16 n . POETAE MELICI. iani: mediam formam firmat quamvis corrupta Hesychii glossa: yévvov* Κύπριοι, καὶ λάβε καὶ κάϑιξε, ubi duo diversa vocabula composita esse apparet, γέμου i. e. λάβε, alterum oblivium yev- - n. . , , " vov ἃ γόνυ descendens i. e. γόνυ κάμψον, κάϑιξε, quemadmodum γουνοῦσϑαι, congeniculare, ingeniculare dicitur. : 142. [104.] Zonar. 1190: Κερκολύρα, οὕτως ὃ ᾿Αλκμὰν ἐχρήσατο ἀντὶ τοῦ πρεκολύρα, ἔστι δὲ τοῦτο πάϑος᾽ τὸ δὲ κερκολύρα ἠχητικὴ λύρα. τὸ γὰρ κρέκε, κρέκε ἦχός ἐστε τῆς xi9dgog. Adde Et. M. 506, 17: Κέρκος" ϑηλυκῶς σκεῦός τι, ὥσπερ καὶ τρίπους ἢ ϑύρα χαλκῆ. Κερκολύρα (hoc vulgo deest, sed add. DPM, cf. Min- gareli cod. Nan. 496)' οὕτως ὁ ᾿Αλκμὰν ἐχρήσατο. ut haec sit nova glossa. Prior glossa Κέρκος totidem verbis legitur in Bekk. An. I 271,11. Ceterum cf. etiam Suid. Κερκολύρα᾽ ὄνομα τύπου, ubi fori. τόνου legendum. ' 143. [84] 869 Athen. III 81 D: Kvóovíov δὲ μήλων μνημονεύει Στησί- χορος ἐν Ἑλένῃ οὕτως ... καὶ ᾿Δλκμάν. 144. Schol. Hom. Od. ψ 76: Ὁ δὲ ᾿Δλκμὰν καὶ τὰς γνάϑους μά- στακάς φησι παρὰ τὸ μασᾶσϑαι. 145. Etym. Gud. 395; 52: ΐνήμη, μενήμη᾽ ... ᾿Δλκμὰν δέ, φασί, δόρκον αὐτὴν καλεῖ" βλέπομεν γὰρ τῇ διανοίᾳ τὰ ἀρχαῖα. Eadem duo codd. Par. not. ad Et. M. 589, 16. ΕπρουῖαΒ coni. παλίδορκον, O. Müller poccídooxov, Hartung παλαιόδορκον. 146 A. Appendix Achill. Tat. Isag. c. 2 p. 166 Petav.: ὥς που καὶ '"Aixuàv ὁμοστοίχους ἐκάλεσε τὰς iv τάξει χορενούσας παρϑένους. 146 B. [112] Schol. Hom. Il. o 40: Τὰ γὰρ εἰς τις λήγοντα ϑηλυκὰ δισύλ- λαβα;: μὴ ὄντα ἐπιϑετικά, παραληγόμενα δὲ τῷ Ὁ ἤτοι μόνῳ ἢ σὺν ἑτέρῳ φωνήεντι; ὀξύνεσϑαι ϑέλει, κοιτίς, Προιτίς. φροντίς, οὐτὶς τὸ ξῶον παρ᾽ ᾿Δλεμᾶνι. Of. Arcad. 35, 8.