ΒΆΑΡΡΗΟ, . 181 τὸ ἥδιστον φϑέγμα. Difficilis optio: nam poterat utrumque reete diei. Adrastum, cuius γλῶσσαν Tyrtaeus XII 8 μειλιχόγηρυν ap- pellavit, Plato in Phaedro μελίγηρυν nuncupat. Maior tamen Philostrati auctoritas, quam etiam Antipater Sidonius Anth. Pal. IX 66 videtur firmare: ναμοσύναν ἕλε ϑάμβος, ὅτ᾽ ἔκλυε τᾶς μελιφώνου Σαπφοῦς. adde Mosch. I 9: ὡς μέλε φωνά et 'Theo- erit. V 82. 130. Liban. Or. T. I 402 ed, Reiske: εἰ ovv Σαπφὼ τὴν “Δεσβίαν οὐδὲν ἐκώλυσεν εὔξασϑαι νύκτα αὐτῇ γενέσθαι διπλασίαν, ἐξέστω κἀμοί τι παραπλήσιον αἰτῆσαι. Χρόνε, πάτερ ἐνιαυτοῦ καὶ μηνῶν; ἔκτεινον ἡμῖν τουτὶ τὸ ἔτος ἐφ᾽ ὅσον οἷόν vs πλεῖστον, ὥσ- πὲρ ὅτε Ἡρακλῆς ἐσπείρετο, τὴν νύκτα ἐξέτεινας. Tres continuas noetes cum luppiter Alemenae eonnubio usus esse feratur (hinc Hereules τρεέσπερος λέων dictus Lycophroni v. 33), coniieias Sap- phonem νύκτα τριπλασέαν dixisse. 131. [123.] Strabo XIII p. 615: Εἶτ᾽ ἐν ἑκατὸν σταδίοις (ἀπ᾽ ᾿Ἐλαίας πόλεως Αἰολικῆς) ἡ Κάνη, τὸ ἀνταῖρον ἀκρωτήριον τῷ «“Πέκτῳ καὶ ποιοῦν τὸν ᾿Αδραμυττηνὸν κόλπον, οὗ μέρος καὶ ὃ "EAeirmóg ἔστι. Κάναι δὲ πολίχνιον Δοκρῶν τῶν ἐκ Κύνου, κατὰ τὰ ἄκρα τῆς «Δέσβου τὰ νοτιώτατα, κείμενον ἐν τῇ Καναίᾳ" αὕτη δὲ μέχρι τῶν ᾿᾿ργινουσσῶν διήκει καὶ τῆς ὑπερκειμένης ἄκρας, ἣν “{γά τινες (Aiy& D, αἷγαν hoz) ὀνομάξουσιν ὁμωνύμως τῷ ξώῳ᾽ δεῖ δὲ μα- πκρῶς τὴν δευτέραν συλλαβὴν ἐκφέρειν Αἰγὰν (αἰγὰν Ez, vulgo Aiy&v) ὡς ἀκτὰν καὶ ἀρχάν (ita EF, vulgo "4xrüv καὶ !4oyüv), οὕτω γὰρ xoi τὸ ὄρος ὅλον ὠνομάξετο, ὃ νῦν Κάνην καὶ Κάνας λέγουσιν" ... ὕστερον δὲ αὐτὸ τὸ ἀκρωτήριον Αἰγὰ (ita Coraes et Meineke, vulgo iy&, nisi fuit 4“ἔγα, αἶγα DE) κεκλῆσϑαι (ita libri, corrigunt, κέκληται, probabilius Meineke putat δοκεῖ excidisse) 917 ὡς Σαπῳφώ φησι (φησι add. moz, om. ceteri, Kramer verba ὡς Σαπφώ φησι ab aliena manu addita esse censet, et omisit Mei- neke), τὸ δὲ λοιπὸν Κάνη καὶ Κάναι. cf. Steph. Byz. v. A4iye. 182. [1941] Schol. Apoll. Rhod. ΠῚ 26: ᾿Απολλώνιος μὲν ᾿Αφροδίτης τὸν Ἔρωτα γενεαλογεῖ, Σαπφὼ δὲ Γῆς καὶ Οὐρανοῦ. Cf. Eudoc. 158. Ai Arg. 'heoer. ΧΗΠ: Σαπφὼ (Ἔρωτα) ᾿Αφροδίτης καὶ Οὐρανοῦ, ubi Wüstemann 1 ἧς coniecit, sed cf. Pausan. IX 97, 3: Σαπφὼ 9*