<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-model href="http://www.stoa.org/epidoc/schema/latest/tei-epidoc.rng" schematypens="http://relaxng.org/ns/structure/1.0"?>
<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0">
	<teiHeader>
    
		<fileDesc>
			<titleStmt>
				<title xml:lang="lat">Meteorologica</title>
				<author>Aristotle</author>
				<editor>Immanuel Bekker</editor>
				<funder>Andrew W. Mellon Foundation</funder>
				<respStmt>
					<resp>Published original versions of the electronic texts</resp>
					<orgName ref="http://www.graeco-arabic-studies.org/">A Digital Corpus for Graeco-Arabic
						Studies, funded by the Andrew W. Mellon Foundation</orgName>
					<persName>Mark Schiefsky, Harvard University</persName>
					<persName>Gregory R. Crane, Universität Leipzig</persName>
					<persName>Uwe Vagelpohl, University of Warwick</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Keyboarding</resp>
					<orgName xml:id="DDD">Digital Divide Data</orgName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Editor-in-Chief, Perseus Digital Library</resp>
					<persName>Gregory R. Crane</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Project Manager (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Matt Munson</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Project Assistant (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Annette Geßner</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Lead Developer (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Thibault Clérice</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Technical Advisor</resp>
					<persName>Bruce Robertson</persName>
				</respStmt>
			</titleStmt>
			<publicationStmt>
				<authority>A Digital Corpus for Graeco-Arabic Studies, funded by the Andrew W. Mellon
					Foundation</authority>
				<publisher>University of Leipzig</publisher>
				<pubPlace>Germany</pubPlace>
				<idno type="filename">tlg0086.tlg026.1st1K-grc1.xml</idno>
				<availability>
					<licence target="https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/">Available under a
						Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License</licence>
				</availability>
				<date>2016</date>
			</publicationStmt>
			<sourceDesc>
				<biblStruct>
					<monogr>
						<title xml:lang="lat">Aristotelis Opera</title>
						<author>Aristotle</author>
						<editor>Immanuel Bekker</editor>
						<imprint>
							<publisher>Oxford University Press</publisher>
							<pubPlace>Oxford</pubPlace>
							<biblScope unit="vol">3</biblScope>
							<biblScope unit="pp" from="1" to="130">1-130</biblScope>
							<date>1837</date>
						</imprint>
					</monogr>
					<ref target="https://hdl.handle.net/2027/nyp.33433022676005?urlappend=%3Bseq=14">HathiTrust</ref>
				</biblStruct>
			</sourceDesc>
		</fileDesc>
		<encodingDesc>
			<p>The following text is encoded in accordance with EpiDoc standards and with the CTS/CITE
				Architecture.</p>
			  <refsDecl n="CTS">
				<cRefPattern matchPattern="(.+).(.+)" n="chapter" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1']/tei:div[@n='$2'])"/>
				<cRefPattern matchPattern="(.+)" n="book" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1'])"/>
			</refsDecl>
		</encodingDesc>
		<profileDesc>
			<langUsage>
				<language ident="greek">Greek</language>
			</langUsage>
		</profileDesc>
	</teiHeader>
	<text>
		<body>

			<div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg026.1st1K-grc1">
				<pb n="1"/>

				<div type="textpart" subtype="book" n="1">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΩΝ Α.</head>
						<p>ΠΕΡΙ μὲν οὖν τῶν πρώτων αἰτίων τῆς φύσεως καὶ περὶ <lb/>πάσης κινήσεως φυσικῆς, ἔτι
							δὲ περὶ τῶν κατὰ τὴν ἄνω φορὰν <lb/>διακεκοσμημένων ἄστρων καὶ περὶ τῶν στοιχείων τῶν
							<lb/>σωματικῶν, πόσα τε καὶ ποῖα, καὶ τῆς εἰς ἄλληλα μεταβολῆς, <lb/>καὶ περὶ γενέσεως
							καὶ φθορᾶς τῆς κοινῆς εἴρηται πρότερον. <lb/>Λοιπὸν δ’ ἐστὶ μέρος τῆς μεθόδου ταύτης
							ἔτι θεωρητέον, <lb/>ὃ πάντες οἱ πρότερον μετεωρολογίαν ἐκάλουν· ταῦτα <lb/>δ’ ἐστὶν
							ὅσα συμβαίνει κατὰ φύσιν μέν, ἀτακτοτέραν μέντοι <lb/>τῆς τοῦ πρώτου στοιχείου τῶν
							σωμάτων, περὶ τὸν γειτνιῶντα <lb/>μάλιστα τόπον τῇ φορᾷ τῶν ἄστρων, οἷον περί τε
							<lb/>γάλακτος καὶ κομητῶν καὶ τῶν ἐκπυρουμένων καὶ κινουμένων <lb/>φασμάτων, ὅσα τε
							θείημεν ἂν ἀέρος εἶναι κοινὰ πάθη καὶ <lb/>ὕδατος, ἔτι δὲ γῆς ὅσα εἴδη καὶ μέρη καὶ
							πάθη τῶν μερῶν, <lb/>ἐξ ὧν περί τε πνευμάτων καὶ σεισμῶν θεωρήσαιμεν ἂν τὰς
							<lb/>αἰτίας καὶ περὶ πάντων τῶν γινομένων κατὰ τὰς κινήσεις τὰς <lb/>τούτων· ἐν οἷς τὰ
							μὲν ἀποροῦμεν, τῶν δ’ ἐφαπτόμεθά τινα <lb/>τρόπον· ἔτι δὲ περὶ κεραυνῶν πτώσεως καὶ
							τυφώνων καὶ <lb/>πρηστήρων καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐγκυκλίων, ὅσα διὰ πῆξιν <lb/>συμβαίνει
							πάθη τῶν αὐτῶν σωμάτων τούτων. Διελθόντες <lb/>δὲ περὶ τούτων, θεωρήσωμεν εἴ τι
							δυνάμεθα κατὰ τὸν ὑφηγημένον <lb/>τρόπον ἀποδοῦναι περὶ ζῴων καὶ φυτῶν, καθόλου τε
							<lb/>καὶ χωρίς· σχεδὸν γὰρ τούτων ῥηθέντων τέλος ἂν εἴη γεγονὸς <lb/>τῆς ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν
							προαιρέσεως πάσης. Ὧδ’ οὖν ἀρξάμενοι <lb/>λέγωμεν περὶ αὐτῶν πρῶτον. </p>
					</div>
					<pb n="2"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ἐπεὶ γὰρ διώρισται πρότερον ἡμῖν μία μὲν ἀρχὴ τῶν <lb/>σωμάτων, ἐξ ὧν συνέστηκεν ἡ
							τῶν ἐγκυκλίως φερομένων σωμάτων <lb/>φύσις, ἄλλα δὲ τέτταρα σώματα διὰ τὰς τέτταρας
							<lb/>ἀρχάς, ὧν διπλῆν εἶναί φαμεν τὴν κίνησιν, τὴν μὲν ἀπὸ <lb/>τοῦ μέσου, τὴν δ’ ἐπὶ
							τὸ μέσον· τεττάρων δ’ ὄντων τούτων, <lb/>πυρὸς καὶ ἀέρος καὶ ὕδατος καὶ γῆς, τὸ μὲν
							τούτοις πᾶσιν <lb/>ἐπιπολάζον εἶναι πῦρ, τὸ δ’ ὑφιστάμενον γῆν· δύο δ’ ἃ <lb/>πρὸς
							αὑτὰ τούτοις ἀνάλογον ἔχει· ἀὴρ μὲν γὰρ πυρὸς ἐγγυτάτω <lb/>τῶν ἄλλων, ὕδωρ δὲ γῆς. Ὁ
							δὴ περὶ τὴν γῆν <lb/>ὅλος κόσμος ἐκ τούτων συνέστηκε τῶν σωμάτων· περὶ ὃν <lb/>τὰ
							συμβαίνοντα πάθη φαμὲν εἶναι ληπτέον. Ἔστι δ’ ἐξ <lb/>ἀνάγκης συνεχής πως οὗτος ταῖς
							ἄνω φοραῖς, ὥστε πᾶσαν <lb/>αὐτοῦ τὴν δύναμιν κυβερνᾶσθαι ἐκεῖθεν· ὅθεν γὰρ ἡ τῆς
							κινήσεως <lb/>ἀρχὴ πᾶσιν, ἐκείνην αἰτίαν νομιστέον πρώτην. Πρὸς <lb/>δὲ τούτοις ἡ μὲν
							ἀΐδιος καὶ τέλος οὐκ ἔχουσα τῷ τόπῳ τῆς <lb/>κινήσεως, ἀλλ’ ἀεὶ ἐν τέλει· ταῦτα δὲ τὰ
							σώματα πάντα <lb/>πεπερασμένους διέστηκε τόπους ἀλλήλων. Ὥστε τῶν συμβαινόντων
							<lb/>περὶ αὐτὸν πῦρ μὲν καὶ γῆν καὶ τὰ συγγενῆ τούτοις <lb/>ὡς ἐν ὕλης εἴδει τῶν
							γιγνομένων αἴτια χρὴ νομίζειν (τὸ <lb/>γὰρ ὑποκείμενον καὶ πάσχον τοῦτον
							προσαγορεύομεν τὸν <lb/>τρόπον), τὸ δ’ οὕτως αἴτιον ὡς ὅθεν ἡ τῆς κινήσεως ἀρχή,
							<lb/>τὴν τῶν ἀεὶ κινουμένων αἰτιατέον δύναμιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Ἀναλαβόντες οὖν τὰς ἐξ ἀρχῆς θέσεις καὶ τοὺς εἰρημένους <lb/>πρότερον διορισμούς,
							λέγωμεν περί τε τῆς τοῦ γάλακτος <lb/>φαντασίας καὶ περὶ κομητῶν καὶ τῶν ἄλλων ὅσα
							τυγχάνει <lb/>τούτοις ὄντα συγγενῆ. Φαμὲν δὲ πῦρ καὶ ἀέρα καὶ ὕδωρ <lb/>καὶ γῆν
							γίνεσθαι ἐξ ἀλλήλων, καὶ ἕκαστον ἐν ἑκάστῳ ὑπάρχειν <lb/>τούτων δυνάμει, ὥσπερ καὶ τῶν
							ἄλλων οἷς ἕν τι καὶ ταὐτὸν <lb/>ὑπόκειται, εἰς ὃ ἀναλύονται ἔσχατον. Πρῶτον μὲν <pb n="3"/> οὖν ἀπορήσειεν ἄν τις περὶ τὸν καλούμενον ἀέρα, τίνα τε χρὴ <lb/>λαβεῖν
							αὐτοῦ τὴν φύσιν ἐν τῷ περιέχοντι κόσμῳ τὴν γῆν, <lb/>καὶ πῶς ἔχει τάξει πρὸς τἆλλα τὰ
							λεγόμενα στοιχεῖα τῶν <lb/>σωμάτων. Ὁ μὲν γὰρ τῆς γῆς ὄγκος πηλίκος ἄν τις εἴη
							<lb/>πρὸς τὰ περιέχοντα μεγέθη, οὐκ ἄδηλον· ἤδη γὰρ ὦπται <lb/>διὰ τῶν ἀστρολογικῶν
							θεωρημάτων ἡμῖν ὅτι πολὺ καὶ τῶν <lb/>ἄστρων ἐνίων ἐλάττων ἐστίν. Ὕδατος δὲ φύσιν
							συνεστηκυῖαν <lb/>καὶ ἀφωρισμένην οὔθ’ ὁρῶμεν οὔτ’ ἐνδέχεται κεχωρισμένην <lb/>εἶναι
							τοῦ περὶ τὴν γῆν ἱδρυμένου σώματος, οἷον τῶν <lb/>τε φανερῶν, θαλάττης καὶ ποταμῶν,
							κἂν εἴ τι κατὰ βάθους <lb/>ἄδηλον ἡμῖν ἐστίν. Τὸ δὲ δὴ μεταξὺ τῆς γῆς τε καὶ τῶν
							<lb/>ἐσχάτων ἄστρων πότερον ἕν τι νομιστέον εἶναι σῶμα τὴν <lb/>φύσιν ἢ πλείων, κἂν εἰ
							πλείω, πόσα, καὶ μέχρι ποῦ διώρισται <lb/>τοῖς τόποις; Ἡμῖν μὲν οὖν εἴρηται πρότερον
							περὶ τοῦ <lb/>πρώτου στοιχείου, ποῖόν τι τὴν δύναμίν ἐστι, καὶ ὅτι πᾶς <lb/>ὁ περὶ τὰς
							ἄνω φορὰς κόσμος ἐκείνου τοῦ σώματος πλήρης <lb/>ἐστίν. Καὶ ταύτην τὴν δόξαν οὐ μόνον
							ἡμεῖς τυγχάνομεν <lb/>ἔχοντες, φαίνεται δ’ ἀρχαία τις ὑπόληψις αὕτη καὶ τῶν πρότερον
							<lb/>ἀνθρώπων· ὁ γὰρ λεγόμενος αἰθὴρ παλαιὰν εἴληφε <lb/>τὴν προσηγορίαν, ἣν
							Ἀναξαγόρας μὲν τῷ πυρὶ ταὐτὸν ἡγήσασθαί <lb/>μοι δοκεῖ σημαίνειν· τά τε γὰρ ἄνω πλήρη
							πυρὸς <lb/>εἶναι, κἀκεῖνος τὴν ἐκεῖ δύναμιν αἰθέρα καλεῖν ἐνόμισεν, τοῦτο <lb/>μὲν
							ὀρθῶς νομίσας· τὸ γὰρ ἀεὶ σῶμα θέον ἅμα θεῖόν τι <lb/>τὴν φύσιν ἐοίκασιν ὑπολαβεῖν,
							καὶ διώρισαν ὀνομάζειν αἰθέρα <lb/>τὸ τοιοῦτον ὡς ὂν οὐθενὶ τῶν παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτό· οὐ
							<lb/>γὰρ δὴ φήσομεν ἅπαξ οὐδὲ δὶς οὐδ’ ὀλιγάκις τὰς αὐτὰς <lb/>δόξας ἀνακυκλεῖν
							γινομένας ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλ’ ἀπειράκις. <lb/>Ὅσοι δὲ πῦρ καθαρὸν εἶναί φασι τὸ
							περιέχον καὶ μὴ <lb/>μόνον τὰ φερόμενα σώματα, τὸ δὲ μεταξὺ γῆς καὶ τῶν <lb/>ἄστρων
							ἀέρα, θεωρήσαντες ἂν τὰ νῦν δεικνύμενα διὰ τῶν <pb n="4"/> μαθημάτων ἱκανῶς ἴσως, ἂν
							ἐπαύσαντο ταύτης τῆς παιδικῆς <lb/>δόξης· λίαν γὰρ ἁπλοῦν τὸ νομίζειν μικρὸν τοῖς
							μεγέθεσιν <lb/>εἶναι τῶν φερομένων ἕκαστον, ὅτι φαίνεται θεωροῦσιν ἡμῖν <lb/>ἐντεῦθεν
							οὕτως. Εἴρηται μὲν οὖν καὶ πρότερον ἐν τοῖς περὶ <lb/>τὸν ἄνω τόπον θεωρήμασι, λέγωμεν
							δὲ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ <lb/>νῦν. Εἰ γὰρ τά τε διαστήματα πλήρη πυρὸς καὶ τὰ σώματα
							<lb/>συνέστηκεν ἐκ πυρός, πάλαι φροῦδον ἂν ἦν ἕκαστον τῶν ἄλλων <lb/>στοιχείων. Ἀλλὰ
							μὴν οὐδ’ ἀέρος γε μόνου πλήρη· πολὺ <lb/>γὰρ ἂν ὑπερβάλλοι τὴν ἰσότητα τῆς κοινῆς
							ἀναλογίας πρὸς <lb/>τὰ σύστοιχα σώματα, κἂν εἰ δύο στοιχείων πλήρης ὁ μεταξὺ <lb/>γῆς
							καὶ οὐρανοῦ τόπος ἐστίν· οὐδὲν γὰρ ὡς εἰπεῖν μόριον <lb/>ὁ τῆς γῆς ἐστὶν ὄγκος, ἐν ᾧ
							συνείληπται πᾶν καὶ τὸ <lb/>τοῦ ὕδατος πλῆθος, πρὸς τὸ περιέχον μέγεθος. Ὁρῶμεν δ’
							<lb/>οὐκ ἐν τοσούτῳ μεγέθει γινομένην τὴν ὑπεροχὴν τῶν ὄγκων, <lb/>ὅταν ἐξ ὕδατος ἀὴρ
							γένηται διακριθέντος ἢ πῦρ ἐξ ἀέρος. <lb/>Ἀνάγκη δὲ τὸν αὐτὸν ἔχειν λόγον ὃν ἔχει τὸ
							τοσονδὶ καὶ <lb/>μικρὸν ὕδωρ πρὸς τὸν ἐξ αὐτοῦ γινόμενον ἀέρα, καὶ τὸν <lb/>πάντα πρὸς
							τὸ πᾶν ὕδωρ. Διαφέρει δ’ οὐθὲν οὐδ’ εἴ τις φήσει <lb/>μὲν μὴ γίγνεσθαι ταῦτα ἐξ
							ἀλλήλων, ἴσα μέντοι τὴν δύναμιν <lb/>εἶναι· κατὰ τοῦτον γὰρ τὸν τρόπον ἀνάγκη τὴν
							ἰσότητα <lb/>τῆς δυνάμεως ὑπάρχειν τοῖς μεγέθεσιν αὐτῶν, ὥσπερ <lb/>κἂν εἰ γιγνόμενα
							ἐξ ἀλλήλων ὑπῆρχεν. Ὅτι μὲν οὖν οὔτ’ <lb/>ἀὴρ οὔτε πῦρ συμπεπλήρωκε μόνον τὸν μεταξὺ
							τόπον, φανερόν <lb/>ἐστιν· λοιπὸν δὲ διαπορήσαντας εἰπεῖν πῶς τέτακται <lb/>τὰ δύο
							πρὸς τὴν τοῦ πρώτου σώματος θέσιν, λέγω δὲ ἀέρα <lb/>τε καὶ πῦρ, καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν ἡ
							θερμότης ἀπὸ τῶν ἄνωθεν <lb/>ἄστρων γίγνεται τοῖς περὶ τὴν γῆν τόποις. Περὶ ἀέρος
							<lb/>οὖν εἰπόντες πρῶτον, ὥσπερ ὑπεθέμεθα, λέγωμεν οὕτω καὶ <pb n="5"/> περὶ τούτων
							πάλιν. Εἰ δὴ γίνεται ὕδωρ ἐξ ἀέρος καὶ ἀὴρ ἐξ <lb/>ὕδατος, διὰ τίνα ποτ’ αἰτίαν οὐ
							συνίσταται νέφη κατὰ τὸν <lb/>ἄνω τόπον; Προσῆκε γὰρ μᾶλλον ὅσῳ πορρώτερον ὁ τόπος
							<lb/>τῆς γῆς καὶ ψυχρότερος, διὰ τὸ μήθ’ οὕτω πλησίον εἶναι τῶν <lb/>ἄστρων θερμῶν
							ὄντων μήτε τῶν ἀπὸ τῆς γῆς ἀνακλωμένων <lb/>ἀκτίνων, αἳ κωλύουσι πλησίον τῆς γῆς
							συνίστασθαι, διακρίνουσαι <lb/>τῇ θερμότητι τὰς συστάσεις· γίνονται γὰρ αἱ τῶν
							<lb/>νεφῶν ἀθροίσεις, οὗ λήγουσιν ἤδη διὰ τὸ σχίζεσθαι εἰς <lb/>ἀχανὲς αἱ ἀκτῖνες. Ἢ
							οὖν οὐκ ἐξ ἅπαντος τοῦ ἀέρος ὕδωρ <lb/>πέφυκεν γίγνεσθαι, ἢ εἰ ὁμοίως ἐξ ἅπαντος, ὁ
							περὶ τὴν γῆν <lb/>οὐ μόνον ἀήρ ἐστιν ἀλλ’ οἷον ἀτμίς, διὸ πάλιν συνίσταται <lb/>εἰς
							ὕδωρ. Ἀλλὰ μὴν εἰ τοσοῦτος ὢν ὁ ἀὴρ ἅπας ἀτμίς <lb/>ἐστιν, δόξειεν ἂν πολὺ ὑπερβάλλειν
							ἡ τοῦ ἀέρος φύσις καὶ <lb/>ἡ τοῦ ὕδατος, εἴπερ τά τε διαστήματα τῶν ἄνω πλήρη ἐστὶ
							<lb/>σώματός τινος, καὶ πυρὸς μὲν ἀδύνατον διὰ τὸ κατεξηράνθαι <lb/>ἂν τἆλλα πάντα,
							λείπεται δ’ ἀέρος καὶ τοῦ περὶ τὴν γῆν <lb/>πᾶσαν ὕδατος· ἡ γὰρ ἀτμὶς ὕδατος διάκρισίς
							ἐστιν. Περὶ <lb/>μὲν οὖν τούτων ἠπορήσθω τοῦτον τὸν τρόπον· ἡμεῖς δὲ <lb/>λέγωμεν ἅμα
							πρός τε τὰ λεχθησόμενα διορίζοντες καὶ <lb/>πρὸς τὰ νῦν εἰρημένα. Τὸ μὲν γὰρ ἄνω καὶ
							μέχρι σελήνης <lb/>ἕτερον εἶναι σῶμά φαμεν πυρός τε καὶ ἀέρος, οὐ μὴν <lb/>ἀλλ’ ἐν
							αὐτῷ γε τὸ μὲν καθαρώτερον εἶναι τὸ δ’ ἧττον εἰλικρινές, <lb/>καὶ διαφορὰς ἔχειν, καὶ
							μάλιστα ᾗ καταλήγει πρὸς <lb/>τὸν ἀέρα καὶ πρὸς τὸν περὶ τὴν γῆν κόσμον. Φερομένου δὲ
							<lb/>τοῦ πρώτου στοιχείου κύκλῳ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ σωμάτων, τὸ <lb/>προσεχὲς ἀεὶ τοῦ κάτω
							κόσμου καὶ σώματος τῇ κινήσει διακρινόμενον <lb/>ἐκπυροῦται καὶ ποιεῖ τὴν θερμότητα.
							Δεῖ δὲ <lb/>νοεῖν οὕτως καὶ ἐντεῦθεν ἀρξαμένους. Τὸ γὰρ ὑπὸ τὴν <lb/>ἄνω περιφορὰν
							σῶμα οἷον ὕλη τις οὖσα καὶ δυνάμει θερμὴ <lb/>καὶ ψυχρὰ καὶ ξηρὰ καὶ ὑγρά, καὶ ὅσα
							ἄλλα τούτοις ἀκολουθεῖ <pb n="6"/> πάθη, γίγνεται τοιαύτη καὶ ἔστιν ὑπὸ κινήσεώς τε
							<lb/>καὶ ἀκινησίας, ἧς τὴν αἰτίαν καὶ τὴν ἀρχὴν εἰρήκαμεν πρότερον. <lb/>Ἐπὶ μὲν οὖν
							τοῦ μέσου καὶ περὶ τὸ μέσον τὸ βαρύτατόν <lb/>ἐστι καὶ ψυχρότατον ἀποκεκριμένον, γῆ
							καὶ ὕδωρ· <lb/>περὶ δὲ ταῦτα καὶ τὰ ἐχόμενα τούτων, ἀήρ τε καὶ ὃ διὰ <lb/>συνήθειαν
							καλοῦμεν πῦρ, οὐκ ἔστι δὲ πῦρ· ὑπερβολὴ γὰρ <lb/>θερμοῦ καὶ οἷον ζέσις ἐστὶ τὸ πῦρ.
							Ἀλλὰ δεῖ νοῆσαι τοῦ <lb/>λεγομένου ὑφ’ ἡμῶν ἀέρος τὸ μὲν περὶ τὴν γῆν οἷον ὑγρὸν
							<lb/>καὶ θερμὸν εἶναι διὰ τὸ ἀτμίζειν τε καὶ ἀναθυμίασιν <lb/>ἔχειν γῆς, τὸ δ’ ὑπὲρ
							τοῦτο θερμὸν ἤδη καὶ ξηρόν. Ἔστι <lb/>γὰρ ἀτμίδος μὲν φύσις ὑγρὸν καὶ θερμόν,
							ἀναθυμιάσεως <lb/>δὲ θερμόν καὶ ξηρόν· καὶ ἔστιν ἀτμὶς μὲν δυνάμει οἷον <lb/>ὕδωρ,
							ἀναθυμίασις δὲ δυνάμει οἶον πῦρ. Τοῦ μὲν οὗν ἐν τῷ <lb/>ἄνω τόπῳ μὴ συνίστασθαι νέφη
							ταύτην ὑποληπτέον αἰτίαν <lb/>εἶναι, ὅτι οὐκ ἔνεστιν ἀὴρ μόνον ἀλλὰ μᾶλλον οἷον πῦρ.
							<lb/>Οὐθὲν δὲ κωλύει καὶ διὰ τὴν κύκλῳ φορὰν κωλύεσθαι συνίστασθαι <lb/>νέφη ἐν τῷ ἄνω
							τόπῳ· ῥεῖν γὰρ ἀναγκαῖον ἅπαντα <lb/>τὸν κύκλῳ ἀέρα, ὅσος μὴ ἐντὸς τῆς περιφερείας
							λαμβάνεται <lb/>τῆς ἀπαρτιζούσης ὥστε τὴν γῆν σφαιροειδῆ εἶναι πᾶσαν· <lb/>φαίνεται
							γὰρ καὶ νῦν ἡ τῶν ἀνέμων γένεσις ἐν τοῖς λιμνάζουσι <lb/>τόποις τῆς γῆς, καὶ οὐχ
							ὑπερβάλλειν τὰ πνεύματα <lb/>τῶν ὑψηλοτάτων ὀρῶν. Ῥεῖ δὲ κύκλῳ διὰ τὸ συνεφέλκεσθαι
							<lb/>τῇ τοῦ ὅλου περιφορᾷ. Τὸ μὲν γὰρ πῦρ τῷ ἄνω <lb/>στοιχείῳ, τῷ δὲ πυρὶ ὁ ἀὴρ
							συνεχής ἐστιν· ὥστε καὶ διὰ τὴν <lb/>κίνησιν κωλύεται συγκρίνεσθαι εἰς ὕδωρ, ἀλλ’ ἀεὶ
							ὅ τι ἂν <lb/>βαρύνηται μόριον αὐτοῦ ἐκθλιβομένου εἰς τὸν ἄνω τόπον <lb/>τοῦ θερμοῦ
							κάτω φέρεται, ἄλλα δ’ ἐν μέρει συναναφέρεται <lb/>τῷ ἀναθυμιωμένῳ πυρί, καὶ οὕτω
							συνεχῶς τὸ μὲν ἀέρος διατελεῖ <pb n="7"/> πλῆρες ὂν τὸ δὲ πυρός, καὶ ἀεὶ ἄλλο καὶ ἄλλο
							γίνεται <lb/>ἕκαστον αὐτῶν. Περὶ μὲν οὖν τοῦ μὴ γίγνεσθαι νέφη μηδ’ <lb/>εἰς ὕδωρ
							σύγκρισιν, καὶ πῶς δεῖ λαβεῖν περὶ τοῦ μεταξὺ τόπου <lb/>τῶν ἄστρων καὶ τῆς γῆς, καὶ
							τίνος ἐστὶ σώματος πλήρης, <lb/>τοσαῦτα εἰρήσθω. Περὶ δὲ τῆς γιγνομένης θερμότητος,
							<lb/>ἣν παρέχεται ὁ ἥλιος, μᾶλλον μὲν καθ’ αὑτὸ καὶ <lb/>ἀκριβῶς ἐν τοῖς περὶ
							αἰσθήσεως προσήκει λέγειν (πάθος <lb/>γάρ τι τὸ θερμὸν αἰσθήσεως ἐστιν), διὰ τίνα δ’
							αἰτίαν γίγνεται <lb/>μὴ τοιούτων ὄντων ἐκείνων τὴν φύσιν, λεκτέον καὶ <lb/>νῦν. Ὁρῶμεν
							δὴ τὴν κίνησιν ὅτι δύναται διακρίνειν τὸν ἀέρα <lb/>καὶ ἐκπυροῦν, ὥστε καὶ τὰ φερόμενα
							τηκόμενα φαίνεσθαι <lb/>πολλάκις. Τὸ μὲν οὖν γίγνεσθαι τὴν ἀλέαν καὶ τὴν θερμότητα
							<lb/>ἱκανή ἐστι παρασκευάζειν καὶ ἡ τοῦ ἡλίου φορὰ μόνον· <lb/>ταχεῖάν τε γὰρ δεῖ καὶ
							μὴ πόρρω εἶναι. Ἡ μὲν οὖν <lb/>τῶν ἄστρων ταχεῖα μὲν πόρρω δέ, ἡ δὲ τῆς σελήνης κάτω
							<lb/>μὲν βραδεῖα δέ· ἡ δὲ τοῦ ἡλίου ἄμφω ταῦτ’ ἔχει ἱκανῶς. Τὸ <lb/>δὲ μάλιστα
							γίγνεσθαι ἅμα τῷ ἡλίῳ αὐτῷ τὴν θερμότητα <lb/>εὔλογον, λαμβάνοντας τὸ ὅμοιον ἐκ τῶν
							παρ’ ἡμῖν γιγνομένων· <lb/>καὶ γὰρ ἐνταῦθα τῶν βίᾳ φερομένων ὁ πλησιάζων ἀὴρ
							<lb/>μάλιστα γίνεται θερμός. Καὶ τοῦτ’ εὐλόγως συμβαίνει· <lb/>μάλιστα γὰρ ἡ τοῦ
							στερεοῦ διακρίνει κίνησις αὐτόν. Διά τε <lb/>ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν ἀφικνεῖται πρὸς
							τόνδε τὸν τόπον ἡ <lb/>θερμότης, καὶ διὰ τὸ τὸ περιέχον πῦρ τὸν ἀέρα διαρραίνεσθαι
							<lb/>τῇ κινήσει πολλάκις καὶ φέρεσθαι κάτω βίᾳ. Σημεῖον <lb/>δ’ ἱκανὸν ὅτι ὁ ἄνω τόπος
							οὐκ ἔστι θερμὸς οὐδ’ ἐκπεπυρωμένος <lb/>καὶ αἱ διαδρομαὶ τῶν ἀστέρων. Ἐκεῖ μὲν γὰρ οὐ
							<lb/>γίνονται, κάτω δέ· καίτοι τὰ μᾶλλον κινούμενα καὶ μᾶλλον <lb/>ἐκπυροῦται. Πρὸς δὲ
							τούτοις ὁ ἥλιος, ὅσπερ μάλιστα <lb/>εἶναι δοκεῖ θερμός, φαίνεται λευκὸς ἀλλ’ οὐ
							πυρώδης ὤν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τούτων δὲ διωρισμένων, λέγωμεν διὰ τίν’ αἰτίαν αἵ τε <pb n="8"/> φλόγες αἱ καόμεναι
							φαίνονται περὶ τὸν οὐρανὸν καὶ οἱ διαθέοντες <lb/>ἀστέρες καὶ οἱ καλούμενοι ὑπό τινων
							δαλοὶ καὶ αἶγες· <lb/>ταῦτα γὰρ πάντ’ ἐστὶ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν,
							<lb/>διαφέρει δὲ τῷ μᾶλλον καὶ ἧττον. Ἀρχὴ δ’ ἐστὶ καὶ τούτων <lb/>καὶ πολλῶν ἄλλων
							ἥδε. Θερμαινομένης γὰρ τῆς γῆς <lb/>ὑπὸ τοῦ ἡλίου τὴν ἀναθυμίασιν ἀναγκαῖον γίνεσθαι
							μὴ ἁπλῆν, <lb/>ὥς τινες οἴονται, ἀλλὰ διπλῆν, τὴν μὲν ἀτμιδωδεστέραν τὴν <lb/>δὲ
							πνευματωδεστέραν, τὴν μὲν τοῦ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐπὶ τῇ γῇ <lb/>ὑγροῦ ἀτμίδα, τὴν δ’ αὐτῆς
							τῆς γῆς οὔσης ξηρᾶς καπνώδη· <lb/>καὶ τούτων τὴν μὲν πνευματώδη ἐπιπολάζειν διὰ τὸ
							θερμόν, <lb/>τὴν δ’ ὑγροτέραν ὑφίστασθαι διὰ τὸ βάρος. Καὶ διὰ ταῦτα <lb/>τοῦτον τὸν
							τρόπον κεκόσμηται τὸ πέριξ· πρῶτον μὲν γὰρ <lb/>ὑπὸ τὴν ἐγκύκλιον φοράν ἐστι τὸ θερμὸν
							καὶ ξηρόν, ὃ λέγομεν <lb/>πῦρ (ἀνώνυμον γὰρ τὸ κοινὸν ἐπὶ πάσης τῆς καπνώδους
							<lb/>διακρίσεως· ὅμως δὲ διὰ τὸ μάλιστα πεφυκέναι τὸ τοιοῦτον <lb/>ἐκκάεσθαι τῶν
							σωμάτων οὕτως ἀναγκαῖον χρῆσθαι <lb/>τοῖς ὀνόμασιν), ὑπὸ δὲ ταύτην τὴν φύσιν ἀήρ. Δεῖ
							δὲ νοῆσαι <lb/>οἷον ὑπέκκαυμα τοῦτο ὃ νῦν εἴπομεν πῦρ περιτετάσθαι <lb/>τῆς περὶ τὴν
							γῆν σφαίρας ἔσχατον, ὥστε μικρᾶς κινήσεως <lb/>τυχὸν ἐκκάεσθαι πολλάκις ὥσπερ τὸν
							καπνόν· ἔστι γὰρ <lb/>ἡ φλὸξ πνεύματος ξηροῦ ζέσις. Ἧι ἂν οὖν μάλιστα εὐκαίρως
							<lb/>ἔχῃ ἡ τοιαύτη σύστασις, ὅταν ὑπὸ τῆς περιφορᾶς κινηθῇ <lb/>πως, ἐκκαίεται.
							Διαφέρει δ’ ἤδη κατὰ τὴν τοῦ ὑπεκκαύματος <lb/>θέσιν ἢ τὸ πλῆθος· ἂν μὲν γὰρ πλάτος
							ἔχῃ καὶ <lb/>μῆκος τὸ ὑπέκκαυμα, πολλάκις ὁρᾶται καιομένη φλὸξ ὥσπερ <lb/>ἐν ἀρούρᾳ
							καιομένης καλάμης, ἂν δὲ κατὰ μῆκος μόνον, οἱ <lb/>καλούμενοι δαλοὶ καὶ αἶγες καὶ
							ἀστέρες. Καὶ ἐὰν μὲν <lb/>πλέον τὸ ὑπέκκαυμα ᾖ κατὰ τὸ μῆκος ἢ τὸ πλάτος, ὅταν
							<lb/>μὲν οἷον ἀποσπινθηρίζῃ ἅμα καιόμενον (τοῦτο δὲ γίνεται <pb n="9"/> διὰ τὸ
							παρεκπυροῦσθαι, κατὰ μικρὰ μέν, ἐπ’ ἀρχὴν δέ), αἲξ <lb/>καλεῖται, ὅταν δ’ ἄνευ τούτου
							τοῦ πάθους, δαλός. Ἐὰν δὲ <lb/>τὰ μήκη τῆς ἀναθυμιάσεως κατὰ μικρά τε καὶ πολλαχῇ
							<lb/>διεσπαρμένα ᾖ καὶ ὁμοίως κατὰ πλάτος καὶ βάθος, οἱ δοκοῦντες <lb/>ἀστέρες
							διάττειν γίνονται. Ὁτὲ μὲν οὖν ὑπὸ τῆς <lb/>κινήσεως ἡ ἀναθυμίασις ἐκκαιομένη γεννᾷ
							αὐτά· ὁτὲ δὲ ὑπὸ <lb/>τοῦ διὰ τὴν ψύξιν συνισταμένου ἀέρος ἐκκρούεται καὶ ἐκθλίβεται
							<lb/>τὸ θερμόν, διὸ καὶ ἔοικεν ἡ φορὰ ῥίψει μᾶλλον αὐτῶν, <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐκκαύσει.
							Ἀπορήσειε γὰρ ἄν τις πότερον ὥσπερ <lb/>ἡ ὑπὸ τοὺς λύχνους τιθεμένη ἀναθυμίασις ἀπὸ
							τῆς ἄνωθεν <lb/>φλογὸς ἅπτει τὸν κάτωθεν λύχνον (θαυμαστὴ γὰρ καὶ <lb/>τούτου ἡ
							ταχυτής ἐστι καὶ ὁμοία ῥίψει, ἀλλ’ οὐχ ὡς ἄλλου <lb/>καὶ ἄλλου γιγνομένου πυρός), ἢ
							ῥίψεις τοῦ αὐτοῦ σώματός <lb/>εἰσιν αἱ διαδρομαί. Ἔοικε δὲ δὴ δι’ ἄμφω· καὶ γὰρ
							<lb/>οὕτως ὡς ἡ ἀπὸ τοῦ λύχνου γίνεται, καὶ ἔνια διὰ τὸ ἐκθλίβεσθαι <lb/>ῥιπτεῖται,
							ὥσπερ οἱ ἐκ τῶν δακτύλων πυρῆνες, ὥστε <lb/>καὶ εἰς θάλασσαν καὶ εἰς γῆν φαίνεσθαι
							πίπτοντα, καὶ <lb/>νύκτωρ καὶ μεθ’ ἡμέραν αἰθρίας οὔσης. Κάτω δὲ ῥιπτεῖται <lb/>διὰ τὸ
							τὴν πύκνωσιν εἰς τὸ κάτω ῥέπειν τὴν ἀπωθοῦσαν. <lb/>Διὸ καὶ οἱ κεραυνοὶ κάτω
							πίπτουσιν· πάντων γὰρ τούτων ἡ <lb/>γένεσις οὐκ ἔκκαυσις ἀλλ’ ἔκκρισις ὑπὸ τῆς
							ἐκθλίψεώς ἐστιν, <lb/>ἐπεὶ κατὰ φύσιν γε τὸ θερμὸν ἄνω πέφυκε φέρεσθαι πᾶν. <lb/>Ὅσα
							μὲν οὖν μᾶλλον ἐν τῷ ἀνωτάτω τόπῳ συνίσταται, <lb/>ἐκκαομένης γίγνεται τῆς
							ἀναθυμιάσεως, ὅσα δὲ κατώτερον, <lb/>ἐκκρινομένης διὰ τὸ συνιέναι καὶ ψύχεσθαι τὴν
							ὑγροτέραν <lb/>ἀναθυμίασιν· αὕτη γὰρ συνιοῦσα καὶ κάτω ῥέπουσα ἀπωθεῖ <lb/>πυκνουμένη
							καὶ κάτω ποιεῖ τοῦ θερμοῦ τὴν ῥίψιν· διὰ δὲ τὴν <lb/>θέσιν τῆς ἀναθυμιάσεως, ὅπως ἂν
							τύχῃ κειμένη τοῦ πλάτους <pb n="10"/> καὶ τοῦ βάθους, οὕτω φέρεται ἢ ἄνω ἢ κάτω ἢ εἰς
							τὸ πλάγιον. <lb/>Τὰ πλεῖστα δ’ εἰς τὸ πλάγιον διὰ τὸ δύο φέρεσθαι <lb/>φοράς, βίᾳ μὲν
							κάτω, φύσει δ’ ἄνω· πάντα γὰρ κατὰ τὴν <lb/>διάμετρον φέρεται τὰ τοιαῦτα. Διὸ καὶ τῶν
							διαθεόντων <lb/>ἀστέρων ἡ πλείστη λοξὴ γίνεται φορά. Πάντων δὴ τούτων <lb/>αἴτιον ὡς
							μὲν ὕλη ἡ ἀναθυμίασις, ὡς δὲ τὸ κινοῦν ὁτὲ μὲν <lb/>ἡ ἄνω φορά, ὁτὲ δ’ ἡ τοῦ ἀέρος
							συγκρινομένου πῆξις. <lb/>Πάντα δὲ κάτω σελήνης ταῦτα γίνεται. Σημεῖον δ’ ἡ φαινομένη
							<lb/>αὐτῶν ταχυτὴς ὁμοία οὖσα τοῖς ὑφ’ ἡμῶν ῥιπτουμένοις, <lb/>ἃ διὰ τὸ πλησίον εἶναι
							ἡμῶν πολὺ δοκεῖ τῷ τάχει <lb/>παραλλάττειν ἄστρα τε καὶ ἥλιον καὶ σελήνην. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Φαίνεται δέ ποτε συνιστάμενα νύκτωρ αἰθρίας οὔσης <lb/>πολλὰ φάσματα ἐν τῷ οὐρανῷ,
							οἷον χάσματά τε καὶ βόθυνοι <lb/>καὶ αἱματώδη χρώματα. Αἴτιον δὲ καὶ τούτων τὸ
							<lb/>αὐτό. Ἐπεὶ γὰρ φανερός ἐστι συνιστάμενος ὁ ἄνω ἀὴρ <lb/>ὥστ’ ἐκπυροῦσθαι, καὶ τὴν
							ἐκπύρωσιν ὁτὲ μὲν τοιαύτην γίγνεσθαι <lb/>ὥστε φλόγα δοκεῖν κάεσθαι, ὁτὲ δ’ οἷον
							δαλοὺς <lb/>φέρεσθαι καὶ ἀστέρας, οὐθὲν ἄτοπον εἰ χρωματίζεται ὁ <lb/>αὐτὸς οὗτος ἀὴρ
							συνιστάμενος παντοδαπάς χρόας· διά τε <lb/>γὰρ πυκνοτέρου διαφαινόμενον ἔλαττον φῶς
							καὶ ἀνάκλασιν <lb/>δεχόμενος ὁ ἀὴρ παντοδαπὰ χρώματα ποιήσει, μάλιστα δὲ
							<lb/>φοινικοῦν ἢ πορφυροῦν διὰ τὸ ταῦτα μάλιστα ἐκ τοῦ πυρώδους <lb/>καὶ λευκοῦ
							φαίνεσθαι μιγνυμένων κατὰ τὰς ἐπιπροσθήσεις, <lb/>οἷον ἀνίσχοντα τὰ ἄστρα καὶ δυόμενα,
							ἐὰν ᾖ καῦμα, καὶ <lb/>διὰ καπνοῦ φοινικᾶ φαίνεται. Καὶ τῇ ἀνακλάσει δὲ ποιήσει,
							<lb/>ὅταν τὸ ἔνοπτρον ᾖ τοιοῦτον ὥστε μὴ τὸ σχῆμα ἀλλὰ <lb/>τὸ χρῶμα δέχεσθαι. Τοῦ δὲ
							μὴ πολὺν χρόνον μένειν ταῦτα <lb/>ἡ σύστασις αἰτία ταχεῖα οὖσα. Τὰ δὲ χάσματα
							ἀναρρηγνυμένου <lb/>τοῦ φωτὸς ἐκ κυανέου καὶ μέλανος ποιεῖ τι βάθος <pb n="11"/> ἔχειν
							δοκεῖν. Πολλάκις δ’ ἐκ τῶν τοιούτων καὶ δαλοὶ ἐκπίπτουσιν, <lb/>ὅταν συγκριθῇ μᾶλλον·
							συνιὸν δέ τι χάσμα δοκεῖ. <lb/>Ὅλως δ’ ἐν τῷ μέλανι τὸ λευκὸν πολλὰς ποιεῖ ποικιλίας,
							<lb/>οἷον ἡ φλὸξ ἐν τῷ καπνῷ. Ἡμέρας μὲν οὖν ὁ ἥλιος κωλύει, <lb/>νυκτὸς δ’ ἔξω τοῦ
							φοινικοῦ τὰ ἄλλα δι’ ὁμοιόχροιαν οὐ φαίνεται. <lb/>Περὶ μὲν οὖν τῶν διαθεόντων ἀστέρων
							καὶ τῶν ἐκπυρουμένων, <lb/>ἔτι δὲ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων φασμάτων ὅσα <lb/>ταχείας
							ποιεῖται τὰς φαντασίας, ταύτας ὑπολαβεῖν δεῖ τὰς <lb/>αἰτίας. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Περὶ δὲ τῶν κομητῶν καὶ τοῦ καλουμένου γάλακτος λέγωμεν, <lb/>διαπορήσαντες πρὸς τὰ
							παρὰ τῶν ἄλλων εἰρημένα <lb/>πρῶτον. Ἀναξαγόρας μὲν οὖν καὶ Δημόκριτός φασιν εἶναι
							<lb/>τοὺς κομήτας σύμφασιν τῶν πλανήτων ἀστέρων, ὅταν διὰ τὸ <lb/>πλησίον ἐλθεῖν
							δόξωσι θιγγάνειν ἀλλήλων. Τῶν δ’ Ἰταλικῶν <lb/>τινὲς καὶ καλουμένων Πυθαγορείων ἕνα
							λέγουσιν αὐτὸν <lb/>εἶναι τῶν πλανήτων ἀστέρων, ἀλλὰ διὰ πολλοῦ τε χρόνου <lb/>τὴν
							φαντασίαν αὐτοῦ εἶναι καὶ τὴν ὑπερβολὴν ἐπὶ μικρόν, <lb/>ὅπερ συμβαίνει καὶ περὶ τὸν
							τοῦ Ἑρμοῦ ἀστέρα· διὰ γὰρ <lb/>τὸ μικρὸν ἐπαναβαίνειν πολλὰς ἐκλείπει φάσεις, ὥστε διὰ
							<lb/>χρόνου φαίνεται πολλοῦ. Παραπλησίως δὲ τούτοις καὶ οἱ <lb/>περὶ Ἱπποκράτην τὸν
							Χῖον καὶ τὸν μαθητὴν αὐτοῦ Αἰσχύλον <lb/>ἀπεφήναντο. Πλὴν τήν γε κόμην οὐκ ἐξ αὑτοῦ
							φασὶν <lb/>ἔχειν, ἀλλὰ πλανώμενον διὰ τὸν τόπον ἐνίοτε λαμβάνειν <lb/>ἀνακλωμένης τῆς
							ἡμετέρας ὄψεως ἀπὸ τῆς ἑλκομένης ὑγρότητος <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν ἥλιον. Διὰ δὲ τὸ
							ὑπολείπεσθαι <lb/>βραδύτατα τῷ χρόνῳ διὰ πλείστου χρόνου φαίνεσθαι τῶν <lb/>ἄλλων
							ἄστρων, ὡς ὅταν ἐκ ταὐτοῦ φανῇ ὑπολελειμμένον <lb/>ὅλον τὸν ἑαυτοῦ κύκλον·
							ὑπολείπεσθαι δ’ αὐτὸν καὶ πρὸς <lb/>ἄρκτον καὶ πρὸς νότον. Ἐν μὲν οὖν τῷ μεταξὺ τόπῳ
							τῶν <lb/>τροπικῶν οὐχ ἕλκειν τὸ ὕδωρ πρὸς ἑαυτὸν διὰ τὸ κεκαῦσθαι <pb n="12"/> ὑπὸ τῆς
							τοῦ ἡλίου φορᾶς· πρὸς δὲ νότον ὅταν φέρηται, δαψίλειαν <lb/>μὲν ἔχειν τῆς τοιαύτης
							νοτίδος, ἀλλὰ διὰ τὸ μικρὸν <lb/>εἶναι τὸ ὑπὲρ τῆς γῆς τμῆμα τοῦ κύκλου, τὸ δὲ κάτω
							<lb/>πολλαπλάσιον, οὐ δύνασθαι τὴν ὄψιν τῶν ἀνθρώπων φέρεσθαι <lb/>κλωμένην πρὸς τὸν
							ἥλιον οὔτε τῷ τροπικῷ πλησιάζοντος <lb/>οὔτ’ ἐπὶ θεριναῖς τροπαῖς ὄντος τοῦ ἡλίου.
							Διόπερ <lb/>ἐν τούτοις μὲν τοῖς τόποις οὐδὲ γίγνεσθαι κομήτην αὐτόν· <lb/>ὅταν δὲ πρὸς
							βορέαν ὑπολειφθεὶς τύχῃ, λαμβάνειν κόμην διὰ <lb/>τὸ μεγάλην εἶναι τὴν περιφέρειαν τὴν
							ἄνωθεν τοῦ ὁρίζοντος, <lb/>τὸ δὲ κάτω μέρος τοῦ κύκλου μικρόν· ῥᾳδίως γαρ τὴν ὄψιν
							<lb/>τῶν ἀνθρώπων ἀφικνεῖσθαι τότε πρὸς τὸν ἥλιον. Πᾶσι δὲ <lb/>τούτοις τὰ μὲν κοινῇ
							συμπίπτει λέγειν ἀδύνατα, τὰ δὲ καὶ <lb/>χωρίς. Πρῶτον μὲν οὖν τοῖς λέγουσιν ὅτι τῶν
							πλανωμένων <lb/>ἐστὶν εἷς ἀστέρων ὁ κομήτης· οἱ γὰρ πλανώμενοι πάντες <lb/>ἐν τῷ κύκλῳ
							ὑπολείπονται τῷ τῶν ζῳδίων, κομῆται δὲ <lb/>πολλοὶ ὠμμένοι εἰσὶν ἔξω τοῦ κύκλου. Εἶτα
							καὶ πλείους <lb/>ἑνὸς ἅμα γεγένηνται πολλάκις. Πρὸς δὲ τούτοις, εἰ διὰ τὴν
							<lb/>ἀνάκλασιν τὴν κόμην ἴσχουσι, καθάπερ φησὶν Αἰσχύλος καὶ <lb/>Ἱπποκράτης, ἔδει
							ποτὲ φαίνεσθαι καὶ ἄνευ κόμης τὸν ἀστέρα <lb/>τοῦτον, ἐπειδήπερ ὑπολείπεται μὲν καὶ
							εἰς ἄλλους τόπους, <lb/>τὴν δὲ κόμην ἴσχει οὐ πανταχοῦ. Νῦν δ’ οὐθεὶς ὦπται παρὰ
							<lb/>τοὺς πέντε ἀστέρας. Οὗτοι δὲ πολλάκις ἅμα πάντες μετέωροι <lb/>φαίνονται ὑπὲρ τοῦ
							ὁρίζοντος. Καὶ φανερῶν δ’ <lb/>αὐτῶν ὄντων ἁπάντων καὶ μὴ φαινομένων ἁπάντων, ἀλλ’
							<lb/>ἐνίων ὄντων πρὸς τῷ ἡλίῳ, οὐθὲν ἧττον κομῆται φαίνονται <lb/>γιγνόμενοι πολλάκις.
							Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τοῦτο ἀληθές, ὅτι <lb/>ἐν τῷ πρὸς ἄρκτον τόπῳ γίνεται κομήτης μόνον, ἅμα
							καὶ <lb/>τοῦ ἡλίου ὄντος περὶ θερινὰς τροπάς· ὅ τε γὰρ μέγας κομήτης <lb/>ὁ γενόμενος
							περὶ τὸν ἐν Ἀχαΐᾳ σεισμὸν καὶ τὴν τοῦ <pb n="13"/> κύματος ἔφοδον ἀπὸ δυσμῶν τῶν
							ἰσημερινῶν ἀνέσχε, καὶ <lb/>πρὸς νότον ἤδη πολλοὶ γεγόνασιν. Ἐπὶ δ’ ἄρχοντος Ἀθήνῃσιν
							<lb/>Εὐκλέους τοῦ Μόλωνος ἐγένετο κομήτης ἀστὴρ πρὸς <lb/>ἄρκτον μηνὸς γαμηλιῶνος περὶ
							τροπὰς ὄντος τοῦ ἡλίου χειμερινάς· <lb/>καίτοι τοσοῦτον ἀνακλασθῆναι καὶ αὐτοὶ τῶν
							ἀδυνάτων <lb/>εἶναί φασιν. Κοινὸν δὲ καὶ τούτοις καὶ τοῖς τὴν <lb/>σύναψιν λέγουσι
							πρῶτον μὲν ὅτι καὶ τῶν ἀπλανῶν λαμβάνουσι <lb/>κόμην τινές. Καὶ τοῦτ’ οὐ μόνον
							Αἰγυπτίοις πιστεῦσαι <lb/>δεῖ, καίτοι κἀκεῖνοί φασιν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐφεωράκαμεν·
							<lb/>τῶν γὰρ ἐν τῷ ἰσχίῳ τοῦ κυνὸς ἀστήρ τις ἔσχε κόμην, <lb/>ἀμαυρὰν μέντοι·
							ἀτενίζουσι μὲν γὰρ εἰς αὐτὸν ἀμυδρὸν <lb/>ἐγίγνετο τὸ φέγγος, παραβλέπουσι δ’ ἠρέμα
							τὴν ὄψιν <lb/>πλεῖον. Πρὸς δὲ τούτοις ἅπαντες οἱ καθ’ ἡμᾶς ὠμμένοι <lb/>ἄνευ δύσεως
							ἠφανίσθησαν ἐν τῷ ὑπὲρ τοῦ ὁρίζοντος τόπῳ <lb/>ἀπομαρανθέντες κατὰ μικρὸν οὕτως, ὥστε
							μήτε ἑνὸς ἀστέρος <lb/>ὑπολειφθῆναι σῶμα μήτε πλειόνων, ἐπεὶ καὶ ὁ μέγας <lb/>ἀστὴρ
							περὶ οὗ πρότερον ἐμνήσθημεν, ἐφάνη μὲν χειμῶνος ἐν <lb/>πάγοις καὶ αἰθρίαις ἀφ’
							ἑσπέρας, ἐπὶ Ἀστείου ἄρχοντος, <lb/>καὶ τῇ μὲν πρώτῃ οὐκ ὤφθη ὡς προδεδυκὼς τοῦ ἡλίου,
							τῇ δ’ <lb/>ὑστεραίᾳ ὤφθη· ὅσον ἐνδέχεται γὰρ ἐλάχιστον ὑπελείφθη <lb/>καὶ εὐθὺς ἔδυ·
							τὸ δὲ φέγγος ἀπέτεινε μέχρι τοῦ τρίτου <lb/>μέρους τοῦ οὐρανοῦ οἷον ἅλμα, διὸ καὶ
							ἐκλήθη ὁδός. Ἐπανῆλθε <lb/>δὲ μέχρι τῆς ζώνης τοῦ Ὠρίωνος, καὶ ἐνταῦθα διελύθη.
							<lb/>Καίτοι Δημόκριτός γε προσπεφιλονείκηκε τῇ δόξῃ <lb/>τῇ αὑτοῦ· φησὶ γὰρ ὦφθαι
							διαλυομένων τῶν κομητῶν <lb/>ἀστέρας τινάς. Τοῦτο δ’ οὐχ ὁτὲ μὲν ἔδει γίγνεσθαι ὁτὲ δ’
							<lb/>οὔ, ἀλλ’ ἀεί. Πρὸς δὲ τούτοις καὶ οἱ Αἰγύπτιοί φασι <lb/>καὶ τῶν πλανήτων καὶ
							πρὸς αὑτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἀπλανεῖς <lb/>γίνεσθαι συνόδους, καὶ αὐτοὶ ἑωράκαμεν τὸν
							ἀστέρα τὸν τοῦ <pb n="14"/> Διὸς τῶν ἐν τοῖς διδύμοις συνελθόντα τινὶ δὶς ἤδη καὶ
							<lb/>ἀφανίσαντα, ἀλλ’ οὐ κομήτην γενόμενον. Ἔτι δὲ καὶ ἐκ <lb/>τοῦ λόγου φανερόν· οἱ
							γὰρ ἀστέρες κἂν εἰ μείζους κἂν <lb/>ἐλάττους φαίνωνται, ἀλλ’ ὅμως ἀδιαίρετοί γε καθ’
							ἑαυτοὺς <lb/>εἶναι δοκοῦσιν. Ὥσπερ οὖν καὶ εἰ ἦσαν ἀδιαίρετοι, <lb/>ἁψάμενοι οὐθὲν ἂν
							ἐποίησαν μέγεθος μεῖζον, οὕτω καὶ ἐπειδὴ <lb/>οὐκ εἰσὶ μὲν φαίνονται δὲ ἀδιαίρετοι,
							καὶ συνελθόντες οὐθὲν <lb/>φανοῦνται μείζους τὸ μέγεθος ὄντες. Ὅτι μὲν οὖν αἱ
							λεγόμεναι <lb/>περὶ αὐτῶν αἰτίαι ψευδεῖς οὖσαι τυγχάνουσιν, εἰ <lb/>μὴ διὰ πλειόνων,
							ἀλλὰ καὶ διὰ τούτων ἱκανῶς δῆλόν ἐστιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ἐπεὶ δὲ περὶ τῶν ἀφανῶν τῇ αἰσθήσει νομίζομεν ἱκανῶς <lb/>ἀποδεδεῖχθαι κατὰ τὸν
							λόγον, ἐὰν εἰς τὸ δυνατὸν ἀναγάγωμεν, <lb/>ἐκ τε τῶν νῦν φαινομένων ὑπολάβοι τις ἂν
							ὧδε <lb/>περὶ τούτων μάλιστα συμβαίνειν. Ὑπόκειται γὰρ ἡμῖν τοῦ <lb/>κόσμου τοῦ περὶ
							τὴν γῆν, ὅσον ὑπὸ τὴν ἐγκύκλιόν ἐστι φοράν, <lb/>εἶναι τὸ πρῶτον μέρος ἀναθυμίασιν
							ξηρὰν καὶ θερμήν. <lb/>Αὕτη δὲ αὐτή τε καὶ τοῦ συνεχοῦς ὑπ’ αὐτὴν ἀέρος ἐπὶ πολὺ
							<lb/>συμπεριάγεται περὶ τὴν γῆν ὑπὸ τῆς φορᾶς καὶ τῆς κινήσεως <lb/>τῆς κύκλῳ·
							φερομένη δὲ καὶ κινουμένη τοῦτον τὸν τρόπον, <lb/>ᾗ ἂν τύχῃ εὔκρατος οὖσα, πολλάκις
							ἐκπυροῦται, διό <lb/>φαμεν γίγνεσθαι καὶ τὰς τῶν σποράδων ἀστέρων διαδρομάς. <lb/>Ὅταν
							οὖν εἰς τὴν τοιαύτην πύκνωσιν ἐμπέσῃ διὰ τὴν τῶν <lb/>ἄνωθεν κίνησιν ἀρχὴ πυρώδης,
							μήτε οὕτω πολλὴ λίαν ὥστε <lb/>ταχὺ καὶ ἐπὶ πολὺ ἐκκάειν, μήθ’ οὕτως ἀσθενὴς ὥστ’
							ἀποσβεσθῆναι <lb/>ταχύ, ἀλλὰ πλείων καὶ ἐπὶ πολύ, ἅμα δὲ κάτωθεν <lb/>συμπίπτῃ
							ἀναβαίνειν εὔκρατον ἀναθυμίασιν, ἀστὴρ τοῦτο <lb/>γίνεται κομήτης, ὅπως ἂν τὸ
							ἀναθυμιώμενον τύχῃ ἐσχηματισμένον· <lb/>ἐὰν μὲν γὰρ πάντῃ ὁμοίως, κομήτης, ἐὰν δ’ ἐπὶ
								<pb n="15"/> μῆκος, καλεῖται πωγωνίας. Ὥσπερ δ’ ἡ τοιαύτη φορὰ <lb/>ἀστέρος φορὰ
							δοκεῖ εἶναι, οὕτω καὶ ἡ μονὴ ἡ ὁμοία ἀστέρος <lb/>μονὴ δοκεῖ εἶναι· παραπλήσιον γὰρ τὸ
							γιγνόμενον οἷον εἴ <lb/>τις εἰς ἀχύρων θημῶνα καὶ πλῆθος ὤσειε δαλὸν ἢ πυρὸς ἀρχὴν
							<lb/>ἐμβάλοι μικράν· φαίνεται γὰρ ὁμοία καὶ ἡ τῶν ἀστέρων <lb/>διαδρομὴ τούτῳ· ταχὺ
							γὰρ διὰ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ὑπεκκαύματος <lb/>διαδίδωσιν ἐπὶ μῆκος. Εἰ δὴ τοῦτο διαμείνειε
							<lb/>καὶ μὴ καταμαρανθείη διελθόν, ᾗ μάλιστα ἐπύκνωσε τὸ ὑπέκκαυμα, <lb/>γένοιτ’ ἂν
							ἀρχὴ τῆς φορᾶς ἡ τελευτὴ τῆς διαδρομῆς. <lb/>Τοιοῦτον ὁ κομήτης ἐστὶν ἀστήρ, ὥσπερ
							διαδρομὴ <lb/>ἀστέρος, ἔχων ἐν αὑτῷ πέρας καὶ ἀρχήν. Ὅταν μὲν οὖν ἐν <lb/>αὐτῷ τῷ κάτω
							τόπῳ ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως ᾖ, καθ’ ἑαυτὸν <lb/>φαίνεται κομήτης· ὅταν δ’ ὑπὸ τῶν ἄστρων
							τινός, ἢ τῶν <lb/>ἀπλανῶν ἢ τῶν πλανήτων, ὑπὸ τῆς κινήσεως συνιστῆται ἡ
							<lb/>ἀναθυμίασις, τότε κομήτης γίγνεται τούτων τις· οὐ γὰρ <lb/>πρὸς αὐτοῖς ἡ κόμη
							γίγνεται τοῖς ἄστροις, ἀλλ’ ὥσπερ αἱ <lb/>ἅλῳ περὶ τὸν ἥλιον φαίνονται καὶ τὴν σελήνην
							παρακολουθοῦσαι, <lb/>καίπερ μεθισταμένων τῶν ἄστρων, ὅταν οὕτως ᾖ <lb/>πεπυκνωμένος ὁ
							ἀὴρ ὥστε τοῦτο γίγνεσθαι τὸ πάθος ὑπὸ <lb/>τὴν τοῦ ἡλίου πορείαν, οὕτω καὶ ἡ κόμη τοῖς
							ἄστροις οἷον <lb/>ἅλως ἐστίν. Πλὴν ἡ μὲν γίγνεται δι’ ἀνάκλασιν τοιαύτη τὴν
							<lb/>χρόαν, ἐκεῖ δ’ ἐπ’ αὐτῶν τὸ χρῶμα φαινόμενόν ἐστιν. Ὅταν <lb/>μὲν οὖν κατ’ ἀστέρα
							γένηται ἡ τοιαύτη σύγκρισις, τὴν αὐτὴν <lb/>ἀνάγκη φαίνεσθαι φορὰν κινούμενον τὸν
							κομήτην ἥνπερ <lb/>φέρεται ὁ ἀστήρ· ὅταν δὲ συστῇ καθ’ αὑτόν, τότε ὑπολειπόμενοι
							<lb/>φαίνονται. Τοιαύτη γὰρ ἡ φορὰ τοῦ κόσμου τοῦ <lb/>περὶ τὴν γῆν. Τοῦτο γὰρ μάλιστα
							μηνύει μὴ εἶναι ἀνάκλασίν <lb/>τινα τὸν κομήτην, ὡς ἅλω ἐν ὑπεκκαύματι καθαρῷ
							<lb/>πρὸς αὐτὸν τὸν ἀστέρα γιγνομένην, καὶ μὴ ὡς λέγουσιν οἱ <pb n="16"/> περὶ
							Ἱπποκράτην, πρὸς τὸν ἥλιον, ὅτι καὶ καθ’ αὑτὸν <lb/>γίγνεται κομήτης πολλάκις καὶ
							πλεονάκις ἢ περὶ τῶν <lb/>ὡρισμένων τινὰς ἀστέρων. Περὶ μὲν οὖν τῆς ἅλω τὴν αἰτίαν
							<lb/>ὕστερον ἐροῦμεν· περὶ δὲ τοῦ πυρώδη τὴν σύστασιν <lb/>αὐτῶν εἶναι τεκμήριον χρὴ
							νομίζειν ὅτι σημαίνουσι γιγνόμενοι <lb/>οἱ πλείους πνεύματα καὶ αὐχμούς· δῆλον γὰρ ὅτι
							<lb/>γίγνονται διὰ τὸ πολλὴν εἶναι τὴν τοιαύτην ἔκκρισιν, ὥστε <lb/>ξηρότερον
							ἀναγκαῖον εἶναι τὸν ἀέρα, καὶ διακρίνεσθαι καὶ <lb/>διαλύεσθαι τὸ διατμίζον ὑγρὸν ὑπὸ
							τοῦ πλήθους τῆς θερμῆς <lb/>ἀναθυμιάσεως, ὥστε μὴ συνίστασθαι ῥᾳδίως εἰς ὕδωρ.
