ὸ.. Τὸ δόδον ῥόδον τιτρώσκει" τί καλὴ πέφυκε τέρψις; τὸ ῥόδον δὲ ποῖον εἴπω, , - * A 3 , ἀπορῶ μὰ τὴν «ϑήνην. 115 '"Eócqc πόνων τὸ πέντρον, POETAE MELICI. μάϑε μὴ πόνοις με βάλλειν. Ὁ Ἔρως δίκαια πράττει, ὁρόων γὰρ ᾿Δφροδίτην vóov -ἄστατον λαχοῦσαν, 120 ῥοδέοις ἔνυξε πέντροις. Τί εἴποι ὃ ᾿Δπόλλων κατατρέχων τῆς Δάφνης καὶ ἐμποδισϑεὶς εἰς ἄκανθαν δύδου; Γενεὴν ῥόδων φανεῖσαν δότε μοι δρέπειν μανέντα᾽ τί μάτην δὲ τοῦτο πράττω; 1104 ὃ χρόνος φέρει γὰρ ἄλλα. 5 Κιϑάρης μέλος δονήσω πραδίης πόνους συνάδων, ἐλαφρίξεται γὰρ οἶστρος, ὅταν ἐκ βάϑους ἀνέλϑῃ. Πτερόεις "Egog ὑπάρχων 10 μετέωρον oige Φοῖβον... ἵνα μὴ τὸ μικρὸν ἄνϑος ἀπὸ σοῦ δρόμου μὲ παύσῃ. X9óvo καὶ πόλον τοσοῦτον Φαέϑων ἐγὼ κυκλεύω. 15 πόϑεν οὖν, πόϑεν κρατοῦμαι ἁπαλὴν κόρην πιέξειν; τί τὸ τραῦμα μου βαϑύνεις: πυρὶ πῦρ τί νῦν προσάπτεις 20 δροσερῆς Δάφνης στεροῦν με; Κύκνε, σὺ δραμὼν πτεροῖσι λέγε τῇ Δάφνῃ τρεχούσῃ, ἵνα μοι φίλημα πέμψῃ λεχέων, ἀφ᾽ ὧν στερεῖ με. 26 Φιλοκερτόμως μὲ παίξειν ἐνόησα τὴν Κυϑήρην. Ὁ Ἔρως τρέχειν διδάσκει, σύ, ῥόδον, τρέχοντα παύεις" γενεὴν μίαν λαχόντες 80 κατ᾽ ἐμοῦ διχῶς φρονεῖτε. Σύ, Κύπρις, πόϑοις μὲ ϑέλ- yes, GU μὲ καὶ ῥόδοις κατέσχες" AAéye μοι, ῥόδον Κυϑήρης. Georgii carmen 4. Extat apud Matrangam 659. Hoc carmen legi- tur etiam 1n eod. Laurentiano XXXIlI 52 saec. 14 fol. novissimis 194 et 195, ubi inscribitur avoxgovio κῶν γραμματικοῦ τίνας ἂν εἴπη λόγους ὃ ᾿ἀπόλλων κτλ. gitur in hoc libro (quem littera 1, notavi) hoc car- men Constantino Siculo tribuitur; congruit quod in fine carminis addit L: τοῦ αὐτοῦ ὠδάριον ἐρωτικὸν δι᾽ ἀνακρέον᾽ καὶ κουκουλλίου λαβόν- τος τὴν ὑπόϑεσιν ἐκ μελωδιου τινός, hic enim titulus secundi carminis Constantini, vide supra p. 351. Neque tamen hoe carmen levem v ῥόδων Constantini est, a cuius ingenio abhorret; plane enim refert rho- torum nugas, quibus Georgius grammaticus delectatur. In titulo τῆς Δάφνης LB, ,Matranga τὴν “4άφνην. — V. 2. μανέντα, L μανέντι. — V. 8. LB ὅτ᾽ ἂν. — V. 12. παύσῃ LB, παύῃ Matranga. — V. 14. κυ- κλεύω, - κυκλέω. — V. 11. Κυϑήρης, Ϊ, Κυϑείρης. — V. 20. δροσερῆς, 1, τρύφερ. — στεροῦν us, 1, ut videtur σπεροῦμεν. — V. 93. πέμψῃ, LB πέμψει. — V. 95. παίξειν L, παίσει B. — V. 96. Κυϑήρην, L Kv- ϑείρην. — V. 32. σύ με, 1, σὺ δὲ. — κατέσχες, L ἃ pr. m. κατέχες. ---