<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-model href="http://www.stoa.org/epidoc/schema/latest/tei-epidoc.rng" schematypens="http://relaxng.org/ns/structure/1.0"?>
<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0">
	<teiHeader>
    		<fileDesc>
			<titleStmt>
				<title xml:lang="lat">Historia animalium</title>
				<author>Aristotle</author>
				<editor>Immanuel Bekker</editor>
				<funder>Andrew W. Mellon Foundation</funder>
				<respStmt>
					<persName xml:id="DDD">Digital Divide Data</persName>
					<resp>Keyboarding</resp>
				</respStmt>
			</titleStmt>
			<publicationStmt>
				<authority>A Digital Corpus for Graeco-Arabic Studies, funded by the Andrew W. Mellon
					Foundation</authority>
				<publisher>University of Leipzig</publisher>
				<pubPlace>Germany</pubPlace>
				<idno type="filename">tlg0086.tlg014.1st1K-grc1.xml</idno>
				<availability>
					<licence target="https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/">Available under a
						Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License</licence>
				</availability>
				<date>2016</date>
			</publicationStmt>
			<sourceDesc>
				<biblStruct>
					<monogr>
						<title xml:lang="lat">Aristotelis Opera</title>
						<author>Aristotle</author>
						<editor>Immanuel Bekker</editor>
						<imprint>
							<publisher>Oxford University Press</publisher>
							<pubPlace>Oxford</pubPlace>
							<biblScope unit="vol">4</biblScope>
							<biblScope unit="pp" from="1" to="383">1-383</biblScope>
							<date>1837</date>
						</imprint>
					</monogr>
					<ref target="https://hdl.handle.net/2027/nyp.33433022676013?urlappend=%3Bseq=12">HathiTrust</ref>
				</biblStruct>
			</sourceDesc>
		</fileDesc>
		<encodingDesc>
			<p>The following text is encoded in accordance with EpiDoc standards and with the CTS/CITE
				Architecture.</p>
			  <refsDecl n="CTS">
				<cRefPattern matchPattern="(.+).(.+)" n="chapter" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1']/tei:div[@n='$2'])"/>
				<cRefPattern matchPattern="(.+)" n="book" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1'])"/>
			</refsDecl>
		</encodingDesc>
		<profileDesc>
			<langUsage>
				<language ident="greek">Greek</language>
			</langUsage>
		</profileDesc>
	</teiHeader>
	<text>
		<body>

			<div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1">
				<pb n="1"/>

				<div type="textpart" subtype="book" n="1">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>ΠΕΡΙ ΤΑ ΖΩΙΑ ΙΣΤΟΡΙΩΝ Α.</head>
						<p>ΤΩΝ ἐν τοῖς ζῴοις μορίων τὰ μέν ἐστιν ἀσύνθετα, ὅσα <lb/>διαιρεῖται εἰς ὁμοιομερῆ,
							οἷον σάρκες εἰς σάρκας, τὰ δὲ σύνθετα, <lb/>ὅσα εἰς ἀνομοιομερῆ, οἷον ἡ χεὶρ οὐκ εἰς
							χεῖρας διαιρεῖται <lb/>οὐδὲ τὸ πρόσωπον εἰς πρόσωπα. Τῶν δὲ τοιούτων <lb/>ἔνια οὐ
							μόνον μέρη ἀλλὰ καὶ μέλη καλεῖται. Τοιαῦτα <lb/>δ’ ἐστὶν ὅσα τῶν μερῶν ὅλα ὄντα ἕτερα
							μέρη ἔχει ἐν αὑτοῖς, <lb/>οἷον κεφαλὴ καὶ σκέλος καὶ χεὶρ καὶ ὅλος ὁ βραχίων <lb/>καὶ
							ὁ θώραξ· ταῦτα γὰρ αὐτά τέ ἐστι μέρη ὅλα, καὶ ἔστιν <lb/>αὐτῶν ἕτερα μόρια. Πάντα δὲ
							τὰ ἀνομοιομερῆ σύγκειται <lb/>ἐκ τῶν ὁμοιομερῶν, οἷον χεὶρ ἐκ σαρκὸς καὶ νεύρων καὶ
							ὀστῶν. <lb/>Ἔχει δὲ τῶν ζῴων ἔνια μὲν πάντα τὰ μόρια ταὐτὰ ἀλλήλοις, <lb/>ἔνια δ’
							ἕτερα. Ταὐτὰ δὲ τὰ μὲν εἴδει τῶν <lb/>μορίων ἐστίν, οἷον ἀνθρώπου ῥὶς καὶ ὀφθαλμὸς
							ἀνθρώπου <lb/>ῥινὶ καὶ ὀφθαλμῷ, καὶ σαρκὶ σὰρξ καὶ ὀστῷ ὀστοῦν· τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ
							τρόπον καὶ ἵππου καὶ τῶν ἄλλων ζῴων, ὅσα <lb/>τῷ εἴδει ταὐτὰ λέγομεν ἑαυτοῖς· ὁμοίως
							γὰρ ὥσπερ τὸ <lb/>ὅλον ἔχει πρὸς τὸ ὅλον, καὶ τῶν μορίων ἔχει ἕκαστον πρὸς
							<lb/>ἕκαστον. Τὰ δὲ ταὐτὰ μέν ἐστιν, διαφέρει δὲ καθ’ ὑπεροχὴν <lb/>καὶ ἔλλειψιν, ὅσων
							τὸ γένος ἐστὶ ταὐτόν. Λέγω δὲ <lb/>γένος οἷον ὄρνιθα καὶ ἰχθύν· τούτων γὰρ ἑκάτερον
							ἔχει διαφορὰν <lb/>κατὰ τὸ γένος, καὶ ἔστιν εἴδη πλείω ἰχθύων καὶ <lb/>ὀρνίθων.
							Διαφέρει δὲ σχεδὸν τὰ πλεῖστα τῶν μορίων ἐν <pb n="2"/> αὑτοῖς παρὰ τὰς τῶν παθημάτων
							ἐναντιώσεις, οἷον χρώματος <lb/>καὶ σχήματος, τῷ τὰ μὲν μᾶλλον αὐτὰ πεπονθέναι τὰ δὲ
							<lb/>ἧττον, ἔτι δὲ πλήθει καὶ ὀλιγότητι καὶ μεγέθει καὶ σμικρότητι <lb/>καὶ ὅλως
							ὑπεροχῇ καὶ ἐλλείψει. Τὰ μὲν γάρ ἐστι <lb/>μαλακόσαρκα αὐτῶν τὰ δὲ σκληρόσαρκα, καὶ τὰ
							μὲν <lb/>μακρὸν ἔχει τὸ ῥύγχος τὰ δὲ βραχύ, καὶ τὰ μὲν πολύπτερα <lb/>τὰ δ’ ὀλιγόπτερά
							ἐστιν. Οὐ μὴν ἀλλ’ ἔνιά γε καὶ ἐν τούτοις <lb/>ἕτερα ἑτέροις μόρια ὑπάρχει, οἷον τὰ
							μὲν ἔχει πλῆκτρα <lb/>τὰ δ’ οὔ, καὶ τὰ μὲν λόφον ἔχει τὰ δ’ οὐκ ἔχει. Ἀλλ’ <lb/>ὡς
							εἰπεῖν τὰ πλεῖστα καὶ ἐξ ὧν μερῶν ὁ πᾶς ὄγκος συνέστηκεν, <lb/>ἢ ταὐτά ἐστιν ἢ
							διαφέρει τοῖς ἐναντίοις καὶ καθ’ <lb/>ὑπεροχὴν καὶ ἔλλειψιν· τὸ γὰρ μᾶλλον καὶ ἧττον
							ὑπεροχὴν <lb/>ἄν τις καὶ ἔλλειψιν θείη. Ἔνια δὲ τῶν ζῴων οὔτε εἴδει <lb/>τὰ μόρια
							ταὐτὰ ἔχει οὔτε καθ’ ὑπεροχὴν καὶ ἔλλειψιν, <lb/>ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίαν, οἷον πέπονθεν
							ὀστοῦν πρὸς ἄκανθαν <lb/>καὶ ὄνυξ πρὸς ὁπλὴν καὶ χεὶρ πρὸς χηλὴν καὶ πρὸς πτερὸν
							<lb/>λεπίς· ὃ γὰρ ἐν ὄρνιθι πτερόν, τοῦτο ἐν ἰχθύϊ ἐστὶ λεπίς. <lb/>Κατὰ μὲν οὖν μόρια
							ἃ ἔχουσιν ἕκαστα τῶν ζῴων, τοῦτόν <lb/>τε τὸν τρόπον ἕτερά ἐστι καὶ ταὐτά, καὶ ἔτι τῇ
							θέσει τῶν <lb/>μερῶν· πολλὰ γὰρ τῶν ζῴων ἔχει μὲν ταὐτὰ μέρη, ἀλλὰ <lb/>κείμενα οὐχ
							ὡσαύτως, οἷον μαστοὺς τὰ μὲν ἐν τῷ στήθει τὰ <lb/>δὲ πρὸς τοῖς μηροῖς. Ἔστι δὲ τῶν
							ὁμοιομερῶν τὰ μὲν <lb/>μαλακὰ καὶ ὑγρά, τὰ δὲ ξηρὰ καὶ στερεά, ὑγρὰ μέν, ἢ ὅλως <lb/>ἢ
							ἕως ἂν ᾖ ἐν τῇ φύσει, οἷον αἷμα, ἰχώρ, πιμελή, στέαρ, <lb/>μυελός, γονή, χολή, γάλα ἐν
							τοῖς ἔχουσι, σάρξ τε καὶ τὰ <lb/>τούτοις ἀνάλογον, ἔτι ἄλλον τρόπον τὰ περιττώματα,
							οἷον <pb n="3"/> φλέγμα, καὶ τὰ ὑποστήματα τῆς κοιλίας καὶ κύστεως· ξηρὰ <lb/>δὲ καὶ
							στερεὰ οἷον νεῦρον, δέρμα, φλέψ, θρίξ, ὀστοῦν, <lb/>χόνδρος, ὄνυξ, κέρας (ὁμώνυμον γὰρ
							πρὸς τὸ γένος, ὅταν <lb/>τῷ σχήματι καὶ τὸ ὅλον λέγηται κέρας), ἔτι ὅσα ἀνάλογον
							<lb/>τούτοις.</p>
						<p>Αἱ δὲ διαφοραὶ τῶν ζῴων εἰσὶ κατά τε τοὺς βίους καὶ τὰς <lb/>πράξεις καὶ τὰ ἤθη καὶ
							τὰ μόρια, περὶ ὧν τύπῳ μὲν εἴπωμεν <lb/>πρῶτον, ὕστερον δὲ περὶ ἕκαστον γένος
							ἐπιστήσαντες <lb/>ἐροῦμεν. Εἰσὶ δὲ διαφοραὶ κατὰ μὲν τοὺς βίους καὶ τὰ <lb/>ἤθη καὶ
							τὰς πράξεις αἱ τοιαίδε, ᾗ τὰ μὲν ἔνυδρα αὐτῶν ἐστὶ <lb/>τὰ δὲ χερσαῖα, ἔνυδρα δὲ
							διχῶς, τὰ μὲν ὅτι τὸν βίον καὶ <lb/>τὴν τροφὴν ποιεῖται ἐν τῷ ὑγρῷ, καὶ δέχεται τὸ
							ὑγρὸν καὶ <lb/>ἀφίησι, τούτου δὲ στερισκόμενα οὐ δύναται ζῆν, οἷον πολλοῖς
							<lb/>συμβαίνει τῶν ἰχθύων· τὰ δὲ τὴν μὲν τροφὴν ποιεῖται <lb/>καὶ τὴν διατριβὴν ἐν τῷ
							ὑγρῷ, οὐ μέντοι δέχεται τὸ ὕδωρ <lb/>ἀλλὰ τὸν ἀέρα, καὶ γεννᾷ ἔξω. Πολλὰ δ’ ἐστὶ
							τοιαῦτα καὶ <lb/>πεζά, ὥσπερ ἐνυδρὶς καὶ λάταξ καὶ κροκόδειλος, καὶ πτηνά, <lb/>οἷον
							αἴθυια καὶ κολυμβίς, καὶ ἄποδα, οἷον ὕδρος. Ἔνια δὲ <lb/>τὴν μὲν τροφὴν ἐν τῷ ὑγρῷ
							ποιεῖται καὶ οὐ δύναται ζῆν <lb/>ἐκτός, οὐ μέντοι δέχεται οὔτε τὸν ἀέρα οὔτε τὸ ὑγρόν,
							οἷον <lb/>ἀκαλήφη καὶ τὰ ὄστρεα. Τῶν δ’ ἐνύδρων τὰ μέν ἐστι θαλάττια, <lb/>τὰ δὲ
							ποτάμια, τὰ δὲ λιμναῖα, τὰ δὲ τελματιαῖα, <lb/>οἷον βάτραχος καὶ κορδύλος. Τῶν δὲ
							χερσαίων τὰ μὲν <lb/>δέχεται τὸν ἀέρα καὶ ἀφίησιν, ὃ καλεῖται ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν,
							<lb/>οἷον ἄνθρωπος καὶ πάντα ὅσα πνεύμονα ἔχει τῶν <lb/>χερσαίων· τὰ δὲ τὸν ἀέρα μὲν
							οὐ δέχεται, ζῇ δὲ καὶ τὴν τροφὴν <lb/>ἔχει ἐν τῇ γῇ, οἷον σφὴξ καὶ μέλιττα καὶ τὰ ἄλλα
							<lb/>ἔντομα. Καλῶ δ’ ἔντομα ὅσα ἔχει κατὰ τὸ σῶμα ἐντομάς, <pb n="4"/> ἢ ἐν τοῖς
							ὑπτίοις ἢ ἐν τούτοις τε καὶ τοῖς πρανέσιν. Καὶ <lb/>τῶν μὲν χερσαίων πολλά, ὥσπερ
							εἴρηται, ἐκ τοῦ ὑγροῦ τὴν <lb/>τροφὴν πορίζεται, τῶν δ’ ἐνύδρων καὶ δεχομένων τὴν
							θάλατταν <lb/>οὐδὲν ἐκ τῆς γῆς. Ἔνια δὲ τῶν ζῴων τὸ μὲν πρῶτον <lb/>ζῇ ἐν τῷ ὑγρῷ,
							ἔπειτα μεταβάλλει εἰς ἄλλην μορφὴν καὶ ζῇ <lb/>ἔξω, οἷον ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ποταμοῖς
							ἐμπίδων· γίνεται <lb/>γὰρ ἐξ αὐτῶν ὁ οἶστρος. Ἔτι τὰ μέν ἐστι μόνιμα τῶν <lb/>ζῴων, τὰ
							δὲ μεταβλητικά. Ἔστι δὲ τὰ μόνιμα ἐν τῷ ὑγρῷ· <lb/>τῶν δὲ χερσαίων οὐδὲν μόνιμον. Ἐν
							δὲ τῷ ὑγρῷ πολλὰ <lb/>τῷ προσπεφυκέναι ζῇ, οἷον γένη ὀστρέων πολλά. Δοκεῖ <lb/>δὲ καὶ
							ὁ σπόγγος ἔχειν τινὰ αἴσθησιν· σημεῖον δὲ ὅτι χαλεπώτερον <lb/>ἀποσπᾶται, ἂν μὴ
							γένηται λαθραίως ἡ κίνησις, <lb/>ὥς φασιν. Τὰ δὲ καὶ προσφύεται καὶ ἀπολύεται, οἷόν
							ἐστι <lb/>γένος τι τῆς καλουμένης ἀκαλήφης· τούτων γάρ τινες νύκτωρ <lb/>ἀπολυόμεναι
							νέμονται. Πολλὰ δ’ ἀπολελυμένα μέν ἐστιν <lb/>ἀκίνητα δέ, οἷον ὄστρεα καὶ τὰ καλούμενα
							ὁλοθούρια. Τὰ <lb/>δὲ νευστικά, οἷον ἰχθύες καὶ τὰ μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα,
							<lb/>οἷον κάραβοι. Τὰ δὲ πορευτικά, οἷον τὸ τῶν καρκίνων <lb/>γένος· τοῦτο γὰρ ἔνυδρον
							ὂν τὴν φύσιν πορευτικόν <lb/>ἐστιν. Τῶν δὲ χερσαίων ἐστὶ τὰ μὲν πτηνά, ὥσπερ ὄρνιθες
							<lb/>καὶ μέλιτται, καὶ ταῦτ’ ἄλλον τρόπον ἀλλήλων, τὰ <lb/>δὲ πεζά. Καὶ τῶν πεζῶν τὰ
							μὲν πορευτικά, τὰ δ’ ἑρπυστικά, <lb/>τὰ δὲ ἰλυσπαστικά. Πτηνὸν δὲ μόνον οὐδέν ἐστιν,
							<lb/>ὥσπερ νευστικὸν μόνον ἰχθύς· καὶ γὰρ τὰ δερμόπτερα πεζεύει, <lb/>καὶ νυκτερίδι
							πόδες εἰσί, καὶ τῇ φώκῃ κεκολοβωμένοι <lb/>πόδες. Καὶ τῶν ὀρνίθων εἰσί τινες
							κακόποδες, οἳ διὰ τοῦτο <lb/>καλοῦνται ἄποδες· ἔστι δὲ εὔπτερον τοῦτο τὸ ὀρνίθιον.
							Σχεδὸν <lb/>δὲ καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ εὔπτερα μὲν κακόποδα δ’ ἐστίν, <pb n="5"/> οἷον
							χελιδὼν καὶ δρεπανίς· ὁμοιότροπά τε γὰρ καὶ ὁμοιόπτερα <lb/>πάντα ταῦτα, καὶ τὰς ὄψεις
							ἐγγὺς ἀλλήλων. <lb/>Φαίνεται δ’ ὁ μὲν ἄπους πᾶσαν ὥραν, ἡ δὲ δρεπανὶς ὅταν ὕσῃ
							<lb/>τοῦ θέρους· τότε γὰρ ὁρᾶται καὶ ἁλίσκεται, ὅλως δὲ καὶ <lb/>σπάνιόν ἐστι τοῦτο τὸ
							ὄρνεον. Πορευτικὰ δὲ καὶ νευστικὰ <lb/>πολλὰ τῶν ζῴων ἐστίν.</p>
						<p>Εἰσὶ δὲ καὶ αἱ τοιαίδε διαφοραὶ κατὰ τοὺς βίους καὶ τὰς <lb/>πράξεις. Τὰ μὲν γὰρ
							αὐτῶν ἐστὶν ἀγελαῖα τὰ δὲ μοναδικά, <lb/>καὶ πεζὰ καὶ πτηνὰ καὶ πλωτά, τὰ δ’
							ἐπαμφοτερίζει. <lb/>Καὶ τῶν ἀγελαίων καὶ τῶν μοναδικῶν τὰ μὲν πολιτικὰ τὰ δὲ
							<lb/>σποραδικά ἐστιν. Ἀγελαῖα μὲν οὖν οἷον ἐν τοῖς πτηνοῖς <lb/>τὸ τῶν περιστερῶν
							γένος καὶ γέρανος καὶ κύκνος (γαμψώνυχον <lb/>δ’ οὐδὲν ἀγελαῖον), καὶ τῶν πλωτῶν πολλὰ
							γένη τῶν <lb/>ἰχθύων, οἷον οὓς καλοῦσι δρομάδας, θύννοι, πηλαμύδες, ἄμιαι· <lb/>ὁ δ’
							ἄνθρωπος ἐπαμφοτερίζει. Πολιτικὰ δ’ ἐστὶν ὧν <lb/>ἕν τι καὶ κοινὸν γίνεται πάντων τὸ
							ἔργον· ὅπερ οὐ πάντα <lb/>ποιεῖ τὰ ἀγελαῖα. Ἔστι δὲ τοιοῦτον ἄνθρωπος, μέλιττα,
							<lb/>σφήξ, μύρμηξ, γέρανος. Καὶ τούτων τὰ μὲν ὑφ’ ἡγεμόνα <lb/>ἐστὶ τὰ δ’ ἄναρχα, οἷον
							γέρανος μὲν καὶ τὸ τῶν μελιττῶν <lb/>γένος ὑφ’ ἡγεμόνα, μύρμηκες δὲ καὶ μυρία ἄλλα
							ἄναρχα. <lb/>Καὶ τὰ μὲν ἐπιδημητικὰ καὶ τῶν ἀγελαίων καὶ τῶν μοναδικῶν, <lb/>τὰ δὲ
							ἐκτοπιστικά. Καὶ τὰ μὲν σαρκοφάγα, τὰ δὲ <lb/>καρποφάγα, τὰ δὲ παμφάγα, τὰ δὲ
							ἰδιότροφα, οἷον τὸ τῶν <lb/>μελιττῶν γένος καὶ τὸ τῶν ἀραχνῶν· τὰ μὲν γὰρ μέλιτι
							<lb/>καί τισιν ἄλλοις ὀλίγοις τῶν γλυκέων χρῆται τροφῇ, οἱ δ’ <lb/>ἀράχναι ἀπὸ τῆς τῶν
							μυιῶν θήρας ζῶσιν, τὰ δ’ ἰχθύσι χρῶνται <lb/>τροφῇ. Καὶ τὰ μὲν θηρευτικά, τὰ δὲ
							θησαυριστικὰ τῆς <lb/>τροφῆς ἐστί, τὰ δ’ οὔ. Καὶ τὰ μὲν οἰκητικὰ τὰ δὲ ἄοικα, <pb n="6"/> οἰκητικὰ μὲν οἷον ἀσπάλαξ, μῦς, μύρμηξ, μέλιττα, ἄοικα <lb/>δὲ πολλὰ τῶν
							ἐντόμων καὶ τῶν τετραπόδων. Ἔτι τοῖς τόποις <lb/>τὰ μὲν τρωγλοδυτικά, οἷον σαύρα,
							ὄφις, τὰ δ’ ὑπέργεια, <lb/>οἷον ἵππος, κύων. Καὶ τὰ μὲν τρηματώδη τὰ δ’ <lb/>ἄτρητα.
