254 - POETAE MELICI. 5 δίνῃσι ϑρασυκαρδίων. uto 1012 3 - - , ἀνδρῶν ἐσκατορᾷξ πόλιν χαίρουσ᾽" οὐ γὰρ ἀνημέρους ποιμαΐένεις πολιήτας. EIZ ΔΙΟΝΎΣΟΝ. 2. [2.] "Qva&, ᾧ δαμάλης Ἔρως καὶ Νύμφαι κυανώπιδες πορφυρέη τ᾽ ᾿ἀφροδίτη συμπαίξουσιν᾽ ἐπιστρέφεαι δ᾽ ὅ ὑψηλῶν κορυφὰς ὀρέων, γουνοῦμαί os" σὺ δ᾽ εὐμενής ἔλϑ᾽ ἡμῖν, κεχαρισμένης δ᾽ εὐχωλῆς ἐπακούειν. Κλευβούλῳ δ᾽ ἀγαϑὸς γενεῦ ita conformavi, quemadmodum olim ex coniectura restitui, codicibus recens collatis partim addicentibus: fj κου... ἐσκατορᾷς, cum vulgo legeretur: xov... δίνῃσι" 99. d. ἐγκαϑόρα πόλιν. atque ita etiam v. 4 scriptus legitur ap. Heph. 8: ἐν δὲ ἀντισπαστικῷ ἀνακρέοντος" ἴκου vov ἐπὶ Δηϑαίου. sed ACPS xov, FIBHN ofuov. — V. 5. ϑρασυκαρ- δίων loh. Sicel. et "'umeb., ϑρεοκαρδέων schol. Heph. (E, in quo bis legitur carmen, ϑρεσκαρδίων vel ϑρασκαρδίέων), ϑεοκαρδέων Ursinus. — V. 6 quod legebatur ἐγκαϑόρα correxi ex Apollonio de Syntaxi . 55: ἐπεὶ và ψιλὰ μετατιϑέασιν ob Ἴωνες καὶ τὰ δασέα εἰς ψιλά, ὡς m τοῦ τάφος τεϑηπότες, ἐνταῦϑα ἐνθαῦτα, καὶ ἐπὶ τῶν συναλοιφῶν᾽ ἐσκατορᾷς πόλιν. idque firmavit E, in quo ἐσκατόρες vel ἐσκατό- ραις legitur. Fr. 9. Integrum esi carmen, quod servavit Dio Chrys. Or. II T. 135: τούτοις γε μὴν ξυνέπεται, μηδὲ εὐχὰς εὔχεσϑαι τὸν βασιλέα τοῖς ἄλλοις ὁμοίας, μηδὲ οὖν τοὺς ϑεοὺς καλεῖν οὕτως εὐχόμενον, ὥσπερ ὁ lovov ποιητὴς ᾿ἀνακρέων. ὦναξ xrÀ. Non recte Hartung partem prioris car- minis esse suspicabur. — V. 1. ὦναξ, O τοῦ ἀξ. — 6 M, o reliqui. — δαμάλης Ἔρως ex hoc loco affert Steph. Byz. v. ᾿σκάλων a Meinckio correctus, respie, Hesych. “αμᾶλ. (l. “Ιαμάλης) τὸν Ἔρωτα, ἤτοι δαμά- fovre ἢ ἀγέρωχον. Ceterum P a m. pr. δάμαλις. — V. 8. τ᾽, VD τε. Respicit Aelian. Hist. Anim. IV ἃ. — V. 4. συμπαίξουσιν BCMVPv, vulgo συμπαίξουσ᾽, --- ἐπιστρέφεαι BMV, ἐπιστρέφεται rel. Hocker con- iecit: συμπαίξουσιν ἐπιστεφέων ὕλης ἐν κορυφῇς ὀρέων. — Οδ᾽, δὲ BCMVP. — V. 56. ὑψηλῶν, ὑψηλὰς ΒΟΜ, ὑψηλᾶς P (qui deinde etiam xopuqüg). — κορυφὰς ὀρέων Barnes, ὀρέων κορυφὰς libri, Kuyser coni. ὑψηλῶν ὀρέων ῥία. -- V. V. ἔλϑ᾽ ἡμῖν, ἔλϑοις μοι PCM (sed hi in marg. vulg.) — κεχαρισμένης, conieci κεχαρισμένως, locker κεχαρημένος. --- V. 8. εὐχωλῆς, Ü εὐχόλης. --- ἐπακούειν, ἐπακούων DOM (sed hi supra