							Σαφέστερον <lb/>δ’ ἐροῦμεν καὶ περὶ τούτου τοῦ πάθους, ὅταν καὶ <lb/>περὶ πνευμάτων
							λέγειν ᾖ καιρός. Ὅταν μὲν οὖν πυκνοὶ καὶ <lb/>πλείους φαίνωνται, καθάπερ λέγομεν,
							ξηροὶ καὶ πνευματώδεις <lb/>γίγνονται οἱ ἐνιαυτοὶ ἐπιδήλως· ὅταν δὲ σπανιώτεροι
							<lb/>καὶ ἀμαυρότεροι τὸ μέγεθος, ὁμοίως μὲν οὐ γίνεται τὸ <lb/>τοιοῦτον, οὐ μὴν ἀλλ’
							ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίγνεταί τις ὑπερβολὴ <lb/>πνεύματος ἢ κατὰ χρόνον ἢ κατὰ μέγεθος, ἐπεὶ
							καὶ ὅτε <lb/>ὁ ἐν Αἰγὸς ποταμοῖς ἔπεσε λίθος ἐκ τοῦ ἀέρος, ὑπὸ πνεύματος <lb/>ἀρθεὶς
							ἐξέπεσε μεθ’ ἡμέραν· ἔτυχε δὲ καὶ τότε κομήτης <lb/>ἀστὴρ γενόμενος ἀφ’ ἑσπέρας. Καὶ
							περὶ τὸν μέγαν <lb/>ἀστέρα τὸν κομήτην ξηρὸς ἦν ὁ χειμὼν καὶ βόρειος, καὶ τὸ <lb/>κῦμα
							δι’ ἐναντίωσιν ἐγίγνετο πνευμάτων· ἐν μὲν γὰρ τῷ <lb/>κόλπῳ βορέας κατεῖχεν, ἔξω δὲ
							νότος ἔπνευσε μέγας. Ἔτι <lb/>δ’ ἐπ’ ἄρχοντος ἐγένετο Νικομάχου Ἀθήνησιν ὀλίγας
							<lb/>ἡμέρας κομήτης περὶ τὸν ἰσημερινὸν κύκλον, οὐκ ἀφ’ ἑσπέρας <lb/>ποιησάμενος τὴν
							ἀνατολήν, ἐφ’ ᾧ τὸ περὶ Κόρινθον πνεῦμα <lb/>γενέσθαι συνέπεσεν. Τοῦ δὲ μὴ γίνεσθαι
							πολλοὺς μηδὲ <lb/>πολλάκις κομήτας, καὶ μᾶλλον ἐκτὸς τῶν τροπικῶν ἢ ἐντός, <lb/>αἴτιος
							ἥ τε τοῦ ἡλίου καὶ ἡ τῶν ἀστέρων κίνησις, οὐ μόνον <lb/>ἐκκρίνουσα τὸ θερμόν, ἀλλὰ καὶ
							διακρίνουσα τὸ συνιστάμενον. <pb n="17"/> Μάλιστα δ’ αἴτιον ὅτι τὸ πλεῖστον εἰς τὴν
							τοῦ <lb/>γάλακτος ἀθροίζεται χώραν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ὅπως δὲ καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν γίνεται καὶ τί ἐστι τὸ γάλα, <lb/>λέγωμεν ἤδη.
							Προδιέλθωμεν δὲ καὶ περὶ τούτου τὰ παρὰ <lb/>τῶν ἄλλων εἰρημένα πρῶτον. Τῶν μὲν οὖν
							καλουμένων Πυθαγορείων <lb/>φασί τινες ὁδὸν εἶναι ταύτην οἱ μὲν τῶν ἐκπεσόντων
							<lb/>τινὸς ἄστρων, κατὰ τὴν λεγομένην ἐπὶ Φαέθοντος <lb/>φθοράν, οἱ δὲ τὸν ἥλιον
							τοῦτον τὸν κύκλον φέρεσθαί ποτέ <lb/>φασιν· οἷον οὖν διακεκαῦσθαι τὸν τόπον τοῦτον ἤ
							τι τοιοῦτον <lb/>ἄλλο πεπονθέναι πάθος ὑπὸ τῆς φορᾶς αὐτοῦ. Ἄτοπον <lb/>δὲ τὸ μὴ
							συννοεῖν ὅτι εἴπερ τοῦτ’ ἦν τὸ αἴτιον, ἔδει καὶ τὸν <lb/>τῶν ζῳδίων κύκλον οὕτως
							ἔχειν, καὶ μᾶλλον ἢ τὸν τοῦ γάλακτος· <lb/>ἅπαντα γὰρ ἐν αὐτῷ φέρεται τὰ πλανώμενα καὶ
							<lb/>οὐχ ὁ ἥλιος μόνος. Δῆλος δ’ ἡμῖν ἅπας ὁ κύκλος· ἀεὶ γὰρ <lb/>αὐτοῦ φανερὸν
							ἡμικύκλιον τῆς νυκτός. Ἀλλὰ πεπονθὸς οὐθὲν <lb/>φαίνεται τοιοῦτον, πλὴν εἴ τι συνάπτει
							μόριον αὐτοῦ πρὸς <lb/>τὸν τοῦ γάλακτος κύκλον. Οἱ δὲ περὶ Ἀναξαγόραν καὶ
							<lb/>Δημόκριτον φῶς εἶναι τὸ γάλα λέγουσιν ἄστρων τινῶν· τὸν <lb/>γὰρ ἥλιον ὑπὸ τὴν
							γῆν φερόμενον οὐχ ὁρᾶν ἔνια τῶν ἄστρων. <lb/>Ὄσα μὲν οὖν περιορᾶται ὑπ’ αὐτοῦ, τούτων
							μὲν οὐ φαίνεσθαι <lb/>τὸ φῶς (κωλύεσθαι γὰρ ὑπὸ τῶν τοῦ ἡλίου ἀκτίνων)· ὅσοις <lb/>δ’
							ἀντιφράττει ἡ γῆ ὥστε μὴ ὁρᾶσθαι ὑπὸ τοῦ ἡλίου, τὸ <lb/>τούτων οἰκεῖον φῶς φασὶν εἶναι
							τὸ γάλα. Φανερὸν δ’ ὅτι <lb/>καὶ τοῦτ’ ἀδύνατον. Τὸ μὲν γὰρ γάλα ἀεὶ τὸ αὐτὸ ἐν τοῖς
							<lb/>αὐτοῖς ἐστὶν ἄστροις (φαίνεται γὰρ μέγιστος ὢν κύκλος), <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ ἡλίου ἀεὶ
							ἕτερα τὰ οὐχ ὁρώμενα διὰ τὸ μὴ ἐν <lb/>ταὐτῷ μένειν τόπῳ. Ἔδει οὖν μεθισταμένου τοῦ
							ἡλίου μεθίστασθαι <lb/>καὶ τὸ γάλα· νῦν δ’ οὐ φαίνεται τοῦτο γινόμενον. <lb/>Πρὸς δὲ
							τούτοις, εἰ καθάπερ δείκνυται ἐν τοῖς περὶ ἀστρολογίαν <lb/>θεωρήμασιν, οὕτως ἔχει,
							καὶ τό τε τοῦ ἡλίου μέγεθος <pb n="18"/> μεῖζόν ἐστιν ἢ τὸ τῆς γῆς καὶ τὸ διάστημα
							πολλαπλασίως <lb/>μεῖζον τὸ τῶν ἄστρων πρὸς τὴν γῆν ἢ τὸ τοῦ ἡλίου, <lb/>καθάπερ τὸ
							τοῦ ἡλίου πρὸς τὴν γῆν ἢ τὸ τῆς σελήνης, οὐκ <lb/>ἂν πόρρω που ἀπὸ τῆς γῆς ὁ κῶνος ὁ
							ἀπὸ τοῦ ἡλίου συμβάλλοι <lb/>τὰς ἀκτῖνας, οὐδ’ ἂν ἡ σκιὰ πρὸς τοῖς ἄστροις εἴη
							<lb/>τῆς γῆς, ἡ καλουμένη νύξ. Ἀλλ’ ἀνάγκη πάντα τὸν ἥλιον <lb/>τὰ ἄστρα περιορᾶν, καὶ
							μηθενὶ τὴν γῆν ἀντιφράττειν αὐτῶν. <lb/>Ἔτι δ’ ἐστὶ τρίτη τις ὑπόληψις περὶ αὐτοῦ·
							λέγουσι γάρ <lb/>τινες ἀνάκλασιν εἶναι τὸ γάλα τῆς ἡμετέρας ὄψεως πρὸς τὸν <lb/>ἥλιον,
							ὥσπερ καὶ τὸν ἀστέρα τὸν κομήτην. Ἀδύνατον δὲ <lb/>καὶ τοῦτο. Εἰ μὲν γὰρ τό τε ὁρῶν
							ἠρεμοίη καὶ τὸ ἔνοπτρον <lb/>καὶ τὸ ὁρώμενον ἅπαν, ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ τοῦ ἐνόπτρου τὸ
							<lb/>αὐτὸ φαίνοιτ’ ἂν μέρος τῆς ἐμφάσεως· εἰ δὲ κινοῖτο τὸ ἔνοπτρον <lb/>καὶ τὸ
							ὁρώμενον ἐν τῷ αὐτῷ μὲν ἀποστήματι πρὸς <lb/>τὸ ὁρῶν καὶ ἠρεμοῦν, πρὸς ἄλληλα δὲ μήτε
							ἰσοταχῶς μήτ’ <lb/>ἐν τῷ αὐτῷ ἀεὶ διαστήματι, ἀδύνατον τὴν αὐτὴν ἔμφασιν <lb/>ἐπὶ τοῦ
							αὐτοῦ εἶναι μέρους τοῦ ἐνόπτρου. Τὰ δ’ ἐν τῷ τοῦ <lb/>γάλακτος κύκλῳ φερόμενα ἄστρα
							κινεῖται καὶ ὁ ἥλιος πρὸς <lb/>ὃν ἡ ἀνάκλασις, μενόντων ἡμῶν, καὶ ὁμοίως καὶ ἴσον πρὸς
							<lb/>ἡμᾶς ἀπέχοντα, αὐτῶν δ’ οὐκ ἴσον· ὁτὲ μὲν γὰρ μέσων <lb/>νυκτῶν ὁ δελφὶς
							ἐπιτέλλει, ὁτὲ δ’ ἕωθεν, τὰ δὲ μόρια τοῦ <lb/>γάλακτος τὰ αὐτὰ μένει ἐν ἑκάστῳ. Καίτοι
							οὐκ ἔδει, εἰ ἦν <lb/>ἔμφασις, ἀλλὰ μὴ ἐν αὐτοῖς τι ἦν τοῦτο τὸ πάθος τοῖς τόποις.
							<lb/>Ἔτι δὲ νύκτωρ ἐν ὕδατι καὶ τοιούτοις ἐνόπτροις τὸ <lb/>μὲν γάλα ἐμφαίνεται
							θεωροῦσιν, τὸ δὲ τὴν ὄψιν ἀνακλᾶσθαι <lb/>πρὸς τὸν ἥλιον πῶς δυνατόν; Ὅτι μὲν οὖν οὔτε
							ὁδὸς τῶν <lb/>πλανήτων οὐδενὸς οὔτε φῶς ἐστὶ τῶν μὴ ὁρωμένων ἄστρων <lb/>οὔτ’
							ἀνάκλασις, ἐκ τούτων φανερόν. Σχεδὸν δὲ ταῦτ’ ἐστὶ <lb/>τά γε μέχρι τοῦ νῦν
							παραδεδομένα παρὰ τῶν ἄλλων. <lb/>Ἡμεῖς δὲ λέγωμεν ἀναλαβόντες τὴν ὑποκειμένην ἀρχὴν
								<pb n="19"/> ἡμῖν. Εἴρηται γὰρ πρότερον ὅτι τὸ ἔσχατον τοῦ λεγομένου <lb/>ἀέρος
							δύναμιν ἔχει πυρός, ὥστε τῇ κινήσει διακρινομένου <lb/>τοῦ ἀέρος ἀποκρίνεσθαι τοιαύτην
							σύστασιν οἵαν <lb/>καὶ τοὺς κομήτας ἀστέρας εἶναί φαμεν. Τοιοῦτον δὴ δεῖ <lb/>νοῆσαι
							τὸ γιγνόμενον ὅπερ ἐπ’ ἐκείνων, ὅταν μὴ αὐτὴ καθ’ <lb/>αὑτὴν γένηται ἡ τοιαύτη
							ἔκκρισις, ἀλλ’ ὑπό τινος τῶν ἄστρων <lb/>ἢ τῶν ἐνδεδεμένων ἢ τῶν πλανωμένων· τότε γὰρ
							οὗτοι φαίνονται <lb/>κομῆται διὰ τὸ παρακολουθεῖν αὐτῶν τῇ φορᾷ ὥσπερ <lb/>τῷ ἡλίῳ τὴν
							τοιαύτην σύγκρισιν, ἀφ’ ἧς διὰ τὴν ἀνάκλασιν <lb/>τὴν ἅλω φαίνεσθαί φαμεν, ὅταν οὕτω
							τύχῃ κεκραμένος ὁ <lb/>ἀήρ. Ὃ δὴ καθ’ ἕνα συμβαίνει τῶν ἀστέρων, τοῦτο δεῖ <lb/>λαβεῖν
							γιγνόμενον περὶ ὅλον τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν ἄνω φορὰν <lb/>ἅπασαν· εὔλογον γάρ, εἴπερ ἡ
							ἑνὸς ἄστρου κίνησις, καὶ τὴν <lb/>τῶν ἁπάντων ποιεῖν τι τοιοῦτον καὶ ἐκριπίζειν. Καὶ
							πρὸς <lb/>τούτοις ἔτι καθ’ ὃν τόπον πυκνότατα, καὶ πλεῖστα καὶ μέγιστα
							<lb/>τυγχάνουσιν ὄντα τῶν ἄστρων. Ὁ μὲν οὖν τῶν <lb/>ζῳδίων κύκλος διὰ τὴν τοῦ ἡλίου
							φορὰν καὶ τὴν τῶν πλανήτων <lb/>διαλύει τὴν τοιαύτην σύστασιν, διόπερ οἱ πολλοὶ τῶν
							<lb/>κομητῶν ἐκτὸς γίνονται τῶν τροπικῶν. Ἔτι δ’ οὔτε περὶ <lb/>ἥλιον οὔτε περὶ
							σελήνην γίγνεται κόμη· θᾶττον γὰρ διακρίνουσιν <lb/>ἢ ὥστε συστῆναι τοιαύτην
							σύγκρισιν. Οὗτος <lb/>δ’ ὁ κύκλος ἐν ᾧ τὸ γάλα φαίνεται τοῖς ὁρῶσιν, ὅ τε μέγιστος
							<lb/>ὢν τυγχάνει καὶ τῇ θέσει κείμενος οὕτως ὥστε πολὺ <lb/>τοὺς τροπικοὺς
							ὑπερβάλλειν. Πρὸς δὲ τούτοις ἄστρων ὁ <lb/>τόπος πλήρης ἐστὶ τῶν τε μεγίστων καὶ
							λαμπροτάτων, <lb/>καὶ ἔτι τῶν σποράδων καλουμένων (τοῦτο δ’ ἐστὶ καὶ τοῖς <lb/>ὄμμασιν
							ἰδεῖν φανερόν), ὥστε διὰ ταῦτα συνεχῶς καὶ ἀεὶ <lb/>ταύτην πᾶσαν ἀθροίζεσθαι τὴν
							σύγκρισιν. Σημεῖον δέ· <lb/>καὶ γὰρ αὐτοῦ τοῦ κύκλου πλεῖον τὸ φῶς ἐστὶν ἐν θατέρῳ <pb n="20"/> ἡμικυκλίῳ τῷ τὸ δίπλωμα ἔχοντι· ἐν τούτῳ γὰρ πλείω καὶ <lb/>πυκνότερά ἐστιν
							ἄστρα ἢ ἐν θατέρῳ, ὡς οὐ δι’ ἑτέραν τιν’ <lb/>αἰτίαν γιγνομένου τοῦ φέγγους ἢ διὰ τὴν
							τῶν ἄστρων φοράν· <lb/>εἰ γὰρ ἔν τε τῷ κύκλῳ τούτῳ γίνεται ἐν ᾧ τὰ πλεῖστα <lb/>κεῖται
							τῶν ἄστρων, καὶ αὐτοῦ τοῦ κύκλου ἐν ᾧ μᾶλλον φαίνεται <lb/>καταπεπυκνῶσθαι καὶ μεγέθει
							καὶ πλήθει ἀστέρων, <lb/>ταύτην εἰκὸς ὑπολαβεῖν οἰκειοτάτην αἰτίαν εἶναι τοῦ πάθους.
							<lb/>Θεωρείσθω δ’ ὅ τε κύκλος καὶ τὰ ἐν αὐτῷ ἄστρα ἐκ τῆς ὑπογραφῆς. <lb/>Τοὺς δὲ
							σποράδας καλουμένους οὕτω μὲν εἰς. τὴν <lb/>σφαῖραν οὐκ ἔστι τάξαι διὰ τὸ μηδεμίαν διὰ
							τέλους ἔχειν <lb/>φανερὰν ἕκαστον θέσιν, εἰς δὲ τὸν οὐρανὸν ἀναβλέπουσίν <lb/>ἐστι
							δῆλον· ἐν μόνῳ γὰρ τούτῳ τῶν κύκλων τὰ μεταξὺ <lb/>πλήρη τοιούτων ἀστέρων ἐστίν, ἐν δὲ
							τοῖς ἄλλοις διαλείπει <lb/>φανερῶς. Ὥστ’ εἴπερ καὶ περὶ τοῦ φαίνεσθαι κομήτας
							ἀποδεχόμεθα <lb/>τὴν αἰτίαν ὡς εἰρημένην μετρίως, καὶ περὶ τοῦ γάλακτος <lb/>τὸν αὐτὸν
							ὑποληπτέον τρόπον ἔχειν· ὃ γὰρ ἐκεῖ <lb/>περὶ ἕνα ἐστὶ πάθος ἡ κόμη, τοῦτο περὶ κύκλον
							τινὰ συμβαίνει <lb/>γίγνεσθαι τὸ αὐτό, καὶ ἔστι τὸ γάλα, ὡς εἰπεῖν οἷον
							<lb/>ὁριζόμενον, ἡ τοῦ μεγίστου διὰ τὴν ἔκκρισιν κύκλου κόμη. <lb/>Διὸ καθάπερ εἴπομεν
							πρότερον, οὐ πολλοὶ οὐδὲ πολλάκις <lb/>γίγνονται κομῆται, διὰ τὸ συνεχῶς ἀποκεκρίσθαι
							τε καὶ <lb/>ἀποκρίνεσθαι καθ’ ἑκάστην περίοδον εἰς τοῦτον τὸν τόπον <lb/>ἀεὶ τὴν
							τοιαύτην σύστασιν. Περὶ μὲν οὖν τῶν γιγνομένων <lb/>ἐν τῷ περὶ τὴν γῆν κόσμῳ τῷ
							συνεχεῖ ταῖς φοραῖς εἴρηται, <lb/>περί τε τῆς διαδρομῆς τῶν ἄστρων καὶ τῆς
							ἐκπιμπραμένης <lb/>φλογός, ἔτι περί τε κομητῶν καὶ τοῦ καλουμένου γάλακτος·
							<lb/>σχεδὸν γάρ ἐστι τοσαῦτα τὰ πάθη τὰ φαινόμενα <lb/>περὶ τὸν τόπον τοῦτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Περὶ δὲ τοῦ τῇ θέσει μὲν δευτέρου τόπου μετὰ τοῦτον, <pb n="21"/> πρώτου δὲ περὶ τὴν
							γῆν λέγωμεν· οὗτος γὰρ κοινὸς ὕδατός <lb/>τε τόπος καὶ ἀέρος καὶ τῶν συμβαινόντων περὶ
							τὴν ἄνω γένεσιν <lb/>αὐτοῦ. Ληπτέον δὲ καὶ τούτων τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς <lb/>αἰτίας πάντων
							ὁμοίως. Ἡ μὲν οὖν ὡς κινοῦσα καὶ κυρία <lb/>καὶ πρώτη τῶν ἀρχῶν ὁ κύκλος ἐστίν, ἐν ᾧ
							φανερῶς ἡ τοῦ <lb/>ἡλίου φορὰ διακρίνουσα καὶ συγκρίνουσα τῷ γίγνεσθαι <lb/>πλησίον ἢ
							πορρώτερον αἰτία τῆς γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς <lb/>ἐστίν. Μενούσης δὲ τῆς γῆς, τὸ περὶ
							αὐτὴν ὑγρὸν ὑπὸ τῶν <lb/>ἀκτίνων καὶ ὑπὸ τῆς ἄλλης τῆς ἄνωθεν θερμότητος ἀτμιδούμενον
							<lb/>φέρεται ἄνω· τῆς δὲ θερμότητος ἀπολιπούσης τῆς <lb/>ἀναγούσης αὐτό, καὶ τῆς μὲν
							διασκεδαννυμένης πρὸς τὸν ἄνω <lb/>τόπον, τῆς δὲ καὶ σβεννυμένης διὰ τὸ μετεωρίζεσθαι
							πορρώτερον <lb/>εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς γῆς ἀέρα, συνίσταται πάλιν ἡ ἀτμὶς <lb/>ψυχομένη διά
							τε τὴν ἀπόλειψιν τοῦ θερμοῦ καὶ τὸν τόπον, <lb/>καὶ γίνεται ὕδωρ ἐξ ἀέρος· γενόμενον
							δὲ φέρεται πάλιν <lb/>πρὸς τὴν γῆν. Ἔστι δ’ ἡ μὲν ἐξ ὕδατος ἀναθυμίασις ἀτμίς, <lb/>ἡ
							δ’ ἐξ ἀέρος εἰς ὕδωρ νέφος· ὁμίχλη δὲ νεφέλης περίττωμα <lb/>τῆς εἰς ὕδωρ συγκρίσεως.
							Διό περ σημεῖον μᾶλλόν ἐστιν <lb/>εὐδίας ἢ ὑδάτων· οἷον γάρ ἐστιν ἡ ὁμίχλη νεφέλη
							ἄγονος. <lb/>Γίνεται δὲ κύκλος οὗτος μιμούμενος τὸν τοῦ ἡλίου κύκλον· <lb/>ἅμα γὰρ
							ἐκεῖνος εἰς τὰ πλάγια μεταβάλλει καὶ οὗτος ἄνω <lb/>καὶ κάτω. Καὶ δεῖ νοῆσαι τοῦτον
							ὥσπερ ποταμὸν ῥέοντα <lb/>κύκλῳ ἄνω καὶ κάτω, κοινὸν ἀέρος καὶ ὕδατος· πλησίον μὲν
							<lb/>γὰρ ὄντος τοῦ ἡλίου ὁ τῆς ἀτμίδος ἄνω ῥεῖ ποταμός, ἀφισταμένου <lb/>δὲ ὁ τοῦ
							ὕδατος κάτω. Καὶ τοῦτ’ ἐνδελεχὲς ἐθέλει <lb/>γίγνεσθαι κατά γε τὴν τάξιν· ὥστ’ εἴπερ
							ᾐνίττοντο τὸν <lb/>ὠκεανὸν οἱ πρότερον, τάχ’ ἂν τοῦτον τὸν ποταμὸν λέγοιεν <lb/>τὸν
							κύκλῳ ῥέοντα περὶ τὴν γῆν. Ἀναγομένου δὲ τοῦ ὑγροῦ <lb/>ἀεὶ διὰ τὴν τοῦ θερμοῦ δύναμιν
							καὶ πάλιν φερομένου κάτω <pb n="22"/> διὰ τὴν ψύξιν πρὸς τὴν γῆν, οἰκείως τὰ ὀνόματα
							τοῖς πάθεσι <lb/>κεῖται καί τισι διαφοραῖς αὐτῶν· ὅταν μὲν γὰρ κατὰ μικρὰ
							<lb/>φέρηται, ψακάδες, ὅταν δὲ κατὰ μείζω μόρια, ὑετὸς <lb/>καλεῖται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Ἐκ δὲ τοῦ καθ’ ἡμέραν ἀτμίζοντος ὅσον ἂν μὴ μετεωρισθῇ <lb/>δι’ ὀλιγότητα τοῦ
							ἀνάγοντος αὐτὸ πυρὸς πρὸς τὸ <lb/>ἀναγόμενον ὕδωρ, πάλιν καταφερόμενον ὅταν ψυχθῇ
							νύκτωρ, <lb/>καλεῖται δρόσος καὶ πάχνη, πάχνη μὲν ὅταν ἡ ἀτμὶς <lb/>παγῇ πρὶν εἰς ὕδωρ
							συγκριθῆναι πάλιν (γίνεται δὲ χειμῶνος, <lb/>καὶ μᾶλλον ἐν τοῖς χειμερινοῖς τόποις),
							δρόσος δ’ ὅταν <lb/>συγκριθῇ εἰς ὕδωρ ἡ ἀτμίς, καὶ μήθ’ οὕτως ἔχῃ ἡ ἀλέα <lb/>ὥστε
							ξηρᾶναι τὸ ἀναχθέν, μήθ’ οὕτω ψῦχος ὥστε παγῆναι <lb/>τὴν ἀτμίδα αὐτὴν διὰ τὸ ἢ τὸν
							τόπον ἀλεεινότερον ἢ τὴν <lb/>ὥραν εἶναι· γίνεται γὰρ μᾶλλον ἡ δρόσος ἐν εὐδίᾳ καὶ ἐν
							<lb/>τοῖς εὐδιεινοτέροις τόποις, ἡ δὲ πάχνη, καθάπερ εἴρηται, <lb/>τοὐναντίον· δῆλον
							γὰρ ὡς ἡ ἀτμὶς θερμότερον ὕδατος <lb/>(ἔχει γὰρ τὸ ἀνάγον ἔτι πῦρ), ὥστε πλείονος
							ψυχρότητος <lb/>αὐτὴν πῆξαι. Γίνεται δ’ ἄμφω αἰθρίας τε καὶ νηνεμίας· οὔτε <lb/>γὰρ
							ἀναχθήσεται μὴ οὔσης αἰθρίας, οὔτε συστῆναι δύναιτ’ <lb/>ἂν ἀνέμου πνέοντος. Σημεῖον
							δ’ ὅτι γίνεται ταῦτα διὰ τὸ μὴ <lb/>πόρρω μετεωρίζεσθαι τὴν ἀτμίδα· ἐπὶ γὰρ τοῖς
							ὄρεσιν οὐ <lb/>γίνεται πάχνη. Αἰτία δὲ μία μὲν αὕτη, ὅτι ἀνάγεται ἐκ τῶν <lb/>κοίλων
							καὶ ἐφύδρων τόπων, ὥστε καθάπερ φορτίον φέρουσα <lb/>πλέον ἡ ἀνάγουσα θερμότης ἢ καθ’
							αὑτὴν οὐ δύναται μετεωρίζειν <lb/>ἐπὶ πολὺν τόπον αὐτὸ τοῦ ὕψους, ἀλλ’ ἐγγὺς ἀφίησι
							<lb/>πάλιν· ἑτέρα δ’ ὅτι καὶ ῥεῖ μάλιστα ὁ ἀὴρ ῥέων ἐν τοῖς <lb/>ὑψηλοῖς, ὃς διαλύει
							τὴν τοιαύτην σύστασιν. Γίνεται δ’ ἡ <lb/>δρόσος πανταχοῦ· νοτίοις, οὐ βορείοις, πλὴν
							ἐν τῷ Πόντῳ. <lb/>Ἐκεῖ δὲ τοὐναντίον· βορείοις μὲν γὰρ γίγνεται, νοτίοις δ’ οὐ
							<lb/>γίγνεται. Αἴτιον δ’ ὁμοίως ὥσπερ ὅτι εὐδίας μὲν γίγνεται, <lb/>χειμῶνος δ’ οὔ· ὁ
							μὲν γὰρ νότος εὐδίαν ποιεῖ, ὁ δὲ βορέας <pb n="23"/> χειμῶνα· ψυχρὸς γάρ, ὥστ’ ἐκ τοῦ
							χειμῶνος τῆς ἀναθυμιάσεως <lb/>σβέννυσι τὴν θερμότητα. Ἐν δὲ τῷ Πόντῳ ὁ μὲν <lb/>νότος
							οὐχ οὕτως ποιεῖ εὐδίαν ὥστε γίγνεσθαι ἀτμίδα, ὁ δὲ <lb/>βορέας διὰ τὴν ψυχρότητα
							ἀντιπεριιστὰς τὸ θερμὸν ἀθροίζει, <lb/>ὥστε πλεῖον ἀτμίζειν μᾶλλον. Πολλάκις δὲ τοῦτο
							καὶ <lb/>ἐν τοῖς ἔξω τόποις ἰδεῖν γινόμενον ἔστιν· ἀτμίζειν γὰρ τὰ <lb/>φρέατα
							βορείοις μᾶλλον ἢ νοτίοις. Ἀλλὰ τὰ μὲν βόρεια <lb/>σβέννυσι πρὶν συστῆναί τι πλῆθος,
							ἐν δὲ τοῖς νοτίοις ἐᾶται <lb/>ἀθροίζεσθαι ἡ ἀναθυμίασις. Αὐτὸ δὲ τὸ ὕδωρ οὐ πήγνυται,
							<lb/>καθάπερ ἐν τῷ περὶ τὰ νέφη τόπῳ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Ἐκεῖθεν γὰρ τρία <lb/>φοιτᾷ σώματα συνιστάμενα διὰ τὴν ψύξιν, ὕδωρ καὶ χιὼν <lb/>καὶ
							χάλαζα. Τούτων δὲ τὰ μὲν δύο ἀνάλογον καὶ διὰ τὰς <lb/>αὐτὰς αἰτίας γίγνεται τοῖς
							κάτω, διαφέροντα τῷ μᾶλλον <lb/>καὶ ἧττον καὶ πλήθει καὶ ὀλιγότητι· χιὼν γὰρ καὶ πάχνη
							<lb/>ταὐτόν, καὶ ὑετὸς καὶ δρόσος, ἀλλὰ τὸ μὲν πολὺ τὸ δ’ <lb/>ὀλίγον. Ὁ μὲν γὰρ ὑετὸς
							ἐκ πολλῆς ἀτμίδος γίγνεται ψυχομένη· <lb/>τούτου δ’ αἴτιον ὅ τε τόπος πολὺς καὶ ὁ
							χρόνος <lb/>ὤν, ἐν ᾧ συλλέγεται καὶ ἐξ οὗ. Τὸ δ’ ὀλίγον ἡ δρόσος· <lb/>ἐφήμερος γὰρ ἡ
							σύστασις καὶ ὁ τόπος μικρός· δηλοῖ δ’ ἥ <lb/>τε γένεσις οὖσα ταχεῖα καὶ βραχὺ τὸ
							πλῆθος. Ὁμοίως δὲ <lb/>καὶ πάχνη καὶ χιών· ὅταν γὰρ παγῇ τὸ νέφος, χιών ἐστιν,
							<lb/>ὅταν δ’ ἡ ἀτμίς, πάχνη. Διὸ ἢ ὥρας ἢ χώρας ἐστὶ σημεῖον <lb/>ψυχρᾶς· οὐ γὰρ ἂν
							ἐπήγνυτο ἔτι πολλῆς ἐνούσης θερμότητος, <lb/>εἰ μὴ ἐπεκράτει τὸ ψῦχος. Ἐν γὰρ τῷ νέφει
							ἔτι <lb/>ἔνεστι πολὺ τὸ θερμὸν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἐξατμίσαντος ἐκ <lb/>τῆς γῆς τὸ ὑγρὸν
							πυρός. Χάλαζα δ’ ἐκεῖ μὲν γίγνεται, ἐν <lb/>δὲ τῷ πλησίον τῆς γῆς ἀτμίζοντι τοῦτ’
							ἐλλείπει· καθάπερ <lb/>γὰρ εἴπομεν, ὡς μὲν ἐκεῖ χιών, ἐνταῦθα γίγνεται πάχνη, ὡς δ’
							<lb/>ἐκεῖ ὑετός, ἐνταῦθα δρόσος· ὡς δ’ ἐκεῖ χάλαζα, ἐνταῦθα <pb n="24"/> οὐκ
							ἀνταποδίδωσι τὸ ὅμοιον. Τὸ δ’ αἴτιον εἰποῦσι περὶ χαλάζης <lb/>ἔσται δῆλον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Δεῖ δὲ λαβεῖν ἅμα καὶ τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν γένεσιν <lb/>αὐτῆς, τά τε μὴ πλανῶντα
							καὶ τὰ δοκοῦντ’ εἶναι παράλογα. <lb/>Ἔστι μὲν γὰρ ἡ χάλαζα κρύσταλλος, πήγνυται δὲ τὸ
							ὕδωρ <lb/>τοῦ χειμῶνος· αἱ δὲ χάλαζαι γίνονται ἔαρος μὲν καὶ μετοπώρου <lb/>μάλιστα,
							εἶτα καὶ τῆς ὀπώρας, χειμῶνος δ’ ὀλιγάκις, <lb/>καὶ ὅταν ἦττον ᾖ ψῦχος. Καὶ ὅλως δὲ
							γίνονται χάλαζαι <lb/>μὲν ἐν τοῖς εὐδιεινοτέροις τόποις, αἱ δὲ χιόνες ἐν τοῖς
							ψυχροτέροις. <lb/>Ἄτοπον δὲ καὶ τὸ πήγνυσθαι ὕδωρ ἐν τῷ ἄνω <lb/>τόπῳ· οὔτε γὰρ
							παγῆναι δυνατὸν πρὶν γενέσθαι ὕδωρ, οὔτε <lb/>τὸ ὕδωρ οὐθένα χρόνον οἷόν τε μένειν
							μετέωρον ὄν. Ἀλλὰ <lb/>μὴν οὐδ’ ὥσπερ αἱ ψακάδες ἄνω μὲν ὀχοῦνται διὰ μικρότητα,
							<lb/>ἐνδιατρίψασαι δ’ ἐπὶ τοῦ ἀέρος, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος <lb/>γῆ καὶ χρυσὸς διὰ
							μικρομέρειαν πολλάκις ἐπιπλέουσιν, οὕτως <lb/>ἐπὶ τοῦ ἀέρος τὸ ὕδωρ, συνελθόντων δὲ
							πολλῶν μικρῶν μεγάλαι <lb/>καταφέρονται ψακάδες· τοῦτο γὰρ οὐκ ἐνδέχεται <lb/>γενέσθαι
							ἐπὶ τῆς χαλάζης· οὐ γὰρ συμφύεται τὰ πεπηγότα <lb/>ὥσπερ τὰ ὑγρά. Δῆλον οὖν ὅτι ἄνω
							τοσοῦτον ὕδωρ ἔμεινεν· <lb/>οὐ γὰρ ἂν ἐπάγη τοσοῦτον. Τοῖς μὲν οὖν δοκεῖ τοῦ πάθους
							<lb/>αἴτιον εἶναι τούτου καὶ τῆς γενέσεως, ὅταν ἀπωσθῇ τὸ <lb/>νέφος εἰς τὸν ἄνω τόπον
							μᾶλλον ὄντα ψυχρὸν διὰ τὸ λήγειν <lb/>ἐκεῖ τὰς ἀπὸ τῆς γῆς τῶν ἀκτίνων ἀνακλάσεις,
							ἐλθὸν <lb/>δ’ ἐκεῖ πήγνυσθαι τὸ ὕδωρ. Διὸ καὶ θέρους μᾶλλον καὶ <lb/>ἐν ταῖς ἀλεειναῖς
							χώραις γίνεσθαι τὰς χαλάζας, ὅτι ἐπὶ <lb/>πλεῖον τὸ θερμὸν ἀνωθεῖ ἀπὸ τῆς γῆς τὰς
							νεφέλας. Συμβαίνει <lb/>δ’ ἐν τοῖς σφόδρα ὑψηλοῖς ἥκιστα γίνεσθαι χάλαζαν· <lb/>καίτοι
							ἔδει, ὥσπερ καὶ τὴν χιόνα ὁρῶμεν ἐπὶ τοῖς <lb/>ὑψηλοῖς μάλιστα γιγνομένην. Ἔτι δὲ
							πολλάκις ὦπται νέφη <lb/>φερόμενα σὺν ψόφῳ πολλῷ παρ’ αὐτὴν τὴν γῆν, ὥστε φοβερὸν
							<lb/>εἶναι τοῖς ἀκούουσι καὶ ὁρῶσιν ὡς ἐσομένου τινὸς μείζονος. <pb n="25"/> Ὁτὲ δὲ
							καὶ ἄνευ ψόφου τοιούτων ὀφθέντων νεφῶν <lb/>χάλαζα γίνεται πολλὴ καὶ τὸ μέγεθος
							ἄπιστος, καὶ τοῖς <lb/>σχήμασιν οὐ στρογγύλη, διὰ τὸ μὴ πολὺν χρόνον γίνεσθαι <lb/>τὴν
							φορὰν αὐτῆς ὡς πλησίον τῆς πήξεως γενομένης τῆς γῆς, <lb/>ἀλλ’ οὐχ ὥσπερ ἐκεῖνοί
							φασιν. Ἀλλὰ μὴν ἀναγκαῖον ὑπὸ <lb/>τοῦ μάλιστ’ αἰτίου τῆς πήξεως μεγάλας γίνεσθαι
							χαλάζας· <lb/>κρύσταλλος γὰρ ἡ χάλαζα, καὶ τοῦτο παντὶ δῆλον. Μεγάλαι <lb/>δ’ εἰσὶν αἱ
							τοῖς σχήμασι μὴ στρογγύλαι. Τοῦτο δὲ <lb/>σημεῖον τοῦ παγῆναι πλησίον τῆς γῆς· αἱ γὰρ
							φερόμεναι <lb/>πόρρωθεν διὰ τὸ φέρεσθαι μακρὰν περιθραυόμεναι γίνονται <lb/>τό τε
							σχῆμα περιφερεῖς καὶ τὸ μέγεθος ἐλάττους. Ὅτι μὲν <lb/>οὖν οὐ τῷ ἀπωθεῖσθαι εἰς τὸν
							ἄνω τόπον τὸν ψυχρὸν ἡ πῆξις <lb/>συμβαίνει, δῆλον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁρῶμεν ὅτι γίνεται
							ἀντιπερίστασις <lb/>τῷ θερμῷ καὶ τῷ ψυχρῷ ἀλλήλοις, διὸ ἔν τε ταῖς <lb/>ἀλέαις ψυχρὰ
							τὰ κάτω τῆς γῆς καὶ ἀλεεινὰ ἐν τοῖς πάγοις, <lb/>τοῦτο δεῖ νομίζειν καὶ ἐν τῷ ἄνω
							γίνεσθαι τόπῳ, ὥστ’ ἐν <lb/>ταῖς ἀλεεινοτέραις ὥραις ἀντιπεριιστάμενον εἴσω τὸ ψυχρὸν
							<lb/>διὰ τὴν κύκλῳ θερμότητα ὁτὲ μὲν ταχὺ ὕδωρ ἐκ τοῦ <lb/>νέφους ποιεῖ, ὁτὲ δὲ
							χάλαζαν. Διὸ καὶ αἱ ψακάδες πολὺ <lb/>μείζους ἐν ταῖς ἀλεειναῖς γίνονται ἡμέραις ἢ ἐν
							τῷ χειμῶνι, <lb/>καὶ ὕδατα λαβρότερα· λαβρότερα μὲν γὰρ λέγεται <lb/>ὅταν ἀθροώτερα,
							ἀθροώτερα δὲ διὰ τὸ τάχος τῆς πυκνώσεως. <lb/>Τοῦτο δὲ γίγνεται αὐτὸ τοὐναντίον ἢ ὡς
							Ἄναξαγόρας <lb/>λέγει· ὁ μὲν γὰρ ὅταν εἰς τὸν ψυχρὸν ἀέρα ἐπανέλθῃ <lb/>φησὶ τοῦτο
							πάσχειν, ἡμεῖς δ’ ὅταν εἰς τὸν θερμὸν <lb/>κατέλθῃ, καὶ μάλιστα ὅταν μάλιστα. Ὅταν δ’
							ἔτι μᾶλλον <lb/>ἀντιπεριστῇ ἐντὸς τὸ ψυχρὸν ὑπὸ τοῦ ἔξω θερμοῦ, ὕδωρ <lb/>ποιῆσαν
							ἔπηξε καὶ γίνεται χάλαζα. Συμβαίνει δὲ τοῦτο, <pb n="26"/> ὅταν θᾶττον ᾖ ἡ πῆξις ἢ ἡ
							τοῦ ὕδατος φορὰ ἡ κάτω· εἰ <lb/>γὰρ φέρεται μὲν ἐν τοσῷδε χρόνῳ, ἡ δὲ ψυχρότης σφοδρὰ
							<lb/>οὖσα ἐν ἐλάττονι ἔπηξεν, οὐθὲν κωλύει μετέωρον ὂν παγῆναι, <lb/>ἐὰν ἡ πῆξις ἐν
							ἐλάττονι γίνηται χρόνῳ τῆς κάτω φορᾶς. <lb/>Καὶ ὅσῳ δ’ ἂν ἐγγύτερον καὶ ἀθροωτέρα
							γένηται ἡ πῆξις, τά <lb/>τε ὕδατα λαβρότερα γίνεται καὶ αἱ ψακάδες καὶ αἱ χάλαζαι
							<lb/>μείζους διὰ τὸ βραχὺν φέρεσθαι τόπον. Καὶ οὐ πυκναὶ αἱ <lb/>ψακάδες αἱ μεγάλαι
							πίπτουσι διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. <lb/>Ἧττον δὲ τοῦ θέρους γίνεται ἢ ἔαρος καὶ μετοπώρου,
							<lb/>μᾶλλον μέντοι ἢ χειμῶνος, ὅτι ξηρότερος ὁ ἀὴρ τοῦ θέρους· <lb/>ἐν δὲ τῷ ἔαρι ἔτι
							ὑγρός, ἐν δὲ τῷ μετοπώρῳ ἤδη ὑγραίνεται. <lb/>Γίγνονται δέ ποτε, καθάπερ εἴρηται, καὶ
							τῆς ὀπώρας χαλάζαι <lb/>διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Συμβάλλεται δ’ ἔτι πρὸς τὴν ταχυτῆτα
							<lb/>τῆς πήξεως καὶ τὸ προτεθερμάνθαι τὸ ὕδωρ· θᾶττον <lb/>γὰρ ψύχεται. Διὸ πολλοὶ
							ὅταν τὸ ὕδωρ ψῦξαι ταχὺ <lb/>βουληθῶσιν, εἰς τὸν ἥλιον τιθέασι πρῶτον, καὶ οἱ περὶ τὸν
							<lb/>Πόντον ὅταν ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου σκηνοποιῶνται πρὸς τὰς <lb/>τῶν ἰχθύων θήρας
							(θηρεύουσι γὰρ διακόπτοντες τὸν κρύσταλλον), <lb/>ὕδωρ θερμὸν περιχέουσι τοῖς καλάμοις
							διὰ τὸ θᾶττον <lb/>πήγνυσθαι· χρῶνται γὰρ τῷ κρυστάλλῳ ὥσπερ τῷ μολίβδῳ, <lb/>ἵν’
							ἠρεμῶσιν οἱ κάλαμοι. Θερμὸν δὲ γίνεται ταχὺ τὸ συνιστάμενον <lb/>ὕδωρ ἔν τε ταῖς
							χώραις καὶ ταῖς ὥραις ταῖς <lb/>ἀλεειναῖς. Γίνεται δὲ καὶ περὶ τὴν Ἀραβίαν καὶ τὴν
							<lb/>Αἰθιοπίαν τοῦ θέρους τὰ ὕδατα καὶ οὐ τοῦ χειμῶνος, καὶ <lb/>ταῦτα ῥαγδαῖα, καὶ
							τῆς αὐτῆς ἡμέρας πολλάκις, διὰ τὴν <lb/>αὐτὴν αἰτίαν· ταχὺ γὰρ ψύχεται τῇ
							ἀντιπεριστάσει, ἣ γίνεται <lb/>διὰ τὸ ἀλεεινὴν εἶναι τὴν χώραν ἰσχυρῶς. Περὶ μὲν
							<lb/>οὖν ὑετοῦ καὶ δρόσου καὶ νιφετοῦ καὶ πάχνης καὶ χαλάζης, <lb/>διὰ τίν’ αἰτίαν
							γίγνεται καὶ τίς ἡ φύσις αὐτῶν ἐστίν, <lb/>εἰρήσθω τοσαῦτα. </p>
					</div>
					<pb n="27"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Περὶ δ’ ἀνέμων καὶ πάντων πνευμάτων, ἔτι δὲ ποταμῶν <lb/>καὶ θαλάττης λέγωμεν, πρῶτον
							καὶ περὶ τούτων προαπορήσαντες <lb/>πρὸς ἡμᾶς αὐτούς· ὥσπερ γὰρ καὶ περὶ ἄλλων,
							<lb/>οὕτω καὶ περὶ τούτων οὐθὲν παρειλήφαμεν λεγόμενον τοιοῦτον <lb/>ὃ μὴ κἂν ὁ τυχὼν
							εἴπειεν. Εἰσὶ δέ τινες οἵ φασι <lb/>τὸν καλούμενον ἀέρα κινούμενον μὲν καὶ ῥέοντα
							ἄνεμον εἶναι, <lb/>συνιστάμενον δὲ τὸν αὐτὸν τοῦτον πάλιν νέφος καὶ ὕδωρ, ὡς <lb/>τῆς
							αὐτῆς φύσεως οὔσης ὕδατος καὶ πνεύματος, καὶ τὸν ἄνεμον <lb/>εἶναι κίνησιν ἀέρος. Διὸ
							καὶ τῶν σοφῶς βουλομένων <lb/>λέγειν τινὲς ἕνα φασὶν ἄνεμον εἶναι πάντας τοὺς ἀνέμους,
							<lb/>ὅτι συμπέπτωκε καὶ τὸν ἀέρα τὸν κινούμενον ἕνα καὶ <lb/>τὸν αὐτὸν εἶναι πάντα,
							δοκεῖν δὲ διαφέρειν οὐθὲν διαφέροντα <lb/>διὰ τοὺς τόπους ὅθεν ἂν τυγχάνῃ ῥέον
							ἑκάστοτε, παραπλησίως <lb/>λέγοντες ὥσπερ ἂν εἴ τις οἴοιτο καὶ τοὺς ποταμοὺς
							<lb/>πάντας ἕνα ποταμὸν εἶναι. Διὸ βέλτιον οἱ πολλοὶ λέγουσιν <lb/>ἄνευ ζητήσεως τῶν
							μετὰ ζητήσεως οὕτω λεγόντων· εἰ <lb/>μὲν γὰρ ἐκ μιᾶς ἀρχῆς ἅπαντες ῥέουσι, κἀκεῖ τὰ
							πνεύματα <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον, τάχ’ ἄν τι λέγοιεν οἱ λέγοντες οὕτως· <lb/>εἰ δ’
							ὁμοίως ἐνταῦθα κἀκεῖ, δῆλον ὅτι τὸ κόμψευμα ἂν εἴη <lb/>τοῦτο ψεῦδος, ἐπεὶ τοῦτό γε
							προσήκουσαν ἔχει σκέψιν, τί <lb/>τ’ ἐστὶν ὁ ἄνεμος, καὶ γίνεται πῶς, καὶ τί τὸ κινοῦν,
							καὶ ἡ <lb/>ἀρχὴ πόθεν αὐτῶν, καὶ πότερον ἄρ’ ὥσπερ ἐξ ἀγγείου δεῖ <lb/>λαβεῖν ῥέοντα
							τὸν ἄνεμον, καὶ μέχρι τούτου ῥεῖν ἕως ἂν <lb/>κενωθῇ τὸ ἀγγεῖον, οἷον ἐξ ἀσκῶν
							ἀφιέμενον, ἢ καθάπερ καὶ <lb/>οἱ γραφεῖς γράφουσιν, ἐξ αὑτῶν τὴν ἀρχὴν ἀφιέντας.
							<lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῆς τῶν ποταμῶν γενέσεως δοκεῖ τισὶν <lb/>ἔχειν· τὸ γὰρ
							ἀναχθὲν ὑπὸ τοῦ ἡλίου ὕδωρ πάλιν ὑόμενον <lb/>ἀθροισθὲν ὑπὸ γῆν ῥεῖν ἐκ κοιλίας
							μεγάλης, ἢ πάντας ἐκ <pb n="28"/> μιᾶς ἢ ἄλλον ἄλλης· καὶ οὐ γίνεσθαι ὕδωρ οὐθέν, ἀλλὰ
							τὸ <lb/>συλλεχθὲν ἐκ τοῦ χειμῶνος εἰς τὰς τοιαύτας ὑποδοχάς, <lb/>τοῦτο γίνεσθαι τὸ
							πλῆθος τῶν ποταμῶν. Διὸ καὶ μείζους <lb/>ἀεὶ τοῦ χειμῶνος ῥεῖν ἢ τοῦ θέρους, καὶ τοὺς
							μὲν ἀενάους <lb/>εἶναι τοὺς δ’ οὐκ ἀενάους· ὅσων μὲν γὰρ διὰ τὸ μέγεθος <lb/>τῆς
							κοιλίας πολὺ τὸ συλλεγόμενον ὕδωρ ἐστίν, ὥστε διαρκεῖν <lb/>καὶ μὴ προαναλίσκεσθαι
							πρὶν ἐπελθεῖν τὸ ὄμβριον <lb/>ἐν τῷ χειμῶνι πάλιν, τούτους μὲν ἀενάους εἶναι διὰ
							τέλους, <lb/>ὅσοις δ’ ἐλάττους αἱ ὑποδοχαί, τούτους δὲ δι’ ὀλιγότητα <lb/>τοῦ ὕδατος
							φθάνειν ξηραινομένους πρὶν ἐπελθεῖν τὸ ἐκ τοῦ <lb/>οὐρανοῦ, κενουμένου τοῦ ἀγγείου.
							Καίτοι φανερόν, εἴ τις <lb/>βούλεται ποιήσας οἷον ὑποδοχὴν πρὸ ὀμμάτων τῷ καθ’ ἡμέραν
							<lb/>ὕδατι ῥέοντι συνεχῶς νοῆσαι τὸ πλῆθος· ὑπερβάλλοι <lb/>γὰρ ἂν τῷ μεγέθει τὸν τῆς
							γῆς ὄγκον ἢ οὐ πολὺ ἂν ἐλλείποι <lb/>τὸ δεχόμενον πᾶν τὸ ῥέον ὕδωρ εἰς τὸν ἐνιαυτόν.
							Ἀλλὰ <lb/>δῆλον ὅτι συμβαίνει μὲν καὶ πολλὰ τοιαῦτα πολλαχῇ <lb/>τῆς γῆς, οὐ μὴν ἀλλ’
							ἄτοπον εἴ τις μὴ νομίζοι διὰ τὴν <lb/>αὐτὴν αἰτίαν ὕδωρ ἐξ ἀέρος γίγνεσθαι δι’ ἥνπερ
							ὑπὲρ γῆς <lb/>καὶ ἐν τῇ γῇ. Ὥστ’ εἴπερ κἀκεῖ διὰ ψυχρότητα συνίσταται <lb/>ὁ ἀτμίζων
							ἀὴρ εἰς ὕδωρ, καὶ ὑπὸ τῆς ἐν τῇ γῇ ψυχρότητος <lb/>τὸ αὐτὸ τοῦτο δεῖ νομίζειν
							συμβαίνειν, καὶ γίγνεσθαι μὴ μόνον <lb/>τὸ ἀποκεκριμένον ὕδωρ ἐν αὐτῇ, καὶ τοῦτο ῥεῖν,
							ἀλλὰ <lb/>καὶ γίγνεσθαι συνεχῶς. Ἔτι δὲ τοῦ μὴ γιγνομένου ἀλλ’ <lb/>ὑπάρχοντος ὕδατος
							καθ’ ἡμέραν μὴ τοιαύτην εἶναι τὴν ἀρχὴν <lb/>τῶν ποταμῶν, οἷον ὑπὸ γῆν λίμνας τινὰς
							ἀποκεκριμένας, <lb/>καθάπερ ἔνιοι λέγουσιν, ἀλλ’ ὁμοίως ὥσπερ καὶ ἐν τῷ ὑπὲρ <lb/>γῆς
							τόπῳ μικραὶ συνιστάμεναι ῥανίδες, καὶ πάλιν αὗται <lb/>ἑτέραις, τέλος μετὰ πλήθους
							καταβαίνει τὸ ὑόμενον ὕδωρ, <lb/>οὕτω καὶ ἐν τῇ γῇ ἐκ μικρῶν συλλείβεσθαι τὸ πρῶτον
							καὶ <pb n="29"/> εἶναι οἷον πιδώσης εἰς ἓν τῆς γῆς τὰς ἀρχὰς τῶν ποταμῶν. <lb/>Δηλοῖ
							δ’ αὐτὸ τὸ ἔργον· οἱ γὰρ τὰς ὑδραγωγίας ποιοῦντες <lb/>ὑπονόμοις καὶ διώρυξι
							συνάγουσιν, ὥσπερ ἂν ἰδιούσης τῆς <lb/>γῆς ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν. Διὸ καὶ τὰ ῥεύματα τῶν
							ποταμων <lb/>ἐκ τῶν ὀρῶν φαίνεται ῥέοντα, καὶ πλεῖστοι καὶ μέγιστοι <lb/>ποταμοὶ
							ῥέουσιν ἐκ τῶν μεγίστων ὀρῶν. Ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>αἱ κρῆναι αἱ πλεῖσται ὄρεσι καὶ
							τόποις ὑψηλοῖς γειτνιῶσιν· <lb/>ἐν δὲ τοῖς πεδίοις ἄνευ ποταμῶν ὀλίγαι γίγνονται
							πάμπαν. <lb/>Οἱ γὰρ ὀρεινοὶ καὶ ὑψηλοὶ τόποι, οἷον σπόγγος πυκνὸς <lb/>ἐπικρεμάμενος,
							κατὰ μικρὰ μὲν πολλαχῇ δὲ διαπιδῶσι καὶ <lb/>συλλείβουσι τὸ ὕδωρ· δέχονταί τε γὰρ τοῦ
							κατιόντος ὕδατος <lb/>πολὺ πλῆθος (τί γὰρ διαφέρει κοίλην καὶ ὑπτίαν ἢ <lb/>πρηνῆ τὴν
							περιφέρειαν εἶναι καὶ κυρτήν; ἀμφοτέρως γὰρ <lb/>τὸν ἴσον ὄγκον περιλήψεται σώματος)
							καὶ τὴν ἀνιοῦσαν <lb/>ἀτμίδα ψύχουσι καὶ συγκρίνουσι πάλιν εἰς ὕδωρ. Διὸ <lb/>καθάπερ
							εἴπομεν, οἱ μέγιστοι τῶν ποταμῶν ἐκ τῶν μεγίστων <lb/>φαίνονται ῥέοντες ὀρῶν. Δῆλον δ’
							ἐστὶ τοῦτο θεωμένοις <lb/>τὰς τῆς γῆς περιόδους· ταύτας γὰρ ἐκ τοῦ πυνθάνεσθαι
							<lb/>παρ’ ἑκάστων οὕτως ἀνέγραψαν, ὅσων μὴ συμβέβηκεν αὐτόπτας <lb/>γενέσθαι τοὺς
							λέγοντας. Ἐν μὲν οὖν τῇ Ἀσίᾳ <lb/>πλεῖστοι μὲν ἐκ τοῦ Παρνασσοῦ καλουμένου φαίνονται
							<lb/>ῥέοντες ὄρους καὶ μέγιστοι ποταμοί, τοῦτο δ’ ὁμολογεῖται <lb/>πάντων εἶναι
							μέγιστον ὄρος τῶν πρὸς τὴν ἕω τὴν χειμερινήν· <lb/>ὑπερβάντι γὰρ ἤδη τοῦτο φαίνεται ἡ
							ἔξω θάλαττα, <lb/>ἧς τὸ πέρας οὐ δῆλον τοῖς ἐντεῦθεν. Ἐκ μὲν οὖν <lb/>τούτου ῥέουσιν
							ἄλλοι τε ποταμοὶ καὶ ὁ Βάκτρος καὶ ὁ <lb/>Χοάσπης καὶ ὁ Ἀράξης· τούτου δ’ ὁ Τάναϊς
							ἀποσχίζεται <lb/>μέρος ὢν εἰς τὴν Μαιῶτιν λίμνην. Ῥεῖ δὲ καὶ ὁ Ἰνδὸς ἐξ <lb/>αὐτοῦ,
							πάντων τῶν ποταμῶν ῥεῦμα πλεῖστον. Ἐκ δὲ τοῦ <pb n="30"/> Καυκάσου ἄλλοι τε ῥέουσι
							πολλοὶ καὶ κατὰ πλῆθος καὶ <lb/>κατὰ μέγεθος ὑπερβάλλοντες, καὶ ὁ Φᾶσις· ὁ δὲ Καύκασος
							<lb/>μέγιστον ὄρος τῶν πρὸς τὴν ἕω τὴν θερινήν ἐστι καὶ πλήθει <lb/>καὶ ὕψει. Σημεῖον
							δὲ τοῦ μὲν ὕψους ὅτι ὁρᾶται καὶ <lb/>ἀπὸ τῶν καλουμένων βαθέων καὶ εἰς τὴν λίμνην
							εἰσπλεόντων, <lb/>ἔτι δ’ ἡλιοῦται τῆς νυκτὸς αὐτοῦ τὰ ἄκρα μέχρι τοῦ <lb/>τρίτου
							μέρους ἀπό τε τῆς ἕω καὶ πάλιν ἀπὸ τῆς ἑσπέρας· <lb/>τοῦ δὲ πλήθους ὅτι πολλὰς ἔχον
							ἕδρας, ἐν αἷς ἔθνη τε <lb/>κατοικεῖ πολλὰ καὶ λίμνας εἶναί φασι μεγάλας, ἀλλ’ ὅμως
							<lb/>πάσας τὰς ἕδρας εἶναί φασι φανερὰς μέχρι τῆς ἐσχάτης <lb/>κορυφῆς. Ἐκ δὲ τῆς
							Πυρήνης (τοῦτο δ’ ἐστὶν ὄρος πρὸς <lb/>δυσμὴν ἰσημερινὴν ἐν τῇ Κελτικῇ) ῥέουσιν ὅ τε
							Ἴστρος καὶ ὁ <lb/>Ταρτησσός. Οὗτος μὲν οὖν ἔξω στηλῶν, ὁ δ’ Ἴστρος δι’ <lb/>ὅλης τῆς
							Εὐρώπης εἰς τὸν Εὔξεινον πόντον. Τῶν δ’ ἄλλων <lb/>ποταμῶν οἱ πλεῖστοι πρὸς ἄρκτον ἐκ
							τῶν ὀρῶν τῶν <lb/>Ἀρκυνίων· ταῦτα δὲ καὶ ὕψει καὶ πλήθει μέγιστα περὶ <lb/>τὸν τόπον
							τοῦτόν ἐστιν. Ὑπ’ αὐτὴν δὲ τὴν ἄρκτον ὑπὲρ <lb/>τῆς ἐσχάτης Σκυθίας αἱ καλούμεναι
							Ῥῖπαι, περὶ ὧν τοῦ <lb/>μεγέθους λίαν εἰσὶν οἱ λεγόμενοι λόγοι μυθώδεις· ῥέουσι δ’
							<lb/>οὖν οἰ πλεῖστοι καὶ μέγιστοι μετὰ τὸν Ἴστρον τῶν ἄλλων <lb/>ποταμῶν ἐντεῦθεν, ὥς
							φασιν. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὴν Λιβύην <lb/>οἱ μὲν ἐκ τῶν Αἰθιοπικῶν ὀρῶν, ὅ τε Αἰγὼν
							καὶ ὁ <lb/>Νύσις, οἱ δὲ μέγιστοι τῶν διωνομασμένων, ὅ τε Χρεμέτης <lb/>καλούμενος, ὃς
							εἰς τὴν ἔξω ῥεῖ θάλατταν, καὶ τοῦ Νείλου <lb/>τὸ ῥεῦμα τὸ πρῶτον, ἐκ τοῦ Ἀργυροῦ
							καλουμένου ὄρους. <lb/>Τῶν δὲ περὶ τὸν Ἑλληνικὸν τόπον ὁ μὲν Ἀχελῷος ἐκ Πίνδου,
							<lb/>καὶ ὁ Ἴναχος ἐντεῦθεν, ὁ δὲ Στρυμὼν καὶ Νέστος καὶ <lb/>ὁ Ἕβρος ἅπαντες τρεῖς
							ὄντες ἐκ τοῦ Σκόμβρου· πολλὰ δὲ <lb/>ῥεύματα καὶ ἐκ τῆς Ῥοδόπης ἐστίν. Ὁμοίως δὲ καὶ
							τοὺς <pb n="31"/> ἄλλους ποταμοὺς εὕροι τις ἂν ῥέοντας· ἀλλὰ μαρτυρίου <lb/>χάριν
							τούτους εἴπομεν· ἐπεὶ καὶ ὅσοι αὐτῶν ῥέουσιν ἐξ ἑλῶν, <lb/>τὰ ἕλη ὑπ’ ὄρη κεῖσθαι
							συμβαίνει πάντα σχεδὸν ἢ τόπους <lb/>ὑψηλοὺς ἐκ προσαγωγῆς. Ὅτι μὲν οὗν οὐ δεῖ
							νομίζειν <lb/>οὕτω γίνεσθαι τὰς ἀρχὰς τῶν ποταμῶν ὡς ἐξ ἀφωρισμένων <lb/>κοιλιῶν,
							φανερόν· οὔτε γὰρ ἂν ὁ τόπος ἱκανὸς ἦν ὁ τῆς γῆς <lb/>ὡς εἰπεῖν, ὥσπερ οὐδ’ ὁ τῶν
							νεφῶν, εἴπερ τὸ ὂν ἔδει ῥεῖν <lb/>μόνον, ἀλλὰ μὴ τὸ μὲν ἀπῄει τὸ δ’ ἐγίγνετο, ἀλλ’ ἀεὶ
							δὴ <lb/>ἀπὸ ὄντος ἐταμιεύετο· τό τε ὑπὸ τοῖς ὄρεσιν ἔχειν τὰς <lb/>πηγὰς μαρτυρεῖ
							διότι τῷ συρρεῖν ἐπ’ ὀλίγον καὶ κατὰ μικρὸν <lb/>ἐκ πολλῶν νοτίδων διαδίδωσιν ὁ τόπος
							καὶ γίγνονται <lb/>οὕτως αἱ πηγαὶ τῶν ποταμῶν. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τοιούτους <lb/>εἶναι
							τόπους ἔχοντας πλῆθος ὕδατος, οἷον λίμνας, οὐθὲν <lb/>ἄτοπον, πλὴν οὐ τηλικαύτας ὥστε
							τοῦτο συμβαίνειν, οὐθὲν <lb/>μᾶλλον ἢ εἴ τις οἴοιτο τὰς φανερὰς εἶναι πηγὰς τῶν
							ποταμῶν· <lb/>σχεδὸν γὰρ ἐκ κρηνῶν οἱ πλεῖστοι ῥέουσιν. Ὅμοιον <lb/>οὖν τὸ ἐκείνας καὶ
							τὸ ταύτας νομίζειν εἶναι τὸ σῶμα τὸ <lb/>τοῦ ὕδατος πᾶν. Ὅτι δ’ εἰσὶ τοιαῦται φάραγγες
							καὶ διαστάσεις <lb/>τῆς γῆς, δηλοῦσιν οἱ καταπινόμενοι τῶν ποταμῶν. <lb/>Συμβαίνει δὲ
							τοῦτο πολλαχοῦ τῆς γῆς, οἷον τῆς μὲν Πελοποννήσου <lb/>πλεῖστα τοιαῦτα περὶ τὴν
							Ἀρκαδίαν ἐστὶν. <lb/>Αἴτιον δὲ διὰ τὸ ὀρεινὴν οὖσαν μὴ ἔχειν ἐκροὰς ἐκ τῶν κοιλιῶν
							<lb/>εἰς θάλατταν· πληροῦμενοι γὰρ οἱ τόποι καὶ οὐκ <lb/>ἔχοντες ἔκρυσιν αὐτοὶ
							εὑρίσκονται τὴν δίοδον εἰς βάθος, <lb/>ἀποβιαζομένου τοῦ ἄνωθεν ἐπιόντος ὕδατος. Περὶ
							μὲν οὖν <lb/>τὴν Ἑλλάδα μικρὰ τοιαῦτα παντελῶς ἐστὶ γιγνόμενα· ἀλλ’ <lb/>ἥ γε ὑπὸ τὸν
							Καύκασον λίμνη, ἣν καλοῦσιν οἱ ἐκεῖ θάλατταν, <lb/>φανερά. Αὕτη γὰρ ποταμῶν πολλῶν καὶ
							μεγάλων εἰσβαλλόντων <lb/>οὐκ ἔχουσα ἔκρουν φανερὸν ἐκδίδωσιν ὑπὸ γῆν <lb/>κατὰ
							Κοραξούς, περὶ τὰ καλούμενα βαθέα τοῦ Πόντου· <pb n="32"/> ταῦτα δ’ ἐστὶν ἄπειρόν τι
							τῆς θαλάττης βάθος· οὐθεὶς <lb/>γοῦν πώποτε καθιεὶς ἐδυνήθη πέρας εὑρεῖν. Ταύτῃ δὴ
							<lb/>πόρρω τῆς γῆς σχεδὸν περὶ τριακόσια στάδια πότιμον ἀναδίδωσι <lb/>ὕδωρ ἐπὶ πολὺν
							τόπον, οὐ συνεχῆ δέ, ἀλλὰ τρισσαχῇ. <lb/>Καὶ περὶ τὴν Λιγυστικὴν οὐκ ἐλάττων τοῦ
							Ῥοδανοῦ <lb/>καταπίνεταί τις ποταμός, καὶ πάλιν ἀναδίδωσι κατ’ <lb/>ἄλλον τόπον· ὁ δὲ
							Ῥοδανὸς ποταμὸς ναυσιπέρατός ἐστιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Οὐκ ἀεὶ δ’ οἱ αὐτοὶ τόποι τῆς γῆς οὔτ’ ἔνυγροί εἰσιν οὔτε <lb/>ξηροί, ἀλλὰ
							μεταβάλλουσι κατὰ τὰς τῶν ποταμῶν γενέσεις <lb/>καὶ τὰς ἀπολείψεις. Διὸ καὶ τὰ περὶ
							τὴν ἤπειρον μεταβάλλει <lb/>καὶ τὴν θάλατταν, καὶ οὐκ ἀεὶ τὰ μὲν γῆ τὰ δὲ θάλαττα
							<lb/>διατελεῖ πάντα τὸν χρόνον, ἀλλὰ γίγνεται θάλαττα <lb/>μὲν ὅπου χέρσος, ἔνθα δὲ
							νῦν θάλαττα, πάλιν ἐνταῦθα <lb/>γῆ. Κατὰ μέντοι τινὰ τάξιν νομίζειν χρὴ ταῦτα
							γίγνεσθαι <lb/>καὶ περίοδον. Ἀρχὴ δὲ τούτων καὶ αἴτιον ὅτι καὶ <lb/>τῆς γῆς τὰ ἐντός,
							ὥσπερ τὰ σώματα τὰ τῶν φυτῶν καὶ <lb/>ζῴων, ἀκμὴν ἔχει καὶ γῆρας. Πλὴν ἐκείνοις μὲν οὐ
							κατὰ <lb/>μέρος ταῦτα συμβαίνει πάσχειν, ἀλλ’ ἅμα πᾶν ἀκμάζειν καὶ <lb/>φθίνειν
							ἀναγκαῖον· τῇ δὲ γῇ τοῦτο γίγνεται κατὰ μέρος <lb/>διὰ ψύξιν καὶ θερμότητα. Ταῦτα μὲν
							οὖν αὔξεται καί φθίνει <lb/>διὰ τὸν ἥλιον καὶ τὴν περιφοράν, διὰ δὲ ταῦτα καὶ τὴν
							<lb/>δύναμιν τὰ μέρη τῆς γῆς λαμβάνει διαφέρουσαν, ὥστε μέχρι <lb/>τινὸς ἔνυδρα
							δύναται διαμένειν, εἶτα ξηραίνεται καὶ γηράσκει <lb/>πάλιν· ἕτεροι δὲ τόποι βιώσκονται
							καὶ ἔνυδροι γίγνονται <lb/>κατὰ μέρος. Ἀνάγκη δὲ τῶν μὲν τόπων γιγνομένων
							<lb/>ξηροτέρων τὰς πηγὰς ἀφανίζεσθαι, τούτων δὲ συμβαινόντων <lb/>τοὺς ποταμοὺς πρῶτον
							μὲν ἐκ μεγάλων μικρούς, εἶτα τέλος <lb/>γίγνεσθαι ξηρούς, τῶν δὲ ποταμῶν μεθισταμένων
							καὶ ἔνθεν <lb/>μὲν ἀφανιζομένων ἐν ἄλλοις δ’ ἀνάλογον γιγνομένων μεταβάλλειν <lb/>τὴν
							θάλατταν· ὅπου μὲν γὰρ ἐξωθουμένη ὑπὸ τῶν <pb n="33"/> ποταμῶν ἐπλεόναζεν ἀπιοῦσα,
							ξηρὰν ποιεῖν ἀναγκαῖον, <lb/>ὅπου δὲ τοῖς ῥεύμασι πληθύνουσα ἐξηραίνετο προσχουμένη,
							<lb/>πάλιν ἐνταῦθα λιμνάζειν. Ἀλλὰ διὰ τὸ γίγνεσθαι πᾶσαν <lb/>τὴν φυσικὴν τὴν περὶ
							γῆν γένεσιν ἐκ προσαγωγῆς καὶ <lb/>ἐν χρόνοις παμμήκεσι πρὸς τὴν ἡμετέραν ζωήν,
							λανθάνει ταῦτα <lb/>γιγνόμενα, καὶ πρότερον ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀπώλειαι γίγνονται <lb/>καὶ
							φθοραὶ πρὶν μνημονευθῆναι τὴν τούτων μεταβολὴν ἐξ ἀρχῆς <lb/>εἰς τέλος. Μέγισται μὲν
							οὖν φθοραὶ γίγνονται καὶ <lb/>τάχισται ἐν τοῖς πολέμοις, ἄλλαι δὲ νόσοις, αἱ δ’
							ἀφορίαις, <lb/>καὶ ταύταις αἱ μὲν μεγάλαι αἱ δὲ κατὰ μικρόν, ὥστε λανθάνουσι <lb/>τῶν
							γε τοιούτων ἐθνῶν καὶ αἱ μεταναστάσεις διὰ τὸ <lb/>τοὺς μὲν λείπειν τὰς χώρας, τοὺς δ’
							ὑπομένειν μέχρι τούτου <lb/>μέχριπερ ἂν μηκέτι δύνηται τρέφειν ἡ χώρα πλῆθος μηθέν.