							Καὶ τὰ μὲν νυκτερόβια, οἷον γλαύξ, νυκτερίς, τὰ <lb/>δ’ ἐν τῷ φωτὶ ζῇ. Ἔτι δὲ ἥμερα
							καὶ ἄγρια, καὶ τὰ μὲν <lb/>ἀεί, οἷον ἄνθρωπος καὶ ὀρεὺς ἀεὶ ἥμερα, τὰ δ’ ἄγρια, ὥσπερ
							<lb/>πάρδαλις καὶ λύκος· τὰ δὲ καὶ ἡμεροῦσθαι δύναται ταχύ, <lb/>οἷον ἐλέφας. Ἔτι
							ἄλλον τρόπον· πάντα γὰρ ὅσα ἥμερά <lb/>ἐστι γένη, καὶ ἄγριά ἐστιν, οἷον ἵπποι, βόες,
							ὕες, πρόβατα, <lb/>αἶγες, κύνες. Καὶ τὰ μὲν ψοφητικά, τὰ δὲ ἄφωνα, <lb/>τὰ δὲ
							φωνήεντα, καὶ τούτων τὰ μὲν διάλεκτον ἔχει τὰ δὲ <lb/>ἀγράμματα, καὶ τὰ μὲν κωτίλα τὰ
							δὲ σιγηλά, τὰ δ’ ᾠδικὰ <lb/>τὰ δ’ ἄνῳδα· πάντων δὲ κοινὸν τὸ περὶ τὰς ὀχείας μάλιστα
							<lb/>ᾄδειν καὶ λαλεῖν. Καὶ τὰ μὲν ἄγροικα, ὥσπερ φάττα, τὰ <lb/>δ’ ὄρεια, ὥσπερ ἔποψ,
							τὰ δὲ συνανθρωπίζει, οἷον περιστερά. <lb/>Καὶ τὰ μὲν ἀφροδισιαστικά, οἷον τὸ τῶν
							περδίκων καὶ <lb/>ἀλεκτρυόνων γένος, τὰ δὲ ἁγνευτικά, οἷον τὸ τῶν κορακοειδῶν
							<lb/>ὀρνίθων γένος· ταῦτα γὰρ σπανίως ποιεῖται τὴν ὀχείαν. <lb/>Καὶ τῶν θαλαττίων τὰ
							μὲν πελάγια, τὰ δὲ αἰγιαλώδη, <lb/>τὰ δὲ πετραῖα. Ἔτι τὰ μὲν ἀμυντικὰ τὰ δὲ φυλακτικά·
							<lb/>ἔστι δ’ ἀμυντικὰ μὲν ὅσα ἢ ἐπιτίθεται ἢ ἀδικούμενα ἀμύνεται, <lb/>φυλακτικὰ δὲ
							ὅσα πρὸς τὸ μὴ παθεῖν τι ἔχει ἐν αὑτοῖς <lb/>ἀλεωρήν.</p>
						<p>Διαφέρουσι δὲ καὶ ταῖς τοιαῖσδε διαφοραῖς κατὰ τὸ <lb/>ἦθος. Τὰ μὲν γάρ ἐστι πρᾶα καὶ
							δύσθυμα καὶ οὐκ ἐνστατικά, <lb/>οἷον βοῦς, τὰ δὲ θυμώδη καὶ ἐνστατικὰ καὶ ἀμαθῆ, οἷον
								<pb n="7"/> ὗς ἄγριος, τὰ δὲ φρόνιμα καὶ δειλά, οἷον ἔλαφος, δασύπους, <lb/>τὰ δὲ
							ἀνελεύθερα καὶ ἐπίβουλα, οἷον οἱ ὄφεις, τὰ δὲ ἐλευθέρια <lb/>καὶ ἀνδρεῖα καὶ εὐγενῆ,
							οἷον λέων, τὰ δὲ γενναῖα καὶ <lb/>ἄγρια καὶ ἐπίβουλα, οἷον λύκος· εὐγενὲς μὲν γάρ ἐστι
							τὸ <lb/>ἐξ ἀγαθοῦ γένους, γενναῖον δὲ τὸ μὴ ἐξιστάμενον ἐκ τῆς <lb/>αὑτοῦ φύσεως. Καὶ
							τὰ μὲν πανοῦργα καὶ κακοῦργα, οἷον <lb/>ἀλώπηξ, τὰ δὲ θυμικὰ καὶ φιλητικὰ καὶ
							θωπευτικά, οἷον <lb/>κύων, τὰ δὲ πρᾶα καὶ τιθασσευτικά, οἷον ἐλέφας, τὰ δ’
							<lb/>αἰσχυντηλὰ καὶ φυλακτικά, οἷον χήν, τὰ δὲ φθονερὰ καὶ φιλόκαλα, <lb/>οἷον ταώς.
							Βουλευτικὸν δὲ μόνον ἄνθρωπός ἐστι <lb/>τῶν ζῴων. Καὶ μνήμης μὲν καὶ διδαχῆς πολλὰ
							κοινωνεῖ, <lb/>ἀναμιμνήσκεσθαι δὲ οὐδὲν ἄλλο δύναται πλὴν ἄνθρωπος. <lb/>Περὶ ἕκαστον
							δὲ τῶν γενῶν τά τε περὶ τὰ ἤθη καὶ τοὺς <lb/>βίους ὕστερον λεχθήσεται δι’ ἀκριβείας
							μᾶλλον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Πάντων δ’ ἐστὶ τῶν ζῴων κοινὰ μόρια, ᾧ δέχεται τὴν τροφὴν <lb/>καὶ εἰς ὃ δέχεται·
							ταῦτα δ’ ἐστὶ ταὐτὰ καὶ ἕτερα κατὰ <lb/>τοὺς εἰρημένους τρόπους, ἢ κατ’ εἶδος ἢ καθ’
							ὑπεροχὴν ἢ <lb/>κατ’ ἀναλογίαν ἢ τῇ θέσει διαφέροντα. Μετὰ δὲ ταῦτα <lb/>ἄλλα κοινὰ
							μόρια ἔχει τὰ πλεῖστα τῶν ζῴων πρὸς τούτοις, <lb/>ᾗ ἀφίησι τὸ περίττωμα τῆς τροφῆς καὶ
							ᾗ λαμβάνει· οὐ γὰρ <lb/>πᾶσιν ὑπάρχει τοῦτο. Καλεῖται δ’ ᾗ μὲν λαμβάνει, στόμα,
							<lb/>εἰς ὃ δὲ δέχεται, κοιλία· τὸ δὲ λοιπὸν πολυώνυμόν ἐστιν. <lb/>Τοῦ δὲ περιττώματος
							ὄντος διττοῦ, ὅσα μὲν ἔχει δεκτικὰ <lb/>μόρια τοῦ ὑγροῦ περιττώματος, ἔχει καὶ τῆς
							ξηρᾶς τροφῆς, <lb/>ὅσα δὲ ταύτης, ἐκείνης οὐ πάντα. Διὸ ὅσα μὲν <lb/>κύστιν ἔχει, καὶ
							κοιλίαν ἔχει, ὅσα δὲ κοιλίαν ἔχει, οὐ πάντα <lb/>κύστιν ἔχει. Ὀνομάζεται γὰρ τὸ μὲν
							τῆς ὑγρᾶς περιττώσεως <lb/>δεκτικὸν μόριον κύστις, κοιλία δὲ τὸ τῆς ξηρᾶς. </p>
					</div>
					<pb n="8"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Τῶν δὲ λοιπῶν πολλοῖς ὑπάρχει ταῦτά τε τὰ μόρια καὶ ἔτι <lb/>ᾗ τὸ σπέρμα ἀφιᾶσιν· καὶ
							τούτων ἐν οἷς μὲν ὑπάρχει γένεσις <lb/>ζῴων τὸ μὲν εἰς αὑτὸ ἀφιέν, τὸ δὲ εἰς ἕτερον.
							Καλεῖται <lb/>δὲ τὸ μὲν εἰς αὑτὸ ἀφιὲν θῆλυ, τὸ δ’ εἰς τοῦτο ἄρρεν. Ἐν <lb/>ἐνίοις δ’
							οὐκ ἔστι τὸ ἄρρεν καὶ θῆλυ· ᾗ καὶ τῶν μορίων <lb/>τῶν πρὸς τὴν δημιουργίαν ταύτην
							διαφέρει τὸ εἶδος· τὰ μὲν <lb/>γὰρ ἔχει ὑστέραν τὰ δὲ τὸ ἀνάλογον. Ὅσα μὲν οὖν
							ἀναγκαιότατα <lb/>μόρια τοῖς ζῴοις τὰ μὲν πᾶσιν ἔχειν συμβέβηκε τὰ <lb/>δὲ τοῖς
							πλείστοις, ταῦτ’ ἐστίν.</p>
						<p>Πᾶσι δὲ τοῖς ζῴοις αἴσθησις μία ὑπάρχει κοινὴ μόνη ἡ <lb/>ἁφή, ὥστε καὶ ἐν ᾧ αὕτη
							μορίῳ γίνεσθαι πέφυκεν, ἀνώνυμόν <lb/>ἐστιν· τοῖς μὲν γὰρ ταὐτὸ τοῖς δὲ τὸ ἀνάλογόν
							ἐστιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Ἔχει δὲ καὶ ὑγρότητα πᾶν ζῷον, ἧς στερισκόμενον ἢ φύσει <lb/>ἢ βίᾳ φθείρεται. Ἔτι ἐν
							ᾧ γίγνεται, τοῦτο ἄλλο. Ἔστι <lb/>δὲ τοῦτο τοῖς μὲν αἷμα καὶ φλέψ, τοῖς δὲ τὸ ἀνάλογον
							<lb/>τούτων· ἔστι δ’ ἀτελῆ ταῦτα, οἷον τὸ μὲν ἲς τὸ δ’ ἰχώρ. <lb/>Ἡ μὲν οὖν ἁφὴ ἐν
							ὁμοιομερεῖ ἐγγίνεται μέρει, οἷον ἐν <lb/>σαρκὶ ἢ τοιούτῳ τινί, καὶ ὅλως ἐν τοῖς
							αἱματικοῖς, ὅσα ἔχει <lb/>αἷμα· τοῖς δ’ ἐν τῷ ἀνάλογον, πᾶσι δ’ ἐν τοῖς ὁμοιομερέσιν.
							<lb/>Αἱ δὲ ποιητικαὶ δυνάμεις ἐν τοῖς ἀνομοιομερέσιν, οἷον <lb/>ἡ τῆς τροφῆς ἐργασία
							ἐν στόματι καὶ ἡ τῆς κινήσεως τῆς <lb/>κατὰ τόπον ἐν ποσὶν ἢ πτέρυξιν ἢ τοῖς
							ἀνάλογον.</p>
						<p>Πρὸς δὲ τούτοις τὰ μὲν ἔναιμα τυγχάνει ὄντα, οἷον ἄνθρωπος <lb/>καὶ ἵππος καὶ πάνθ’·
							ὅσα ἢ ἄποδά ἐστι τέλεα ὄντα ἢ <lb/>δίποδα ἢ τετράποδα, τὰ δ’ ἄναιμα, οἷν μέλιττα καὶ
							σφὴξ <lb/>καὶ τῶν θαλαττίων σηπία καὶ κάραβος καὶ πάνθ’ ὅσα πλείους <lb/>πόδας ἔχει
							τεττάρων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Καὶ τὰ μὲν ζῳοτόκα τὰ δὲ ᾠοτόκα <pb n="9"/> τὰ δὲ σκωληκοτόκα, ζῳοτόκα μὲν οἷον
							ἄνθρωπος καὶ ἵππος <lb/>καὶ φώκη καὶ τὰ ἄλλα ὅσα ἔχει τρίχας, καὶ τῶν ἐνύδρων <lb/>τὰ
							κητώδη, οἷον δελφίς, καὶ τὰ καλούμενα σελάχη. Τούτων <lb/>δὲ τὰ μὲν αὐλὸν ἔχει,
							βράγχια δ’ οὐκ ἔχει, οἷον δελφὶς καὶ <lb/>φάλαινα (ἔχει δ’ ὁ μὲν δελφὶς τὸν αὐλὸν διὰ
							τοῦ νώτου, ἡ <lb/>δὲ φάλαινα ἐν τῷ μετώπῳ), τὰ δὲ ἀκάλυπτα βράγχια, οἷον <lb/>τὰ
							σελάχη, γαλεοί τε καὶ βάτοι. Καλεῖται δ’ ᾠὸν μὲν τῶν <lb/>κυημάτων τῶν τελείων, ἐξ οὗ
							γίγνεται τὸ γινόμενον ζῷον, ἐκ <lb/>μορίου τὴν ἀρχήν, τὸ δ’ ἄλλο τροφὴ τῷ γινομένῳ
							ἐστίν· σκώληξ <lb/>δ’ ἐστὶν ἐξ οὗ ὅλου ὅλον γίνεται τὸ ζῷον, διαρθρουμένου <lb/>καὶ
							αὐξανομένου τοῦ κυήματος. Τὰ μὲν οὖν ἐν αὑτοῖς <lb/>ᾠοτοκεῖ τῶν ζῳοτόκων, οἷον τὰ
							σελάχη, τὰ δὲ ζῳοτοκεῖ ἐν <lb/>αὑτοῖς, οἷον ἄνθρωπος καὶ ἵππος· εἰς δὲ τὸ φανερὸν τῶν
							μὲν <lb/>τελεωθέντος τοῦ κυήματος ζῷον ἐξέρχεται, τῶν δ’ ᾠόν, τῶν <lb/>δὲ σκώληξ. Τῶν
							δ’ ᾠῶν τὰ μὲν ὀστρακόδερμά ἐστι καὶ δίχροα, <lb/>οἷον τὰ τῶν ὀρνίθων, τὰ δὲ
							μαλακόδερμα καὶ μονόχροα, <lb/>οἷον τὰ τῶν σελαχῶν. Καὶ τῶν σκωλήκων οἱ μὲν <lb/>εὐθὺς
							κινητικοὶ οἱ δ’ ἀκίνητοι. Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἐν <lb/>τοῖς περὶ γενέσεως δι’
							ἀκριβείας ὕστερον ἐροῦμεν.</p>
						<p>Ἔτι δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἔχει πόδας τὰ δ’ ἄποδα, καὶ <lb/>τῶν ἐχόντων τὰ μὲν δύο πόδας
							ἔχει, οἷον ἄνθρωπος καὶ <lb/>ὄρνις μόνα, τὰ δὲ τέτταρας, οἷον σαύρα καὶ κύων, τὰ δὲ
							<lb/>πλείους, οἷον σκολόπενδρα καὶ μέλιττα· πάντα δ’ ἀρτίους <lb/>ἔχει πόδας. Τῶν δὲ
							νευστικῶν ὅσα ἄποδα, τὰ μὲν πτερύγια <lb/>ἔχει, ὥσπερ ἰχθύς, καὶ τούτων οἱ μὲν τέτταρα
							πτερύγια, <lb/>δύο μὲν ἄνω ἐν τοῖς πρανέσι, δύο δὲ κάτω ἐν τοῖς <lb/>ὑπτίοις, οἷον
							χρύσοφρυς καὶ λάβραξ, τὰ δὲ δύο μόνον, ὅσα <lb/>προμήκη καὶ λεῖα, οἷον ἔγχελυς καὶ
							γόγγρος· τὰ δ’ ὅλως <lb/>οὐκ ἔχει, οἷον σμύραινα καὶ ὅσα ἄλλα χρῆται τῇ θαλάττῃ
							<lb/>ὥσπερ οἱ ὄφεις τῇ γῇ, καὶ ἐν τῷ ὑγρῷ ὁμοίως <pb n="10"/> νέουσιν. Τῶν δὲ σελαχῶν
							ἔνια μὲν οὐκ ἔχει πτερύγια, οἷον <lb/>τὰ πλατέα καὶ κερκοφόρα, ὥσπερ βάτος καὶ τρυγών,
							ἀλλ’ <lb/>αὐτοῖς νεῖ τοῖς πλάτεσιν· βάτραχος δ’ ἔχει, καὶ ὅσα τὸ <lb/>πλάτος μὴ ἔχει
							ἀπολελεπτυσμένον. Ὅσα δὲ δοκεῖ πόδας <lb/>ἔχειν, καθάπερ καὶ τὰ μαλάκια, τούτοις νεῖ
							καὶ τοῖς <lb/>πτερυγίοις, καὶ θᾶττον ἐπὶ κύτος, οἷον σηπία καὶ τευθὶς <lb/>καὶ
							πολύπους· βαδίζει δὲ τούτων οὐδέτερον, ὥσπερ πολύπους. <lb/>Τὰ δὲ σκληρόδερμα, οἷον
							κάραβος, τοῖς οὐραίοις νεῖ, <lb/>τάχιστα δ’ ἐπὶ τὴν κέρκον τοῖς ἐν ἐκείνῃ πτερυγίοις·
							καὶ ὁ <lb/>κορδύλος τοῖς ποσὶ καὶ τῷ οὐραίῳ· ἔχει δ’ ὅμοιον γλάνει τὸ <lb/>οὐραῖον, ὡς
							μικρὸν εἰκάσαι μεγάλῳ. Τῶν δὲ πτηνῶν τὰ μὲν <lb/>πτερωτά ἐστιν, οἷον ἀετὸς καὶ ἱέραξ,
							τὰ δὲ πτιλωτά, οἷον <lb/>μέλιττα καὶ μηλολόνθη, τὰ δὲ δερμόπτερα, οἷον ἀλώπηξ <lb/>καὶ
							νυκτερίς. Πτερωτὰ μὲν οὖν ἐστὶν ὅσα ἔναιμα, καὶ δερμόπτερα <lb/>ὡσαύτως· πτιλωτὰ δὲ
							ὅσα ἄναιμα, οἷον τὰ ἔντομα. <lb/>Ἔστι δὲ τὰ μὲν πτερωτὰ καὶ δερμόπτερα δίποδα πάντα ἢ
							<lb/>ἄποδα· λέγονται γὰρ εἶναί τινες ὄφεις τοιοῦτοι περὶ Αἰθιοπίαν. <lb/>Τὸ μὲν οὖν
							πτερωτὸν γένος τῶν ζῴων ὄρνις καλεῖται, <lb/>τὰ δὲ λοιπὰ δύο ἀνώνυμα ἑνὶ ὀνόματι. Τῶν
							δὲ πτηνῶν <lb/>μὲν ἀναίμων δὲ τὰ μὲν κολεόπτερά ἐστιν (ἔχει γὰρ ἐν ἐλύτρῳ <lb/>τὰ
							πτερά, οἷον αἱ μηλολόνθαι καὶ οἱ κάνθαροι), τὰ δ’ ἀνέλυτρα, <lb/>καὶ τούτων τὰ μὲν
							δίπτερα τὰ δὲ τετράπτερα, τετράπτερα <lb/>μὲν ὅσα μέγεθος ἔχει ἢ ὅσα ὀπισθόκεντρά
							ἐστι, δίπτερα <lb/>δὲ ὅσα ἢ μέγεθος μὴ ἔχει ἢ ἐμπροσθόκεντρά ἐστιν. <lb/>Τῶν δὲ
							κολεοπτέρων οὐδὲν ἔχει κέντρον. Τὰ δὲ δίπτερα <lb/>ἔμπροσθεν ἔχει τὰ κέντρα, οἷον μυῖα
							καὶ μύωψ καὶ οἶστρος <lb/>καὶ ἐμπίς. Πάντα δὲ τὰ ἄναιμα ἐλάττω τὰ μέγεθη ἐστὶ <lb/>τῶν
							ἐναίμων ζῴων· πλὴν ὀλίγα ἐν τῇ θαλάττῃ μείζονα <pb n="11"/> ἄναιμά ἐστιν, οἶον τῶν
							μαλακίων ἔνια. Μέγιστα δὲ γίνεται <lb/>ταῦτα τὰ γένη αὑτῶν ἐν τοῖς ἀλεεινοτάτοις, καὶ
