162 POETAE MELICI. 36. [33 32] ... ' 942 "AAA ἀνήτω μὲν περὶ ταῖς δέραισιν περϑέτω πλέκταις ὑποϑύμιδάς τις. κα δὲ χευάτω μύρον ἄδυ κατ τῶ στήϑεος ἄμμι. 81 A. [5.] Τὸν κακοπάτριδα Πίύτακον πόλιος τᾶς διχόλω καὶ βαρυδαίμονος ἐστάσαντο τύραννον μέγ᾽ ἐπαινέοντες ἀόλλεες. 31 B. [6] Diog. Laert. I 81 (unde hausit sua Suidas v. Σαραάπους): Τοῦτον (Πιττακὸν) Alxeiog σαράποδα μὲν καὶ (lege ἢ) σάραπον (Cod. Cant. σύραπον, Hartung συρόποδα) ἀποκαλεῖ διὰ τὸ πλατύ- vovv εἶναι καὶ ἐπισύρειν σὼ πόδε, χειροπόδην δὲ διὰ τὰς ἐν τοῖς ποσὶν δαγάδας, ἃς χειράδας ἐκάλουν (cf. Et. M. 810, 27: Χεῖ- Qoi, αἵ ἐν τοῖς ποσὶν ῥαγάδες. καὶ χειρόποδες οἵ οὕτω τοὺς πόδας κατερρωγότες, οἷον δαγόποδες" non tamen propterea χεφρόποδα corrigendum; Hartung χιραπόδην requirit), γαύρικα (Menage Ahrens, vulgo ἐπιτρέπειν. — ἀσάμενοι, B ἀσάμενος. — V. 8. Bowgi Schweighaeuser, cf. Etymol. M. p. 216, 47, AP Βυκχί, B βυγχί, Vb βακχί. — V. 4. μεϑύσϑην ABP, μεϑυσθῆναι VL. Fr. 36. Coniunxi duo fragmenta . in unum: v. 1 et 2 leguntur ap. Athen. XV 674€: ᾿Βκάλουν δὲ xol οἷς περιεδέοντο τὸν τράχηλον στε- φάνους ὑποϑυμιάδας, ὡς ᾿Δλκαῖος ἐν τούτοις" AM ἀνήτω κτλ. — V. ἀλλ᾽ ἀνήτω μὲν Casaubonus, B ἀλλὰ ἀννήτω μεν, Cant. 1, ἀλλὰ ἀννήτωμεν, Schneidewin ἀνήττω. — ταῖς δέραισι Ahrens, vulgo ταῖς δέραις, unde olim scripsit ταῖσι δέρραις. — V. 2. περϑέτω Cant. L, παρϑέτω Casaubonus. — πλέκταις ὑποϑύμιδας Blomfield, vulgo miexrüg (Cant. L πλέκτας) ὑποϑυμιάδας. — V.8 et 4 leguntur apud Athen. XV p. 687 C: "Àxoiog ἔφη" Κὰδ δ᾽ ἐχεύσατο (B καδδιεχεύσατο, C καδδε- χεύατο) μύρον ἀδὺ (Ahrens uóv) κτλ. quae emendavi. Praeterea resp. v. 1 Pollux VI 107, v. 2 Schol. Theocr. VII 63. Athen. XV 678 D. Fr481 A. Aristot. Polit. III 9, 5: oiov sf ülovró ποτε "Μιτυληναῖοι Πιττακὸν πρὸς τοὺς φυγάδας, ὧν προειστήκεσαν ᾿Ἀἀντιμενίδης καὶ 4à- καῖος ὁ ποιητής. Δηλοῖ δ᾽ AÀwaiog, ὅτι τύραννον silovvo τὸν Πιττακὸν ἔν τινι τῶν σκολιῶν μελῶν" ἐπιτιμᾷ γὰρ ὅτι' Τὸν κτλ. -- V. 2. πόλιος Sehneidewin, vulgo πόλεως. — διχόλω scripsi, i. e. discordis, quemadmodum ó/yoior γνῶμαι dicuntur, vide infra p. 198. Atque διχόλω etiam Schmidt commendavit, ἀχόλω libri (B 2, 3 ἄχόλῳ), Camerarius et Sehneider ἀσχόλω, ego olim conieci ξαχόλω. — V. ἐπαινέοντες, ἐπαίνεντες Ahrens. Hesp. Plut Erot. c. 18: Kowvjj τὸν Ἔρωτα συνεγγράφουσιν εἰς ϑεοὺς ποιητῶν of κράτιστοι καὶ νομοϑε- τῶν καὶ φιλοσό ων dont, φωναὶ μέγα ἐπαινέοντες, ὥσπερ ἔφη τὸν Πιττακὸν ὁ Alwetog αἱρεῖσθαι τοὺς Μιτυληναίους τύραννον. ubi Reiske ἀϑρόᾳ φωνᾷ vel ἀϑρόαις φωναῖς coniecit, ut Alcaei sint verba, probante Sehneidewino.