							<lb/>Ἀπὸ τῆς πρώτης οὖν ἀπολείψεως εἰς τὴν ἐσχάτην εἰκὸς <lb/>γίγνεσθαι χρόνους
							μακρούς, ὥστε μηθένα μνημονεύειν, ἀλλὰ <lb/>σωζομένων ἔτι τῶν ὑπομενόντων ἐπιλελῆσθαι
							διὰ χρόνου <lb/>πλῆθος. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον χρὴ νομίζειν καὶ τοὺς κατοικισμοὺς
							<lb/>λανθάνειν πότε πρῶτον ἐγένοντο τοῖς ἔθνεσιν ἑκάστοις <lb/>εἰς τὰ μεταβάλλοντα καὶ
							γιγνόμενα ξηρὰ ἐξ ἑλωδῶν <lb/>καὶ ἐνύδρων· καὶ γὰρ ἐνταῦθα κατὰ μικρὸν ἐν πολλῷ
							γίγνεται <lb/>χρόνῳ ἡ ἐπίδοσις, ὥστε μὴ μνημονεύειν τίνες πρῶτοι <lb/>καὶ πότε καὶ πῶς
							ἐχόντων ἦλθον τῶν τόπων, οἷον συμβέβηκε <lb/>καὶ περὶ τὴν Αἴγυπτον· καὶ γὰρ οὗτος ἀεὶ
							ξηρότερος ὁ <lb/>τόπος φαίνεται γιγνόμενος καὶ πᾶσα ἡ χώρα τοῦ ποταμοῦ <lb/>πρόσχωσις
							οὖσα τοῦ Νείλου, διὰ δὲ τὸ κατὰ μικρὸν ξηραινομένων <lb/>τῶν ἑλῶν τοὺς πλησίον
							εἰσοικίζεσθαι τὸ τοῦ χρόνου <lb/>μῆκος ἀφῄρηται τὴν ἀρχήν. Φαίνεται δ’ οὖν καὶ τὰ
							στόματα <lb/>πάντα, πλὴν ἑνὸς τοῦ Κανωβικοῦ, χειροποίητα καὶ οὐ <pb n="34"/> τοῦ
							ποταμοῦ ὄντα, καὶ τὸ ἀρχαῖον ἡ Αἴγυπτος Θῆβαι καλούμεναι. <lb/>Δηλοῖ δὲ καὶ Ὅμηρος,
							οὕτω πρόσφατος ὢν ὡς <lb/>εἰπεῖν πρὸς τὰς τοιαύτας μεταβολάς· ἐκείνου γὰρ τοῦ τόπου
							<lb/>ποιεῖται μνείαν ὡς οὔπω Μέμφιος οὔσης ἢ ὅλως ἢ οὐ τηλικαύτης. <lb/>Τοῦτο δ’ εἰκὸς
							οὕτω συμβαίνειν· οἱ γὰρ κάτωθεν <lb/>τόποι τῶν ἄνωθεν ὕστερον ᾠκίσθησαν· ἑλώδεις γὰρ
							ἐπὶ <lb/>πλείω χρόνον ἀναγκαῖον εἶναι τοὺς ἐγγύτερον τῆς προσχώσεως <lb/>διὰ τὸ
							λιμνάζειν ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἀεὶ μᾶλλον. Μεταβάλλει <lb/>δὲ τοῦτο καὶ πάλιν εὐθηνεῖ·
							ξηραινόμενοι γὰρ οἱ <lb/>τόποι ἔρχονται εἰς τὸ καλῶς ἔχειν, οἱ δὲ πρότερον εὐκραεῖς
							<lb/>ὑπερξηραινόμεναι τότε γίγνονται χείρους. Ὅπερ συμβέβηκε <lb/>τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ
							τὴν Ἀργείων καὶ Μυκηναίων <lb/>χώραν· ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν Τρωϊκῶν ἡ μὲν Ἀργεία διὰ τὸ
							<lb/>ἑλώδης εἶναι ὀλίγους ἐδύνατο τρέφειν, ἡ δὲ Μυκηναία καλῶς <lb/>εἶχεν (διὸ
							ἐντιμοτέρα ἦν), νῦν δὲ τοὐναντίον διὰ τὴν εἰρημένην <lb/>αἰτίαν· ἡ μὲν γὰρ ἀργὴ γέγονε
							καὶ ξηρὰ πάμπαν, τῆς <lb/>δὲ τὰ τότε διὰ τὸ λιμνάζειν ἀργὰ νῦν χρήσιμα γέγονεν.
							<lb/>Ὥσπερ οὖν ἐπὶ τούτου τοῦ τόπου συμβέβηκεν ὄντος μικροῦ, <lb/>ταὐτὸ δεῖ νομίζειν
							τοῦτο συμβαίνειν καὶ περὶ μεγάλους τόπους <lb/>καὶ χώρας ὅλας. Οἱ μὲν οὖν βλέποντες
							ἐπὶ μικρὸν αἰτίαν <lb/>οἴονται τῶν τοιούτων εἶναι παθημάτων τὴν τοῦ ὅλου
							<lb/>μεταβολὴν ὡς γινομένου τοῦ οὐρανοῦ· διὸ καὶ τὴν θάλατταν <lb/>ἐλάττω γίγνεσθαί
							φασιν ὡς ξηραινομένην, ὅτι πλείους φαίνονται <lb/>τόποι τοῦτο πεπονθότες νῦν ἢ
							πρότερον. Ἔστι δὲ <lb/>τούτων τὸ μὲν ἀληθὲς τὸ δ’ οὐκ ἀληθές· πλείους μὲν γάρ εἰσιν
							<lb/>οἱ πρότερον ἔνυδροι νῦν δὲ χερσεύοντες, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ <lb/>τοὐναντίον· πολλαχῇ
							γὰρ σκοποῦντες εὑρήσουσιν ἐπεληλυθυῖαν <lb/>τὴν θάλατταν. Ἀλλὰ τούτου τὴν αἰτίαν οὐ
							τὴν τοῦ <lb/>κόσμου γένεσιν οἴεσθαι χρή· γελοῖον γὰρ διὰ μικρὰς καὶ <lb/>ἀκαριαίας
							μεταβολὰς κινεῖν τὸ πᾶν, ὁ δὲ τῆς γῆς ὄγκος καὶ <pb n="35"/> τὸ μέγεθος οὐθέν ἐστι δή
							που πρὸς τὸν ὅλον οὐρανόν· ἀλλὰ <lb/>πάντων τούτων αἴτιον ὑποληπτέον ὅτι γίγνεται διὰ
							χρόνων <lb/>εἱμαρμένων, οἷον ἐν ταῖς κατ’ ἐνιαυτὸν ὥραις χειμών, οὕτω <lb/>περιόδου
							τινὸς μεγάλης μέγας χειμὼν καὶ ὑπερβολὴ ὄμβρων. <lb/>Αὕτη δ’ οὐκ ἀεὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς
							τόπους, ἀλλ’ ὥσπερ <lb/>ὁ καλούμενος ἐπὶ Δευκαλίωνος κατακλυσμός· καὶ γὰρ οὗτος
							<lb/>περὶ τὸν Ἑλληνικὸν ἐγένετο μάλιστα τόπον, καὶ τούτου <lb/>περὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν
							ἀρχαίαν. Αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ περὶ Δωδώνην <lb/>καὶ τὸν Ἀχελῷον· οὗτος γὰρ πολλαχοῦ τὸ
							ῥεῦμα μεταβέβληκεν· <lb/>ᾤκουν γὰρ οἱ Σελλοὶ ἐνταῦθα καὶ οἱ καλούμενοι <lb/>τότε μὲν
							Γραικοὶ νῦν δ’ Ἕλληνες. Ὅταν οὖν δὴ γένηται <lb/>τοιαύτη ὑπερβολὴ ὄμβρων, νομίζειν χρὴ
							ἐπὶ πολὺν χρόνον <lb/>διαρκεῖν, καὶ ὥσπερ νῦν τοῦ τοὺς μὲν ἀενάους εἶναι τῶν ποταμῶν
							<lb/>τοὺς δὲ μὴ οἱ μέν φασιν αἴτιον εἶναι τὸ μέγεθος τῶν <lb/>ὑπὸ γῆς χασμάτων, ἡμεῖς
							δὲ τὸ μέγεθος τῶν <lb/>ὑπὸ γῆς χασμάτων, ἡμεῖς δὲ τὸ μέγεθος τῶν ὑψηλῶν τόπων <lb/>καὶ
							τὴν πυκνότητα καὶ ψυχρότητα αὐτῶν· οὗτοι γὰρ <lb/>πλεῖστον καὶ δέχονται ὕδωρ καὶ
							στέγουσι καὶ ποιοῦσιν. Ὅσοις <lb/>δὲ μικραὶ αἱ ἐπικρεμάμεναι συστάσεις τῶν ὀρῶν ἢ
							σομφαὶ <lb/>καὶ λιθώδεις καὶ ἀργιλώδεις, τούτους δὲ προαπολείπειν οὕτως <lb/>οἴεσθαι
							δεῖν τότε, ἐν οἷς ἂν γένηται ἡ τοιαύτη τοῦ ὑγροῦ <lb/>φορὰ οἷον ἀενάους ποιεῖν τὰς
							ὑγρότητας τῶν τόπων μᾶλλον. <lb/>Τῷ χρόνῳ δὲ ταῦτα ξηραίνεται γιγνόμενα μᾶλλον, θάτερα
							<lb/>δ’ ἐλάττω τὰ ἔφυδρα, ἕως ἂν ἔλθῃ πάλιν ἡ καταβολὴ τῆς <lb/>περιόδου τῆς αὐτῆς.
							Ἐπεὶ δ’ ἀνάγκη τοῦ ὅλου γίγνεσθαι <lb/>μέν τινα μεταβολήν, μὴ μέντοι γένεσιν καὶ
							φθοράν, εἴπερ <lb/>μένει τὸ πᾶν, ἀνάγκη, καθάπερ ἡμεῖς λέγομεν, μὴ τοὺς αὐτοὺς
							<lb/>ἀεὶ τόπους ὑγρούς τ’ εἶναι θαλάττῃ καὶ ποταμοῖς καὶ ξηρούς. <lb/>Δηλοῖ δὲ τὸ
							γιγνόμενον· οὓς γάρ φαμεν ἀρχαιοτάτους <lb/>εἶναι τῶν ἀνθρώπων Αἰγυπτίους, τούτων ἡ
							χώρα πᾶσα <pb n="36"/> γεγονυῖα φαίνεται καὶ οὖσα τοῦ ποταμοῦ ἔργον. Καὶ τοῦτο
							<lb/>κατά τε τὴν χώραν αὐτὴν ὁρῶντι δῆλόν ἐστι, καὶ τὰ περὶ <lb/>τὴν ἐρυθρὰν θάλατταν
							τεκμήριον ἱκανόν· ταύτην γὰρ τῶν <lb/>βασιλέων τις ἐπειράθη διορύττειν (οὐ γὰρ μικρὰς
							εἶχεν ἂν <lb/>αὐτοῖς ὠφελείας πλωτὸς ἅπας ὁ τόπος γενόμενος· λέγεται <lb/>δὲ πρῶτος
							Σέσωστρις ἐπιχειρῆσαι τῶν παλαιῶν), ἀλλ’ εὗρεν <lb/>ὑψηλοτέραν οὖσαν τὴν θάλατταν τῆς
							γῆς. Διὸ ἐκεῖνός τε <lb/>πρότερον καὶ Δαρεῖος ὕστερον ἐπαύσατο διορύττων, ὅπως μὴ
							<lb/>διαφθαρῇ τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ συμμιγείσης τῆς θαλάττης. <lb/>Φανερὸν οὖν ὅτι
							θάλαττα πάντα μία ταῦτα συνεχὴς ἦν. <lb/>Διὸ καὶ τὰ περὶ τὴν Λιβύην τὴν Ἀμμωνίαν χώραν
							ταπεινότερα <lb/>φαίνεται καὶ κοιλότερα παρὰ λόγον τῆς κάτωθεν <lb/>χώρας· δῆλον γὰρ
							ὡς ἐγχώσεως μὲν γενομένης ἐγένοντο <lb/>λίμναι καὶ χέρσος, χρόνου δὲ γενομένου τὸ
							ἐναπολειφθὲν <lb/>καὶ λιμνάσαν ὕδωρ ξηρανθέν ἐστιν ἤδη φροῦδον. Ἀλλὰ μὴν <lb/>καὶ τὰ
							περὶ τὴν Μαιῶτιν λίμνην ἐπιδέδωκε τῇ προσχώσει <lb/>τῶν ποταμῶν τοσοῦτον, ὥστε πολλῷ
							ἐλάττω μεγέθει <lb/>πλοῖα νῦν εἰσπλεῖν πρὸς τὴν ἐργασίαν ἢ ἔτος ἑξηκοστόν· <lb/>ὥστ’
							ἐκ τούτου ῥᾴδιον ἀναλογίσασθαι ὅτι καὶ τὸ πρῶτον, <lb/>ὥσπερ αἱ πολλαὶ τῶν λιμνῶν, καὶ
							αὕτη ἔργον ἐστὶ τῶν ποταμῶν, <lb/>καὶ τὸ τελευταῖον πᾶσαν ἀνάγκη γενέσθαι ξηράν.
							<lb/>Ἔτι δ’ ὁ Βόσπορος ἀεὶ μὲν ῥεῖ διὰ τὸ προσχοῦσθαι, καὶ <lb/>ἔστιν ἔτι ταῦτα καὶ
							τοῖς ὄμμασιν ἰδεῖν ὅν τινα συμβαίνει <lb/>τρόπον· ὅτε γὰρ ἀπὸ τῆς Ἀσίας ᾐόνα ποιήσειεν
							ὁ ῥοῦς, τὸ <lb/>ὄπισθεν λίμνη ἐγίγνετο μικρὰ τὸ πρῶτον, εἶτ’ ἐξηράνθη, <lb/>μετὰ δὲ
							τοῦτο ἄλλη ἀπὸ ταύτης ᾐών, καὶ λίμνη ἀπ’ αὐτῆς· <pb n="37"/> καὶ τοῦτο ἀεὶ οὕτω
							συνέβαινεν ὁμοίως· τούτου δὲ γινομένου <lb/>πολλάκις ἀνάγκη προϊόντος τοῦ χρόνου ὥσπερ
							ποταμὸν <lb/>γενέσθαι, τέλος δὲ καὶ τοῦτον ξηρόν. Φανερὸν τοίνυν, <lb/>ἐπεὶ ὅ τε
							χρόνος οὐχ ὑπολείπει καὶ τὸ ὅλον ἀΐδιον, ὅτι <lb/>οὔτε ὁ Τάναϊς ποταμὸς οὔτε ὁ Νεῖλος
							ἀεὶ ἔρρει, ἀλλ’ ἦν <lb/>ποτὲ ξηρὸς ὁ τόπος ὅθεν ῥέουσιν· τὸ γὰρ ἔργον ἔχει αὐτῶν
							<lb/>πέρας, ὁ δὲ χρόνος οὐκ ἔχει. Ὁμοίως δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων ἁρμόσει
							ποταμῶν λέγειν. Ἀλλὰ μὴν εἴπερ οἱ ποταμοὶ <lb/>γίγνονται καὶ φθείρονται καὶ μὴ ἀεὶ οἱ
							αὐτοὶ τόποι <lb/>τῆς γῆς ἔνυδροι, καὶ τὴν θάλατταν ἀνάγκη μεταβάλλειν <lb/>ὁμοίως. Τῆς
							δὲ θαλάττης τὰ μὲν ἀπολειπούσης τὰ δ’ ἐπιούσης <lb/>ἀεὶ φανερὸν ὅτι τῆς πάσης γῆς οὐκ
							ἀεὶ τὰ αὐτὰ τὰ μέν <lb/>ἐστι θάλαττα τὰ δ’ ἤπειρος, ἀλλὰ μεταβάλλει τῷ χρόνῳ
							<lb/>πάντα. Διότι μὲν οὖν οὐκ ἀεὶ ταὐτὰ οὔτε χερσεύεται τῆς <lb/>γῆς οὔτε πλωτά ἐστι,
							καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν ταῦτα συμβαίνει, <lb/>εἴρηται· ὁμοίως δὲ καὶ διὰ τί οἱ μὲν ἀέναοι
							οἱ δ’ οὒ τῶν ποταμῶν <lb/>εἰσίν. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="2">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Β.</head>
						<p>Περὶ δὲ θαλάττης, καὶ τίς ἡ φύσις αὐτῆς, καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν <lb/>ἁλμυρὸν τοσοῦτόν
							ἐστιν ὕδατος πλῆθος, ἔτι δὲ περὶ τῆς <lb/>ἐξ ἀρχῆς γενέσεως λέγωμεν. Οἱ μὲν οὖν
							ἀρχαῖοι καὶ διατρίβοντες <lb/>περὶ τὰς θεολογίας ποιοῦσιν αὐτῆς πηγάς, ἵν’ <lb/>αὐτοῖς
							ὦσιν ἀρχαὶ καὶ ῥίζαι γῆς καὶ θαλάττης· τραγικώτερον <lb/>γὰρ οὕτω καὶ σεμνότερον
							ὑπέλαβον ἴσως εἶναι τὸ λεγόμενον, <lb/>ὡς μέγα τι τοῦ παντὸς τοῦτο μόριον ὄν· καὶ τὸν
							<lb/>λοιπὸν οὐρανὸν ὅλον περὶ τοῦτον συστῆναι τὸν τόπον καὶ <lb/>τούτου χάριν ὡς ὄντα
							τιμιώτατον καὶ ἀρχήν. Οἱ δὲ σοφώτεροι <lb/>τὴν ἀνθρωπίνην σοφίαν ποιοῦσιν αὐτῆς
							γένεσιν· εἶναι <lb/>γὰρ τὸ πρῶτον ὑγρὸν ἅπαντα τὸν περὶ τὴν γῆν τόπον, ὑπὸ <pb n="38"/> δὲ τοῦ ἡλίου ξηραινόμενον τὸ μὲν διατμίσαν πνεύματα κα <lb/>τροπὰς ἡλίου καὶ
							σελήνης φασὶ ποιεῖν, τὸ δὲ λειφθὲν θάλατταν <lb/>εἶναι· διὸ καὶ ἐλάττω γίνεσθαι
							ξηραινομένην οἴονται, καὶ <lb/>τέλος ἔσεσθαί ποτε πᾶσαν ξηράν. Ἔνιοι δ’ αὐτῶν
							θερμαινομένης <lb/>φασὶν ὑπὸ τοῦ ἡλίου τῆς γῆς οἷον ἱδρῶτα γίγνεσθαι, <lb/>διὸ καὶ
							ἁλμυρὰν εἶναι· καὶ γὰρ ὁ ἱδρὼς ἁλμυρός. Οἱ δὲ τῆς <lb/>ἁλμυρότητος αἰτίαν τὴν γῆν
							εἶναί φασιν· καθάπερ γὰρ τὸ <lb/>διὰ τῆς τέφρας ἠθούμενον ἁλμυρὸν γίνεται, τὸν αὐτὸν
							τρόπον <lb/>καὶ ταύτην ἁλμυρὰν εἶναι μιχθείσης αὐτῇ τοιαύτης γῆς. <lb/>Ὅτι μὲν οὖν
							πηγὰς θαλάττης ἀδύνατον εἶναι, διὰ τῶν ὑπαρχόντων <lb/>ἤδη θεωρεῖν δεῖ. Τῶν γὰρ περὶ
							τὴν γῆν ὑδάτων <lb/>τὰ μὲν ῥυτὰ τυγχάνει ὄντα τὰ δὲ στάσιμα. Τὰ μὲν οὖν ῥυτὰ
							<lb/>πάντα πηγαῖα· περὶ δὲ τῶν πηγῶν εἰρήκαμεν πρότερον, ὅτι <lb/>δεῖ νοεῖν οὐχ ὥσπερ
							ἐξ ἀγγείου ταμιευόμενον τὴν ἀρχὴν <lb/>εἶναι πηγήν, ἀλλ’ εἰς ἓν ἀεὶ γινόμενον καὶ
							συρρέον ἀπαντᾶν <lb/>πρώτην. Τῶν δὲ στασίμων τὰ μὲν συλλογιμαῖα καὶ ὑποστάσεις,
							<lb/>οἷον τὰ τελματιαῖα καὶ ὅσα λιμνώδη, πλήθει καὶ <lb/>ὀλιγότητι διαφέροντα, τὰ δὲ
							πηγαῖα. Ταῦτα δὲ πάντα <lb/>χειρόκμητα, λέγω δ’ οἷον τὰ φρεατιαῖα καλούμενα· πάντων
							<lb/>γὰρ ἀνωτέρω δεῖ τὴν πηγὴν εἶναι τῆς ῥύσεως. Διὸ τὰ μὲν <lb/>αὐτόματα ῥεῖ τὰ
							κρηναῖα καὶ ποταμιαῖα, ταῦτα δὲ τέχνης <lb/>προσδεῖται τῆς ἐργασομένης. Αἱ μὲν οὖν
							διαφοραὶ τοιαῦται <lb/>καὶ τοσαῦται τῶν ὑδάτων εἰσίν· τούτων δ’ οὕτω διωρισμένων
							<lb/>ἀδύνατον πηγὰς εἶναι τῆς θαλάττης· ἐν οὐδετέρῳ <lb/>γὰρ τούτων οἷόν τ’ εἶναι τῶν
							γενῶν αὐτήν· οὔτε γὰρ ἀπόρρυτός <lb/>ἐστιν οὔτε χειροποίητος, τὰ δὲ πηγαῖα πάντα
							τούτων θάτερον <lb/>πέπονθεν· αὐτόματον δὲ στάσιμον τοσοῦτον πλῆθος <lb/>οὐθὲν ὁρῶμεν
							πηγαῖον γιγνόμενον. Ἔτι δ’ ἐπεὶ πλείους εἰσὶ <lb/>θάλατται πρὸς ἀλλήλας οὐ
							συμμιγνύουσαι κατ’ οὐθένα τόπον, <pb n="39"/> ὧν ἡ μὲν ἐρυθρὰ φαίνεται κατὰ μικρὸν
							κοινωνοῦσα πρὸς <lb/>τὴν ἔξω στηλῶν θάλατταν, ἡ δ’ Ὑρκανία καὶ Κασπία κεχωρισμέναι
							<lb/>τε ταύτης καὶ περιοικούμεναι κύκλῳ, ὥστ’ οὐκ ἂν <lb/>ἐλάνθανον αἱ πηγαί, εἰ κατά
							τινα τόπον αὐτῶν ἦσαν. Ῥέουσα <lb/>δ’ ἡ θάλαττα φαίνεται κατὰ τὰς στενότητας, εἴ που
							διὰ <lb/>τὴν περιέχουσαν γῆν εἰς μικρὸν ἐκ μεγάλου συνάγεται πελάγους, <lb/>διὰ τὸ
							ταλαντεύεσθαι δεῦρο κἀκεῖσε πολλάκις. Τοῦτο <lb/>δ’ ἐν μὲν πολλῷ πλήθει θαλάττης
							ἄδηλον· ᾖ δὲ διὰ τὴν στενότητα <lb/>τῆς γῆς ὀλίγον ἐπέχει τόπον, ἀναγκαῖον τὴν ἐν τῷ
							<lb/>πελάγει μικρὰν ταλάντωσιν ἐκεῖ φαίνεσθαι μεγάλην. Ἡ δ’ <lb/>ἐντὸς Ἡρακλείων
							στηλῶν ἅπασα κατὰ τὴν τῆς γῆς κοιλότητα <lb/>ῥεῖ, καὶ τῶν ποταμῶν τὸ πλῆθος· ἡ μὲν γὰρ
							Μαιῶτις <lb/>εἰς τὸν Πόντον ῥεῖ, οὗτος δ’ εἰς τὸν Αἰγαῖον. Πάντα <lb/>δ’ ἤδη τὰ τούτων
							ἔξω πελάγη ἧττον ποιεῖ τοῦτ’ ἐπιδήλως. <lb/>Ἐκείνοις δὲ διά τε τὸ τῶν ποταμῶν πλῆθος
							συμβαίνει τοῦτο <lb/>(πλείους γὰρ εἰς τὸν Εὔξεινον ῥέουσι ποταμοὶ καὶ τὴν Μαιῶτιν
							<lb/>ἢ τὴν πολλαπλασίαν χώραν αὐτῆς) καὶ διὰ τὴν βραχύτητα <lb/>τοῦ βάθους· ἀεὶ γὰρ
							ἐκεῖ βαθυτέρα φαίνεται οὖσα <lb/>ἡ θάλαττα, καὶ τῆς μὲν Μαιώτιδος ὁ Πόντος, τούτου δ’
							ὁ <lb/>Αἰγαῖος, τοῦ δ’ Αἰγαίου ὁ Σικελικός· ὁ δὲ Σαρδονικὸς καὶ <lb/>ὁ Τυρρηνικὸς
							βαθύτατοι πάντων. Τὰ δ’ ἔξω στηλῶν <lb/>βραχέα μὲν διὰ τὸν πηλόν, ἄπνοα δ’ ἐστὶν ὡς ἐν
							κοίλῳ τῆς <lb/>θαλάττης οὔσης. Ὥσπερ οὖν καὶ κατὰ μέρος ἐκ τῶν ὑψηλῶν <lb/>οἱ ποταμοὶ
							φαίνονται ῥέοντες, οὕτω καὶ τῆς ὅλης γῆς <lb/>ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων τῶν πρὸς ἄρκτον τὸ
							ῥεῦμα γίνεται τὸ <lb/>πλεῖστον. Ὥστε τὰ μὲν διὰ τὴν ἔκχυσιν οὐ βαθέα, τὰ δ’ <lb/>ἔξω
							πελάγη βαθέα μᾶλλον. Περὶ δὲ τοῦ τὰ πρὸς ἄρκτον <lb/>εἶναι τῆς γῆς ὑψηλὰ σημεῖόν τι
							καὶ τὸ πολλοὺς πεισθῆναι <pb n="40"/> τῶν ἀρχαίων μετεωρολόγων τὸν ἥλιον μὴ φέρεσθαι
							ὑπὸ <lb/>γῆν ἀλλὰ περὶ τὴν γῆν καὶ τὸν τόπον τοῦτον, ἀφανίζεσθαι <lb/>δὲ καὶ ποιεῖν
							νύκτα διὰ τὸ ὑψηλὴν εἶναι πρὸς ἄρκτον τὴν <lb/>γῆν. Ὅτι μὲν οὖν οὔτε πηγὰς οἷόν τ’
							εἶναι τῆς θαλάττης, <lb/>καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν οὕτω φαίνεται ῥέουσα, τοιαῦτα καὶ τοσαῦθ’
							<lb/>ἡμῖν εἰρήσθω. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Περὶ δὲ τῆς γενέσεως αὐτῆς, εἰ γέγονε, καὶ τοῦ χυμοῦ τίς <lb/>ἡ αἰτία τῆς ἁλμυρότητος
							καὶ πικρότητος, λεκτέον. Ἡ μὲν <lb/>οὖν αἰτία ἡ ποιήσασα τοὺς πρότερον οἴεσθαι τὴν
							θάλατταν <lb/>ἀρχὴν εἶναι καὶ σῶμα τοῦ παντὸς ὕδατος ἥδ’ ἐστίν. Δόξειε <lb/>γὰρ ἂν
							εὔλογον εἶναι, καθάπερ καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων <lb/>ἐστὶν ἠθροισμένος ὄγκος καὶ ἀρχὴ
							διὰ τὸ πλῆθος, ὅθεν μεταβάλλει <lb/>τε μεριζόμενον καὶ μίγνυται τοῖς ἄλλοις, οἷον
							πυρὸς <lb/>μὲν ἐν τοῖς ἄνω τόποις, ἀέρος δὲ πλῆθος τὸ μετὰ τὸν <lb/>τοῦ πυρὸς τόπον,
							γῆς δὲ σῶμα περὶ ὃ ταῦτα πάντα κεῖται <lb/>φανερῶς. Ὥστε δῆλον ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν
							λόγον καὶ περὶ <lb/>ὕδατος ἀνάγκη ζητεῖν. Τοιοῦτον δ’ οὐθὲν ἄλλο φαίνεται <lb/>σῶμα
							κείμενον ἀθρόον, ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων, πλὴν <lb/>τὸ τῆς θαλάττης μέγεθος· τὸ
							γὰρ τῶν ποταμῶν οὔτ’ ἀθρόον <lb/>οὔτε στάσιμον, ἀλλ’ ὡς γιγνόμενον ἀεὶ φαίνεται καθ’
							ἡμέραν. <lb/>Ἐκ ταύτης δὴ τῆς ἀπορίας καὶ ἀρχὴ τῶν ὑγρῶν ἔδοξεν εἶναι <lb/>καὶ τοῦ
							παντὸς ὕδατος ἡ θάλαττα. Διὸ καὶ τοὺς ποταμοὺς οὐ <lb/>μόνον εἰς ταύτην ἀλλὰ καὶ ἐκ
							ταύτης φασί τινες ῥεῖν· διηθούμενον <lb/>γὰρ γίνεσθαι τὸ ἁλμυρὸν πότιμον. Ἀντίκειται
							δ’ <lb/>ἑτέρα πρὸς ταύτην τὴν δόξαν ἀπορία, τί δή ποτ’ οὐκ ἔστι τὸ <lb/>συνεστὸς ὕδωρ
							τοῦτο πότιμον, εἴπερ ἀρχὴ τοῦ παντός ἐστιν <lb/>ὕδατος, ἀλλ’ ἁλμυρόν. Τὸ δ’ αἴτιον ἅμα
							ταύτης τε τῆς ἀπορίας <lb/>λύσις ἔσται, καὶ περὶ θαλάττης τὴν πρώτην λαβεῖν <pb n="41"/> ὑπόληψιν ἀναγκαῖον ὀρθῶς. Τοῦ γὰρ ὕδατος περὶ τὴν γῆν <lb/>περιτεταμένου, καθάπερ
							περὶ τοῦτο ἡ τοῦ ἀέρος σφαῖρα καὶ <lb/>περὶ ταύτην ἡ λεγομένη πυρός (τοῦτο γάρ ἐστι
							πάντων ἔσχατον, <lb/>εἴθ’ ὡς οἱ πλεῖστοι λέγουσιν εἴθ’ ὡς ἡμεῖς), φερομένου δὲ
							<lb/>τοῦ ἡλίου τοῦτον τὸν τρόπον, καὶ διὰ ταῦτα τῆς μεταβολῆς <lb/>καὶ γενέσεώς τε καὶ
							φθορᾶς οὔσης, τὸ μὲν λεπτότατόν τε <lb/>καὶ γλυκύτατον ἀνάγεται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν
							καὶ φέρεται <lb/>διακρινόμενον καὶ ἀτμίζον εἰς τὸν ἄνω τόπον, ἐκεῖ δὲ πάλιν
							<lb/>συστὰν διὰ τὴν ψύξιν κάτω φέρεται πάλιν πρὸς τὴν γῆν. <lb/>Καὶ τοῦτ’ ἀεὶ βούλεται
							ποιεῖν ἡ φύσις οὕτω, καθάπερ εἴρηται <lb/>πρότερον. Διὸ καὶ γελοῖοι πάντες ὅσοι τῶν
							πρότερον ὑπέλαβον <lb/>τὸν ἥλιον τρέφεσθαι τῷ ὑγρῷ. Καὶ διὰ τοῦτ’ ἔνιοί γέ <lb/>φασι
							καὶ ποιεῖσθαι τὰς τροπὰς αὐτόν· οὐ γὰρ ἀεὶ τοῦς αὐτοὺς <lb/>δύνασθαι τόπους
							παρασκευάζειν αὐτῷ τὴν τροφήν. <lb/>Ἀναγκαῖον δ’ εἶναι τοῦτο συμβαίνειν περὶ αὐτὸν ἢ
							φθείρεσθαι· <lb/>καὶ γὰρ τὸ φανερὸν πῦρ, ἕως ἂν ἔχῃ τροφήν, μέχρι <lb/>τούτου ζῆν, τὸ
							δ’ ὑγρὸν τῷ πυρὶ τροφὴν εἶναι μόνον, ὥσπερ <lb/>ἀφικνούμενον μέχρι πρὸς τὸν ἥλιον τὸ
							ἀναγόμενον τοῦ <lb/>ὑγροῦ, ἢ τὴν ἄνοδον τοιαύτην οὖσαν οἵανπερ τῇ γιγνομένῃ
							<lb/>φλογί, δι’ ἧς τὸ εἰκὸς λαβόντες οὕτω καὶ περὶ τοῦ ἡλίου <lb/>ὑπέλαβον· Τὸ δ’ οὐκ
							ἔστιν ὅμοιον· ἡ μὲν γὰρ φλὸξ διὰ <lb/>συνεχοῦς ὑγροῦ καὶ ξηροῦ μεταβαλλόντων γίγνεται
							καὶ οὐ <lb/>τρέφεται (οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ οὖσα διαμένει οὐθένα χρόνον ὡς <lb/>εἰπεῖν), περὶ
							δὲ τὸν ἥλιον ἀδύνατον τοῦτο συμβαίνειν, ἐπεὶ <lb/>τρεφομένου γε τὸν αὐτὸν τρόπον,
							ὥσπερ ἐκεῖνοί φασι, δῆλον <lb/>ὅτι καὶ ὁ ἥλιος οὐ μόνον καθάπερ ὁ Ἡράκλειτός φησι,
							<lb/>νέος ἐφ’ ἡμέρῃ ἐστίν, ἀλλ’ ἀεὶ νέος συνεχῶς. Ἔτι δ’ ἡ ὑπὸ <lb/>τοῦ ἡλίου ἀναγωγὴ
							τοῦ ὑγροῦ ὁμοία τοῖς θερμαινομένοις <pb n="42"/> ὕδασίν ἐστιν ὑπὸ πυρός· εἰ οὖν μηδὲ
							τὸ ὑποκαόμενον τρέφεται <lb/>πῦρ, οὐδὲ τὸν ἥλιον εἰκὸς ἦν ὑπολαβεῖν, οὐδ’ εἰ πᾶν
							<lb/>θερμαίνων ἐξατμίσειε τὸ ὕδωρ. Ἄτοπον δὲ καὶ τὸ μόνον <lb/>φροντίσαι τοῦ ἡλίου,
							τῶν δ’ ἄλλων ἄστρων παριδεῖν αὐτοὺς <lb/>τὴν σωτηρίαν, τοσούτων καὶ τὸ πλῆθος καὶ τὸ
							μέγεθος <lb/>ὄντων. Τὸ δ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ τούτοις ἄλογον καὶ τοῖς <lb/>φάσκουσι τὸ
							πρῶτον ὑγρᾶς οὔσης καὶ τῆς γῆς, καὶ τοῦ <lb/>κόσμου τοῦ περὶ τὴν γῆν ὑπὸ τοῦ ἡλίου
							θερμαινομένου, <lb/>ἀέρα γενέσθαι καὶ τὸν ὅλον οὐρανὸν αὐξηθῆναι, καὶ τοῦτον
							<lb/>πνεύματά τε παρέχεσθαι καὶ τὰς τροπὰς αὐτοῦ ποιεῖν· φανερῶς <lb/>γὰρ ἀεὶ τὸ
							ἀναχθὲν ὁρῶμεν καταβαῖνον πάλιν ὕδωρ· <lb/>κἂν μὴ κατ’ ἐνιαυτὸν ἀποδιδῷ καὶ καθ’
							ἑκάστην ὁμοίως χώραν, <lb/>ἀλλ’ ἔν γέ τισι τεταγμένοις χρόνοις ἀποδίδωσι πᾶν <lb/>τὸ
							ληφθέν, ὡς οὔτε τρεφομένων τῶν ἄνωθεν, οὔτε τοῦ μὲν μένοντος <lb/>ἀέρος ἤδη μετὰ τὴν
							γένεσιν, τοῦ δὲ γιγνομένου καὶ <lb/>φθειρομένου πάλιν εἰς ὕδωρ, ἀλλ’ ὁμοίως ἅπαντος
							διαλυομένου <lb/>καὶ συνισταμένου πάλιν εἰς ὕδωρ. Τὸ μὲν οὖν πότιμον <lb/>καὶ γλυκὺ
							διὰ κουφότητα πᾶν ἀνάγεται, τὸ δ’ ἁλμυρὸν <lb/>ὑπομένει διὰ βάρος οὐκ ἐν τῷ αὐτοῦ
							οἰκείῳ τόπῳ· τοῦτο <lb/>γὰρ οἰητέον ἀπορηθῆναί τε προσηκόντως (ἄλογον γὰρ εἰ <lb/>μή
							τίς ἐστι τόπος ὕδατος ὥσπερ τῶν ἄλλων στοιχείων) καὶ <lb/>ταύτην εἶναι λύσιν· ὃν γὰρ
							ὁρῶμεν κατέχουσαν τόπον τὴν <lb/>θάλατταν, οὗτος οὐκ ἔστι θαλάττης ἀλλὰ μᾶλλον ὕδατος.
							<lb/>Φαίνεται δὲ θαλάττης, ὅτι τὸ μὲν ἁλμυρὸν ὑπομένει διὰ τὸ <lb/>βάρος, τὸ δὲ γλυκὺ
							καὶ πότιμον ἀνάγεται διὰ τὴν κουφότητα, <lb/>καθάπερ ἐν τοῖς τῶν ζῴων σώμασιν. Καὶ γὰρ
							ἐν <lb/>τούτοις τῆς τροφῆς εἰσελθούσης γλυκείας ἡ τῆς ὑγρᾶς τροφῆς <pb n="43"/>
							ὑπόστασις καὶ τὸ περίττωμα φαίνεται πικρὸν ὂν καὶ <lb/>ἁλμυρόν· τὸ γὰρ γλυκὺ καὶ
							πότιμον ὑπὸ τῆς ἐμφύτου <lb/>θερμότητος ἑλκυσθὲν εἰς τὰς σάρκας καὶ τὴν ἄλλην σύνταξιν
							<lb/>ἦλθε τῶν μερῶν, ὡς ἕκαστον πέφυκεν. Ὥσπερ οὖν <lb/>κἀκεῖ, εἴ τις τῆς ποτίμου
							τροφῆς μὴ νομίζοι τόπον εἶναι τὴν <lb/>κοιλίαν, ὅτι ταχέως ἀφανίζεται, ἀλλὰ τοῦ
							περιττώματος, <lb/>ὅτι τοῦθ’ ὁρᾷ ὑπομένον, οὐκ ἂν ὑπολαμβάνοι καλῶς, ὁμοίως <lb/>δὲ
							καὶ ἐν τούτοις· ἔστι γάρ, ὥσπερ λέγομεν, οὗτος ὁ τόπος <lb/>ὕδατος. Διὸ καὶ οἱ ποταμοὶ
							ῥέουσιν εἰς αὐτὸν ἅπαντες καὶ <lb/>πᾶν τὸ γινόμενον ὕδωρ· εἴς τε γὰρ τὸ κοιλότατον ἡ
							ῥύσις, <lb/>καὶ ἡ θάλαττα τὸν τοιοῦτον ἐπέχει τῆς γῆς τόπον. Ἀλλὰ <lb/>τὸ μὲν
							ἀναφέρεται ταχὺ διὰ τὸν ἥλιον ἅπαν, τὸ δ’ ὑπολείπεται <lb/>διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν.
							Τὸ δὲ ζητεῖν τὴν ἀρχαίαν <lb/>ἀπορίαν, διὰ τί τοσοῦτον πλῆθος ὕδατος οὐδαμοῦ φαίνεται
							<lb/>(καθ’ ἑκάστην γὰρ ἡμέραν ποταμῶν ῥεόντων ἀναριθμήτων <lb/>καὶ τὸ μέγεθος ἀπλέτων
							οὐθὲν ἡ θάλαττα γίνεται πλείων), <lb/>τοῦτο οὐθὲν μὲν ἄτοπον ἀπορῆσαί τινας, οὐ μὴν
							ἐπιβλέψαντί <lb/>γε χαλεπὸν ἰδεῖν. Τὸ γὰρ αὐτὸ πλῆθος ὕδατος εἰς <lb/>πλάτος τε
							διαταθὲν καὶ ἀθρόον οὐκ ἐν ἴσῳ χρόνῳ ἀναξηραίνεται, <lb/>ἀλλὰ διαφέρει τοσοῦτον ὥστε
							τὸ μὲν διαμείναι ἂν ὅλην <lb/>τὴν ἡμέραν, τὸ δ’ ὥσπερ εἴ τις ἐπὶ τράπεζαν μεγάλην
							περιτείνειεν <lb/>ὕδατος κύαθον, ἅμα διανοουμένοις ἂν ἀφανισθείη <lb/>πᾶν. Ὃ δὴ καὶ
							περὶ τοὺς ποταμοὺς συμβαίνει· συνεχῶς <lb/>γὰρ ῥεόντων ἀθρόων ἀεὶ τὸ αφικνούμενον εἰς
							ἀχανῆ καὶ πλατὺν <lb/>τόπον ἀναξηραίνεται ταχὺ καὶ ἀδήλως. Τὸ δ’ ἐν τῷ <lb/>Φαίδωνι
							γεγραμμένον περί τε τῶν ποταμῶν καὶ τῆς θαλάττης <lb/>ἀδύνατόν ἐστιν. Λέγεται γὰρ ὡς
							ἅπαντα μὲν εἰς ἄλληλα <lb/>συντέτρηται ὑπὸ γῆν, ἀρχὴ δὲ πάντων εἴη καὶ πηγὴ τῶν
							<lb/>ὑδάτων ὁ καλούμενος Τάρταρος, περὶ τὸ μέσον ὕδατός τι <lb/>πλῆθος, ἐξ οὗ καὶ τὰ
							ῥέοντα καὶ τὰ μὴ ῥέοντα ἀναδίδωσι <pb n="44"/> πάντα· τὴν δ’ ἐπίρρυσιν ποιεῖν ἐφ’
							ἕκαστα τῶν ῥευμάτων <lb/>διὰ τὸ σαλεύειν ἀεὶ τὸ πρῶτον καὶ τὴν ἀρχήν· οὐκ ἔχειν γὰρ
							<lb/>ἕδραν, ἀλλ’ ἀεὶ περὶ τὸ μέσον εἱλεῖσθαι· κινούμενον δ’ ἄνω <lb/>καὶ κάτω ποιεῖν
							τὴν ἐπίχυσιν τοῖς ῥεύμασιν. Τὰ δὲ πολλαχοῦ <lb/>μὲν λιμνάζειν, οἵαν καὶ τὴν παρ’ ἡμῖν
							εἶναι θάλασσαν, <lb/>πάντα δὲ πάλιν κύκλῳ περιάγειν εἰς τὴν ἀρχήν, ὅθεν <lb/>ἤρξαντο
							ῥεῖν, πολλὰ μὲν καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον, τὰ δὲ <lb/>καὶ καταντικρὺ τῇ θέσει τῆς
							ἐκροῆς, οἷον εἰ ῥεῖν ἤρξαντο κάτωθεν, <lb/>ἄνωθεν εἰσβάλλειν. Εἶναι δὲ μέχρι τοῦ μέσου
							τὴν κάθεσιν· <lb/>τὸ γὰρ λοιπὸν πρὸς ἄναντες ἤδη πᾶσιν εἶναι τὴν <lb/>φοράν. Τοὺς δὲ
							χυμοὺς καὶ τὰς χρόας ἴσχειν τὸ ὕδωρ δι’ <lb/>οἵας ἂν τύχωσι ῥέοντα γῆς. Συμβαίνει δὲ
							τοὺς ποταμοὺς <lb/>ῥεῖν οὐκ ἐπὶ ταὐτὸν ἀεὶ κατὰ τὸν λόγον τοῦτον· ἐπεὶ γὰρ <lb/>εἰς τὸ
							μέσον εἰσρέουσιν ἀφ’ οὗπερ ἐκρέουσιν, οὐθὲν μᾶλλον <lb/>ῥευσοῦνται κάτωθεν ἢ ἄνωθεν,
							ἀλλ’ ἐφ’ ὁπότερ’ ἂν ῥέψῃ <lb/>κυμαίνων ὁ Τάρταρος. Καίτοι τούτου συμβαίνοντος γένοιτ’
							<lb/>ἂν τὸ λεγόμενον ἄνω ποταμῶν· ὅπερ ἀδύνατον. Ἔτι τὸ <lb/>γιγνόμενον ὕδωρ καὶ τὸ
							πάλιν ἀναγόμενον πόθεν ἔσται; <lb/>τοῦτο γὰρ ἐξαίρειν ὅλον ἀναγκαῖον, εἴπερ ἀεὶ
							σώζεται τὸ <lb/>ἴσον· ὅσον γὰρ ἔξω ῥεῖ, πάλιν ῥεῖ πρὸς τὴν ἀρχήν. Καίτοι <lb/>πάντες
							οἱ ποταμοὶ φαίνονται τελευτῶντες εἰς τὴν θάλατταν, <lb/>ὅσοι μὴ εἰς ἀλλήλους· εἰς δὲ
							τὴν γῆν οὐθείς, ἀλλὰ κἂν ἀφανισθῇ, <lb/>πάλιν ἀναδύνουσιν. Μεγάλοι δὲ γίγνονται τῶν
							ποταμῶν <lb/>οἱ μακρὰν ῥέοντες διὰ κοίλης· πολλῶν γὰρ δέχονται <lb/>ῥεύματα ποταμῶν,
							ὑποτεμνόμενοι τῷ τόπῳ καὶ τῷ μήκει τὰς <lb/>ὁδούς. Διόπερ ὅ τ’ Ἴστρος καὶ ὁ Νεῖλος
							μέγιστοι τῶν ποταμῶν <lb/>εἰσὶ τῶν εἰς τήνδε τὴν θάλατταν ἐξιόντων. Καὶ περὶ <pb n="45"/> τῶν πηγῶν ἄλλοι λέγουσιν ἑκάστου τῶν ποταμῶν ἄλλας <lb/>αἰτίας διὰ τὸ
							πολλοὺς εἰς τὸν αὐτὸν ἐμβάλλειν. Ταῦτα <lb/>δὴ πάντα φανερὸν ὡς ἀδύνατόν ἐστι
							συμβαίνειν ἄλλως τε καὶ <lb/>τῆς θαλάττης ἐκεῖθεν τὴν ἀρχὴν ἐχούσης. Ὅτι μὲν οὖν
							<lb/>ὕδατός τε ὁ τόπος ἐστὶν οὗτος καὶ οὐ θαλάττης, καὶ διὰ <lb/>τίν’ αἰτίαν τὸ μὲν
							πότιμον ἄδηλον πλὴν ῥέον, τὸ δ’ ὑπομένον, <lb/>καὶ διότι τελευτὴ μᾶλλον ὕδατος ἢ ἀρχή
							ἐστιν ἡ θάλαττα, <lb/>καθάπερ τὸ ἐν τοῖς σώμασι περίττωμα τῆς τροφῆς πάσης, <lb/>καὶ
							μάλιστα τὸ τῆς ὑγρᾶς, εἰρήσθω τοσαῦθ’ ἡμῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Περὶ δὲ τῆς ἁλμυρότητος αὐτῆς λεκτέον, καὶ πότερον ἀεί <lb/>ἐστιν ἡ αὐτή, ἢ οὔτ’ ἦν
							οὔτ’ ἔσται ἀλλ’ ὑπολείψει· καὶ γὰρ <lb/>οὕτως οἴονταί τινες. Τοῦτο μὲν οὖν ἐοίκασι
							πάντες ὁμολογεῖν, <lb/>ὅτι γέγονεν, εἴπερ καὶ πᾶς ὁ κόσμος· ἅμα γὰρ αὐτῆς <lb/>ποιοῦσι
							τὴν γένεσιν. Ὥστε δῆλον ὡς εἴπερ ἀΐδιον τὸ <lb/>πᾶν, καὶ περὶ τῆς θαλάττης οὕτως
							ὑποληπτέον. Τὸ δὲ νομίζειν <lb/>ἐλάττω τε γίγνεσθαι τὸ πλῆθος, ὥσπερ φησὶ Δημόκριτος,
							<lb/>καὶ τέλος ὑπολείψειν, τῶν Αἰσώπου μύθων οὐθὲν <lb/>διαφέρειν ἔοικεν ὁ πεπεισμένος
							οὕτως· καὶ γὰρ ἐκεῖνος ἐμυθολόγησεν <lb/>ὡς δὶς μὲν ἡ Χάρυβδις ἀναρροφήσασα τὸ μὲν
							<lb/>πρῶτον τὰ ὄρη ἐποίησε φανερά, τὸ δὲ δεύτερον τὰς νήσους, <lb/>τὸ δὲ τελευταῖον
							ῥοφήσασα ξηρὰν ποιήσει πάμπαν. Ἐκείνῳ <lb/>μὲν οὖν ἥρμοττεν ὀργιζομένῳ πρὸς τὸν
							πορθμέα τοιοῦτον <lb/>εἰπεῖν μῦθον, τοῖς δὲ τὴν ἀλήθειαν ζητοῦσιν ἧττον· δι’ ἣν γὰρ
							<lb/>αἰτίαν ἔμεινε τὸ πρῶτον, εἴτε διὰ βάρος, ὥσπερ τινὲς καὶ <lb/>τούτων φασίν (ἐν
							προχείρῳ γὰρ τούτου τὴν αἰτίαν ἰδεῖν), <lb/>εἴτε καὶ δι’ ἄλλο τι, δῆλον ὅτι διὰ τοῦτο
							διαμένειν ἀναγκαῖον <lb/>καὶ τὸν λοιπὸν χρόνον αὐτήν. Ἢ γὰρ λεκτέον αὐτοῖς ὅτι
							<lb/>οὐδὲ τὸ ἀναχθὲν ὕδωρ ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἥξει πάλιν, ἢ εἴπερ <lb/>τοῦτ’ ἔσται,
							ἀναγκαῖον ἤτοι ἀεὶ ἢ μέχρι οὗπερ ἂν ᾖ τοῦτο <lb/>ὑπολείπεσθαι τὴν θάλατταν, καὶ πάλιν
							ἀναχθῆναι ἐκεῖνο <pb n="46"/> πρότερον δεήσει τὸ πότιμον. Ὥστε οὐδέ ποτε ξηρανεῖται·
							<lb/>πάλιν γὰρ ἐκεῖνο φθήσεται καταβὰν εἰς τὴν αὐτὴν τὸ προανελθόν· <lb/>διαφέρει γὰρ
							οὐθὲν ἅπαξ τοῦτ’ εἰπεῖν ἢ πολλάκις. <lb/>Εἰ μὲν οὖν τὸν ἥλιον παύσει τις τῆς φορᾶς, τί
							ἔσται τὸ <lb/>ξηραῖνον; Εἰ δ’ ἐάσει εἶναι τὴν περιφοράν, ἀεὶ πλησιάζων <lb/>τὸ
							πότιμον, καθάπερ εἴπομεν, ἀνάξει, ἀφήσει δὲ πάλιν <lb/>ἀποχωρῶν. Ἔλαβον δὲ ταύτην τὴν
							διάνοιαν κατὰ τῆς <lb/>θαλάττης ἐκ τοῦ πολλοὺς τόπους φαίνεσθαι ξηροτέρους <lb/>νῦν ἢ
							πρότερον· περὶ οὗ τὴν αἰτίαν εἴπομεν, ὅτι τῶν κατά <lb/>τινα χρόνον ὑπερβολῶν
							γιγνομένων ὕδατος τοῦτ’ ἐστὶ <lb/>τὸ πάθος, ἀλλ’ οὐ διὰ τὴν τοῦ παντὸς γένεσιν καὶ τῶν
							<lb/>μορίων· καὶ πάλιν γ’ ἔσται τοὐναντίον· καὶ ὅταν γένηται, <lb/>ξηρανεῖται πάλιν·
							καὶ τοῦθ’ οὕτω κατὰ κύκλον ἀναγκαῖον <lb/>ἀεὶ βαδίζειν· μᾶλλον γὰρ οὕτως εὔλογον
							ὑπολαβεῖν ἢ <lb/>διὰ ταῦτα τὸν οὐρανὸν ὅλον μεταβάλλειν. Ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τούτων
							πλείω τῆς ἀξίας ἐνδιατέτριφεν ὁ λόγος· <lb/>περὶ δὲ τῆς ἁλμυρότητος, τοῖς μὲν ἅπαξ
							γεννήσασι καὶ <lb/>ὅλως αὐτὴν γεννῶσιν ἀδύνατόν ἐστιν ἁλμυρὰν ποιεῖν. Εἴτε <lb/>γὰρ
							ἅπαντος τοῦ ὑγροῦ τοῦ περὶ τὴν γῆν ὄντος <lb/>καὶ ἀναχθέντος ὑπὸ τοῦ ἡλίου τὸ
							ὑπολειφθὲν γέγονε θάλαττα, <lb/>εἴτ’ ἐνυπῆρχε τοσοῦτος χυμὸς ἐν τῷ πολλῷ ὕδατι
							<lb/>καὶ γλυκεῖ διὰ τὸ συμμιχθῆναί τινα γῆν τοιαύτην, οὐθὲν <lb/>ἧττον ἐλθόντος πάλιν
							τοῦ διατμίσαντος ὕδατος ἀνάγκη, <lb/>ἴσου γ’ ὄντος τοῦ πλήθους, καὶ τὸ πρῶτον· ἢ εἰ
							μηδὲ τὸ <lb/>πρῶτον, μηδ’ ὕστερον ἁλμυρὰν αὐτὴν εἶναι. Εἰ δὲ καὶ τὸ <lb/>πρῶτον εὐθὺς
							ἦν, λεκτέον τίς ἡ αἰτία, καὶ ἅμα διὰ τί οὐκ εἰ <lb/>καὶ τότε ἀνήχθη καὶ νῦν πάσχει
							ταὐτό. Ἀλλὰ μὴν καὶ <lb/>ὅσοι τὴν γῆν αἰτιῶνται τῆς ἁλμυρότητος ἐμμιγνυμένην
							<lb/>(ἔχειν γάρ φασι πολλοὺς χυμοὺς αὐτήν, ὥσθ’ ὑπὸ τῶν ποταμῶν <pb n="47"/>
							συγκαταφερομένην διὰ τὴν μίξιν ποιεῖν ἁλμυράν), ἄτοπον <lb/>τὸ μὴ καὶ τοὺς ποταμοὺς
							ἁλμυροὺς εἶναι· πῶς γὰρ <lb/>δυνατὸν ἐν πολλῷ μὲν πλήθει ὕδατος ἐπίδηλον οὕτω ποιεῖν
							<lb/>τὴν μίξιν τῆς τοιαύτης γῆς, ἐν ἑκάστῳ δὲ μή; Δῆλον γὰρ <lb/>ὅτι ἡ θάλαττά ἐστιν
							ἅπαν τὸ ποτάμιον ὕδωρ· οὐθενὶ <lb/>γὰρ διέφερεν ἀλλ’ ἢ τῷ ἁλμυρὰ εἶναι τῶν ποταμῶν·
							<lb/>τοῦτο δ’ ἐν ἐκείνοις ἔρχεται εἰς τὸν τόπον εἰς ὃν ἀθρόοι ῥέουσιν. <lb/>Ὁμοίως δὲ
							γελοῖον καὶ εἴ τις εἰπὼν ἱδρῶτα τῆς γῆς <lb/>εἶναι τὴν θάλατταν οἴεταί τι σαφὲς
							εἰρηκέναι, καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς· <lb/>πρὸς ποίησιν μὲν γὰρ οὕτως εἰπὼν ἴσως εἴρηκεν
							<lb/>ἱκανῶς (ἡ γὰρ μεταφορὰ ποιητικόν), πρὸς δὲ τὸ γνῶναι τὴν <lb/>φύσιν οὐχ ἱκανῶς·
							οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα δῆλον πῶς ἐκ γλυκέος <lb/>τοῦ πόματος ἁλμυρὸς γίνεται ὁ ἱδρώς,
							πότερον ἀπελθόντος <lb/>τινὸς μόνον οἷον τοῦ γλυκυτάτου, ἢ συμμιχθέντος τινός,
							<lb/>καθάπερ ἐν τοῖς διὰ τῆς τέφρας ἠθουμένοις ὕδασιν. Φαίνεται <lb/>δὲ τὸ αἴτιον
							ταὐτὸ καὶ περὶ τὸ εἰς τὴν κύστιν περίττωμα <lb/>συλλεγόμενον· καὶ γὰρ ἐκεῖνο πικρὸν
							καὶ ἁλμυρὸν <lb/>γίνεται τοῦ πινομένου καὶ τοῦ ἐν τῇ τροφῇ ὑγροῦ γλυκέος <lb/>ὄντος.