							ἐν τῇ <lb/>θαλάττῃ μᾶλλον ἢ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τοῖς γλυκέσιν ὕδασιν. <lb/>κινεῖται δὲ τὰ
							κινούμενα πάντα τέτταρσι σημείοις ἢ <lb/>πλείοσι, τὰ μὲν ἔναιμα τέτταρσι μόνον, οἷον
							ἄνθρωπος μὲν <lb/>χερσὶ δυσὶ καὶ ποσὶ δυσίν, ὄρνις δὲ πτέρυξι δυσὶ καὶ ποσὶ <lb/>δυσί,
							τὰ δὲ τετράποδα καὶ ἰχθύες τὰ μὲν τέτταρσι ποσίν, <lb/>οἱ δὲ τέτταρσι πτερυγίοις. Ὅσα
							δὲ δύο ἔχει πτερύγια ἢ <lb/>ὅλως μή, οἷον ὄφις, τέτταρσι σημείοις οὐθὲν ἧττον· αἱ γὰρ
							<lb/>καμπαὶ τέτταρες, ἢ δύο σὺν τοῖς πτερυγίοις. Ὅσα δ’ <lb/>ἄναιμα ὄντα πλείους πόδας
							ἔχει, εἴτε πτηνὰ εἴτε πεζά, <lb/>σημείοις κινεῖται πλείοσιν, οἷον τὸ καλούμενον ζῷον
							ἐφήμερον <lb/>τέτταρσι καὶ ποσὶ καὶ πτεροῖς· τούτῳ γὰρ οὐ μόνον <lb/>κατὰ τὸν βίον
							συμβαίνει τὸ ἴδιον, ὅθεν καὶ τὴν ἐπωνυμίαν <lb/>ἔχει, ἀλλ’ ὅτι καὶ πτηνόν ἐστι
							τετράπουν ὄν. <lb/>Πάντα δὲ κινεῖται ὁμοίως, τὰ τετράποδα καὶ πολύποδα· <lb/>κατὰ
							διάμετρον γὰρ κινεῖται. Τὰ μὲν οὖν ἄλλα ζῷα δύο <lb/>τοὺς ἡγεμόνας ἔχει πόδας, ὁ δὲ
							καρκίνος μόνος τῶν ζῴων <lb/>τέτταρας. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Γένη δὲ μέγιστα τῶν ζῴων, εἰς ἃ διῄρηται τἆλλα <lb/>ζῷα, τάδ’ ἐστίν, ἓν μὲν ὀρνίθων,
							ἓν δ’ ἰχθύων, ἄλλο δὲ <lb/>κήτους. Ταῦτα μὲν οὖν πάντα ἔναιμά ἐστιν. Ἄλλο δὲ
							<lb/>γένος ἐστὶ τὸ τῶν ὀστρακοδέρμων, ὃ καλεῖται ὄστρεον· ἄλλο <lb/>τὸ τῶν
							μαλακοστράκων, ἀνώνυμον ἑνὶ ὀνόματι, οἷον κάραβοι <lb/>καὶ γένη τινὰ καρκίνων καὶ
							ἀστακῶν· ἄλλο τὸ τῶν μαλακίων, <lb/>οἷον τευθίδες τε καὶ τεῦθοι καὶ σηπίαι· ἕτερον τὸ
							<lb/>τῶν ἐντόμων. Ταῦτα δὲ πάντα μέν ἐστιν ἄναιμα, ὅσα δὲ <pb n="12"/> πόδας ἔχει,
							πολύποδα· τῶν δ’ ἐντόμων ἔνια καὶ πτηνά ἐστιν. <lb/>Τῶν δὲ λοιπῶν ζῴων οὐκέτι τὰ γένη
							μεγάλα· οὐ γὰρ περιέχει <lb/>πολλὰ εἴδη ἓν εἶδος, ἀλλὰ τὸ μέν ἐστιν ἁπλοῦν αὐτὸ
							<lb/>οὐκ ἔχον διαφορὰν τὸ εἶδος, οἷον ἄνθρωπος, τὰ δ’ ἔχει μέν, <lb/>ἀλλ’ ἀνώνυμα τὰ
							εἴδη. Ἔστι γὰρ τὰ τετράποδα καὶ μὴ <lb/>πτερωτὰ ἔναιμα μὲν πάντα, ἀλλὰ τὰ μὲν ζῳοτόκα
							τὰ δ’ <lb/>ᾠοτόκα αὐτῶν. Ὅσα μὲν οὖν ζῳοτόκα, οὐ πάντα τρίχας <lb/>ἔχει, ὅσα δ’
							ᾠοτόκα, φολίδας ἔχει· ἔστι δ’ ἡ φολὶς ὅμοιον <lb/>χώρᾳ λεπίδος. Ἄπουν δὲ φύσει ἐστὶν
							ἔναιμον πεζὸν τὸ τῶν <lb/>ὄφεων γένος· ἔστι δὲ τοῦτο φολιδωτόν. Ἀλλ’ οἱ μὲν <lb/>ἄλλοι
							ᾠοτοκοῦσιν ὄφεις, ἡ δ’ ἔχιδνα μόνον ζῳοτοκεῖ. Τὰ μὲν <lb/>γὰρ ζῳοτοκοῦντα οὐ πάντα
							τρίχας ἔχει· καὶ γὰρ τῶν ἰχθύων <lb/>τινὲς ζῳοτοκοῦσιν· ὅσα μέντοι ἔχει τρίχας, πάντα
							ζῳοτοκεῖ. <lb/>Τριχῶν γάρ τι εἶδος θετέον καὶ τὰς ἀκανθώδεις τρίχας, <lb/>οἵας οἱ
							χερσαῖοι ἔχουσιν ἐχῖνοι καὶ οἱ ὕστριχες· τριχὸς γὰρ <lb/>χρείαν παρέχουσιν, ἀλλ’ οὐ
							ποδῶν, ὥσπερ οἱ τῶν θαλαττίων. <lb/>Τοῦ δὲ γένους τοῦ τῶν τετραπόδων ζῴων καὶ ζῳοτόκων
							<lb/>εἴδη μέν ἐστι πολλά, ἀνώνυμα δέ· ἀλλὰ καθ’ ἕκαστον <lb/>αὐτῶν ὡς εἰπεῖν, ὥσπερ
							ἄνθρωπος εἴρηται, λέων, ἔλαφος, <lb/>ἵππος, κύων καὶ τἆλλα τοῦτον τὸν τρόπον, ἐπεί
							ἐστιν <lb/>ἕν τι γένος καὶ ἐπὶ τοῖς λοφούροις καλουμένοις, οἷον ἵππῳ <lb/>καὶ ὄνῳ καὶ
							ὀρεῖ καὶ γίννῳ καὶ ἴννῳ καὶ ταῖς ἐν Συρίᾳ <lb/>καλουμέναις ἡμιόνοις, αἳ καλοῦνται
							ἡμίονοι δι’ ὁμοιότητα, οὐκ <lb/>οὖσαι ἁπλῶς τὸ αὐτὸ εἶδος· καὶ γὰρ ὀχεύονται καὶ
							γεννῶνται <lb/>ἐξ ἀλλήλων. Διὸ καὶ χωρὶς λαμβάνοντας ἀνάγκη θεωρεῖν <lb/>ἑκάστου τὴν
							φύσιν αὐτῶν.</p>

						<pb n="13"/>

						<p>Ταῦτα μὲν οὖν τοῦτον τὸν τρόπον εἴρηται νῦν ὡς ἐν <lb/>τύπῳ, γεύματος χάριν περὶ ὅσων
							καὶ ὅσα θεωρητέον· δι’ <lb/>ἀκριβείας δ’ ὕστερον ἐροῦμεν, ἵνα πρῶτον τὰς ὑπαρχούσας
							<lb/>διαφορὰς καὶ τὰ συμβεβηκότα πᾶσι λάβωμεν. Μετὰ δὲ <lb/>τοῦτο τὰς αἰτίας τούτων
							πειρατέον εὑρεῖν. Οὕτω γὰρ κατὰ <lb/>φύσιν ἐστὶ ποιεῖσθαι τὴν μέθοδον, ὑπαρχούσης τῆς
							ἱστορίας <lb/>τῆς περὶ ἕκαστον· περὶ ὧν τε γὰρ καὶ ἐξ ὧν εἶναι δεῖ τὴν <lb/>ἀπόδειξιν,
							ἐκ τούτων γίνεται φανερόν. Ληπτέον δὲ πρῶτον <lb/>τὰ μέρη τῶν ζῴων ἐξ ὧν συνέστηκεν.
							Κατὰ γὰρ ταῦτα <lb/>μάλιστα καὶ πρῶτα διαφέρει καὶ τὰ ὅλα, ἢ τῷ τὰ μὲν ἔχειν <lb/>τὰ
							δὲ μὴ ἔχειν, ἢ τῇ θέσει καὶ τῇ τάξει, ἢ καὶ κατὰ τὰς <lb/>εἰρημένας πρότερον διαφοράς,
							εἴδει καὶ ὑπεροχῇ καὶ ἀναλογίᾳ <lb/>καὶ τῶν παθημάτων ἐναντιότητι. Πρῶτον δὲ τὰ τοῦ
							<lb/>ἀνθρώπου μέρη ληπτέον· ὥσπερ γὰρ τὰ νομίσματα πρὸς <lb/>τὸ αὑτοῖς ἕκαστοι
							γνωριμώτατον δοκιμάζουσιν, οὕτω δὴ <lb/>καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις· ὁ δ’ ἄνθρωπος τῶν ζῴων
							γνωριμώτατον <lb/>ἡμῖν ἐξ ἀνάγκης ἐστίν. Τῇ μὲν οὖν αἰσθήσει οὐκ ἄδηλα τὰ <lb/>μόρια·
							ὅμως δ’ ἕνεκεν τοῦ μὴ παραλιπεῖν τε τὸ ἐφεξῆς καὶ <lb/>τοῦ λόγον ἔχειν μετὰ τῆς
							αἰσθήσεως, λεκτέον τὰ μέρη πρῶτον <lb/>μὲν τὰ ὀργανικά, εἶτα τὰ ὁμοιομερῆ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Μέγιστα μὲν οὖν ἐστὶ τάδε τῶν μερῶν εἰς ἃ διαιρεῖται <lb/>τὸ σῶμα τὸ σύνολον, κεφαλή,
							αὐχήν, θώραξ, βραχίονες <lb/>δύο, σκέλη δύο, τὸ ἀπ’ αὐχένος μέχρι αἰδοίων κύτος, ὃ
							καλεῖται <lb/>θώραξ. Κεφαλῆς μὲν οὖν μέρη τὸ μὲν τριχωτὸν <lb/>κρανίον καλεῖται.
							Τούτου δὲ μέρη τὸ μὲν πρόσθιον βρέγμα, <lb/>ὑστερογενές (τελευταῖον γὰρ τῶν ἐν τῷ
							σώματι πήγνυται <lb/>ὀστῶν), τὸ δ’ ὀπίσθιον ἰνίον, μέσον δ’ ἰνίου καὶ βρέγματος
							<lb/>κορυφή. Ὑπὸ μὲν οὖν τὸ βρέγμα ὁ ἐγκέφαλός ἐστιν, <lb/>τὸ δ’ ἰνίον κενόν. Ἔστι δὲ
							τὸ κρανίον ἅπαν ἀραιὸν <lb/>ὀστοῦν, στρογγύλον, ἀσάρκῳ δέρματι περιεχόμενον. Ἔχει <pb n="14"/> δὲ ῥαφὰς τῶν μὲν γυναικῶν μίαν κύκλῳ, τῶν δ’ ἀνδρῶν τρεῖς <lb/>εἰς ἓν
							συναπτούσας ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· ἤδη δ’ ὠμμένη ἐστὶ <lb/>κεφαλὴ ἀνδρὸς οὐδεμίαν ἔχουσα
							ῥαφήν. Τοῦ δὲ κρανίου <lb/>κορυφὴ καλεῖται τὸ μέσον λίσσωμα τῶν τριχῶν. Τοῦτο <lb/>δ’
							ἐνίοις διπλοῦν ἐστίν· γίνονται γάρ τινες δικόρυφοι, οὐ τῷ <lb/>ὀστῷ ἀλλὰ τῇ τῶν τριχῶν
							λισσώσει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Τὸ δ’ ὑπὸ τὸ κρανίον ὀνομάζεται πρόσωπον ἐπὶ μόνου <lb/>τῶν ἄλλων ζῴων ἀνθρώπου·
							ἰχθύος γὰρ καὶ βοὸς οὐ λέγεται <lb/>πρόσωπον. Προσώπου δὲ τὸ μὲν ὑπὸ τὸ βρέγμα μεταξὺ
							<lb/>τῶν ὀμμάτων μέτωπον. Τοῦτο δὲ οἷς μὲν μέγα, βραδύτεροι, <lb/>οἷς δὲ μικρόν,
							εὐκίνητοι· καὶ οἷς μὲν πλατύ, ἐκστατικοί, <lb/>οἷς δὲ περιφερές, θυμικοί. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ὑπὸ δὲ τῷ μετώπῳ ὀφρύες <lb/>διφυεῖς· ὧν αἱ μὲν εὐθεῖαι μαλακοῦ ἤθους σημεῖον, αἱ δὲ
							πρὸς <lb/>τὴν ῥῖνα τὴν καμπυλότητ’ ἔχουσαι στρυφνοῦ, αἱ δὲ πρὸς <lb/>τοὺς κροτάφους
							μωκοῦ καὶ εἴρωνος, αἱ δὲ κατεσπασμέναι <lb/>φθόνου. Ὑφ’ αἷς ὀφθαλμοί. Οὗτοι κατὰ φύσιν
							δύο. <lb/>Τούτων μέρη ἑκατέρου βλέφαρον τὸ ἄνω καὶ κάτω. Τούτου <lb/>τρίχες αἱ ἔσχαται
							βλεφαρίδες. Τὸ δ’ ἐντὸς τοῦ ὀφθαλμοῦ, <lb/>τὸ μὲν ὑγρόν, ᾧ βλέπει, κόρη, τὸ δὲ περὶ
							τοῦτο <lb/>μέλαν, τὸ δ’ ἐκτὸς τούτου λευκόν. Κοινὸν δὲ τῆς βλεφαρίδος <lb/>μέρος τῆς
							ἄνω καὶ κάτω κανθοὶ δύο, ὁ μὲν πρὸς τῇ ῥινί, <lb/>ὁ δὲ πρὸς τοῖς κροτάφοις· οἳ ἂν μὲν
							ὦσι μακροί, κακοηθείας <lb/>σημεῖον, ἐὰν δ’ οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ <lb/>πρὸς
							τῷ μυκτῆρι, πονηρίας. Τὰ μὲν οὖν ἄλλα γένη πάντα <lb/>τῶν ζῴων πλὴν τῶν ὀστρακοδέρμων
							καὶ εἴ τι ἄλλο ἀτελές, <lb/>ἔχει ὀφθαλμούς· τὰ δὲ ζῳοτόκα πάντα πλὴν ἀσπάλακος.
							<lb/>Τοῦτον δὲ τρόπον μέν τιν’ ἔχειν ἂν θείη τις, ὅλως δ’ οὐκ <pb n="15"/> ἔχειν. Ὅλως
							μὲν γὰρ οὔθ’ ὁρᾷ οὔτ’ ἔχει εἰς τὸ φανερὸν <lb/>δήλους ὀφθαλμούς· ἀφαιρεθέντος δὲ τοῦ
							δέρματος ἔχει τήν <lb/>τε χώραν τῶν ὀμμάτων καὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ μέλανα κατὰ <lb/>τὸν
							τόπον καὶ τὴν χώραν τὴν φύσει τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑπάρχουσαν <lb/>ἐν τῷ ἐκτός, ὡς ἐν τῇ
							γενέσει πηρουμένων καὶ ἐπιφυομένου <lb/>τοῦ δέρματος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Ὀφθαλμοῦ δὲ τὸ μὲν λευκὸν <lb/>ὅμοιον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πᾶσιν, τὸ δὲ καλούμενον μέλαν
							διαφέρει· <lb/>τοῖς μὲν γάρ ἐστι μέλαν, τοῖς δὲ σφόδρα γλαυκόν, <lb/>τοῖς δὲ χαροπόν,
							ἐνίοις δὲ αἰγωπόν, ὃ ἤθους βελτίστου <lb/>σημεῖον καὶ πρὸς ὀξύτητα ὄψεως κράτιστον.
							Μόνον δ’ ἢ <lb/>μάλιστα τῶν ζῴων ἄνθρωπος πολύχρους τὰ ὄμματά ἐστιν· <lb/>τῶν δ’ ἄλλων
							ἓν εἶδος· ἵπποι δὲ γίνονται γλαυκοὶ ἔνιοι. <lb/>Τῶν δ’ ὀφθαλμῶν οἱ μὲν μεγάλοι, οἱ δὲ
							μικροί, οἱ δὲ μέσοι· <lb/>οἱ μέσοι βέλτιστοι. Καὶ ἢ ἐκτὸς σφόδρα ἢ ἐντὸς ἢ μέσως·
							<lb/>τούτων οἱ ἐντὸς μάλιστα ὀξυωπέστατοι ἐπὶ παντὸς ζῴου, <lb/>τὸ δὲ μέσον ἤθους
							βελτίστου σημεῖον. Καὶ ἢ σκαρδαμυκτικοὶ <lb/>ἢ ἀτενεῖς ἢ μέσοι· βελτίστου δὲ ἤθους οἱ
							μέσοι, ἐκείνων <lb/>δ’ ὁ μὲν ἀναιδὴς ὁ δ’ ἀβέβαιος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Ἔτι δὲ κεφαλῆς μόριον, δι’ οὗ ἀκούει, ἄπνουν, τὸ οὖς· <lb/>Ἀλκμαίων γὰρ οὐκ ἀληθῆ
							λέγει, φάμενος ἀναπνεῖν τὰς αἶγας <lb/>κατὰ τὰ ὦτα. Ὠτὸς δὲ μέρος τὸ μὲν ἀνώνυμον, τὸ
							<lb/>δὲ λοβός. Ὅλον δ’ ἐκ χόνδρου καὶ σαρκὸς σύγκειται. Εἴσω <lb/>δὲ τὴν μὲν φύσιν
							ἔχει οἷον οἱ στρόμβοι, τὸ δ’ ἔσχατον <lb/>ὀστοῦν ὅμοιον τῷ ὠτί, εἰς ὃ ὥσπερ ἀγγεῖον
							ἔσχατον ἀφικνεῖται <lb/>ὁ ψόφος. Τοῦτο δ’ εἰς μὲν τὸν ἐγκέφαλον οὐκ ἔχει <lb/>πόρον,
							εἰς δὲ τὸν τοῦ στόματος οὐρανόν· καὶ ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>φλὲψ τείνει εἰς αὐτό.
