ALCAEUS, : 153 (τὸν) γέννατ᾽ εὐπέδιλλος Ἶρις χουσυκόμᾳ Ζεφύρῳ μίγεισα. * 14. [81.] Τὸ δ᾽ ἔργον ἀγήσαιτο τέα κόρα. II. ΣΤΑΣΙΩΤΊΚΑ. 980 15. [11] Διαρμαίρει δὲ μέγας δόμος χάλκῳ᾽ πᾶσα δ᾽ gn κεκό- ὅμηται στέγα λάμπραισιν κυνίαισι, καττᾶν λεῦκοι κατύπερϑεν ἵππιοι ᾿ : λόφοι νεύοισιν, κεφάλαισιν ἄνδρων ἀγάλματα" χάλκιαι δὲ πασ- δάλοις χρύπτοισιν περικείμεναι λάμπραι κνάμιδες. ἄρκος ἰσχύρω βέλευς, 5 ϑωώρακχές τε νέον λίνω κοίϊλαί vs κατ᾽ ἄσπιδες βεβλή- μεναι" ρὸν γεγονέναι τὴν εἰκασίαν. Respicit hue Etym. Gud. 278, 17: Τὰ γὰρ ἄνϑη λέγεται ἵμερα, ἐπεὶ ἐν τῷ ἕαρε φύονται, ὅτε καὶ τὰ ἐρωτικὰ ϑὲερ- μότερα ἐστί. τούτου χάριν καὶ ὁ λκαῖος Ζεφύρου καὶ Ἴριδος τὸν Ἔρωτα φὴσίν. Cf. Et. M. 410, 28. Argum. Theocr. Id. XHI (ubi Ἔριδος). Eustath. Il. 891, 24 et 535, 80. — V. 1. ϑέων, v. ϑεῶν, ϑειῶν BE edd. vett. — V. 2. τὸν γέννατ᾽ scripsi, γείνατ᾽ libri, ἐγείνατ᾽ Gais- ford, Pd Schneidewin. — εὐπέδιλλος Ahrens, legebatur εὐπέδιλος. -— . μέγεισα Porson, libri μιχϑεῖσα. ἣν 14. Apollon. de. ,pron. 395 Α: 'H τεὸς pier τῇ σὸς ὁμωνυμεῖ . καὶ παρ᾽ Atolevaw * ᾿Ἡλκαῖος ἐν πρώτῳ" Τὸ ὃ ἔργον κτλ. — ἀγή- σαιτο Bast alii, cod. ἀγήσατο. Fr. 18. Athen. XIV 627 A: Δλκαῖος ὁ ποιητής, εἴ τις καὶ ἄλλος, μουσικώτατος γενόμενος, πρότερα τῶν κατὰ ποιητικὴν τὰ κατὰ τὴν ἀνδρείαν τίθεται, μᾶλλον τοῦ δέοντος πολεμικὸς γενόμενος" διὸ καὶ ἐπὶ τοὺς τοιούτοις σεμνυνόμενος φησίν" Μαφμαΐρει κτλ. καίτοι μᾶλλον ἴσως ἤρμοττε τὴν οἰκίαν πλήρη εἶναι μουσικῶν ὀργάνων. A. Schoene hoe carmen ad bellum exterum refert, fortasse recte, sed grammatici veteres non videntur eiusmodi carmina a ,3tasioticis segregavisse. — V. 1 iuit. affert. Eust. 1320, 1. — "Aen A, &on BP, Ἄρει VL. — στέγα Blomfield, vulgo στέγη. — VN. 2. κυνίαισι 'B, κυνίαισιν ἃ, κυνέαισιν VL, λαμπρᾶ συκυνίαισιν P. --- καττᾶν, P κάτταν. — χκατύπευθεν, legebatur καϑύπερϑεν, B καϑάπερ. --- V.3. νεύοισιν Schneidewin alii, vulgo νεύ- ουσιν. — χάλκιαι B, χάλκειαι PVL, vulgo χάλκεαι. -- V. 4. κρύπτοισιν Welcker, vulgo κρυπτοῖσιν. — κνάμιδες, PL κναμίδες, V κναμῖδες. — ἄρκος APV, ἕρκος L. — ἰσχύρω βέλευς, ἰσχυρῶ βέλευς A, ἐσχυροβελὲς PVL. — V. 5. νέοι λίνω scripsi, véo λίνω Casaubonus, vulgo νέῳ λίνῳ, Ursinus νεώλενοι, unde Schneidewin νεόλλινοι. — κοίϊλαι scripsi, mo