							Εἰ δὴ ὥσπερ τὸ διὰ τῆς κονίας ἠθούμενον ὕδωρ <lb/>γίνεται πικρόν, καὶ ταῦτα, τῷ μὲν
							οὔρῳ συγκαταφερομένης <lb/>τοιαύτης τινὸς δυνάμεως οἵα καὶ φαίνεται ὑφισταμένη ἐν
							<lb/>τοῖς ἀγγείοις ἁλμυρίς, τῷ δ’ ἱδρῶτι συνεκκρινομένης ἐκ τῶν <lb/>σαρκῶν, οἷον
							καταπλύνοντος τὸ τοιοῦτον ἐκ τοῦ σώματος <lb/>τοῦ ἐξιόντος ὑγροῦ, δῆλον ὅτι κἂν τῇ
							θαλάττῃ τὸ ἐκ τῆς <lb/>γῆς συγκαταμιγνύμενον τῷ ὑγρῷ αἴτιον τῆς ἁλμυρότητος. <lb/>Ἐν
							μὲν οὖν τῷ σώματι γίγνεται τὸ τοιοῦτον ἡ <lb/>τῆς τροφῆς ὑπόστασις διὰ τὴν ἀπεψίαν· ἐν
							δὲ τῇ γῇ τίνα <lb/>τρόπον ὑπῆρχε, λεκτέον. Ὅλως δὲ πῶς οἷόν τε τοσοῦτον <pb n="48"/>
							ὕδατος πλῆθος ξηραινομένης καὶ θερμαινομένης ἐκκριθῆναι; <lb/>Πολλοστὸν γὰρ δεῖ μέρος
							αὐτὸ τοῦ λειφθέντος <lb/>εἶναι ἐν τῇ τῇ. Ἔτι δὲ διὰ τί οὐ καὶ νῦν ὅταν ξηραινομένη
							<lb/>τύχῃ ἡ γῆ, εἴτε πλείων εἴτε ἐλάττων, ἰδίει; Ἡ <lb/>γὰρ ὑγρότης καὶ ὁ ἱδρὼς
							γίνεται πικρός· εἴπερ γὰρ καὶ <lb/>τότε, καὶ νῦν ἐχρῆν. Οὐ φαίνεται δὲ τοῦτο
							συμβαῖνον, ἀλλὰ <lb/>ξηρὰ μὲν οὖσα ὑγραίνεται, ὑγρὰ δ’ οὖσα οὐθὲν πάσχει
							<lb/>τοιοῦτον. Πῶς δ’ οὖν οἷόν τε περὶ τῆν πρώτην γένεσιν, <lb/>ὑγρᾶς οὔσης τῆς γῆς,
							ἰδίειν ξηραινομένην; Ἀλλὰ μᾶλλον <lb/>εἰκός, ὥσπερ φασί τινες, ἀπελθόντος τοῦ πλείστου
							καὶ μετεωρισθέντος <lb/>τοῦ ὑγροῦ διὰ τὸν ἥλιον τὸ λειφθὲν εἶναι θάλατταν· <lb/>ὑγρὰν
							δ’ οὖσαν ἰδίειν ἀδύνατον. Τὰ μὲν οὖν λεγόμενα <lb/>τῆς ἁλμυρότητος αἴτια διαφεύγειν
							φαίνεται τὸν λόγον· <lb/>ἡμεῖς δὲ λέγωμεν ἀρχὴν λαβόντες τὴν αὐτὴν ἣν καὶ
							<lb/>πρότερον. Ἐπεὶ γὰρ κεῖται διπλῆν εἶναι τὴν ἀναθυμίασιν, <lb/>τὴν μὲν ὑγρὰν τὴν δὲ
							ξηράν, δῆλον ὅτι ταύτην οἰητέον ἀρχὴν <lb/>εἶναι τῶν τοιούτων. Καὶ δὴ καὶ περὶ οὗ
							ἀπορῆσαι <lb/>πρότερον ἀναγκαῖον, πότερον καὶ ἡ θάλαττα ἀεὶ διαμένει <lb/>τῶν αὐτῶν
							οὖσα μορίων ἀριθμῷ ἢ τῷ εἴδει καὶ τῷ ποσῷ μεταβαλλόντων <lb/>ἀεὶ τῶν μερῶν, καθάπερ
							ἀὴρ καὶ τὸ πότιμον <lb/>ὕδωρ καὶ πῦρ. Ἀεὶ γὰρ ἄλλο καὶ ἄλλο γίνεται τούτων
							<lb/>ἕκαστον, τὸ δ’ εἶδος τοῦ πλήθους ἑκάστου τούτων μένει, <lb/>καθάπερ τὸ τῶν
							ῥεόντων ὑδάτων καὶ τὸ τῆς φλογὸς ῥεῦμα. <lb/>Φανερὸν δὴ τοῦτο καὶ πιθανόν, ὡς ἀδύνατον
							μὴ τὸν αὐτὸν <lb/>εἶναι περὶ πάντων τούτων λόγον, καὶ διαφέρειν ταχυτῆτι <lb/>καὶ
							βραδυτῆτι τῆς μεταβολῆς ἐπὶ πάντων τε, καὶ φθορὰν <lb/>εἶναι καὶ γένεσιν, ταύτην
							μέντοι τεταγμένως συμβαίνειν πᾶσιν <lb/>αὐτοῖς. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, πειρατέον
							ἀποδοῦναι τὴν <pb n="49"/> αἰτίαν καὶ περὶ τῆς ἁλμυρότητος. Φανερὸν δὴ διὰ πολλῶν
							<lb/>σημείων ὅτι γίνεται τοιοῦτος ὁ χυμὸς διὰ σύμμιξίν τινος. <lb/>Ἔν τε γὰρ τοῖς
							σώμασι τὸ ἀπεπτότατον ἁλμυρὸν καὶ πικρόν, <lb/>ὥσπερ καὶ πρότερον εἴπομεν· ἀπεπτότατον
							γὰρ τὸ <lb/>περίττωμα τῆς ὑγρᾶς τροφῆς· τοιαύτη δὲ πᾶσα μὲν ἡ ὑπόστασις, <lb/>μάλιστα
							δὲ ἡ εἰς τὴν κύστιν. Σημεῖον δ’ ὅτι λεπτοτάτη <lb/>ἐστίν· τὰ δὲ πεττόμενα πάντα
							συνίστασθαι πέφυκεν. <lb/>Ἔπειτα ἱδρὼς ἐν οἷς τὸ αὐτὸ σῶμα συνεκκρίνεται, ὃ ποιεῖ
							<lb/>τὸν χυμὸν τοῦτον. Ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς καομένοις· οὗ <lb/>γὰρ ἂν μὴ κρατήσῃ τὸ
							θερμόν, ἐν μὲν τοῖς σώμασι γίγνεται <lb/>περίττωσις, ἐν δὲ τοῖς καομένοις τέφρα. Διὸ
							καὶ τὴν θάλαττάν <lb/>τινες ἐκ κατακεκαυμένης φασὶ γενέσθαι γῆς. Τὸ <lb/>δ’ οὕτω μὲν
							εἰπεῖν ἄτοπον, τὸ μέντοι ἐκ τοιαύτης ἀληθές· <lb/>ὥσπερ γὰρ καὶ ἐν τοῖς εἰρημένοις,
							οὕτω καὶ ἐν τῷ ὅλῳ ἔκ <lb/>τε τῶν φυομένων καὶ γιγνομένων κατὰ φύσιν ἀεὶ δεῖ νοεῖν,
							<lb/>ὥσπερ ἐκ πεπυρωμένων τὸ λειπόμενον τοιαύτην εἷναι γῆν, <lb/>καὶ δὴ καὶ τὴν ἐν τῇ
							ξηρᾷ ἀναθυμίασιν πᾶσαν· αὕτη γὰρ καὶ <lb/>παρέχεται τὸ πολὺ τοῦτο πλῆθος. Μεμιγμένης
							δ’ οὔσης, <lb/>ὥσπερ εἴπομεν, τῆς τε ἀτμιδώδους ἀναθυμιάσεως καὶ τῆς <lb/>ξηρᾶς, ὅταν
							συνιστῆται εἰς νέφη καὶ ὕδωρ, ἀναγκαῖον ἐμπεριλαμβάνεσθαί <lb/>τι πλῆθος ἀεὶ ταύτης
							τῆς δυνάμεως, καὶ συγκαταφέρεσθαι <lb/>πάλιν ἐν τοῖς ὑετοῖς, καὶ τοῦτ’ ἀεὶ γίνεσθαι
							<lb/>κατά τινα τάξιν, ὡς ἐνδέχεται μετέχειν τὰ ἐνταῦθα τάξεως. <lb/>Ὅθεν μὲν οὖν ἡ
							γένεσις ἔνεστι τοῦ ἁλμυροῦ ἐν τῷ ὕδατι, <lb/>εἴρηται. Καὶ διὰ τοῦτο τά τε νότια ὕδατα
							πλατύτερα καὶ <lb/>τὰ πρῶτα τῶν μετοπωρινῶν· ὅ τε γὰρ νότος καὶ τῷ μεγέθει <lb/>καὶ τῷ
							πνεύματι ἀλεεινότατος ἄνεμός ἐστι, καὶ πνεῖ ἀπὸ <lb/>τόπων ξηρῶν καὶ θερμῶν, ὥστε μετ’
							ὀλίγης ἀτμίδος. Διὸ <lb/>καὶ θερμός ἐστιν· εἰ γὰρ καὶ μὴ τοιοῦτος, ἀλλ’ ὅθεν ἄρχεται
								<pb n="50"/> πνεῖν ψυχρός, οὐδὲν ἧττον προϊὼν διὰ τὸ συμπεριλαμβάνειν <lb/>πολλὴν
							ἀναθυμίασιν ξηρὰν ἐκ τῶν σύνεγγυς τόπων θερμός <lb/>ἐστιν· ὁ δὲ βορέας ἅτε ἀφ’ ὑγρῶν
							τόπων ἀτμιδώδης, διὸ <lb/>ψυχρός· τῷ δ’ ἀπωθεῖν αἴθριος ἐνταῦθα, ἐν δὲ τοῖς ἐναντίοις
							<lb/>ὑδατώδης. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ νότος αἴθριος τοῖς περὶ τὴν <lb/>Λιβύην. Πολὺ οὖν ἐν τῷ
							καταφερομένῳ ὕδατι συμβάλλεται <lb/>τοιοῦτον, καὶ τοῦ μετοπώρου πλατέα τὰ ὕδατα·
							ἀνάγκη <lb/>γὰρ τὰ βαρύτατα πρῶτα φέρεσθαι. Ὤστ’ ἐν ὅσοις <lb/>ἔνεστι τῆς τοιαύτης γῆς
							πλῆθος, ῥέπει τάχιστα κάτω ταῦτα. <lb/>Καὶ θερμή γε ἡ θάλαττα διὰ τοῦτό ἐστιν· πάντα
							γὰρ ὅσα <lb/>πεπύρωται, ἔχει δυνάμει θερμότητα ἐν αὑτοῖς. Ὁρᾶν <lb/>δ’ ἔξεστι καὶ τὴν
							κονίαν καὶ τὴν τέφραν καὶ τὴν ὑπόστασιν <lb/>τῶν ζῴων καὶ τὴν ξηρὰν καὶ τὴν ὑγράν· καὶ
							τῶν θερμοτάτων <lb/>γε κατὰ τὴν κοιλίαν ζῴων συμβαίνει θερμοτάτην εἶναι <lb/>τὴν
							ὑπόστασιν. Γίγνεται μὲν οὖν ἀεὶ πλατυτέρα διὰ <lb/>ταύτην τὴν αἰτίαν, ἀνάγεται δ’ ἀεί
							τι μέρος αὐτῆς μετὰ τοῦ <lb/>γλυκέος· ἀλλ’ ἔλαττον τοσούτῳ ὅσῳ καὶ ἐν τῷ ὑομένῳ τὸ
							<lb/>ἁλμυρὸν καὶ πλατὺ τοῦ γλυκέος ἔλαττον. Διόπερ ἰσάζει <lb/>ὡς ἐπίπαν εἰπεῖν. Ὅτι
							δὲ γίνεται ἀτμίζουσα πότιμος καὶ <lb/>οὐκ εἰς θάλατταν συγκρίνεται τὸ ἀτμίζον, ὅταν
							συνιστῆται <lb/>πάλιν, πεπειραμένοι λέγομεν. Πάσχει δὲ καὶ τἆλλα <lb/>ταὐτό· καὶ γὰρ
							οἶνος καὶ πάντες οἱ χυμοί, ὅσοι ἂν ἀτμίσαντες <lb/>πάλιν εἰς ὑγρὸν συστῶσιν, ὕδωρ
							γίγνονται· πάθη γὰρ <lb/>τἆλλα διά τινα σύμμιξιν τοῦ ὕδατός ἐστιν, καὶ οἷον ἄν τι
							<lb/>ᾖ τὸ συμμιχθέν, τοιοῦτον ποιεῖ τὸν χυμόν. Ἀλλὰ περὶ <lb/>μὲν τούτων ἐν ἄλλοις
							καιροῖς οἰκειοτέροις ποιητέον τὴν <lb/>σκέψιν. Νῦν δὲ τοσοῦτον λέγωμεν, ὅτι τῆς
							θαλάττης <lb/>ὑπαρχούσης ἀεί τι ἀνάγεται καὶ γίνεται πότιμον καὶ ἄνωθεν <pb n="51"/>
							ἐν τῷ ὑομένῳ κατέρχεται ἄλλο γεγενημένον, οὐ τὸ ἀναχθέν. <lb/>Καὶ διὰ βάρος ὑφίσταται
							τῷ ποτίμῳ. Καὶ διὰ τοῦτ’ οὔτ’ <lb/>ἐπιλείπει, ὥσπερ οἱ ποταμοί, ἀλλ’ ἢ τοῖς τόποις
							(τοῦτο <lb/>δ’ ἐπ’ ἀμφοτέρων ἀνάγκη συμβαίνειν ὁμοίως), οὔτε ἀεὶ τὰ <lb/>αὐτὰ μέρη
							διαμένει, οὔτε γῆς οὔτε θαλάττης, ἀλλὰ μόνον <lb/>ὁ πᾶς ὄγκος. Καὶ γὰρ καὶ περὶ γῆς
							ὁμοίως δεῖ ὑπολαβεῖν· <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἀνέρχεται, τὸ δὲ πάλιν συγκαταβαίνει, καὶ τοὺς
							<lb/>τόπους συμμεταβάλλει τά τ’ ἐπιπολάζοντα καὶ τὰ κατιόντα <lb/>πάλιν. Ὅτι δ’ ἐστὶν
							ἐν μίξει τινὸς τὸ ἁλμυρόν, δῆλον <lb/>οὐ μόνον ἐκ τῶν εἰρημένων, ἀλλὰ καὶ ἐάν τις
							ἀγγεῖον πλάσας <lb/>θῇ κήρινον εἰς τὴν θάλατταν, περιδήσας τὸ στόμα <lb/>τοιούτοις
							ὥστε μὴ παρεγχεῖσθαι τῆς θαλάττης· τὸ γὰρ εἰσιὸν <lb/>διὰ τῶν τοίχων τῶν κηρίνων
							γίνεται πότιμον ὕδωρ· ὥσπερ <lb/>γὰρ δι’ ἠθμοῦ τὸ γεῶδες ἀποκρίνεται καὶ τὸ ποιοῦν τὴν
							<lb/>ἁλμυρότητα διὰ τὴν σύμμιξιν. Τοῦτο γὰρ αἴτιον καὶ τοῦ <lb/>βάρους (πλεῖον γὰρ
							ἕλκει τὸ ἁλμυρὸν ἢ τὸ πότιμον) καὶ <lb/>τοῦ πάχους· καὶ γὰρ τὸ πάχος διαφέρει τοσοῦτον
							ὥστε τὰ <lb/>πλοῖα ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τῶν ἀγωγίμων βάρους ἐν μὲν τοῖς <lb/>ποταμοῖς ὀλίγου
							καταδύνειν, ἐν δὲ τῇ θαλάττῃ μετρίως <lb/>ἔχειν καὶ πλευστικῶς, διόπερ ἔνιοι τῶν ἐν
							τοῖς ποταμοῖς <lb/>γεμιζόντων διὰ ταύτην τὴν ἄγνοιαν ἐζημιώθησαν. Τεκμήριον <lb/>δὲ
							τοῦ μιγνυμένου τινὸς παχύτερον εἶναι τὸν ὄγκον· ἐὰν <lb/>γάρ τις ὕδωρ ἁλμυρὸν ποιήσῃ
							σφόδρα μίξας ἅλας, ἐπιπλέουσι <lb/>τὰ ᾠά, κἂν ῇ πλήρη· σχεδὸν γὰρ ὥσπερ πηλὸς
							<lb/>γίνεται· τοσοῦτον ἔχει σωματῶδες πλῆθος ἡ θάλαττα. <lb/>Ταὐτὸ δὲ τοῦτο δρῶσι καὶ
							περὶ τὰς ταριχείας. Εἰ δ’ ἔστιν <lb/>ὥσπερ μυθολογοῦσί τινες ἐν Παλαιστίνῃ τοιαύτη
							λίμνη, εἰς <lb/>ἣν ἐάν τις ἐμβάλῃ συνδήσας ἄνθρωπον ἢ ὑποζύγιον ἐπιπλεῖν <lb/>καὶ οὐ
							καταδύεσθαι κατὰ τοῦ ὕδατος, μαρτύριον ἂν <pb n="52"/> εἴη τοῖς εἰρημένοις· λέγουσι
							γὰρ πικρὰν οὕτως εἶναι τὴν <lb/>λίμνην καὶ ἁλμυρὰν ὥστε μηθένα ἰχθὺν ἐγγίνεσθαι, τὰ δ’
							<lb/>ἱμάτια ῥύπτειν, ἐάν τις διασείσῃ βρέξας. Ἔστι δὲ καὶ <lb/>τὰ τοιαῦτα σημεῖα πάντα
							τῶν εἰρημένων, ὅτι τὸ ἁλμυρὸν <lb/>ποιεῖ σῶμά τι, καὶ γεῶδές ἐστι τὸ ἐνυπάρχον· ἔν τε
							γὰρ <lb/>τῇ Χαονίᾳ κρήνη τίς ἐστιν ὕδατος πλατυτέρου, ἀπορρεῖ δ’ <lb/>αὕτη εἰς ποταμὸν
							πλησίον γλυκὺν μέν, ἰχθῦς δ’ οὐκ ἔχοντα· <lb/>εἵλοντο γὰρ δή, ὡς οἱ ἐκεῖ μυθολογοῦσιν,
							ἐξουσίας δοθείσης <lb/>ὑπὸ τοῦ Ἡρακλέους, ὅτ’ ἦλθεν ἄγων ἐκ τῆς Ἐρυθείας <lb/>τὰς
							βοῦς, ἅλας ἀντὶ τῶν ἰχθύων, οἳ γίγνονται αὐτοῖς ἐκ <lb/>τῆς κρήνης· τούτου γὰρ τοῦ
							ὕδατος ἀφέψοντές τι μέρος τιθέασι, <lb/>καὶ γίνεται ψυχθέν, ὅταν ἀπατμίσῃ τὸ ὑγρὸν ἅμα
							<lb/>τῷ θερμῷ, ἅλες, οὐ χονδροὶ ἀλλὰ χαῦνοι καὶ λεπτοὶ ὥσπερ <lb/>χιών. Εἰσὶ δὲ τήν τε
							δύναμιν ἀσθενέστεροι τῶν ἄλλων καὶ <lb/>πλείους ἡδύνουσιν ἐμβληθέντες, καὶ τὴν χρόαν
							οὐχ ὁμοίως <lb/>λευκοί. Τοιοῦτον δ’ ἕτερον γίνεται καὶ ἐν Ὀμβρικοῖς· ἔστι <lb/>γάρ τις
							τόπος ἐν ᾧ πεφύκασι κάλαμος καὶ σχοῖνος· τούτων <lb/>οὖν κατακάουσι, καὶ τὴν τέφραν
							ἐμβαλόντες εἰς <lb/>ὕδωρ ἀφέψουσιν· ὅταν δὲ λίπωσί τι τοῦ ὕδατος, τοῦτο <lb/>ψυχθὲν
							ἁλῶν γίνεται πλῆθος. Ὅσα δ’ ἐστὶ ἁλμυρὰ ῥεύματα <lb/>ποταμῶν ἢ κρηνῶν, τὰ πλεῖστα
							θερμά ποτε εἶναι δεῖ <lb/>νομίζειν, εἶτα τὴν μὲν ἀρχὴν ἀπεσβέσθαι τοῦ πυρός, δι’ ἧς
							<lb/>δὲ διηθοῦνται γῆς, ἔτι μένειν οὖσαν οἷον κονίαν καὶ τέφραν. <lb/>Εἰσὶ δὲ πολλαχοῦ
							καὶ κρῆναι καὶ ῥεύματα ποταμῶν παντοδαποὺς <lb/>ἔχοντα χυμούς, ὧν πάντων αἰτιατέον τὴν
							ἐνοῦσαν· <lb/>ἢ ἐγγινομένην δύναμιν πυρός· καομένη γὰρ ἡ γῆ τῷ μᾶλλον <lb/>καὶ ἧττον
							παντοδαπὰς λαμβάνει μορφὰς καὶ χρόας <lb/>χυμῶν· στυπτηρίας γὰρ καὶ κονίας καὶ τῶν
							ἄλλων τῶν <pb n="53"/> τοιούτων γίνεται πλήρης δυνάμεων, δι’ ὧν τὰ ἠθούμενα ὕδατα
							<lb/>ὄντα γλυκέα μεταβάλλει, καὶ τὰ μὲν ὀξέα γίγνεται, <lb/>καθάπερ ἐν τῇ Σικανικῇ τῆς
							Σικελίας· ἐκεῖ γὰρ ὀξάλμη <lb/>γίνεται, καὶ χρῶνται καθάπερ ὄξει πρὸς ἔνια τῶν
							ἐδεσμάτων <lb/>αὐτῷ. Ἔστι δὲ καὶ περὶ Λύγκον κρήνη τις ὕδατος ὀξέος, <lb/>περὶ δὲ τὴν
							Σκυθικὴν πικρά· τὸ δ’ ἀπορρέον αὐτῆς τὸν <lb/>ποταμὸν εἰς ὃν εἰσβάλλει ποιεῖ πικρὸν
							ὅλον. Αἱ δὲ <lb/>διαφοραὶ τούτων ἐκεῖθεν δῆλαι. Ποῖοι δὲ χυμοὶ ἐκ ποίων <lb/>γίνονται
							κράσεων, εἴρηται περὶ αὐτῶν χωρὶς ἐν ἄλλοις. <lb/>Περὶ μὲν οὖν ὑδάτων καὶ θαλάττης,
							δι’ ἃς αἰτίας ἀεί τε <lb/>συνεχῶς εἰσὶ καὶ πῶς μεταβάλλουσι καὶ τίς ἡ φύσις αὐτῶν,
							<lb/>ἔτι δ’ ὁπόσα πάθη κατὰ φύσιν αὐτοῖς συμβαίνει ποιεῖν ἢ <lb/>πάσχειν, εἴρηται
							σχεδὸν ἡμῖν περὶ τῶν πλείστων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Περὶ δὲ πνευμάτων λέγωμεν, λαβόντες ἀρχὴν τὴν <lb/>εἰρημένην ἡμῖν ἤδη πρότερον. Ἔστι
							γὰρ δύο εἴδη τῆς <lb/>ἀναθυμιάσεως, ὥς φαμεν, ἡ μὲν ὑγρὰ ἡ δὲ ξηρά. Καλεῖται <lb/>δ’ ἡ
							μὲν ἀτμίς, ἡ δὲ τὸ μὲν ὅλον ἀνώνυμος, τῷ δ’ ἐπὶ μέρους <lb/>ἀνάγκη χρωμένους καθόλου
							προσαγορεύειν αὐτὴν οἷον <lb/>καπνόν. Ἔστι δ’ οὔτε τὸ ὑγρὸν ἄνευ τοῦ ξηροῦ οὔτε τὸ
							<lb/>ξηρὸν ἄνευ τοῦ ὑγροῦ, ἀλλὰ πάντα ταῦτα λέγεται κατὰ <lb/>τὴν ὑπεροχήν. Φερομένου
							δὴ τοῦ ἡλίου κύκλῳ, καὶ ὅταν μὲν <lb/>πλησιάζῃ, τῇ θερμότητι ἀνάγοντος τὸ ὑγρόν,
							πορρωτέρω <lb/>δὲ γιγνομένου διὰ τὴν ψύξιν συνισταμένης πάλιν τῆς ἀναχθείσης
							<lb/>ἀτμίδος εἰς ὕδωρ· διὸ χειμῶνός τε μᾶλλον γίγνεται <lb/>τὰ ὕδατα, καὶ νύκτωρ ἢ
							μεθ’ ἡμέραν· ἀλλ’ οὐ δοκεῖ διὰ τὸ <lb/>λανθάνειν τὰ νυκτερινὰ τῶν μεθ’ ἡμέραν μᾶλλον.
							Τὸ δὴ <lb/>κατιὸν ὕδωρ διαδίδοται πᾶν εἰς τὴν γῆν· ὑπάρχει δ’ ἔν τε <pb n="54"/> τῇ γῇ
							πολὺ πῦρ καὶ πολλὴ θερμότης, καὶ ὁ ἥλιος οὐ μόνον <lb/>τὸ ἐπιπολάζον τῆς γῆς ὑγρὸν
							ἕλκει, ἀλλὰ καὶ τὴν γῆν <lb/>αὐτὴν ξηραίνει θερμαίνων. Τῆς δ’ ἀναθυμιάσεως, ὥσπερ
							<lb/>εἴρηται, διττῆς οὔσης, τῆς μὲν ἀτμιδώδους τῆς δὲ καπνώδους, <lb/>ἀμφοτέρας
							ἀναγκαῖον γίγνεσθαι. Τούτων δ’ ἡ μὲν ὑγροῦ <lb/>πλέον ἔχουσα πλῆθος ἀναθυμίασις ἀρχὴ
							τοῦ ὑομένου ὕδατός <lb/>ἐστιν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, ἡ δὲ ξηρὰ τῶν πνευμάτων
							<lb/>ἀρχὴ καὶ φύσις πάντων. Ταῦτα δ’ ὅτι τοῦτον τὸν <lb/>τρόπον ἀναγκαῖον συμβαίνειν,
							καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἔργων <lb/>δῆλον· καὶ γὰρ τὴν ἀναθυμίασιν διαφέρειν ἀναγκαῖον, καὶ
							<lb/>τὸν ἥλιον καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ θερμότητα ταῦτα ποιεῖν οὐ <lb/>μόνον δυνατὸν ἀλλ’
							ἀναγκαῖόν ἐστιν. Ἐπεὶ δ’ ἕτερον <lb/>ἑκατέρας τὸ εἶδος, φανερὸν ὅτι διαφέρει, καὶ οὐχ
							ἡ αὐτή <lb/>ἐστιν ἥ τε τοῦ ἀνέμου φύσις καὶ ἡ τοῦ ὑομένου ὕδατος, <lb/>καθάπερ τινὲς
							λέγουσιν· τὸν γὰρ αὐτὸν ἀέρα κινούμενον <lb/>μὲν ἄνεμον εἶναι, συνιστάμενον δὲ πάλιν
							ὕδωρ. Ὁ μὲν οὖν <lb/>ἀήρ, καθάπερ ἐν τοῖς πρὸ τούτων λόγοις εἰρήκαμεν, γίνεται <lb/>ἐκ
							τούτων· ἡ μὲν γὰρ ἀτμὶς ὑγρὸν καὶ ψυχρόν (εὐόριστον <lb/>μὲν γὰρ ὡς ὑγρόν, διὰ δὲ τὸ
							ὕδατος εἶναι ψυχρὸν τῇ οἰκείᾳ <lb/>φύσει, ὥσπερ ὕδωρ μὴ θερμανθέν), ὁ δὲ καπνὸς θερμὸν
							καὶ <lb/>ξηρόν. Ὥστε καθάπερ ἐκ συμβόλων, συνίσταιτο ἂν ὁ <lb/>ἀὴρ ὑγρὸς καὶ θερμός·
							καὶ γὰρ ἄτοπον εἰ ὁ περὶ ἑκάστους <lb/>περικεχυμένος ἀὴρ οὗτος γίνεται κινούμενος
							πνεῦμα, καὶ <lb/>ὅθεν ἂν τύχῃ κινηθείς, ἄνεμος ἔσται, ἀλλ’ οὐ καθάπερ τοὺς
							<lb/>ποταμοὺς ὑπολαμβάνομεν οὐχ ὁπωσοῦν τοῦ ὕδατος εἶναι <lb/>ῥέοντος, οὐδ’ ἂν ἔχῃ
							πλῆθος, ἀλλὰ δεῖ πηγαῖον εἶναι τὸ <lb/>ῥέον, οὕτω καὶ περὶ τῶν ἀνέμων ἔχει· κινηθείη
							γὰρ ἂν πολὺ <lb/>πλῆθος ἀέρος ὑπό τινος μεγάλης πτώσεως, οὐκ ἔχον ἀρχὴν <pb n="55"/>
							οὐδὲ πηγήν. Μαρτυρεῖ δὲ τὰ γινόμενα τοῖς εἰρημένοις· διὰ <lb/>γὰρ τὸ συνεχῶς μὲν
							μᾶλλον δὲ καὶ ἧττον καὶ πλείω καὶ <lb/>ἐλάττω γίνεσθαι τὴν ἀναθυμίασιν, ἀεὶ νέφη τε
							καὶ πνεύματα <lb/>γίνεται κατὰ τὴν ὥραν ἑκάστην ὡς πέφυκεν· διὰ δὲ τὸ ἐνίοτε <lb/>μὲν
							τὴν ἀτμιδώδη γίνεσθαι πολλαπλασίαν ὁτὲ δὲ τὴν ξηρὰν <lb/>καὶ καπνώδη, ὁτὲ μὲν ἔπομβρα
							τὰ ἔτη γίνεται καὶ ὑγρά, <lb/>ὁτὲ δὲ ἀνεμώδη καὶ αὐχμοί. Ὁτὲ μὲν οὖν συμβαίνει καὶ
							τοὺς <lb/>αὐχμοὺς καὶ τὰς ἐπομβρίας πολλοὺς ἅμα καὶ κατὰ συνεχῆ <lb/>γίνεσθαι χώραν,
							ὁτὲ δὲ καὶ κατὰ μέρη· πολλάκις γὰρ ἡ <lb/>μὲν κύκλῳ χώρα λαμβάνει τοὺς ὡραίους ὄμβρους
							ἢ καὶ <lb/>πλείους, ἐν δέ τινι μέρει ταύτης αὐχμός ἐστιν· ὁτὲ δὲ τοὐναντίον <lb/>τῆς
							κύκλῳ πάσης ἢ μετρίοις χρωμένης ὕδασιν ἢ καὶ <lb/>μᾶλλον αὐχμώσης, ἕν τι μόριον ὕδατος
							ἄφθονον λαμβάνει <lb/>πλῆθος. Αἴτιον δ’ ὅτι ὡς μὲν τὰ πολλὰ τὸ αὐτὸ πάθος <lb/>ἐπὶ
							πλείω διήκειν εἰκὸς χώραν, διὰ τὸ παραπλησίως κεῖσθαι <lb/>πρὸς τὸν ἥλιον τὰ σύνεγγυς,
							ἐὰν μή τι διαφορὰν ἔχωσιν <lb/>ἴδιον· οὐ μὴν ἀλλ’ ἐνίοτε κατὰ τοδὶ μὲν τὸ μέρος ἡ ξηρὰ
							<lb/>ἀναθυμίασις ἐγένετο πλείων, κατὰ δὲ τὸ ἄλλο ἡ ἀτμιδώδης, <lb/>ὁτὲ δὲ τοὐναντίον.
							Καὶ αὐτοῦ δὲ τούτου αἴτιον τὸ ἑκατέραν <lb/>μεταπίπτειν εἰς τὴν τῆς ἐχομένης χώρας
							ἀναθυμίασιν, <lb/>οἷον ἡ μὲν ξηρὰ κατὰ τὴν οἰκείαν ῥεῖ χώραν, ἡ δ’ ὑγρὰ πρὸς <lb/>τὴν
							γειτνιῶσαν, ἢ καὶ εἰς τῶν πόρρω τινὰ τόπον ἀπεώσθη <lb/>ὑπὸ πνευμάτων· ὁτὲ δ’ αὕτη μὲν
							ἔμεινεν, ἡ δ’ ἐναντία ταὐτὸν <lb/>ἐποίησεν. Καὶ συμβαίνει τοῦτο πολλάκις, ὥσπερ ἐπὶ
							<lb/>τοῦ σώματος, ἐὰν ἡ ἄνω κοιλία ξηρὰ ᾖ, τὴν κάτω ἐναντίως <lb/>διακεῖσθαι, καὶ
							ταύτης ξηρᾶς οὔσης ὑγρὰν εἷναι τὴν ἄνω καὶ <lb/>ψυχράν, οὕτω καὶ περὶ τοὺς τόπους
							ἀντιπεριίστασθαι καὶ <lb/>μεταβάλλειν τὰς ἀναθυμιάσεις. Ἔτι δὲ μετά τε τοὺς
							<lb/>ὄμβρους ἄνεμος ὡς τὰ πολλὰ γίνεται ἐν ἐκείνοις τοῖς τόποις <lb/>καθ’ οὓς ἂν
							συμπέσῃ γίνεσθαι τοὺς ὄμβρους, καὶ τὰ πνεύματα <pb n="56"/> παύεται ὕδατος γενομένου.
							Ταῦτα γὰρ ἀνάγκη <lb/>συμβαίνειν διὰ τὰς εἰρημένας ἀρχάς· ὕσαντός τε γὰρ ἡ γῆ
							<lb/>ξηραινομένη ὑπό τε τοῦ ἐν αὐτῇ θερμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ ἄνωθεν <lb/>ἀναθυμιᾶται, τοῦτο
							δ’ ἦν ἀνέμου σῶμα. Καὶ ὅταν ἡ τοιαύτη <lb/>ἀπόκρισις ᾖ καὶ ἄνεμοι κατέχωσι, παυομένων
							διὰ τὸ ἀποκρίνεσθαι <lb/>τὸ θερμὸν ἀεὶ καὶ ἀναφέρεσθαι εἰς τὸν ἄνω τόπον
							<lb/>συνίσταται ἡ ἀτμὶς ψυχομένη καὶ γίνεται ὕδωρ· καὶ ὅταν <lb/>εἰς ταὐτὸν συνωσθῶσι
							τὰ νέφη καὶ ἀντιπεριστῇ εἰς αὐτὰ ἡ <lb/>ψύξις, ὕδωρ γίνεται καὶ καταψύχει τὴν ξηρὰν
							ἀναθυμίασιν. <lb/>Παύουσί τε οὖν τὰ ὕδατα γιγνόμενα τοὺς ἀνέμους, καὶ παυομένων
							<lb/>αὐτὰ γίνεται διὰ ταύτας τὰς αἰτίας. Ἔτι δὲ τοῦ <lb/>γίνεσθαι μάλιστα πνεύματα ἀπ’
							αὐτῆς τε τῆς ἄρκτου καὶ <lb/>μεσημβρίας τὸ αὐτὸ αἴτιον· πλεῖστοι γὰρ βορέαι καὶ νότοι
							<lb/>γίγνονται τῶν ἀνέμων· ὁ γὰρ ἥλιος τούτους μόνους οὐκ <lb/>ἐπέρχεται τοὺς τόπους,
							ἀλλὰ πρὸς τούτους καὶ ἀπὸ τούτων, <lb/>ἐπὶ δυσμὰς δὲ καὶ ἐπ’ ἀνατολὰς ἀεὶ φέρεται· διὸ
							τὰ νέφη <lb/>συνίσταται ἐν τοῖς πλαγίοις, καὶ γίνεται προσιόντος μὲν ἡ
							<lb/>ἀναθυμίασις τοῦ ὑγροῦ, ἀπιόντος δὲ πρὸς τὸν ἐναντίον τόπον <lb/>ὕδατα καὶ
							χειμῶνες. Διὰ μὲν οὖν τὴν φορὰν τὴν ἐπὶ τροπὰς <lb/>καὶ ἀπὸ τροπῶν θέρος τε γίνεται
							καὶ χειμών, καὶ <lb/>ἀνάγεταί τε ἄνω τὸ ὕδωρ καὶ γίνεται πάλιν. Ἐπεὶ δὲ <lb/>πλεῖστον
							μὲν καταβαίνει ὕδωρ ἐν τούτοις τοῖς τόποις ἐφ’ <lb/>οὓς τρέπεται καὶ ἀφ’ ὧν, οὗτοι δ’
							εἰσὶν ὅ τε πρὸς ἄρκτον καὶ <lb/>μεσημβρίαν, ὅπου δὲ πλεῖστον ὕδωρ ἡ γῆ δέχεται,
							ἐνταῦθα <lb/>πλείστην ἀναγκαῖον γίνεσθαι τὴν ἀναθυμίασιν παραπλησίως <lb/>οἷον ἐκ
							χλωρῶν ξύλων καπνόν, ἡ δ’ ἀναθυμίασις αὕτη <lb/>ἄνεμός ἐστιν, εὐλόγως ἂν οὖν ἐντεῦθεν
							γίγνοιτο τὰ πλεῖστα <lb/>καὶ κυριώτατα τῶν πνευμάτων. Καλοῦνται δ’ οἱ μὲν ἀπὸ <lb/>τῆς
							ἄρκτου βορέαι, οἱ δ’ ἀπὸ τῆς μεσημβρίας νότοι. Ἡ δὲ <pb n="57"/> φορὰ λοξὴ αὐτῶν
							ἐστίν· περὶ γὰρ τὴν γῆν πνέουσιν εἰς ὀρθὸν <lb/>γινομένης τῆς ἀναθυμιάσεως, ὅτι πᾶς ὁ
							κύκλῳ ἀὴρ συνέπεται <lb/>τῇ φορᾷ. Διὸ καὶ ἀπορήσειεν ἄν τις ποτέρωθεν ἡ ἀρχὴ <lb/>τῶν
							πνευμάτων ἐστί, πότερον ἄνωθεν ἢ κάτωθεν· ἡ μὲν γὰρ <lb/>κίνησις ἄνωθεν καὶ πρὶν
							πνεῖν, ὁ δ’ ἀὴρ ἐπίδηλος, κἂν ᾖ <lb/>νέφος ἢ ἀχλύς· σημαίνει γὰρ κινουμένην πνεύματος
							ἀρχὴν <lb/>πρὶν φανερῶς ἐληλυθέναι τὸν ἄνεμον, ὡς ἄνωθεν αὐτῶν ἐχόντων <lb/>τὴν ἀρχήν.
							Ἐπεὶ δ’ ἐστὶν ἄνεμος πλῆθός τι τῆς ἐκ <lb/>γῆς ξηρᾶς ἀναθυμιάσεως κινούμενον περὶ τὴν
							γῆν, δῆλον ὅτι <lb/>τῆς μὲν κινήσεως ἡ ἀρχὴ ἄνωθεν, τῆς δ’ ὕλης καὶ τῆς γενέσεως
							<lb/>κάτωθεν· ᾗ μὲν γὰρ ῥευσεῖται τὸ ἀνιόν, ἐκεῖθεν τὸ <lb/>αἴτιον· ἡ γὰρ φορὰ τῶν
							πορρωτέρω κυρία τῆς γῆς· καὶ <lb/>ἅμα κάτωθεν μὲν εἰς ὀρθὸν ἀναφέρεται, καὶ πᾶν ἰσχύει
							μᾶλλον <lb/>ἐγγύς, ἡ δὲ τῆς γενέσεως ἀρχὴ δῆλον ὡς ἐκ τῆς γῆς <lb/>ἐστίν. Ὅτι δ’ ἐκ
							πολλῶν ἀναθυμιάσεων συνιουσῶν κατὰ <lb/>μικρόν, ὥσπερ αἱ τῶν ποταμῶν ἀρχαὶ γίγνονται
							νοτιζούσης <lb/>τῆς γῆς, δῆλον καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ὅθεν γὰρ ἑκάστοτε <lb/>πνέουσιν,
							ἐλάχιστοι πάντες εἰσί, προϊόντες δὲ καὶ πόρρω <lb/>λαμπροὶ πνέουσιν. Ἔτι δὲ καὶ τὰ
							περὶ τὴν ἄρκτον ἐν τῷ <lb/>χειμῶνι νήνεμα καὶ ἄπνοα, κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν τόπον·
							<lb/>ἀλλὰ τὸ κατὰ μικρὸν ἀποπνέον καὶ λανθάνον ἔξω προϊὸν <lb/>ἤδη πνεῦμα γίνεται
							λαμπρόν. Τίς μὲν οὖν ἐστὶν ἡ τοῦ <lb/>ἀνέμου φύσις καὶ πῶς γίνεται, ἔτι δ’ αὐχμῶν τε
							πέρι καὶ <lb/>ἐπομβρίας, καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν καὶ παύονται καὶ γίγνονται <lb/>μετὰ τοὺς
							ὄμβρους, διὰ τί τε βορέαι καὶ νότοι πλεῖστοι <lb/>τῶν ἀνέμων εἰσίν, εἴρηται· πρὸς δὲ
							τούτοις καὶ περὶ τῆς φορᾶς <lb/>αὐτῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ὁ δ’ ἥλιος καὶ παύει καὶ συνεξορμᾷ τὰ πνεύματα· <lb/>ἀσθενεῖς μὲν γὰρ καὶ ὀλίγας
							οὔσας τὰς ἀναθυμιάσεις μαραίνει <pb n="58"/> τῷ πλείονι θερμῷ τὸ ἐν τῇ ἀναθυμιάσει
							ἔλαττον ὄν, <lb/>καὶ διακρίνει. Ἔτι δ’ αὐτὴν τὴν γῆν φθάνει ξηραίνων πρὶν
							<lb/>γενέσθαι ἔκκρισιν ἀθρόαν, ὥσπερ εἰς πολὺ πῦρ ἐὰν ὀλίγον <lb/>ἐμπέσῃ ὑπέκκαυμα,
							φθάνει πολλάκις πρὶν καπνὸν ποιῆσαι <lb/>κατακαυθέν. Διὰ μὲν οὗν ταύτας τὰς αἰτίας
							καταπαύει <lb/>τε τὰ πνεύματα καὶ ἐξ ἀρχῆς γίνεσθαι κωλύει, τῇ μὲν μαράνσει
							<lb/>καταπαύων, τῷ δὲ τάχει τῆς ξηρότητος γίνεσθαι <lb/>κωλύων· διὸ περὶ Ὠρίωνος
							ἀνατολὴν μάλιστα γίνεται νηνεμία, <lb/>καὶ μέχρι τῶν ἐτησίων καὶ προδρόμων. Ὅλως δὲ
							<lb/>γίγνονται αἱ νηνεμίαι διὰ δύ’ αἰτίας· ἢ γὰρ διὰ ψῦχος <lb/>ἀποσβεννυμένης τῆς
							ἀναθυμιάσεως, οἷον ὅταν γένηται πάγος <lb/>ἰσχυρός, ἢ καταμαραινομένης ὑπὸ τοῦ
							πνίγους. Αἱ δὲ πλεῖσται <lb/>καὶ ἐν ταῖς ἀνὰ μέσον ὥραις, ἢ τῷ μήπὼ ἀναθυμιᾶσθαι,
							<lb/>ἢ τῷ ἤδη ἐξεληλυθέναι τὴν ἀναθυμίασιν καὶ ἄλλην <lb/>μήπω ἐπιρρεῖν. Ἄκριτος δὲ
							καὶ χαλεπὸς ὁ Ὠρίων εἶναι <lb/>δοκεῖ, καὶ δύνων καὶ ἐπιτέλλων, διὰ τὸ ἐν μεταβολῇ ὥρας
							<lb/>συμβαίνειν τὴν δύσιν καὶ τὴν ἀνατολήν, θέρους ἢ χειμῶνος, <lb/>καὶ διὰ τὸ μέγεθος
							τοῦ ἄστρου ἡμερῶν γίνεταί τι πλῆθος· <lb/>αἱ δὲ μεταβολαὶ πάντων ταραχώδεις διὰ τὴν
							ἀοριστίαν <lb/>εἰσίν. Οἱ δ’ ἐτησίαι πνέουσι μετὰ τροπὰς καὶ κυνὸς ἐπιτολήν, <lb/>καὶ
							οὔτε τηνικαῦτα ὅτε πλησιάζει μάλιστα ὁ ἥλιος, <lb/>οὔτε ὅτε πόρρω· καὶ τὰς μὲν ἡμέρας
							πνέουσι, τὰς δὲ νύκτας <lb/>παύονται. Αἴτιον δ’ ὅτι πλησίον μὲν ὢν φθάνει ξηραίνων
							<lb/>πρὶν γενέσθαι τὴν ἀναθυμίασιν· ὅταν δ’ ἀπέλθῃ μικρόν, <lb/>σύμμετρος ἤδη γίνεται
							ἡ ἀναθυμίασις καὶ ἡ θερμότης, ὥστε <lb/>τὰ πεπηγότα ὕδατα τήκεσθαι, καὶ τῆς γῆς
							ξηραινομένης <lb/>ὑπό τε τῆς οἰκείας θερμότητος καὶ ὑπὸ τῆς τοῦ ἡλίου οἷον
							<lb/>τύφεσθαι καὶ θυμιᾶσθαι. Τῆς δὲ νυκτὸς λωφῶσι διὰ τὸ <lb/>τὰ πεπηγότα τηκόμενα
							παύεσθαι διὰ τὴν ψυχρότητα τῶν <lb/>νυκτῶν. Θυμιᾶται δ’ οὔτε τὸ πεπηγὸς οὔτε τὸ μηθὲν
							ἔχον <pb n="59"/> ξηρόν, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ τὸ ξηρὸν ὑγρότητα, τοῦτο θερμαινόμενον
							<lb/>θυμιᾶται. Ἀποροῦσι δέ τινες διὰ τί βορέαι μὲν <lb/>γίνονται συνεχεῖς, οὓς
							καλοῦμεν ἐτησίας, μετὰ τὰς θερινὰς <lb/>τροπάς, νότοι δ’ οὕτως οὐ γίνονται μετὰ τὰς
							χειμερινάς. <lb/>Ἔχει δ’ οὐκ ἀλόγως· γίνονται μὲν γὰρ οἱ καλούμενοι λευκόνοτοι
							<lb/>τὴν ἀντικειμένην ὥραν, οὐχ οὕτως δὲ γίγνονται συνεχεῖς, <lb/>διὸ λανθάνοντες
							ποιοῦσιν ἐπιζητεῖν. Αἴτιον δ’ ὅτι ὁ <lb/>μὲν βορέας ἀπὸ τῶν ὑπὸ τὴν ἄρκτον πνεῖ τόπων,
							οἳ πλήρεις <lb/>ὕδατος καὶ χιόνος εἰσὶ πολλῆς, ὧν τηκομένων ὑπὸ τοῦ ἡλίου <lb/>μετὰ
							τὰς θερινὰς τροπὰς μᾶλλον ἢ ἐπ’ αὐταῖς πνέουσιν οἱ <lb/>ἐτησίαι· οὕτω γὰρ καὶ τὰ πνίγη
							γίνεται, οὐχ ὅταν μάλιστα <lb/>πλησιάζῃ πρὸς ἄρκτον, ἀλλ’ ὅταν πλείων μὲν ᾗ χρόνος
							<lb/>θερμαίνοντι, ἔτι δ’ ἐγγύς. Ὁμοίως δὲ καὶ μετὰ τὰς χειμερινὰς <lb/>τροπὰς πνέουσιν
							οἱ ὀρνιθίαι· καὶ γὰρ οὗτοι ἐτησίαι <lb/>εἰσὶν ἀσθενεῖς· ἐλάττους δὲ καὶ ὀψιαίτεροι τῶν
							ἐτησίων <lb/>πνέουσιν· ἑβδομηκοστῇ γὰρ ἄρχονται πνεῖν διὰ τὸ πόρρω <lb/>ὄντα τὸν ἥλιον
							ἐνισχύειν ἧττον. Οὐ συνεχεῖς δ’ ὁμοίως <lb/>πνέουσι, διότι τὰ μὲν ἐπιπολῆς καὶ ἀσθενῆ
							τότε ἀποκρίνεται, <lb/>τὰ δὲ μᾶλλον πεπηγότα πλείονος δεῖται θερμότητος. Διὸ
							<lb/>διαλείποντες οὗτοι πνέουσιν, ἕως ἂν ἐπὶ τροπαῖς πάλιν <lb/>ταῖς θεριναῖς πνέωσιν
							οἱ ἐτησίαι, ἐπεὶ θέλει γ’ ὅτι μάλιστα <lb/>συνεχῶς ἐντεῦθεν ἀεὶ πνεῖν ἄνεμος. Ὁ δὲ
							νότος <lb/>ἀπὸ τῆς θερινῆς τροπῆς πνεῖ, καὶ οὐκ ἀπὸ τῆς ἑτέρας ἄρκτου. <lb/>Δύο γὰρ
							ὄντων τμημάτων τῆς δυνατῆς οἰκεῖσθαι χώρας, τῆς <lb/>μὲν πρὸς τὸν ἄνω πόλον τὸν καθ’
							ἡμᾶς, τῆς δὲ πρὸς τὸν <lb/>ἕτερον καὶ πρὸς μεσημβρίαν, καὶ οὔσης οἷον τυμπάνου·
							τοιοῦτον <lb/>γὰρ σχῆμα τῆς γῆς ἐκτέμνουσιν αἱ ἐκ τοῦ κέντρου αὐτῆς <lb/>ἀγόμεναι
							γραμμαί, καὶ ποιοῦσι δύο κώνους, τὸν μὲν <pb n="60"/> ἔχοντα βάσιν τὸν τροπικόν, τὸν
							δὲ τὸν διὰ παντὸς φανερόν, <lb/>τὴν δὲ κορυφὴν ἐπὶ τοῦ μέσου τῆς γῆς· τὸν αὐτὸν δὲ
							τρόπον <lb/>πρὸς τὸν κάτω πόλον ἕτεροι δύο κῶνοι τῆς γῆς ἐκτμήματα <lb/>ποιοῦσιν.
							Ταῦτα δ’ οἰκεῖσθαι μόνα δυνατά, καὶ οὔτ’ <lb/>ἐπέκεινα τῶν τροπῶν· σκιὰ γὰρ οὐκ ἂν ἦν
							πρὸς ἄρκτον, νῦν <lb/>δ’ ἀοίκητοι πρότερον γίγνονται οἱ τόποι πρὶν ἢ ὑπολείπειν <lb/>ἢ
							μεταβάλλειν τὴν σκιὰν πρὸς μεσημβρίαν· τά θ’ ὑπὸ τὴν <lb/>ἄρκτον ὑπὸ ψύχους ἀοίκητα.
							Φέρεται δὲ καὶ ὁ στέφανος <lb/>κατὰ τοῦτον τὸν τόπον· φαίνεται γὰρ ὑπὲρ κεφαλῆς
							γινόμενος <lb/>ἡμῖν, ὅταν ᾗ κατὰ τὸν μεσημβρινόν. Διὸ καὶ γελοίως <lb/>γράφουσι νῦν
							τὰς περιόδους τῆς γῆς· γράφουσι γὰρ κυκλοτερῆ <lb/>τὴν οἰκουμένην, τοῦτο δ’ ἐστὶν
							ἀδύνατον κατά τε τὰ <lb/>φαινόμενα καὶ κατὰ τὸν λόγον. Ὅ τε γὰρ λόγος δείκνυσιν
							<lb/>ὅτι ἐπὶ πλάτος μὲν ὥρισται, τὸ δὲ κύκλῳ συνάπτειν ἐνδέχεται <lb/>διὰ τὴν κρᾶσιν
							(οὐ γὰρ ὑπερβάλλει τὰ καύματα καὶ <lb/>τὸ ψῦχος κατὰ μῆκος, ἀλλ’ ἐπὶ πλάτος, ὥστ’ εἰ
							μή που <lb/>κωλύει θαλάττης πλῆθος, ἅπαν εἶναι πορεύσιμον) καὶ κατὰ <lb/>τὰ φαινόμενα
							περί τε τοὺς πλοῦς καὶ τὰς πορείας· πολὺ <lb/>γὰρ τὸ μῆκος διαφέρει τοῦ πλάτους. Τὸ
							γὰρ ἀπὸ Ἡρακλείων <lb/>στηλῶν μέχρι τῆς Ἰνδικῆς τοῦ ἐξ Αἰθιοπίας πρὸς <lb/>τὴν Μαιῶτιν
							καὶ τοὺς ἐσχατεύοντας τῆς Σκυθίας τόπους <lb/>πλέον ἢ πέντε πρὸς τρία τὸ μέγεθός
							ἐστιν, ἐάν τις τούς <lb/>τε πλοῦς λογίζηται καὶ τὰς ὁδούς, ὡς ἐνδέχεται λαμβάνειν
							<lb/>τῶν τοιούτων τὰς ἀκριβείας. Καίτοι ἐπὶ πλάτους μὲν <lb/>μέχρι τῶν ἀοικήτων ἴσμεν
							τὴν οἰκουμένην· ἔνθα μὲν γὰρ <lb/>διὰ ψῦχος οὐκέτι κατοικοῦσιν, ἔνθα δὲ διὰ τὴν ἀλέαν.
							Τὰ <lb/>δὲ τῆς Ἰνδικῆς ἔξω καὶ τῶν στηλῶν τῶν Ἡρακλείων διὰ τὴν <lb/>θάλατταν οὐ
							φαίνεται συνείρειν, τῷ συνεχῶς εἶναι πᾶσαν <pb n="61"/> οἰκουμένην. Ἐπεὶ δ’ ὁμοίως
							ἔχειν ἀνάγκη τόπον τινὰ πρὸς <lb/>τὸν ἕτερον πόλον ὥσπερ ὃν ἡμεῖς οἰκοῦμεν πρὸς τὸν
							ὑπὲρ <lb/>ἡμῶν, δῆλον ὡς ἀνάλογον ἕξει τά τ’ ἄλλα καὶ τῶν πνευμάτων <lb/>ἡ στάσις·
							ὥστε καθάπερ ἐνταῦθα βορέας ἐστί, κἀκείνοις <lb/>ἀπὸ τῆς ἐκεῖ ἄρκτου τις ἄνεμος οὕτως
							ὤν, ὃν οὐθὲν <lb/>δυνατὸν διήκειν δεῦρο, ἐπεὶ οὐδ’ ὁ βορέας οὗτος εἰς τὴν <lb/>ἐνταῦθα
							οἰκουμένην πᾶσάν ἐστιν· ἔστι γὰρ ὥσπερ ἀπόγειον <lb/>τὸ πνεῦμα τὸ βόρειον, ἕως ὁ
							βορέας οὗτος εἰς τὴν <lb/>ἐνταῦθα οἰκουμένην πνεῖ. Ἀλλὰ διὰ τὸ τὴν οἴκησιν κεῖσθαι
							<lb/>ταύτην πρὸς ἄρκτον, πλεῖστοι βορέαι πνέουσιν. Ὅμως <lb/>δὲ καὶ ἐνταῦθα ἐλλείπει
							καὶ οὐ δύναται πόρρω διήκειν, ἐπεὶ <lb/>περὶ τὴν ἔξω Λιβύης θάλατταν τὴν νοτίαν, ὥσπερ
							ἐνταῦθα <lb/>οἱ βορέαι καὶ οἱ νότοι πνέουσιν, οὕτως ἐκεῖ εὖροι καὶ ζέφυροι
							<lb/>διαδεχόμενοι συνεχεῖς ἀεὶ πνέουσιν. Ὅτι μὲν οὖν <lb/>νότος οὐκ ἔστιν ὁ ἀπὸ τοῦ
							ἑτέρου πόλου πνέων ἄνεμος, δῆλον. <lb/>Ἐπεὶ δ’ οὔτ’ ἐκεῖνος οὔθ’ ὁ ἀπὸ χειμερινῆς
							τροπῆς· <lb/>δέοι γὰρ ἂν ἄλλον ἀπὸ θερινῆς εἶναι τροπῆς· οὕτω γὰρ <lb/>τὸ ἀνάλογον
							ἀποδώσει. Νῦν δ’ οὐκ ἔστιν· εἷς γὰρ μόνος <lb/>φαίνεται πνέων ἐκ τῶν ἐκεῖθεν τόπων.
							Ὤστ’ ἀνάγκη τὸν <lb/>ἀπὸ τοῦ κατακεκαυμένου τόπου πνέοντα ἄνεμον εἶναι νότον.
							<lb/>Ἐκεῖνος δ’ ὁ τόπος διὰ τὴν τοῦ ἡλίου γειτνίασιν οὐκ ἔχει <lb/>ὕδατα καὶ νομάς, αἳ
							διὰ τὴν πῆξιν ποιήσουσιν ἐτησίας. <lb/>Ἀλλὰ διὰ τὸ τὸν τόπον εἶναι πολὺ πλείω ἐκεῖνον
							καὶ <lb/>ἀναπεπταμένον, μείζων καὶ πλείων καὶ μᾶλλον ἀλεεινὸς ἄνεμος <lb/>ὁ νότος ἐστὶ
							τοῦ βορέου, καὶ διήκει μᾶλλον δεῦρο ἢ οὗτος <lb/>ἐκεῖ. Τίς μὲν οὖν αἰτία τούτων ἐστὶ
							τῶν ἀνέμων, καὶ πῶς <lb/>ἔχουσι πρὸς ἀλλήλους, εἴρηται. </p>
					</div>
					<pb n="62"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Περὶ δὲ θέσεως αὐτῶν, καὶ τίνες ἐναντίοι τίσι, καὶ ποίους <lb/>ἅμα πνεῖν ἐνδέχεται
							καὶ ποίους οὔ, ἔτι δὲ τίνες καὶ πόσοι <lb/>τυγχάνουσιν ὄντες, καὶ πρὸς τούτοις περὶ
							τῶν ἄλλων παθημάτων <lb/>ὅσα μὴ συμβέβηκεν ἐν τοῖς προβλήμασιν εἰρῆσθαι <lb/>τοῖς κατὰ
							μέρος, νῦν λέγωμεν. Δεῖ δὲ περὶ τῆς θέσεως <lb/>ἅμα τοὺς λόγους ἐκ τῆς ὑπογραφῆς
							θεωρεῖν. Γέγραπται <lb/>μὲν οὖν, τοῦ μᾶλλον εὐσήμως ἔχειν, ὁ τοῦ ὁρίζοντος κύκλος·
							<lb/>διὸ καὶ στρογγύλος. Δεῖ δὲ νοεῖν αὐτοῦ τὸ ἕτερον ἔκτμημα <lb/>τὸ ὑφ’ ἡμῶν
							οἰκούμενον· ἔσται γὰρ κἀκεῖνο διελεῖν τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον. Ὑποκείσθω δὲ πρῶτον
							ἐναντία κατὰ τόπον <lb/>εἶναι τὰ πλεῖστον ἀπέχοντα κατὰ τόπον, ὥσπερ κατ’ <lb/>εἶδος
							ἐναντία τὰ πλεῖστον ἀπέχοντα κατὰ τὸ εἶδος. Πλεῖστον <lb/>δ’ ἀπέχει κατὰ τόπον τὰ
							κείμενα πρὸς ἄλληλα κατὰ <lb/>διάμετρον. Ἔστω οὖν τὸ μὲν ἐφ’ ᾧ Α δυσμὴ ἰσημερινή,
							<lb/>ἐναντίος δὲ τούτῳ τόπος, ἐφ’ οὗ τὸ Β, ἀνατολὴ ἰσημερινή. <lb/>Ἄλλη δὲ διάμετρος
							ταύτην πρὸς ὀρθὴν τέμνουσα, ἧς <lb/>τὸ ἐφ’ οὗ Η, ἔστω ἄρκτος· τούτῳ δ’ ἐναντίον ἐξ
							ἐναντίας, <lb/>τὸ ἐφ’ οὗ Θ, μεσημβρία· τὸ δ’ ἐφ’ οὗ Ζ ἀνατολὴ θερινή, <lb/>τὸ δ’ ἐφ’
							οὗ Ε δυσμὴ θερινή, τὸ δ’ ἐφ’ οὗ Δ ἀνατολὴ <lb/>χειμερινή, τὸ δ’ ἐφ’ οὗ Γ δυσμὴ
							χειμερινή. Ἀπὸ δὲ τοῦ Ζ <lb/>ἤχθω διάμετρος ἐπὶ τὸ Γ καὶ ἀπὸ τοῦ Δ ἐπὶ τὸ Ε. Ἐπεὶ
							<lb/>οὖν τὰ μὲν πλεῖστον ἀπέχοντα κατὰ τόπον ἐναντία κατὰ <lb/>τόπον, πλεῖστον δ’
							ἀπέχει τὰ κατὰ διάμετρον, ἀναγκαῖον <lb/>καὶ τῶν πνευμάτων ταῦτα ἀλλήλοις ἐναντία
							εἶναι, ὅσα κατὰ <lb/>διάμετρόν ἐστιν. Καλεῖται δὲ κατὰ τὴν θέσιν τῶν τόπων <lb/>τὰ
							πνεύματα ὧδε, ζέφυρος μὲν τὸ ἀπὸ τοῦ Α· τοῦτο γὰρ <lb/>δυσμὴ ἰσημερινή. Ἐναντίος δὲ
							τούτῳ ἅπηλιώτης ἀπὸ τοῦ Β· <lb/>τοῦτο γὰρ ἀνατολὴ ἰσημερινή. Βορέας δὲ καὶ ἀπαρκτίας
								<pb n="63"/> ἀπὸ τοῦ Η· ἐνταῦθα γὰρ ἡ ἄρκτος. Ἐναντίος δὲ τούτῳ <lb/>νότος ἀπὸ τοῦ
							Θ· μεσημβρία τε γὰρ αὕτη ἀφ’ ἧς πνεῖ, καὶ <lb/>τὸ Θ τῷ Η ἐναντίον· κατὰ διάμετρον γάρ.
