e ἁβρότητι" ἁπαλότητι, τρυφερότητι. Hartung ex his composuit. .. . Ἰώνων peores | efleofrov.