IBYCUS. ' 241 990. Κλάδον ᾿Ενυαλίου. 30. [5.] Schol. Apoll, Rh. ΠῚ 158: Διὰ τούτων στίχων παραγράφει τὰ εἰρημένα ὑπὸ Ἰβύκου, ἐν οἷς περὶ τῆς Γανυμήδους ἁρπαγῆς εἶπεν ἐν τῇ εἰς Γοργίαν ὠδῇ᾽ καὶ ἐπιφέρει περὶ τῆς ᾿Ηοῦς, ὡς ἥρπασε Τιϑωνόν. Ad hoe carmen haud dubie pertinet fr. 59, et fortasse etiam fr. 8 et fr. 33. 31. [10.] Sehol. Apoll. Rh. III 26: Ἴβυκος δὲ καὶ "Ησίοδος ἐκ Χάους λέγει (γενέσϑαι) τὸν Ἔρωτα. cod. Laur. Ἴβυκος ὁ δὲ ᾿Ησίοδος, unde Keil edidit Ἴβυκος. .. ὃ δὲ Ἡσίοδος, intercidisse putans ea, quae Ibyeus prodidit: recte, αὖ videtur, quamquam illam lectionem tuetur etiam Eudocia 158. 32. [11.] Aihen. XIII 603 D: 'Ραδαμάνϑυος δὲ τοῦ δικαίου Ἴβυκος ἐραστήν φησι γενέσϑαι Τάλων. 33. [12.] Athen. II 39 B: Ἴβυκος δέ φησι τὴν ἀμβροσίαν τοῦ μέλιτος κατ᾽ ἐπίτασιν ἐνναπλασίαν ἔχειν γλυκύτητα, τὸ μέλι λέγων ἔνατον εἶναι μέρος τῆς ἀμβροσίας κατὰ τὴν ἡδονήν. Cf. Eust. 1633, 11. Pro ἐνναπλασίαν et ἔνατον Meineke coni. δεκαπλασίαν et δέκατον, collato Schol Pind. Pyth. IX 113: ἔστε δὲ καὶ τοῦ μέλιτος εὕρε- τὴς ὃ ᾿Δρισταῖος, ὃ δὴ τῆς ἀθανασίας δέκατον μέρος ὠήϑησαν εἶναι. Solennis sane numerus novenarius, ut possit potius Schol. Pind. locus de vitio suspeetus esse, sed apte adhibuit Meineke Hesiodi versus ex Melampodia fr. 173. 34 A. [14.] Schol. Hom. Il. y 114: Πορφύριος ἐν roig παραλελειμμένοις φησίν, ὅτι τὸν Ἕκτορα ᾿Απόλλωνος υἱὸν παραδίδωσιν Ἴβυκος, AM- Fr. 99. Schol. Piud. Isthm. VIII v. 48 quod edidit T. Mommsen (Diar. Antiq. 1848 p. 131): Νεικέων πέταλα] ἀντὶ τοῦ φιλονεικιῶν τὰ φύλλα, τροπικώτερον δὲ τῶν φιλονεικιῶν τὰς στάσεις ἢ τὰ νεέκη" ὡς Ἴβυκος" κλάδον ᾿Ενυαλίου. "αἱ Ἴ Ὅμηρος ὄξον "Aonos. Fortasse Asca- laphum dixit.