							Ἀπὸ δὲ τοῦ <lb/>Ζ καικίας· αὕτη γὰρ ἀνατολὴ θερινή. Ἐναντίος δ’ οὐχ ὁ <lb/>ἀπὸ τοῦ Ε
							πνέων, ἀλλ’ ὁ ἀπὸ τοῦ Γ λίψ· οὗτος γὰρ ἀπὸ <lb/>δυσμῆς χειμερινῆς πνεῖ, ἐναντίος δὲ
							τούτῳ· κατὰ διάμετρον <lb/>γὰρ κεῖται. Ὁ δὲ ἀπὸ τοῦ Δ εὖρος· οὗτος γὰρ ἀπ’ ἀνατολῆς
							<lb/>χειμερινῆς πνεῖ, γειτνιῶν τῷ νότῳ, διὸ καὶ πολλάκις <lb/>εὐρόνοτοι λέγονται
							πνεῖν. Ἐναντίος δὲ τούτῳ οὐχ ὁ ἀπὸ <lb/>τοῦ Γ λίψ, ἀλλ’ ὁ ἀπὸ τοῦ Ε, ὃν καλοῦσιν οἱ
							μὲν ἀργέστην, <lb/>οἱ δ’ ὀλυμπίαν, οἱ δὲ σκίρωνα· οὗτος γὰρ ἀπὸ δυσμῆς <lb/>θερινῆς
							πνεῖ, καὶ κατὰ διάμετρον αὐτῷ κεῖται μόνος. Οὗτοι <lb/>μὲν οὖν οἱ κατὰ διάμετρόν τε
							κείμενοι ἄνεμοι, καὶ οἷς <lb/>εἰσὶν ἐναντίοι· ἕτεροι δ’ εἰσὶ καθ’ οὓς οὐκ ἔστιν
							ἐναντία πνεύματα. <lb/>Ἀπὸ μὲν γὰρ τοῦ Ι ὃν καλοῦσι θρασκίαν· οὗτος γὰρ <lb/>μέσος
							ἀργέστου καὶ ἀπαρκτίου· ἀπὸ δὲ τοῦ Κ ὃν καλοῦσι <lb/>μέσην· οὗτος γὰρ μέσος καικίου
							καὶ ἀπαρκτίου. Ἡ δὲ τοῦ <lb/>ΙΚ διάμετρος βούλεται μὲν κατὰ τὸν διὰ παντὸς εἶναι
							φαινόμενον, <lb/>οὐκ ἀκριβοῖ δέ. Ἐναντία δὲ τούτοις οὐκ ἔστι τοῖς <lb/>πνεύμασιν, οὔτε
							τῷ θρασκίᾳ, οὔτε τῷ μέσῃ (ἔπνει γὰρ ἄν <lb/>τις ἐφ’ οὖ τὸ Μ· τοῦτο γὰρ κατὰ
							διάμετρον), οὔτε τῷ Ι, <lb/>τῷ θρασκίᾳ· ἔπνει γὰρ ἂν ἀπὸ τοῦ Ν· τοῦτο γὰρ κατὰ
							<lb/>διάμετρον τὸ σημεῖον, εἰ μὴ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπ’ ὀλίγον πνεῖ <lb/>τις ἄνεμος, ὃν
							καλοῦσιν οἱ περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον φοινικίαν. <lb/>Τὰ μὲν οὖν κυριώτατα καὶ διωρισμένα
							πνεύματα ταῦτ’ ἐστὶ <lb/>καὶ τοῦτον τέτακται τὸν τρόπον· τοῦ δ’ εἶναι πλείους ἀνέμους
							<lb/>ἀπὸ τῶν πρὸς ἄρκτον τόπων ἢ τῶν πρὸς μεσημβρίαν <lb/>αἴτιον τό τε τὴν οἰκουμένην
							ὑποκεῖσθαι πρὸς τοῦτον τὸν <pb n="64"/> τόπον, καὶ ὅτι πολλῷ πλεῖον ὕδωρ καὶ χιὼν
							ἀπωθεῖται εἰς <lb/>τοῦτο τὸ μέρος διὰ τὸ ἐκεῖν’ ὑπὸ τὸν ἥλιον εἶναι καὶ τὴν
							<lb/>ἐκείνου φοράν, ὧν τηκομένων εἰς τὴν γῆν καὶ θερμαινομένων <lb/>ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ
							τῆς γῆς ἀναγκαῖον πλείω καὶ ἐπὶ πλείω <lb/>τόπον γίγνεσθαι τὴν ἀναθυμίασιν διὰ ταύτην
							τὴν αἰτίαν. <lb/>Ἔστι δὲ τῶν εἰρημένων πνευμάτων βορέας μὲν ὅ τ’ ἀπαρκτίας
							<lb/>κυριώτατα, καὶ θρασκίας κοινὸς ἀργέστου καὶ μέσου· <lb/>ὁ δὲ καικίας κοινὸς
							ἀπηλιώτου καὶ βορέου· νότος δ’ ὅ τε <lb/>ἰθαγενὴς ὁ ἀπὸ μεσημβρίας καὶ λίψ· ἀπηλιώτης
							δὲ ὅ τε ἀπ’ <lb/>ἀνατολῆς ἰσημερινῆς καὶ ὁ εὖρος· ὁ δὲ φοινικίας κοινός· ζέφυρος
							<lb/>δ’ ὅ τε ἰθαγενὴς καὶ ὁ ἀργέστης καλούμενος. Ὅλως <lb/>δὲ τὰ μὲν βόρεια τούτων
							καλεῖται, τὰ δὲ νότια. Προστίθεται <lb/>δὲ τὰ μὲν ζεφυρικὰ τῷ βορέᾳ (ψυχρότερα γὰρ διὰ
							τὸ <lb/>ἀπὸ δυσμῶν πνεῖν), νότῳ δὲ τὰ ἀπηλιωτικά (θερμότερα γὰρ <lb/>τῷ ἀπ’ ἀνατολῆς
							πνεῖν). Διωρισμένων οὖν τῷ ψυχρῷ <lb/>καὶ τῷ θερμῷ καὶ ἀλεεινῷ τῶν πνευμάτων οὕτως
							ἐκάλεσαν. <lb/>Θερμότερα δὲ τὰ ἀπὸ τῆς ἕω τῶν ἀπὸ δυσμῆς, ὅτι πλείω <lb/>χρόνον ὑπὸ
							τὸν ἥλιόν ἐστι τὰ ἀπ’ ἀνατολῆς· τὰ δ’ ἀπὸ <lb/>δυσμῆς ἀπολείπει τε θᾶττον καὶ
							πλησιάζει τῷ τόπῳ ὀψιαίτερον. <lb/>Οὕτω δὲ τεταγμένων τῶν ἀνέμων, δῆλον ὅτι ἅμα
							<lb/>πνεῖν τοὺς μὲν ἐναντίους οὐχ οἷόν τε (κατὰ διάμετρον γάρ· <lb/>ἅτερος οὖν
							παύσεται ἀποβιασθείς), τοὺς δὲ μὴ οὕτω κειμένους <lb/>πρὸς ἀλλήλους οὐθὲν κωλύει, οἷον
							τὸ Ζ καὶ Δ. Διὰ <lb/>τοῦτο ἅμα πνέουσιν ἐνίοτε ἀμφότεροι οὔριοι, ἐπὶ τὸ αὐτὸ
							<lb/>σημεῖον, οὐκ ἐκ τοῦ αὐτοῦ οὐδὲ τῷ αὐτῷ πνεύματι. Κατὰ δὲ <lb/>τὰς ὥρας τὰς
							ἐναντίας οἱ ἐναντίοι μάλιστα πνέουσιν, οἷον <lb/>περὶ ἰσημερίαν τὴν μὲν ἐαρινὴν
							καικίας καὶ ὅλως τὰ ἐπέκεινα <lb/>τροπῆς θερινῆς, περὶ δὲ τὴν μετοπωρινὴν λίβες, περὶ
							δὲ τροπὰς <pb n="65"/> θερινὰς μὲν ζέφυρος, χειμερινὰς δ’ εὖρος. Ἐπιπίπτουσι <lb/>δὲ
							τοῖς ἄλλοις μάλιστα καὶ παύουσιν ἀπαρκτίαι καὶ θρασκίαι <lb/>καὶ ἀργέσται· διὰ τὸ
							ἐγγυτάτω γὰρ τὴν ὁρμὴν αὐτῶν <lb/>εἶναι πολλοί τε καὶ ἰσχυροὶ πνέουσι μάλιστα οὗτοι.
							<lb/>Διὸ καὶ αἰθριώτατοί εἰσι τῶν ἀνέμων· πνέοντες γὰρ ἐγγύθεν <lb/>μάλιστα
							ἀποβιαζόμενοί τε τἆλλα πνεύματα παύουσι, καὶ <lb/>ἀποφυσῶντες τὰ συνιστάμενα νέφη
							ποιοῦσιν αἰθρίαν, ἂν μὴ <lb/>ψυχροὶ σφόδρα τύχωσιν ἅμα ὄντες. Τότε δ’ οὐκ αἴθριοι·
							<lb/>ἂν γὰρ ὦσι μᾶλλον ψυχροὶ ἢ μεγάλοι, φθάνουσι πηγνύντες <lb/>ἢ προωθοῦντες. Ὁ δὲ
							καικίας οὐκ αἴθριος, ὅτι ἀνακάμπτει <lb/>εἰς αὑτόν· ὅθεν καὶ λέγεται ἡ παροιμία</p>
						<l>ἕλκων ἐφ’ αὑτὸν ὥστε καικίας νέφος.</l>
						<p>Αἱ δὲ περιστάσεις γίνονται αὐτῶν καταπαυομένων εἰς τοὺς <lb/>ἐχομένους κατὰ τὴν τοῦ
							ἡλίου μετάστασιν, διὰ τὸ κινεῖσθαι <lb/>μάλιστα τὸ ἐχόμενον τῆς ἀρχῆς. Ἡ δὲ ἀρχὴ οὕτω
							κινεῖται <lb/>τῶν πνευμάτων ὡς ὁ ἥλιος. Οἱ ἐναντίοι δ’ ἢ ταὐτὸ ποιοῦσιν <lb/>ἢ
							ἐναντίον, οἷον ὑγροὶ λὶψ καὶ καικίας, ὃν ἑλλησποντίαν ἔνιοι <lb/>καλοῦσι, καὶ εὖρος,
							ὃν ἀπηλιώτην. Ξηροὶ δ’ ἀργέστης <lb/>καὶ εὖρος· ἀπ’ ἀρχῆς δ’ οὗτος ξηρός, τελευτῶν δὲ
							ὑδατώδης. <lb/>Νιφετώδης δὲ μέσης καὶ ἀπαρκτίας μάλιστα· οὗτοι γὰρ ψυχρότατοι.
							<lb/>Χαλαζώδης δ’ ἀπαρκτίας καὶ θρασκίας καὶ <lb/>ἀργέστης. Καυματώδης δὲ νότος καὶ
							ζέφυρος καὶ εὖρος. <lb/>Νέφεσι δὲ πυκνοῦσι τὸν οὐρανὸν καικίας μὲν σφόδρα, λὶψ δ’
							<lb/>ἀραιοτέροις, καικίας μὲν διά τε τὸ ἀνακάμπτειν πρὸς αὑτὸν <lb/>καὶ διὰ τὸ κοινὸς
							εἶναι βορέου καὶ εὔρου, ὥστε διὰ μὲν τὸ <lb/>ψυχρὸς εἶναι πηγνὺς τὸν ἀτμίζοντα ἀέρα
							συνίστησι, διὰ δὲ <lb/>τὸ τῷ τόπῳ ἀπηλιωτικὸς εἶναι ἔχει πολλὴν, ὕλην καὶ ἀτμίδα <pb n="66"/> ἣν προωθεῖ. Αἴθριοι δὲ ἀπαρκτίας, θρασκίας, ἀργέστης· <lb/>ἡ δ’ αἰτία
							εἴρηται πρότερον. Ἀστραπαῖοι δὲ μάλιστα <lb/>οὗτοί τε καὶ ὁ μέσης· διὰ μὲν γὰρ τὸ
							ἐγγύθεν πνεῖν ψυχροί <lb/>εἰσι, διὰ δὲ τὸ ψυχρὸν ἀστραπὴ γίνεται· ἐκκρίνεται γὰρ
							<lb/>συνιόντων τῶν νεφῶν. Διὸ καὶ ἔνιοι τῶν αὐτῶν τούτων χαλαζώδεις <lb/>εἰσίν· ταχὺ
							γὰρ πηγνύουσιν. Ἐκνεφίαι δὲ γίνονται <lb/>μετοπώρου μὲν μάλιστα, εἶτ’ ἔαρος, καὶ
							μάλιστα ἀπαρκτίας <lb/>καὶ θρασκίας καὶ ἀργέστης. Αἴτιον δ’ ὅτι οἱ ἐκνεφίαι
							<lb/>γίνονται μάλιστα ὅταν ἄλλων ἐκπνεόντων ἐμπίπτωσιν <lb/>ἕτεροι, οὗτοι δὲ μάλιστα
							ἐμπίπτουσι τοῖς ἄλλοις πνέουσιν· <lb/>ἡ δ’ αἰτία εἴρηται καὶ τούτου πρότερον. Οἱ δ’
							ἐτησίαι <lb/>περιίστανται τοῖς μὲν περὶ δυσμὰς οἰκοῦσιν ἐκ τῶν ἀπαρκτίων <lb/>εἰς
							θρασκίας καὶ ἀργέστας καὶ ζεφύρους (ὁ γὰρ <lb/>ἀπαρκτίας ζέφυρός ἐστιν), ἀρχόμενοι μὲν
							ἀπὸ τῆς ἄρκτου, <lb/>τελευτῶντες δ’ εἰς τοὺς πόρρω· τοῖς δὲ πρὸς ἕω περιίστανται
							<lb/>μέχρι τοῦ ἀπηλιώτου. Περὶ μὲν οὖν ἀνέμων, τῆς τε <lb/>ἐξ ἀρχῆς αὐτῶν γενέσεως καὶ
							οὐσίας καὶ τῶν συμβαινόντων <lb/>κοινῇ τε παθημάτων καὶ περὶ ἕκαστον, τοσαῦθ’ ἡμῖν
							<lb/>εἰρήσθω. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Περὶ δὲ σεισμοῦ καὶ κινήσεως γῆς μετὰ ταῦτα λεκτέον· <lb/>ἡ γὰρ αἰτία τοῦ πάθους
							ἐχομένη τούτου τοῦ γένους ἐστίν. <lb/>Ἔστι δὲ τά γε παρειλημμένα μέχρι τοῦ νῦν χρόνου
							τρία <lb/>καὶ παρὰ τριῶν. Ἀναξαγόρας τε γὰρ ὁ Κλαζομένιος καὶ <lb/>πρότερος Ἀναξιμένης
							ὁ Μιλήσιος ἀπεφήναντο, καὶ τούτων <lb/>ὕστερος Δημόκριτος ὁ Ἀβδηρίτης. Ἀναξαγόρας μὲν
							οὖν <lb/>φησὶ τὸν αἰθέρα πεφυκότα φέρεσθαι ἄνω, ἐμπίπτοντα δ’ <lb/>εἰς τὰ κάτω τῆς γῆς
							καὶ τὰ κοῖλα κινεῖν αὐτήν· τὰ μὲν γὰρ <pb n="67"/> ἄνω συναληλίφθαι διὰ τοὺς ὄμβρους,
							ἐπεὶ φύσει γε πᾶσαν <lb/>ὁμοίως εἶναι σομφήν, ὡς ὄντος τοῦ μὲν ἄνω τοῦ δὲ κάτω τῆς
							<lb/>ὅλης σφαίρας, καὶ ἄνω μὲν τούτου ὄντος τοῦ μορίου ἐφ’ οὖ <lb/>τυγχάνομεν
							οἰκοῦντες, κάτω δὲ θατέρου. Πρὸς μὲν οὖν <lb/>ταύτην τὴν αἰτίαν οὐθὲν ἴσως δεῖ λέγειν
							ὡς λίαν ἁπλῶς εἰρημένην· <lb/>τό τε γὰρ ἄνω καὶ κάτω νομίζειν οὕτως ἔχειν ὥστε <lb/>μὴ
							πρὸς τὴν γῆν πάντῃ φέρεσθαι τὰ βάρος ἔχοντα τῶν <lb/>σωμάτων, ἄνω δὲ τὰ κοῦφα καὶ τὸ
							πῦρ, εὔηθες, καὶ ταῦθ’ <lb/>ὁρῶντας τὸν ὁρίζοντα τὴν οἰκουμένην, ὅσην ἡμεῖς ἴσμεν,
							<lb/>ἕτερον ἀεὶ γιγνόμενον μεθισταμένων, ὡς οὔσης κυρτῆς καὶ <lb/>σφαιροειδοῦς· καὶ τὸ
							λέγειν μὲν ὡς διὰ τὸ μέγεθος ἐπὶ τοῦ <lb/>ἀέρος μένει, σείεσθαι δὲ φάσκειν τυπτομένην
							κάτωθεν ἄνω <lb/>ὅλης. Πρὸς δὲ τούτοις οὐθὲν ἀποδίδωσι τῶν συμβαινόντων <lb/>περὶ τοὺς
							σεισμούς· οὔτε γὰρ χῶραι οὔτε ὧραι αἱ τυχοῦσαι <lb/>μετέχουσι τούτου τοῦ πάθους.
							Δημόκριτος δέ φησι <lb/>πλήρη τὴν γῆν ὕδατος οὖσαν, καὶ πολὺ δεχομένην ἕτερον
							<lb/>ὄμβριον ὕδωρ, ὑπὸ τούτου κινεῖσθαι· πλείονός τε γὰρ γινομένου <lb/>διὰ τὸ μὴ
							δύνασθαι δέχεσθαι τὰς κοιλίας ἀποβιαζόμενον <lb/>ποιεῖν τὸν σεισμόν, καὶ ξηραινομένην
							καὶ ἕλκουσαν εἰς τοὺς <lb/>κενοὺς τόπους ἐκ τῶν πληρεστέρων τὸ μεταβάλλον ἐμπῖπτον
							<lb/>κινεῖν. Ἀναξιμένης δέ φησι βρεχομένην τὴν γῆν καὶ ξηραινομένην <lb/>ῥήγνυσθαι,
							καὶ ὑπὸ τούτων τῶν ἀπορρηγνυμένων κολωνῶν <lb/>ἐμπιπτόντων σείεσθαι· διὸ καὶ γίγνεσθαι
							τοὺς σεισμοὺς <lb/>ἔν τε τοῖς αὐχμοῖς καὶ πάλιν ἐν ταῖς ὑπερομβρίαις· ἔν τε γὰρ
							<lb/>τοῖς αὐχμοῖς, ὥσπερ εἴρηται, ξηραινομένην ῥήγνυσθαι, καὶ ὑπὸ <lb/>τῶν ὑδάτων
							ὑπερυγραινομένην διαπίπτειν. Ἔδει δὲ τούτου <lb/>συμβαίνοντος ὑπονοστοῦσαν πολλαχοῦ
							φαίνεσθαι τὴν γῆν. <lb/>Ἔτι δὲ διὰ τίν’ αἰτίαν περὶ τόπους τινὰς πολλάκις γίνεται
							<lb/>τοῦτο τὸ πάθος οὐδεμιᾷ διαφέροντας ὑπερβολῇ τοιαύτῃ παρὰ <pb n="68"/> τοὺς
							ἄλλους; καίτοι ἐχρῆν. Ὅλως δὲ τοῖς οὕτως ὑπολαμβάνουσιν <lb/>ἀναγκαῖον ἧττον ἀεὶ τοὺς
							σεισμοὺς φάναι γίγνεσθαι, <lb/>καὶ τέλος παύσασθαί ποτε σειομένην· τὸ γὰρ σαττόμενον
							<lb/>τοιαύτην ἔχει φύσιν. Ὥστ’ εἰ τοῦτ’ ἀδύνατον, δῆλον ὅτι <lb/>ἀδύνατον καὶ ταύτην
							εἶναι τὴν αἰτίαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ἀλλ’ ἐπειδὴ φανερὸν ὅτι ἀναγκαῖον καὶ ἀπὸ ὑγροῦ καὶ <lb/>ἀπὸ ξηροῦ γίγνεσθαι
							ἀναθυμίασιν, ὥσπερ εἴπομεν ἐν τοῖς <lb/>πρότερον, ἀνάγκη τούτων ὑπαρχόντων γίγνεσθαι
							τοὺς <lb/>σεισμούς. Ὑπάρχει γὰρ ἡ γῆ καθ’ αὑτὴν μὲν ξηρά, διὰ δὲ <lb/>τοὺς ὄμβρους
							ἔχουσα ἐν αὑτῇ νοτίδα πολλήν, ὥσθ’ ὐπό τε <lb/>τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ ἐν αὐτῇ πυρὸς
							θερμαινομένης πολὺ μὲν <lb/>ἔξω πολὺ δ’ ἐντὸς γίνεσθαι τὸ πνεῦμα· καὶ τοῦτο ὁτὲ μὲν
							<lb/>συνεχὲς ἔξω ῥεῖ πᾶν, ὁτὲ δ’ εἴσω πᾶν, ἐνίοτε δὲ καὶ μερίζεται. <lb/>Εἰ δὴ τοῦτ’
							ἀδύνατον ἄλλως ἔχειν, τὸ μετὰ τοῦτο <lb/>σκεπτέον ἂν εἴη ὁποῖον κινητικώτατον ἂν εἴη
							τῶν σωμάτων· <lb/>ἀνάγκη γὰρ τὸ ἐπὶ πλεῖστόν τε πεφυκὸς ἰέναι καὶ <lb/>σφοδρότατον
							μάλιστα τοιοῦτον εἶναι. Σφοδρότατον μὲν <lb/>οὖν ἐξ ἀνάγκης τὸ τάχιστα φερόμενον·
							τύπτει γὰρ μάλιστα <lb/>διὰ τὸ τάχος· ἐπὶ πλεῖστον δὲ πέφυκε διιέναι τὸ διὰ
							<lb/>παντὸς ἰέναι μάλιστα δυνάμενον, τοιοῦτον δὲ τὸ λεπτότατον. <lb/>Ὥστ’ εἴπερ ἡ τοῦ
							πνεύματος φύσις τοιαύτη, μάλιστα <lb/>τῶν σωμάτων τὸ πνεῦμα κινητικόν· καὶ γὰρ τὸ πῦρ
							ὅταν <lb/>μετὰ πνεύματος ᾖ, γίγνεται φλὸξ καὶ φέρεται ταχέως. Οὐκ <lb/>ἂν οὖν ὕδωρ
							οὐδὲ γῆ αἴτιον εἴη, ἀλλὰ πνεῦμα τῆς κινήσεως, <lb/>ὅταν ἔσω τύχῃ ῥυὲν τὸ ἔξω
							ἀναθυμιώμενον. Διὸ γίγνονται <lb/>νηνεμίᾳ οἱ πλεῖστοι καὶ μέγιστοι τῶν σεισμῶν·
							συνεχὴς γὰρ <lb/>οὖσα ἡ ἀναθυμίασις ἀκολουθεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῇ ὁρμῇ τῆς <lb/>ἀρχῆς,
							ὥστε ἢ ἔσω ἅμα ἢ ἔξω ὁρμᾷ πᾶσα. Τὸ δ’ ἐνίους <lb/>γίνεσθαι καὶ πνεύματος ὄντος οὐδὲν
							ἄλογον· ὁρῶμεν γὰρ <lb/>ἐνίοτε ἅμα πλείους πνέοντας ἀνέμους, ὧν ὅταν εἰς τὴν γῆν <pb n="69"/> ὁρμήσῃ θάτερον, ἔσται πνεύματος ὄντος ὁ σεισμός. <lb/>Ἐλάττους δ’ οὗτοι τὸ
							μέγεθος γίγνονται διὰ τὸ διῃρῆσθαι <lb/>τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν αἰτίαν αὐτῶν. Καὶ νυκτὸς δ’
							οἱ πλείους <lb/>καὶ μείζους γίγνονται τῶν σεισμῶν, οἱ δὲ τῆς ἡμέρας περὶ
							<lb/>μεσημβρίαν· νηνεμώτατον γάρ ἐστιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῆς <lb/>ἡμέρας ἡ μεσημβρία (ὁ
							γὰρ ἥλιος ὅταν μάλιστα κρατῇ, <lb/>κατακλείει τὴν ἀναθυμίασιν εἰς τὴν γῆν· κρατεῖ δὲ
							μάλιστα <lb/>περὶ τὴν μεσημβρίαν) καὶ αἱ νύκτες δὲ τῶν ἡμερῶν νηνεμώτεραι <lb/>διὰ τὴν
							ἀπουσίαν τὴν τοῦ ἡλίου· ὥστ’ εἴσω γίγνεται <lb/>πάλιν ἡ ῥύσις, ὥσπερ ἄμπωτις, εἰς
							τοὐναντίον τῆς ἔξωθεν <lb/>πλημμυρίδος, καὶ πρὸς ὄρθρον μάλιστα· τηνικαῦτα γὰρ
							<lb/>καὶ τὰ πνεύματα πέφυκεν ἄρχεσθαι πνεῖν. Ἐὰν οὖν εἴσω <lb/>τύχῃ μεταβάλλουσα ἡ
							ἀρχὴ αὐτῶν ὥσπερ Εὔριπος, διὰ τὸ <lb/>πλῆθος ἰσχυρότερον ποιεῖ τὸν σεισμόν. Ἔτι δὲ
							περὶ <lb/>τόπους τοιούτους οἱ ἰσχυρότατοι γίνονται τῶν σεισμῶν, <lb/>ὅπου ἡ θάλασσα
							ῥοώδης ἢ ἡ χώρα σομφὴ καὶ ὕπαντρος. <lb/>Διὸ καὶ περὶ Ἑλλήσποντον καὶ περὶ Ἀχαΐαν καὶ
							Σικελίαν, <lb/>καὶ τῆς Εὐβοίας περὶ τούτους τοὺς τόπους· δοκεῖ γὰρ <lb/>διαυλωνίζειν
							ὑπὸ τὴν γῆν ἡ θάλαττα. Διὸ καὶ τὰ θερμὰ <lb/>τὰ περὶ Αἴδεψον ἀπὸ τοιαύτης αἰτίας
							γέγονεν. Περὶ δὲ <lb/>τοὺς εἰρημένους τόπους οἱ σεισμοὶ γίνονται μάλιστα διὰ <lb/>τὴν
							στενότητα· τὸ γὰρ πνεῦμα γινόμενον σφοδρὸν διὰ <lb/>τὸ πλῆθος τῆς θαλάττης πολλῆς
							προσφερομένης ἀπωθεῖται <lb/>πάλιν εἰς τὴν γῆν, τό γε πεφυκὸς ἀποπνεῖν ἀπὸ τῆς γῆς.
							<lb/>Αἵ τε χῶραι ὅσαι σομφοὺς ἔχουσι τοὺς κάτω τόπους, πολὺ <lb/>δεχόμεναι πνεῦμα
							σείονται μᾶλλον. Καὶ ἔαρος δὲ καὶ μετοπώρου <lb/>μάλιστα καὶ ἐν ἐπομβρίαις καὶ αὐχμοῖς
							γίνονται <pb n="70"/> διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν· αἱ γὰρ ὧραι αὗται πνευματωδέσταται·
							<lb/>τὸ γὰρ θέρος καὶ ὁ χειμών, τὸ μὲν διὰ τὸν πάγον, <lb/>τὸ δὲ διὰ τὴν ἀλέαν ποιεῖ
							τὴν ἀκινησίαν· τὸ μὲν γὰρ ἄγαν <lb/>ψυχρόν, τὸ δ’ ἄγαν ξηρόν ἐστιν. Καὶ ἐν μὲν τοῖς
							αὐχμοῖς <lb/>πνευματώδης ὁ ἀήρ· τοῦτο γὰρ αὐτό ἐστιν ὁ αὐχμός, ὅταν <lb/>πλείων ἡ
							ἀναθυμίασις ἡ ξηρὰ γίγνηται τῆς ὑγρᾶς· ἐν δὲ <lb/>ταῖς ὑπερομβρίαις πλείω τε ποιεῖ τὴν
							ἐντὸς ἀναθυμίασιν, <lb/>καὶ τῷ ἐναπολαμβάνεσθαι ἐν στενωτέροις τόποις καὶ ἀποβιάζεσθαι
							<lb/>εἰς ἐλάττω τόπον τὴν τοιαύτην ἀπόκρισιν, πληρουμένων <lb/>τῶν κοιλιῶν ὕδατος,
							ὅταν ἄρξηται κρατεῖν διὰ τὸ <lb/>πολὺ εἰς ὀλίγον πιληθῆναι τόπον, ἰσχυρῶς κινεῖ ῥέων ὁ
							<lb/>ἄνεμος καὶ προσπίπτων. Δεῖ γὰρ νοεῖν ὅτι ὥσπερ ἐν <lb/>τῷ σώματι ἡμῶν καὶ τρόμων
							καὶ σφυγμῶν αἴτιόν ἐστιν ἡ <lb/>τοῦ πνεύματος ἐναπολαμβανομένη δύναμις, οὕτω καὶ ἐν τῇ
							<lb/>γῇ τὸ πνεῦμα παραπλήσια ποιεῖν, καὶ τὸν μὲν τῶν σεισμῶν <lb/>οἷον τρόμον εἶναι
							τὸν δ’ οἷον σφυγμόν, καὶ καθάπερ συμβαίνει <lb/>πολλάκις μετὰ τὴν οὔρησιν διὰ τοῦ
							σώματος (γίνεται <lb/>γὰρ ὥσπερ τρόμος τις ἀντιμεθισταμένου τοῦ πνεύματος <lb/>ἔξωθεν
							ἔσω ἀθρόου), τοιαῦτα γίνεσθαι καὶ περὶ τὴν γῆν. <lb/>Ὅσην δ’ ἔχει τὸ πνεῦμα δύναμιν,
							οὐ μόνον ἐκ τῶν ἐν τῷ <lb/>ἀέρι δεῖ θεωρεῖν γιγνομένων (ἐνταῦθα μὲν γὰρ διὰ τὸ μέγεθος
							<lb/>ὑπολάβοι τις ἂν τοιαῦτα δύνασθαι ποιεῖν) ἀλλὰ καὶ ἐν <lb/>τοῖς σώμασι τοῖς τῶν
							ζῴων· οἵ τε γὰρ τέτανοι καὶ οἱ <lb/>σπασμοὶ πνεύματος μέν εἰσι κινήσεις, τοσαύτην δ’
							ἔχουσιν <lb/>ἰσχὺν ὥστε πολλοὺς ἅμα πειρωμένους ἀποβιάζεσθαι μὴ <lb/>δύνασθαι κρατεῖν
							τῆς κινήσεως τῶν ἀρρωστούντων. Τὸ <lb/>αὐτὸ δεῖ νοεῖν γινόμενον καὶ ἐν τῇ γῇ, ὡς
							εἰκάσαι πρὸς μικρὸν <pb n="71"/> μεῖζον. Σημεῖα δὲ τούτων καὶ πρὸς τὴν ἡμετέραν
							αἴσθησιν <lb/>πολλαχοῦ γέγονεν· ἤδη γὰρ σεισμὸς ἐν τόποις τισὶ <lb/>γινόμενος οὐ
							πρότερον ἔληξε, πρὶν ἐκρήξας εἰς τὸν ὑπὲρ <lb/>γῆς τόπον φανερῶς ὥσπερ ἐκνεφίας
							ἐξῆλθεν ὁ κινήσας ἄνεμος, <lb/>οἷον καὶ περὶ Ἡράκλειαν ἐγένετο τὴν ἐν τῷ Πόντῳ νεωστί,
							<lb/>καὶ πρότερον περὶ τὴν Ἱερὰν νῆσον· αὕτη δ’ ἐστὶ μία τῶν <lb/>Αἰόλου καλουμένων
							νήσων. Ἐν ταύτῃ γὰρ ἐξανῴδει τι <lb/>τῆς γῆς, καὶ ἀνήει οἷον λοφώδης ὄγκος μετὰ ψόφου·
							τέλος <lb/>δὲ ῥαγέντος ἐξῆλθε πνεῦμα πολύ, καὶ τὸν φέψαλον καὶ <lb/>τὴν τέφραν ἀνῆκε,
							καὶ τήν τε Λιπαραίων πόλιν οὖσαν οὐ <lb/>πόρρω πᾶσαν κατετέφρωσε, καὶ εἰς ἐνίας τῶν ἐν
							Ἰταλίᾳ πόλεων <lb/>ἦλθεν· καὶ νῦν ἔτι ὅπου τὸ ἀναφύσημα τοῦτο ἐγένετο, <lb/>δῆλόν
							ἐστιν. Καὶ γὰρ δὴ τοῦ γιγνομένου πυρὸς ἐν τῇ γῇ <lb/>ταύτην οἰητέον εἶναι τὴν αἰτίαν,
							ὅταν κοπτόμενον ἐκπρησθῇ <lb/>πρῶτον εἰς μικρὰ κερματισθέντος τοῦ ἀέρος. Τεκμήριον
							<lb/>δ’ ἐστὶ τοῦ ῥεῖν ὑπὸ τὴν γῆν τὰ πνεύματα καὶ τὸ γιγνόμενον <lb/>περὶ ταύτας τὰς
							νήσους· ὅταν γὰρ ἄνεμος μέλλῃ πνευσεῖσθαι <lb/>νότος, προσημαίνει πρότερον· ἠχοῦσι γὰρ
							οἱ τόποι <lb/>ἐξ ὧν γίνεται τὰ ἀναφυσήματα, διὰ τὸ τὴν θάλατταν μὲν <lb/>προωθεῖσθαι
							ἤδη πόρρωθεν, ὑπὸ δὲ ταύτης τὸ ἐκ τῆς γῆς <lb/>ἀναφυσώμενον ἀπωθεῖσθαι πάλιν εἴσω,
							ᾗπερ ἐπέρχεται ἡ <lb/>θάλαττα ταύτῃ. Ποιεῖ δὲ ψόφον ἄνευ σεισμοῦ διά τε <lb/>τὴν
							εὐρυχωρίαν τῶν τόπων (ὑπερχεῖται γὰρ εἰς τὸ ἀχανὲς <lb/>ἔξω) καὶ δι’ ὀλιγότητα τοῦ
							ἀπωθουμένου ἀέρος. Ἔτι τὸ <lb/>γίγνεσθαι τὸν ἥλιον ἀχλυώδη καὶ ἀμαυρότερον ἄνευ
							νέφους, <lb/>καὶ πρὸ τῶν ὀρθρίων σεισμῶν ἐνίοτε νηνεμίαν τε καὶ κρύος <lb/>ἰσχυρόν,
							σημεῖον τῆς εἰρημένης αἰτίας ἐστίν. Τόν τε γὰρ <lb/>ἥλιον ἀχλυώδη καὶ ἀμαυρὸν
							ἀναγκαῖον εἶναι ὑπονοστεῖν <pb n="72"/> ἀρχομένου τοῦ πνεύματος εἰς τὴν γῆν τοῦ
							διαλύοντος τὸν <lb/>ἀέρα καὶ διακρίνοντος, καὶ πρὸς τὴν ἕω καὶ περὶ τοὺς ὄρθρους
							<lb/>νηνεμίαν τε καὶ ψῦχος. Τὴν μὲν γὰρ νηνεμίαν ἀναγκαῖον <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
							συμβαίνειν, καθάπερ εἴρηται καὶ πρότερον, <lb/>οἷον μεταρροίας εἴσω γινομένης τοῦ
							πνεύματος, καὶ μᾶλλον <lb/>πρὸ τῶν μειζόνων σεισμῶν· μὴ διασπώμενον γὰρ τὸ μὲν ἔξω
							<lb/>τὸ δ’ ἐντός, ἀλλ’ ἀθρόον φερόμενον ἀναγκαῖον ἰσχύειν μᾶλλον. <lb/>Τὸ δὲ ψῦχος
							συμβαίνει διὰ τὸ τὴν ἀναθυμίασιν εἴσω <lb/>περιτρέπεσθαι, φύσει θερμὴν οὖσαν καθ’
							αὑτήν. Οὐ δοκοῦσι <lb/>δ’ οἱ ἄνεμοι εἶναι θερμοὶ διὰ τὸ κινεῖν τὸν ἀέρα πλήρη
							<lb/>ψυχρᾶς ὄντα καὶ πολλῆς ἀτμίδος, ὥσπερ τὸ πνεῦμα τὸ <lb/>διὰ τοῦ στόματος
							φυσώμενον· καὶ γὰρ τοῦτο ἐγγύθεν μέν <lb/>ἐστι θερμόν, ὥσπερ καὶ ὅταν ἀάζωμεν, ἀλλὰ
							δι’ ὀλιγότητα <lb/>οὐχ ὁμοίως ἐπίδηλον, πόρρωθεν δὲ ψυχρὸν διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν
							<lb/>τοῖς ἀνέμοις. Ἐπιλειπούσης οὖν εἰς τὴν γῆν τῆς <lb/>τοιαύτης δυνάμεως, συνιοῦσα
							δι’ ὑγρότητα ἡ ἀτμιδώδης ἀπορροὴ <lb/>ποιεῖ τὸ ψῦχος, ἐν οἷς συμβαίνει τόποις γίνεσθαι
							τοῦτο <lb/>τὸ πάθος. Τὸ δ’ αὐτὸ αἴτιον καὶ τοῦ εἰωθότος ἐνίοτε γίγνεσθαι <lb/>σημείου
							πρὸ τῶν σεισμῶν· ἢ γὰρ μεθ’ ἡμέραν ἢ μικρὸν <lb/>μετὰ δυσμάς, αἰθρίας οὔσης, νεφέλιον
							λεπτὸν φαίνεται διατεῖνον <lb/>καὶ μακρόν, οἷον γραμμῆς μῆκος εὐθύτητι διηκριβωμένον,
							<lb/>τοῦ πνεύματος ἀπομαραινομένου διὰ τὴν μετάστασιν. <lb/>Τὸ δ’ ὅμοιον συμβαίνει καὶ
							ἐν τῇ θαλάττῃ περὶ <lb/>τοὺς αἰγιαλούς· ὅταν μὲν γὰρ κυμαίνουσα ἐκβάλλῃ, σφόδρα
							<lb/>παχεῖαι καὶ σκολιαὶ γίνονται αἱ ῥηγμῖνες, ὅταν δὲ <lb/>γαλήνη ᾖ, διὰ τὸ μικρὰν
							ποιεῖσθαι τὴν ἔκκρισιν λεπταί εἶσι <lb/>καὶ εὐθεῖαι. Ὅπερ οὖν ἡ θάλαττα ποιεῖ περὶ τὴν
							γῆν, τοῦτο <lb/>τὸ πνεῦμα περὶ τὴν ἐν τῷ ἀέρι ἀχλύν, ὥσθ’ ὅταν γένηται <pb n="73"/>
							νηνεμία, πάμπαν εὐθεῖαν καὶ λεπτὴν καταλείπεσθαι ὥσπερ <lb/>ῥηγμῖνα οὖσαν ἀέρος τὴν
							νεφέλην. Διὰ ταῦτα δὲ καὶ περὶ <lb/>τὰς ἐκλείψεις, ἐνίοτε τῆς σελήνης συμβαίνει
							γίγνεσθαι σεισμόν· <lb/>ὅταν γὰρ ἤδη πλησίον ᾗ ἡ ἀντίφραξις, καὶ μήπω μὲν <lb/>ᾖ
							πάμπαν ἀπολελοιπὸς τὸ φῶς καὶ τὸ ἀπὸ τοῦ ἡλίου θερμὸν <lb/>ἐκ τοῦ ἀέρος, ἤδη δ’
							ἀπομαραινόμενον, νηνεμία γίνεται <lb/>ἀντιμεθισταμένου τοῦ πνεύματος εἰς τὴν γῆν, ὃ
							ποιεῖ τὸν <lb/>σεισμὸν πρὸ τῶν ἐκλείψεων. Γίνονται γὰρ καὶ ἄνεμοι <lb/>πρὸ τῶν
							ἐκλείψεων πολλάκις, ἀκρόνυχοι μὲν πρὸς τῶν <lb/>μεσονυκτίων ἐκλείψεων, μεσονύκτιοι δὲ
							πρὸ τῶν ἑῴων. <lb/>Συμβαίνει δὲ τοῦτο διὰ τὸ ἀμαυροῦσθαι τὸ θερμὸν τὸ ἀπὸ <lb/>τῆς
							σελήνης, ὅταν πλησίον ἤδη γίγνηται ἡ φορὰ ἐν ᾧ <lb/>γενομένων ἔσται ἡ ἔκλειψις.
							Ἀνιεμένου οὖν ᾧ κατείχετο <lb/>ὁ ἀὴρ καὶ ἠρέμει, πάλιν κινεῖται καὶ γίγνεται πνεῦμα
							τῆς <lb/>ἐκλείψεως πρωϊαίτερον. Ὅταν δ’ ἰσχυρὸς γένηται σεισμός, <lb/>οὐκ εὐθὺς οὐδ’
							εἰσάπαξ παύεται σείσας, ἀλλὰ τὸ πρῶτον μὲν <lb/>μέχρι περὶ τετταράκοντα πρόεισι
							πολλάκις ἡμέρας, ὕστερον <lb/>δὲ καὶ ἐφ’ ἓν καὶ ἐπὶ δύο ἔτη ἐπισημαίνει κατὰ τοὺς
							αὐτοὺς <lb/>τόπους. Αἴτιον δὲ τοῦ μὲν μεγέθους τὸ πλῆθος τοῦ <lb/>πνεύματος καὶ τῶν
							τόπων τὰ σχήματα δι’ ὧν ἂν ῥυῇ· ᾗ γὰρ <lb/>ἂν ἀντιτυπήσῃ καὶ μὴ ῥᾳδίως διέλθῃ, μάλιστά
							τε σείει καὶ <lb/>ἐγκαταλείπεσθαι ἀναγκαῖον ἐν ταῖς δυσχωρίαις, οἷον ὕδωρ <lb/>οὐ
							δυνάμενον διεξελθεῖν. Διὸ καθάπερ ἐν σώματι οἱ <lb/>σφυγμοὶ οὐκ ἐξαίφνης παύονται οὐδὲ
							ταχέως, ἀλλ’ ἐκ προσαγωγῆς <lb/>ἅμα καταμαραινομένου τοῦ πάθους, καὶ ἡ ἀρχὴ <lb/>ἀφ’
							ἧς ἡ ἀναθυμίασις ἐγένετο καὶ ἡ ὁρμὴ τοῦ πνεύματος <lb/>δῆλον ὅτι οὐκ εὐθὺς ἅπασαν
							ἀνάλωσε τὴν ὕλην, ἐξ ἧς ἐποίησε <lb/>τὸν ἄνεμον, ὃν καλοῦμεν σεισμόν. Ἕως ἂν οὖν
							ἀναλωθῇ <pb n="74"/> τὰ ὑπόλοιπα τούτων, ἀνάγκη σείειν, ἠρεμαίτερον <lb/>δὲ καὶ μέχρι
							τούτου ἕως ἂν ἔλαττον ᾖ τὸ ἀναθυμιώμενον ἢ <lb/>ὥστε δύνασθαι κινεῖν ἐπιδήλως. Ποιεῖ
							δὲ καὶ τοὺς ψόφους <lb/>τοὺς ὑπὸ τὴν γῆν γινομένους τὸ πνεῦμα, καὶ τοὺς πρὸ τῶν
							<lb/>σεισμῶν· καὶ ἄνευ δὲ σεισμῶν ἤδη που γεγόνασιν ὑπὸ γῆν. <lb/>Ὥσπερ γὰρ
							ῥαπιζόμενος ὁ ἀὴρ παντοδαποὺς ἀφίησι ψόφους, <lb/>οὕτως καὶ τύπτων αὐτός· οὐθὲν γὰρ
							διαφέρει· τὸ <lb/>γὰρ τύπτον ἅμα καὶ αὐτὸ τύπτεται πᾶν. Προέρχεται δ’ <lb/>ὁ ψόφος τῆς
							κινήσεως διὰ τὸ λεπτομερέστερον εἶναι καὶ <lb/>μᾶλλον διὰ παντὸς ἰέναι τοῦ πνεύματος
							τὸν ψόφον. Ὅταν <lb/>δ’ ἔλαττον ᾖ ἢ ὥστε κινῆσαι τὴν γῆν διὰ λεπτότητα, διὰ <lb/>μὲν
							τὸ ῥᾳδίως διηθεῖσθαι οὐ δύναται κινεῖν, διὰ δὲ τὸ προσπίπτειν <lb/>στερεοῖς ὄγκοις καὶ
							κοίλοις καὶ παντοδαποῖς σχήμασι <lb/>παντοδαπὰς ἀφίησι φωνάς, ὥστ’ ἐνίοτε δοκεῖν ὅπερ
							<lb/>λέγουσιν οἱ τερατολογοῦντες, μυκᾶσθαι τὴν γῆν. Ἤδη δὲ <lb/>καὶ ὕδατα ἀνερράγη
							γιγνομένων σεισμῶν· ἀλλ’ οὐ διὰ <lb/>τοῦτο αἴτιον τὸ ὕδωρ τῆς κινήσεως, ἀλλ’ ἂν ᾖ ἐξ
							ἐπιπολῆς <lb/>ἢ κάτωθεν βιάζηται τὸ πνεῦμα, ἐκεῖνο τὸ κινοῦν ἐστίν, <lb/>ὥσπερ τῶν
							κυμάτων οἱ ἄνεμοι ἀλλ’ οὐ τὰ κύματα τῶν ἀνέμων <lb/>ἐστὶν αἴτια, ἐπεὶ καὶ τὴν γῆν
							οὕτως ἄν τις αἰτιῷτο <lb/>τοῦ πάθους· ἀνατρέπεται γὰρ σειομένη, καθάπερ ὕδωρ (ἡ
							<lb/>γὰρ ἔκχυσις ἀνάτρεψίς τίς ἐστιν). Ἀλλ’ αἴτια ταῦτα <lb/>μὲν ἄμφω ὡς ὕλη (πάσχει
							γάρ, ἀλλ’ οὐ ποιεῖ), τὸ δὲ πνεῦμα <lb/>ὡς ἀρχή. Ὅπου δ’ ἅμα κῦμα σεισμῷ γέγονεν,
							αἴτιον, ὅταν <lb/>ἐναντία γίγνηται τὰ πνεύματα. Τοῦτο δὲ γίγνεται, ὅταν <lb/>τὸ σεῖον
							τὴν γῆν πνεῦμα φερομένη ὑπ’ ἄλλου πνεύματος <lb/>τὴν θάλασσαν ἀπῶσαι μὲν ὅλως μὴ
							δύνηται, προωθοῦν δὲ <lb/>καὶ συστέλλον εἰς ταὐτὸν συναθροίσῃ πολλήν· τότε γὰρ <pb n="75"/> ἀναγκαῖον ἡττηθέντος τούτου τοῦ πνεύματος ἀθρόαν ὠθουμένην <lb/>ὑπὸ τοῦ
							ἐναντίου πνεύματος ἐκρήγνυσθαι καὶ ποιεῖν <lb/>τὸν κατακλυσμόν. Ἐγένετο δὲ τοῦτο καὶ
							περὶ Ἀχαΐαν· <lb/>ἔξω μὲν γὰρ ἦν νότος, ἐκεῖ δὲ βορέας, νηνεμίας δὲ γενομένης <lb/>καὶ
							ῥυέντος εἴσω τοῦ ἀνέμου ἐγένετο τό τε κῦμα καὶ ὁ σεισμὸς <lb/>ἅμα, καὶ μᾶλλον διὰ τὸ
							τὴν θάλατταν μὴ διδόναι <lb/>διαπνοὴν τῷ ὑπὸ τὴν γῆν ὡρμημένῳ πνεύματι, ἀλλ’
							ἀντιφράττειν· <lb/>ἀποβιαζόμενα γὰρ ἄλληλα τὸ μὲν πνεῦμα τὸν <lb/>σεισμὸν ἐποίησεν, ἡ
							δ’ ὑπόστασις τοῦ κύματος τὸν κατακλυσμόν. <lb/>Κατὰ μέρος δὲ γίγνονται οἱ σεισμοὶ τῆς
							γῆς, <lb/>καὶ πολλάκις ἐπὶ μικρὸν τόπον, οἱ δ’ ἄνεμοι οὐ κατὰ μέρος· <lb/>κατὰ μέρος
							μέν, ὅταν αἱ ἀναθυμιάσεις αἱ κατὰ τὸν τόπον <lb/>αὐτὸν καὶ τὸν γειτνιῶντα συνέλθωσιν
							εἰς ἕν, ὥσπερ καὶ τοὺς <lb/>αὐχμοὺς ἔφαμεν γίγνεσθαι καὶ τὰς ὑπερομβρίας τὰς κατὰ
							<lb/>μέρος. Καὶ οἱ μὲν σεισμοὶ γίγνονται διὰ τοῦτον τὸν τρόπον, <lb/>οἱ δ’ ἄνεμοι οὔ·
							τὰ μὲν γὰρ ἐν τῇ γῇ τὴν ἀρχὴν ἔχει, <lb/>ὥστ’ ἐφ’ ἓν ἁπάσας ὁρμᾶν· ὁ δ’ ἥλιος οὐχ
							ὁμοίως δύναται, <lb/>τὰς δὲ μετεώρους μᾶλλον, ὥστε ῥεῖν, ὅταν ἀρχὴν λάβωσιν <lb/>ἀπὸ
							τῆς τοῦ ἡλίου φορᾶς ἤδη κατὰ τὰς διαφορὰς τῶν τόπων, <lb/>ἐφ’ ἕν. Ὅταν μὲν οὖν ᾖ πολὺ
							τὸ πνεῦμα, κινεῖ τὴν <lb/>γῆν, ὥσπερ ἂν ὁ τρόμος, ἐπὶ πλάτος μέν, γίγνεται δ’
							<lb/>ὀλιγάκις καὶ κατά τινας τόπους, οἷον ὁ σφυγμός, ἄνω <lb/>καὶ κάτωθεν· διὸ καὶ
							ἐλαττονάκις σείει τοῦτον τὸν τρόπον· <lb/>οὐ γὰρ ῥᾴδιον οὕτω πολλὴν συνελθεῖν ἀρχήν·
							ἐπὶ μῆκος <lb/>γὰρ πολλαπλασία τῆς ἀπὸ τοῦ βάθους ἡ διάκρισις. Ὅπου <lb/>δ’ ἂν γένηται
							τοιοῦτος σεισμός, ἐπιπολάζει πλῆθος λίθων, <lb/>ὥσπερ τῶν ἐν τοῖς λίκνοις
							ἀναβραττομένων· τοῦτον γὰρ <lb/>τὸν τρόπον γενομένου σεισμοῦ τὰ περὶ Σίπυλον ἀνετράπη
								<pb n="76"/> καὶ τὸ Φλεγραῖον καλούμενον πεδίον καὶ τὰ περὶ τὴν <lb/>Λιγυστικὴν
							χώραν. Ἐν δὲ ταῖς νήσοις ταῖς ποντίαις ἧττον <lb/>γίγνεται σεισμὸς τῶν προσγείων· τὸ
							γὰρ πλῆθος τῆς <lb/>θαλάττης καταψύχει τὰς ἀναθυμιάσεις καὶ κωλύει τῷ βάρει <lb/>καὶ
							ἀποβιάζεται, ἔτι δὲ ῥεῖ καὶ οὐ σείεται κρατουμένη ὑπὸ <lb/>τῶν πνευμάτων· καὶ διὰ τὸ
							πολὺν ἐπέχειν τόπον οὐκ εἰς ταύτην <lb/>ἀλλ’ ἐκ ταύτης αἱ ἀναθυμιάσεις γίγνονται, καὶ
							ταύταις <lb/>ἀκολουθοῦσιν αἱ ἐκ τῆς γῆς. Αἱ δ’ ἐγγὺς τῆς ἠπείρου μόριόν <lb/>εἰσι τῆς
							ἠπείρου· τὸ γὰρ μεταξὺ διὰ μικρότητα οὐδεμίαν <lb/>ἔχει δύναμιν· τὰς δὲ ποντίας οὐκ
							ἔστι κινῆσαι ἄνευ τῆς <lb/>θαλάττης ὅλης, ὑφ’ ἧς περιεχόμεναι τυγχάνουσιν. Περὶ
							<lb/>μὲν οὖν σεισμῶν, καὶ τίς ἡ φύσις αὐτῶν, καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν <lb/>γίγνονται, καὶ
							περὶ τῶν ἄλλων τῶν συμβαινόντων περὶ αὐτούς, <lb/>εἴρηται σχεδὸν περὶ τῶν μεγίστων.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Περὶ δὲ ἀστραπῆς καὶ βροντῆς, ἔτι δὲ περὶ τυφῶνος καὶ <lb/>πρηστῆρος καὶ κεραυνῶν
							λέγωμεν· καὶ γὰρ τούτων τὴν αὐτὴν <lb/>ἀρχὴν ὑπολαμβάνειν δεῖ πάντων. Τῆς γὰρ
							ἀναθυμιάσεως, <lb/>ὥσπερ εἴπομεν, οὔσης διττῆς, τῆς μὲν ὑγρᾶς τῆς δὲ ξηρᾶς, <lb/>καὶ
							τῆς συγκρίσεως ἐχούσης ἄμφω ταῦτα δυνάμει καὶ <lb/>συνισταμένης εἰς νέφος, ὥσπερ
							εἴρηται πρότερον, ἔτι δὲ πυκνοτέρας <lb/>τῆς συστάσεως τῶν νεφῶν γιγνομένης πρὸς τὸ
							<lb/>ἔσχατον πέρας· ᾗ γὰρ ἐκλείπει τὸ θερμὸν διακρινόμενον εἰς <lb/>τὸν ἄνω τόπον,
							ταύτῃ πυκνοτέραν καὶ ψυχροτέραν ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι τὴν σύστασιν. Διὸ καὶ οἱ κεραυνοὶ
							καὶ οἱ ἐκνεφίαι καὶ <lb/>πάντα τὰ τοιαῦτα φέρεται κάτω, καί τοι πεφυκότος ἄνω <lb/>τοῦ
							θερμοῦ φέρεσθαι παντός· ἀλλ’ εἰς τοὐναντίον τῆς πυκνότητος <lb/>ἀναγκαῖον γίγνεσθαι
							τὴν ἔκθλιψιν, οἷον οἱ πυρῆνες οἱ <lb/>ἐκ τῶν δακτύλων πηδῶντες· καὶ γὰρ ταῦτα βάρος
							ἔχοντα <lb/>φέρεται πολλάκις ἄνω. Ἡ μὲν οὖν ἐκκρινομένη θερμότης <pb n="77"/> εἰς τὸν
							ἄνω διασπείρεται τόπον. Ὅση δ’ ἐμπεριλαμβάνεται <lb/>τῆς ξηρᾶς ἀναθυμιάσεως ἐν τῇ
							μεταβολῇ ψυχομένου τοῦ <lb/>ἀέρος, αὕτη συνιόντων τῶν νεφῶν ἐκκρίνεται, βίᾳ δὲ
							φερομένη <lb/>καὶ προσπίπτουσα τοῖς περιεχομένοις νέφεσι ποιεῖ <lb/>πληγήν, ἧς ὁ ψόφος
							καλεῖται βροντή. Γίνεται δ’ ἡ πληγὴ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον, ὡς παρεικάσαι μείζονι
							μικρὸν πάθος, τῷ <lb/>ἐν τῇ φλογὶ γινομένῳ ψόφῳ, ὃν καλοῦσιν οἱ μὲν τὸν Ἥφαιστον
							<lb/>γελᾶν, οἱ δὲ τὴν Ἑστίαν, οἱ δ’ ἀπειλὴν τούτων. Γίγνεται <lb/>δ’ ὅταν ἡ
							ἀναθυμίασις εἰς τὴν φλόγα συνεστραμμένη <lb/>φέρηται, ῥηγνυμένων καὶ ξηραινομένων τῶν
							ξύλων· οὕτω γὰρ <lb/>καὶ ἐν τοῖς νέφεσι γιγνομένη ἡ τοῦ πνεύματος ἔκκρισις <lb/>πρὸς
							τὴν πυκνότητα τῶν νεφῶν εἰσπίπτουσα ποιεῖ τὴν <lb/>βροντήν. Παντοδαποὶ δ’ οἱ ψόφοι διὰ
							τὴν ἀνωμαλίαν τε <lb/>γίνονται τῶν νεφῶν καὶ διὰ τὰς μεταξὺ κοίλιας, ᾗ τὸ συνεχὲς
							<lb/>ἐκλείπει τῆς πυκνότητος. Ἡ μὲν οὖν βροντὴ τοῦτ’ <lb/>ἔστι καὶ γίνεται διὰ ταύτην
							τὴν αἰτίαν· τὸ δὲ πνεῦμα τὸ <lb/>ἐκθλιβόμενον τὰ πολλὰ μὲν ἐκπυροῦται λεπτῇ καὶ
							ἀσθενεῖ <lb/>πυρώσει, καὶ τοῦτ’ ἔστιν ἣν καλοῦμεν ἀστραπήν, ᾗ ἂν ὥσπερ <lb/>ἐκπῖπτον
							τὸ πνεῦμα χρωματισθὲν ὀφθῇ. Γίνεται δὲ μετὰ <lb/>τὴν πληγὴν καὶ ὕστερον τῆς βροντῆς·
							ἀλλὰ φαίνεται πρότερον <lb/>διὰ τὸ τὴν ὄψιν προτερεῖν τῆς ἀκοῆς. Δηλοῖ δ’ ἐπὶ <lb/>τῆς
							εἰρεσίας τῶν τριήρων· ἤδη γὰρ ἀναφερόντων πάλιν τὰς <lb/>κώπας ὁ πρῶτος ἀφικνεῖται
							ψόφος τῆς κωπηλασίας. Καίτοι <lb/>τινὲς λέγουσιν ὡς ἐν τοῖς νέφεσιν ἐγγίνεται πῦρ·
							τοῦτο δ’ <lb/>Ἐμπεδοκλῆς μέν φησιν εἶναι τὸ ἐμπεριλαμβανόμενον τῶν <lb/>τοῦ ἡλίου
							ἀκτίνων, Ἀναξαγόρας δὲ τοῦ ἄνωθεν αἰθέρος, ὃ δὴ <lb/>ἐκεῖνος καλεῖ πῦρ κατενεχθὲν
							ἄνωθεν κάτω. Τὴν μὲν οὖν <lb/>διάλαμψιν ἀστραπὴν εἶναι τούτου τοῦ πυρός, τὸν δὲ ψόφον
							<lb/>ἐναποσβεννυμένου καὶ τὴν σίξιν βροντήν, ὡς καθάπερ φαίνεται <pb n="78"/> καὶ
							γιγνόμενον, οὕτω καὶ πρότερον τὴν ἀστραπὴν <lb/>οὖσαν τῆς βροντῆς. Ἄλογος δὲ καὶ ἡ τοῦ
							πυρὸς ἐμπερίληψις, <lb/>ἀμφοτέρως μέν, μᾶλλον δ’ ἡ κατάσπασις τοῦ ἄνωθεν αἰθέρος.