							Περαίνουσι δὲ καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ <pb n="16"/> εἰς τὸν ἐγκέφαλον, καὶ κεῖται ἐπὶ φλεβίου
							ἑκάτερος. <lb/>Ἀκίνητον δὲ τὸ οὖς ἄνθρωπος ἔχει μόνος τῶν ἐχόντων τοῦτο <lb/>τὸ
							μόριον. Τῶν γὰρ ἐχόντων ἀκοὴν τὰ μὲν ἔχει ὦτα, <lb/>τὰ δ’ οὐκ ἔχει, ἀλλὰ τὸν πόρον
							φανερόν, οἷον ὅσα πτερωτὰ <lb/>ἢ φολιδωτά. Ὅσα δὲ ζῳοτοκεῖ, ἔξω φώκης καὶ δελφῖνος
							<lb/>καὶ τῶν ἄλλων ὅσα οὕτω κητώδη, πάντα ἔχει ὦτα· ζῳοτοκεῖ <lb/>γὰρ καὶ τὰ σελάχη·
							ἀλλὰ μόνον ἄνθρωπος οὐ κινεῖ. Ἡ <lb/>μὲν οὖν φώκη πόρους ἔχει φανεροὺς ᾗ ἀκούει· ὁ δὲ
							δελφὶς <lb/>ἀκούει μέν, οὐκ ἔχει δ’ ὦτα. Τὰ δ’ ἄλλα κινεῖ πάντα. <lb/>Κεῖται δὲ τὰ ὦτα
							ἐπὶ τῆς αὐτῆς περιφερείας τοῖς ὀφθαλμοῖς, <lb/>καὶ οὐχ ὥσπερ ἐνίοις τῶν τετραπόδων
							ἄνωθεν. Ὤτων <lb/>δὲ τὰ μὲν ψιλά, τὰ δὲ δασέα, τὰ δὲ μέσα· βέλτιστα δὲ τὰ <lb/>μέσα
							πρὸς ἀκοήν, ἦθος δ’ οὐδὲν σημαίνει. Καὶ ἢ μεγάλα ἢ <lb/>μικρα ἢ μέσα, ἢ ἐπανεστηκότα
							σφόδρα ἢ οὐθὲν ἢ μέσον· τὰ <lb/>δὲ μέσα βελτίστου ἤθους σημεῖον, τὰ δὲ μεγάλα καὶ
							ἐπανεστηκότα <lb/>μωρολογίας καὶ ἀδολεσχίας. Τὸ δὲ μεταξὺ <lb/>ὀφθαλμοῦ καὶ ὠτὸς καὶ
							κορυφῆς καλεῖται κρόταφος.</p>
						<p>Ἔτι προσώπου μέρος τὸ μὲν ὂν τῷ πνεύματι πόρος <lb/>ῥίς· καὶ γὰρ ἀναπνεῖ καὶ ἐκπνεῖ
							ταύτῃ, καὶ ὁ πταρμὸς διὰ <lb/>ταύτης γίνεται, πνεύματος ἀθρόου ἔξοδος, σημεῖον
							οἰωνιστικὸν <lb/>καὶ ἱερὸν μόνον τῶν πνευμάτων. Ἅμα δ’ ἡ ἀνάπνευσις <lb/>καὶ ἔκπνευσις
							γίνεται εἰς τὸ στῆθος, καὶ ἀδύνατον <lb/>χωρὶς τοῖς μυκτῆρσιν ἀναπνεῦσαι ἢ ἐκπνεῦσαι,
							διὰ τὸ ἐκ τοῦ <lb/>στήθους εἶναι τὴν ἀναπνοὴν καὶ ἐκπνοὴν κατὰ τὸν γαργαρεῶνα,
							<lb/>καὶ μὴ ἐκ τῆς κεφαλῆς τινὶ μέρει· ἐνδέχεται δὲ καὶ <lb/>μὴ χρώμενον ταύτῃ ζῆν. Ἡ
							δ’ ὄσφρησις γίνεται διὰ τούτου <lb/>τοῦ μέρους· αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ αἴσθησις ὀσμῆς.
							Εὐκίνητος <pb n="17"/> δ’ ὁ μυκτήρ, καὶ οὐχ ὥσπερ τὸ οὖς ἀκίνητον κατ’ ἰδίαν.
							<lb/>Μέρος δ’ αὐτοῦ τὸ μὲν διάφραγμα χόνδρος, τὸ δ’ ὀχέτευμα <lb/>κενόν· ἔστι γὰρ ὁ
							μυκτὴρ διχότομος. Τοῖς δὲ ἐλέφασιν ὁ <lb/>μυκτὴρ γίνεται μακρὸς καὶ ἰσχυρός, καὶ
							χρῆται αὐτῷ ὥσπερ <lb/>χειρί· προσάγεταί τε γὰρ καὶ λαμβάνει τούτῳ καὶ εἰς τὸ
							<lb/>στόμα προσφέρεται τὴν τροφήν, καὶ τὴν ὑγρὰν καὶ τὴν <lb/>ξηράν, μόνον τῶν
							ζῴων.</p>
						<p>Ἔτι δὲ σιαγόνες δύο· τούτων τὸ πρόσθιον γένειον, τὸ δ’ <lb/>ὀπίσθιον γένυς. Κινεῖ δὲ
							πάντα τὰ ζῷα τὴν κάτωθεν <lb/>γένυν, πλὴν τοῦ ποταμίου κροκοδείλου· οὗτος δὲ τὴν ἄνω
							<lb/>μόνον. Μετὰ δὲ τὴν ῥῖνα χείλη δύο, σὰρξ εὐκίνητος. Τὸ <lb/>δ’ ἐντὸς στόμα
							σιαγόνων καὶ χειλῶν. Τούτου μέρη τὸ μὲν <lb/>ὑπερῷα τὸ δὲ φάρυγξ. Τὸ δ’ αἰσθητικὸν
							χυμοῦ γλῶττα· <lb/>ἡ δ’ αἴσθησις ἐν τῷ ἄκρῳ· ἐὰν δὲ ἐπὶ τὸ πλατὺ ἐπιτεθῇ, <lb/>ἧττον.
							Αἰσθάνεται δὲ καὶ ὧν ἡ ἄλλη σὰρξ πάντων, οἷον <lb/>σκληροῦ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ καθ’
							ὁτιοῦν μέρος, ὥσπερ καὶ <lb/>χυμοῦ. Αὕτη δὲ ἢ πλατεῖα ἢ στενὴ ἢ μέση· ἡ μέση δὲ
							<lb/>βελτίστη καὶ σαφεστάτη. Καὶ ἢ λελυμένη ἢ καταδεδεμένη, <lb/>ὥσπερ τοῖς ψελλοῖς
							καὶ τοῖς τραυλοῖς. Ἔστι δ’ ἡ <lb/>γλῶττα σὰρξ μανὴ καὶ σομφή. Ταύτης τι μέρος
							ἐπιγλωττίς. <lb/>Καὶ τὸ μὲν διφυὲς τοῦ στόματος παρίσθμιον, <lb/>τὸ δὲ πολυφυὲς οὖλον·
							σάρκινα δὲ ταῦτα. Ἐντὸς δ’ ὀδόντες <lb/>ὀστέϊνοι. Ἔσω δ’ ἄλλο μόριον σταφυλοφόρον,
							κίων <lb/>ἐπίφλεβος· ὃς ἐὰν ἐξυγρανθεὶς φλεγμήνῃ, σταφυλὴ καλεῖται <lb/>καὶ πνίγει.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Αὐχὴν δὲ τὸ μεταξὺ προσώπου καὶ θώρακος. Καὶ τούτου <lb/>τὸ μὲν πρόσθιον μέρος
							λάρυγξ, τὸ δ’ ὀπίσθιον στόμαχος. <pb n="18"/> Τούτου δὲ τὸ μὲν χονδρῶδες καὶ πρόσθιον,
							δι’ οὗ ἡ φωνὴ καὶ <lb/>ἡ ἀναπνοή, ἀρτηρία· τὸ δὲ σαρκῶδες στόμαχος, ἐντὸς πρὸ <lb/>τῆς
							ῥάχεως. Τὸ δ’ ὀπίσθιον αὐχένος μόριον ἐπωμίς. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν τὰ μόρια μέχρι τοῦ
							θώρακος.</p>
						<p>Θώρακος δὲ μέρη τὰ μὲν πρόσθια τὰ δ’ ὀπίσθια. Πρῶτον <lb/>μὲν μετὰ τὸν αὐχένα ἐν τοῖς
							προσθίοις στῆθος διφυὲς <lb/>μαστοῖς. Τούτων ἡ θηλὴ διφυής, δι’ ἧς τοῖς θήλεσι τὸ
							<lb/>γάλα διηθεῖται· ὁ δὲ μαστὸς μανός. Ἐγγίνεται δὲ καὶ <lb/>τοῖς ἄρρεσι γάλα· ἀλλὰ
							πυκνὴ ἡ σὰρξ τοῖς ἄρρεσι, ταῖς <lb/>δὲ γυναιξὶ σομφὴ καὶ πόρων μεστή. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Μετὰ δὲ τὸν θώρακα ἐν τοῖς προσθίοις γαστήρ, καὶ ταύτης <lb/>ῥίζα ὀμφαλός· ὑπόρριζον
							δὲ τὸ μὲν διφυὲς λαγών, τὸ <lb/>δὲ μονοφυὲς τὸ μὲν ὑπὸ τὸν ὀμφαλὸν ἦτρον (τούτου δὲ τὸ
							<lb/>ἔσχατον ἐπίσιον), τὸ δ’ ὑπὲρ τὸν ὀμφαλὸν ὑποχόνδριον, τὸ <lb/>δὲ κοινὸν
							ὑποχονδρίου καὶ λαγόνος χολάς. Τῶν δ’ ὄπισθεν <lb/>διάζωμα μὲν ἡ ὀσφύς, ὅθεν καὶ
							τοὔνομ’ ἔχει (δοκεῖ γὰρ <lb/>εἶναι ἰσοφυές), τοῦ δὲ διεξοδικοῦ τὸ μὲν οἷον ἐφέδρανον
							<lb/>γλουτός, τὸ δ’ ἐν ᾧ στρέφεται ὁ μηρός, κοτυληδών. Τοῦ δὲ <lb/>θήλεος ἴδιον μέρος
							ὑστέρα, καὶ τοῦ ἄρρενος αἰδοῖον, ἔξωθεν <lb/>ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ θώρακος, διμερές, τὸ μὲν
							ἄκρον σαρκῶδες <lb/>καὶ λεῖον ὡς εἰπεῖν ἴσον, ὃ καλεῖται βάλανος, τὸ δὲ περὶ αὐτὴν
							<lb/>ἀνώνυμον δέρμα, ὃ ἐὰν διακοπῇ, οὐ συμφύεται, οὐδὲ <lb/>γνάθος οὐδὲ βλεφαρίς.
							Κοινὸν δὲ τούτου καὶ τῆς βαλάνου <lb/>ἀκροποσθία. Τὸ δὲ λοιπὸν μέρος χονδρῶδες,
							εὐαυξές, καὶ <lb/>ἐξέρχεται καὶ εἰσέρχεται ἐναντίως ἢ τοῖς λοφούροις. Τοῦ <lb/>δ’
							αἰδοίου ὑποκάτω ὄρχεις δύο. Τὸ δὲ πέριξ δέρμα, ὃ καλεῖται <lb/>ὄσχεος. Οἱ δ’ ὄρχεις
							οὔτε ταὐτὸ σαρκὶ οὔτε πόρρω <lb/>σαρκός· ὃν τρόπον δ’ ἔχουσιν, ὕστερον δι’ ἀκριβείας
							λεχθήσεται <pb n="19"/> καθόλου περὶ πάντων τῶν τοιούτων μορίων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Τὸ δὲ <lb/>τῆς γυναικὸς αἰδοῖον ἐξ ἐναντίας τῷ τῶν ἀρρένων· κοῖλον γὰρ <lb/>τὸ ὑπὸ
							τὴν ἥβην καὶ οὐχ ὥσπερ τὸ τοῦ ἄρρενος ἐξεστηκός. <lb/>Καὶ οὐρήθρα ἔξω τῶν ὑστερῶν,
							δίοδος τῷ σπέρματι τῷ <lb/>τοῦ ἄρρενος, τοῦ δ’ ὑγροῦ περιττώματος ἀμφοῖν ἔξοδος.</p>
						<p>Κοινὸν δὲ μέρος αὐχένος καὶ στήθους σφαγή, πλευρᾶς <lb/>δὲ καὶ βραχίονος καὶ ὤμου
							μασχάλη, μηροῦ δὲ καὶ ἤτρου <lb/>βουβών. Μηροῦ δὲ καὶ γλουτοῦ τὸ ἐντὸς περίνεος, μηροῦ
							<lb/>δὲ καὶ γλουτοῦ τὸ ἔξω ὑπογλουτίς.</p>
						<p>Θώρακος δὲ περὶ μὲν τῶν ἔμπροσθεν εἴρηται, τοῦ δὲ <lb/>στήθους τὸ ὄπισθεν νῶτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Νώτου δὲ μέρη ὠμοπλάται <lb/>δύο καὶ ῥάχις, ὑποκάτω δὲ κατὰ τὴν γαστέρα τοῦ θώρακος
							<lb/>ὀσφύς. Κοινὸν δὲ τοῦ ἄνω καὶ κάτω πλευραί, ἑκατέρωθεν <lb/>ὀκτώ· περὶ γὰρ Λιγύων
							τῶν καλουμένων ἑπταπλεύρων οὐθενός <lb/>πω ἀξιοπίστου ἀκηκόαμεν.</p>
						<p>Ἔχει δ’ ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω, καὶ πρόσθια <lb/>καὶ ὀπίσθια, καὶ δεξιὰ
							καὶ ἀριστερά. Τὰ μὲν οὖν δεξιὰ καὶ <lb/>ἀριστερὰ ὅμοια σχεδὸν ἐν τοῖς μέρεσι καὶ ταὐτὰ
							πάντα, <lb/>πλὴν ἀσθενέστερα τὰ ἀριστερά· τὰ δ’ ὀπίσθια τοῖς προσθίοις <lb/>ἀνόμοια,
							καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω, πλὴν ὧδε ὅμοια, τὰ <lb/>κάτω τοῦ ἤτρου οἷον τὸ πρόσωπον εὐσαρκίᾳ
							καὶ ἀσαρκίᾳ, <lb/>καὶ τὰ σκέλη πρὸς τοὺς βραχίονας ἀντίκειται· καὶ οἷς <lb/>βραχεῖς οἱ
							ἀγκῶνες, καὶ οἱ μηροὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ οἷς οἱ <lb/>πόδες μικροί, καὶ αἱ χεῖρες.</p>
						<p>Κώλου δὲ τὸ μὲν διφυὲς βραχίων· βραχίονος δὲ ὦμος, <lb/>ἀγκών, ὠλέκρανον, πῆχυς,
							χείρ· χειρὸς δὲ θέναρ, δάκτυλοι <lb/>πέντε· δακτύλου δὲ τὸ μὲν καμπτικὸν κόνδυλος, τὸ
							δ’ ἄκαμπτον <lb/>φάλαγξ. Δάκτυλος δ’ ὁ μὲν μέγας μονοκόνδυλος, οἱ δ’ <pb n="20"/>
							ἄλλοι δικόνδυλοι. Ἡ δὲ κάμψις καὶ τῷ βραχίονι καὶ τῷ <lb/>δακτύλῳ εἴσω πᾶσιν·
							κάμπτεται δ’ ὁ βραχίων κατὰ τὸ <lb/>ὠλέκρανον. Χειρὸς δὲ τὸ μὲν ἐντὸς θέναρ, σαρκῶδες
							καὶ <lb/>διῃρημένον ἄρθροις, τοῖς μὲν μακροβίοις ἑνὶ ἢ δυσὶ δι’ ὅλου, <lb/>τοῖς δὲ
							βραχυβίοις δυσὶ καὶ οὐ δι’ ὅλου. Ἄρθρα δὲ χειρὸς <lb/>καὶ βραχίονος καρπός. Τὸ δὲ ἔξω
							τῆς χειρὸς νευρῶδες καὶ <lb/>ἀνώνυμον.</p>
						<p>Κώλου δὲ διμερὲς ἄλλο σκέλος. Σκέλους δὲ τὸ μὲν ἀμφικέφαλον <lb/>μηρός, τὸ δὲ
							πλανησίεδρον μύλη, τὸ δὲ διόστεον <lb/>κνήμη, καὶ ταύτης τὸ μὲν πρόσθιον ἀντικνήμιον,
							τὸ δ’ <lb/>ὀπίσθιον γαστροκνημία, σὰρξ νευρώδης ἢ φλεβώδης, τοῖς μὲν <lb/>ἀνεσπασμένη
							ἄνω πρὸς τὴν ἰγνύν, ὅσοι μεγάλα τὰ ἰσχία <lb/>ἔχουσι, τοῖς δ’ ἐναντίως κατεσπασμένη·
							τὸ δ’ ἔσχατον ἀντικνημίου <lb/>σφυρόν, διφυὲς ἐν ἑκατέρῳ τῷ σκέλει. Τὸ δὲ πολυόστεον
							<lb/>τοῦ σκέλους πούς. Τούτου δὲ τὸ μὲν ὀπίσθιον μέρος <lb/>πτέρνα, τὸ δ’ ἐμπρόσθιον
							τοῦ ποδὸς τὸ μὲν ἐσχισμένον <lb/>δάκτυλοι πέντε, τὸ δὲ σαρκῶδες κάτωθεν στῆθος, τὸ δ’
							<lb/>ἄνωθεν ἐν τοῖς πρανέσι νευρῶδες καὶ ἀνώνυμον. Δακτύλου δὲ <lb/>τὸ μὲν ὄνυξ, τὸ δὲ
							καμπή· πάντων δὲ ὁ ὄνυξ ἐπ’ ἄκρῳ· μονόκαμπτοι <lb/>δὲ πάντες οἱ κάτω δάκτυλοι. Τοῦ δὲ
							ποδὸς ὅσοις <lb/>τὸ ἐντὸς παχὺ καὶ μὴ κοῖλον, ἀλλὰ βαίνουσιν ὅλῳ, πανοῦργοι.
