STESICHORUS. . 91i . Κρύψαι δὲ δύγχος ἄκρον γᾶς ὑπένερϑεν. VII. ΒΕΥΡΩΠΕΙΑ. 15. [16.] Sch. Eurip. Phoen. 670: Ἔνϑεν ἐξανῆκε yóé'| ὃ μὲν Στησί- χορος iv Εὐρωπείᾳ (Εὐρωπία AC, εὐρωπ M) τὴν ᾿4ϑηνᾶν ἐσπαρ- κέναι τοὺς ὀδόντας φησίν. ὙΠ. EPIPTAA. ο΄. -— 919 16. [181 Sext. Empir. adv. Math. I 261 (p. 658 ed. Bekk.): Of ἔστο- ρικοὶ τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν τῆς ἐπιστήμης ᾿Ασκληπιὸν κεκεραυνῶσϑαι λέγουσιν, οὐκ ἀρκούμενοι τῷ ψεύσματι, ἐν ᾧ καὶ ποικίλως αὐτὸ μεταπλάττουσι᾽ Στησίχορος μὲν ἐν ᾿Εριφύλῃ εἰπών, ὅτι τινὰς τῶν ἐπὶ Θήβαις πεσόντων ἀνιστᾷ (0 "AoxAqmig) Paulo aeceuratius Apollod. III 10, 3: Εὗρον δέ. τινας λεγομένους ἀναστῆναι m αὐτοῦ Καπανέα καὶ “υκοῦργον, ὡς Στησίχορός φησιν ἐν 'EgipvAg (sic recte Sevinus, v. ὡς δὲ Στ. φησιν Ἐριφύλην). Cf. sehol. Pind. Pyth. III 96: Στησίχορος δὲ (κεραυνωϑῆναι τὸν Aoxiumv addit Osann) émi Καπανεῖ καὶ “υκούργῳ. et schol Eurip. Aleest. v. 2. Denique Philodemus περὲ εὐσεβείας p. 52 ed. Gompertz (Vol. Here. eoll. nova II 131): 'dexágmiv δὲ Ζεὺς ἐκεραύνωσεν, ὡς μὲν .... (ὡς δ᾽ Pv Ἐριφύλῃ Z(rmoígoo)og, ὅτε Κα(πανέα καὶ ZIv)xoUo(yov) i. e. ἀνέστησεν. ἘΠῚ. [72.] -εἐυν-.ὀυυψ..- νῳὺν Πάτρω᾽ ἐμὸν ἀντέϑεον Μελάμποδα. Κρούψαι κτλ. ubi Β ἄκραν, Dindorf κρύψε coniecit. Denique Meineke iv Συοθήρᾳ edidit, sed postea ipse improbavit, ac numerus pluralis recte se habet. De apri Calydonii eaede cogitavit Heyne, sed Graeci multa de apris ingentibus fabulati sunt, itaque in antiquis vasculorum picturis saepe visuntur aprum venantes heroum nominibus adscriptis. Fr. 17. Eustath. 816, 16: Πένδαρος δὲ οὐκ ἀδελφούς, ἀλλὰ γονέας μητρὸς μάτρωας ἔφη. Στησίχορος δὲ πάτρωα τὸν κατὰ πατέρα πρύ- γονον εἶπεν, ἔνϑα παρ᾽ αὐτῷ 4ugíiogos, ἔφη τό" Πάτφρωα κτλ." Μελάμπους γάρ, οὗ ᾿ἀντιφάτης, οὗ Ὀὐκλῆς, οὗ "Auqidoaog , ὅϑεν Augt- Aogoc. Haee ex Aristophane petita sunt, quae in aretum redacta sunt ap. Miller Misc. 431: Στησίχορος δὲ τοὺς τοῦ πατρὸς (γονέας ἔφη) πάτρωας. 14*