							<lb/>Τοῦ τε γὰρ κάτω φέρεσθαι τὸ πεφυκὸς ἄνω δεῖ λέγεσθαι <lb/>τὴν αἰτίαν, καὶ διὰ τί
							ποτε τοῦτο γίγνεται κατὰ τὸν <lb/>οὐρανὸν ὅταν ἐπινέφελον ᾖ μόνον, ἀλλ’ οὐ συνεχῶς
							οὕτως· <lb/>αἰθρίας δ’ οὔσης οὐ γίγνεται. Τοῦτο γὰρ παντάπασιν ἔοικεν <lb/>εἰρῆσθαι
							προχείρως. Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ τὴν ἀπὸ τῶν ἀκτίνων <lb/>θερμότητα φάναι τὴν
							ἀπολαμβανομένην ἐν τοῖς νέφεσιν <lb/>εἶναι τούτων αἰτίαν οὐ πιθανόν· καὶ γὰρ οὗτος ὁ
							λόγος <lb/>ἀπραγμόνως εἴρηται λίαν· ἀποκεκριμένον τε γὰρ ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι τὸ
							αἴτιον ἀεὶ καὶ ὡρισμένον, τῆς τε βροντῆς καὶ τῆς <lb/>ἀστραπῆς καὶ τῶν ἄλλων τῶν
							τοιούτων, καὶ οὕτω γίνεσθαι. <lb/>Τοῦτο δὲ διαφέρει πλεῖστον· ὅμοιον γὰρ κἂν εἴ τις
							οἴοιτο <lb/>τὸ ὕδωρ καὶ τὴν χιόνα καὶ τὴν χάλαζαν ἐνυπάρχοντα πρότερον <lb/>ὕστερον
							ἐκκρίνεσθαι καὶ μὴ γίνεσθαι, οἷον ὑπὸ χεῖρα ποιούσης <lb/>ἀεὶ τῆς συγκρίσεως ἕκαστον
							αὐτῶν. Ὡσαύτως γὰρ <lb/>ἐκεῖνά τε συγκρίσεις καὶ ταῦτα διακρίσεις ὑποληπτέον εἶναι,
							<lb/>ὥστ’ εἰ θάτερα τούτων μὴ γίγνεται ἀλλ’ ἔστι, περὶ ἀμφοτέρων <lb/>ὁ αὐτὸς ἁρμόσει
							λόγος. Τήν τε ἐναπόληψιν τί ἂν <lb/>ἀλλοιότερον λέγοι τις ἢ καθάπερ ἐν τοῖς
							πυκνοτέροις; Καὶ <lb/>γὰρ τὸ ὕδωρ ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ πυρὸς γίνεται θερμόν·
							<lb/>ἀλλ’ ὅμως ὅταν πάλιν συνίῃ καὶ ψύχηται τὸ ὕδωρ πηγνύμενον, <lb/>οὐδεμίαν
							συμβαίνει γίνεσθαι τοιαύτην ἔκπτωσιν οἵαν <lb/>ἐκεῖνοι λέγουσιν. Καίτοι γ’ ἐχρῆν κατὰ
							λόγον τοῦ μεγέθους <lb/>τὴν ζέσιν ποιεῖν τὸ ἐγγινόμενον πνεῦμα ὑπὸ τοῦ πυρός, <lb/>ἣν
							οὔτε δυνατὸν ἐνυπάρχειν πρότερον, οὔτ’ ἐκεῖνοι τὸν <lb/>ψόφον ζέσιν ποιοῦσιν ἀλλὰ
							σίξιν· ἔστι δὲ καὶ ἡ σίξις μικρὰ <pb n="79"/> ζέσις· ᾗ γὰρ τὸ προσπῖπτον κρατεῖ
							σβεννύμενον, ταύτῃ ζέον <lb/>ποιεῖ τὸν ψόφον. Εἰσὶ δέ τινες οἳ τὴν ἀστραπήν, ὥσπερ
							<lb/>καὶ Κλείδημος, οὐκ εἶναί φασιν ἀλλὰ φαίνεσθαι, παρεικάζοντες <lb/>ὡς τὸ πάθος
							ὅμοιον ὂν καὶ ὅταν τὴν θάλαττάν τις <lb/>ῥάβδῳ τύπτῃ· φαίνεται γὰρ τὸ ὕδωρ ἀποστίλβον
							τῆς νυκτός· <lb/>οὕτως ἐν τῇ νεφέλῃ ῥαπιζομένου τοῦ ὑγροῦ τὴν φαντασίαν <lb/>τῆς
							λαμπρότητος εἶναι τὴν ἀστραπήν. Οὗτοι μὲν <lb/>οὖν οὔπω συνήθεις ἦσαν ταῖς περὶ τῆς
							ἀνακλάσεως δόξαις, <lb/>ὅπερ αἴτιον δοκεῖ τοῦ τοιούτου πάθους εἶναι· φαίνεται γὰρ
							<lb/>τὸ ὕδωρ στίλβειν τυπτόμενον ἀνακλωμένης ὑπ’ αὐτοῦ τῆς <lb/>ὄψεως πρός τι τῶν
							λαμπρῶν. Διὸ καὶ γίνεται τοῦτο μᾶλλον <lb/>νύκτωρ· τῆς γὰρ ἡμέρας οὐ φαίνεται διὰ τὸ
							πλέον ὂν τὸ <lb/>φέγγος τὸ τῆς ἡμέρας ἀφανίζειν. Τὰ μὲν οὖν λεγόμενα <lb/>περὶ βροντῆς
							καὶ ἀστραπῆς παρὰ τῶν ἄλλων ταῦτ’ ἐστί, <lb/>τῶν μὲν ὅτι ἀνάκλασις ἡ ἀστραπή, τῶν δ’
							ὅτι πυρὸς μὲν ἡ <lb/>ἀστραπὴ διάλαμψις, ἡ δὲ βροντὴ σβέσις, οὐκ ἐγγινομένου <lb/>παρ’
							ἕκαστον πάθος τοῦ πυρὸς ἀλλ’ ἐνυπάρχοντος. Ἡμεῖς <lb/>δέ φαμεν τὴν αὐτὴν εἶναι φύσιν
							ἐπὶ μὲν τῆς γῆς ἄνεμον, ἐν <lb/>δὲ τῇ γῇ σεισμόν, ἐν δὲ τοῖς νέφεσι βροντήν· πάντα γὰρ
							εἶναι <lb/>ταῦτα τὴν οὐσίαν ταὐτόν, ἀναθυμίασιν ξηράν, ἣ ῥέουσα <lb/>μέν πως ἄνεμός
							ἐστιν, ὡδὶ δὲ ποιεῖ τοὺς σεισμούς, ἐν δὲ τοῖς <lb/>νέφεσι μεταβάλλουσα ἐκκρινομένη,
							συνιόντων καὶ συγκρινομένων <lb/>αὐτῶν εἰς ὕδωρ, βροντάς τε καὶ ἀστραπὰς καὶ πρὸς
							<lb/>τούτοις τἆλλα τὰ τῆς αὐτῆς φύσεως τούτοις ὄντα. Καὶ <lb/>περὶ μὲν βροντῆς εἴρηται
							καὶ ἀστραπῆς. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="3">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Γ.</head>
						<p>Περὶ δὲ τῶν ὑπολοίπων εἴπωμεν ἔργων τῆς ἐκκρίσεως ταύτης, <pb n="80"/> τὸν ὑφηγημένον
							ἤδη τρόπον λέγοντες. Τὸ γὰρ πνεῦμα <lb/>τοῦτο ἐκκρινόμενον κατὰ μικρὰ μὲν καὶ σποράδην
							διαχεόμενον <lb/>καὶ πολλάκις γιγνόμενον καὶ διαπνέον καὶ λεπτομερέστερον <lb/>ὂν
							βροντὰς ποιεῖ καὶ ἀστραπάς· ἂν δ’ ἀθρόον καὶ <lb/>πυκνότερον, ἧττον δ’ ἐκκριθῇ λεπτόν,
							ἐκνεφίας ἄνεμος γίνεται. <lb/>Διὸ καὶ βίαιος· τὸ γὰρ τάχος τῆς ἐκκρίσεως ποιεῖ
							<lb/>τὴν ἰσχύν. Ὅταν μὲν οὗν συνακολουθήσῃ πολλὴ καὶ συνεχὴς <lb/>ἔκκρισις, τὸν αὐτὸν
							γίνεται τρόπον ὥσπερ ὅταν πάλιν <lb/>εἰς τοὐναντίον ὁρμήσῃ· τότε γὰρ ὑετὸς καὶ ὕδατος
							γίνεται <lb/>πλῆθος. Ὑπάρχει μὲν οὖν ἄμφω δυνάμει ταῦτα κατὰ τὴν <lb/>ὕλην· ὅταν δ’
							ἀρχὴ γένηται τῆς δυνάμεως ὁποτερασοῦν, ἀκολουθεῖ <lb/>συνεκκρινόμενον ἐκ τῆς ὕλης,
							ὁποτέρου ἂν πλῆθος <lb/>ἐνυπάρχῃ πλεῖον, καὶ γίνεται τὸ μὲν ὄμβρος, τὸ δὲ τῆς
							<lb/>ἑτέρας ἀναθυμιάσεως ἐκνεφίας. Ὅταν δὲ τὸ ἐκκρινόμενον <lb/>πνεῦμα τὸ ἐν τῷ νέφει
							ἑτέρῳ ἀντιτυπήσῃ οὕτως, ὥσπερ ὅταν <lb/>ἐξ εὐρέος εἰς στενὸν βιάζηται ὁ ἄνεμος ἐν
							πύλαις ἢ ὁδοῖς· <lb/>συμβαίνει γὰρ πολλάκις ἐν τοῖς τοιούτοις ἀπωσθέντος τοῦ
							<lb/>πρώτου μορίου τοῦ ῥέοντος σώματος διὰ τὸ μὴ ὑπείκειν, ἢ διὰ <lb/>στενότητα ἢ διὰ
							τὸ ἀντιπνεῖν, κύκλον καὶ δίνην γίνεσθαι <lb/>τοῦ πνεύματος· τὸ μὲν γὰρ εἰς τὸ πρόσθεν
							κωλύει προϊέναι, <lb/>τὸ δ’ ὄπισθεν ἐπωθεῖ, ὥστ’ ἀναγκάζεται εἰς τὸ πλάγιον, ᾗ <lb/>οὐ
							κωλύεται, φέρεσθαι, καὶ οὕτως ἀεὶ τὸ ἐχόμενον, ἕως ἂν ἓν <lb/>γένηται, τοῦτο δ’ ἐστὶ
							κύκλος· οὗ γὰρ μία φορὰ σχήματος, <lb/>τοῦτο καὶ αὐτὸ ἀνάγκη κύκλον εἶναι. Ἐπί τε τῆς
							γῆς <lb/>οὖν διὰ ταῦτα γίγνονται οἱ δῖνοι, καὶ ἐν τοῖς νέφεσιν ὁμοίως <lb/>κατὰ τὴν
							ἀρχήν, πλὴν ὅτι, ὥσπερ ὅταν ἐκνεφίας γίγνηται, <lb/>ἀεὶ τὸ νέφος ἐκκρίνεται καὶ
							γίνεται συνεχὴς ἄνεμος, <pb n="81"/> οὕτως ἐνταῦθα ἀεὶ τὸ συνεχὲς ἀκολουθεῖ τοῦ
							νέφους. Διὰ <lb/>δὲ πυκνότητα οὐ δυνάμενον ἐκκριθῆναι τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ νέφους
							<lb/>στρέφεται μὲν κύκλῳ τὸ πρῶτον διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν, <lb/>φέρεται δὲ κάτω διὰ
							τὸ ἀεὶ τὰ νέφη πυκνοῦσθαι, ᾖ <lb/>ἐκπίπτει τὸ θερμόν. Καλεῖται δ’, ἂν ἀχρωμάτιστον ᾖ,
							τοῦτο <lb/>τὸ πάθος τυφών, ἄνεμος ὤν, οἷον ἐκνεφίας ἄπεπτος. Βορείοις <lb/>δ’ οὐ
							γίγνεται τυφών, οὐδὲ νιφετῶν ὄντων ἐκνεφίας, <lb/>διὰ τὸ πάντα ταῦτ’ εἶναι πνεύματα,
							τὸ δὲ πνεῦμα ξηρὰν <lb/>εἶναι καὶ θερμὴν ἀναθυμίασιν. Ὁ οὖν πάγος καὶ τὸ ψῦχος
							<lb/>διὰ τὸ κρατεῖν σβέννυσιν εὐθὺς γιγνομένην ἔτι τὴν ἀρχήν. <lb/>Ὅτι δὲ κρατεῖ,
							δῆλον· οὐ γὰρ αν ἦν νιφετός, οὐδὲ βόρεια <lb/>τὰ ὑγρά· ταῦτα γὰρ συμβαίνει κρατούσης
							εἶναι τῆς ψυχρότητος. <lb/>Γίγνεται μὲν οὖν τυφών, ὅταν ἐκνεφίας γιγνόμενος <lb/>μὴ
							δύνηται ἐκκριθῆναι τοῦ νέφους. Ἔστι δὲ διὰ τὴν <lb/>ἀντίκρουσιν τῆς δίνης, ὅταν ἐπὶ
							γῆς φέρηται ἡ ἕλιξ συγκατάγουσα <lb/>τὸ νέφος, οὐ δυναμένη ἀπολυθῆναι. Ἧι δὲ κατ’
							<lb/>εὐθυωρίαν ἐκπνεῖ, ταύτῃ τῷ πνεύματι κινεῖ, καὶ τῇ κύκλῳ <lb/>κινήσει στρέφει καὶ
							ἀναφέρει ᾧ ἂν προσπέσῃ βιαζόμενον. <lb/>Ὅταν δὲ κατασπώμενον ἐκπυρωθῇ (τοῦτο δ’ ἐστίν,
							ἂν λεπτότερον <lb/>τὸ πνεῦμα γένηται), καλεῖται πρηστήρ· συνεκπίμπρησι <lb/>γὰρ τὸν
							ἀέρα τῇ πυρώσει χρωματίζων. Ἐὰν δ’ <lb/>ἐν αὐτῷ τῷ νέφει πολὺ καὶ λεπτὸν ἐκθλιβῇ
							πνεῦμα, τοῦτο <lb/>γίνεται κεραυνός, ἐὰν μὲν πάνυ λεπτόν, οὐκ ἐπικάων διὰ
							<lb/>λεπτότητα, ὃν οἱ ποιηταὶ ἀργῆτα καλοῦσιν, ἐὰν δ’ ἧττον, <lb/>ἐπικάων, ὃν ψολόεντα
							καλοῦσιν· ὁ μὲν γὰρ διὰ τὴν λεπτότητα <lb/>φέρεται, διὰ δὲ τὸ τάχος φθάνει διεξιὼν
							πρὶν ἐκπυρῶσαι <lb/>καὶ ἐπιδιατρίψας μελᾶναι· ὁ δὲ βραδύτερος <pb n="82"/> ἔχρωσε μέν,
							ἔκαυσε δ’ οὔ, ἀλλ’ ἔφθασε διιών. Διὸ καὶ τὰ <lb/>μὲν ἀντιτυπήσαντα πάσχει τι, τὰ δὲ μὴ
							οὐθέν, οἷον ἀσπίδος <lb/>ἤδη τὸ μὲν χάλκωμα ἐτάκη, τὸ δὲ ξύλον οὐθὲν ἔπαθεν· διὰ
							<lb/>γὰρ μανότητα ἔφθασε τὸ πνεῦμα διηθηθὲν καὶ διελθόν· καὶ <lb/>δι’ ἱματίων ὁμοίως
							οὐ κατέκαυσεν, ἀλλ’ οἷον τρύχος ἐποίησεν· <lb/>ὥστε ὅτι γε πνεύματα ταῦτα πάντα, δῆλον
							καὶ ἐκ <lb/>τῶν τοιούτων. Ἔστι δ’ ἐνίοτε καὶ τοῖς ὄμμασι θεωρεῖν, <lb/>οἷον καὶ νῦν
							συνέβαινε περὶ τὸν ἐν Ἐφέσῳ ναὸν καόμενον· <lb/>πολλαχῇ γὰρ ἡ φλὸξ ἐφέρετο συνεχής,
							ἀποσπωμένη χωρίς. <lb/>Ὅτι μὲν γὰρ ὅ τε καπνὸς πνεῦμα καὶ κάεται ὁ καπνός,
							<lb/>φανερόν, καὶ εἴρηται ἐν ἑτέροις πρότερον· ὅταν δ’ <lb/>ἀθρόον χωρῇ, τότε φανερῶς
							δοκεῖ πνεῦμα εἶναι. Ὅπερ οὖν <lb/>ἐν ταῖς μικραῖς πυρκαϊαῖς φαίνεται, τοῦτο καὶ τότε
							πολλῆς <lb/>ὕλης καομένης ἐγίγνετο πολλῷ ἰσχυρότερον. Ῥηγνυμένων <lb/>οὖν τῶν ξύλων,
							ὅθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ πνεύματος ἦν, πολὺ ἐχώρει <lb/>ἀθρόον, ᾖ ἐξέπνει, καὶ ἐφέρετο ἄνω
							πεπυρωμένον, ὥστ’ <lb/>ἐφαίνετο ἡ φλὸξ φέρεσθαι καὶ εἰσπίπτειν εἰς τὰς οἰκίας.
							<lb/>Ἀεὶ γὰρ οἴεσθαι δεῖ συνακολουθεῖν τοῖς κεραυνοῖς πνεῦμα <lb/>καὶ προϊέναι· ἀλλ’
							οὐχ ὁρᾶται διὰ τὸ ἀχρωμάτιστον εἶναι. <lb/>Διὸ καὶ ᾗ μέλλει πατάξειν, κινεῖται πρὶν
							πληγῆναι, ἅτε πρότερον <lb/>προσπίπτουσης τῆς ἀρχῆς τοῦ πνεύματος. Καὶ αἱ <lb/>βρονταὶ
							δὲ καὶ ἀστραπαὶ διιστᾶσιν οὐ τῷ ψόφῳ, ἀλλ’ ὅτι <lb/>ἅμα συνεκκρίνεται τὸ τὴν πληγὴν
							ποιῆσαν καὶ τὸν ψόφον <lb/>πνεῦμα· ὃ ἐὰν πατάξῃ, διέστησεν, ἐπέκαυσε δ’ οὔ. Περὶ
							<lb/>μὲν οὖν βροντῆς καὶ ἀστραπῆς καὶ ἐκνεφίου, ἔτι δὲ πρηστήρων <lb/>τε καὶ τυφώνων
							καὶ κεραυνῶν, εἴρηται, καὶ ὅτι ταὐτὸ <lb/>πάντα, καὶ τίς ἡ διαφορὰ αὐτῶν. </p>
					</div>
					<pb n="83"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Περὶ δὲ ἅλω καὶ ἴριδος, τί θ’ ἑκάτερον καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν <lb/>γίγνεται, λέγωμεν,
							καὶ περὶ παρηλίων καὶ ῥάβδων· καὶ γὰρ <lb/>ταῦτα γίγνεται πάντα διὰ τὰς αὐτὰς αἰτίας
							ἀλλήλοις. <lb/>Πρῶτον δὲ δεῖ λαβεῖν τὰ πάθη καὶ τὰ συμβαίνοντα περὶ <lb/>ἕκαστον
							αὐτῶν. Τῆς μὲν οὖν ἅλω φαίνεται πολλάκις κύκλος <lb/>ὅλος, καὶ γίγνεται περὶ ἥλιον καὶ
							σελήνην καὶ περὶ τὰ <lb/>λαμπρὰ τῶν ἄστρων, ἔτι δ’ οὐθὲν ἧττον νυκτὸς ἢ ἡμέρας καὶ
							<lb/>περὶ μεσημβρίαν ἢ δείλην· ἕωθεν δ’ ἐλαττονάκις καὶ περὶ <lb/>δύσιν. Τῆς δ’ ἴριδος
							οὐδέποτε γίνεται κύκλος οὐδὲ μεῖζον <lb/>ἡμικυκλίου τμῆμα· καὶ δύνοντος μὲν καὶ
							ἀνατέλλοντος ἐλαχίστου <lb/>μὲν κύκλου, μεγίστη δ’ ἡ ἁψίς, αἰρομένου δὲ μᾶλλον
							<lb/>κύκλου μὲν μείζονος, ἐλάττων δ’ ἡ ἁψίς· καὶ μετὰ <lb/>μὲν τὴν ὀπωρινὴν ἰσημερίαν,
							ἐν ταῖς βραχυτέραις ἡμέραις, <lb/>πᾶσαν ὥραν γίγνεται τῆς ἡμέρας, ἐν δὲ ταῖς θεριναῖς
							<lb/>οὐ γίγνεται περὶ μεσημβρίαν. Οὐδὲ δυοῖν πλείους ἴριδες <lb/>γίνονται ἅμα. Τούτων
							δὲ τρίχρως μὲν ἑκατέρα, καὶ τὰ <lb/>χρώματα ταὐτὰ καὶ ἴσα τὸν ἀριθμὸν ἔχουσιν
							ἀλλήλαις, ἀμυδρότερα <lb/>δ’ ἐν τῇ ἐκτὸς καὶ ἐξ ἐναντίας κείμενα κατὰ τὴν <lb/>θέσιν.
							Ἡ μὲν γὰρ ἐντὸς τὴν πρώτην ἔχει περιφέρειαν τὴν <lb/>μεγίστην φοινικίαν, ἡ δ’ ἔξωθεν
							τὴν ἐλαχίστην μὲν ἐγγύτατα <lb/>δὲ πρὸς ταύτην, καὶ τὰς ἄλλας ἀνάλογον. Ἔστι δὲ
							<lb/>τὰ χρώματα ταῦτα ἅπερ μόνα σχεδὸν οὐ δύνανται ποιεῖν οἱ <lb/>γραφῆς· ἔνια γὰρ
							αὐτοὶ κεραννύουσι, τὸ δὲ φοινικοῦν καὶ <lb/>πράσινον καὶ ἁλουργὸν οὐ γίγνεται
							κεραννύμενον· ἡ δὲ <lb/>ἶρις ταῦτ’ ἔχει τὰ χρώματα. Τὸ δὲ μεταξὺ τοῦ φοινικοῦ <lb/>καὶ
							πρασίνου φαίνεται πολλάκις ξανθόν. Παρήλιοι δὲ καὶ <lb/>ῥᾶβδοι γίνονται ἐκ πλαγίας ἀεὶ
							καὶ οὔτ’ ἄνωθεν οὔτε πρὸς <lb/>τῇ γῇ οὔτ’ ἐξ ἐναντίας, οὐδὲ δὴ νύκτωρ, ἀλλ’ ἀεὶ περὶ
							τὸν <pb n="84"/> ἥλιον, ἔτι δ’ αἰρομένου ἢ καταφερομένου· τὰ πλεῖστα δὲ <lb/>πρὸς
							δυσμάς· μεσουρανοῦντος δὲ σπάνιόν τι γέγονεν, οἷον ἐν <lb/>Βοσπόρῳ ποτὲ συνέπεσεν· δι’
							ὅλης γὰρ τῆς ἡμέρας συνανασχόντες <lb/>δύο παρήλιοι διετέλεσαν μέχρι δυσμῶν. Τὰ μὲν
							οὖν <lb/>περὶ ἕκαστον αὐτῶν συμβαίνοντα ταῦτ’ ἐστίν, τὸ δ’ αἴτιον <lb/>τούτων ἁπάντων
							ταὐτό· πάντα γὰρ ἀνάκλασις ταῦτ’ ἐστίν. <lb/>Διαφέρουσι δὲ τοῖς τρόποις καὶ ἀφ’ ὧν,
							καὶ ὡς συμβαίνει τὴν <lb/>ἀνάκλασιν γίγνεσθαι πρὸς τὸν ἥλιον ἢ πρὸς ἄλλο τι τῶν
							<lb/>λαμπρῶν. Καὶ μεθ’ ἡμέραν μὲν ἶρις γίγνεται, νύκτωρ δ’ <lb/>ἀπὸ σελήνης, ὡς μὲν οἱ
							ἀρχαῖοι ᾤοντο, οὐκ ἐγίγνετο· τοῦτο <lb/>δ’ ἔπαθον διὰ τὸ σπάνιον· ἐλάνθανε γὰρ αὐτούς·
							γίνεται <lb/>μὲν γάρ, ὀλιγάκις δὲ γίγνεται. Τὸ δ’ αἴτιον ὅτι τ’ ἐν τῷ <lb/>σκότει
							λανθάνει τὰ χρώματα, καὶ ἄλλα πολλὰ δεῖ συμπεσεῖν, <lb/>καὶ ταῦτα πάντα ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ
							τοῦ μηνός· ἐν τῇ πανσελήνῳ <lb/>γὰρ γενέσθαι ἀνάγκη τὸ μέλλον ἔσεσθαι, καὶ τότε
							<lb/>ἀνατελλούσης ἢ δυνούσης. Διόπερ ἐν ἔτεσιν ὑπὲρ τὰ πεντήκοντα <lb/>δὶς ἐνετύχομεν
							μόνον. Ὅτι μὲν οὖν ἡ ὄψις ἀνακλᾶται, <lb/>ὥσπερ καὶ ἀφ’ ὕδατος, οὕτω καὶ ἀπὸ ἀέρος καὶ
							<lb/>πάντων τῶν ἐχόντων τὴν ἐπιφάνειαν λείαν, ἐκ τῶν περὶ τὴν <lb/>ὄψιν δεικνυμένων
							δεῖ λαμβάνειν τὴν πίστιν, καὶ διότι τῶν <lb/>ἐνόπτρων ἐν ἐνίοις μὲν καὶ τὰ σχήματα
							ἐμφαίνεται, ἐν <lb/>ἐνίοις δὲ τὰ χρώματα μόνον. Τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ὅσα μικρὰ <lb/>τῶν
							ἐνόπτρων, καὶ μηδεμίαν αἰσθητὴν ἔχει διαίρεσιν· ἐν γὰρ <lb/>τούτοις τὸ μὲν σχῆμα
							ἀδύνατον ἐμφαίνεσθαι (δόξει γὰρ εἶναι <lb/>διαιρετόν· πᾶν γὰρ σχῆμα ἅμα δοκεῖ σχῆμά τε
							εἶναι <lb/>καὶ διαίρεσιν ἔχειν), ἐπεὶ δ’ ἐμφαίνεσθαί τι ἀναγκαῖον, <lb/>τοῦτο δ’
							ἀδύνατον, λείπεται τὸ χρῶμα μόνον ἐμφαίνεσθαι. <lb/>Τὸ δὲ χρῶμα ὁτὲ μὲν λαμπρὸν
							φαίνεται τῶν λαμπρῶν, ὁτὲ <pb n="85"/> δέ, ἢ τῷ μίγνυσθαι τῷ τοῦ ἐνόπτρου ἢ διὰ τὴν
							ἀσθένειαν <lb/>τῆς ὄψεως, ἄλλου χρώματος ἐμποιεῖ φαντασίαν. Ἔστω <lb/>δὲ περὶ τούτων
							ἡμῖν τεθεωρημένον ἐν τοῖς περὶ τὰς αἰσθήσεις <lb/>δεικνυμένοις· διὸ τὰ μὲν λέγωμεν,
							τοῖς δ’ ὡς ὑπάρχουσι <lb/>χρησώμεθα αὐτῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Πρῶτον δὲ περὶ τῆς ἅλω τοῦ σχήματος εἴπωμεν, διότι <lb/>τε κύκλος γίνεται, καὶ διότι
							περὶ τὸν ἥλιον ἢ τὴν σελήνην, <lb/>ὁμοίως δὲ καὶ περί τι τῶν ἄλλων ἄστρων· ὁ γὰρ αὐτὸς
							<lb/>ἐπὶ πάντων ἁρμόσει λόγος. Γίγνεται μὲν οὖν ἡ ἀνάκλασις <lb/>τῆς ὄψεως
							συνισταμένου τοῦ ἀέρος καὶ τῆς ἀτμίδος εἰς νέφος, <lb/>ἐὰν ὁμαλὴς καὶ μικρομερὴς
							συνισταμένη τύχῃ. Διὸ καὶ <lb/>σημεῖον ἡ μὲν σύστασις ὕδατός ἐστιν, αἱ μέντοι
							διασπάσεις <lb/>ἢ μαράνσεις, αὗται μὲν εὐδιῶν, αἱ δὲ διασπάσεις πνεύματος. <lb/>Ἐὰν
							μὲν γὰρ μήτε καταμαρανθῇ μήτε διασπασθῇ, ἀλλ’ <lb/>ἐαθῇ τὴν φύσιν ἀπολαμβάνειν τὴν
							αὑτῆς, ὕδατος εἰκότως <lb/>σημεῖόν ἐστιν· δηλοῖ γὰρ ἤδη γίγνεσθαι τοιαύτην τὴν
							<lb/>σύστασιν, ἐξ ἧς τὸ συνεχὲς λαμβανούσης τῆς πυκνώσεως <lb/>ἀναγκαῖον εἰς ὕδωρ
							ἐλθεῖν. Διὸ καὶ μέλαιναι γίνονται τὴν <lb/>χρόαν αὗται μάλιστα τῶν ἄλλων. Ὅταν δὲ
							διασπασθῇ, <lb/>πνεύματος σημεῖον· ἡ γὰρ διαίρεσις ὑπὸ πνεύματος γέγονεν <lb/>ἤδη μὲν
							ὄντος, οὔπω δὲ παρόντος. Σημεῖον δὲ τούτου διότι <lb/>ἐντεῦθεν γίγνεται ὁ ἄνεμος, ὅθεν
							ἂν ἡ κυρία γίγνηται διάσπασις. <lb/>Ἀπομαραινομένη δὲ εὐδίας· εἰ γὰρ μὴ ἔχει πως
							<lb/>οὕτως ὁ ἀὴρ ὥστε κρατεῖν τοῦ ἐναπολαμβανομένου θερμοῦ <lb/>μηδ’ ἔρχεσθαι εἰς
							πύκνωσιν ὑδατώδη, δῆλον ὡς οὔπω ἡ <lb/>ἀτμὶς ἀποκέκριται τῆς ἀναθυμιάσεως τῆς ξηρᾶς
							καὶ πυρώδους· <lb/>τοῦτο δ’ εὐδίας αἴτιον. Πῶς μὲν οὖν ἔχοντος τοῦ ἀέρος <lb/>γίγνεται
							ἡ ἀνάκλασις, εἴρηται. Ἀνακλᾶται δ’ ἀπὸ τῆς <pb n="86"/> συνισταμένης ἀχλύος περὶ τὸν
							ἥλιον ἢ τὴν σελήνην ἡ ὄψις· <lb/>διὸ οὐκ ἐξ ἐναντίας ὥσπερ ἡ ἶρις φαίνεται. Πάντοθεν
							δ’ <lb/>ὁμοίως ἀνακλωμένης κύκλον ἀναγκαῖον εἶναι ἢ κύκλου μέρος· <lb/>ἀπὸ γὰρ τοῦ
							αὐτοῦ σημείου πρὸς τὸ αὐτὸ σημεῖον αἱ ἴσαι <lb/>κλασθήσονται ἐπὶ κύκλου γραμμῆς ἀεί.
							Ἔστω γὰρ ἀπὸ <lb/>τοῦ σημείου ἐφ’ ᾧ τὸ Α πρὸς τὸ Β κεκλασμένη ἥ τε τὸ <lb/>Α Γ Β καὶ ἡ
							τὸ Α Ζ Β καὶ ἡ τὸ Α Δ Β· ἴσαι δ’ αὗταί τε <lb/>αἱ Α Γ Α Ζ Α Δ ἀλλήλαις, καὶ αἱ πρὸς τὸ
							Β ἀλλήλαις, <lb/>οἷον αἱ Γ Β Ζ Β Δ Β· καὶ ἐπεζεύχθω ἡ Α Ε Β, ὥστε <lb/>τὰ τρίγωνα ἴσα·
							καὶ γὰρ ἐπ’ ἴσης τῆς Α Ε Β ἤχθωσαν δὴ <lb/>κάθετοι ἐπὶ τὴν Α Ε Β ἐκ τῶν γωνιῶν, ἀπὸ
							μὲν τῆς Γ ἡ τὸ <lb/>ΓΕ, ἀπὸ δὲ τῆς Ζ ἡ τὸ ΖΕ, ἀπὸ δὲ τῆς Δ ἡ τὸ ΔΕ. <lb/>Ἴσαι δὴ
							αὗται· ἐν ἴσοις γὰρ τριγώνοις καὶ ἐν ἑνὶ ἐπιπέδῳ <lb/>πᾶσαι· πρὸς ὀρθὰς γὰρ πᾶσαι τῇ Α
							Ε Β, καὶ ἐφ’ ἓν σημεῖον <lb/>τὸ Ε συνάπτουσιν. Κύκλος ἄρα ἔσται ἡ γραφομένη,
							<lb/>κέντρον δὲ τὸ Ε. Ἔστω δὴ τὸ μὲν Β ὁ ἥλιος, τὸ δὲ <lb/>Α ἡ ὄψις, ἡ δὲ περὶ τὸ Γ Ζ
							Α περιφέρεια τὸ νέφος ἀφ’ οὗ <lb/>ἀνακλᾶται ἡ ὄψις πρὸς τὸν ἥλιον. Δεῖ δὲ νοεῖν συνεχῆ
							<lb/>τὰ ἔνοπτρα· ἀλλὰ διὰ μικρότητα ἕκαστον μὲν ἀόρατον, τὸ <lb/>δ’ ἐξ ἁπάντων ἓν
							εἶναι δοκεῖ διὰ τὸ ἐφεξῆς. Φαίνεται δὲ <lb/>τὸ μὲν λευκόν, ὁ ἥλιος, κύκλῳ συνεχῶς ἐν
							ἑκάστῳ φαινόμενος <lb/>τῶν ἐνόπτρων, καὶ μηδεμίαν ἔχων αἰσθητὴν διαίρεσιν, πρὸς
							<lb/>δὲ τῇ γῇ μᾶλλον διὰ τὸ νηνεμώτερον εἶναι· πνεύματος γὰρ <lb/>ὄντος οὐκ εἶναι
							στάσιν φανερόν. Παρὰ δὲ τοῦτο μέλαινα <lb/>ἡ ἐχομένη περιφέρεια, διὰ τὴν ἐκείνης
							λευκότητα δοκοῦσα <lb/>εἶναι μελαντέρα. Πλεονάκις δὲ γίγνονται αἱ ἅλῳ περὶ <lb/>τὴν
							σελήνην διὰ τὸ τὸν ἥλιον θερμότερον ὄντα θᾶττον διαλύειν <lb/>τὰς συστάσεις τοῦ ἀέρος.
							Περὶ δὲ τοὺς ἀστέρας γίνονται <pb n="87"/> μὲν διὰ τὰς αὐτὰς αἰτίας, οὐ σημειώδεις δ’
							ὁμοίως, ὅτι <lb/>μικρὰς πάμπαν ἐπιδηλοῦσι τὰς συστάσεις καὶ οὔπω <lb/>γονίμους. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Ἡ δ’ ἶρις ὅτι μέν ἐστιν ἀνάκλασις, εἴρηται πρότερον· <lb/>ποία δέ τις ἀνάκλασις, καὶ
							πῶς καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν ἕκαστα <lb/>γίγνεται τῶν συμβαινόντων περὶ ταύτην, λέγωμεν
							νῦν. <lb/>Ἀνακλωμένη μὲν οὖν ἡ ὄψις ἀπὸ πάντων φαίνεται τῶν <lb/>λείων, τούτων δ’ ἐστὶ
							καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ. Γίγνεται δ’ ἀπὸ <lb/>μὲν ἀέρος, ὅταν τύχῃ συνιστάμενος. Διὰ δὲ τὴν
							τῆς ὄψεως <lb/>ἀσθένειαν πολλάκις καὶ ἄνευ συστάσεως ποιεῖ ἀνάκλασιν, <lb/>οἷόν ποτε
							συνέβαινέ τινι πάθος ἠρέμα καὶ οὐκ ὀξὺ βλέποντι· <lb/>ἀεὶ γὰρ εἴδωλον ἐδόκει
							προηγεῖσθαι βαδίζοντι αὐτῷ, <lb/>ἐξ ἐναντίας βλέπον πρὸς αὐτόν. Τοῦτο δ’ ἔπασχε διὰ τὸ
							<lb/>τὴν ὄψιν ἀνακλᾶσθαι πρὸς αὐτόν· οὕτω γὰρ ἀσθενὴς ἦν καὶ <lb/>λεπτὴ πάμπαν ὑπὸ τῆς
							ἀρρωστίας, ὥστ’ ἔνοπτρον ἐγίνετο <lb/>καὶ ὁ πλησίον ἀήρ, καὶ οὐκ ἐδύνατο ἀπωθεῖν ὡς ὁ
							πόρρω <lb/>καὶ πυκνός. Διόπερ αἵ τ’ ἄκραι ἀνεσπασμέναι φαίνονται ἐν <lb/>τῇ θαλάττῃ,
							καὶ μείζω τὰ μεγέθη πάντων, ὅταν εὖροι <lb/>πνέωσι, καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀχλύσιν, οἷον καὶ
							ἥλιος καὶ ἄστρα <lb/>ἀνίσχοντα καὶ δύνοντα μᾶλλον ἢ μεσουρανοῦντα. Ἀπὸ δ’ <lb/>ὕδατος
							μάλιστα ἀνακλᾶται, καὶ ἀπὸ ἀρχομένου γίνεσθαι <lb/>μᾶλλον ἔτι ἢ ἀπ’ ἀέρος· ἕκαστον γὰρ
							τῶν μορίων ἐξ ὧν γίνεται <lb/>συνισταμένων ἡ ψακὰς ἔνοπτρον ἀναγκαῖον εἶναι
							<lb/>μᾶλλον τῆς ἀχλύος. Ἐπεὶ δὲ καὶ δῆλον καὶ εἴρηται πρότερον <lb/>ὅτι ἐν τοῖς
							τοιούτοις ἐνόπτροις τὸ χρῶμα μόνον ἐμφαίνεται, <lb/>τὸ δὲ σχῆμα ἄδηλον, ἀναγκαῖον,
							ὅταν ἄρχηται <lb/>ὕειν καὶ ἤδη μὲν συνιστῆται εἰς ψακάδας ὁ ἐν τοῖς νέφεσιν <lb/>ἀήρ,
							μήπω δ’ ὕῃ, ἐὰν ἐξ ἐναντίας ᾖ ὁ ἥλιος ἢ ἄλλο τι οὕτω <lb/>λαμπρὸν ὥστε γίγνεσθαι
							ἔνοπτρον τὸ νέφος, καὶ τὴν ἀνάκλασιν <pb n="88"/> γίνεσθαι πρὸς τὸ λαμπρὸν ἐξ
							ἐναντίας, γίγνεσθαί <lb/>τε ἔμφασιν χρώματος, οὐ σχήματος. Ἑκάστου δ’ ὄντος <lb/>τῶν
							ἐνόπτρων μικροῦ καὶ ἀοράτου, τῆς δ’ ἐξ ἁπάντων αὐτῶν <lb/>συνεχείας τοῦ μεγέθους
							ὁρωμένης, ἀνάγκη συνεχὲς μέγεθος <lb/>τοῦ αὐτοῦ φαίνεσθαι χρώματος· ἕκαστον γὰρ τῶν
							<lb/>ἐνόπτρων τὸ αὐτὸ ἀποδίδωσι χρῶμα τῷ συνεχεῖ. Ὥστ’ <lb/>ἐπεὶ ταῦτ’ ἐνδέχεται
							συμβαίνειν, ὅταν τοῦτον ἔχῃ τὸν <lb/>τρόπον ὅ τε ἥλιος καὶ τὸ νέφος καὶ ἡμεῖς ὧμεν
							μεταξὺ αὐτῶν, <lb/>ἔσται διὰ τὴν ἀνάκλασιν ἔμφασίς τις. Ἀλλὰ μὴν καὶ <lb/>φαίνεται
							τότε καὶ οὐκ ἄλλως ἐχόντων γιγνομένη ἡ ἶρις. <lb/>Ὅτι μὲν οὖν ἀνάκλασις ἡ ἶρις τῆς
							ὄψεως πρὸς τὸν ἥλιόν <lb/>ἐστι, φανερόν· διὸ καὶ ἐξ ἐναντίας ἀεὶ γίνεται, ἡ δ’ ἅλως
							<lb/>περὶ αὐτόν· καίτοι ἄμφω ἀνακλάσεις· ἀλλ’ ἥ γε τῶν χρωμάτων <lb/>ποικιλία
							διαφέρει· ἡ μὲν γὰρ ἀφ’ ὕδατος καὶ μέλανος <lb/>γίνεται ἀνάκλασις καὶ πόρρωθεν, ἡ δ’
							ἐγγύθεν καὶ ἀπ’ ἀέρος <lb/>λευκοτέρου τὴν φύσιν. Φαίνεται δὲ τὸ λαμπρὸν διὰ τοῦ
							<lb/>μέλανος ἢ ἐν τῷ μέλανι (διαφέρει γὰρ οὐθέν) φοινικοῦν. <lb/>Ὁρᾶν δ’ ἔξεστι τό γε
							τῶν χλωρῶν ξύλων πῦρ, ὡς ἐρυθρὰν <lb/>ἔχει τὴν φλόγα διὰ τὸ τῷ καπνῷ πολλῷ μεμῖχθαι τὸ
							πῦρ <lb/>λαμπρὸν ὂν καὶ λευκόν· καὶ δι’ ἀχλύος καὶ καπνοῦ ὁ ἥλιος <lb/>φαίνεται
							φοινικοῦς. Διὸ ἡ μὲν τῆς ἴριδος ἀνάκλασις, ἡ μὲν <lb/>πρώτη τοιαύτην ἔχειν φαίνεται
							τὴν χρόαν (ἀπὸ ῥανίδων <lb/>γὰρ μικρῶν γίνεται ἡ ἀνάκλασις), ἡ δὲ τῆς ἅλω οὔ.
							<lb/>Περὶ δὲ τῶν ἄλλων χρωμάτων ὕστερον ἐροῦμεν. Ἔτι δὲ <lb/>περὶ αὐτὸν μὲν τὸν ἥλιον
							οὐ γίνεται διατριβὴ τοιαύτης <lb/>συστάσεως, ἀλλ’ ἢ ὕει ἢ διαλύεται. Ἐκ δὲ τῶν
							ἐναντίων ἐν <lb/>τῷ μεταξὺ τῆς τοῦ ὕδατος γενέσεως γίνεταί τις χρόνος· <pb n="89"/>
							τούτου γὰρ μὴ συμβαίνοντος ἦσαν ἂν κεχρωματισμέναι αἱ <lb/>ἅλῳ ὥσπερ ἡ ἶρις. Νῦν δ’
							ὅλα μὲν οὐ γίγνεται τοιαύτην <lb/>ἔχοντα τὴν ἔμφασιν, οὐδὲ κύκλῳ, μικρὰ δὲ καὶ κατὰ
							μόριον, <lb/>αἳ καλοῦνται ῥᾶβδοι, ἐπεὶ εἰ συνίστατο τοιαύτη ἀχλὺς οἵα <lb/>γένοιτ’ ἂν
							ὕδατος ἤ τινος ἄλλου μέλανος, καθάπερ ἐλέγομεν, <lb/>ἐφαίνετο ἂν ἡ ἶρις ὅλη, ὥσπερ ἡ
							περὶ τοὺς λύχνους. <lb/>Περὶ γὰρ τούτους τὰ πλεῖστα νοτίων ὄντων ἶρις γίγνεται
							<lb/>τοῦ χειμῶνος, μάλιστα δὲ δήλη γίνεται τοῖς ὑγροὺς ἔχουσι <lb/>τοὺς ὀφθαλμούς·
							τούτων γὰρ ἡ ὄψις ταχὺ δι’ ἀσθένειαν ἀνακλᾶται. <lb/>Γίγνεται δ’ ἀπό τε τῆς τοῦ ἀέρος
							ὑγρότητος καὶ <lb/>ἀπὸ λιγνύος τῆς ἀπὸ τῆς φλογὸς ἀπορρεούσης καὶ μιγνυμένης·
							<lb/>τότε γὰρ γίγνεται ἔνοπτρον, καὶ διὰ τὴν μελανίαν· <lb/>καπνώδης γὰρ ἡ λιγνύς· τὸ
							δὲ τοῦ λύχνου φῶς οὐ <lb/>λευκὸν ἀλλὰ πορφυροῦν φαίνεται κύκλῳ καὶ ἰριῶδες, φοινικοῦν
							<lb/>δ’ οὔ· ἔστι γὰρ ἥ τε ὄψις ὀλίγη ἡ ἀνακλωμένη, καὶ <lb/>μέλαν τὸ ἔνοπτρον. Ἡ δ’
							ἀπὸ τῶν κωπῶν τῶν ἀναφερομένων <lb/>ἐκ τῆς θαλάττης ἶρις τῇ μὲν θέσει τὸν αὐτὸν
							γίγνεται <lb/>τρόπον τῇ ἐν τῷ οὐρανῷ, τὸ δὲ χρῶμα ὁμοιοτέρα τῇ περὶ <lb/>τοὺς λύχνους·
							οὐ γὰρ φοινικῆν ἀλλὰ πορφυρᾶν ἔχουσα <lb/>φαίνεται τὴν χρόαν. Ἡ δ’ ἀνάκλασις ἀπὸ τῶν
							μικροτάτων <lb/>μὲν συνεχῶν δὲ γίγνεται ῥανίδων· αὗται δ’ ὕδωρ ἀποκεκριμένον
							<lb/>εἰσὶν ἤδη παντελῶς. Γίνεται δὲ κἄν τις λεπταῖς ῥανίσιν <lb/>ῥαίνῃ εἴς τι τοιοῦτον
							χωρίον, ὃ τὴν θέσιν πρὸς <lb/>τὸν ἥλιον ἐστραμμένον ἐστί, καὶ τῇ μὲν ὁ ἥλιος ἀνέχει τῇ
							<lb/>δὲ σκιάζει· ἐν τῷ τοιούτῳ γάρ, ἐὰν εἴσω τις ῥαίνῃ, τῷ <lb/>ἑστῶτι ἐκτός, ᾗ
							ἐπαλλάττουσιν αἱ ἀκτῖνες καὶ ποιοῦσι <lb/>τὴν σκιάν, φαίνεται ἶρις. Ὁ δὲ τρόπος καὶ ἡ
							χρόα ὁμοία <lb/>καὶ τὸ αἴτιον τὸ αὐτὸ τῇ ἀπὸ τῶν κωπῶν· τῇ γὰρ χειρὶ <pb n="90"/> κώπῃ
							χρῆται ὁ ῥαίνων. Ὅτι δὲ τὸ χρῶμα τοιοῦτον, ἅμα <lb/>δῆλον ἔσται καὶ περὶ τῶν ἄλλων
							χρωμάτων τῆς φαντασίας, <lb/>ἐκ τῶνδε. Δεῖ γὰρ νοήσαντας, ὥσπερ εἴρηται, καὶ
							ὑποθεμένους <lb/>πρῶτον μὲν ὅτι τὸ λαμπρὸν ἐν τῷ μέλανι ἢ διὰ τοῦ <lb/>μέλανος χρῶμα
							ποιεῖ φοινικοῦν, δεύτερον δ’ ὅτι ἡ ὄψις ἐκτεινομένη <lb/>ἀσθενεστέρα γίνεται καὶ
							ἐλάττων, τρίτον δ’ ὅτι τὸ <lb/>μέλαν οἷον ἀπόφασίς ἐστιν· τῷ γὰρ ἐκλιπεῖν τὴν ὄψιν
							<lb/>φαίνεται μέλαν, διὸ τὰ πόρρω πάντα μελάντερα φαίνεται, <lb/>διὰ τὸ μὴ διικνεῖσθαι
							τὴν ὄψιν. Θεωρείσθω μὲν οὖν ταῦτα <lb/>ἐκ τῶν περὶ τὰς αἰσθήσεις συμβαινόντων· ἐκείνων
							γὰρ ἴδιοι <lb/>οἱ περὶ τούτων λόγοι· νῦν δ’ ὅσον ἀνάγκη, τοσοῦτον περὶ <lb/>αὐτῶν
							λέγωμεν. Φαίνεται δ’ οὖν διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν τά <lb/>τε πόρρω μελάντερα καὶ ἐλάττω
							καὶ λειότερα, καὶ τὰ ἐν τοῖς <lb/>ἐνόπτροις, καὶ τὰ νέφη μελάντερα βλέπουσιν εἰς τὸ
							ὕδωρ <lb/>ἢ εἰς αὐτὰ τὰ νέφη. Καὶ τοῦτο πάνυ ἐπιδήλως· διὰ γὰρ <lb/>τὴν ἀνάκλασιν
							ὀλίγῃ τῇ ὄψει θεωροῦνται. Διαφέρει δ’ οὐθὲν <lb/>τὸ ὁρώμενον μεταβάλλειν ἢ τὴν ὄψιν·
							ἀμφοτέρως γὰρ <lb/>ἔσται ταὐτόν. Πρὸς δὲ τούτοις δεῖ μὴ λεληθέναι καὶ τόδε·
							<lb/>συμβαίνει γὰρ ὅταν ᾖ τοῦ ἡλίου νέφος πλησίον, εἰς μὲν αὐτὸ <lb/>βλέποντι μηδὲν
							φαίνεσθαι κεχρωματισμένον ἀλλ’ εἶναι <lb/>λευκόν, ἐν δὲ τῷ ὕδατι ταὐτὸ τοῦτο θεωροῦντι
							χρῶμά τι <lb/>ἔχειν τῆς ἴριδος. Δῆλον τοίνυν ὅτι ἡ ὄψις ὥσπερ καὶ τὸ <lb/>μέλαν
							κλωμένη δι’ ἀσθένειαν μελάντερον ποιεῖ φαίνεσθαι, <lb/>καὶ τὸ λευκὸν ἧττον λευκόν, καὶ
							προσάγει πρὸς τὸ μέλαν. <lb/>Ἡ μὲν οὖν ἰσχυροτέρα ὄψις εἰς φοινικοῦν χρῶμα μετέβαλεν,
							<lb/>ἡ δ’ ἐχομένη εἰς τὸ πράσινον, ἡ δ’ ἔτι ἀσθενεστέρα εἰς τὸ <lb/>ἁλουργόν. Ἐπὶ δὲ
							τὸ πλεῖον οὐκέτι φαίνεται, ἀλλ’ ἐν τοῖς <lb/>τρισίν, ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων τὰ πλεῖστα,
							καὶ τούτων ἔσχε <lb/>τέλος· τῶν δ’ ἄλλων ἀναίσθητος ἡ μεταβολή. Διὸ καὶ ἡ <lb/>ἶρις
							τρίχρως φαίνεται, ἑκατέρα μέν, ἐναντίως δέ. Ἡ μὲν <pb n="91"/> οὖν πρώτη τὴν ἔξω
							φοινικῆν ἔχει· ἀπὸ μεγίστης γὰρ περιφερείας <lb/>πλείστη προσπίπτει ἡ ὄψις πρὸς τὸν
							ἥλιον, μεγίστη <lb/>δ’ ἡ ἔξω· ἡ δ’ ἐχομένη καὶ ἡ τρίτη ἀνάλογον. Ὥστ’ εἰ <lb/>τὰ περὶ
							τῶν χρωμάτων τῆς φαντασίας εἴρηται καλῶς, <lb/>ἀνάγκη τρίχρων τε εἶναι αὐτὴν καὶ
							τούτοις τοῖς χρώμασι κεχρῶσθαι <lb/>μόνοις. Τὸ δὲ ξανθὸν φαίνεται διὰ τὸ παρ’ ἄλληλα
							<lb/>φαίνεσθαι. Τὸ γὰρ φοινικοῦν παρὰ τὸ πράσινον λευκὸν <lb/>φαίνεται. Σημεῖον δὲ
							τούτου· ἐν γὰρ τῷ μελαντάτῳ <lb/>νέφει μάλιστα ἄκρατος γίνεται ἡ ἶρις· συμβαίνει δὲ
							τότε <lb/>ξανθότατον εἶναι δοκεῖν τὸ φοινικοῦν. Ἔστι δὲ τὸ ξανθὸν <lb/>ἐν τῇ ἴριδι
							χρῶμα μεταξὺ τοῦ τε φοινικοῦ καὶ πρασίνου <lb/>χρώματος. Διὰ τὴν μελανίαν οὖν τοῦ
							κύκλῳ νέφους ὅλον <lb/>αὐτοῦ φαίνεται τὸ φοινικοῦν λευκόν· ἔστι γὰρ πρὸς ἐκεῖνα
							<lb/>λευκόν. Καὶ πάλιν ἀπομαραινομένης τῆς ἴριδος ἐγγυτάτω, <lb/>ὅταν λύηται τὸ
							φοινικοῦν· ἡ γὰρ νεφέλη λευκὴ οὖσα, προσπίπτουσα <lb/>παρὰ τὸ πράσινον, μεταβάλλει εἰς
							τὸ ξανθόν. <lb/>Μέγιστον δὲ σημεῖον τούτων ἡ ἀπὸ τῆς σελήνης ἶρις· φαίνεται <lb/>γὰρ
							λευκὴ πάμπαν. Γίγνεται δὲ τοῦτο, ὅτι ἔν τε τῷ <lb/>νέφει ζοφερῷ ὄντι φαίνεται καὶ ἐν
							νυκτί. Ὥσπερ οὖν πῦρ <lb/>ἐπὶ πῦρ, μέλαν παρὰ μέλαν ποιεῖ τὸ ἠρέμα λευκὸν παντελῶς
							<lb/>φαίνεσθαι λευκόν· τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ φοινικοῦν. Γίγνεται <lb/>δὲ τοῦτο τὸ πάθος
							καταφανὲς καὶ ἐπὶ τῶν ἀνθῶν· ἐν γὰρ <lb/>τοῖς ὑφάσμασι καὶ ποικίλμασιν ἀμύθητον
							διαφέρει τῇ φαντασίᾳ <lb/>ἄλλα παρ’ ἄλλα τιθέμενα ἔνια τῶν χρωμάτων, οἷον <lb/>καὶ τὰ
							πορφυρᾶ ἐν λευκοῖς ἢ μέλασιν ἐρίοις, ἔτι δ’ ἐν <lb/>αὐγῇ τοιᾳδὶ ἢ τοιᾳδί· διὸ καὶ οἱ
							ποικιλταί φασι διαμαρτάνειν <lb/>ἐργαζόμενοι πρὸς τὸν λύχνον πολλάκις τῶν ἀνθῶν,
							<lb/>λαμβάνοντες ἕτερα ἀνθ’ ἑτέρων. Διότι μὲν οὖν τρίχρως τε, <pb n="92"/> καὶ ὅτι ἐκ
							τούτων φαίνεται τῶν χρωμάτων μόνων ἡ ἶρις, <lb/>εἴρηται. Διπλῆ δὲ καὶ ἀμαυροτέρα τοῖς
							χρώμασιν ἡ περιέχουσα, <lb/>καὶ τῇ θέσει τὰς χρόας ἐξ ἐναντίας ἔχει κειμένας διὰ
							<lb/>τὴν αὐτὴν αἰτίαν. Μακροτέραν γὰρ ἀποτεινομένη ἡ ὄψις <lb/>ὥσπερ τὸ πορρώτερον
							ὁρᾷ, καὶ τὸ ἐνταῦθα τὸν αὐτὸν τρόπον. <lb/>Ἀσθενεστέρα οὖν ἀπὸ τῆς ἔξωθεν ἡ ἀνάκλασις
							γίνεται <lb/>διὰ τὸ πορρώτερον ποιεῖσθαι τὴν ἀνάκλασιν, ὥστ’ ἐλάττων <lb/>προσπίπτουσα
							τὰ χρώματα ποιεῖ ἀμαυρότερα φαίνεσθαι. <lb/>Καὶ ἀντεστραμμένως δὴ διὰ τὸ πλεῖον ἀπὸ
							τῆς ἐλάττονος <lb/>καὶ τῆς ἐντὸς περιφερείας προσπίπτειν πρὸς τὸν ἥλιον· ἐγγυτέρω
							<lb/>γὰρ τῆς ὄψεως οὖσα ἀνακλᾶται ἀπὸ τῆς ἐγγυτάτω <lb/>περιφερείας τῆς πρώτης ἴριδος.
							Ἐγγυτάτω δ’ ἐν τῇ ἔξωθεν <lb/>ἴριδι ἡ ἐλαχίστη περιφέρεια, ὥστε αὕτη ἕξει τὸ χρῶμα
							<lb/>φοινικοῦν· ἡ δ’ ἐχομένη καὶ ἡ τρίτη κατὰ λόγον. Ἡ ἔξω <lb/>ἶρις ἐφ’ ᾧ τὸ Β, ἡ ἔσω
							ἐφ’ ᾧ τὸ Α· τὰ χρώματα δ’, ἐφ’ <lb/>ᾧ τὸ Γ, φοινικοῦν, ἐφ’ ᾧ τὸ Δ, πράσινον, ἐφ’ ᾧ Ε,
							<lb/>ἁλουργόν· τὸ ξανθὸν δὲ φαίνεται ἐφ’ οὗ τὸ Ζ. Τρεῖς δ’ <lb/>οὐκέτι γίνονται, οὐδὲ
							πλείους ἴριδες διὰ τὸ καὶ τὴν δευτέραν <lb/>γίγνεσθαι ἀμαυροτέραν, ὥστε καὶ τὴν τρίτην
							ἀνάκλασιν πάμπαν <lb/>ἀσθενῆ γίγνεσθαι καὶ ἀδυνατεῖν ἀφικνεῖσθαι πρὸς τὸν <lb/>ἥλιον.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ὅτι δ’ οὔτε κύκλον οἷόν τε γίγνεσθαι τῆς ἴριδος οὔτε <lb/>μεῖζον ἡμικυκλίου τμῆμα,
							καὶ περὶ τῶν ἄλλων τῶν συμβαίνόντων <lb/>περὶ αὐτήν, ἐκ τοῦ διαγράμματος ἔσται
							θεωροῦσι δῆλον. <lb/>Ἡμισφαιρίου γὰρ ὄντος ἐπὶ τοῦ ὁρίζοντος κύκλου τοῦ <lb/>ἐφ’ ᾧ τὸ
							Α, κέντρου δὲ τοῦ Κ, ἄλλου δέ τινος ἀνατέλλοντος <lb/>σημείου ἐφ’ ᾧ τὸ Η, ἐὰν αἱ ἀπὸ
							τοῦ Κ γραμμαὶ κατὰ κῶνον <pb n="93"/> ἐκπίπτουσαι ποιῶσιν ὥσπερ ἄξονα τὴν ἐφ’ ᾗ ἡ Η Κ,
							<lb/>καὶ ἀπὸ τοῦ Κ ἐπὶ τὸ Μ ἐπιζευχθεῖσαι ἀνακλασθῶσιν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἡμισφαιρίου ἐπὶ τὸ
							Η, ἐπὶ τὴν μείζω γωνίαν πρὸς κύκλου <lb/>περιφέρειαν προσπεσοῦνται αἱ ἀπὸ τοῦ Κ· καὶ
							ἐὰν <lb/>μὲν ἐπ’ ἀνατολῆς ἢ ἐπὶ δύσεως τοῦ ἄστρου ἡ ἀνάκλασις γένηται, <lb/>ἡμικύκλιον
							ἀποληφθήσεται τοῦ κύκλου ὑπὸ τοῦ ὁρίζοντος <lb/>τὸ ὑπὲρ γῆν γιγνόμενον, ἐὰν δ’ ἐπάνω,
							ἔλαττον ἀεὶ <lb/>ἡμικυκλίου. Ἐλάχιστον δ’, ὅταν ἐπὶ τοῦ μεσημβρινοῦ γένηται <lb/>τὸ
							ἄστρον. Ἔστω γὰρ ἐπ’ ἀνατολῆς πρῶτον, οὗ <lb/>τὸ Η, καὶ ἀνακεκλάσθω ἡ Κ Μ ἐπὶ τὸ Η,
							καὶ τὸ ἐπίπεδον <lb/>ἐκβεβλήσθω ἐν ᾧ τὸ Α, τὸ ἀπὸ τοῦ τριγώνου ἐν ᾧ τὸ <lb/>Η Κ Μ.
							Κύκλος οὖν ἡ τομὴ ἔσται τῆς σφαίρας. Ὁ μέγιστος <lb/>ἔστω ὁ ἐφ’ ᾧ Α· διοίσει γὰρ
							οὐθέν, ἂν ὁποιανοῦν <lb/>τῶν ἐπὶ τῆς Η Κ κατὰ τὸ τρίγωνον τὸ Κ Μ Η ἐκβληθῇ τὸ
							<lb/>ἐπίπεδον. Αἱ οὖν ἀπὸ τῶν Η Κ ἀναγόμεναι γραμμαὶ ἐν <lb/>τούτῳ τῷ λόγῳ οὐ
							συσταθήσονται τοῦ ἐφ’ ᾧ Α ἡμικυκλίου <lb/>πρὸς ἄλλο καὶ ἄλλο σημεῖον· ἐπεὶ γὰρ τά τε Η
							Κ σημεῖα <lb/>δέδοται, καὶ ἡ Κ Η δεδομένη ἂν εἴη καὶ ἡ Μ Η, ὥστε καὶ ὁ <lb/>λόγος τῆς
							Μ Η πρὸς τὴν Μ Κ. Δεδομένης οὖν περιφερείας <lb/>ἐφάψεται τὸ Μ. Ἔστω δὴ αὕτη ἐφ’ ἧς τὰ
							Ν Μ· <lb/>ὥστε ἡ τομὴ τῶν περιφερειῶν δέδοται. Πρὸς ἄλλῃ δὲ τῇ <lb/>πρὸς τῇ Μ Ν
							περιφερείᾳ ἀπὸ τῶν αὐτῶν σημείων ὁ αὐτὸς <lb/>λόγος ἐν τῷ αὐτῷ ἐπιπέδῳ οὐ συνίσταται.
							Ἐκκείσθω οὖν <lb/>τις γραμμὴ ἡ Δ Β, καὶ τετμήσθω ὡς ἡ Μ Η πρὸς Μ Κ, ἡ <lb/>Δ πρὸς τὸ
							Β. Μείζων δὲ ἡ Μ Η τῆς Μ Κ, ἐπείπερ ἐπὶ <lb/>τὴν μείζω γωνίαν ἡ ἀνάκλασις τοῦ κώνου·
							ὑπὸ γὰρ τὴν μείζω <lb/>γωνίαν ὑποτείνει τὴν τοῦ Κ Μ Η τριγώνου. Μείζων <pb n="94"/>
							ἄρα καὶ ἡ Δ τῆς Β. Προσπεπορίσθω οὖν πρὸς τὴν Β, ἐφ’ <lb/>ἧς τὸ Ζ· ὥστ’ εἶναι ὅπερ τὴν
							Δ πρὸς τὴν Β, τὴν Β Ζ πρὸς <lb/>τὴν Δ. Εἶτα ὅπερ ἡ Ζ πρὸς τὴν Κ Η, ἡ τὸ Β πρὸς ἄλλην
							<lb/>πεποιήσθω τὴν Κ Π, καὶ ἀπὸ τοῦ Π ἐπὶ τὸ Μ ἐπεζεύχθω <lb/>ἡ τὸ Μ Π. Ἔσται οὖν τὸ Π
							πόλος τοῦ κύκλου, <lb/>πρὸς ὃν αἱ ἀπὸ τοῦ Κ γραμμαὶ προσπίπτουσιν· ἔσται γὰρ <lb/>ὅπερ
							ἡ Ζ πρὸς τὴν Κ Η, καὶ ἡ Β πρὸς τὴν Κ Π, καὶ ἡ <lb/>Δ πρὸς τὴν Π Μ. Μὴ γὰρ ἔστω, ἀλλ’ ἢ
							πρὸς ἐλάττω <lb/>ἢ πρὸς μείζω τῆς Π Μ· οὐθὲν γὰρ διοίσει. Ἔστω <lb/>πρὸς Π Ρ. Τὸν
							αὐτὸν ἄρα λόγον αἱ Η Κ καὶ Κ Π καὶ ἡ <lb/>Π Ρ πρὸς ἀλλήλας ἕξουσιν ὅνπερ αἱ Δ Β Ζ. Αἱ
							δὲ Δ Β Ζ <lb/>ἀνάλογον ἦσαν, ὅπερ ἡ Δ πρὸς Β, ἡ Ζ Β πρὸς Δ· ὥστε <lb/>ὅπερ ἡ Π Η πρὸς
							τὴν Π Ρ, ἡ τὸ Π Ρ πρὸς τὴν Π Κ. <lb/>Ἂν οὖν ἀπὸ τῶν Κ Η αἱ Η Ρ καὶ Κ Ρ ἐπὶ τὸ Ρ
							ἐπιζευχθῶσιν, <lb/>αἱ ἐπιζευχθεῖσαι αὗται τὸν αὐτὸν ἕξουσι λόγον ὅνπερ <lb/>ἡ Π Η πρὸς
							τὴν Π Ρ· περὶ γὰρ τὴν αὐτὴν γωνίαν τὴν Π <lb/>ἀνάλογον αἵ τε τοῦ Η Π Ρ τριγώνου καὶ
							τοῦ Κ Ρ Π. <lb/>Ὥστε καὶ ἡ Π Ρ πρὸς τὴν Κ Ρ τὸν αὐτὸν ἕξει λόγον, <lb/>καὶ ἡ Η Π πρὸς
							τὴν Π Ρ. Ἔχει δὲ καὶ ἡ Μ Η πρὸς <lb/>τὴν Μ Κ τὸν αὐτὸν λόγον ὅνπερ ἡ τὸ Δ πρὸς τὸ Β
							<lb/>ἀμφότεραι. Ὥστ’ ἀπὸ τῶν Η Κ σημείων οὐ μόνον πρὸς τῇ <lb/>Μ Ν περιφερείᾳ
							συσταθήσονται τὸν αὐτὸν ἔχουσαι λόγον, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἄλλοθι· ὅπερ ἀδύνατον. Ἐπεὶ οὖν ἡ
							Δ οὔτε πρὸς <lb/>ἐλάττω τῆς Π Μ οὔτε πρὸς μείζω (ὁμοίως γὰρ δείξομεν), <lb/>δῆλον ὅτι
							πρὸς αὐτὴν ἂν εἴη τὴν ἐφ’ ᾖ Μ Π. Ὥστ’ <pb n="95"/> ἔσται ὅπερ ἡ Μ Π πρὸς τὴν Π Κ, ἡ τὸ
							Π Η πρὸς τὴν <lb/>Μ Π, καὶ λοιπὴ ἡ τὸ Μ Η πρὸς Μ Κ. Ἂν οὖν τῷ ἐφ’ <lb/>ᾧ τὸ Π πόλῳ
							χρώμενος, διαστήματι δὲ τῷ ἐφ’ ᾧ Μ Π, <lb/>κύκλος γραφῇ, ἁπασῶν ἐφάψεται τῶν γωνιῶν ἃς
							ἀνακλώμεναι <lb/>ποιοῦσιν αἱ ἀπὸ τοῦ Μ Η κύκλου· εἰ δὲ μή, ὁμοίως <lb/>δειχθήσονται
							τὸν αὐτὸν ἔχουσαι λόγον αἱ ἄλλοθι καὶ ἄλλοθι <lb/>τοῦ ἡμικυκλίου συνιστάμεναι, ὅπερ ἦν
							ἀδύνατον. Ἃν <lb/>οὖν περιαγάγῃς τὸ ἡμικύκλιον τὸ ἐφ’ ᾧ τὸ Α περὶ τὴν ἐφ’ <lb/>ᾗ Η Κ Π
							διάμετρον, αἱ ἀπὸ τοῦ Η Κ ἀνακλώμεναι πρὸς τὸ <lb/>ἐφ’ ᾧ τὸ Μ ἐν πᾶσι τοῖς ἐπιπέδοις
							ὁμοίως ἕξουσι, καὶ ἴσην <lb/>ποιήσουσι γωνίαν τὴν Κ Μ Η. Καὶ ἣν ποιοῦσι δὲ γωνίαν
							<lb/>αἱ Η Π καὶ Μ Π ἐπὶ τῆς Η Π, ἀεὶ ἴση ἔσται. Τρίγωνα <lb/>οὖν ἐπὶ τῆς Η Π καὶ Κ Π
							ἴσα τῷ Η Μ Π καὶ Κ Μ Π <lb/>συνεστήκασιν. Τούτων δ’ αἱ κάθετοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον
							<lb/>πεσοῦνται τῆς Η Π καὶ ἴσαι ἔσονται. Πιπτέτωσαν ἐπὶ τὸ <lb/>Ο. Κέντρον ἄρα τοῦ
							κύκλου τὸ Ο, ἡμικύκλιον δὲ τὸ περὶ τὴν <lb/>Μ Ν ἀφῄρηται ἀπὸ τοῦ ὁρίζοντος· τῶν μὲν
							γὰρ ἄνω τὸν <lb/>ἤλιον οὐ κρατεῖν, τῶν δὲ πρὸς τῇ γῇ στηριζομένων κρατεῖν, <lb/>καὶ
							διαχεῖν τὸν ἀέρα. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἶριν οὐ συμβάλλειν <lb/>τὸν κύκλον. Γίνεσθαι δὲ
							καὶ νύκτωρ ἀπὸ τῆς σελήνης <lb/>ὀλιγάκις· οὔτε γὰρ ἀεὶ πλήρης, ἀσθενεστέρα τε τὴν
							φύσιν <lb/>ὥστε κρατεῖν τοῦ ἀέρος. Μάλιστα δ’ ἵστασθαι τὴν ἶριν, <lb/>ὅπου μάλιστα
							κρατεῖται ὁ ἥλιος· πλείστη γὰρ ἐν αὐτῇ <lb/>ἰκμὰς ἐνέμεινεν. Πάλιν ἔστω ὁ ὁρίζων μὲν
							ἐφ’ οὗ τὸ <lb/>Α Β Γ, ἐπανατεταλκέτω δὲ τὸ Η, ὁ δ’ ἄξων ἔστω νῦν ἐφ’ ᾧ <lb/>τὸ Η Π. Τὰ
							μὲν οὖν ἄλλα πάντα ὁμοίως δειχθήσεται ὡς <pb n="96"/> καὶ πρότερον, ὁ δὲ πόλος τοῦ
							κύκλου ὁ ἐφ’ ᾧ Π κάτω <lb/>ἔσται τοῦ ὁρίζοντος τοῦ ἐφ’ ᾧ τὸ ΑΓ, ἀρθέντος τοῦ ἐφ’ ᾧ
							<lb/>τὸ Η σημείου. Ἐπὶ δὲ τῆς αὐτῆς ὅτε πόλος καὶ τὸ κέντρον <lb/>τοῦ κύκλου καὶ τὸ
							τοῦ ὁρίζοντος νῦν τὴν ἀνατολήν· <lb/>ἔστι γὰρ οὗτος ἐφ’ ᾧ τὸ ΗΠ. Ἐπεὶ δὲ τῆς διαμέτρου
							<lb/>τῆς ΑΓ τὸ ΚΗ ἐπάνω, τὸ κέντρον εἴη ἂν ὑποκάτω τοῦ <lb/>ὁρίζοντος πρότερον τοῦ ἐφ’
							ᾧ τὸ ΑΓ, ἐπὶ τῆς ΚΠ γραμμῆς, <lb/>ἐφ’ οὗ τὸ Ο. Ὥστ’ ἔλαττον ἔσται τὸ ἐπάνω τμῆμα
							<lb/>ἡμικυκλίου τὸ ἐφ’ ᾧ ΨΥΩ· τὸ γαρ ΨΥΩ ἡμικύκλιον <lb/>ἦν, νῦν δ’ ἀποτέτμηται ἀπὸ
							τοῦ ΑΓ ὁρίζοντος. Τὸ δὴ <lb/>ΥΩ ἀφανὲς ἔσται ἐπαρθέντος αὐτοῦ τοῦ ἡλίου, ἐλάχιστον
							<lb/>δ’, ὅταν ἐπὶ μεσημβρίαν· ὅσῳ γὰρ ἀνώτερον τὸ Η, κατώτερος <lb/>ὅ τε πόλος καὶ τὸ
							κέντρον τοῦ κύκλου ἔσται. Ὅτι <lb/>δ’ ἐν μὲν ταῖς ἐλάττοσιν ἡμέραις ταῖς μετ’
							ἰσημερίαν τὴν <lb/>μετοπωρινὴν ἐνδέχεται ἀεὶ γίγνεσθαι ἶριν, ἐν δὲ ταῖς μακροτέραις
							<lb/>ἡμέραις ταῖς ἀπὸ ἰσημερίας τῆς ἑτέρας ἐπὶ τὴν <lb/>ἰσημερίαν τὴν ἑτέραν περὶ
							μεσημβρίαν οὐ γίγνεται ἶρις, <lb/>αἴτιον ὅτι τὰ μὲν πρὸς ἄρκτον τμήματα πάντα μείζω
							<lb/>ἡμικυκλίου καὶ ἀεὶ ἐπὶ μείζω ἡμικυκλίου, τὸ δ’ ἀφανὲς <lb/>μικρόν, τὰ δὲ πρὸς
							μεσημβρίαν τμήματα τοῦ ἰσημερινοῦ, τὸ <lb/>μὲν ἄνω τμῆμα μικρόν, τὸ δ’ ὑπὸ γῆν μέγα.