							<lb/>Κοινὸν δὲ μηροῦ καὶ κνήμης γόνυ καμπή.</p>
						<p>Ταῦτα μὲν οὖν τὰ μέρη κοινὰ καὶ ἄρρενος καὶ θήλεος. Ἡ <lb/>δὲ θέσις τῶν μερῶν πρὸς τὸ
							ἄνω καὶ κάτω καὶ πρόσθιον καὶ <lb/>ὀπίσθιον καὶ δεξιὸν καὶ ἀριστερὸν ὡς ἔχει, φανερὰ
							μὲν ἂν <lb/>εἶναι δόξειε τὰ ἔξωθεν κατὰ τὴν αἴσθησιν, οὐ μὴν ἀλλὰ διὰ <lb/>τὴν αὐτὴν
							αἰτίαν λεκτέον δι’ ἥνπερ καὶ τὰ πρότερον εἰρήκαμεν, <pb n="21"/> ἵνα περαίνηται τὸ
							ἐφεξῆς, καὶ καταριθμουμένων ὅπως <lb/>ἧττον λανθάνῃ τὰ μὴ τὸν αὐτὸν ἔχοντα τρόπον ἐπί
							τε τῶν <lb/>ἄλλων ζῴων καὶ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων. Μάλιστα δ’ ἔχει διωρισμένα <lb/>πρὸς τοὺς
							κατὰ φύσιν τόπους τὰ ἄνω καὶ κάτω ἄνθρωπος <lb/>τῶν ἄλλων ζῴων· τά τε γὰρ ἄνω καὶ κάτω
							πρὸς τὰ <lb/>τοῦ παντὸς ἄνω καὶ κάτω τέτακται. Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ <lb/>τὰ πρόσθια
							καὶ τὰ ὀπίσθια καὶ τὰ δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερὰ <lb/>κατὰ φύσιν ἔχει. Τῶν δ’ ἄλλων ζῴων τὰ
							μὲν οὐκ ἔχει, τὰ <lb/>δ’ ἔχει μὲν συγκεχυμένα δ’ ἔχει μᾶλλον. Ἡ μὲν οὖν <lb/>κεφαλὴ
							πᾶσιν ἄνω πρὸς τὸ σῶμα τὸ ἑαυτῶν· ὁ δ’ ἄνθρωπος <lb/>μόνος, ὥσπερ εἴρηται, πρὸς τὸ τοῦ
							ὅλου τελειωθεὶς <lb/>ἔχει τοῦτο τὸ μόριον. Μετὰ δὲ τὴν κεφαλήν ἐστιν ὁ <lb/>αὐχήν,
							εἶτα στῆθος καὶ νῶτον, τὸ μὲν ἐκ τοῦ πρόσθεν τὸ δ’ <lb/>ἐκ τοῦ ὄπισθεν. Καὶ ἐχόμενα
							τούτων γαστὴρ καὶ ὀσφὺς καὶ <lb/>αἰδοῖον καὶ ἰσχίον, εἶτα μηρὸς καὶ κνήμη, τελευταῖον
							δὲ πόδες. <lb/>Εἰς τὸ πρόσθεν δὲ καὶ τὰ σκέλη τὴν κάμψιν ἔχει, ἐφ’ ὃ <lb/>καὶ ἡ
							πορεία, καὶ τῶν ποδῶν τὸ κινητικώτερον μέρος καὶ ἡ <lb/>κάμψις· ἡ δὲ πτέρνα ἐκ τοῦ
							ὄπισθεν· τῶν δὲ σφυρῶν ἑκάτερον <lb/>κατὰ τὸ οὖς. Ἐκ δὲ τῶν πλαγίων τῶν δεξιῶν καὶ τῶν
							<lb/>ἀριστερῶν οἱ βραχίονες, τὴν κάμψιν ἔχοντες εἰς τὸ ἐντός, <lb/>ὥστε τὰ κυρτὰ τῶν
							σκελῶν καὶ τῶν βραχιόνων πρὸς ἄλληλα <lb/>εἶναι ἐπ’ ἀνθρώπου μάλιστα. Τὰς δ’ αἰσθήσεις
							καὶ τὰ αἰσθητήρια, <lb/>ὀφθαλμοὺς καὶ μυκτῆρας καὶ γλῶτταν, ἐπὶ ταὐτὸ <lb/>καὶ εἰς τὸ
							πρόσθιον ἔχει· τὴν δ’ ἀκοὴν καὶ τὸ αἰσθητήριον <lb/>αὐτῆς καὶ τὰ ὦτα ἐκ τοῦ πλαγίου
							μέν, ἐπὶ τῆς αὐτῆς δὲ <lb/>περιφερείας τοῖς ὄμμασιν. Τὰ δ’ ὄμματα ἐλάχιστον κατὰ
							<lb/>μέγεθος διέστηκεν ἀνθρώπῳ τῶν ζῴων. Ἔχει δὲ ἀκριβεστάτην <pb n="22"/> ἄνθρωπος
							τῶν αἰσθήσεων τὴν ἁφήν, δευτέραν δὲ <lb/>τὴν γεῦσιν· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις λείπεται
							πολλῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Τὰ μὲν οὖν μόρια τὰ πρὸς τὴν ἔξω ἐπιφάνειαν τοῦτον <lb/>τέτακται τὸν τρόπον, καὶ
							καθάπερ ἐλέχθη, διωνόμασταί τε <lb/>μάλιστα καὶ γνώριμα διὰ τὴν συνήθειάν ἐστιν· τὰ δ’
							ἐντὸς <lb/>τοὐναντίον. Ἄγνωστα γάρ ἐστι μάλιστα τὰ τῶν ἀνθρώπων, <lb/>ὥστε δεῖ πρὸς τὰ
							τῶν ἄλλων μόρια ζῴων ἀνάγοντας <lb/>σκοπεῖν, οἷς ἔχει παραπλησίαν τὴν φύσιν. Πρῶτον
							μὲν οὖν <lb/>τῆς κεφαλῆς κεῖται τὴν θέσιν ἐν τῷ πρόσθεν ἔχων ὁ ἐγκέφαλος. <lb/>Ὁμοίως
							δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ζῴοις, ὅσα ἔχει τοῦτο <lb/>τὸ μόριον· ἔχει δὲ ἅπαντα ὅσα ἔχει αἷμα,
							καὶ ἔτι τὰ μαλάκια· <lb/>κατὰ μέγεθος δ’ ὁμοίως ἔχει ἄνθρωπος πλεῖστον ἐγκέφαλον
							<lb/>καὶ ὑγρότατον. Ὑμένες δὲ αὐτὸν δύο περιέχουσιν, <lb/>ὁ μὲν περὶ τὸ ὀστοῦν
							ἰσχυρότερος, ὁ δὲ περὶ αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ἥττων ἐκείνου. Διφυὴς δ’ ἐν πᾶσίν
							ἐστιν ὁ ἐγκέφαλος. <lb/>Καὶ ἐπὶ τούτου ἡ καλουμένη παρεγκεφαλὶς ἔσχατον, <lb/>ἑτέραν
							ἔχουσα τὴν μορφὴν καὶ κατὰ τὴν ἁφὴν καὶ <lb/>κατὰ τὴν ὄψιν. Τὸ δ’ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς
							κενὸν καὶ κοῖλον <lb/>πᾶσιν, ὡς ἑκάστοις ὑπάρχει μεγέθους. Ἔνια μὲν γὰρ μεγάλην
							<lb/>ἔχει τὴν κεφαλήν, τὸ δ’ ὑποκείμενον τοῦ προσώπου μόριον <lb/>ἔλαττον, ὅσα
							στρογγυλοπρόσωπα· τὰ δὲ τὴν μὲν κεφαλὴν <lb/>μικράν, τὰς δὲ σιαγόνας μακράς, οἷον τὸ
							τῶν λοφούρων γένος <lb/>πᾶν. Ἄναιμος δ’ ὁ ἐγκέφαλος ἅπασι, καὶ οὐδεμίαν ἔχων ἐν
							<lb/>αὑτῷ φλέβα, καὶ θιγγανόμενος κατὰ φύσιν ψυχρός. Ἔχει <lb/>δ’ ἐν τῷ μέσῳ ὁ τῶν
							πλείστων πᾶς κοῖλόν τι μικρόν. Ἡ δὲ <lb/>περὶ αὐτὸν μῆνιγξ φλεβώδης· ἔστι δ’ ὑμὴν
							δερματικὸς ἡ <lb/>μῆνιγξ ὁ περιέχων τὸν ἐγκέφαλον. Ὑπὲρ δὲ τὸν ἐγκέφαλον <pb n="23"/>
							λεπτότατον ὀστοῦν καὶ ἀσθενέστατον τῆς κεφαλῆς <lb/>ἐστίν, ὃ καλεῖται βρέγμα. Φέρουσι
							δ’ ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ <lb/>τρεῖς πόροι εἰς τὸν ἐγκέφαλον, ὁ μὲν μέγιστος καὶ ὁ μέσος
							<lb/>εἰς τὴν παρεγκεφαλίδα, ὁ δ’ ἐλάχιστος εἰς αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλον· <lb/>ἐλάχιστος δ’
							ἐστὶν ὁ πρὸς τῷ μυκτῆρι μάλιστα. <lb/>Οἱ μὲν οὖν μέγιστοι παρ’ ἀλλήλους εἰσὶ καὶ οὐ
							συμπίπτουσιν, <lb/>οἱ δὲ μέσοι συμπίπτουσι (δῆλον δὲ τοῦτο μάλιστα ἐπὶ <lb/>τῶν
							ἰχθύων)· καὶ γὰρ ἐγγύτερον οὗτοι τοῦ ἐγκεφάλου ἢ <lb/>οἱ μεγάλοι· οἱ δ’ ἐλάχιστοι
							πλεῖστόν τε ἀπήρτηνται ἀλλήλων <lb/>καὶ οὐ συμπίπτουσιν. Ἐντὸς δὲ τοῦ αὐχένος ὅ τε
							<lb/>οἰσοφάγος καλούμενός ἐστιν, ἔχων τὴν ἐπωνυμίαν ἀπὸ τοῦ <lb/>μήκους καὶ τῆς
							στενότητος, καὶ ἡ ἀρτηρία. Πρότερον δὲ <lb/>τῇ θέσει ἡ ἀρτηρία κεῖται τοῦ οἰσοφάγου ἐν
							πᾶσι τοῖς <lb/>ἔχουσιν αὐτήν· ἔχει δὲ ταύτην πάντα ὅσαπερ καὶ πνεύμονα <lb/>ἔχει. Ἔστι
							δ’ ἡ μὲν ἀρτηρία χονδρώδης τὴν φύσιν καὶ <lb/>ὀλίγαιμος, πολλοῖς λεπτοῖς φλεβίοις
							περιεχομένη, κεῖται <lb/>δ’ ἐπὶ μὲν τὰ ἄνω πρὸς τὸ στόμα κατὰ τὴν ἐκ τῶν μυκτήρων
							<lb/>σύντρησιν εἰς τὸ στόμα, ᾗ καὶ ὅταν πίνοντες ἀνασπάσωσί <lb/>τι τοῦ ποτοῦ, χωρεῖ
							ἐκ τοῦ στόματος διὰ τῶν μυκτήρων <lb/>ἔξω. Μεταξὺ δ’ ἔχει τῶν τρήσεων τὴν ἐπιγλωττίδα
							<lb/>καλουμένην, ἐπιπτύσσεσθαι δυναμένην ἐπὶ τὸ τῆς ἀρτηρίας <lb/>τρῆμα τὸ εἰς τὸ
							στόμα τεῖνον. Ταύτῃ δὲ τὸ πέρας συνήρτηται <lb/>τῆς γλώττης. Ἐπὶ δὲ θάτερα καθήκει εἰς
							τὸ μεταξὺ <lb/>τοῦ πλεύμονος, εἶτ’ ἀπὸ τούτου σχίζεται εἰς ἑκάτερον τῶν <lb/>μερῶν τοῦ
							πλεύμονος. Θέλει γὰρ εἶναι διμερὴς ὁ πλεύμων <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς ἔχουσιν αὐτόν· ἀλλ’ ἐν
							μὲν τοῖς ζῳοτόκοις οὐχ <lb/>ὁμοίως ἡ διάστασις φανερά, ἥκιστα δ’ ἐν ἀνθρώπῳ. Ἔστι
							<lb/>δ’ οὐ πολυσχιδὴς ὁ τοῦ ἀνθρώπου, ὥσπερ ἐνίων ζῳοτόκων, <pb n="24"/> οὐδὲ λεῖος,
							ἀλλ’ ἔχει ἀνωμαλίαν. Ἐν δὲ τοῖς ᾠοτόκοις, <lb/>οἷον ὄρνισι καὶ τῶν τετραπόδων ὅσα
							ᾠοτόκα, πολὺ τὸ μέρος <lb/>ἑκάτερον ἀπ’ ἀλλήλων ἔσχισται, ὥστε δοκεῖν δύο ἔχειν
							πλεύμονας· <lb/>καὶ ἀπὸ μιᾶς δύο ἐστὶ μόρια τῆς ἀρτηρίας, εἰς ἑκάτερον <lb/>τὸ μέρος
							τείνοντα τοῦ πλεύμονος. Συνήρτηται δὲ καὶ <lb/>τῇ μεγάλῃ φλεβὶ καὶ τῇ ἀορτῇ καλουμένῃ.
							Φυσωμένης δὲ <lb/>τῆς ἀρτηρίας διαδίδωσιν εἰς τὰ κοῖλα μέρη τοῦ πλεύμονος <lb/>τὸ
							πνεῦμα. Ταῦτα δὲ διαφύσεις ἔχει χονδρώδεις εἰς ὀξὺ <lb/>συνηκούσας· ἐκ δὲ τῶν
							διαφύσεων τρήματα διὰ παντός <lb/>ἐστι τοῦ πλεύμονος, ἀεὶ ἐκ μειζόνων εἰς ἐλάττω
							διαδιδόμενα. <lb/>Συνήρτηται δὲ καὶ ἡ καρδία τῇ ἀρτηρίᾳ πιμελώδεσι <lb/>καὶ χονδρώδεσι
							καὶ ἰνώδεσι δεσμοῖς· ᾗ δὲ συνήρτηται, κοῖλόν <lb/>ἐστιν. Φυσωμένης δὲ τῆς ἀρτηρίας ἐν
							ἐνίοις μὲν οὐ κατάδηλον <lb/>ποιεῖ, ἐν δὲ τοῖς μείζοσι τῶν ζῴων δῆλον ὅτι εἰσέρχεται
							<lb/>τὸ πνεῦμα εἰς αὐτήν. Ἡ μὲν οὖν ἀρτηρία τοῦτον ἔχει <lb/>τὸν τρόπον, καὶ δέχεται
							μόνον τὸ πνεῦμα καὶ ἀφίησιν, ἄλλο <lb/>δ’ οὐθὲν οὔτε ξηρὸν οὔθ’ ὑγρόν, ἢ πόνον
							παρέχει, ἕως ἂν <lb/>ἐκβήξῃ τὸ κατελθόν. Ὁ δὲ στόμαχος ἤρτηται μὲν ἄνωθεν <lb/>ἀπὸ τοῦ
							στόματος, ἐχόμενος τῆς ἀρτηρίας, συνεχὴς ὢν πρός <lb/>τε τὴν ῥάχιν καὶ τὴν ἀρτηρίαν
							ὑμενώδεσι δεσμοῖς, τελευτᾷ <lb/>δὲ διὰ τοῦ διαζώματος εἰς τὴν κοιλίαν, σαρκοειδὴς ὢν
							τὴν <lb/>φύσιν, καὶ τάσιν ἔχων καὶ ἐπὶ μῆκος καὶ ἐπὶ πλάτος. Ἡ <lb/>δὲ κοιλία ἡ τοῦ
							ἀνθρώπου ὁμοία τῇ κυνείᾳ ἐστίν· οὐ πολλῷ <lb/>γὰρ τοῦ ἐντέρου μείζων, ἀλλ’ ἐοικυῖα
							οἱονεὶ ἐντέρῳ εὖρος <lb/>ἔχοντι· εἶτα ἔντερον ἁπλοῦν εἱλιγμένον, εἶτα ἔντερον
							<lb/>ἐπιεικῶς πλατύ. Ἡ δὲ κάτω κοιλία ὁμοία τῇ ὑείᾳ· πλατεῖά <lb/>τε γάρ ἐστι, καὶ τὸ
							ἀπὸ ταύτης πρὸς τὴν ἕδραν παχὺ καὶ <lb/>βραχύ. Τὸ δ’ ἐπίπλοον ἀπὸ μέσης τῆς κοιλίας
							ἤρτηται, <pb n="25"/> ἔστι δὲ τὴν φύσιν ὑμὴν πιμελώδης, ὥσπερ καὶ τοῖς ἄλλοις
							<lb/>τοῖς μονοκοιλίοις καὶ ἀμφώδουσιν. Ὑπὲρ δὲ τῶν ἐντέρων <lb/>τὸ μεσεντέριόν ἐστιν·
							ὑμενῶδες δ’ ἐστὶ τοῦτο καὶ πλατύ, <lb/>καὶ πῖον γίνεται. Ἐξήρτηται δὲ ἐκ τῆς μεγάλης
							φλεβὸς <lb/>καὶ τῆς ἀορτῆς. καὶ δι’ αὐτοῦ φλέβες πολλαὶ καὶ <lb/>πυκναί, κατατείνουσαι
							πρὸς τὴν τῶν ἐντέρων θέσιν, ἄνωθεν <lb/>ἀρξάμεναι μέχρι κάτω. Τὰ μὲν οὖν περὶ τὸν
							στόμαχον καὶ <lb/>τὴν ἀρτηρίαν οὕτως ἔχει, καὶ τὰ περὶ τὴν κοιλίαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Ἡ δὲ καρδία ἔχει μὲν τρεῖς κοιλίας, κεῖται δ’ ἀνωτέρω τοῦ <lb/>πλεύμονος κατὰ τὴν
							σχίσιν τῆς ἀρτηρίας, ἔχει δ’ ὑμένα πιμελώδη <lb/>καὶ παχύν, ᾗ προσπέφυκε τῇ φλεβὶ τῇ
							μεγάλῃ καὶ <lb/>τῇ ἀορτῇ. Κεῖται δὲ ἐπὶ τῇ ἀορτῇ κατὰ τὰ ὀξέα. Κεῖται <lb/>δὲ τὰ ὀξέα
							κατὰ τὸ στῆθος ὁμοίως ἁπάντων τῶν ζῴων, <lb/>ὅσα ἔχει στῆθος. Πᾶσι δ’ ὁμοίως καὶ τοῖς
							ἔχουσι καὶ τοῖς <lb/>μὴ ἔχουσι τοῦτο τὸ μόριον εἰς τὸ πρόσθεν ἔχει ἡ καρδία τὸ
							<lb/>ὀξύ· λάθοι δ’ ἂν πολλάκις διὰ τὸ μεταπίπτειν διαιρουμένων. <lb/>Τὸ δὲ κυρτὸν
							αὐτῆς ἐστὶν ἄνω. Ἔχει δὲ τὸ ὀξὺ <lb/>σαρκῶδες ἐπὶ πολὺ καὶ πυκνόν, καὶ ἐν τοῖς κοίλοις
							αὐτῆς <lb/>νεῦρα ἔνεστιν. Κεῖται δὲ τὴν θέσιν ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις κατὰ <lb/>μέσον τὸ
							στῆθος, ὅσα ἔχει στῆθος, τοῖς δ’ ἀνθρώποις ἐν <lb/>τοῖς ἀριστεροῖς μᾶλλον, μικρὸν τῆς
							διαιρέσεως τῶν μαστῶν <lb/>ἐγκλίνουσα εἰς τὸν ἀριστερὸν μαστὸν ἐν τῷ ἄνω μέρει τοῦ
							<lb/>στήθους. Καὶ οὔτε μεγάλη, τό τε ὅλον αὐτῆς εἶδος οὐ <lb/>πρόμηκές ἐστιν ἀλλὰ
							στρογγυλώτερον· πλὴν τὸ ἄκρον εἰς <lb/>ὀξὺ συνῆκται. Ἔχει δὲ κοιλίας τρεῖς, ὥσπερ
							εἴρηται, μεγίστην <lb/>μὲν τὴν ἐν τοῖς δεξιοῖς, ἐλαχίστην δὲ τὴν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς,
							<lb/>μέσην δὲ μεγέθει τὴν ἀνὰ μέσον· καὶ εἰσὶν εἰς τὸν <lb/>πνεύμονα τετρημέναι πᾶσαι.
							Ἀμφοτέρας δὲ ἔχει τὰς δύο <pb n="26"/> μικράς, καὶ εἰς τὸν πλεύμονα τετρημένας ἁπάσας.
