190 ^ — . POETAE MELICI. ἀέρρετε τέκτοντες üvOQegh . - Ὁ ; 901 "Twijveov. γάμβρος ἔρχεται ἶσος "Agevi, (Ὑμήναον) ἄνδρος μεγάλω πόλυ μείξων" (Ὑμήναον). 92. [69.] Πέρροχος, ὡς ὅτ᾽ ἄοιδος ὁ Πέσβιος ἀλλοδάποισιν. 93. [35. 133.] Οἷον τὸ γλυκύμαλον ἐρεύϑεται ἄκρῳ ἐπ᾽ ὕσδῳ Eliam Euripides in Phaethonte carmen nuptiale, quod dactylis et epi- tritis constat, exorsus es& eodem hoc numero Ὁ. ὦ. Ὑμὴν "Tuv et ἃ τὸν μέγαν, videtur enim. Euripides Ὑμὴν correpta priore extulisse. — V. 9. ἀέρρετε Bentley, ἀέρρατε Ahrens, ἀεέρετε ap. Heph. C, ἀείρη- Tor P, ἀείρετα A, ἀεέρατε EF] Turn. Apost. Ars. Dem. (ubi Ald. d»- ἐρατε). — τέκτονες, Ahrens τέκτυνες, Ald. Dem. τέκτονα. — ἄνδρες om. Dem. Koechly disserens de Sapphus epithalamiis me. I 196 seq.) denuo haec in hexametros redegit ac v. 2seq. in hunc modum refinxi: "Tuvotov: ὁ γάώμβρος ἐσέρχεται i ἶσος "Aont: οὐ μὰν ἶσος Aon, μεγάλω δ᾽ ἄνδρος πόλυ μείξων, πέρροχος κτλ. existimans supplementum v. 8 Demetrii verbis commendari. — V. 8. ἔρχεται, Dem. εἰσέρχεται, Beidler ἐσέρχεται. — ἶσος, ap. Hepb. ΕἸ ἔ ἴσως, et sic Vind. Farn. ap. Dem., Ahrens /660g. --- "4osvi À, vulgo eni, E "Turn. "4g, Fl Ars. Ἄρει. ' Post hune versum sieut post; v. 4 Ὑμή- ναὸν adieci. — V. 4. μεγάλω πόλυ Neue, legebatur μεγάλου πολλῷ. Fr. 92. Demetr. de Eloc. CXLVI: Ἐκ di παραβολῆς. καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξέχοντος ἀνδρὸς 7) Σαπφώ φησιν" Πέρφοχος͵ wrÀ. ἐνταῦϑα γὰρ χάριν ἐποίησεν ἡ παραβολὴ μᾶλλον A μέγεϑος" καίτοι ἐξῆν εἰπεῖν, πέρ- οχος ὥσπερ ἡ σελήνη τῶν ἄλλων ἄστρων, ἢ ὃ ἥλιος ὃ λαμπρότερος, 4) ὅσσα ἄλλα ἐστὶ ποιητικώτερα. Conf. Eust. Il. 741, 16: Αἴλιον “Διονύσιον, ὃς καὶ τὸν τῆς παροιμίας Αέσβιον ὁδὸν Τέρπανδρόν φησιν ἢ Εόαι- νετίδην ἢ ᾿Αφιστοκλείδην. καὶ ᾿Δριστοτέλης δὲ ἐν τῇ “Λακεδαιμονίων πολιτείᾳῳ τὸ Μετὰ “έσβιον φδὸν τὸν Τέρπανδρόν φησι δηλοῦν. ἐκαλοῦντο δέ φασι καὶ ὕστερον εἰς τὴν ἐκείνου τιμὴν πρῶτον μὲν ἀπό- γονοι αὐτοῦ, εἶτα εἴ τις ἄλλος παρξέη “Λέσβιος, εἶθ᾽ οὕτως οἵ λοιποὶ Μετὰ A. ὠδόν, τὸν ἁπλῶς δηλαδὴ Δέσβιον. Permire Kock haec ad Achillem refert, quem Homerus Lesbius celebraverit. Fr. 93. Scholiasta Hermog. VII 983 ed: Walz: καὶ Σαπφώ, οἷον κτλ. -- kn γλυκύμαλον, Schol. Theocr. XI 39: γλυκύμηλον νον, ἔστι γάρ τι μήλου γένος. Σαπφώ" γλυκύμαλον ἐρεύγεται ὡς ἄκρω ἐπ᾽ ὄσδω (M. γλυκύ τι μᾶλον et ἐπόσδων, Gen. b γλυκύτατον οὗ ἄκρῳ ἐπ᾽ ὄσδῳ, cod. Ambr. satis vitiose γλυκύ τι μᾶλον ἐρεύγεται ἄκρω σποδῶ, velt. edd. ἄκρῳ ἐπ᾽ οὐδῷ). Schol Herm. γλυκὺ μᾶλλον (Ven. μᾶλον). ἐρεύϑεται Ven., εὑρέϑεται Par. 2, εὑρίσκεται Par. 1. — $600 Bior-