							Καὶ ἀεὶ δὴ <lb/>τὰ πορρωτέρω μείζω· ὥστ’ ἐν μὲν ταῖς πρὸς τὰς θερινὰς <lb/>τροπὰς
							ἡμέραις διὰ τὸ μέγεθος τοῦ τμήματος, πρὶν ἐπὶ τὸ <lb/>μέσον ἐλθεῖν τοῦ τμήματος καὶ
							ἐπὶ τὸ μεσημβρινὸν τὴν τὸ <lb/>Η, κάτω ἤδη παντελῶς γίνεται τὸ Π, διὰ τὸ πόρρω
							<lb/>ἀφεστάναι τῆς γῆς τὴν μεσημβρίαν διὰ τὸ μέγεθος τοῦ <pb n="97"/> τμήματος. Ἐν δὲ
							ταῖς πρὸς τὰς χειμερινὰς τροπὰς ἡμέραις, <lb/>διὰ τὸ μὴ πολὺ ὑπὲρ γῆς εἶναι τὰ τμήματα
							τῶν κύκλων, <lb/>τοὐναντίον ἀναγκαῖον γίγνεσθαι· βραχὺ γὰρ ἀρθείσης τῆς <lb/>ἐφ’ ᾧ τὸ
							Η, ἐπὶ τῆς μεσημβρίας γίγνεται ὁ ἥλιος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Τὰς δ’ αὐτὰς αἰτίας ὑποληπτέον καὶ περὶ παρηλίου <lb/>καὶ ῥάβδων ταῖς εἰρημέναις.
							Γίνεται γὰρ παρήλιος μὲν <lb/>ἀνακλωμένης τῆς ὄψεως πρὸς τὸν ἥλιον, ῥᾶβδοι δὲ διὰ τὸ
							<lb/>προσπίπτειν τοιαύτην οὖσαν τὴν ὄψιν, οἵαν εἴπομεν ἀεὶ <lb/>γίγνεσθαι, ὅταν
							πλησίον ὄντων τοῦ ἡλίου νεφῶν ἀπό τινος <lb/>ἀνακλασθῇ τῶν ὑγρῶν πρὸς τὸ νέφος·
							φαίνεται γὰρ αὐτὰ <lb/>μὲν ἀχρωμάτιστα τὰ νέφη κατ’ εὐθυωρίαν εἰσβλέπουσιν, ἐν <lb/>δὲ
							τῷ ὕδατι ῥάβδων μεστὸν τὸ νέφος· πλὴν τότε μὲν ἐν τῷ <lb/>ὕδατι δοκεῖ τὸ χρῶμα τοῦ
							νέφους εἶναι, ἐν δὲ ταῖς ῥάβδοις <lb/>ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νέφους. Γίγνεται δὲ τοῦτο, ὅταν
							ἀνώμαλος <lb/>ἡ τοῦ νέφους ᾖ σύστασις, καὶ τῇ μὲν πυκνὸν τῇ δὲ μανόν, <lb/>καὶ τῇ μὲν
							ὑδατωδέστερον τῇ δ’ ἧττον· ἀνακλασθείσης γὰρ <lb/>τῆς ὄψεως πρὸς τὸν ἥλιον, τὸ σχῆμα
							μὲν τοῦ ἡλίου οὐχ <lb/>ὁρᾶται διὰ μικρότητα τῶν ἐνόπτρων, τὸ δὲ χρῶμα διὰ τὸ <lb/>ἐν
							ἀνωμάλῳ φαίνεσθαι λαμπρὸν καὶ λευκὸν τὸν ἥλιον, πρὸς <lb/>ὃν ἀνεκλάσθη ἡ ὄψις, τὸ μὲν
							φοινικοῦν φαίνεται, τὸ δὲ <lb/>πράσινον ἢ ξανθόν. Διαφέρει γὰρ οὐθὲν διὰ τοιούτων ὁρᾶν
							<lb/>ἢ ἀπὸ τοιούτων ἀνακλωμένην· ἀμφοτέρως γὰρ φαίνεται τὴν <lb/>χρόαν ὅμοιον, ὥστ’ εἰ
							κἀκείνως φοινικοῦν, καὶ οὕτως. Αἱ <lb/>μὲν οὖν ῥᾶβδοι γίγνονται δι’ ἀνωμαλίαν τοῦ
							ἐνόπτρου οὐ τῷ <lb/>σχήματι ἀλλὰ τῷ χρώματι, ὁ δὲ παρήλιος, ὅταν ὅτι μάλιστα
							<lb/>ὁμαλὸς ᾖ ὁ ἀὴρ καὶ πυκνὸς ὁμοίως· διὸ φαίνεται λευκός. <lb/>Ἡ μὲν γὰρ ὁμαλότης
							τοῦ ἐνόπτρου ποιεῖ χρόαν μίαν <lb/>τῆς ἐμφάσεως· ἡ δ’ ἀνάκλασις ἀθρόας τῆς ὄψεως, διὰ
							τὸ <pb n="98"/> ἅμα προσπίπτειν πρὸς τὸν ἥλιον ἀπὸ πυκνῆς οὔσης τῆς <lb/>ἀχλύος, καὶ
							οὔπω μὲν οὔσης ὕδωρ ἐγγὺς δ’ ὕδατος, τὸ ὑπάρχον <lb/>τῷ ἡλίῳ ἐμφαίνεσθαι χρῶμα ποιεῖ,
							ὥσπερ ἀπὸ χαλκοῦ <lb/>λείου κλωμένης διὰ τὴν πυκνότητα. Ὥστ’ ἐπεὶ τὸ χρῶμα <lb/>τοῦ
							ἡλίου λευκόν, καὶ ὁ παρήλιος φαίνεται λευκός. Διὰ δὲ <lb/>τὸ αὐτὸ τοῦτο μᾶλλον ὕδατος
							σημεῖον ὁ παρήλιος τῶν <lb/>ῥάβδων· μᾶλλον γὰρ συμβαίνει τὸν ἀέρα εὐεργῶς ἔχειν
							<lb/>πρὸς γένεσιν ὕδατος. Ὁ δὲ νότιος τοῦ βορείου μᾶλλον, ὅτι <lb/>μᾶλλον ὁ νότιος ἀὴρ
							εἰς ὕδωρ μεταβάλλει τοῦ πρὸς ἄρκτον. <lb/>Γίγνονται δ’ ὥσπερ εἴπομεν, περί τε τὰς
							δυσμὰς καὶ περὶ <lb/>τὰς ἀνατολάς, καὶ οὔτ’ ἄνωθεν οὔτε κάτωθεν, ἀλλ’ ἐκ τῶν
							<lb/>πλαγίων καὶ ῥᾶβδοι καὶ παρήλιοι· καὶ οὔτ’ ἐγγὺς τοῦ <lb/>ἡλίου λίαν οὔτε πόρρω
							παντελῶς· ἐγγὺς μὲν γὰρ οὖσαν ὁ <lb/>ἥλιος διαλύει τὴν σύστασιν, πόρρω δ’ οὔσης ἡ ὄψις
							οὐκ <lb/>ἀνακλασθήσεται· ἀπὸ γὰρ μικροῦ ἐνόπτρου πόρρω ἀποτεινομένη <lb/>ἀσθενὴς
							γίγνεται. Διὸ καὶ αἱ ἅλῳ οὐ γίγνονται <lb/>ἐξ ἐναντίας τοῦ ἡλίου. Ἄνω μὲν οὖν ἐὰν
							γίγνηται καὶ <lb/>ἐγγύς, διαλύσει ὁ ἥλιος· ἐὰν δὲ πόρρω, ἐλάττων ἡ ὄψις <lb/>οὖσα ἢ
							ὥστε ποιεῖν ἀνάκλασιν οὐ προσπεσεῖται. Ἐν δὲ <lb/>τῷ πλαγίῳ ὑπὸ τὸν ἥλιόν ἐστι
							τοσοῦτον ἀποστῆναι τὸ <lb/>ἔνοπτρον, ὥστε μήτε τὸν ἥλιον διαλῦσαι, τήν τε ὄψιν
							<lb/>ἀθρόαν ἐλθεῖν, διὰ τὸ πρὸς τὴν γῆν φερομένην μὴ διικνεῖσθαι <lb/>ὥσπερ δι’
							ἀχανοῦς φερομένην. Ὑπὸ δὲ τὸν ἥλιον οὐ <lb/>γίγνεται διὰ τὸ πλησίον μὲν τῆς γῆς
							διαλύεσθαι ἂν ὑπὸ <lb/>τοῦ ἡλίου, ἄνω δὲ μεσουρανίου ὄντος τὴν ὄψιν διασπᾶσθαι.
							<lb/>Καὶ ὅλως οὐδ’ ἐκ πλαγίας μεσουρανίου γίγνεται· ἡ γὰρ <lb/>ὄψις οὐχ ὑπὸ τὴν γῆν
							φέρεται, ὥστ’ ὀλίγη ἀφικνεῖται πρὸς <lb/>τὸ ἔνοπτρον, καὶ ἡ ἀνακλωμένη γίγνεται πάμπαν
							ἀσθενής. <pb n="99"/> Ὅσα μὲν οὖν ἔργα συμβαίνει παρέχεσθαι τὴν ἔκκρισιν ἐν <lb/>τοῖς
							τόποις τοῖς ὑπὲρ τῆς γῆς, σχεδόν ἐστι τοσαῦτα καὶ <lb/>τοιαῦτα.</p>
						<p>Ὅσα δ’ ἐν αὐτῇ τῇ γῇ, ἐγκατακλειομένη τοῖς τῆς <lb/>γῆς μέρεσιν, ἀπεργάζεται,
							λεκτέον. Ποιεῖ γὰρ δύο διαφορὰς <lb/>σωμάτων διὰ τὸ διπλῆ πεφυκέναι καὶ αὐτή, καθάπερ
							<lb/>καὶ ἐν τῷ μετεώρῳ· δύο μὲν γὰρ αἱ ἀναθυμιάσεις, ἡ <lb/>μὲν ἀτμιδώδης ἡ δὲ
							καπνώδης, ὥς φαμεν, εἰσίν· δύο δὲ <lb/>καὶ τὰ εἴδη τῶν ἐν τῇ γῇ γινομένων, τὰ μὲν
							ὀρυκτὰ τὰ <lb/>δὲ μεταλλευτά. Ἡ μὲν οὖν ξηρὰ ἀναθυμίασίς ἐστιν ἥ τις <lb/>ἐκπυροῦσα
							ποιεῖ τὰ ὀρυκτὰ πάντα, οἷον λίθων τε γένη τὰ <lb/>ἄτηκτα καὶ σανδαράκην καὶ ὤχραν καὶ
							μίλθον καὶ θεῖον <lb/>καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα. Τὰ δὲ πλεῖστα τῶν ὀρυκτῶν ἐστὶ <lb/>τὰ μὲν
							κονία κεχρωματισμένη, τὰ δὲ λίθος ἐκ τοιαύτης <lb/>γεγονὼς συστάσεως, οἷον τὸ
							κιννάβαρι. Τῆς δ’ ἀναθυμιάσεως <lb/>τῆς ἀτμιδώδους, ὅσα μεταλλεύεται, καὶ ἔστιν ἢ
							<lb/>χυτὰ ἢ ἐλατά, οἷον σίδηρος, χαλκός, χρυσός. Ποιεῖ δὲ <lb/>ταῦτα πάντα ἡ
							ἀναθυμίασις ἡ ἀτμιδώδης ἐγκατακλειομένη, <lb/>καὶ μάλιστα ἐν τοῖς λίθοις, διὰ ξηρότητα
							εἰς ἓν συνθλιβομένη <lb/>καὶ πηγνυμένη, οἷον δρόσος ἢ πάχνη, ὅταν ἀποκριθῇ.
							<lb/>Ἐνταῦθα δὲ πρὶν ἀποκριθῆναι γεννᾶται ταῦτα. Διὸ <lb/>ἔστι μὲν ὡς ὕδωρ ταῦτα, ἔστι
							δ’ ὡς οὔ· δυνάμει μὲν γὰρ <lb/>ἡ ὕλη ὕδατος ἦν, ἔστι δ’ οὐκέτι, οὐδ’ ἐξ ὕδατος
							γενομένου <lb/>διά τι πάθος, ὥσπερ οἱ χυμοί. Οὐ γὰρ οὕτω γίνεται τὸ <lb/>μὲν χαλκὸς τὸ
							δὲ χρυσός, ἀλλὰ πρὶν γενέσθαι παγείσης τῆς <lb/>ἀναθυμιάσεως ἕκαστα τούτων ἐστίν. Διὸ
							καὶ πυροῦται <lb/>πάντα καὶ γῆν ἔχει· ξηρὰν γὰρ ἔχει ἀναθυμίασιν· ὁ δὲ <pb n="100"/>
							χρυσὸς μόνος οὐ πυροῦται. Κοινῇ μὲν οὖν εἴρηται περὶ <lb/>πάντων αὐτῶν, ἰδίᾳ δ’
							ἐπισκεπτέον προχειριζομένοις περὶ <lb/>ἕκαστον γένος. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="4">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Δ.</head>
						<p>Ἐπεὶ δὲ τέτταρα διώρισται αἴτια τῶν στοιχείων, τούτων <lb/>δὲ κατὰ τὰς συζυγίας καὶ
							τὰ στοιχεῖα τέτταρα συμβέβηκεν <lb/>εἶναι, ὧν τὰ μὲν δύο ποιητικά, τὸ θερμὸν καὶ τὸ
							<lb/>ψυχρόν, τὰ δὲ δύο παθητικά, τὸ ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρόν· ἡ <lb/>δὲ πίστις τούτων ἐκ τῆς
							ἐπαγωγῆς· φαίνεται γὰρ ἐν πᾶσιν <lb/>ἡ μὲν θερμότης καὶ ψυχρότης ὁρίζουσαι καὶ
							συμφύουσαι <lb/>καὶ μεταβάλλουσαι τὰ ὁμογενῆ καὶ τὰ μὴ ὁμογενῆ, καὶ <lb/>ὑγραίνουσαι
							καὶ ξηραίνουσαι καὶ σκληρύνουσαι καὶ μαλάττουσαι, <lb/>τὰ δὲ ξηρὰ καὶ ὑγρὰ ὁριζόμενα
							καὶ τἆλλα τὰ εἰρημένα <lb/>πάθη πάσχοντα αὐτά τε καθ’ αὑτὰ καὶ ὅσα κοινὰ ἐξ
							<lb/>ἀμφοῖν σώματα συνέστηκεν. Ἔτι δ’ ἐκ τῶν λόγων δῆλον, <lb/>οἷς ὁριζόμεθα τὰς
							φύσεις αὐτῶν· τὸ μὲν γὰρ θερμὸν <lb/>καὶ ψυχρὸν ὡς ποιητικὰ λέγομεν (τὸ γὰρ
							συγκριτικὸν <lb/>ὥσπερ ποιητικόν τι ἐστί), τὸ δὲ ὑγρὸν καὶ ξηρὸν παθητικόν <lb/>(τὸ
							γὰρ εὐόριστον καὶ δυσόριστον τῷ πάσχειν τι <lb/>λέγεται τὴν φύσιν αὐτῶν). Ὅτι μὲν οὖν
							τὰ μὲν ποιητικὰ <lb/>τὰ δὲ παθητικά, φανερόν· διωρισμένων δὲ τούτων ληπτέον <lb/>ἂν
							εἴη τὰς ἐργασίας αὐτῶν, αἷς ἐργάζονται τὰ ποιητικά, <lb/>καὶ τῶν παθητικῶν τὰ εἴδη.
							Πρῶτον μὲν οὖν καθόλου ἡ ἁπλῆ <lb/>γένεσις καὶ ἡ φυσικὴ μεταβολὴ τούτων τῶν δυνάμεών
							ἐστιν <lb/>ἔργον, καὶ ἡ ἀντικειμένη φθορὰ κατὰ φύσιν. Αὗται μὲν <lb/>οὖν τοῖς τε
							φυτοῖς ὑπάρχουσι καὶ ζῴοις καὶ τοῖς μέρεσιν <lb/>αὐτῶν. Ἔστι δ’ ἡ ἁπλῆ καὶ φυσικὴ
							γένεσις μεταβολὴ <lb/>ὑπὸ τούτων τῶν δυνάμεων, ὅταν ἔχωσι λόγον ἐκ τῆς ὑποκειμένης <pb n="101"/> ὕλης ἑκάστῃ φύσει· αὗται δ’ εἰσὶν αἱ εἰρημέναι δυνάμεις <lb/>παθητικαί.
							Γεννῶσι δὲ τὸ θερμὸν καὶ ψυχρὸν κρατοῦντα <lb/>τῆς ὕλης· ὅταν δὲ μὴ κρατῇ, κατὰ μέρος
							μὲν μώλυσις καὶ <lb/>ἀπεψία γίγνεται. Τῇ δ’ ἁπλῇ γενέσει ἐναντίον μάλιστα <lb/>κοινὸν
							σῆψις· πᾶσα γὰρ ἡ κατὰ φύσιν φθορὰ εἰς τοῦθ’ <lb/>ὁδός ἐστιν, οἷον γῆρας καὶ αὔανσις.
							Τέλος δὲ τῶν ἄλλων <lb/>ἁπάντων σαπρότης, ἂν μή τι βίᾳ φθαρῇ τῶν φύσει συνεστώτων·
							<lb/>ἔστι γὰρ καὶ σάρκα καὶ ὀστοῦν καὶ ὁτιοῦν κατακαῦσαι, <lb/>ὧν τὸ τέλος τῆς κατὰ
							φύσιν φθορᾶς σῆψίς ἐστιν. <lb/>Διὸ ὑγρὰ πρῶτον, εἶτα ξηρὰ τέλος γίγνεται τὰ σηπόμενα·
							<lb/>ἐκ τούτων γὰρ ἐγένετο, καὶ ὡρίσθη τῷ ὑγρῷ τὸ ξηρὸν ἐργαζομένων <lb/>τῶν
							ποιητικῶν. Γίγνεται δ’ ἡ φθορά, ὅταν κρατῇ <lb/>τοῦ ὁρίζοντος τὸ ὁριζόμενον διὰ τὸ
							περιέχον. Οὐ μὴν ἀλλ’ <lb/>ἰδίως λέγεται σῆψις ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος φθειρομένων, ὅταν
							<lb/>χωρισθῇ τῆς φύσεως. Διὸ καὶ σήπεται πάντα τἆλλα <lb/>πλὴν πυρός· καὶ γὰρ γῆ καὶ
							ὕδωρ καὶ ἀὴρ σήπεται· πάντα <lb/>γὰρ ὕλη τῷ πυρί ἐστι ταῦτα. Σῆψις δ’ ἐστὶ φθορὰ τῆς
							<lb/>ἐν ἑκάστῳ ὑγρῷ οἰκείας καὶ κατὰ φύσιν θερμότητος ὑπ’ <lb/>ἀλλοτρίας θερμότητος·
							αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ τοῦ περιέχοντος. <lb/>Ὥστ’ ἐπεὶ κατ’ ἔνδειαν πάσχει θερμοῦ, τὸ δὲ
							ἐνδεὲς τοιαύτης <lb/>δυνάμεως ψυχρὸν πᾶν, ἄμφω ἂν αἴτια εἴη, καὶ κοινὸν <lb/>τὸ πάθος
							ἡ σῆψις, ψυχρότητός τε οἰκείας καὶ θερμότητος <lb/>ἀλλοτρίας. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ
							ξηρότερα γίνεται τὰ σηπόμενα <lb/>πάντα, καὶ τέλος γῆ καὶ κόπρος· ἐξιόντος γὰρ τοῦ
							<lb/>οἰκείου θερμοῦ συνεξατμίζει τὸ κατὰ φύσιν ὑγρόν, καὶ τὸ <lb/>σπῶν τὴν ὑγρότητα
							οὐκέτ’ ἔστιν· ἐπάγει γὰρ ἕλκουσα <lb/>ἡ οἰκεία θερμότης. Καὶ ἐν τοῖς ψύχεσι δ’ ἧττον
							σήπεται <lb/>ἢ ἐν ταῖς ἀλέαις· ἐν μὲν γὰρ τῷ χειμῶνι ὀλίγον ἐν τῷ <lb/>περιέχοντι ἀέρι
							καὶ ὕδατι τὸ θερμόν, ὥστ’ οὐδὲν ἰσχύει, ἐν <pb n="102"/> δὲ τῷ θέρει πλέον. Καὶ οὔτε
							τὸ πεπηγός (μᾶλλον γὰρ <lb/>ψυχρὸν ἢ ὁ ἀὴρ θερμός· οὔκουν κρατεῖται, τὸ δὲ κινοῦν
							<lb/>κρατεῖ) οὔτε τὸ ζέον ἢ θερμόν· ἐλάττων γὰρ ἡ ἐν τῷ ἀέρι <lb/>θερμότης τῆς ἐν τῷ
							πράγματι, ὥστ’ οὐ κρατεῖ οὐδὲ ποιεῖ <lb/>μεταβολὴν οὐδεμίαν. Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ
							κινούμενον καὶ <lb/>ῥέον ἧττον σήπεται τοῦ ἀκινητίζοντος· ἀσθενεστέρα γὰρ <lb/>γίνεται
							ἡ ὑπὸ τῆς ἐν τῷ ἀέρι θερμότητος κίνησις τῆς ἐν τῷ <lb/>πράγματι προϋπαρχούσης, ὥστε
							οὐθὲν ποιεῖ μεταβάλλειν. <lb/>Ἡ δ’ αὐτὴ αἰτία καὶ τοῦ τὸ πολὺ ἧττον τοῦ ὀλίγου
							σήπεσθαι· <lb/>ἐν γὰρ τῷ πλείονι πλεῖόν ἐστι πῦρ οἰκεῖον καὶ ψυχρὸν ἢ <lb/>ὥστε
							κρατεῖν τὰς ἐν τῷ περιεστῶτι δυνάμεις. Διὸ καὶ <lb/>ἡ θάλασσα κατὰ μέρος μὲν
							διαιρουμένη ταχὺ σήπεται, <lb/>ἅπασα δ’ οὔ, καὶ τἆλλα ὕδατα ὡσαύτως. Καὶ ζῷα ἐγγίνεται
							<lb/>τοῖς σηπομένοις διὰ τὸ τὴν ἀποκεκριμένην θερμότητα <lb/>φυσικὴν οὖσαν συνιστάναι
							τὰ ἐκκριθέντα. Τί μὲν οὖν ἐστὶ <lb/>γένεσις καὶ τί φθορά, εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Λοιπὸν δ’ εἰπεῖν τὰ ἐχόμενα εἴδη, ὅσα αἱ εἰρημέναι δυνάμεις <lb/>ἐργάζονται ἐξ
							ὑποκειμένων τῶν φύσει συνεστώτων ἤδη. <lb/>Ἔστι δὴ θερμοῦ μὲν πέψις, πέψεως δὲ
							πέπανσις, ἕψησις, <lb/>ἔτι ὄπτησις· ψυχρότητος δὲ ἀπεψία, ταύτης δὲ ὠμότης,
							<lb/>μώλυσις, στάτευσις. Δεῖ δ’ ὑπολαμβάνειν μὴ κυρίως <lb/>ταῦτα λέγεσθαι τὰ ὀνόματα
							τοῖς πράγμασιν, ἀλλ’ οὐ κεῖται <lb/>καθόλου τοῖς ὁμοίοις, ὥστε οὐ ταῦτα ἀλλὰ τοιαῦτα
							δεῖ <lb/>νομίζειν εἶναι τὰ εἰρημένα εἴδη. Εἴπωμεν δ’ αὐτῶν ἕκαστον <lb/>τί ἐστιν.
							Πέψις μὲν οὖν ἐστὶ τελείωσις ὑπὸ τοῦ φυσικοῦ <lb/>καὶ οἰκείου θερμοῦ ἐκ τῶν
							ἀντικειμένων παθητικῶν· ταῦτα <lb/>δ’ ἐστὶν ἡ οἰκεία ἑκάστη ὕλη. Ὅταν γὰρ πεφθῇ,
							τετελείωταί <lb/>τε καὶ γέγονεν. Καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς τελειώσεως ὑπὸ <pb n="103"/>
							θερμότητος τῆς οἰκείας συμβαίνει, κἂν διά τινος τῶν ἐκτὸς <lb/>βοηθείας συνεπιτελεσθῇ,
							οἷον ἡ τροφὴ συμπέττεται διὰ <lb/>λουτρῶν καὶ ἄλλων τοιούτων· ἀλλ’ ἥ γε ἀρχὴ ἡ ἐν αὐτῷ
							<lb/>θερμότης ἐστίν. Τὸ δὲ τέλος τοῖς μὲν ἡ φύσις ἐστί, φύσις <lb/>δὲ ἣν λέγομεν ὡς
							εἶδος καὶ οὐσίαν· τοῖς δ’ εἰς ὑποκειμένην <lb/>τινὰ μορφὴν τὸ τέλος ἐστὶ τῆς πέψεως,
							ὅταν τοιονδὶ <lb/>γένηται καὶ τοσονδὶ τὸ ὑγρὸν ἢ ὀπτώμενον ἢ ἑψόμενον ἢ <lb/>σηπόμενον
							ἢ ἄλλως πως θερμαινόμενον· τότε γὰρ χρήσιμόν <lb/>ἐστι καὶ πεπέφθαι φαμέν, ὥσπερ τὸ
							γλεῦκος καὶ τὰ ἐν τοῖς <lb/>φύμασι συνιστάμενα, ὅταν γένηται πῦον, καὶ τὸ δάκρυον,
							<lb/>ὅταν γένηται λήμη. Ὁμοίως δὲ καὶ τἆλλα. Συμβαίνει δὲ <lb/>τοῦτο πάσχειν ἅπασιν,
							ὅταν κρατηθῇ ἡ ὕλη καὶ ἡ ὑγρότης· <lb/>αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τῆς ἐν τῇ φύσει
							θερμότητος. <lb/>Ἕως γὰρ ἂν ἐνῇ ἐν αὐτῇ ὁ λόγος, φύσις τοῦτ’ ἔστιν. <lb/>Διὸ καὶ
							ὑγιείας σημεῖα τὰ τοιαῦτα, καὶ οὖρα καὶ ὑποχωρήσεις <lb/>καὶ ὅλως τὰ περιττώματα. Καὶ
							λέγεται πεπέφθαι, <lb/>ὅτι δηλοῖ κρατεῖν τὴν θερμότητα τὴν οἰκείαν τοῦ ἀορίστου.
							<lb/>Ἀνάγκη δὲ τὰ πεττόμενα παχύτερα καὶ θερμότερα εἶναι· <lb/>τοιοῦτον γὰρ ἀποτελεῖ
							τὸ θερμόν, εὐογκότερον καὶ παχύτερον <lb/>καὶ ξηρότερον. Πέψις μὲν οὖν τοῦτ’ ἐστίν,
							ἀπεψία <lb/>δὲ ἀτέλεια δι’ ἔνδειαν τῆς οἰκείας θερμότητος· ἡ δ’ ἔνδεια <lb/>τῆς
							θερμότητος ψυχρότης ἐστίν· ἡ δ’ ἀτέλεια ἐστὶ τῶν. <lb/>ἀντικειμένων παθητικῶν, ἥπερ
							ἐστὶν ἑκάστῳ φύσει ὕλη. <lb/>Πέψις μὲν οὖν καὶ ἀπεψία διωρίσθω τοῦτον τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Πέπανσις δ’ ἐστὶ πέψις τις· ἡ γὰρ τῆς ἐν τοῖς περικαρπίοις <lb/>τροφῆς πέψις πέπανσις
							λέγεται. Ἐπεὶ δ’ ἡ πέψις <lb/>τελείωσίς τις, τότε ἡ πέπανσις τελεία ἐστίν, ὅταν τὰ
							<lb/>ἐν τῷ περικαρπίῳ σπέρματα δύνηται ἀποτελεῖν τοιοῦτον <pb n="104"/> ἕτερον οἷον
							αὐτό· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἄλλων τὸ τέλειον οὕτω <lb/>λέγομεν. Περικαρπίου μὲν οὖν αὕτη
							πέπανσις, λέγεται δὲ <lb/>καὶ ἄλλα πολλὰ πέπονα τῶν πεπεμμένων, κατὰ μὲν τὴν
							<lb/>αὐτὴν ἰδέαν, μεταφορᾷ δέ, διὰ τὸ μὴ κεῖσθαι, καθάπερ <lb/>εἴρηται καὶ πρότερον,
							ὀνόματα καθ’ ἑκάστην τελείωσιν <lb/>περὶ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τῆς φυσικῆς θερμότητος καὶ
							<lb/>ψυχρότητος. Ἔστι δὲ ἡ φυμάτων καὶ φλέγματος καὶ <lb/>τῶν τοιούτων πέπανσις ἡ ὑπὸ
							τοῦ φυσικοῦ θερμοῦ τοῦ ἐνόντος <lb/>ὑγροῦ πέψις· ἀδύνατον γὰρ ὁρίζειν μὴ κρατοῦν. Ἐκ
							<lb/>μὲν οὖν τῶν πνευματικῶν ὑδατώδη, ἐκ δὲ τῶν τοιούτων τὰ <lb/>γεηρὰ συνίσταται, καὶ
							ἐκ λεπτῶν ἀεὶ παχύτερα γίγνεται <lb/>πεπαινόμενα πάντα. Καὶ τὰ μὲν εἰς αὐτὴν ἡ φύσις
							ἄγει <lb/>κατὰ τοῦτο, τὰ δ’ ἐκβάλλει. Πέπανσις μὲν οὖν εἴρηται τί <lb/>ἐστιν, ὠμότης
							δ’ ἐστὶ τὸ ἐναντίον· ἐναντίον δὲ πεπάνσει ἀπεψία <lb/>τῆς ἐν τῷ περικαρπίῳ τροφῆς·
							αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ ἀόριστος <lb/>ὑγρότης. Διὸ ἢ πνευματικὴ ἢ ὑδατώδης ἢ τῶν ἐξ ἀμφοῖν
							<lb/>ἐστὶν ἡ ὠμότης. Ἐπεὶ δ’ ἡ πέπανσις τελείωσίς τις ἐστίν, <lb/>ἡ ὠμότης ἀτέλεια
							ἔσται. Γίγνεται δ’ ἀτέλεια δι’ ἔνδειαν <lb/>τοῦ φυσικοῦ θερμοῦ καὶ ἀσυμμετρίαν πρὸς τὸ
							ὑγρὸν τὸ <lb/>πεπαινόμενον. Οὐδὲν δ’ ὑγρὸν αὐτὸ καθ’ αὑτὸ πεπαίνεται <lb/>ἄνευ ξηροῦ·
							ὕδωρ γὰρ οὐ παχύνεται μόνον τῶν ὑγρῶν. <lb/>Συμβαίνει δὲ τοῦτο ἢ τῷ τὸ θερμὸν ὀλίγον
							εἶναι ἢ τῷ τὸ <lb/>ὁριζόμενον πολύ· διὸ καὶ λεπτοὶ οἱ χυμοὶ τῶν ὠμῶν, καὶ <lb/>ψυχροὶ
							μᾶλλον ἢ θερμοί, καὶ ἄβρωτοι καὶ ἄποτοι. Λέγεται <lb/>δὲ καὶ ἡ ὠμότης ὥσπερ καὶ ἡ
							πέπανσις, πολλαχῶς. Ὅθεν <lb/>καὶ οὖρα καὶ ὑποχωρήσεις καὶ κατάρροι ὠμοὶ λέγονται διὰ
							<lb/>τὸ αὐτὸ αἴτιον· τῷ γὰρ μὴ κεκρατῆσθαι ὑπὸ τῆς θερμότητος <lb/>μηδὲ συνεστάναι ὠμὰ
							πάντα προσαγορεύεται. Πόρρω <pb n="105"/> δὲ προϊόντων καὶ κέραμος ὠμὸς καὶ γάλα ὠμὸν
							καὶ ἄλλα <lb/>πολλὰ λέγεται, ἐὰν δυνάμενα μεταβάλλειν καὶ συνίστασθαι <lb/>ὑπὸ
							θερμότητος ἀπαθῆ ᾖ. Διὸ τὸ ὕδωρ ἑφθὸν μὲν λέγεται, <lb/>ὠμὸν δ’ οὔ, ὅτι οὐ παχύνεται.
							Πέπανσις μὲν οὖν καὶ <lb/>ὠμότης εἴρηται τί ἐστι, καὶ διὰ τί ἐστιν ἑκάτερον αὐτῶν·
							<lb/>ἕψησις δ’ ἐστὶ τὸ μὲν ὅλον πέψις ὑπὸ θερμότητος ὑγρᾶς <lb/>τοῦ ἐνυπάρχοντος
							ἀορίστου ἐν τῷ ὑγρῷ, λέγεται δὲ τοὔνομα <lb/>κυρίως μόνον ἐπὶ τῶν ἑψομένων. Τοῦτο δ’
							ἂν εἴη, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, πνευματῶδες ἢ ὑδατῶδες. Ἡ δε πέψις γίνεται <lb/>ἀπὸ τοῦ ἐν
							τῷ ὑγρῷ πυρός· τὸ γὰρ ἐπὶ τῶν τηγάνων <lb/>ὀπτᾶται· ὑπὸ γὰρ τοῦ ἔξωθεν θερμοῦ πάσχει,
							ἐν ᾧ δ’ <lb/>ἐσσὶν ὑγρῷ, ποιεῖ ἐκεῖνο μᾶλλον ξηρόν, εἰς αὑτὸ ἀναλαμβάνον. <lb/>Τὸ δ’
							ἑψόμενον τοὐναντίον ποιεῖ· ἐκκρίνεται γὰρ <lb/>ἐξ αὐτοῦ τὸ ὑγρὸν ὑπὸ τῆς ἐν τῷ ἔξω
							ὑγρῷ θερμασίας. Διὸ <lb/>ξηρότερα τὰ ἑφθὰ τῶν ὀπτῶν· οὐ γὰρ ἀνασπᾷ εἰς αὑτὰ <lb/>τὸ
							ὑγρὸν τὰ ἑψόμενα· κρατεῖ γὰρ ἡ ἔξωθεν θερμότης τῆς <lb/>ἐντός· εἰ δ’ ἐκράτει ἡ ἐντός,
							εἷλκεν ἂν εἰς ἑαυτήν. Ἔστι δ’ <lb/>οὐ πᾶν σῶμα ἑψητόν· οὔτε γὰρ ἐν ᾧ μηθέν ἐστιν
							ὑγρόν, <lb/>οἷον ἐν λίθοις, οὔτ’ ἐν οἷς ἔνεστι μέν, ἀλλ’ ἀδύνατον κρατηθῆναι <lb/>διὰ
							πυκνότητα, οἷον ἐν τοῖς ξύλοις· ἀλλ’ ὅσα τῶν <lb/>σωμάτων ἔχει ὑγρότητα παθητικὴν ὑπὸ
							τῆς ἐν τῷ ὑγρῷ <lb/>πυρώσεως. Λέγεται δὲ καὶ χρυσὸς ἕψεσθαι καὶ ξύλον καὶ <lb/>ἄλλα
							πολλά, κατὰ μὲν τὴν ἰδέαν οὐ τὴν αὐτήν, μεταφορᾷ <lb/>δέ· οὐ γὰρ κεῖται ὀνόματα ταῖς
							διαφοραῖς. Καὶ <lb/>τὰ ὑγρὰ δὲ ἕψεσθαι λέγομεν, οἷον γάλα καὶ γλεῦκος, ὅταν <lb/>ὁ ἐν
							τῷ ὑγρῷ χυμὸς εἰς εἶδός τι μεταβάλλῃ ὑπὸ τοῦ κύκλῳ <lb/>καὶ ἔξωθεν πυρὸς θερμαίνοντος,
							ὥστε τρόπον τινὰ παραπλήσιον <lb/>τῇ εἰρημένῃ ἑψήσει ποιεῖ. Τέλος δ’ οὐ ταὐτὸ πᾶσιν,
								<pb n="106"/> οὔτε ἑψομένοις οὔτε πεττομένοις, ἀλλὰ τοῖς μὲν πρὸς ἐδωδήν, <lb/>τοῖς
							δὲ πρὸς ῥόφησιν, τοῖς δὲ πρὸς ἄλλην χρείαν, ἐπεὶ <lb/>καὶ τὰ φάρμακα ἕψειν λέγομεν.
							Ὥστε ὅσα παχύτερα δύναται <lb/>γίγνεσθαι ἢ ἐλάττω ἢ βαρύτερα, ἢ τὰ μὲν αὐτῶν τοιαῦτα
							<lb/>τὰ δ’ ἐναντία, διὰ τὸ διακρινόμενα τὰ μὲν παχύνεσθαι <lb/>τὰ δὲ λεπτύνεσθαι,
							ὥσπερ τὸ γάλα εἰς ὀρρὸν καὶ πυτίαν, <lb/>πάντα ἑψητά ἐστιν. Τὸ δ’ ἔλαιον οὐχ ἕψεται
							αὐτὸ καθ’ <lb/>αὑτό, ὅτι τούτων οὐθὲν πάσχει. Ἡ μὲν οὖν κατὰ τὴν <lb/>ἕψησιν λεγομένη
							πέψις τοῦτ’ ἐστίν· καὶ οὐδὲν διαφέρει ἐν <lb/>ὀργάνοις τεχνικοῖς ἢ φυσικοῖς, ἐὰν
							γίγνηται· διὰ τὴν <lb/>αὐτὴν γὰρ αἰτίαν πάντα ἔσται. Μώλυσις δ’ ἀπεψία <lb/>μὲν ἡ
							ἐναντία ἑψήσει· εἴη δ’ ἂν ἐναντία ἥ τε πρώτη <lb/>λεχθεῖσα ἀπεψία τοῦ ἐν τῷ σώματι
							ἀορίστου δι’ ἔνδειαν <lb/>τῆς ἐν τῷ ὑγρῷ τῷ πέριξ θερμότητος. Ἡ δ’ ἔνδεια μετὰ
							<lb/>ψυχρότητος ὅτι ἐστίν, εἴρηται· γίγνεται δὲ διὰ κίνησιν ἄλλην· <lb/>ἐκκρούεται γὰρ
							ἡ πέττουσα, καὶ ἡ ἔνδεια δὲ ἢ διὰ τὸ <lb/>πλῆθος τῆς ἐν τῷ ὑγρῷ ψυχρότητος, ἢ διὰ τὸ
							ἐν τῷ ἑψομένῳ <lb/>πλῆθος· τότε γὰρ συμβαίνει τὴν ἐν τῷ ὑγρῷ θερμότητα <lb/>πλείω μὲν
							εἶναι ἢ ὥστε μὴ κινῆσαι, ἐλάττω δὲ ἢ ὥστε <lb/>ὁμαλῦναι καὶ συμπέψαι. Διὸ σκληρότερα
							μὲν τὰ μεμωλυσμένα <lb/>γίγνεται τῶν ἑφθῶν, τὰ δ’ ὑγρὰ διωρισμένα μᾶλλον. <lb/>Ἕψησις
							μὲν οὖν καὶ μώλυσις εἴρηται, καὶ τί ἐστι <lb/>καὶ διὰ τί ἐστιν· ὄπτησις δ’ ἐστὶ πέψις
							ὑπὸ θερμότητος <lb/>ξηρᾶς καὶ ἀλλοτρίας. Διὰ τοῦτο κἂν ἕψων τις ποιῇ <lb/>μεταβάλλειν
							καὶ πέττεσθαι, μὴ ὑπὸ τῆς τοῦ ὑγροῦ θερμότητος <lb/>ἀλλ’ ὑπὸ τῆς τοῦ πυρός, ὅταν
							τελεσθῇ, ὀπτὸν γίνεται <lb/>καὶ οὐχ ἑφθόν, καὶ τῇ ὑπερβολῇ προσκεκαῦσθαι <pb n="107"/>
							λέγεται· ὑπὸ ξηρᾶς δὲ θερμότητος γίνεται, ὅταν ξηρότερον <lb/>γίγνηται ἐπιτελεσθέν.
							Διὸ καὶ τὰ ἐκτὸς ξηρότερα <lb/>τῶν ἐντός· τὰ δ’ ἑφθὰ τοὐναντίον. Καὶ ἔργον ἐπὶ τῶν
							<lb/>χειροκμήτων τὸ ὀπτῆσαι μεῖζον ἢ ἑψῆσαι· χαλεπὸν γὰρ <lb/>τὰ ἐντὸς καὶ τὰ ἐκτὸς
							ὁμαλῶς θερμαίνειν. Ἀεὶ γὰρ τὰ <lb/>ἐγγύτερον τοῦ πυρὸς ξηραίνεται θᾶττον, ὥστε καὶ
							μᾶλλον. <lb/>Συνιόντων οὖν τῶν ἔξω πόρων οὐ δύναται ἐκκρίνεσθαι <lb/>τὸ ἐνυπάρχον
							ὑγρόν, ἀλλ’ ἐγκατακλείεται, ὅταν οἱ πόροι <lb/>μύσωσιν. Ὄπτησις μὲν οὖν καὶ ἕψησις
							γίγνονται μὲν τέχνῃ, <lb/>ἔστι δ’, ὥσπερ λέγομεν, τὰ εἴδη καθόλου ταὐτὰ καὶ φύσει·
							<lb/>ὅμοια γὰρ τὰ γιγνόμενα πάθη, ἀλλ’ ἀνώνυμα· μιμεῖται γὰρ <lb/>ἡ τέχνη τὴν φύσιν,
							ἐπεὶ καὶ ἡ τῆς τροφῆς ἐν τῷ σώματι <lb/>πέψις ὁμοία ἑψήσει ἐστίν· καὶ γὰρ ἐν ὑγρῷ καὶ
							θερμῷ <lb/>ὑπὸ τῆς τοῦ σώματος θερμότητος γίγνεται. Καὶ ἀπεψίαι <lb/>ἔνιαι ὅμοιαι τῇ
							μωλύσει. Καὶ ζῷον οὐκ ἐγγίνεται ἐν <lb/>τῇ πέψει, ὥσπερ τινές φασιν, ἀλλ’ ἐν τῇ
							ἀποκρίσει σηπομένῃ <lb/>ἐν τῇ κάτω κοιλίᾳ, εἶτ’ ἐπανέρχεται ἄνω· πέττεται <lb/>μὲν γὰρ
							ἐν τῇ ἄνω κοιλίᾳ, σήπεται δ’ ἐν τῇ κάτω τὸ <lb/>ἀποκριθέν· δι’ ἣν δ’ αἰτίαν, εἴρηται
							ἐν ἑτέροις. Ἡ μὲν <lb/>οὖν μόλυνσις τῇ ἑψήσει ἐναντίον· τῇ δὲ ὡς ὀπτήσει λεγομένῃ
							<lb/>πέψει ἔστι μέν τι ἀντικείμενον ὁμοίως, ἀνωνυμώτερον <lb/>δέ. Εἴη δ’ ἂν ὅμοιον, εἰ
							γένοιτο στάτευσις ἀλλὰ μὴ <lb/>ὄπτησις δι’ ἔνδειαν θερμότητος, ἣ συμβαίη ἂν ἢ δι’
							ὀλιγότητα <lb/>τοῦ ἔξω πυρὸς ἢ διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐν τῷ ὀπτωμένῳ <lb/>ὕδατος· τότε γὰρ
							πλείων μέν ἐστιν ἢ ὥστε μὴ κινῆσαι, <lb/>ἐλάττων δ’ ἢ ὥστε πέψαι. Τί μὲν οὖν ἐστὶ
							πέψις καὶ <pb n="108"/> ἀπεψία, καὶ πέπανσις καὶ ὠμότης, καὶ ἕψησις καὶ ὄπτησις
							<lb/>καὶ τἀναντία τούτοις, εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τῶν δὲ παθητικῶν, τοῦ ὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ, λεκτέον τὰ <lb/>εἴδη. Εἰσὶ δ’ αἱ μὲν ἀρχαὶ
							τῶν σωμάτων αἱ παθητικαὶ <lb/>ὑγρὸν καὶ ξηρόν, τὰ δ’ ἄλλα μικτὰ μὲν ἐκ τούτων,
							ὁποτέρου <lb/>δὲ μᾶλλον, τούτου μᾶλλον τὴν φύσιν ἐστίν, οἷον <lb/>τὰ μὲν ξηροῦ μᾶλλον
							τὰ δ’ ὑγροῦ. Πάντα δὲ τὰ μὲν ἐντελεχείᾳ <lb/>ἔσται, τὰ δ’ ἐν τῷ ἀντικειμένῳ· ἔχει δ’
							οὕτω τῆξις <lb/>πρὸς τὸ τηκτόν. Ἐπεὶ δ’ ἐστὶ τὸ μὲν ὑγρὸν εὐόριστον, <lb/>τὸ δὲ ξηρὸν
							δυσόριστον, ὅμοιόν τι τῷ ὄψῳ καὶ τοῖς <lb/>ἡδύσμασι πρὸς ἄλληλα πάσχουσιν· τὸ γὰρ
							ὑγρὸν τῷ ξηρῷ <lb/>αἴτιον τοῦ ὁρίζεσθαι, καὶ ἑκάτερον ἑκατέρῳ οἷον κόλλα
							<lb/>γίγνεται, ὥσπερ καὶ Ἐμπεδοκλῆς ἐποίησεν ἐν τοῖς <lb/>φυσικοῖς</p>
						<l>Ἄλφιτον ὕδατι κολλήσας.</l>
						<p>Καὶ διὰ τοῦτο ἐξ ἀμφοῖν ἐστὶ τὸ ὡρισμένον σῶμα. Λέγεται <lb/>δὲ τῶν στοιχείων
							ἰδιαίτατα ξηροῦ μὲν γῆ, ὑγροῦ <lb/>δὲ ὕδωρ. Διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ ὡρισμένα σώματα
							ἐνταῦθα <lb/>οὐκ ἄνευ γῆς καὶ ὕδατος· ὁποτέρου δὲ πλεῖον, κατὰ <lb/>τὴν δύναμιν τούτου
							ἕκαστον φαίνεται. Καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν <lb/>ὕδατι ζῷα μόνον ἐστίν, ἐν ἀέρι δὲ καὶ πυρὶ οὐκ
							ἔστιν, ὅτι <lb/>τῶν σωμάτων ὕλη ταῦτα. Τῶν δὲ σωματικῶν παθημάτων <lb/>ταῦτα πρῶτα
							ἀνάγκη ὑπάρχειν τῷ ὡρισμένῳ, σκληρότητα <lb/>ἢ μαλακότητα· ἀνάγκη γὰρ τὸ ἐκ ξηροῦ καὶ
							ὑγροῦ ἢ <lb/>σκληρὸν εἶναι ἢ μαλακόν. Ἔστι δὲ σκληρὸν μὲν τὸ μὴ <lb/>ὑπεῖκον εἰς αὑτὸ
							κατὰ τὸ ἐπίπεδον, μαλακὸν δὲ τὸ ὑπεῖκον <lb/>τῷ μὴ ἀντιπεριίστασθαι· τὸ γὰρ ὕδωρ οὐ
							μαλακόν· οὐ γὰρ <pb n="109"/> ὑπείκει τῇ θλίψει τὸ ἐπίπεδον εἰς βάθος, ἀλλ’
							ἀντιπεριίσταται. <lb/>Ἁπλῶς μὲν οὖν σκληρὸν ἢ μαλακὸν τὸ ἁπλῶς τοιοῦτον, <lb/>πρὸς
							ἕτερον δὲ τὸ πρὸς ἐκεῖνο τοιοῦτον. Πρὸς μὲν <lb/>οὖν ἄλληλα ἀόριστά ἐστι τῷ μᾶλλον καὶ
							ἧττον· ἐπεὶ δὲ <lb/>πρὸς τὴν αἴσθησιν πάντα κρίνομεν τὰ αἰσθητά, δῆλον ὅτι <lb/>καὶ τὸ
							σκληρὸν καὶ τὸ μαλακὸν ἁπλῶς πρὸς τὴν ἁφὴν ὡρίκαμεν, <lb/>ὡς μεσότητι χρώμενοι τῇ ἁφῇ.
							Διὸ τὸ μὲν ὑπερβάλλον <lb/>αὐτῆς σκληρόν, τὸ δ’ ἐλλεῖπον μαλακὸν εἶναί <lb/>φαμεν.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ἀνάγκη δὲ σκληρὸν ἢ μαλακὸν εἶναι τὸ ὡρισμένον σῶμα <lb/>οἰκείῳ ὅρῳ· ἢ γὰρ ὑπείκειν ἢ
							μή· ἔτι πεπηγὸς εἶναι· τούτῳ <lb/>γὰρ ὁρίζεται. Ὥστ’ ἐπεὶ πᾶν μὲν τὸ ὡρισμένον καὶ
							<lb/>συνεστηκὸς ἢ μαλακὸν ἢ σκληρόν, ταῦτα δὲ πήξει ἐστίν, <lb/>ἅπαντ’ ἂν εἴη τὰ
							σώματα τὰ σύνθετα καὶ ὡρισμένα οὐκ <lb/>ἄνευ πήξεως. Πήξεως οὖν πέρι ῥητέον. Ἔστι δὲ
							τὰ <lb/>αἴτια τὰ περὶ τὴν ὕλην δύο, τό τε ποιοῦν καὶ τὸ πάθος, τὸ <lb/>μὲν ποιοῦν ὡς
							ὅθεν ἡ κίνησις, τὸ δὲ πάθος ὡς εἶδος. Ὥστε <lb/>καὶ πήξεως καὶ διαχύσεως, καὶ τοῦ
							ξηραίνεσθαι καὶ τοῦ ὑγραίνεσθαι. <lb/>Ποιεῖ δὲ τὸ ποιοῦν δυσὶ δυνάμεσι, καὶ πάσχει τὸ
							<lb/>πάσχον παθήμασι δυσίν, ὥσπερ εἴρηται· ποιεῖ μὲν θερμῷ <lb/>καὶ ψυχρῷ, τὸ δὲ πάθος
							ἢ παρουσίᾳ ἢ ἀπουσίᾳ θερμοῦ ἢ <lb/>ψυχροῦ. Ἐπεὶ δὲ τὸ πήγνυσθαι ξηραίνεσθαί πώς ἐστι,
							περὶ <lb/>τούτου εἴπωμεν πρῶτον. Τὸ δὴ πάσχον ἢ ὑγρὸν ἢ ξηρὸν <lb/>ἢ ἐκ τούτων.
							Τιθέμεθα δὲ ὑγροῦ σῶμα ὕδωρ, ξηροῦ δὲ <lb/>γῆν· ταῦτα γὰρ τῶν ὑγρῶν καὶ τῶν ξηρῶν
							παθητικά. <lb/>Διὸ καὶ τὸ ψυχρὸν τῶν παθητικῶν μᾶλλον· ἐν τούτοις γάρ <pb n="110"/>
							ἐστι· καὶ γὰρ ἡ γῆ καὶ τὸ ὕδωρ ψυχρὰ ὑπόκειται. Ποιητικὸν <lb/>δὲ τὸ ψυχρὸν ὡς
							φθαρτικὸν ἢ ὡς κατὰ συμβεβηκός, <lb/>καθάπερ εἴρηται πρότερον· ἐνίοτε γὰρ καὶ κάειν
							λέγεται <lb/>καὶ θερμαίνειν τὸ ψυχρόν, οὐχ ὡς τὸ θερμόν, ἀλλὰ τῷ συνάγειν <lb/>ἢ
							ἀντιπεριιστάναι τὸ θερμόν. Ξηραίνεται δὲ ὅσα <lb/>ἐστὶν ὕδωρ καὶ ὕδατος εἴδη, ἢ ἔχει
							ὕδωρ εἴτ’ ἐπακτὸν εἴτε <lb/>συμφυές. Λέγω δ’ ἐπακτὸν μὲν οἷον ἐν ἐρίῳ, σύμφυτον δ’
							<lb/>οἷον ἐν γάλακτι. Ὕδατος δ’ εἴδη τὰ τοιάδε, οἶνος, οὖρον, <lb/>ὀρρός, καὶ ὅλως ὅσα
							μηδεμίαν ἢ βραχεῖαν ἔχει ὑπόστασιν, <lb/>μὴ διὰ γλισχρότητα· ἐνίοις μὲν γὰρ αἴτιον τοῦ
							μὴ ὑφίστασθαι <lb/>μηδὲν ἡ γλισχρότης, ὥσπερ ἐλαίῳ ἢ πίττῃ. Ξηραίνεται <lb/>δὲ πάντα ἢ
							θερμαινόμενα ἢ ψυχόμενα, ἀμφότερα δὲ <lb/>θερμῷ, καὶ ὑπὸ τῆς ἐντὸς θερμότητος ἢ τῆς
							ἔξω· καὶ γὰρ <lb/>τὰ τῇ ψύξει ξηραινόμενα, ὥσπερ ἱμάτιον, ἐὰν ᾖ κεχωρισμένον <lb/>αὐτὸ
							καθ’ αὑτὸ τὸ ὑγρόν, ὑπὸ τοῦ ἐντὸς θερμοῦ <lb/>συνεξατμίζοντος τὸ ὑγρὸν ξηραίνεται, ἂν
							ὀλίγον ᾖ τὸ ὑγρόν, <lb/>ἐξιούσης τῆς θερμότητος ὑπὸ τοῦ περιεστῶτος ψυχροῦ. Ξηραίνεται
							<lb/>μὲν οὖν, ὥσπερ εἴρηται, ἅπαντα ἢ θερμαινόμενα <lb/>ἢ ψυχόμενα, καὶ πάντα θερμῷ, ἢ
							τῷ ἐντὸς ἢ τῷ ἐκτὸς συνεξατμίζοντι <lb/>τὸ ὑγρόν. Λέγω δ’ ἐκτὸς μέν, ὥσπερ τὰ ἑψόμενα,
							<lb/>ἐντὸς δέ, ὅταν ἀφαιρεθέντος ὑφ’ ἧς ἔχει θερμότητος <lb/>ἀναλωθῇ ἀποπνεούσης. Περὶ
							μὲν οὖν τοῦ ξηραίνεσθαι <lb/>εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Τὸ δ’ ὑγραίνεσθαί ἐστιν ἓν μὲν τὸ ὕδωρ γίγνεσθαι συνιστάμενον, <lb/>ἓν δὲ τὸ τήκεσθαι
							τὸ πεπηγός. Τούτων δὲ συνίσταται <lb/>μὲν εἰς ὕδωρ ψυχόμενον τὸ πνεῦμα· περὶ δὲ τήξεως
							<lb/>ἅμα καὶ πήξεως ἔσται δῆλον. Πήγνυται δὲ ὅσα πήγνυται <lb/>ἢ ὕδατος ὄντα ἢ γῆς καὶ
							ὕδατος, καὶ ταῦτα ἢ θερμῷ ξηρῷ ἢ <lb/>ψυχρῷ. Διὸ καὶ λύεται τοῖς ἐναντίοις, ὅσα λύεται
							τῶν ὑπὸ <pb n="111"/> θερμοῦ παγέντων ἢ ὑπὸ ψυχροῦ· τὰ μὲν γὰρ ὑπὸ ξηροῦ <lb/>θερμοῦ
							παγέντα ὑπὸ ὕδατος λύεται, ὅ ἐστιν ὑγρὸν ψυχρόν, <lb/>τὰ δὲ ὑπὸ ψυχροῦ παγέντα ὑπὸ
							πυρὸς λύεται, ὅ ἐστι <lb/>θερμόν. Πήγνυσθαι δ’ ἔνια δόξειεν ἂν ὑπὸ ὕδατος, οἷον τὸ
							<lb/>μέλι τὸ ἑφθόν· πήγνυται δ’ οὐχ ὑπὸ τοῦ ὕδατος, ἀλλ’ ὑπὸ <lb/>τοῦ ἐν αὐτῷ ψυχροῦ.
							Ὅσα μὲν οὖν ἐστὶν ὕδατος, οὐ <lb/>πήγνυται ὑπὸ πυρός. Λύεται γὰρ ὑπὸ πυρός, τὸ δ’ αὐτὸ
							<lb/>τῷ αὐτῷ κατὰ ταὐτὸ οὐκ ἔστιν αἴτιον τοῦ ἐναντίου. Ἔτι <lb/>τῷ ἀπιέναι τὸ θερμὸν
							πήγνυται, ὥστε δῆλον ὅτι τῷ εἰσιέναι <lb/>λυθήσεται· ὥστε ποιοῦντος τοῦ ψυχροῦ
							πήγνυται. <lb/>Διὸ οὐ παχύνεται τὰ τοιαῦτα πηγνύμενα· ἡ γὰρ πάχυνσις <lb/>ὑγροῦ μὲν
							ἀπιόντος γίγνεται, τοῦ ξηροῦ δὲ συνισταμένου· <lb/>ὕδωρ δὲ τῶν ὑγρῶν οὐ παχύνεται
							μόνον. Ὅσα δὲ κοινὰ γῆς <lb/>καὶ ὕδατος, καὶ ὑπὸ πυρὸς πήγνυται καὶ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ,
							<lb/>παχύνεται δ’ ὑπ’ ἀμφοῖν ἔστι μὲν ὡς τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον, ἔστι δ’ ὡς ἄλλως, ὑπὸ
							μὲν θερμοῦ τὸ ὑγρὸν ἐξάγοντος <lb/>(ἐξατμίζοντος γὰρ τοῦ ὑγροῦ παχύνεται τὸ ξηρὸν
							<lb/>καὶ συνίσταται), ὑπὸ δὲ τοῦ ψυχροῦ τὸ θερμὸν ἐκθλίβοντος, <lb/>μεθ’ οὗ τὸ ὑγρὸν
							συναπέρχεται συνεξατμίζον. Ὅσα <lb/>μὲν οὖν μαλακὰ ἀλλὰ μὴ ὑγρά, οὐ παχύνεται ἀλλὰ
							πήγνυται <lb/>ἐξιόντος τοῦ ὑγροῦ, οἷον ὁ ὀπτώμενος κέραμος· ὅσα δὲ <lb/>ὑγρὰ τῶν
							μικτῶν, καὶ παχύνεται, οἷον γάλα. Πολλὰ δὲ <lb/>καὶ ὑγραίνεται πρῶτον, ὅσα ἢ παχέα ἢ
							σκληρὰ ὑπὸ ψυχροῦ <lb/>προϋπῆρχεν ὄντα, ὥσπερ καὶ ὁ κέραμος τὸ πρῶτον ὀπτώμενος
							<lb/>ἀτμίζει καὶ μαλακώτερος γίνεται· διὸ καὶ διαστρέφεται <lb/>ἐν ταῖς καμίνοις. Ὅσα
							μὲν οὖν ὑπὸ ψυχροῦ πήγνυται <lb/>τῶν κοινῶν γῆς καὶ ὕδατος, πλεῖον δὲ ἐχόντων γῆς, <pb n="112"/> τὰ μὲν τῷ τὸ θερμὸν ἐξεληλυθέναι πηγνύμενα, ταῦτα τήκεται <lb/>θερμῷ
							εἰσιόντος πάλιν τοῦ θερμοῦ, οἷον ὁ πηλὸς ὅταν <lb/>παγῇ· ὅσα δὲ διὰ ψύξιν, καὶ τοῦ
							θερμοῦ συνεξατμίσαντος <lb/>ἅπαντος, ταῦτα δὲ ἄλυτα μὴ ὑπερβαλλούσῃ θερμότητι,
							<lb/>ἀλλὰ μαλάττεται, οἷον σίδηρος καὶ κέρας. Τήκεται δὲ καὶ <lb/>ὁ εἰργασμένος
							σίδηρος, ὥστε ὑγρὸς γίγνεσθαι καὶ πάλιν <lb/>πήγνυσθαι. Καὶ τὰ στομώματα ποιοῦσιν
							οὕτως· ὑφίσταται <lb/>γὰρ καὶ ἀποκαθαίρεται κάτω ἡ σκωρία· ὅταν δὲ πολλάκις <lb/>πάθῃ
							καὶ καθαρὸς γένηται, τοῦτο στόμωμα γίγνεται. <lb/>Οὐ ποιοῦσι δὲ πολλάκις αὐτὸ διὰ τὸ
							ἀπουσίαν γίγνεσθαι <lb/>πολλὴν καὶ τὸν σταθμὸν ἐλάττω ἀποκαθαιρομένου. Ἔστι <lb/>δ’
							ἀμείνων σίδηρος ὁ ἐλάττω ἔχων ἀποκάθαρσιν. Τήκεται <lb/>δὲ καὶ ὁ λίθος ὁ πυρίμαχος
							ὥστε στάζειν καὶ ῥεῖν· τὸ δὲ <lb/>πηγνύμενον ὅταν ῥυῇ, πάλιν γίγνεται σκληρόν. Καὶ αἱ
							<lb/>μύλαι τήκονται ὥστε ῥεῖν· τὸ δὲ ῥέον πηγνύμενον τὸ μὲν <lb/>χρῶμα μέλαν, ὅμοιον
							δὲ γίνεται τῇ τιτάνῳ. Τήκεται δὲ <lb/>καὶ ὁ πηλὸς καὶ ἡ γῆ. Ὅσα δ’ ὑπὸ θερμοῦ ξηροῦ
							πήγνυται, <lb/>τὰ μὲν ἄλυτα, τὰ δὲ λύεται ὑγρῷ. Κέραμος μὲν οὖν <lb/>καὶ λίθων ἐνίων
							γένη, ὅσοι ὑπὸ πυρὸς τῆς γῆς συγκαυθείσης <lb/>γίγνονται, οἷον οἱ μυλίαι, ἄλυτα,
							νίτρον δὲ καὶ ἅλες <lb/>λυτὰ ὑγρῷ, οὐ παντὶ δὲ ἀλλὰ ψυχρῷ. Διὸ ὕδατι καὶ ὅσα
							<lb/>ὕδατος εἴδη τήκεται, ἐλαίῳ δ’ οὐ τήκεται. Τῷ γὰρ ξηρῷ <lb/>θερμῷ ἐναντίον ψυχρὸν
							ὑγρόν. Εἰ οὖν ἔπηξε θάτερον, <lb/>θάτερον λύσει· οὕτω γὰρ τἀναντία ἔσται αἴτια τῶν
							<lb/>ἐναντίων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Παχύνεται μὲν οὖν ὑπὸ πυρὸς μόνον, ὅσα ὕδατος πλεῖον <lb/>ἔχει ἢ γῆς, πήγνυται δέ,
							ὅσα γῆς. Διὸ καὶ τὸ νίτρον καὶ <lb/>οἱ ἅλες γῆς εἰσὶ μᾶλλον, καὶ λίθος καὶ κέραμος.
							Ἀπορώτατα <pb n="113"/> δ’ ἔχει ἡ τοῦ ἐλαίου φύσις. Εἰ μὲν γὰρ ὕδατος ἔχει <lb/>πλέον,
							ἔδει πήγνυσθαι ὑπὸ ψυχροῦ ὡς οἱ πάγοι, εἰ δὲ γῆς <lb/>πλεῖον, ὑπὸ πυρὸς ὡς ὁ κέραμος·
							νῦν δὲ πήγνυται μὲν ὑπ’ <lb/>οὐδετέρου, παχύνεται δ’ ὑπ’ ἀμφοῖν. Αἴτιον δ’ ἐστὶν ὅτι
							<lb/>ἀέρος ἐστὶ πλῆρες. Διὸ καὶ ἐν τῷ ὕδατι ἐπιπολάζει· καὶ <lb/>γὰρ ὁ ἀὴρ φέρεται
							ἄνω. Τὸ μὲν οὖν ψυχρὸν ἐκ τοῦ <lb/>ἐνόντος πνεύματος ὕδωρ ποιοῦν παχύνει· ἀεὶ γάρ,
							ὅταν μιχθῇ <lb/>ὕδωρ καὶ ἔλαιον, ἀμφοῖν γίνεται παχύτερον. Ὑπὸ δὲ <lb/>πυρὸς καὶ
							χρόνου παχύνεται καὶ λευκαίνεται, λευκαίνεται <lb/>μὲν ἐξατμίζοντος εἴ τι ἐνῆν ὕδατος,
							παχύνεται δὲ διὰ τὸ <lb/>μαραινομένου τοῦ θερμοῦ ἐκ τοῦ ἀέρος γίγνεσθαι ὕδωρ.
