236 : E POETAE MELICI. ἔἄσσων παρὰ Κύπριδος ἀξαλέαις μανίαισιν ἐρεμνὸς ἀϑαμβής 998 10 ἐγκρατέως παιδόϑεν φυλάσσει ἡμετέρας φρένας. : S ^ 2. [2.] -Muvtuu-uwvzuu. ς ς il. ς 3 [4 ς V - [s ^c [4 c ü IC vV-uwu t QM Lo Ιν ες keCceccece c Cc 3€ c il MCCC -M uM -"VVvV-wuv —VVU.-.wWwM9uU-lwuwuvL-.- ων VU-wuvwu Ἔρος αὖτέ us xvevéoww ὑπὸ βλεφάροις vexéo! ὄμμασι δερκόμενος κηλήμασι παντοδαποῖς ἐς ἄπειρα δίκτυα Κύπριδός μὲ βάλλει" ἡ μὰν τρομέω viv ἐπερχόμενον, ων .ὕ.: V. 9. ἄσσων scripsi, libri ἀΐσσων. — μανίαισιν Β, μανίαις PVL.— ἀϑαμβὴς ἔγκφατέως Hermann (sed idem postea ἀϑαμβέσιν ἄρφδισιν οἱ deinde ἔφλασεν, quorum primum οὗ postremum ego conieci, cum olim ἐρυμνὸς ἀϑαμβείῃσι κραταιῶς scripsisset), A ἀϑάμβησε κραταιῶς, Ῥ ἀϑάμβησεν (hoe etiam B) κραταιῶς, VL ἀϑάμβησε κραταιός, Schneide- win ἀταρβὴς κραταιῶς. — V. 10. παιδόϑεν, Naeke πεδόϑεν. — φυλάσ- σει, P φυλάξου, Naeke τινάσσει, ego olim ἔφλασεν. — V. 11. ἡμετέρας, Hermann alii ἁμετέρας. Haec novissima alii aliter conformaverunt; O. Müller coniecit ἀτέμβησι κραταιῶς πεδόϑεν σαλάσσων, Melhorn vel παῖς ὅϑεν ἡμετέρας φρένας φυλάσσει yel παιδόϑεν αἰθύσσει ἡμετ. 90., Schoemann ἐρεμνός, ἀστεμβὴς πραταιῶς πεδόϑεν φρένας ἡμετέρας σαλ- λάσσει, Hartung ἐθάμβησε κραταιῶς καὶ διόϑεν σφάλασσεν ἁμετέρας φρένας. e Fr. 2. Plato Parmenid. 137 A: Καίτοι δοκῶ μοι τὸ τοῦ Ἰβυκείου ἵππου πεπονθέναι, ᾧ ἐκεῖνος. ἀϑλητῇ ὄντι καὶ πρεσβυτέρῳ ὑφ᾽ ἄρματι μέλλοντι ἀγωνιεῖσθαι καὶ δι᾽ ἐμπειρίαν τρέμοντι τὸ μέλλον, ἑαυτὸν ἀπεικάξων, ἄκων ἔφη καὶ αὐτὸς οὕτω πρεσβύτης ὧν εἰς τὸν ἔρωτα ἀναγχάξεσθαι ἐέναι. ubi Schol. p. 329: Τὸ τοῦ μελοποιοῦ Ἰβύκου ῥητόν" Ἔρως xri. Eadem Proclus V 316 ed. Cousin: λέγει δέ πως οὕτως ὃ μελοποιὸς ("Ifvxoc) Ἔρως κτλ. — V. 1. Ἔρος cod. Darmst. (Schol. Plat) a. m. s., ceteri Ἔρως. — αὖτε, Procl. αὖ TE, Hermann δαύτε, — βλεφάροις, cod. Darm. βλεφάροισιν. — τακέρ᾽, libri τακερὰ, Siebenkees τακεροῖς, — ὄμμασι, cod. Darmst. ὄμματα. — V. ἃ. ἐς, libri εἰς. — ἄπειρα, Schneidewin et Hecker coni. ἀπείρονα. — V. 8. Κύπρι- δός μὲ βάλλει, ut versus numero subvenirem, μὲ adieei, nam thesin suppressam esse, hoc quidem loco, minus probabile. Pronomen, quod nonnumquam praeter necessitatem iteratur (cf. Fritzsche Quaest. Lucian. p. 14. 15), hie haudquaquam redundat, prius μὲ à partic. , posterius ἃ verbo βάλλει suspensum, similiter Soph. El. 18 ubi ὅϑεν σε λαβὼν ἤνεγκα παέ σ᾽ ἐθρεψάμην recte habet. Contra Sehoemann Κύπριδι pro Κύπριδος scripsit, Hecker deae nomen plane sustulit. --- βάλλει, Hermann βάλεν, Schneidewin olim εἰσέβαλεν, post βάλλησιν. — V. 4.