							Κατάδηλον <lb/>δὲ κατὰ μίαν τῶν κοιλιῶν κάτωθεν ἐκ τῆς προσφύσεως. <lb/>Κατὰ μὲν τὴν
							μεγίστην κοιλίαν ἐξήρτηται τῇ μεγίστῃ <lb/>φλεβί, πρὸς ἣν καὶ τὸ μεσεντέριόν ἐστι,
							κατὰ δὲ τὴν <lb/>μέσην τῇ ἀορτῇ. Φέρουσι δὲ καὶ εἰς τὸν πλεύμονα πόροι <lb/>ἀπὸ τῆς
							καρδίας, καὶ σχίζονται τὸν αὐτὸν τρόπον ὅνπερ ἡ <lb/>ἀρτηρία, κατὰ πάντα τὸν πλεύμονα
							παρακολουθοῦντες τοῖς <lb/>ἀπὸ τῆς ἀρτηρίας. Ἐπάνω δ’ εἰσὶν οἱ ἀπὸ τῆς καρδίας
							<lb/>πόροι· οὐδεὶς δ’ ἐστὶ κοινὸς πόρος, ἀλλὰ διὰ τὴν σύναψιν <lb/>δέχονται τὸ πνεῦμα
							καὶ τῇ καρδίᾳ διαπέμπουσιν· φέρει γὰρ <lb/>ὁ μὲν εἰς τὸ δεξιὸν κοῖλον τῶν πόρων, ὁ δ’
							εἰς τὸ ἀριστερόν. <lb/>Περὶ δὲ τῆς φλεβὸς τῆς μεγάλης καὶ τῆς ἀορτῆς <lb/>κατ’ αὐτὰς
							κοινῇ περὶ ἀμφοτέρων ἐροῦμεν ὕστερον. Αἷμα <lb/>δὲ πλεῖστον μὲν ὁ πλεύμων ἔχει τῶν ἐν
							τοῖς ζῴοις μορίων <lb/>τοῖς ἔχουσί τε πνεύμονα καὶ ζῳοτοκοῦσιν ἐν αὑτοῖς τε καὶ
							<lb/>ἐκτός· ἅπας μὲν γάρ ἐστι σομφός, παρ’ ἑκάστην δὲ τὴν <lb/>σύριγγα πόροι φέρουσι
							τῆς μεγάλης φλεβός. Ἀλλ’ οἱ <lb/>νομίζοντες εἶναι κενὸν διηπάτηνται, θεωροῦντες τοὺς
							ἐξῃρημένους <lb/>ἐκ τῶν διαιρουμένων τῶν ζῴων, ὧν εὐθέως ἐξελήλυθε <lb/>τὸ αἷμα
							ἀθρόον. Τῶν δ’ ἄλλων σπλάγχνων ἡ καρδία μόνον <lb/>ἔχει αἷμα. Καὶ ὁ μὲν πλεύμων οὐκ ἐν
							αὑτῷ ἀλλ’ ἐν <lb/>ταῖς φλεψίν, ἡ δὲ καρδία ἐν αὑτῇ· ἐν ἑκάστῃ γὰρ ἔχει αἷμα <lb/>τῶν
							κοιλιῶν, λεπτότατον δ’ ἐστὶ τὸ ἐν τῇ μέσῃ. Ὑπὸ δὲ <lb/>τὸν πνεύμονά ἐστι τὸ διάζωμα τὸ
							τοῦ θώρακος, αἱ καλούμεναι <lb/>φρένες, πρὸς μὲν τὰ πλευρὰ καὶ τὰ ὑποχόνδρια καὶ
							<lb/>τὴν ῥάχιν συνηρτημέναι, ἐν μέσῳ δ’ ἔχει τὰ λεπτὰ καὶ ὑμενώδη. <lb/>Ἔχει δὲ δι’
							αὑτοῦ καὶ φλέβας τεταμένας· εἰσὶ δ’ αἱ <pb n="27"/> τοῦ ἀνθρώπου φλέβες παχεῖαι ὡς
							κατὰ λόγον τοῦ σώματος. <lb/>Ὑπὸ δὲ τὸ διάζωμα ἐν μὲν τοῖς δεξιοῖς κεῖται τὸ
							<lb/>ἧπαρ, ἐν δὲ τοῖς ἀριστεροῖς ὁ σπλήν, ὁμοίως ἐν ἅπασι τοῖς <lb/>ἔχουσι ταῦτα τὰ
							μόρια κατὰ φύσιν καὶ μὴ τερατωδῶς· ἤδη <lb/>γὰρ ὦπται μετηλλαχότα τὴν τάξιν ἔν τισι
							τῶν τετραπόδων. <lb/>Συνήρτηται δὲ τῇ κάτω κοιλίᾳ κατὰ τὸ ἐπίπλοον. Τὴν <lb/>δ’ ὄψιν
							ἐστὶν ὁ τοῦ ἀνθρώπου σπλὴν στενὸς καὶ μακρός, <lb/>ὅμοιος τῷ ὑείῳ. Τὸ δ’ ἧπαρ ὡς μὲν
							ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἐν <lb/>τοῖς πλείστοις οὐκ ἔχει χολήν, ἐπ’ ἐνίοις δὲ ἔπεστιν.
							Στρογγύλον <lb/>δ’ ἐστὶ τὸ τοῦ ἀνθρώπου ἧπαρ καὶ ὅμοιον τῷ βοείῳ. <lb/>Συμβαίνει δὲ
							τοῦτο καὶ ἐν τοῖς ἱερείοις, οἷον ἐν μὲν τόπῳ <lb/>τινὶ τῆς ἐν Εὐβοίᾳ Χαλκιδικῆς οὐκ
							ἔχει τὰ πρόβατα χολήν, <lb/>ἐν δὲ Νάξῳ πάντα σχεδὸν τὰ τετράποδα τοσαύτην <lb/>ὥστ’
							ἐκπλήττεσθαι τοὺς θύοντας τῶν ξένων, οἰομένους αὑτῶν <lb/>ἴδιον εἶναι τὸ σημεῖον, ἀλλ’
							οὐ φύσιν αὐτῶν εἶναι ταύτην. <lb/>Προσπέφυκε δὲ τῇ μεγάλῃ φλεβὶ τὸ ἧπαρ, τῇ δ’
							<lb/>ἀορτῇ οὐ κοινωνεῖ· διὰ γὰρ τοῦ ἥπατος διέχει ἡ ἀπὸ τῆς <lb/>μεγάλης φλεβὸς φλέψ,
							ᾗ αἱ καλούμεναι πύλαι εἰσὶ τοῦ <lb/>ἥπατος. Συνήρτηται δὲ καὶ ὁ σπλὴν τῇ μεγάλῃ φλεβὶ
							<lb/>μόνον· τείνει γὰρ ἀπ’ αὐτῆς φλὲψ εἰς τὸν σπλῆνα. Μετὰ <lb/>δὲ ταῦτα οἱ νεφροὶ
							πρὸς αὐτῇ τῇ ῥάχει κεῖνται, ὅμοιοι τὴν <lb/>φύσιν ὄντες τοῖς βοείοις. Ἀνώτερος δὲ ὁ
							δεξιός ἐστιν ἐν <lb/>πᾶσι τοῖς ζῴοις τοῖς ἔχουσι νεφρούς· καὶ ἐλάττω δὲ πιμελὴν
							<lb/>ἔχει τοῦ ἀριστεροῦ καὶ αὐχμηρότερος ὁ δεξιός. Ἐν πᾶσι <lb/>δ’ ἔχει ὁμοίως τοῖς
							ἄλλοις καὶ τοῦτο. Φέρουσι δὲ εἰς αὐτοὺς <lb/>πόροι ἔκ τε τῆς μεγάλης φλεβὸς καὶ τῆς
							ἀορτῆς, πλὴν οὐκ <lb/>εἰς τὸ κοῖλον. Ἔχουσι γὰρ οἱ νεφροὶ ἐν μέσῳ κοῖλον, οἱ <lb/>μὲν
							μεῖζον οἱ δ’ ἔλαττον, πλὴν οἱ τῆς φώκης· οὗτοι δ’ ὅμοιοι <pb n="28"/> τοῖς βοείοις
							ὄντες στερεώτατοι πάντων εἰσίν. Οἱ δὲ πόροι <lb/>οἱ τείνοντες εἰς αὐτοὺς εἰς τὸ σῶμα
							καταναλίσκονται τῶν <lb/>νεφρῶν· σημεῖον δ’ ὅτι οὐ περαίνουσι τὸ μὴ ἔχειν αἷμα
							<lb/>μηδὲ πήγνυσθαι ἐν αὐτοῖς. Ἔχουσι δὲ κοιλίαν, ὥσπερ εἴρηται, <lb/>μικράν. Ἐκ δὲ
							τοῦ κοίλου τῶν νεφρῶν φέρουσιν εἰς <lb/>τὴν κύστιν πόροι δύο νεανικοί, καὶ ἄλλοι ἐκ
							τῆς ἀορτῆς <lb/>ἰσχυροὶ καὶ συνεχεῖς. Ἐκ μέσου δὲ τῶν νεφρῶν ἑκατέρου <lb/>φλὲψ κοίλη
							καὶ νευρώδης ἐξήρτηται, τείνουσα παρ’ αὐτὴν <lb/>τὴν ῥάχιν διὰ τῶν στενῶν· εἶτα εἰς
							ἑκάτερον τὸ ἰσχίον <lb/>ἀφανίζονται, καὶ πάλιν δῆλαι γίνονται τεταμέναι πρὸς τὸ
							<lb/>ἰσχίον. Αὗται δ’ αἱ ἀποτομαὶ τῶν φλεβίων εἰς τὴν κύστιν <lb/>καθήκουσιν.
							Τελευταία γὰρ ἡ κύστις κεῖται, τὴν μὲν ἐξάρτησιν <lb/>ἔχουσα τοῖς ἀπὸ τῶν νεφρῶν
							τεταμένοις πόροις παρὰ <lb/>τὸν καυλὸν τὸν ἐπὶ τὴν οὐρήθραν τείνοντα, καὶ σχεδὸν πάντῃ
							<lb/>κύκλῳ λεπτοῖς καὶ ἰνώδεσιν ὑμενίοις ἐστὶ προσειλημμένη, <lb/>παραπλησίοις οὖσι
							τρόπον τινὰ τῷ διαζώματι τοῦ θώρακος. <lb/>Ἔστι δ’ ἡ τοῦ ἀνθρώπου κύστις ἐπιεικῶς
							ἔχουσα μέγεθος. <lb/>Πρὸς δὲ τὸν καυλὸν τὸν τῆς κύστεως συνήρτηται τὸ <lb/>αἰδοῖον, τὸ
							μὲν ἐξωτάτω τρῆμα συνερρωγὸς εἰς ταὐτό, μικρὸν <lb/>δ’ ὑποκάτω. Τὸ μὲν οὖν εἰς τοὺς
							ὄρχεις φέρει τῶν <lb/>τρημάτων, τὸ δ’ εἰς τὴν κύστιν, νευρῶδες καὶ χονδρῶδες <lb/>ὄν.
							Τούτου δ’ ἐξήρτηνται οἱ ὄρχεις τοῖς ἄρρεσι, περὶ ὧν <lb/>ἐν τοῖς κοινῇ λεγομένοις
							διορισθήσεται πῶς ἔχουσιν. Τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐν τῷ θήλει πάντα πέφυκεν·
							διαφέρει <lb/>γὰρ οὐθενὶ τῶν ἔσω πλὴν ταῖς ὑστέραις, ὧν ἡ μὲν ὄψις θεωρείσθω <lb/>ἐκ
							τῆς διαγραφῆς τῆς ἐν ταῖς ἀνατομαῖς, ἡ δὲ θέσις <lb/>ἐστὶν ἐπὶ τοῖς ἐντέροις· ἐπὶ δὲ
							τῆς ὑστέρας ἡ κύστις. Λεκτέον <pb n="29"/> δὲ καὶ περὶ ὑστερῶν κοινῇ πασῶν ἐν τοῖς
							ἑπομένοις· οὔτε <lb/>γὰρ ὅμοιαι πᾶσιν οὔθ’ ὁμοίως ἔχουσιν.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν μόρια καὶ τὰ ἐντὸς καὶ τὰ ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ταῦτα καὶ τοιαῦτα, καὶ
							τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="2">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Β.</head>
						<p>Τῶν δ’ ἄλλων ζῴων τὰ μόρια τὰ μὲν κοινὰ πάντων ἐστίν, <lb/>ὥσπερ εἴρηται πρότερον, τὰ
							δὲ γενῶν τινῶν. Ταὐτὰ δὲ <lb/>καὶ ἕτερά ἐστιν ἀλλήλων τὸν ἤδη πολλάκις εἰρημένον
							τρόπον. <lb/>Σχεδὸν γὰρ ὅσα γ’ ἐστὶ γένει ἕτερα τῶν ζῴων, <lb/>καὶ τὰ πλεῖστα τῶν
							μερῶν ἔχει ἕτερα τῷ εἴδει, καὶ τὰ μὲν <lb/>κατ’ ἀναλογίαν ἀδιάφορα μόνον, τῷ γένει δ’
							ἕτερα, τὰ δὲ <lb/>τῷ γένει μὲν ταὐτὰ τῷ εἴδει δ’ ἕτερα· πολλὰ δὲ τοῖς μὲν
							<lb/>ὑπάρχει, τοῖς δ’ οὐχ ὑπάρχει. Τὰ μὲν οὖν τετράποδα καὶ <lb/>ζῳοτόκα κεφαλὴν μὲν
							ἔχει καὶ αὐχένα καὶ τὰ ἐν τῇ κεφαλῇ <lb/>μόρια ἅπαντα, διαφέρει δὲ τὰς μορφὰς τῶν
							μορίων ἕκαστον. <lb/>Καὶ ὅ γε λέων τὸ τοῦ αὐχένος ἔχει ἓν ὀστοῦν, σφονδύλους <lb/>δ’
							οὐκ ἔχει· τὰ δὲ ἐντὸς ἀνοιχθεὶς ὅμοια πάντ’ ἔχει <lb/>κυνί. Ἔχει δὲ τὰ τετράποδα ζῷα
							καὶ ζῳοτόκα ἀντὶ τῶν <lb/>βραχιόνων σκέλη πρόσθια, πάντα μὲν τὰ τετράποδα, μάλιστα
							<lb/>δὲ ἀνάλογον ταῖς χερσὶ τὰ πολυσχιδῆ αὐτῶν· χρῆται <lb/>γὰρ πρὸς πολλὰ ὡς χερσίν.
							Καὶ τὰ ἀριστερὰ δ’ ἧττον <lb/>ἔχει ἀπολελυμένα τῶν ἀνθρώπων, πλὴν ἐλέφαντος· οὗτος
							<lb/>δὲ τά τε περὶ τοὺς δακτύλους ἀδιαρθρωτότερα ἔχει τῶν <lb/>ποδῶν, καὶ τὰ πρόσθια
							σκέλη πολλῷ μείζω. Ἔστι δὲ πενταδάκτυλον, <lb/>καὶ πρὸς τοῖς ὀπισθίοις σκέλεσι σφυρὰ
							ἔχει <lb/>βραχέα. Ἔχει δὲ μυκτῆρα τοιοῦτον καὶ τηλικοῦτον ὥστε <lb/>ἀντὶ χειρῶν ἔχειν
							αὐτόν· πίνει γὰρ καὶ ἐσθίει ὀρέγων τούτῳ <pb n="30"/> εἰς τὸ στόμα, καὶ τῷ ἐλεφαντιστῇ
							ἀνορέγει ἄνω. Τούτῳ <lb/>καὶ δένδρα ἀνασπᾷ, καὶ διὰ τοῦ ὕδατος βαδίζων τούτῳ ἀναφυσᾷ.
