218 : POETAE MELICI. 85. [86.] Πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι. 86. [84] Καὶ ϑάλαμος, ἐν τῷ κεῖνος οὐκ ἔγημεν, ἀλλ᾽ ἐγήματο. 8.:.[3Ξἢ.. Θ΄ Ὁ . 3022 Κνίξη τις ἤδη καὶ πέπειρα γίνομαι σὴν διὰ μαργοσύνην. 88. [881] . Kov μοκλὸν ἐν ϑύρῃσι διξῇσιν βαλών ἥσυχος καϑεύδει. Fr. 86. Zenob. V 80: Πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ἄ. M. Φασὶ τοὺς Κᾶρας πολεμουμένους ὑπὸ “Δαρείου τοῦ Πέρσου κατά τινα παλαιὰν μαντείαν εἰρημένην αὐτοῖς τοὺς ἀλκιμωτάτους προσϑέσϑαι συμμάχους ἐλθεῖν εἰς Βραγχίδας καὶ τὸν ἐκεῖ ϑεὸν ἐρωτῆσαι, εἰ "Μιλησίους νπρόσϑοιντο συμ- μάχους" τὸν δὲ ἀποκρίνασθαι" Πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ὦ, M. οὗτος δὲ ὃ στίχος εἴφηται τὸ πρότερον παρὰ ᾿νακρέοντι. ubi vid. interprett. Cf. inprimis Sch. Ar. Plut. 1002: Ἰσχυροί ποτ᾽ ἦσαν οἵ Μ, ὡς καὶ ᾿ἀνακρέων. ibique versus non sine varietate affertur, primum ἦσαν ποτ᾽ w^ &. M. (sic etiam Philostr. vit. Soph. I 22), tum πάλαι ποτ᾽ ἧσαν M. atque hanc seripturam non solum Diodor. Exc. Vatic. c. 47 οὖ A nesit p. 228 C exhibent, sed etiam Athenaeus XII 523F Aristotele auctore usus: ὡς δ᾽ ὑπήχϑησαν, ἡδονῇ καὶ τρυφῇ, κατερρύη τὸ τῆς πόλεως ἀνδρεῖον, Pit ᾿Αφιστοτέλης, καὶ παροιμία vig ἐγεννήϑη ἐπ᾽ αὐτῶν πάλαι π. ἡ &. M. quae haud dubie ex libro de Milesiorum republica ond sunt, ut, qui huius operis reliquias collegerunt, exi- stimant; nam liber περὶ παροιμιῶν videtur pseudepigraphus fuisse, ex aliis Aristotelis libris concinnatus. Anacreontis si revera est hic ver- sus, ποκ᾽ scribendum. Quae de oraculi dietione feruntur, commenticia censet G. Wolff Porphyr. p. 74 seq. Fr. 86. Ammon. p. 37 ed. Valck.: Avaxoíov διασύρων τινὰ ἐπὶ ϑηλύτητι: Καὶ xri. Eadem Herodian. in Boisson. An. Ill 368. Bach- mann An. II 375. Cod. Vindob. n. 205. Etym. Gud. 125, 4 (corruptis- sime) et Eust. 1678, 59. — ϑάλαμος, ϑάλαμον Eust., ϑαλάμοις Ammon. — τῷ s&Cripsi praeeunte Eimsleio, vulgo Q. Fr. 87. Etym. M. 523, 4: τὸ δὲ κνύξα, ὡς λέγει Ἡρωδιανός, εἰ μὲν ἐπὶ τοῦ φυτοῦ, συγκοπή ἐστι Ww: δὲ ἐπὶ τοῦ παρεφϑαρμένου καὶ ἐρρυπωμένου, οὐ συγκοπή ἐστιν, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ κνύω" ἀφ᾽ οὗ κνύος ἡ φϑορά" γίνεται κνύξα, ὡς παρὰ ἀνακρέοντι ἐν ἐάμβωῳ" Κνύξη (sie DV ΡΊον., vulgo χνίξη, Lobeck κνιεξὴ) τ. ἤ. x. πέπειρα γενομένη (Ὁ γεγνομή, Flor. γίνομαι) 6. 9. μ. Eust. Od. 1746, 13: '"Howvite, ὡς σχίζω exito, Avauoéov: Κνίζη τι ἤ. x. π. γίνομαι σ. 9. n. De forma πέπειρα vid. Herodian. περὶ διχρόν. 358. Fr. 88. Zonar. 1512: Τὸν δὲ poyióv ἐν τῷ χ καὶ "Atri ol καὶ 4ω- ριεῖς καὶ Ἴωνες, πλὴν Ἀνακρέοντος" οὗτος δὲ μόνος σχεδὸν τῷ a". Ζηνόδοτος δὲ (μοχλόν) Kal οὐ μοκλὸν ἐν οὔφῃσι αὶ ε" i ἥ. *. quae correxi. ESO.