ANACREON, . 219 89. [89.] '"Egd vt δηὖτε κοὐκ ἐρῶ καὶ μαίνομαι κοὐ μαίνομαι. 90. [90.] Μηδ᾽ ὥστε κῦμα πόντιον λάλαξε. τῇ πολυκρότῃ σὺν Γαστροδώρῃ καταχύδην πίνουσα τὴν ἐπίστιον. 91. [911] “Διὰ δηὖτε Καρικευργέος᾽ ὀχάνοιο χεῖρα τιϑέμεναι. ^ 7 1038 802, [99.] Ὁ μὲν ϑέλων μάχεσθαι, πάρεστι γάρ, μαχέσϑω. 93. [93.] Ὦ 'gavvk δὴ λίην, πολλοῖσι γὰρ μέλεις. Fr. 89. He haest. 29: Ἔστι δὲ ἐπίσημα ἐν αὐτῷ ἀκατάληκτα μὲν δίμετρα, οἷα τὰ ᾿ἀνακρεόντεια ὅλα ἄσματα γέγραπται, oiov: ἐρῶ τε κτλ. ef. Schol. Heph. 167. Apostol. VII '88b. — V. 1 seripsi δηῦτε, v. δῆτα, CPE δ᾽ ηὗὖτε, A δηῦτε. — V. 2 affert Schol, Arist. Plut. 253. Ceterum Schneidewin bis ἐρέω. Fr. 90. Athen. X 446 F: Ἡ παρ᾽ ἀνακρέον τῷ καλουμένη ἐπίστιος" φησὶ γὰρ ὃ μελοποιός" μηδ᾽ wr. Τοῦτο δ᾽ ἡμεῖς ἀνίσωμα φαμέν. — V. 2. πολυκρότῃ L, πολυκρώτῃ PV. Ἐπ. 91. Strabo) 661: Τοῦ δὲ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ξήλου τά τε ὄχανα ποιοῦνται τεκμήρια καὶ τὰ ἐπίσημα καὶ τοὺς λόφους" , Avawoéay μέν γε φησίν" “4ία δεῦτε Καρικοεργέος (ita E, καρικὰ ὁ ἔργεος CF, καρικὰ ósy£og Dhi, Καρικὰ εὐεργέος w, καρικοῦ εὐξεργ ος ux, Καρικὸν εὐεργέος moz) ὀχάνου χεῖρα τιϑέμεναι (τιϑέμενοι DEi, τυϑέναι Ε). - V. 1. διὰ nire seripai , deinde Καρικευργέος ὀχάνοιο et Eustath. 367, 25: Καρικοεργέος ὀχάνου. 107, 61: Καριοεργέος ὀχάνοιο. Of. Et. Gud. 297, 43: καριοεργέος ὀχώνοιο. Schol. Il. 9 193 ubi καριεργέος οὐ καριο- toyéog. Et. M. 489, 39 ubi c. Flor. addit καριοεργ. ὁχ. — V. 2. τυϑέ- μεναι, Goettling τιλλέμενοι praefert, sed tunc χεῖρας exspectaveris. Fr. 92. Hephaest. 30: ,Καταληκτικὰ δέ, δίμετρα μέν, ὡς τὸ καλού- μενον ᾿ἀνακρεόντειον, olov: ὃ μὲν ϑέλων xvi. Eadem Plotius 270. Schol. Arist. Plut. 302 (ὡς ἐκεῖνα τοῦ Ἡνακρέοντος) et v. 1 Schol. Hephaest. p. 167. Si quidem est Anacreontis fragmentum. Usus est his auetor carm, Pseudoamacr. 45, v. 8 et 9. Fr. 93. Prise. de metr. Terent. 249 Lind.: ,, Anacreon teste Helio-