							<lb/>Τῷ δ’ ἄκρῳ ἐγκλίνει, οὐ κάμπτεται δέ· χονδρῶδες <lb/>γὰρ ἔχει. Μόνον δὲ καὶ
							ἀμφιδέξιον γίνεται τῶν ἄλλων <lb/>ζῴων ἄνθρωπος. Τῷ δὲ στήθει τῷ τοῦ ἀνθρώπου πάντα
							<lb/>τὰ ζῷα ἀνάλογον ἔχει τοῦτο τὸ μόριον, ἀλλ’ οὐχ ὅμοιον· <lb/>ὁ μὲν γὰρ πλατὺ τὸ
							στῆθος, τὰ δ’ ἄλλα στενόν. Μαστοὺς <lb/>δ’ οὐκ ἔχει οὐθὲν ἐν τῷ πρόσθεν ἀλλ’ ἢ
							ἄνθρωπος· ὁ δ’ <lb/>ἐλέφας ἔχει μὲν μαστοὺς δύο, ἀλλ’ οὐκ ἐν τῷ στήθει ἀλλὰ <lb/>πρὸς
							τῷ στήθει.</p>
						<p>Τὰς δὲ κάμψεις τῶν κώλων καὶ τῶν ἔμπροσθεν καὶ τῶν <lb/>ὄπισθεν ὑπεναντίας ἔχουσι καὶ
							ἑαυταῖς καὶ ταῖς τοῦ ἀνθρώπου <lb/>καμπαῖς, πλὴν ἐλέφαντος. Τοῖς μὲν γὰρ ζῳοτόκοις
							<lb/>τῶν τετραπόδων κάμπτεται τὰ μὲν πρόσθια εἰς τὸ πρόσθεν <lb/>τὰ δ’ ὀπίσθια εἰς
							τοὔπισθεν, καὶ ἔχουσι τὰ κοῖλα τῆς <lb/>περιφερείας πρὸς ἄλληλα ἀντεστραμμένα· ὁ δ’
							ἐλέφας οὐχ <lb/>ὡς ἔλεγόν τινες, ἀλλὰ συγκαθίζει καὶ κάμπτει τὰ σκέλη, <lb/>πλὴν οὐ
							δύναται διὰ τὸ βάρος ἐπ’ ἀμφότερα ἅμα, ἀλλ’ <lb/>ἀνακλίνεται ἢ ἐπὶ τὰ εὐώνυμα ἢ ἐπὶ τὰ
							δεξιά, καὶ καθεύδει ἐν <lb/>τούτῳ τῷ σχήματι, κάμπτει δὲ τὰ ὀπίσθια σκέλη ὥσπερ
							<lb/>ἄνθρωπος. Τοῖς ᾠοτόκοις δέ, οἷον κροκοδείλῳ καὶ σαύρᾳ <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς
							τοιούτοις ἅπασιν, ἀμφότερα τὰ σκέλη <lb/>καὶ τὰ πρόσθια καὶ τὰ ὀπίσθια εἰς τὸ πρόσθεν
							κάμπτεται, <lb/>μικρὸν εἰς τὸ πλάγιον παρεγκλίνοντα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις
							τοῖς πολύποσιν· πλὴν τὰ μεταξὺ τῶν ἐσχάτων ἀεὶ <lb/>ἐπαμφοτερίζει καὶ τὴν κάμψιν ἔχει
							εἰς τὸ πλάγιον μᾶλλον. <pb n="31"/> Ὁ δ’ ἄνθρωπος ἄμφω τὰς καμπὰς τῶν κώλων ἐπὶ ταὐτὸ
							<lb/>ἔχει καὶ ἐξ ἐναντίας· τοὺς μὲν γὰρ βραχίονας εἰς τοὔπισθεν <lb/>κάμπτει, πλὴν
							μικρὸν ἐβλαίσωται ἐπὶ τὰ πλάγια τὰ ἐντός, <lb/>τὰ δὲ σκέλη εἰς τοὔμπροσθεν. Εἰς δὲ τὸ
							ὄπισθεν τά τε <lb/>πρόσθια καὶ τὰ ὀπίσθια οὐθὲν κάμπτει τῶν ζῴων. Ἐναντίως <lb/>δὲ
							τοῖς ἀγκῶσι καὶ τοῖς προσθίοις σκέλεσιν ἠ τῶν <lb/>ὤμων ἔχει καμπὴ πᾶσι, καὶ τῶν
							ὄπισθεν γονάτων ἡ τῶν <lb/>ἰσχίων, ὥστ’ ἐπεὶ ὁ ἄνθρωπος τοῖς πολλοῖς ἐναντίως κάμπτει,
							<lb/>καὶ οἱ τὰ τοιαῦτ’ ἔχοντες ἐναντίως. Παραπλησίους <lb/>δὲ τὰς καμπὰς ἔχει καὶ ὁ
							ὄρνις τοῖς τετράποσι ζῴοις· δίπους <lb/>γὰρ ὢν τὰ μὲν σκέλη εἰς τὸ ὄπισθεν κάμπτει,
							ἀντὶ <lb/>δὲ βραχιόνων καὶ σκελῶν τῶν ἔμπροσθεν πτέρυγας ἔχει, <lb/>ὧν ἡ κάμψις ἐστὶν
							εἰς τὸ πρόσθεν. Ἡ δὲ φώκη ὥσπερ <lb/>πεπηρωμένον ἐστὶ τετράπουν· εὐθὺς γὰρ ἔχει μετὰ
							τὴν <lb/>ὠμοπλάτην τοὺς πόδας ὁμοίους χερσίν, ὥσπερ καὶ οἱ τῆς <lb/>ἄρκτου·
							πενταδάκτυλοι γάρ εἰσι, καὶ ἕκαστος τῶν δακτύλων <lb/>καμπὰς ἔχει τρεῖς καὶ ὄνυχα οὐ
							μέγαν· οἱ δ’ ὀπίσθιοι πόδες <lb/>πενταδάκτυλοι μέν εἰσι, καὶ τὰς καμπὰς καὶ τοὺς
							ὄνυχας <lb/>ὁμοίους ἔχουσι τοῖς προσθίοις, τῷ δὲ σχήματι παραπλήσιοι <lb/>ταῖς τῶν
							ἰχθύων οὐραῖς εἰσίν.</p>
						<p>Αἱ δὲ κινήσεις τῶν ζῴων τῶν μὲν τετραπόδων καὶ πολυπόδων <lb/>κατὰ διάμετρόν εἰσι,
							καὶ ἑστᾶσιν οὕτως· ἡ δ’ ἀρχὴ <lb/>ἀπὸ τῶν δεξιῶν πᾶσιν. Κατὰ σκέλος δὲ βαδίζουσιν ὅ τε
							<lb/>λέων καὶ αἱ κάμηλοι ἀμφότεραι, αἵ τε Βακτριαναὶ καὶ αἱ <lb/>Ἀράβιαι. Τὸ δὲ κατὰ
							σκέλος ἐστὶν ὅτε οὐ προβαίνει τῷ <lb/>ἀριστερῷ τὸ δεξιόν, ἀλλ’ ἐπακολουθεῖ.</p>
						<p>Ἔχουσι δὲ τὰ τετράποδα ζῷα, ὅσα μὲν ὁ ἄνθρωπος μόρια <lb/>ἔχει ἐν τῷ πρόσθεν, κάτω ἐν
							τοῖς ὑπτίοις, τὰ δὲ ὀπίσθια ἐν <pb n="32"/> τοῖς πρανέσιν. Ἔτι δὲ τὰ πλεῖστα κέρκον
							ἔχει· καὶ γὰρ ἡ <lb/>φώκη μικρὰν ἔχει, ὁμοίαν τῇ τοῦ ἐλάφου. Περὶ δὲ τῶν
							<lb/>πιθηκοειδῶν ζῴων ὕστερον διορισθήσεται.</p>
						<p>Πάντα δ’ ὅσα τετράποδα καὶ ζῳοτόκα, δασέα ὡς εἰπεῖν <lb/>ἐστί, καὶ οὐχ ὥσπερ ὁ
							ἄνθρωπος ὀλιγότριχον καὶ μικρότριχον <lb/>πλὴν τῆς κεφαλῆς, τὴν δὲ κεφαλὴν δασύτατον
							τῶν <lb/>ζῴων. Ἔτι δὲ τῶν μὲν ἄλλων ζῴων τῶν ἐχόντων τρίχας <lb/>τὰ πρανῆ δασύτερα, τὰ
							δ’ ὕπτια ἢ λεῖα πάμπαν ἢ ἧττον <lb/>δασέα· ὁ δ’ ἄνθρωπος τοὐναντίον. Καὶ βλεφαρίδας ὁ
							μὲν <lb/>ἄνθρωπος ἐπ’ ἄμφω ἔχει, καὶ ἐν μασχάλαις ἔχει τρίχας <lb/>καὶ ἐπὶ τῆς ἥβης·
							τῶν δ’ ἄλλων οὐθὲν οὔτε τούτων οὐδέτερον <lb/>οὔτε τὴν κάτω βλεφαρίδα, ἀλλὰ κάτωθεν
							τοῦ <lb/>βλεφάρου ἐνίοις μαναὶ τρίχες πεφύκασιν. Αὐτῶν δὲ τῶν <lb/>τετραπόδων καὶ
							τρίχας ἐχόντων τῶν μὲν ἅπαν τὸ σῶμα δασύ, <lb/>καθάπερ ὑὸς καὶ ἄρκτου καὶ κυνός· τὰ δὲ
							δασύτερα τὸν <lb/>αὐχένα ὁμοίως πάντῃ, οἷον ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων· τὰ <lb/>δ’
							ἐπὶ τῷ πρανεῖ τοῦ αὐχένος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς μέχρι τῆς <lb/>ἀκρωμίας, οἷον ὅσα λοφιὰν
							ἔχει, ὥσπερ ἵππος καὶ ὀρεὺς καὶ <lb/>τῶν ἀγρίων καὶ κερατοφόρων βόνασος. Ἔχει δὲ καὶ ὁ
							<lb/>ἱππέλαφος καλούμενος ἐπὶ τῇ ἀκρωμίᾳ χαίτην καὶ τὸ θηρίον <lb/>τὸ πάρδιον
							ὀνομαζόμενον· ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς ἐπὶ <lb/>τὴν ἀκρωμίαν λεπτὴν ἑκάτερον· ἰδίᾳ δὲ ὁ
							ἱππέλαφος πώγωνα <lb/>ἔχει κατὰ τὸν λάρυγγα. Ἔστι δ’ ἀμφότερα κερατοφόρα <lb/>καὶ
							διχαλά· ἡ δὲ θήλεια ἱππέλαφος οὐκ ἔχει κέρατα. <lb/>Τὸ δὲ μέγεθός ἐστι τούτου τοῦ ζῴου
							ἐλάφῳ προσεμφερές. <lb/>Γίνονται δ’ οἱ ἱππέλαφοι ἐν Ἀραχώταις, οὗπερ καὶ οἱ βόες
							<lb/>οἱ ἄγριοι. Διαφέρουσι δ’ οἱ ἄγριοι τῶν ἡμέρων ὅσον περ <lb/>οἱ ὕες οἱ ἄγριοι πρὸς
							τοὺς ἡμέρους· μέλανές τε γάρ εἰσι <pb n="33"/> καὶ ἰσχυροὶ τῷ εἴδει καὶ ἐπίγρυποι, τὰ
							δὲ κέρατα ἐξυπτιάζοντα <lb/>ἔχουσι μᾶλλον· τὰ δὲ τῶν ἱππελάφων κέρατα παραπλήσια
							<lb/>τοῖς τῆς δορκάδος ἐστίν. Ὁ δ’ ἐλέφας ἥκιστα <lb/>δασύς ἐστι τῶν τετραπόδων.
							Ἀκολουθοῦσι δὲ κατὰ τὸ <lb/>σῶμα καὶ αἱ κέρκοι δασύτητι καὶ ψιλότητι, ὅσων αἱ κέρκοι
							<lb/>μέγεθος ἔχουσιν· ἔνια γὰρ μικρὰν ἔχει πάμπαν.</p>
						<p>Αἱ δὲ κάμηλοι ἴδιον ἔχουσι παρὰ τἆλλα τετράποδα τὸν <lb/>καλούμενον ὕβον ἐπὶ τῷ νώτῳ.
							Διαφέρουσι δ’ αἱ Βάκτριαι <lb/>τῶν Ἀραβίων· αἱ μὲν γὰρ δύο ἔχουσιν ὕβους, αἱ δ’ ἕνα
							μόνον, <lb/>ἄλλον δ’ ἔχουσιν ὕβον τοιοῦτον οἷον ἄνω ἐν τοῖς κάτω, <lb/>ἐφ’ οὗ, ὅταν
							κατακλιθῇ εἰς γόνατα, ἐστήρικται τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα. Θηλὰς δ’ ἔχει τέτταρας ἡ κάμηλος
							ὥσπερ βοῦς, καὶ <lb/>κέρκον ὁμοίαν ὄνῳ, καὶ τὸ αἰδοῖον ὄπισθεν. Καὶ γόνυ δ’ <lb/>ἔχει
							ἐν ἑκάστῳ τῷ σκέλει ἕν, καὶ τὰς καμπὰς οὐ πλείους, <lb/>ὥσπερ λέγουσί τινες, ἀλλὰ
							φαίνεται διὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς <lb/>κοιλίας. Καὶ ἀστράγαλον ὅμοιον μὲν βοΐ, ἰσχνὸν δὲ
							<lb/>καὶ μικρὸν ὡς κατὰ τὸ μέγεθος. Ἔστι δὲ διχαλὸν καὶ <lb/>οὐκ ἄμφωδον, διχαλὸν δὲ
							ὧδε. Ἐκ μὲν τοῦ ὄπισθεν μικρὸν <lb/>ἔσχισται μέχρι τῆς δευτέρας καμπῆς τῶν δακτύλων·
							τὸ δ’ <lb/>ἔμπροσθεν ἔσχισται μικρά, ὅσον ἄχρι τῆς πρώτης καμπῆς <lb/>τῶν δακτύλων ἐπ’
							ἄκρῳ τέτταρα· καὶ ἔστι τι καὶ διὰ <lb/>μέσου τῶν σχισμάτων, ὥσπερ τοῖς χησίν. Ὁ δὲ
							πούς ἐστι <lb/>κάτωθεν σαρκώδης, ὥσπερ καὶ οἱ ἄρκτων· διὸ καὶ τὰς εἰς <lb/>πόλεμον
							ἰούσας ὑποδοῦσι καρβατίναις, ὅταν ἀλγήσωσιν.</p>
						<p>Πάντα δὲ τὰ τετράποδα ὀστώδη τὰ σκέλη ἔχει καὶ <lb/>νευρώδη καὶ ἄσαρκα· ὅλως δὲ καὶ
							τἆλλα ζῷα ἅπαντα, ὅσα <lb/>ἔχει πόδας, ἐκτὸς ἀνθρώπου. Ἔστι δὲ καὶ ἀνίσχια· καὶ <pb n="34"/> γὰρ οἱ ὄρνιθες ἔτι μᾶλλον τοῦτο πεπόνθασιν. Ὁ δ’ ἄνθρωπος <lb/>τοὐναντίον·
							σαρκώδη γὰρ ἔχει σχεδὸν μάλιστα τοῦ σώματος <lb/>τὰ ἰσχία καὶ τοὺς μηροὺς καὶ τὰς
							κνήμας· αἱ γὰρ καλούμεναι <lb/>γαστροκνημίαι ἐν ταῖς κνήμαις εἰσὶ σαρκώδεις.</p>
						<p>Τῶν δὲ τετραπόδων καὶ ἐναίμων καὶ ζῳοτόκων τὰ μέν <lb/>ἐστι πολυσχιδῆ, ὥσπερ αἱ τοῦ
							ἀνθρώπου χεῖρες καὶ οἱ <lb/>πόδες (πολυδάκτυλα γὰρ ἔνιά ἐστιν, οἷον κύων, λέων,
							πάρδαλις), <lb/>τὰ δὲ δισχιδῆ, καὶ ἀντὶ τῶν ὀνύχων χηλὰς ἔχει, <lb/>ὥσ περ πρόβατον
							καὶ αἲξ καὶ ἔλαφος καὶ ἵππος ὁ ποτάμιος· <lb/>τὰ δ’ ἀσχιδῆ, οἷον τὰ μώνυχα, ὥσπερ
							ἵππος καὶ ὀρεύς. <lb/>Τὸ δὲ τῶν ὑῶν γένος ἐπαμφοτερίζει· εἰσὶ γὰρ καὶ ἐν Ἰλλυριοῖς
							<lb/>καὶ ἐν Παιονίᾳ καὶ ἄλλοθι μώνυχες ὕες. Τὰ μὲν <lb/>οὖν διχαλὰ δύο ἔχει σχίσεις
							ὄπισθεν· τοῖς δὲ μώνυξι τοῦτ’ <lb/>ἐστὶ συνεχές. Ἔστι δὲ καὶ τὰ μὲν κερατοφόρα τῶν
							<lb/>ζῴων τὰ δ’ ἄκερα. Τὰ μὲν οὖν πλεῖστα τῶν ἐχόντων <lb/>κέρατα διχαλὰ κατὰ φύσιν
							ἐστίν, οἷον βοῦς καὶ ἔλαφος καὶ <lb/>αἴξ· μώνυχον δὲ καὶ δίκερων οὐθὲν ἡμῖν ὦπται.
							Μονοκέρατα <lb/>δὲ καὶ μώνυχα ὀλίγα, οἷον ὁ Ἰνδικὸς ὄνος. Μονόκερων <lb/>δὲ καὶ
							διχαλὸν ὄρυξ. Καὶ ἀστράγαλον δ’ ὁ Ἰνδικὸς <lb/>ὄνος ἔχει τῶν μωνύχων μόνον· ἡ γὰρ ὗς,
							ὥσπερ <lb/>ἐλέχθη πρότερον, ἐπαμφοτερίζει, διὸ καὶ οὐ καλλιαστράγαλόν <lb/>ἐστιν. Τῶν
							δὲ διχαλῶν πολλὰ ἔχει ἀστράγαλον. <lb/>Πολυσχιδὲς δὲ οὐθὲν ὦπται τοιοῦτον ἔχον
							ἀστράγαλον, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἡ μὲν λὺγξ ὅμοιον ἡμιαστραγαλίῳ, <lb/>ὁ δὲ
							λέων, οἷόν περ πλάττουσι, λαβυρινθώδη. <pb n="35"/> Πάντα δὲ τὰ ἔχοντα ἀστράγαλον ἐν
							τοῖς ὄπισθεν ἔχει <lb/>σκέλεσιν. Ἔχει δ’ ὀρθὸν τὸν ἀστράγαλον ἐν τῇ καμπῇ, <lb/>τὸ μὲν
							πρανὲς ἔξω, τὸ δ’ ὕπτιον εἴσω, καὶ τὰ μὲν κῷα <lb/>ἐντὸς ἐστραμμένα πρὸς ἄλληλα, τὰ δὲ
							χῖα καλούμενα ἔξω, <lb/>καὶ τὰς κεραίας ἄνω. Ἡ μὲν οὖν θέσις τῶν ἀστραγάλων <lb/>τοῖς
							ἔχουσι πᾶσι τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Διχαλὰ δ’ ἅμα <lb/>καὶ χαίτην ἔχοντα καὶ κέρατα
							δύο κεκαμμένα εἰς αὑτά ἐστιν <lb/>ἔνια τῶν ζῴων, οἷον ὁ βόνασος, ὃς γίνεται περὶ τὴν
							Παιονίαν <lb/>καὶ τὴν Μαιδικήν. Πάντα δὲ ὅσα κερατοφόρα, <lb/>τετράποδά ἐστιν, εἰ μή
							τι κατὰ μεταφορὰν λέγεται ἔχειν <lb/>κέρας καὶ λόγου χάριν, ὥσπερ τοὺς περὶ Θήβας
							ὄφεις οἱ <lb/>Αἰγύπτιοί φασιν, ἔχοντας ἐπανάστασιν ὅσον προφάσεως <lb/>χάριν. Τῶν δ’
							ἐχόντων κέρας δι’ ὅλου μὲν ἔχει στερεὸν μόνον <lb/>ἔλαφος, τὰ δ’ ἄλλα κοῖλα μέχρι
							τινός, τὸ δ’ ἔσχατον <lb/>στερεόν. Τὸ μὲν οὖν κοῖλον ἐκ τοῦ δέρματος πέφυκε μᾶλλον·
							<lb/>περὶ δὲ τοῦτο περιήρμοσται τὸ στερεὸν ἐκ τῶν ὀστῶν, <lb/>οἷον τὰ κέρατα τῶν βοῶν.
							Ἀποβάλλει δὲ τὰ κέρατα μόνον <lb/>ἔλαφος κατ’ ἔτος, ἀρξάμενος ἀπὸ διετοῦς, καὶ πάλιν
							φύει· <lb/>τὰ δ’ ἄλλα συνεχῶς ἔχει, ἐὰν μή τι βίᾳ πηρωθῇ.</p>
						<p>Ἔτι δὲ περί τε τοὺς μαστοὺς ὑπεναντίως ἐν τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις ὑπάρχει πρὸς αὐτά τε
							καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ <lb/>περὶ τὰ ὄργανα τὰ χρήσιμα πρὸς τὴν ὀχείαν. Τὰ μὲν γὰρ
							<lb/>ἔμπροσθεν ἔχει τοὺς μαστοὺς ἐν τῷ στήθει ἢ πρὸς τῷ στήθει, <lb/>καὶ δύο μαστοὺς
							καὶ δύο θηλάς, ὥσπερ ἄνθρωπος καὶ ἐλέφας, <lb/>καθάπερ εἴρηται πρότερον. Καὶ γὰρ ὁ
							ἐλέφας ἔχει <lb/>τοὺς μαστοὺς δύο περὶ τὰς μασχάλας· ἔχει δὲ καὶ ἡ θήλεια <lb/>τοὺς
							μαστοὺς μικροὺς παντελῶς καὶ οὐ κατὰ λόγον τοῦ <lb/>σώματος, ὥστ’ ἐκ τοῦ πλαγίου μὴ
							πάνυ ὁρᾶν· ἔχουσι δὲ καὶ <pb n="36"/> οἱ ἄρρενες μαστούς, ὥσπερ αἱ θήλειαι, μικροὺς
							παντελῶς. <lb/>Ἡ δ’ ἄρκτος τέτταρας. Τὰ δὲ δύο μὲν μαστοὺς ἔχει, ἐν <lb/>τοῖς μηροῖς
							δ’ ἔχει, καὶ τὰς θηλὰς δύο, ὥσπερ πρόβατον· <lb/>τὰ δὲ τέτταρας θηλάς, ὥσπερ βοῦς. Τὰ
							δ’ οὔτ’ ἐν τῷ <lb/>στήθει ἔχει τοὺς μαστοὺς οὔτ’ ἐν τοῖς μηροῖς, ἀλλ’ ἐν τῇ
							<lb/>γαστρί, οἷον κύων καὶ ὗς, καὶ πολλούς, οὐ πάντας δ’ ἴσους. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα
							πλείους ἔχει, ἡ δὲ πάρδαλις τέτταρας ἐν <lb/>τῇ γαστρί, ἡ δὲ λέαινα δύο ἐν τῇ γαστρί.
