ALCMAN. * 11 τ. [6] A Μῶσα κέκλαγ᾽. & λίγεια Σειρήν. ἘΒ. Toc τέχε οἵ θυγάτηρ Γλαύκω μάκαιρα. EIS ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΥ͂Σ. 9--1|. 599 9. [3.] SI Um*YXxuL.LSeZxv.g.. συν. ».£2uw... Κάστωρ vs πώλων ὠκέων δματῆρες, ἱππόται σοφοί, καὶ Πωλυδεύκης xvÓpóc. Fr. V. Aristid. II 508: "4xovcic δὲ καὶ τοῦ Adxovog λέγοντος εἰς αὑτόν τε καὶ τὸν gooóv: Ἢ Μῶσα κεκλήγει, ἡ λίγεια Σειρήν, ubi D κεχλήγη. Weleker κέκληγ᾽, ἡ correxit, Scehneidewin & seripsit, ego κέκλαγ᾽ ἃ substitui, quod ἔχλαγε, non κέκληγε esse puto. Versum ut hue referrem me non tantum numerorum similitudo permovit, sed con- firmat hane euspicionem ipse Aristides cum addit: προστέϑει δὲ κὠκεῖνο, ὅτι αὐτῆς τῆς Μούσης δεηϑεὶς κατ᾽ ἀρχὰς ὃ ποιητής, ἵν᾽ ἐνεργὸς ἐπ᾽ αὐτῆς γένοιτο, εἶτα ὥσπερ ἐξέστη καὶ φησίν, ὅτι τοῦτο ἐκεῖνο χορὸς αὐτὸς ἀντὶ τῆς Μούσης γεγένηται. Vides quam apte haec conveniant, si sumamus fr. 1 proxime praecessisse. Fr. 8. Schol. Apoll. Rhod. I 146: Φερεκύδης δὲ ἐν τῇ β΄ ἐκ Λαο- φόντης τῆς Πλευρῶνος Λήδαν καὶ ᾿λϑαίαν Θεστίω γενέσϑαι φησίν" ὅτι δὲ Γλαύκου ἐστὶ καὶ ᾿ἀλϑαίας αἰνίττεται λέγων" τοὺς τέκε ϑυγά- τὴρ Γλαύκῳ μάκαιρα. φασὶ τὸν μὲν Πολυδεύκην ε]Πὸς, τὸν δὲ Κάστορα Τυνδάρεω. Apparet ᾿λϑαίας ortum esse ex errore, nomine quod in superiore versu legitur repetito; scripsi 4A«up&v: τὼς τέκε of ὃ. Γλαύκω μάκαιρα. — Fr. 9. Herodian. zsol σχημ. 01: ᾿ἀλκμανικὸν σχῆμα τὸ μεσάξον τὴν ἐπαλλήλων ὀνομάτων ἢ ῥημάτων ϑέσιν πληϑυντικοῖς ἢ δυϊκοῖς ὀνόμασιν ἢ ῥήμασι. τέσσαρα δὲ παρὰ τῷ ποιητῇ τοιαῦτα. ἧχι ῥοὰς Σιμόεις συμβάλλετον ἠδὲ Σκάμανδρος. πλεονάξει δὲ τοῦτο τὸ σχῆμα παρ᾽ Δλκμᾶνι τῷ λυρικῷ, ὅϑεν καὶ Aiwuavuxóv ὠνόμασται. εὐϑὺς γοῦν ἐν τῇ δευτέρᾳ δῇ παρείληπται. Κάστωρ vs (ἃ κά- 6:090) π. ὠκέων (ia A, xc CD, om. B) δαμάντορες (A, δαμαντῆ- eec ΒΟ) ἱππόται σοφοὶ ([ππότα copo CD) x. II. xvógoc (B κῦδρος, CD κύδεος). Eadem Schol Pind. Pyth. IV 318 ubi ταχέων δμητῆρες (unde δματῆρες cum Schneidewino scripsi), Schol. Od. 4 513, ubi A«- Gto ox. Π. ἐλατῆρες καὶ Πολυδεύκης, eundemque iterat, Eustath. 1607, 34, nisi quod ἐλατῆρε et Πολυδεύκεις exhibet. — V.?2. Πωλυδεύκης seripsi, legebatur Πολυδεύκης, cf. fr. 23 pag. 1 v. 1. Welcker Mus. Rhen. X 105 sic constituit: Κάστωρ τε πώλων ὠκέων δαμάντορε, ἱππότα σοφώ, καὶ Πολνδεύκης κυδρός. Porram Lym. IIl. 2