58 — ^ . POETAE MELICI. 62. [45.] P ' $88 . (Τύχα), Εὐνομέας ve καὶ Πειϑοῦς ἀδελφὰ καὶ Προμαϑείας ϑυγάτηρ. 63. [59.] Πεῖρζ τοι μαϑήσιος ἀρχά. 64. [121] Ἔστι παρέντων μνᾶστιν ἐπιϑέσϑαι. 65. [12.] Ὡς «ἁμὲς τὸ καλὸν. μελίσκον. 66. [18] . Ὅσαι δὲ παίδες ἁμέων 2 , ΔΙ ^ , ἐντί, τὸν κιϑαριστὰν αἰνέοντι. 01. * : 851 Οἶδα δ᾽ ὀρνίχων νόμως πάντων. Antea scripsi ἦρ᾽ αὐτὸν, ut esset versus Archebuleo similis, quo Alemanem usum esse auctor est Hephaestio c. 8 extr. nisi quod pede minor est. Fr. 62. Plutareh de fort. Rom. c. 4: οὐ μὲν γὰρ (ἡ Τύχη) ἀπευϑὴς κατὰ τὸν Πίνδαρον οὐδὲ δίδυμον στρέφοισα πηδάλιον, ἀλλὰ μάλλον Εὐνομέας κτλ. ὡς γενεαλογεῖ ᾿Δλκμάν. — VW. 1. Τύχα addidi, et scripsi deinde τὲ καί, vulgo καί. — ἀδελφά Schneidewin, vulgo ἀδελφή. — V. 8. Προμαϑείας Schneidewin, sulgo Προμηϑείας. Fr. 68, Schol. Pind. Isthm. I 56: Ὁ παϑὼν καὶ τῷ νῷ προμαϑὴς γίνεται" Aluudv: Πεῖρά vot πτλ. a Fr. 64. Eustath. Od. 1787, 43: A£yov6w of Αἰολεῖς ἐκ τοῦ φιλῶ μετοχὴν φίλεις καὶ τοῦ φρονῶ φρόνεις . . . εἷς, ἧς κλίσιν παρὰ τοῖς που ταῖς φυλάττεσϑαι εἰπὼν (Ἡραπλείδης) παράγει χρῆσιν ἐξ ᾿ἡλιμᾶνος on. κτλ. --- ἐπιθέσθαι, fork. τίθεσθαι. Fr. 65. Apollon. de pron. 378 C: "Ausg “ὠριον" Alspey ὡς ἁμὲς κτλ. οὐκ ἐπίληπτος δὲ ἡ τάσις, καϑὸ τὰ πτωτικὰ ἀπέστραπται τὴν εἰς τὸ ες ὀξεῖαν. — μελίσκον, Hartung μελέσδοβιεν. Fr. 66. Apollon. de pron. 881 B: ἯΙ ἁμῶν παρὰ “ωριεῦσι καὶ σύν- αρϑρον γενικὴν σημαένεν ἀκόλουϑον τῇ ἁμός" τῇ μέντοι διαιρέσει ἡ πρωτότυπος διαλλάσσει τῆς κτητικῆς, οὐκέτι τὸ αὐτὸ ἀναδεχομένης" Alnpdv: Ὅσαι δὲ κελ. — V. 1. παίδες, legebatur παῖδες. Hecker ὅσσοι δὲ πεδ᾽ ἁμέων requirit. — V.2. Chorus puellarum haec de ipso Alemane dicit, quem sorore» nuncupari non est mirum, siquidem Aristoxenus àp. Ammonium p. 81 significat, κιϑαρῳδοῦ nomen recens usu receptum. Fr. 67. Athen. AX 814}: Of “ωριεῖς λέγοντες ὄρνιξ τὴν γενικὴν διὰ τοῦ j λέγουσιν ὄρνιχος. Ainpev δὲ διὰ τοῦ 9 τὴν εὐθεῖαν ἐκφέρει καὶ τὴν γενικὴν Οἶδα δι’ ὀρνέχων ὅμως πάντων. ubi B νόμως. Correxit Hermann. Fort. est ex eodem carmine ex quo fr. 24.