LYRA GRAECA 92 Sch. Soph. ©. 7. 153 [ἐκτέταμαι φοβερὰν φρένα]: ἐκπέπληγ- μαι, φοβερὰν δὲ τὴν περίφοβον. καὶ ᾿Αλκαῖος" ἐλάφω δὲ βρόμος ἐν στήθεσι φυίει φόβερος"} ἀντὶ τοῦ περίφοβος. 92 A Str. 13. G06 τὴν δὲ Arrovdpov ᾿Αλκαῖος μὲν καλεῖ Δελέγων πόλιν" Πρώτα pev” Avtavopos Λελέγων πόλις 93 Sch. Vheeer. 7. 112 [Ἕβρον πὰρ ποταιμὺν} ᾿Αλκαῖός φῆσιν ὕτι Ἕβρος κάλλιστος ποταμῶν. , 3 4 hoe 4 8 νὸν ποτάμων ἁπάντων ] , | "“E®pe κάλιστε 94 Zeuol, (Puree. Ἐν 30) alk Σκυρία' Χρύσιππός φησι! ἐπὶ τῶν τὰς εὐεργεσίας ἀνατρεπύντω τετάχθαι τὴν παροιμίαν, ἐπειδὴ πολλάκις τὰ ἀγγεῖα ἀνατρέπει ἡ αἴξ' ἄλλοι δέ φασιν ἐπὶ τῶν ὀνησιφόρεν Ἀέγεσθαι, διὰ τὸ πολὺ γάλα φέρειν" τὰς Σκυρίας αἶγας. μέμνηται Πίνδαρος καὶ ᾿Αλκαῖος. OS Sch, Ap. Rh. 1. 957 [κρήνῃ ὑπ᾽ ᾿Αρτακίῃ}] “Apraxia κρήνη περὶ Κύζικον, ἧς καὶ ᾿Αλκαῖος μέμνηται καὶ Καλλίμαχος ὕτι τῆς Δολιονίας ἐστιν. c.g. Κύξικον Aorioviay . . .. 1 Boouos: [}1ΦἾϑ τρόμος: Ji πτέτρομως ἴον δὲ Bp. ef. Apoll. Pron. 334 (2. 1. 1. 58 Lentz) 380