							<lb/>Ἀμφοτέρως μὲν οὖν τὸ αὐτὸ γίνεται πάθος, καὶ διὰ τὸ <lb/>αὐτό, ἀλλ’ οὐχ ὡσαύτως.
							Παχύνεται μὲν οὖν ὑπ’ ἀμφοτέρων, <lb/>ξηραίνεται δ’ ὑπ’ οὐδετέρου· οὔτε γὰρ ὁ ἥλιος
							οὔτε <lb/>τὸ ψῦχος ξηραίνει· οὐ μόνον διότι γλίσχρον, ἀλλὰ καὶ <lb/>διότι ἀέρος ἐστίν.
							Οὐ ξηραίνεται δὲ τὸ ὕδωρ οὐδ’ ἐξέψεται <lb/>ὑπὸ πυρός, ὅτι οὐκ ἀτμίζει διὰ
							γλισχρότητα. Ὅσα <lb/>δὲ μικτὰ ὕδατος καὶ γῆς, κατὰ τὸ πλῆθος ἑκατέρου ἄξιον
							<lb/>λέγεσθαι· οἶνος γάρ τις καὶ πήγνυται καὶ ἕψεται, οἷον τὸ <lb/>γλεῦκος. Ἀπέρχεται
							δ’ ἀπὸ πάντων τῶν τοιούτων ξηραινομένων <lb/>τὸ ὕδωρ. Σημεῖον δ’ ὅτι τὸ ὕδωρ· ἡ γὰρ
							ἀτμὶς <lb/>συνίσταται εἰς ὕδωρ, ἐάν τις βούληται συλλέγειν. Ὥστε <lb/>ὅσοις λείπεταί
							τι, τοῦτο γῆς. Ἔνια δὲ τούτων καὶ ὑπὸ <lb/>ψυχροῦ, ὥσπερ εἴρηται, παχύνεται καὶ
							ξηραίνεται· τὸ γὰρ <lb/>ψυχρὸν οὐ μόνον πήγνυσιν, ἀλλὰ ξηραίνει μὲν τὸ ὕδωρ,
							<lb/>παχύνει δὲ τὸν ἀέρα ὕδωρ ποιοῦν. Ἡ δὲ πῆξις εἴρηται ξηρασία <lb/>τις οὖσα. Ὅσα
							μὲν οὖν μὴ παχύνεται ὑπὸ τοῦ <lb/>ψυχροῦ ἀλλὰ πήγνυται, ὕδατός ἐστι μᾶλλον, οἷον οἶνος
								<pb n="114"/> καὶ οὖρον καὶ ὄξος καὶ κονία καὶ ὀρρός· ὅσα δὲ παχύνεται <lb/>μὴ
							ἐξατμίζοντα ὑπὸ πυρός, τὰ μὲν γῆς, τὰ δὲ κοινὰ ὕδατος <lb/>καὶ ἀέρος, μέλι μὲν γῆς,
							ἔλαιον δ’ ἀέρος. Ἔστι δὲ καὶ τὸ <lb/>γάλα καὶ τὸ αἷμα ἀμφοῖν μὲν κοινὰ καὶ ὕδατος καὶ
							γῆς, <lb/>μᾶλλον δὲ τὰ πολλὰ γῆς, ὥσπερ καὶ ἐξ ὅσων ὑγρῶν νίτρον <lb/>γίνεται καὶ
							ἅλες. Καὶ λίθοι δ’ ἔκ τινων συνίστανται <lb/>τοιούτων. Διὸ ἐὰν μὴ χωρισθῇ ὁ ὀρρός,
							ἐκκάεται ὑπὸ τοῦ <lb/>πυρὸς ἑψόμενος. Τὸ δὲ γεῶδες συνίσταται καὶ ὑπὸ τοῦ <lb/>ὀποῦ,
							ἐάν πως ἕψῃ τις, οἷον οἱ ἰατροὶ ὀπίζοντες. Οὕτω <lb/>δὲ χωρίζεται ὁ ὀρρὸς καὶ ὁ τυρός.
							Ὁ δὲ χωρισθεὶς <lb/>ὀρρὸς οὐκέτι παχύνεται, ἀλλ’ ἐκκάεται ὥσπερ ὕδωρ. Εἰ <lb/>δέ τι μὴ
							ἔχει τυρὸν γάλα ἢ ὀλίγον, τοῦτο μᾶλλον ὕδατος <lb/>καὶ ἄτροφον. Καὶ τὸ αἷμα ὁμοίως·
							πήγνυται γὰρ τῷ <lb/>ξηραίνεσθαι ψυχόμενον. Ὅσα δὲ μὴ πήγνυται, οἷον τὸ τῆς
							<lb/>ἐλάφου, τὰ τοιαῦτα ὕδατος μᾶλλον, καὶ ψυχρότατα ταῦτα. <lb/>Διὸ καὶ οὐκ ἔχει
							ἶνας· αἱ γὰρ ἶνές εἰσι γῆς καὶ στερεόν. <lb/>Ὥστε καὶ ἐξαιρεθεισῶν οὐ πήγνυται. Τοῦτο
							δ’ <lb/>ἔσται, ὅτι οὐ ξηραίνεται· ὕδωρ γὰρ τὸ λοιπόν, ὥσ περ <lb/>τὸ γάλα τοῦ τυροῦ
							ἐξαιρεθέντος. Σημεῖον δέ· τὰ νοσώδη <lb/>γὰρ αἵματα οὐ θέλει πήγνυσθαι· ἰχωροειδῆ γάρ,
							τοῦτο δὲ <lb/>φλέγμα καὶ ὕδωρ διὰ τὸ ἄπεπτον εἶναι καὶ ἀκράτητον ὑπὸ <lb/>τῆς φύσεως.
							Ἔτι δὲ τὰ μὲν λυτά ἐστιν, οἷον νίτρον, τὰ <lb/>δὲ ἄλυτα, οἷον κέραμος, καὶ τούτων τὰ
							μὲν μαλακτά, οἷον <lb/>κέρας, τὰ δὲ ἀμάλακτα, οἷον κέραμος καὶ λίθος. Αἴτιον <lb/>δ’
							ὅτι τὰ ἐναντία τῶν ἐναντίων αἴτια, ὥστ’ εἰ πήγνυται <lb/>δυοῖν, ψυχρῷ καὶ ξηρῷ,
							λύεσθαι ἀνάγκη θερμῷ καὶ ὑγρῷ. <lb/>Διὸ πυρὶ καὶ ὕδατι (ταῦτα γὰρ ἐναντία), ὕδατι μὲν
							ὅσα πυρὶ <pb n="115"/> μόνῳ, πυρὶ δὲ ὅσα ψυχρῷ μόνῳ· ὥστ’ εἰ ὑπ’ ἀμφοῖν συμβαίνει
							<lb/>πήγνυσθαι, ταῦτ’ ἄλυτα μάλιστα. Γίγνεται δὲ τοιαῦτα <lb/>ὅσα θερμανθέντα ἔπειτα
							τῷ ψυχρῷ πήγνυται· συμβαίνει <lb/>γάρ, ὅταν τὸ θερμὸν ἐξικμάσῃ ἐξιόν, τὸ πλεῖστον
							ὑγρὸν <lb/>συνθλίβεσθαι πάλιν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ, ὥστε μηδ’ ὑγρῷ διδόναι <lb/>δίοδον. Καὶ
							διὰ ταῦτα οὔτε τὸ θερμὸν λύει· ὅσα γὰρ <lb/>ὑπὸ ψυχροῦ πήγνυται μόνου, ταῦτα λύει·
							οὔθ’ ὑπὸ ὕδατος· <lb/>ὅσα γὰρ ὑπὸ ψυχροῦ πήγνυται, οὐ λύει, ἀλλ’ ὅσα ὑπὸ θερμοῦ
							<lb/>ξηροῦ μόνον. Ὁ δὲ σίδηρος τακεὶς ὑπὸ θερμοῦ ψύχει <lb/>πήγνυται, ὥστε πρὸς πῆξιν
							ἀμφοτέρων δεῖται· διὸ ἄλυτον. <lb/>Τὰ δὲ ξύλα ἐστὶ γῆς καὶ ἀέρος· διὸ καυστὰ καὶ οὐ
							τηκτὰ <lb/>οὐδὲ μαλακτά, καὶ ἐπὶ τῷ ὕδατι ἐπιπλεῖ, πλὴν ἐβένου. Αὕτη <lb/>δ’ οὔ· τὰ
							μὲν γὰρ ἄλλ’ ἀέρος ἔχει πλεῖον, ἐκ δὲ τῆς ἐβένου τῆς <lb/>μελαίνης διαπέπνευκεν ὁ ἀήρ,
							καὶ ἔστι πλεῖον ἐν αὐτῇ γῆς. <lb/>Κέραμος δὲ γῆς μόνης διὰ τὸ ξηραινόμενος παγῆναι
							κατὰ <lb/>μικρόν· οὔτε γὰρ τὸ ὕδωρ εἰσόδους ἔχει, δι’ ὧν μόνον πνεῦμα <lb/>ἐξῆλθεν,
							οὔτε πῦρ· ἔπηξε γὰρ αὐτό. Τί μὲν οὖν ἐστὶ <lb/>πῆξις καὶ τῆξις, καὶ διὰ πόσα καὶ ἐν
							πόσοις ἐστίν, εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ἐκ δὲ τούτων φανερὸν ὅτι ὑπὸ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ <lb/>συνίσταται τὰ σώματα, ταῦτα δὲ
							παχύνοντα καὶ πηγνύντα <lb/>ποιεῖται τὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Διὰ δὲ τὸ ὑπὸ τούτων
							<lb/>δημιουργεῖσθαι ἐν ἅπασι μέν ἐστι θερμότης, τισὶ δὲ καὶ <lb/>ψυχρότης ᾗ ἐκλείπει.
							Ὥστ’ ἐπεὶ ταῦτα μὲν ὑπάρχει διὰ <lb/>τὸ ποιεῖν, ὑγρὸν δὲ καὶ ξηρὸν διὰ τὸ πάσχειν,
							μετέχει <lb/>αὐτῶν τὰ κοινὰ πάντων. Ἐκ μὲν οὖν ὕδατος καὶ γῆς τὰ <lb/>ὁμοιομερῆ σώματα
							συνίσταται, καὶ ἐν φυτοῖς καὶ ἐν ζῴοις, <lb/>καὶ τὰ μεταλλευόμενα, οἷον χρυσὸς καὶ
							ἄργυρος καὶ ὅσα <lb/>ἄλλα τοιαῦτα, ἐξ αὐτῶν τε καὶ τῆς ἀναθυμιάσεως τῆς <pb n="116"/>
							ἑκατέρου ἐγκατακλειομένης, ὥσπερ εἴρηται ἐν ἄλλοις. Ταῦτα <lb/>δὲ διαφέρει ἀλλήλων
							τοῖς τε πρὸς τὰς αἰσθήσεις ἰδίοις <lb/>ἅπαντα καὶ τῷ ποιεῖν τι δύνασθαι· λευκὸν γὰρ
							καὶ <lb/>εὐῶδες καὶ ψοφητικὸν καὶ γλυκὺ καὶ θερμὸν καὶ ψυχρὸν <lb/>τῷ ποιεῖν τι
							δύνασθαι τὴν αἴσθησίν ἐστι, καὶ ἄλλοις οἰκειοτέροις <lb/>πάθεσιν, ὅσα τῷ πάσχειν
							λέγονται, λέγω δ’ οἷον τὸ <lb/>τηκτὸν καὶ πηκτὸν καὶ καμπτὸν καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα·
							<lb/>πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα παθητικά, ὥσπερ τὸ ὑγρὸν καὶ <lb/>τὸ ξηρόν. Τούτοις δ’ ἤδη
							διαφέρει ὀστοῦν καὶ σὰρξ καὶ <lb/>νεῦρον καὶ ξύλον καὶ φλοιὸς καὶ λίθος καὶ τῶν ἄλλων
							ἕκαστον <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν μὲν φυσικῶν δὲ σωμάτων. Εἴπωμεν <lb/>δὲ πρῶτον τὸν ἀριθμὸν
							αὐτῶν, ὅσα κατὰ δύναμιν καὶ ἀδυναμίαν <lb/>λέγεται. Ἔστι δὲ τάδε, πηκτὸν ἄπηκτον,
							τηκτὸν <lb/>ἄτηκτον, μαλακτὸν ἀμάλακτον, τεγκτὸν ἄτεγκτον, καμπτὸν <lb/>ἄκαμπτον,
							κατακτὸν ἀκάτακτον, θραυστὸν ἄθραυστον, <lb/>θλαστὸν ἄθλαστον, πλαστὸν ἄπλαστον,
							πιεστὸν ἀπίεστον, <lb/>ἑλκτὸν ἄνελκτον, ἐλατὸν ἀνήλατον, σχιστὸν ἄσχιστον, <lb/>τμητὸν
							ἄτμητον, γλίσχρον ψαθυρόν, πιλητὸν ἀπίλητον, <lb/>καυστὸν ἄκαυστον, θυμιατὸν
							ἀθυμίατον. Τὰ μὲν οὖν πλεῖστα <lb/>σχεδὸν τῶν σωμάτων τούτοις διαφέρει τοῖς πάθεσιν·
							<lb/>τίνα δ’ ἕκαστον τούτων ἔχει δύναμιν, εἴπωμεν. Περὶ μὲν <lb/>οὖν πηκτοῦ καὶ
							ἀπήκτου καὶ τηκτοῦ καὶ ἀτήκτου εἴρηται <lb/>μὲν καθόλου πρότερον, ὅμως δ’ ἐπανέλθωμεν
							καὶ νῦν. Τῶν <lb/>γὰρ σωμάτων ὅσα πήγνυται καὶ σκληρύνεται, τὰ μὲν ὑπὸ <lb/>θερμοῦ
							πάσχει τοῦτο τὰ δ’ ὑπὸ ψυχροῦ, ὑπὸ μὲν τοῦ θερμοῦ <lb/>ξηραίνοντος τὸ ὑγρόν, ὑπὸ δὲ
							τοῦ ψυχροῦ ἐκθλίβοντος <lb/>τὸ θερμόν. Ὥστε τὰ μὲν ὑγροῦ ἀπουσίᾳ τὰ δὲ θερμοῦ <pb n="117"/> τοῦτο πάσχει, ὅσα μὲν ὕδατος, θερμοῦ, ὅσα δὲ γῆς, ὑγροῦ. <lb/>Τὰ μὲν οὖν
							ὑγροῦ ἀπουσίᾳ ὑπὸ ὑγροῦ διατήκεται, ἂν μὴ <lb/>οὕτω συνέλθῃ ὥστ’ ἐλάττους τοὺς πόρους
							λειφθῆναι τῶν <lb/>τοῦ ὕδατος ὄγκων, οἷον ὁ κέραμος· ὅσα δὲ μὴ οὕτω, πάντα <lb/>ὑγρῷ
							τήκεται, οἷον νίτρον, ἅλες, γῆ ἡ ἐκ πηλοῦ. Τὰ <lb/>δὲ θερμοῦ στερήσει ὑπὸ θερμοῦ
							τήκεται, οἷον κρύσταλλος, <lb/>μολίβδος, χαλκός. Ποῖα μὲν οὖν πηκτὰ καὶ τηκτά,
							<lb/>εἴρηται, καὶ ποῖα ἄτηκτα. Ἄπηκτα δὲ ὅσα μὴ ἔχει <lb/>ὑγρότητα ὑδατώδη, μηδ’
							ὕδατός ἐστιν, ἀλλὰ πλεῖον θερμοῦ <lb/>καὶ γῆς, οἷον μέλι καὶ γλεῦκος (ὥσπερ ζέοντα γάρ
							ἐστι), <lb/>καὶ ὅσα ὕδατος μὲν ἔχει, ἔστι δὲ πλεῖον ἀέρος, ὥσπερ τὸ <lb/>ἔλαιον καὶ
							ἄργυρος χυτός, καὶ εἴ τι γλίσχρον, οἶον ἰξός. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Μαλακτὰ δ’ ἐστὶ τῶν πεπηγότων ὅσα μὴ ἐξ ὕδατος, οἷον <lb/>κρύσταλλος (πᾶς γὰρ
							κρύσταλλος ὕδατος), ἀλλ’ ὅσα γῆς <lb/>μᾶλλον, καὶ μήτ’ ἐξίκμασται πᾶν τὸ ὑγρὸν ὥσπερ
							ἐν νίτρῳ <lb/>ἢ ἁλσί, μήτ’ ἔχει ἀνωμάλως ὥσπερ ὁ κέραμος, ἀλλ’ εἰσὶν <lb/>ἑλκτὰ μὴ
							ὄντα διαντά, ἢ ἐλατὰ μὴ ὄντα ὕδατος, καὶ <lb/>μαλακτὰ πυρί, οἷον σίδηρος καὶ κέρας καὶ
							ξύλα. Ἔστι δὲ <lb/>καὶ τῶν τηκτῶν καὶ τῶν ἀτήκτων τὰ μὲν τεγκτὰ τὰ δὲ <lb/>ἄτεγκτα,
							οἷον χαλκὸς ἄτεγκτον, τηκτὸν ὄν, ἔριον δὲ καὶ <lb/>γῆ τεγκτόν· βρέχεται γάρ. Καὶ
							χαλκὸς μὲν δὲ τηκτόν, <lb/>οὐχ ὑπὸ ὕδατος δὲ τηκτόν. Ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπὸ ὕδατος
							<lb/>τηκτῶν ἔνια ἄτεγκτα, οἷον νίτρον καὶ ἅλες· οὐδὲ γὰρ ἄλλο <lb/>τεγκτὸν οὐδὲν ὃ μὴ
							μαλακώτερον γίνεται βρεχόμενον. <lb/>Ἔνια δὲ τεγκτὰ ὄντα οὐ τηκτά ἐστιν, οἷον ἔριον
							καὶ οἱ <lb/>καρποί. Ἔστι δὲ τεγκτὰ μὲν ὅσα γῆς ὄντα ἔχει τοὺς πόρους <lb/>μείζους τῶν
							τοῦ ὕδατος ὄγκων, ὄντων δὲ σκληροτέρων <pb n="118"/> τοῦ ὕδατος. τηκτὰ δὲ ὕδατι ὅσα
							δι’ ὅλου. Διὰ τί <lb/>δ’ ἡ μὲν γῆ καὶ τήκεται καὶ τέγγεται ὑπὸ τοῦ ὑγροῦ, τὸ <lb/>δὲ
							νίτρον τήκεται μέν, τέγγεται δ’ οὔ; Ὅτι ἐν μὲν τῷ νίτρῳ <lb/>δι’ ὅλου οἱ πόροι, ὥστε
							γε διαιρεῖται εὐθὺς ὑπὸ τοῦ ὕδατος <lb/>τὰ μόρια, ἐν δὲ τῇ γῇ καὶ παραλλάξ εἰσιν οἱ
							πόροι, <lb/>ὥστε ὁποτέρως ἂν δέξηται, διαφέρει τὸ πάθος. Ἔστι δὲ <lb/>καὶ τὰ μὲν τῶν
							σωμάτων καμπτὰ καὶ εὐθυντά, οἷον κάλαμος <lb/>καὶ λύγος, τὰ δ’ ἄκαμπτα τῶν σωμάτων,
							οἷον κέραμος <lb/>καὶ λίθος. Ἔστι δὲ καμπτὰ μὲν καὶ εὐθυντὰ ὅσων σωμάτων <lb/>τὸ μῆκος
							δύναται εἰς εὐθύτητα ἐκ περιφερείας καὶ <lb/>ἐξ εὐθύτητος εἰς περιφέρειαν μεταβάλλειν,
							καὶ τὸ κάμπτεσθαι <lb/>καὶ τὸ εὐθύνεσθαί ἐστι τὸ εἰς εὐθύτητα ἢ περιφέρειαν
							<lb/>μεθίστασθαι ἢ κινεῖσθαι· καὶ γὰρ τὸ ἀνακαμπτόμενον <lb/>καὶ τὸ κατακαμπτόμενον
							κάμπτεται. Ἡ μὲν οὖν εἰς κυρτότητα <lb/>ἢ κοιλότητα κίνησις τοῦ μήκους σωζομένου
							κάμψις <lb/>ἐστίν· εἰ γὰρ καὶ εἰς τὸ εὐθύ, εἴη ἂν ἅμα κεκαμμένον <lb/>καὶ εὐθύ· ὅπερ
							ἀδύνατον, τὸ εὐθὺ κεκάμφθαι. Καὶ εἰ κάμπτεται <lb/>πᾶν ἢ ἀνακάμψει ἢ κατακάμψει,
							τούτων δὲ τὸ μὲν εἰς <lb/>τὸ κυρτὸν τὸ δ’ εἰς τὸ κοῖλον μετάβασις, οὐκ ἂν εἴη καὶ
							<lb/>εἰς τὸ εὐθὺ κάμψις, ἀλλ’ ἔστι κάμψις καὶ εὔθυνσις ἄλλο <lb/>καὶ ἄλλο. Καὶ ταῦτά
							ἐστι καμπτὰ καὶ εὐθυντά, καὶ <lb/>ἄκαμπτα καὶ ἀνεύθυντα. Καὶ τὰ μὲν κατακτὰ καὶ
							θραυστὰ <lb/>ἅμα ἢ χωρίς, οἷον ξύλον μὲν κατακτόν, θραυστὸν δ’ οὔ, <lb/>κρύσταλλος δὲ
							καὶ λίθος θραυστόν, κατακτὸν δ’ οὔ, κέραμος <lb/>δὲ καὶ θραυστὸν καὶ κατακτόν.
							Διαφέρει δ’, ὅτι κάταξις <lb/>μέν ἐστιν ἡ εἰς μεγάλα μέρη διαίρεσις καὶ χωρισμός, <pb n="119"/> θραῦσις δ’ ἡ εἰς τὰ τυχόντα καὶ πλείω δυοῖν. <lb/>Ὅσα μὲν οὖν οὕτω πέπηγεν
							ὥστε πολλοὺς ἔχειν παραλλάττοντας <lb/>πόρους, θραυστά (μέχρι γὰρ τούτου διίσταται),
							<lb/>ὅσα δ’ εἰς πολύ, κατακτά, ὅσα δ’ ἄμφω, ἀμφότερα. Καὶ <lb/>τὰ μὲν θλαστά, οἷον
							χαλκὸς καὶ κηρός, τὰ δ’ ἄθλαστα, οἷον <lb/>κέραμος καὶ ὕδωρ. Ἔστι δὲ θλάσις μὲν
							ἐπιπέδου κατὰ <lb/>μέρος εἰς βάθος μετάστασις ὤσει ἢ πληγῇ, τὸ δ’ ὅλον <lb/>ἁφῇ. Ἔστι
							δὲ τὰ τοιαῦτα καὶ μαλακτά, οἷον κηρὸς <lb/>μένοντος τοῦ ἄλλου ἐπιπέδου κατὰ μέρος
							μεθίσταται, καὶ <lb/>σκληρά, οἷον χαλκός, καὶ ἄθλαστα καὶ σκληρά, οἷον κέραμος
							<lb/>(οὐ γὰρ ὑπείκει εἰς βάθος τὸ ἐπίπεδον), καὶ ὑγρά, οἷον <lb/>ὕδωρ (τὸ γὰρ ὕδωρ
							ὑπείκει μέν, ἀλλ’ οὐ κατὰ μέρος, ἀλλ’ <lb/>ἀντιμεθίσταται). Τῶν δὲ θλαστῶν ὅσα μὲν
							μένει θλασθέντα <lb/>καὶ εὔθλαστα χειρί, ταῦτα μὲν πλαστά, τὰ δὲ ἢ <lb/>μὴ εὔθλαστα,
							ὥσπερ λίθος ἢ ξύλον, ἢ εὔθλαστα μέν, μὴ <lb/>μένει δὲ ἡ θλάσις, ὥσπερ ἐρίου ἢ σπόγγου,
							οὐ πλαστά, <lb/>ἀλλὰ πιεστὰ ταῦτ’ ἐστίν. Ἔστι δὲ πιεστὰ ὅσα ὠθούμενα <lb/>εἰς αὑτὰ
							συνιέναι δύναται, εἰς βάθος τοῦ ἐπιπέδου <lb/>παραλλάττοντος, οὐ διαιρουμένου, καὶ
							μεθισταμένου ἄλλου <lb/>ἄλλῳ μορίου, οἷον τὸ ὕδωρ ποιεῖ· τοῦτο γὰρ ἀντιμεθίσταται.
							<lb/>Ἔστι δ’ ὦσις ἡ κίνησις ὑπὸ τοῦ κινοῦντος, ἣ <lb/>γίγνεται ἀπὸ τῆς ἅψεως· πληγὴ
							δέ, ὅταν ἀπὸ τῆς φορᾶς. <lb/>Πιέζεται δὲ ὅσα πόρους ἔχει κενοὺς συγγενοῦς σώματος·
							<lb/>καὶ πιεστὰ ταῦτα ὅσα δύναται εἰς τὰ ἑαυτῶν κενὰ συνιέναι <lb/>ἢ εἰς τοὺς ἑαυτῶν
							πόρους· ἐνίοτε γὰρ οὐ κενοί εἰσιν εἰς οὓς <lb/>συνέρχεται, οἷον ὁ βεβρεγμένος σπόγγος
							(πλήρεις γὰρ <lb/>αὐτοῦ οἱ πόροι), ἀλλ’ ὧν ἂν οἱ πόροι πλήρεις ὦσι μαλακωτέρων <pb n="120"/> ἢ αὐτὸ τὸ πεφυκὸς συνιέναι εἰς αὐτά. Πιεστὰ <lb/>μὲν οὖν ἐστὶν οἷον
							σπόγγος, κηρός, σάρξ· ἀπίεστα δὲ τὰ <lb/>μὴ πεφυκότα συνιέναι ὤσει εἰς τοὺς ἑαυτῶν
							πόρους διὰ τὸ <lb/>ἢ μὴ ἔχειν ἢ σκληροτέρων ἔχειν πλήρεις· ὁ γὰρ σίδηρος <lb/>ἀπίεστος
							καὶ λίθος καὶ ὕδωρ καὶ πᾶν ὑγρόν. Ἑλκτὰ δ’ <lb/>ἐστὶν ὅσων δυνατὸν εἰς τὸ πλάγιον
							μεθίστασθαι τὸ ἐπίπεδον· <lb/>τὸ γὰρ ἕλκεσθαι ἐστὶ τὸ ἐπὶ τὸ κινοῦν μεθίστασθαι
							<lb/>τὸ ἐπίπεδον συνεχὲς ὄν. Ἔστι δὲ τὰ μὲν ἑλκτά, οἷον θρίξ, <lb/>ἱμάς, νεῦρον,
							σταίς, ἰξός, τὰ δ’ ἄνελκτα, οἷον ὕδωρ καὶ λίθος. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ταὐτά ἐστιν ἑλκτὰ καὶ
							πιεστά, οἷον ἔριον, τὰ <lb/>δ’ οὐ ταὐτά, οἷον φλέγμα πιεστὸν μὲν οὐκ ἔστιν, ἑλκτὸν δέ,
							<lb/>καὶ ὁ σπόγγος πιεστὸν μέν, οὐχ ἑλκτὸν δέ. Ἔστι δὲ καὶ <lb/>τὰ μὲν ἐλατά, οἷον
							χαλκός, τὰ δ’ ἀνήλατα, οἷον λίθος καὶ <lb/>ξύλον. Ἔστι δ’ ἐλατὰ μὲν ὅσα τῇ αὐτῇ πληγῇ
							δύναται <lb/>ἅμα καὶ εἰς πλάτος καὶ εἰς βάθος τὸ ἐπίπεδον μεθίστασθαι <lb/>κατὰ μέρος,
							ἀνήλατα δὲ ὅσα ἀδύνατα. Ἔστι δὲ <lb/>τὰ μὲν ἐλατὰ ἅπαντα καὶ θλαστά, τὰ δὲ θλαστὰ οὐ
							πάντα <lb/>ἐλατά, οἷον ξύλον· ὡς μέντοι ἐπὶ πᾶν εἰπεῖν, ἀντιστρέφει. <lb/>Τῶν δὲ
							πιεστῶν τὰ μὲν ἐλατὰ τὰ δ’ οὔ, κηρὸς μὲν καὶ πηλὸς <lb/>ἐλατά, ἔριον δ’ οὔ, οὐδ’ ὕδωρ.
							Ἔστι δὲ καὶ τὰ μὲν σχιστά, <lb/>οἷον ξύλον, τὰ δὲ ἄσχιστα, οἷον κέραμος. Ἔστι δὲ
							<lb/>σχιστὸν τὸ δυνάμενον διαιρεῖσθαι ἐπὶ πλεῖον ἢ τὸ διαιροῦν <lb/>διαιρεῖ· σχίζεται
							γάρ, ὅταν ἐπὶ πλεῖον διαιρῆται <lb/>ἢ τὸ διαιροῦν διαιρεῖ, καὶ προηγεῖται ἡ διαίρεσις·
							ἐν δὲ τῇ <lb/>τμήσει οὐκ ἔστι τοῦτο. Ἄσχιστα δ’ ὅσα μὴ δύναται τοῦτο <lb/>πάσχειν.
							Ἔστι δ’ οὔτε μαλακὸν οὐδὲν σχιστόν (λέγω δὲ <lb/>τῶν ἁπλῶς μαλακῶν καὶ μὴ πρὸς ἄλληλα·
							οὕτω μὲν γὰρ <pb n="121"/> καὶ σίδηρος ἔσται μαλακός) οὔτε τὰ σκληρὰ πάντα ἐστί,
							<lb/>ἀλλ’ ὅσα μήθ’ ὑγρά ἐστι μήτε θλαστὰ μήτε θραυστά. <lb/>Τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ὅσα κατὰ
							μῆκος ἔχει τοὺς πόρους, καθ’ οὓς <lb/>προσφύεται ἀλλήλοις, ἀλλὰ μὴ κατὰ πλάτος. Τμητὰ
							δ’ <lb/>ἐστὶ τῶν συνεστώτων σκληρῶν ἢ μαλακῶν ὅσα δύναται <lb/>μήτ’ ἐξ ἀνάγκης
							προηγεῖσθαι τῆς διαιρέσεως μήτε θραύεσθαι <lb/>διαιρούμενα· ὅσα δὲ ἢ ὑγρὰ ἢ τοιαῦτα,
							ἄτμητα. Ἔνια <lb/>δ’ ἐστὶ ταὐτὰ καὶ τμητὰ καὶ σχιστά, οἷον ξύλον· ἀλλ’ ὡς <lb/>ἐπὶ τὸ
							πολὺ σχιστὸν μὲν κατὰ τὸ μῆκος, τμητὸν δὲ κατὰ <lb/>τὸ πλάτος· ἐπεὶ γὰρ διαιρεῖται
							ἕκαστον εἰς πολλά, ᾗ μὲν <lb/>μήκη πολλὰ τὸ ἕν, σχιστὸν ταύτῃ, ᾗ δὲ πλάτη πολλὰ
							<lb/>τὸ ἕν, τμητὸν ταύτῃ. Γλίσχρον δ’ ἐστίν, ὅταν ἑλκτὸν ᾖ <lb/>ὑγρὸν ὂν ἢ μαλακόν.
							Τοιοῦτον δὲ γίνεται τῇ ἐπαλλάξει <lb/>ὅσα ὥσπερ αἱ ἁλύσεις σύγκειται τῶν σωμάτων·
							ταῦτα γὰρ <lb/>ἐπὶ πολὺ δύναται ἐκτείνεσθαι καὶ συνιέναι. Ὅσα δὲ μὴ τοιαῦτα,
							<lb/>ψαθυρά. Πιλητὰ δ’ ὅσα τῶν πιεστῶν μόνιμον ἔχει <lb/>τὴν πίεσιν, ἀπίλητα δὲ ὅσα ἢ
							ὅλως ἀπίεστα ἢ μὴ μόνιμον <lb/>ἔχει τὴν πίεσιν. Καὶ τὰ μὲν καυστά ἐστι τὰ δὲ ἄκαυστα,
							<lb/>οἷον ξύλον μὲν καυστὸν καὶ ἔριον καὶ ὀστοῦν, λίθος δὲ καὶ <lb/>κρύσταλλος
							ἄκαυστον. Ἔστι δὲ καυστὰ ὅσα ἔχει πόρους <lb/>δεκτικοὺς πυρὸς καὶ ὑγρότητα ἐν τοῖς
							κατ’ εὐθυωρίαν <lb/>πόροις ἀσθενεστέραν πυρός. Ὅσα δὲ ἢ μὴ ἔχει ἢ ἰσχυροτέραν,
							<lb/>οἷον κρύσταλλος καὶ τὰ σφόδρα χλωρά, ἄκαυστα. <lb/>Θυμιατὰ δ’ ἐστὶ τῶν σωμάτων
							ὅσα ὑγρότητα ἔχει μέν, <lb/>οὕτω δ’ ἔχει ὥστε μὴ ἐξατμίζειν πυρουμένων χωρίς· ἔστι
							<lb/>γὰρ ἀτμὶς ἡ ὑπὸ θερμοῦ καυστικοῦ εἰς ἀέρα καὶ πνεῦμα <pb n="122"/> ἔκκρισις ἐξ
							ὑγροῦ διαντική. Τὰ δὲ θυμιατὰ χρόνῳ εἰς ἀέρα <lb/>ἐκκρίνεται, καὶ τὰ μὲν ἀφανιζόμενα
							ξηρά, τὰ δὲ γῆ γίνεται. <lb/>Διαφέρει δ’ αὕτη ἡ ἔκκρισις, ὅτι οὔτε διαίνει οὔτε πνεῦμα
							<lb/>γίγνεται. Ἔστι δὲ πνεῦμα ῥύσις συνεχὴς ἐπὶ μῆκος ἀέρος· <lb/>θυμίασις δ’ ἐστὶν ἡ
							ὑπὸ θερμοῦ καυστικοῦ κοινὴ ἔκκρισις <lb/>ξηροῦ καὶ ὑγροῦ ἀθρόως. Διόπερ οὐ διαίνει,
							ἀλλὰ χρωματίζει <lb/>μᾶλλον. Ἔστι δ’ ἡ μὲν ξυλώδους σώματος θυμίασις <lb/>καπνός. Λέγω
							δὲ καὶ ὀστᾶ καὶ τρίχας καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον <lb/>ἐν ταὐτῷ· οὐ γὰρ κεῖται ὄνομα κοινόν,
							ἀλλὰ κατ’ <lb/>ἀναλογίαν ὅμως ἐν ταὐτῷ πάντ’ ἐστίν, ὥσπερ καὶ Ἐμπεδοκλῆς <lb/>φησὶ</p>
						<lg>
							<l>Ταὐτὰ τρίχες καὶ φύλλα καὶ οἰωνῶν πτερὰ πυκνὰ</l>
							<l>καὶ λεπίδες γίγνονται ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσιν.</l>
						</lg>
						<p>Ἡ δὲ πίονος θυμίασις λιγνύς, ἡ δὲ λιπαροῦ κνίσσα. Διὰ <lb/>τοῦτο τὸ ἔλαιον οὐχ ἕψεται
							οὐδὲ παχύνεται, ὅτι θυμιατόν <lb/>ἐστιν ἀλλ’ οὐκ ἀτμιστόν· ὕδωρ δ’ οὐ θυμιατὸν ἀλλ’
							ἀτμιστόν. <lb/>Οἶνος δ’ ὁ μὲν γλυκὺς θυμιᾶται. Πίων γάρ, καὶ <lb/>ταὐτὰ ποιεῖ τῷ
							ἐλαίῳ· οὔτε γὰρ ὑπὸ ψύχους πήγνυται, <lb/>καίεταί τε. Ἔστι δ’ ὀνόματι οἶνος, ἔργῳ δ’
							οὐκ ἔστιν· <lb/>οὐ γὰρ οἰνώδης ὁ χυμός, διὸ καὶ οὐ μεθύσκει. Ὁ τυχὼν <lb/>δ’ οἶνος
							μικρὰν ἔχει ἀναθυμίασιν, διὸ ἀνίησι φλόγα. Καυστὰ <lb/>δὲ δοκεῖ εἶναι ὅσα εἰς τέφραν
							διαλύεται τῶν σωμάτων. <lb/>Πάσχει δὲ τοῦτο πάντα ὅσα πήγνυται ἢ ὑπὸ θερμοῦ ἢ <lb/>ὑπ’
							ἀμφοῖν, ψυχροῦ καὶ θερμοῦ· ταῦτα γὰρ φαίνεται <lb/>κρατούμενα ὑπὸ τοῦ πυρός. Ἥκιστα δὲ
							τῶν λίθων ἡ σφραγίς, <lb/>ὁ καλούμενος ἄνθραξ. Τῶν δὲ καυστῶν τὰ μὲν φλογιστά <pb n="123"/>
							<lb/>ἐστι τὰ δ’ ἀφλόγιστα· τούτων δ’ ἔνια ἀνθρακευτά. <lb/>Φλογιστὰ μὲν οὖν ὅσα φλόγα
							παρέχεσθαι δύναται· <lb/>ὅσα δ’ οὐ δύναται, ἀφλόγιστα. Ἔστι δὲ φλογιστὰ <lb/>ὅσα μὴ
							ὑγρὰ ὄντα θυμιατά ἐστιν. Πίττα δὲ ἢ ἔλαιον ἢ <lb/>κηρὸς μᾶλλον μετ’ ἄλλων ἢ καθ’ αὑτὰ
							φλογιστά. Μάλιστα <lb/>δ’ ὅσα καπνὸν ἀνίησιν. Ἀνθρακευτὰ δ’ ὅσα τῶν τοιούτων <lb/>γῆς
							πλέον ἔχει ἢ καπνοῦ. Ἔτι δ’ ἔνια τηκτὰ ὄντα <lb/>οὐ φλογιστά ἐστιν, οἷον χαλκός, καὶ
							φλογιστὰ οὐ τηκτά, <lb/>οἷον ξύλον, τὰ δ’ ἄμφω, οἷον λιβανωτός. Αἴτιον δ’ ὅτι τὰ
							<lb/>μὲν ξύλα ἀθρόον ἔχει τὸ ὑγρὸν καὶ δι’ ὅλου συνεχές, ὥστε <lb/>διακάεται, ὁ δὲ
							χαλκὸς παρ’ ἕκαστον μὲν μέρος, οὐ συνεχὲς <lb/>δὲ καὶ ἔλαττον ἢ ὥστε φλόγα ποιῆσαι· ὁ
							δὲ λιβανωτὸς <lb/>τῇ μὲν οὕτως τῇ δ’ ἐκείνως ἔχει. Φλογιστὰ δ’ ἐστὶ τῶν <lb/>θυμιατῶν
							ὅσα μὴ τηκτά ἐστι διὰ τὸ μᾶλλον εἶναι γῆς· τὸ <lb/>ξηρὸν γὰρ ἔχει κοινὸν τῷ πυρί.
							Τοῦτ’ οὖν θερμὸν ἂν γένηται <lb/>τὸ ξηρόν, πῦρ γίγνεται. Διὰ τοῦτο ἡ φλὸξ πνεῦμα
							<lb/>ἢ καπνὸς καόμενός ἐστιν. Ξύλων μὲν οὖν ἡ θυμίασις καπνός, <lb/>κηροῦ δὲ καὶ
							λιβανωτοῦ καὶ τῶν τοιούτων καὶ πίττης, καὶ ὅσα <lb/>ἔχει πίτταν ἢ τοιαῦτα, λιγνύς,
							ἐλαίου δὲ καὶ ὅσα ἐλαιώδη, <lb/>κνίσσα· καὶ ὅσα ἥκιστα κάεται μόνα, ὅτι ὀλίγον ξηρὸν
							<lb/>ἔχει, ἡ δὲ μετάβασις διὰ τούτου, μετὰ δ’ ἑτέρου τάχιστα. <lb/>Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ
							πῖον ξηρὸν λιπαρόν. Τὰ μὲν οὖν ἐκθυμιώμενα <lb/>τῶν ὑγρῶν ὑγροῦ μᾶλλον, ὡς ἔλαιον καὶ
							πίττα, <lb/>τὰ δὲ καόμενα ξηροῦ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Τούτοις δὲ τοῖς παθήμασι καὶ ταύταις ταῖς διαφοραῖς τὰ <lb/>ὁμοιομερῆ τῶν σωμάτων,
							ὥσπερ εἴρηται, διαφέρει ἀλλήλων <lb/>κατὰ τὴν ἁφήν, καὶ ἔτι ὀσμαῖς καὶ χυμοῖς καὶ
							χρώμασιν. <pb n="124"/> Λέγω δ’ ὁμοιομερῆ τά τε μεταλλευόμενα, οἷον <lb/>χρυσόν,
							χαλκόν, ἄργυρον, καττίτερον, σίδηρον, λίθον καὶ <lb/>τἆλλα τὰ τοιαῦτα, καὶ ὅσα ἐκ
							τούτων γίγνεται ἐκκρινόμενα, <lb/>καὶ τὰ ἐν τοῖς ζῴοις καὶ φυτοῖς, οἷον σάρκες, ὀστᾶ,
							<lb/>νεῦρον, δέρμα, σπλάγχνον, τρίχες, ἶνες, φλέβες, ἐξ ὧν <lb/>ἤδη συνέστηκε τὰ
							ἀνομοιομερῆ, οἷον πρόσωπον, χείρ, ποὺς <lb/>καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα, καὶ ἐν φυτοῖς ξύλον,
							φλοιός, φύλλον, <lb/>ῥίζα, καὶ ὅσα τοιαῦτα. Ἐπεὶ δὲ ταῦτα μὲν ὑπ’ ἄλλης <lb/>αἰτίας
							συνέστηκεν, ἐξ ὧν δὲ ταῦτα, ὕλη μὲν τὸ ξηρὸν καὶ <lb/>ὑγρόν, ὥστε ὕδωρ καὶ γῆ (ταῦτα
							γὰρ προφανεστάτην ἔχει <lb/>τὴν δύναμιν ἑκάτερον ἑκατέρου), τὰ δὲ ποιοῦντα τὸ θερμὸν
							<lb/>καὶ τὸ ψυχρόν (ταῦτα γὰρ συνίστησι καὶ πήγνυσιν ἐξ <lb/>ἐκείνων), λάβωμεν τῶν
							ὁμοιομερῶν ποῖα γῆς εἴδη καὶ ποῖα <lb/>ὕδατος καὶ ποῖα κοινά. Ἔστι δὴ τῶν σωμάτων τῶν
							δεδημιουργημένων <lb/>τὰ μὲν ὑγρά, τὰ δὲ μαλακά, τὰ δὲ σκληρά· <lb/>τούτων δὲ ὅσα
							μαλακὰ ἢ σκληρὰ πήξει ἐστίν, εἴρηται <lb/>πρότερον. Τῶν μὲν οὖν ὑγρῶν ὅσα μὲν
							ἐξατμίζεται, ὕδατος, <lb/>ὅσα δὲ μή, ἢ γῆς κοινὰ γῆς καὶ ὕδατος, οἷον γάλα, ἢ γῆς
							<lb/>καὶ ἀέρος, οἷον ξύλον, ἢ ὕδατος καὶ ἀέρος, οἷον ἔλαιον. Καὶ <lb/>ὅσα μὲν ὑπὸ
							θερμοῦ παχύνεται, κοινά· ἀπορήσειε δ’ ἄν τις <lb/>περὶ οἴνου τῶν ὑγρῶν. Τοῦτο γὰρ καὶ
							ἐξατμισθείη ἄν, <lb/>καὶ παχύνεται ὥσπερ ὁ νέος. Αἴτιον δ’ ὅτι οὔτε ἑνὶ <lb/>εἴδει
							λέγεται ὁ οἶνος, καὶ ὅτι ἄλλος ἄλλως· ὁ γὰρ νέος <lb/>μᾶλλον γῆς ἢ ὁ παλαιός· διὸ καὶ
							παχύνεται τῷ θερμῷ μάλιστα <lb/>καὶ πήγνυται ἧττον ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ· ἔχει γὰρ καὶ
							<lb/>θερμὸν πολὺ καὶ γῆς, ὥσπερ ἐν Ἀρκαδίᾳ οὕτως ἀναξηραίνεται <pb n="125"/> ὑπὸ τοῦ
							καπνοῦ ἐν τοῖς ἀσκοῖς ὥστε ξυόμενος πίνεσθαι. <lb/>Εἰ δὲ πᾶς ἰλὺν ἔχει, οὕτως ἑκατέρου
							ἐστίν, ἢ γῆς <lb/>ἢ ὕδατος, ὡς ταύτης ἔχει πλῆθος. Ὅσα δὲ ὑπὸ ψυχροῦ <lb/>παχύνεται,
							γῆς, ὅσα δ’ ὑπ’ ἀμφοῖν, κοινὰ πλειόνων, οἷον <lb/>ἔλαιον καὶ μέλι καὶ ὁ γλυκὺς οἶνος.
							Τῶν δὲ συνεστώτων <lb/>ὅσα μὲν πέπηγεν ὑπὸ ψυχροῦ, ὕδατος, οἷον κρύσταλλος, <lb/>χιών,
							χάλαζα, πάχνη, ὅσα δ’ ὑπὸ θερμοῦ, γῆς, οἷον κέραμος, <lb/>τυρός, νίτρον, ἅλες· ὅσα δ’
							ὑπ’ ἀμφοῖν, τοιαῦτα δ’ ἐστὶν <lb/>ὅσα ψύξει· ταῦτα δ’ ἐστὶν ὅσα ἀμφοῖν στερήσει,
							θερμοῦ <lb/>καὶ ὑγροῦ συνεξιόντος τῷ θερμῷ· οἱ μὲν γὰρ ἅλες ὑγροῦ <lb/>μόνου στερήσει
							πήγνυνται, καὶ ὅσα εἰλικρινῆ γῆς, ὁ δὲ κρύσταλλος <lb/>θερμοῦ μόνου· ταῦτα δ’ ἀμφοῖν.
							Διὸ καὶ ὑπ’ ἀμφοῖν <lb/>καὶ εἶχεν ἄμφω. Ὅσων μὲν οὖν ἅπαν ἐξικμάσθη, <lb/>οἷον κέραμος
							ἢ ἤλεκτρον· καὶ γὰρ τὸ ἤλεκτρον, καὶ ὅσα λέγεται <lb/>ὡς δάκρυα, ψύξει ἐστίν, οἷον
							σμύρνα, λιβανωτός, κόμμι. <lb/>Καὶ τὸ ἤλεκτρον δὲ τούτου τοῦ γένους ἔοικε, καὶ
							πήγνυται· <lb/>ἐμπεριειλημμένα γοῦν ζῷα ἐν αὐτῷ φαίνεται. Ὑπὸ <lb/>δὲ τοῦ ποταμοῦ τὸ
							θερμὸν ἐξιὸν ὥσπερ τοῦ ἑψομένου <lb/>μέλιτος, ὅταν εἰς ὕδωρ ἀφεθῇ, ἐξατμίζει τὸ ὑγρόν.
							Ταῦτα <lb/>πάντα γῆς. Καὶ τὰ μὲν ἄτηκτα καὶ ἀμάλακτα, οἷον τὸ <lb/>ἤλεκτρον ἢ λίθοι
							ἔνιοι, ὥσπερ οἱ πῶροι οἱ ἐν τοῖς σπηλαίοις· <lb/>καὶ γὰρ οὗτοι ὁμοίως γίγνονται
							τούτοις, καὶ οὐχ <lb/>ὡς ὑπὸ πυρὸς ἀλλ’ ὡς ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ διεξιόντος τοῦ <lb/>θερμοῦ,
							συνεξέρχεται τὸ ὑγρὸν ὑπὸ τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐξιόντος <lb/>θερμοῦ· ἐν δὲ τοῖς ἑτέροις ὑπὸ
							τοῦ ἔξωθεν πυρός. Ὅσα <lb/>δὲ μὴ ὅλα, γῆς μέν ἐστι μᾶλλον, μαλακτὰ δ’, οἷον σίδηρος
							<lb/>καὶ κέρας. Λιβανωτὸς δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα παραπλησίως <pb n="126"/> πλησίως τοῖς
							ξύλοις ἀτμίζει. Ἐπεὶ οὖν τηκτά γε θετέον, <lb/>καὶ ὅσα τήκεται ὑπὸ πυρός, ταῦτ’ ἐστὶν
							ὑδατωδέστερα, ἔνια <lb/>δὲ καὶ κοινά, οἷον κηρός· ὅσα δὲ ὑπὸ ὕδατος, ταῦτα δὲ
							<lb/>γῆς· ὅσα δὲ μηδ’ ὑφ’ ἑτέρου, ταῦτα ἢ γῆς ἢ ἀμφοῖν. Εἰ <lb/>οὖν ἅπαντα μὲν ἢ ὑγρὰ
							ἢ πεπηγότα, τούτων δὲ τὰ ἐν τοῖς <lb/>εἰρημένοις πάθεσι, καὶ οὐκ ἔστι μεταξύ, ἅπαντ’
							ἂν εἴη εἰρημένα <lb/>οἷς διαγνωσόμεθα πότερον γῆς ἢ ὕδατος ἢ πλειόνων <lb/>κοινόν, καὶ
							πότερον ὑπὸ πυρὸς συνέστηκεν ἢ ψυχροῦ ἢ <lb/>ἀμφοῖν. Χρυσὸς μὲν δὴ καὶ ἄργυρος καὶ
							χαλκὸς καὶ καττίτερος <lb/>καὶ μόλυβδος καὶ ὕελος καὶ λίθοι πολλοὶ ἀνώνυμοι
							<lb/>ὕδατος· πάντα γὰρ ταῦτα τήκεται θερμῷ. Ἔτι <lb/>οἶνοι ἔνιοι καὶ οὖρον καὶ ὄξος
							καὶ κονία καὶ ὀρρὸς καὶ ἰχὼρ <lb/>ὕδατος· πάντα γὰρ πήγνυται ψυχρῷ. Σίδηρος δὲ καὶ
							<lb/>κέρας καὶ ὄνυξ καὶ ὀστοῦν καὶ νεῦρον καὶ ξύλον καὶ τρίχες <lb/>καὶ φύλλα καὶ
							φλοιὸς γῆς μᾶλλον. Ἔτι ἤλεκτρον, σμύρνα, <lb/>λίβανος καὶ πάντα τὰ δάκρυα λεγόμενα,
							καὶ πῶρος, καὶ οἱ <lb/>καρποί, οἷον τὰ χέδροπα, καὶ σῖτος· τὰ τοιαῦτα γὰρ τὰ <lb/>μὲν
							σφόδρα, τὰ δὲ ἧττον μὲν τούτων, ὅμως δὲ γῆς· τὰ μὲν <lb/>γὰρ μαλακτά, τὰ δὲ θυμιατὰ
							καὶ ψύξει γεγενημένα. Ἔτι <lb/>νίτρον, ἅλες, λίθων γένη, ὅσα μήτε ψύξει μήτε τηκτά.
							<lb/>Αἷμα δὲ καὶ γονὴ κοινὰ γῆς καὶ ὕδατος καὶ ἀέρος, τὸ μὲν <lb/>ἔχον αἷμα ἶνας
							μᾶλλον γῆς, διὸ καὶ ψύξει πήγνυται καὶ <lb/>ὑγρῷ τήκεται, τὰ δὲ μὴ ἔχοντα ἶνας ὕδατος,
							διὸ καὶ οὐ <lb/>πήγνυται. Γονὴ δὲ πήγνυται ψύξει ἐξιόντος τοῦ ὑγροῦ <lb/>μετὰ τοῦ
							θερμοῦ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Ποῖα δὲ θερμὰ ἢ ψυχρὰ τῶν πεπηγότων ἢ τῶν ὑγρῶν, <pb n="127"/> ἐκ τῶν εἰρημένων δεῖ
							μεταδιώκειν. Ὅσα μὲν οὖν ὕδατος, ὡς <lb/>ἐπὶ τὸ πολὺ ψυχρά, ἐὰν μὴ ἀλλοτρίαν ἔχῃ
							θερμότητα, οἷον <lb/>κονία, οὖρον, οἶνος· ὅσα δὲ γῆς, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θερμὰ διὰ
							<lb/>τὴν τοῦ θερμοῦ δημιουργίαν, οἷον τίτανος καὶ τέφρα. Δεῖ <lb/>δὲ λαβεῖν τὴν ὕλην
							ψυχρότητά τινα εἶναι· ἐπεὶ γὰρ τὸ <lb/>ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρὸν ὕλη (ταῦτα γὰρ παθητικά),
							τούτων δὲ <lb/>σώματα μάλιστα γῆ καὶ ὕδωρ ἐστί, ταῦτα δὲ ψυχρότητι <lb/>ὥρισται, δῆλον
							ὅτι πάντα τὰ σώματα ὅσα ἑκατέρου ἁπλῶς <lb/>τοῦ στοιχείου, ψυχρὰ μᾶλλόν ἐστιν, ἂν μὴ
							ἔχῃ ἀλλοτρίαν <lb/>θερμότητα, οἷον τὸ ζέον ὕδωρ ἢ τὸ διὰ τέφρας ἠθημένον· <lb/>καὶ γὰρ
							τοῦτο ἔχει τὴν ἐκ τῆς τέφρας θερμότητα· ἐν ἅπασι <lb/>γάρ ἐστι θερμότης, ἢ πλείων ἢ
							ἐλάττων, τοῖς πεπυρωμένοις. <lb/>Διὸ καὶ ἐν τοῖς σαπροῖς ζῷα ἐγγίγνεται· ἔνεστι γὰρ
							<lb/>θερμότης ἡ φθείρασα τὴν ἑκάστου οἰκείαν θερμότητα. <lb/>Ὅσα δὲ κοινά, ἔχει
							θερμότητα· συνέστη γὰρ τὰ πλεῖστα <lb/>ὑπὸ θερμότης πεψάσης. Ἔνια δὲ σῆψίς ἐστιν, οἷον
							τὰ <lb/>συντηκτά. Ὥστε ἔχοντα μὲν τὴν φύσιν θερμὰ καὶ αἷμα καὶ <lb/>γονὴ καὶ μυελὸς
							καὶ ὀπὸς καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, φθειρόμενα <lb/>δὲ καὶ ἐξιστάμενα τῆς φύσεως οὐκέτι·
							λείπεται γὰρ ἡ <lb/>ὕλη, γῆ οὖσα ἢ ὕδωρ. Διὸ ἀμφότερα δοκεῖ τισί, καὶ οἱ <lb/>μὲν
							ψυχρὰ οἱ δὲ θερμὰ ταῦτά φασιν εἶναι, ὁρῶντες, ὅταν <lb/>μὲν ἐν τῇ φύσει ὦσι, θερμά,
							ὅταν δὲ χωρισθῶσι, πηγνύμενα. <lb/>Ἔχει μὲν οὖν οὕτως, ὅμως δ’ ὥσπερ διώρισται, ἐν οἷς
							μὲν <lb/>ἡ ὕλη ὕδατος τὸ πλεῖστον, ψυχρά (ἀντίκειται γὰρ τοῦτο <lb/>μάλιστα τῷ πυρί),
							ἐν οἷς δὲ γῆς ἢ ἀέρος, θερμότερα. Συμβαίνει <lb/>δέ ποτε ταὐτὰ γίνεσθαι ψυχρότατα καὶ
							θερμότατα <pb n="128"/> ἀλλοτρίᾳ θερμότητι· ὅσα γὰρ μάλιστα πέπηγε καὶ στερεώτατά
							<lb/>ἐστι, ταῦτα ψυχρά τε μάλιστα, ἐὰν στερηθῇ θερμότητος, <lb/>καὶ κάει μάλιστα, ἐὰν
							πυρωθῇ, οἷον ὕδωρ καπνοῦ <lb/>καὶ λίθος ὕδατος κάει μᾶλλον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Ἐπεὶ δὲ περὶ τούτων διώρισται, καθ’ ἕκαστον λέγωμεν <lb/>τί σὰρξ ἢ ὀστοῦν ἢ τῶν ἄλλων
							τῶν ὁμοιομερῶν· ἔχομεν <lb/>γὰρ ἐξ ὧν ἡ τῶν ὁμοιομερῶν φύσις συνέστηκε, τὰ γένη αὐτῶν,
							<lb/>τίνος ἕκαστον γένους, διὰ τῆς γενέσεως· ἐκ μὲν γὰρ τῶν <lb/>στοιχείων τὰ
							ὁμοιομερῆ, ἐκ τούτων δ’ ὡς ὕλης τὰ ὅλα <lb/>ἔργα τῆς φύσεως. Ἔστι δ’ ἅπαντα ὡς μὲν ἐξ
							ὕλης ἐκ τῶν <lb/>εἰρημένων, ὡς δὲ κατ’ οὐσίαν τῷ λόγῳ. Ἀεὶ δὲ μᾶλλον <lb/>δῆλον ἐπὶ
							τῶν ὑστέρων καὶ ὅλως ὅσα οἷον ὄργανα καὶ ἕνεκά <lb/>του. Μᾶλλον γὰρ δῆλον ὅτι ὁ νεκρὸς
							ἄνθρωπος ὁμωνύμως. <lb/>Οὕτω τοίνυν καὶ χεὶρ τελευτήσαντος ὁμωνύμως, καθάπερ <lb/>καὶ
							αὐλοὶ λίθινοι λεχθείησαν· οἷον γὰρ καὶ ταῦτα ὄργανα <lb/>ἄττα ἔοικεν εἶναι. Ἧττον δ’
							ἐπὶ σαρκὸς καὶ ὀστοῦ τὰ τοιαῦτα <lb/>δῆλα. Ἔτι δ’ ἐπὶ πυρὸς καὶ ὕδατος γῆς ἧττον· τὸ
							<lb/>γὰρ οὗ ἕνεκα ἥκιστα ἐνταῦθα δῆλον ὅπου πλεῖστον τῆς ὕλης· <lb/>ὥσπερ γὰρ εἰ τὰ
							ἔσχατα ληφθείη, ἡ μὲν ὕλη οὐθὲν ἄλλο <lb/>παρ’ αὐτήν, ἡ δ’ οὐσία οὐθὲν ἄλλο ἢ ὁ λόγος,
							τὰ δὲ μεταξὺ <lb/>ἀνάλογον τῷ ἐγγὺς εἶναι ἕκαστον, ἐπεὶ καὶ τούτων <lb/>ὁτιοῦν ἐστὶν
							ἕνεκά του, καὶ οὐ πάντως ἔχον ὕδωρ ἢ πῦρ, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ σὰρξ οὐδὲ σπλάγχνον. Τούτων
							δ’ ἔτι μᾶλλον <lb/>πρόσωπον καὶ χείρ. Ἅπαντα δ’ ἐστὶν ὡρισμένα τῷ ἔργῳ· <lb/>τὰ μὲν
							γὰρ δυνάμενα ποιεῖν τὸ αὐτῶν ἔργον ἀληθῶς ἐστὶν <lb/>ἕκαστα, οἷον ὁ ὀφθαλμὸς εἰ ὁρᾷ,
							τὸ δὲ μὴ δυνάμενον ὁμωνύμως, <lb/>οἷον ὁ τεθνεὼς ἢ ὁ λίθινος· οὐδὲ γὰρ πρίων ὁ
							ξύλινος, <pb n="129"/> ἀλλ’ ἢ ὡς εἰκών. Οὕτω τοίνυν καὶ σάρξ· ἀλλὰ τὸ ἔργον <lb/>αὐτῆς
							ἧττον δῆλον ἢ τὸ τῆς γλώττης. Ὁμοίως δὲ καὶ πῦρ· <lb/>ἀλλ’ ἔτι ἧττον ἴσως δῆλον
							φυσικῶς ἢ τὸ τῆς σαρκὸς ἔργον. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ἐν τοῖς φυτοῖς καὶ τὰ ἄψυχα, οἷον
							χαλκὸς <lb/>καὶ ἄργυρος· πάντα γὰρ δυνάμει τινί ἐστιν ἢ τοῦ ποιεῖν ἢ <lb/>τοῦ πάσχειν,
							ὥσπερ καὶ σὰρξ καὶ νεῦρον· ἀλλ’ οἱ λόγοι <lb/>αὐτῶν οὐκ ἀκριβεῖς. Ὥστε πότε ὑπάρχει
							καὶ πότε οὔ, οὐ <lb/>ῥᾴδιον διιδεῖν, ἂν μὴ σφόδρα ἐξίτηλον ᾖ καὶ τὰ σχήματα <lb/>μόνον
							ᾖ λοιπά, οἷα καὶ τὰ τῶν παλαιουμένων νεκρῶν σώματα, <lb/>ἃ ἐξαίφνης τέφρα γίνεται ἐν
							ταῖς θήκαις· καὶ καρποὶ <lb/>μόνον τῷ σχήματι, τὴν δ’ αἴσθησιν οὐ φαίνονται
							παλαιούμενοι <lb/>σφόδρα· καὶ τὰ ἐκ τοῦ γάλακτος πηγνύμενα. <lb/>Τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα
							μόρια θερμότητι καὶ ψυχρότητι καὶ <lb/>ταῖς τούτων κινήσεσιν ἐνδέχεται γίγνεσθαι,
							πηγνύμενα τῷ <lb/>θερμῷ καὶ τῷ ψυχρῷ· λέγω δ’ ὅσα ὁμοιομερῆ, οἷον σάρκα, <lb/>ὀστοῦν,
							τρίχας, νεῦρα, καὶ ὅσα τοιαῦτα· πάντα γὰρ <lb/>διαφέρει ταῖς πρότερον εἰρημέναις
							διαφοραῖς, τάσει, ἕλξει, <lb/>θραύσει, σκληρότητι, μαλακότητι καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς
							τοιούτοις· <lb/>ταῦτα δ’ ὑπὸ ψυχροῦ καὶ θερμοῦ καὶ τῶν κινήσεων <lb/>γίνεται
							μιγνυμένων. Τὰ δ’ ἐκ τούτων συνεστῶτα οὐθενὶ ἂν <lb/>δόξειε τὰ ἀνομοιομερῆ, οἷον
							κεφαλὴ ἢ χεὶρ ἢ πούς, ἀλλ’ <lb/>ὥσπερ καὶ τοῦ χαλκὸν μὲν ἢ ἄργυρον γενέσθαι αἰτία
							ψυχρότητος <lb/>καὶ θερμότητος κίνησις, τοῦ δὲ πρίονα ἢ φιάλην <lb/>ἢ κιβωτὸν οὐκέτι,
							ἀλλ’ ἐνταῦθα μὲν τέχνη, ἐκεῖ δὲ φύσις ἢ <lb/>ἄλλη τις αἰτία. Ἐπεὶ οὖν ἔχομεν τίνος
							γένους ἕκαστον <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν, ληπτέον καθ’ ἕκαστον τί ἐστιν, οἷον τί <pb n="130"/> αἷμα ἢ σὰρξ ἢ σπέρμα καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον· οὕτω γὰρ <lb/>ἴσμεν ἕκαστον διὰ τί καὶ
							τί ἐστιν, ἐὰν τὴν ὕλην ἢ τὸν λόγον <lb/>ἔχωμεν, μάλιστα δ’ ὅταν ἄμφω τῆς τε γενέσεως
							καὶ <lb/>φθορᾶς, καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως. Δηλωθέντων δὲ <lb/>τούτων ὁμοίως τὰ μὴ
							ὁμοιομερῆ θεωρητέον, καὶ τέλος τὰ ἐκ <lb/>τούτων συνεστῶτα, οἷον ἄνθρωπον, φυτὸν καὶ
							τἆλλα τὰ <lb/>τοιαῦτα. </p>
					</div>
				</div>
			</div>
		</body>
	</text>
</TEI>
