ALCMAN. 51 * 35, [14.] “Ἔρπει γὰρ ἄντα τῷ σιδάρῳ τὸ καλῶς κιϑαρίσδην. 96. [26.] Ἔρος μὲ δαὗτε Κύπριδος F£xevi γλυκὺς κατείβων καρδίαν ἰαίνει. 81. [211 τ τ΄υ-.--.--:-[ν.]- υ-ῦ -—B opo oon Z-—vu-ucI Τοῦτο αδειᾶν.. Μωσᾶν ἔδειξεν δῶρον μάκαιρα παρϑένων ἁ ξανϑὰ Μεγαλοστράτα. 38. [34.] "Agpoüíre uiv οὐκ ἔστι, μάργος δ᾽ Ἔρως οἷα παῖς παίσδει » ? »25 » 7 e , - Ῥ &xo ἐπ ἄνϑη καβαίνων, ἃ μή μοι ϑίψῃς, τῶ κυπαιρίσχω. bd Fr. 35. Plut. vit. Lycurgi e. 291: Μουσικωτάτους γὰρ ἅμα καὶ ,mo- λεμικωτάτους ἀποφαίνουσιν αὐτούς (Πακεδαιμονίους)" ἕρπει κτᾶ. ὡς ὃ Λακωνικὸς ποιητὴς εἴρηκε. Eadem s. poetae n. de fort. Alex. lI c. 2. — ἕρπει, Scaliger coni. ῥέπει. --- V. 2. κιϑαρίσδην scripsi, vulgo κιϑα- οίσδειν, C κπιδδαρίδειν. Weleker τῶ σιδάρω et κυϑαρίσδεν requirit. In ed. 2 coniunxi cum fr. 29. Fr. 36. Athen. XIII 600 F: Aeybrec δ᾽ ὁ ἁρμονικός, ὥς φησι Xa- μαιλέων, Ἀλκμᾶνα γεγονέναι τῶν ἐρωτικῶν μελῶν ἡγεμόνα, καὶ ἐκ- δοῦναι πρῶτον μέλος ἀκύλαστον ὄντα καὶ , (fort. καταφερῆ pro καὶ seri- bendum) περὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὴν τοιαύτην μοῦσαν εἰ vag διατριβάς" διὸ καὶ λέγειν ἕν τινι τῶν μελῶν Ἔρος κτλ. — V. δαῦτε scripsi, vulgo δ᾽ αὖτε, Buttmann δεῦτε. — JFéxoti scripsi, legismiqt ἕκατι. Fr. 31. Athen. XIII 600 F: Λέγει δὲ (ἀμρχύτας sive αμαιλέων) καὶ ὡς τῆς Μεγαλοστράτης οὐ μετρέως ἐρασϑείη (libri συμμέτρως ἐρα- σϑείς, alterum Sehweighaeuser, alterum Cobet correxit), ποιητρίας μὲν οὔσης, δυναμένης δὲ καὶ διὰ τὴν ὁμιλίαν τοὺς ἐραστὰς προσελκύσασϑαι. λέγει δ᾽ οὕτως περὶ αὐτῆς. Tové ἁδεῖαν μοῦσαν κπτὶ. Est fort. ex eodem carmine ex quo £r. 36. — V. 1. τοῦτο αδειᾶν.. Moc&v scripsi, fortasse ἐμὶν vel ἀν᾽ àv ad versum redintegrandum addendum, antea τοῦϑ᾽ ἁδεᾶν Movcàv scripsi, Stephanus ἁδειᾶῶν Movoüv, cui ᾿Μωσᾶν substituit Schneidewin, non recte Meineke Mo ἄν. — V. 9. μάκαιρα, PVL μάκαιρα. — παρθένων ΑΒ, παρϑένῳ PVL, fort. “παρσένων. Fr. 38. Hephaest. 16: Δύναται δὲ καὶ μέχρι τοῦ ἑξαμέτρουν προ- χόπτειν τὸ μέτρον διὰ τὸ ᾿τριακοντάσημον μὴ ὑπερβάλλειν" καὶ εἴη ἂν ἑξάώμετρον καταληκτικὸν τὸ καλούμενον τοῦ ἀλκμᾶνος ἐκ uóvov ἀἄμ- φιμάκρων' qo. κτλ. Eadem Apostol. IV 62, 6. — V. 1. παῖς παίσδει 4*