STESICHORUS. 221 66. [58.] Aelian. Mist. Anim. XVII 37: ᾿Δλοῶντες (ἀμῶντες verissime Meiske, ae Tzetzes quoque ϑεριστὰς dicit) ἄνθρωποι τοῦ ἡλίου καταφλέγοντος δίψῃ πιεξύμενοι τὸν ἀριϑμὸν ἑκκαίδεκα ἕνα ἑαυτῶν ἀπέστειλαν ἐκ πηγῆς γειτνιώσης κομίσαι ὕδωρ. οὐκοῦν ὃ ἀπιὼν τὸ μὲν δρέπανον τὸ ἀμητικὸν διὰ χειρὸς εἶχε, τὸ δὲ ἀρυστικὸν ἀγγεῖον 1 05 »" " 1 1 d ow e κατὰ τοῦ ὦμου ἔφερεν ἐλθὼν δὲ καταλαμβάνει ἀετὸν ὑπό τινος ὄφεως ἐγκρατῶς τε καὶ εὐλαβῶς περιπλακέντος ἀποπνιγόμενον ἤδη. Ἔτυχε δὲ ἄρα καταπτὰς μὲν im^ αὐτὸν ὃ ἀετός, οὐ μὴν κρείττων ΄ 285 - - M H H 2$ - 1 " γενόμενος οὐδὲ τῆς ἐπιβουλῆς ἐγκρατὴς ἐγένετο, οὐδὲ τοῦτο δὴ τὸ A " "n , ^s Ὁμηρικὸν toig ἑαυτοῦ τέκνοις τὴν δαῖτα ἐκόμισεν, ἀλλὰ ταῖς ἐκείνου , ^ e E , ^ ΓΙ , - , ? ? σπείραις περιπεσὼν ἕρμασιν ἔμελλεν οὐ μὰ 4 ἀπολεῖν. ἀλλ᾽ ἀπ- - EX 3 e ' m ἃ. e E 1 1 » ολεῖσϑαι. Εἰδὼς ovv ὃ γεωργὸς ἢ ἀκούων, τὸν μὲν εἶναι Διὸς ἄγ- γελον καὶ ὑπηρέτην, εἰδώς ys μὴν κακὸν ϑηρίον τὸν Ogw, τῷ ΄ - ΄ , A - 1 H 1 “ ἀρεπάώνῳ τῷ προειρημένῳ διακόπτει τὸν ϑῆρα, καὶ μέντοι καὶ τῶν E: Ld , LJ - M “ 3 2 * 9 ΄ f - ἀφύκτων ἐκείνων εἱργμῶν καὶ δεσμῶν τὸν ἀετὸν ἀπολύει. Ὁδοῦ - - 5 μέντοι πάρεργον τῷ ἀνδρὶ ταῦτα καὶ δὴ διεπέπρακτο, ἀρυσάμενος δὲ τὸ ὕδωρ ἧκε καὶ πρὸς τὸν οἶνον κεράσας ὥρεξε πᾶσιν, οἵ δὲ ἄρα ἐξέπιον καὶ ἀμυστὶ καὶ πολλὰς ἐπὶ τῷ ἀρίστῳ᾽ ἔμελλε δὲ καὶ αὐτὸς ἐπ᾽ ἐκείνοις πίεσϑαι" ἔτυχε γὰρ ὑπηρέτης κατ᾽ ἐκεῖνό πως - - 5 , 2 , MN 3 * ^ ^ , ^ , TOU καιροῦ, ἀλλ᾽ ov συμπότης Ov. Ἐπεὶ δὲ roig χείλεσι τὴν κύλικα προσῆγε. 0 σωϑεὶς ἀετὸς ξωάγρια ἐκτίνων οἵ καὶ κατὰ τύχην ἀγα- ^ 2 » /, 1 M - - , * nv ἐκείνου ἔτι διατρίβων περὺ τὸν χῶρον: ἐμπίπτει τῇ κύλικι παὶ ἐκταράττει αὐτὴν καὶ ἐκχεῖ τὸ ποτόν. Ὁ δὲ ἠγανάκτησε, καὶ γὰρ ἔτυχε διψῶν. καὶ λέγει" εἶτα μέντοι σὺ μὲν ἐκεῖνος ὧν (καὶ γὰρ ^ » , , , - - M , καὶ τὸν ὄρνιν ἐγνώρισε) τοιαύτας ἀποδίδως τοῖς σωτῆρσι τὰς χάρι- 2 J - N - ΄ ^ ? ^ 3» ν᾿ τας; ἀλλὰ πῶς ἔτι ταῦτα καλά; πῶς δ᾽ ἂν καὶ ἄλλος σπουδὴν κατα- ϑέσϑαι ϑελήσειεν εἴς τινα αἰδοῖ Διὸς χαρίτων ἐφόρου τε καὶ ἐπόπτου; 1 x H - » Y » . 8 EM 1 3 * wel τῷ μὲν ταῦτα εἴρητο καὶ ἐφρύγετο ὁρᾷ δὲ ἐπιστραφεὶς τοὺς πιόντας ἀσπαίροντάς τε καὶ ἀποϑνήσκοντας. Ἣν δὲ ἄρα, ὡς συμ- , x 2 M * € s * , $ €- » βάλλειν, ἐμημεκὼς εἰς τὴν πηγὴν 0 ὄφις καὶ κεράσας αὐτὴν τῷ ip. b4 2 - / , Ὁ μὲν ἀετὸς τῷ σώσαντι ἀμοιβὴν τῆς ἰσοτίμου σωτηρίας ἀπέδωκε ^ , , ^ , c M . ^ , ^ M τὸν μισϑὸν. “Ἰέγει δὲ Κράτης ὃ Περγαμηνὸς ὑπὲρ τούτων καὶ τὸν Στησίχορον ἄδειν ἔν τινε ποιήματι οὐκ ἐκφοιτήσαντί που εἰς πολ- 995 A É » δι λούς, σεμνόν τε καὶ ἀρχαῖον, ὥς γε κρίνειν ἐμέ, τὸν μάρτυρα εἰσ- ἄγων. Cf. etiam Tzetz. Chil. IV 802. Welekero, cui ea, quae de Stesichoro fabulae auctore prodidit Crates vel Aelianus, ficta esse videntur, equidem non suffragor. 61. [13.] Argum. Hesiod. Seut. Herc.: ὡσαύτως δὲ καὶ Στησίχορός φησιν 16*