ANACREON. 263 39. [202] Σίμαλον εἶδον ἐν χυρῷ πηκτίδ᾽ ἔχοντα καλήν. 23. [211] ᾿ ^— 1019 'Ex ποταμοῦ ᾿πανέρχομαι πάντα φέρουσα λαμπρά. 94. [22.] ᾿πναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον πτερύγεσσι κούφαις διὰ τὸν "Egot'' οὐ γὰρ ἐμοὶ παῖς ἐθέλει συνηβᾶν. 25. [23.] (Ἔρως), ὥς u' ἐσιδὼν γένειον ὑποπόλιον χρυσοφαέννων πτερύγων ἀήταις megamévevou. ὁ ὁ ; m di carminis novissima fuit. Idem censet Blass, nisi quod (&floeig) qoos mavult. — ^ Fr. 22. Hephaest. 101: Ὥσθ᾽ ὅλον αὐτὸ γοριαμβικὸν ἐπίμικτον γενέσθαι, ὅμοιον τῷ ᾿ἀνακρεοντείῳ τῷδε' Σέμαλον κτλ. (B Σέμαλ- λον, Fl Σέμετρον). --- πηκτίδ᾽, OS πυκτίδ᾽. Fr. 38. Hephaest. 52: Πολὺ δέ ἐστι καὶ τὸ πρὸς τῇ κατακλεῖδε τὴν δευτέραν συξυγίαν ἰαμβικὴν ἔχον, οἷόν ἐστι παρὰ μὲν ᾿νακρέ- ovrt "Ex wr. CMP παρέρχομαι. Affert Apostol. VI 886 ubi καλά pro λαμπρά. Fr. 24. V. 1 affert Hephaest. 59: ἀνακρέων δὲ ἐπετήδευσε τὴν πρώτην συξυγίαν δ᾽ ὅλου ἄσματος ix τριβράχεος καὶ ἐάμβου ποιῆσαι, ὡς εἶναι κοινὴν λύσιν τῆς τε χοριαμβικῆς καὶ τῆς ἰαμβικῆς᾽ Ave. κτλ. ibique Sch. repetit. Gramm. ined. in cod. Paris. 3881 fol 141: ᾿άνα- κρέων δὲ ἐπετήδευσε τὴν πρώτην e ἐκ τριβράχεος καὶ ἰάμβου ποιῆσαι, ὅϑεν ἴσως καὶ χοριαμβικὸν ἐκλήϑη κατὰ τὸν Joyyivov: μᾶλ- λον γὰφ τροχιαμβικὸν οὕτως καλεῖσϑαι ὠὥφειλεν" οἷον τὸ ἀναπέτομαι ... πτερύγεσι κούφαις. Integrum locum Schol. Arist. Av. v. 1372 affert: ταῦτα δὲ παρὰ τὰ voxoíovtog: ᾿ναπέτομαι πρὸς O. m. x. διὰ τὸν ἔρωτα οὐ γὰρ ἐμοὶ ϑέλει συνηβᾶν. διὸ καὶ τὸ y ἔχουσιν οἵ δύο στίχοι. — V. 1. κούφαις, Schneidewin κούφῃς sicut fr. 25 ἀήτῃς. Recte ν. 2 Porsonus scripsit παῖς ἐθέλει. Resp. hue Iulian. Epist. XVIII et huc refero etiam limer. Or. XIV 4: τάχα δ᾽ ἂν xol ἠπείλησα τὴν ἀπειλήν, ἣν ᾿ἀνακρέων ἀπειλεῖ τοῖς Ἔρωσιν" ἐκεῖνος γάρ ποτε ἐρασθεὶς ἐφήβου καλοῦ, ἐπειδήπερ ἑώρα τὸν ἔφηβον ὀλίγον αὐτοῦ φροντίζοντα, λύραν ἁρμόσας ἠπείλει τοῖς ΓἜρωσιν, εἰ μὴ αὐτῷ τιτρώσκοιεν αὐτίκα τὸν ἔφη- βον, μηκέτι μέλος εὔφημον εἰς αὐτοὺς ἀνακρούσασϑαι. Fr. 25. Lucian. Herc. Gall. e. 8: ὥστε ἐσχὺς μὲν καὶ τάχος καὶ κάλλος καὶ ὅσα σώματος ἀγαθὰ χαιρέτω, καὶ ὁ ἔρως ὁ σός, ὦ Τήϊε ποιητά, εἰσιδών (ἐσιδών FQ) μὲ ὑποπόλιον γένειον, χρυσο- φαέννων (χρυσοφαεννῶν À, χρυσὸν φαεννῶν B, χρυσοφαέων aY) εἰ βούλεται, πτερύγων ἢ ἀετοῖς παραπετέσϑ. quae emendavi, sunt autem ex eodem carmine, ex quo petitum est fr. 24.