224 POETAE MELICI. 49. [84.] Κοιλωνύχων ἵππων πρύτανις, Ποσειδάν. 50. [68.] .͵ῶν.-ΜΨν-υ LJ I. μψι.υν...οεν....Ἅ M υν-νώνν-ὧν.. .... Μάλα τοι μελιστᾶν παιγμοσύνας τε φιλεῖ μολπόάς τ᾽ ᾿Ζπόλλων᾽ κάδεα δὲ στοναχάς τ᾽ AíÓmg ἔλαχεν. Sq ag 989 "vsA£GraTO γὰρ καὶ ἀμάχανα τοὺς ϑανόντας κλαίειν. 52. [80.] μφω---““ ν΄ ν.-.-.- τυ ὦ Θανόντος ἀνδρὸς πᾶσ᾽ ἀπόλλυται ποτ᾽ ἀνθρώπων χαρις. 58. [11] μμδωψ. συν Ἃυ “ῬΡαϑινοὺς δ᾽ ἐπέπεμπον ἄκοντας. Ἄρεως δὲ τοῖς τείχεσι προσπελάζειν, xol ἔστιν ἐπίθετον (τειχεσιπλῆτα) ἀνάλογον τῷ παρὰ Στησιχόρῳ πυλεμάχῳ, unde πυλαιμάχε possis con- licere. ef. Hesych.: IIvAe/me|o]yos' πολέμαρχος καὶ ὄνομα κύριον. Fr. 49. Schol. Il. ξ 607: Στησέχορος κοιλωνύχων ἵππων πρύ- τανιν τὸν Ποσειδῶνα φησιν. Fr. 50. Plut. de EI ap. Delph. c. 21: Καὶ πρότερος ἔτι τούτου ὁ Στησίχορος. Μάζλα κιλ. — V. 1. μελιστῶν scripsi, nisi malis μελε- «ví», qua forma bucoliei poetae utuntur, legebatur μάλιστα. — V, 9. τε φιλεῖ scripsi, vulgo φιλεῖ, Schneidewin φιλέει. — V. 3. κάδεα Schneidewin, vulgo κήδεα, Respicit Stesichorus tibicinum certamina Delphis instituta, sed haud ita multo post abrogata. Fr. 51. Stob. Flori CXXIV 15. Στησιχόρου. — V. 1. ἀτελέ- στατα, B ἀτέλεστα. Ahrens ἀτέλεστά τε βουϊρβεῦ. — καὶ om. Trinc. — J ἀμάχανα Sehneidewin, vulgo ἀμήχανα. Fr. 52. Stob. Floril. CXXVI b. Στησιχόρου" Θανόντος ἀν- δρὸς πᾶσ᾽ ὄλυτ᾽ ἀνϑο. x., ita vulgo, et sic Apostol. VIII 83 d, contra cod, Vind. marg. Gesn. Θαν. ἄνδρ. πᾶσα πολιά ποτ᾽ d. γ. hine olim correxi πᾶσ᾽ ἀπολείπεται ev. 4, nune Kleinium secutus sum, et iam Sealiger coniecit ϑανόντος ἀνδρὸς πᾶσ᾽ ἀπόλλυται χάρις, Hartungo plaeuit πᾶσ᾽ ἀπόλλυτ᾽ ἐν ἀνθρώπων χάρις. Fr. 53. Schol Ap. Hh. III 106: "Paówijc, τρυφερᾶς. ες Στησί- χορος ἐπὶ τοῦ εὐτόνου" Ῥαδινοὺς κτλ. vod. I ἔπεμπον.