STESICHORUS, 231 Ἡσίοδος δέ, φασί. καὶ Στησίχορος διχῶς αὐτὸ προάγει. οὐ γὰρ μόνον τρισυλλάβως Ὀϊλεύς. ἀλλὰ καὶ δισυλλάβως ᾿Ιλεύς. Cf. idem 1018, ὅ8. . 85. [96.] Schol. Hom. Il. p 575: "Eme xev ὑλαγμὸν ἀκούσῃ᾽ Jolavepyoc φησί τινας γράφειν xvvvleyuov. οὕτω καὶ Ζηνόδοτος᾽ καὶ Στησί- χορὸς δὲ ἔοικεν οὕτως ἀνεγνωκέναι, φησὶ γοῦν ἀπειρεσίοιο κυν- υλαγμοῖο. Eust. 1251, 61: ἀπειρεσίου κυνυλαγμοῦ. Fortasse ἀπειρεσίῳ κυνυλαγμῷ scribendum, quod videtur poeta in Ge- ryoneide dixisse. Apud Homerum autem xvvvieyuóg dudum opor- iebat restitui, nisi grammatiei nostri optimas quasque lectiones fastidiose spernerent. 86. [91.] Eust. 524, 28: Kol yàg λεύκιππος λέγεται παρὰ Στησιχόρῳ ἐπιθετικῶς. Cf. Ibye. fr. 16 v. 1. 81. [85.] Choerob. I 82 (Bekk. An. III 18397): Μεσόνυξ᾽ μεσόνυχος; εἷς τῶν ἑπτὰ πλανητῶν παρὰ τοῖς Πυϑαγορείοις ὀνομάζεται" μέμνη- ται Στησίχορος. si recte se habet poetae nomen, quamquam Ste- siehori auctoritas fortasse tantum ad ipsum vocabulum testifican- dum adhibita fuit. Repetit Choerob. 83: μεσόννυξ, μεσόννυχος; εἷς τῶν πλανητῶν. m 88. [86.] 995 Schol. Apoll. Rhod. IV 973: Ὀρεέχαλκος εἶδος iid :- prpoveins καὶ Στησίχορος καὶ Βακχυλίδης. 89. [88.] Phot. 412, 21: Πέποσχα, “Ὠωριέων τινὲς τούτῳ κέχρηνται, ὧν καὶ Στησίχορός ἔστιν. 90. [10.] Strabo VIII 356: Στησίχορον δὲ καλεῖν πόλιν τὴν χώραν Πίσαν λεγομένην, ὡς ὃ ποιητὴς τὴν “έσβον Μάκαρος moAw. 91. [90.] Sehol. Arist, Av. 1309: Πηνέλοψ νήττῃ μέν ἐστιν Opotov, περιστερᾶς δὲ μέγεϑος᾽ μέμνηται δὲ αὐτοῦ Στησίχορος xol Ἴβυκος.