							Ἔχει δὲ καὶ <lb/>ἡ κάμηλος μαστοὺς δύο καὶ θηλὰς τέτταρας, ὥσπερ ὁ βοῦς. <lb/>Τῶν δὲ
							μωνύχων τὰ ἄρρενα οὐκ ἔχουσι μαστούς, πλὴν ὅσα <lb/>ἐοίκασι τῇ μητρί, ὅπερ συμβαίνει
							ἐπὶ τῶν ἵππων.</p>
						<p>Τὰ δ’ αἰδοῖα τῶν μὲν ἀρρένων τὰ μὲν ἔξω ἔχει, οἷον ἄνθρωπος <lb/>καὶ ἵππος καὶ ἄλλα
							πολλά, τὰ δ’ ἐντός, ὥσπερ δελφίς· <lb/>καὶ τῶν ἔξω δ’ ἐχόντων τὰ μὲν εἰς τὸ πρόσθεν,
							ὥσπερ <lb/>καὶ τὰ εἰρημένα, καὶ τούτων τὰ μὲν ἀπολελυμένα καὶ τὸ <lb/>αἰδοῖον καὶ τοὺς
							ὄρχεις, ὥσπερ ἄνθρωπος, τὰ δὲ πρὸς τῇ <lb/>γαστρὶ καὶ τοὺς ὄρχεις καὶ τὸ αἰδοῖον, καὶ
							τὰ μὲν μᾶλλον <lb/>τὰ δ’ ἧττον ἀπολελυμένα· οὐ γὰρ ὡσαύτως ἀπολέλυται κάπρῳ <lb/>καὶ
							ἵππῳ τοῦτο τὸ μόριον. Ἔχει δὲ καὶ ὁ ἐλέφας τὸ <lb/>αἰδοῖον ὅμοιον μὲν ἵππῳ, μικρὸν δὲ
							καὶ οὐ κατὰ λόγον <lb/>τοῦ σώματος, τοὺς δ’ ὄρχεις οὐκ ἔξω φανερούς, ἀλλ’ ἐντὸς
							<lb/>περὶ τοὺς νεφρούς· διὸ καὶ ἐν τῇ ὀχείᾳ ἀπαλλάττεται ταχέως. <lb/>Ἡ δὲ θήλεια τὸ
							αἰδοῖον ἔχει ἐν ᾧ τόπῳ τὰ οὔθατα <lb/>τῶν προβάτων ἐστίν. ὅταν δ’ ὀργᾷ ὀχεύεσθαι,
							ἀνασπᾷ <lb/>ἄνω καὶ ἐκτρέπει πρὸς τὸν ἔξω τόπον, ὥστε ῥᾳδίαν εἶναι <lb/>τῷ ἄρρενι τὴν
							ὀχείαν· ἀνέρρωγε δὲ ἐπιεικῶς ἐπὶ πολὺ τὸ <pb n="37"/> αἰδοῖον. Τοῖς μὲν οὖν πλείστοις
							αὐτῶν τὰ αἰδοῖα τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον· ἔνια δ’ ὀπισθουρητικά ἐστιν, οἷον λὺγξ
							<lb/>καὶ λέων καὶ κάμηλος καὶ δασύπους. Τὰ μὲν οὖν ἄρρενα <lb/>ὑπεναντίως ἔχει
							ἀλλήλοις, καθάπερ εἴρηται, τὰ δὲ θήλεα <lb/>πάντα ὀπισθουρητικά ἐστιν· καὶ γὰρ ὁ θῆλυς
							ἐλέφας ἔχει <lb/>τὰ αἰδοῖα ὑπὸ τοῖς μηροῖς, καθάπερ καὶ τἆλλα. Τῶν δ’ <lb/>αἰδοίων
							διαφορὰ πολλή ἐστιν. Τὰ μὲν γὰρ ἔχει χονδρῶδες <lb/>τὸ αἰδοῖον καὶ σαρκῶδες, ὥσπερ
							ἄνθρωπος· τὸ μὲν οὖν σαρκῶδες <lb/>οὐκ ἐμφυσᾶται, τὸ δὲ χονδρῶδες ἔχει αὔξησιν. Τὰ
							<lb/>δὲ νευρώδη, οἷον καμήλου καὶ ἐλάφου, τὰ δ’ ὀστώδη, ὥσπερ <lb/>ἀλώπεκος καὶ λύκου
							καὶ ἰκτίδος καὶ γαλῆς· καὶ γὰρ ἡ γαλῆ <lb/>ὀστοῦν ἔχει τὸ αἰδοῖον.</p>
						<p>Πρὸς δὲ τούτοις ὁ μὲν ἄνθρωπος τελεωθεὶς τὰ ἄνω ἔχει <lb/>ἐλάττω τῶν κάτωθεν, τὰ δ’
							ἄλλα ζῷα, ὅσα ἔναιμα, τοὐναντίον. <lb/>Λέγομεν δὲ ἄνω τὸ ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι τοῦ μορίου
							<lb/>ᾗ ἡ τοῦ περιττώματός ἐστιν ἔξοδος, κάτω δὲ τὸ ἀπὸ τούτου <lb/>λοιπόν. Τοῖς μὲν
							οὖν ἔχουσι πόδας τὸ ὀπίσθιόν ἐστι σκέλος <lb/>τὸ κάτωθεν μέρος πρὸς τὸ μέγεθος, τοῖς
							δὲ μὴ ἔχουσιν οὐραὶ <lb/>καὶ κέρκοι καὶ τὰ τοιαῦτα. Τελεούμενα μὲν οὖν τοιαῦτ’
							<lb/>ἐστίν, ἐν δὲ τῇ αὐξήσει διαφέρει· ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος <lb/>μείζω τὰ ἄνω ἔχει νέος
							ὢν ἢ τὰ κάτω, αὐξανόμενος δὲ μεταβάλλει <lb/>τοὐναντίον (διὸ καὶ μόνον οὐ τὴν αὐτὴν
							ποιεῖται <lb/>κίνησιν τῆς πορείας νέος ὢν καὶ τελεωθείς, ἀλλὰ τὸ πρῶτον <lb/>παιδίον
							ὂν ἕρπει τετραποδίζον), τὰ δ’ ἀνάλογον ἀποδίδωσι <lb/>τὴν αὔξησιν, οἷον κύων. Ἔνια δὲ
							τὸ πρῶτον ἐλάττω <lb/>τὰ ἄνω, τὰ δὲ κάτω μείζω ἔχει, αὐξανόμενα δὲ τὰ ἄνω γίνεται
							<lb/>μείζω, ὥσπερ τὰ λοφοῦρα· τούτων γὰρ οὐδὲν γίνεται <lb/>μεῖζον ὕστερον τὸ ἀπὸ τῆς
							ὁπλῆς μέχρι τοῦ ἰσχίου.</p>

						<pb n="38"/>

						<p>Ἔστι δὲ καὶ περὶ τοὺς ὀδόντας πολλὴ διαφορὰ τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις καὶ πρὸς αὑτὰ καὶ
							πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Ἔχει <lb/>μὲν γὰρ πάντα ὀδόντας ὅσα τετράποδα καὶ ἔναιμα καὶ
							ζῳοτόκα, <lb/>ἀλλὰ πρῶτον τὰ μέν ἐστιν ἀμφώδοντα τὰ δ’ οὔ. <lb/>Ὅσα μὲν γάρ ἐστι
							κερατοφόρα, οὐκ ἀμφώδοντά ἐστιν· οὐ <lb/>γὰρ ἔχει τοὺς προσθίους ὀδόντας ἐπὶ τῆς ἄνω
							σιαγόνος. <lb/>Ἔστι δ’ ἔναι οὐκ ἀμφώδοντα καὶ ἀκέρατα, οἷον κάμηλος. <lb/>Καὶ τὰ μὲν
							χαυλιόδοντας ἔχει, ὥσπερ οἱ ἄρρενες ὕες, τὰ <lb/>δ’ οὐκ ἔχει. Ἔτι δὲ τὰ μέν ἐστι
							καρχαρόδοντα αὐτῶν, <lb/>οἷον λέων καὶ πάρδαλις καὶ κύων, τὰ δὲ ἀνεπάλλακτα, οἷον
							<lb/>ἵππος καὶ βοῦς· καρχαρόδοντα γάρ ἐστιν ὅσα ἐπαλλάττει <lb/>τοὺς ὀδόντας τοὺς
							ὀξεῖς. Ἄμα δὲ χαυλιόδοντα καὶ κέρας <lb/>οὐδὲν ἔχει ζῷον, οὐδὲ καρχαρόδουν καὶ τούτων
							θάτερον. <lb/>Τὰ δὲ πλεῖστα τοὺς προσθίους ἔχει ὀξεῖς, τοὺς δ’ ἐντὸς <lb/>πλατεῖς. Ἡ
							δὲ φώκη καρχαρόδουν ἐστὶ πᾶσι τοῖς ὀδοῦσιν, <lb/>ὡς ἐπαλλάττουσα τῷ γένει τῶν ἰχθύων·
							οἱ γὰρ ἰχθύες <lb/>πάντες σχεδὸν καρχαρόδοντές εἰσιν. Διστοίχους δὲ ὀδόντας <lb/>οὐδὲν
							ἔχει τούτων τῶν γενῶν. Ἔστι δέ τι, εἰ δεῖ πιστεῦσαι <lb/>Κτησίᾳ· ἐκεῖνος γὰρ τὸ ἐν
							Ἰνδοῖς θηρίον, ᾧ ὄνομα <lb/>εἶναι μαρτιχόραν, τοῦτ’ ἔχειν ἐπ’ ἀμφότερά φησι
							τριστοίχους <lb/>τοὺς ὀδόντας· εἶναι δὲ μέγεθος μὲν ἡλίκον λέοντα <lb/>καὶ δασὺ
							ὁμοίως, καὶ πόδας ἔχειν ὁμοίους, πρόσωπον δὲ <lb/>καὶ ὦτα ἀνθρωποειδές, τὸ δ’ ὄμμα
							γλαυκόν, τὸ δὲ χρῶμα <lb/>κινναβάρινον, τὴν δὲ κέρκον ὁμοίαν τῇ τοῦ σκορπίου τοῦ
							<lb/>χερσαίου, ἐν ᾗ κέντρον ἔχειν καὶ τὰς ἀποφυάδας ἀπακοντίζειν, <lb/>φθέγγεσθαι δ’
							ὅμοιον φωνῇ ἅμα σύριγγος καὶ <lb/>σάλπιγγος, ταχὺ δὲ θεῖν οὐχ ἧττον τῶν ἐλάφων, καὶ
							εἶναι <pb n="39"/> ἄγριον καὶ ἀνθρωποφάγον. Ἄνθρωπος μὲν οὖν βάλλει <lb/>τοὺς ὀδόντας,
							βάλλει δὲ καὶ ἄλλα τῶν ζῴων, οἷον ἵππος καὶ <lb/>ὀρεὺς καὶ ὄνος. Βάλλει δ’ ἄνθρωπος
							τοὺς προσθίους, τοὺς <lb/>δὲ γομφίους οὐθὲν βάλλει τῶν ζῴων. Ὗς δ’ ὅλως οὐθένα
							<lb/>βάλλει τῶν ὀδόντων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Περὶ δὲ τῶν κυνῶν ἀμφισβητεῖται, <lb/>καὶ οἱ μὲν ὅλως οὐκ οἴονται βάλλειν οὐθένα
							αὐτούς, οἱ δὲ <lb/>τοὺς κυνόδοντας μόνον· ὦπται δ’ ὅτι βάλλει καθάπερ καὶ
							<lb/>ἄνθρωπος, ἀλλὰ λανθάνει διὰ τὸ μὴ βάλλειν πρότερον πρὶν <lb/>ὑποφυῶσιν ἐντὸς
							ἴσοι. Ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων <lb/>τῶν ἀγρίων εἰκὸς συμβαίνειν, ἐπεὶ λέγονταί γε
							τοὺς κυνόδοντας <lb/>μόνον βάλλειν. Τοὺς δὲ κύνας διαγινώσκουσι τοὺς <lb/>νεωτέρους
							καὶ πρεσβυτέρους ἐκ τῶν ὀδόντων· οἱ μὲν γὰρ <lb/>νέοι λευκοὺς ἔχουσι καὶ ὀξεῖς τοὺς
							ὀδόντας, οἱ δὲ πρεσβύτεροι <lb/>μέλανας καὶ ἀμβλεῖς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Ἐναντίως δὲ πρὸς τἆλλα ζῷα <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἵππων συμβαίνει· τὰ μὲν γὰρ ἄλλα ζῷα
							πρεσβύτερα <lb/>γινόμενα μελαντέρους ἔχει τοὺς ὀδόντας, ὁ δ’ ἵππος <lb/>λευκοτέρους.
							Ὁρίζουσι δὲ τούς τε ὀξεῖς καὶ τοὺς πλατεῖς <lb/>οἱ καλούμενοι κυνόδοντες, ἀμφοτέρων
							μετέχοντες τῆς μορφῆς· <lb/>κάτωθεν μὲν γὰρ πλατεῖς, ἄνωθεν δ’ εἰσὶν ὀξεῖς.
							<lb/>Ἔχουσι δὲ πλείους οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν ὀδόντας καὶ ἐν <lb/>ἀνθρώποις καὶ ἐπὶ
							προβάτων καὶ αἰγῶν καὶ ὑῶν· ἐπὶ δὲ τῶν <lb/>ἄλλων οὐ τεθεώρηταί πω. Ὅσοι δὲ πλείους
							ἔχουσι, μακροβιώτεροι <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πολύ εἰσιν, οἱ δ’ ἐλάττους καὶ ἀραιόδοντες
							<lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ βραχυβιώτεροι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Φύονται δ’ οἱ τελευταῖοι <lb/>τοῖς ἀνθρώποις γόμφιοι, οὓς καλοῦσι κραντῆρας,
							<lb/>περὶ τὰ εἴκοσιν ἔτη καὶ ἀνδράσι καὶ γυναιξίν. Ἤδη δέ τισι <lb/>γυναιξὶ καὶ
							ὀγδοήκοντα ἐτῶν οὔσαις ἔφυσαν γόμφιοι ἐν <pb n="40"/> τοῖς ἐσχάτοις, πόνον παρασχόντες
							ἐν τῇ ἀνατολῇ, καὶ ἀνδράσιν <lb/>ὡσαύτως· τοῦτο δὲ συμβαίνει ὅσοις ἂν μὴ ἐν τῇ ἡλικίᾳ
							<lb/>ἀνατείλωσιν οἱ κραντῆρες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ὁ δ’ ἐλέφας ὀδόντας μὲν ἔχει <lb/>τέτταρας ἐφ’ ἑκάτερα, οἷς κατεργάζεται τὴν τροφήν
							(λεαίνει <lb/>δ’ ὥσπερ κριμνά), χωρὶς δὲ τούτων ἄλλους δύο τοὺς μεγάλους. <lb/>Ὁ μὲν
							οὖν ἄρρην τούτους ἔχει μεγάλους τε καὶ <lb/>ἀνασίμους, ἡ δὲ θήλεια μικροὺς καὶ ἐξ
							ἐναντίας τοῖς ἄρρεσιν· <lb/>κάτω γὰρ οἱ ὀδόντες βλέπουσιν. Ἔχει δ’ ὁ ἐλέφας εὐθὺς
							<lb/>γενόμενος ὀδόντας, τοὺς μέντοι μεγάλους ἀδήλους τὸ πρῶτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Γλῶτταν δὲ ἔχει μικράν τε σφόδρα καὶ ἐντός, ὥστε <lb/>ἔργον εἶναι ἰδεῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ἔχουσι δὲ τὰ ζῷα καὶ τὰ μεγέθη διαφέροντα τοῦ στόματος. <lb/>Τῶν μὲν γάρ ἐστι τὰ
							στόματα ἀνερρωγότα, <lb/>ὥσπερ κυνὸς καὶ λέοντος καὶ πάντων τῶν καρχαροδόντων, τὰ
							<lb/>δὲ μικρόστομα, ὥσπερ ἄνθρωπος, τὰ δὲ μεταξύ, ὥσπερ τὸ <lb/>τῶν ὑῶν γένος. Ὁ δ’
							ἵππος ὁ ποτάμιος ὁ ἐν Αἰγύπτῳ χαίτην <lb/>μὲν ἔχει ὥσπερ ἵππος, διχαλὸν δ’ ἐστὶν ὥσπερ
							βοῦς, τὴν <lb/>δ’ ὄψιν σιμός. Ἔχει δὲ καὶ ἀστράγαλον ὥσπερ τὰ διχαλά, <lb/>καὶ
							χαυλιόδοντας ὑποφαινομένους, κέρκον δ’ ὑός, φωνὴν δ’ <lb/>ἵππου· μέγεθος δ’ ἐστὶν
							ἡλίκον ὄνος. Τοῦ δὲ δέρματος τὸ <lb/>πάχος ὥστε δόρατα ποιεῖσθαι ἐξ αὐτοῦ. Τὰ δ’ ἐντὸς
							ἔχει <lb/>ὅμοια ἵππῳ καὶ ὄνῳ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ἔνια δὲ τῶν ζῴων ἐπαμφοτερίζει τὴν φύσιν τῷ τ’ ἀνθρώπῳ <lb/>καὶ τοῖς τετράποσιν, οἷον
							πίθηκοι καὶ κῆβοι καὶ κυνοκέφαλοι. <lb/>Ἔστι δ’ ὁ μὲν κῆβος πίθηκος ἔχων οὐράν. Καὶ
							<lb/>οἱ κυνοκέφαλοι δὲ τὴν αὐτὴν ἔχουσι μορφὴν τοῖς πιθήκοις, <lb/>πλὴν μείζονές τ’
							εἰσὶ καὶ ἰσχυρότεροι καὶ τὰ πρόσωπα ἔχοντες <lb/>κυνοειδέστερα, ἔτι δ’ ἀγριώτερά τε τὰ
							ἤθη καὶ τοὺς <lb/>ὀδόντας ἔχουσι κυνοειδεστέρους καὶ ἰσχυροτέρους. Οἱ δὲ <pb n="41"/>
							πίθηκοι δασεῖς μέν εἰσι τὰ πρανῆ ὡς ὄντες τετράποδες, καὶ <lb/>τὰ ὕπτια δὲ ὡσαύτως ὡς
							ὄντες ἀνθρωποειδεῖς (τοῦτο γὰρ <lb/>ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐναντίως ἔχει καὶ ἐπὶ τῶν
							τετραπόδων, <lb/>καθάπερ ἐλέχθη πρότερον)· πλὴν ἥ τε θρὶξ παχεῖα, καὶ <lb/>δασεῖς ἐπ’
							ἀμφότερα σφόδρα εἰσὶν οἱ πίθηκοι. Τὸ δὲ πρόσωπον <lb/>ἔχει πολλὰς ὁμοιότητας τῷ τοῦ
							ἀνθρώπου· καὶ γὰρ <lb/>μυκτῆρας καὶ ὧτα παραπλήσια ἔχει, καὶ ὀδόντας ὥσπερ ὁ
							<lb/>ἄνθρωπος, καὶ τοὺς προσθίους καὶ τοὺς γομφίους. Ἔτι δὲ <lb/>βλεφαρίδας τῶν ἄλλων
							τετραπόδων ἐπὶ θάτερα οὐκ ἐχόντων <lb/>οὗτος ἔχει μὲν λεπτὰς δὲ σφόδρα, καὶ μᾶλλον τὰς
							κάτω, <lb/>καὶ μικρὰς πάμπαν· τὰ γὰρ ἄλλα τετράποδα ταύτας <lb/>οὐκ ἔχει. Ἔχει δ’ ἐν
							τῷ στήθει δύο θηλὰς μαστῶν μικρῶν. <lb/>Ἔχει δὲ καὶ βραχίονας ὥσπερ ἄνθρωπος, πλὴν
							δασεῖς· <lb/>καὶ κάμπτει καὶ τούτους καὶ τὰ σκέλη ὥσπερ ἄνθρωπος, <lb/>τὰς περιφερείας
							πρὸς ἀλλήλας ἀμφοτέρων τῶν κώλων. <lb/>Πρὸς δὲ τούτοις χεῖρας καὶ δακτύλους καὶ ὄνυχας
							ὁμοίους <lb/>ἀνθρώπῳ, πλὴν πάντα ταῦτα ἐπὶ τὸ θηριωδέστερον. Ἰδίους <lb/>δὲ τοὺς
							πόδας· εἰσὶ γὰρ οἷον χεῖρες μεγάλαι, καὶ οἱ <lb/>δάκτυλοι ὥσπερ οἱ τῶν χειρῶν, ὁ μέσος
							μακρότατος, καὶ <lb/>τὸ κάτω τοῦ ποδὸς χειρὶ ὅμοιον, πλὴν ἐπὶ τὸ μῆκος τὸ <lb/>τῆς
							χειρὸς ἐπὶ τὰ ἔσχατα τεῖνον, καθάπερ θέναρ· τοῦτο <lb/>δὲ ἐπ’ ἄκρου σκληρότερον, κακῶς
							καὶ ἀμυδρῶς μιμούμενον <lb/>πτέρνην. Κέχρηται δὲ τοῖς ποσὶν ἐπ’ ἄμφω, καὶ ὡς χερσὶ
							<lb/>καὶ ὡς ποσί, καὶ συγκάμπτει ὥσπερ χεῖρας. Ἔχει δὲ τὸν <lb/>ἀγκῶνα καὶ τὸν μηρὸν
							βραχεῖς ὡς πρὸς τὸν βραχίονα καὶ <lb/>τὴν κνήμην. Ὀμφαλὸν δ’ ἐξέχοντα μὲν οὐκ ἔχει,
							σκληρὸν <lb/>δὲ τὸ κατὰ τὸν τόπον τοῦ ὀμφαλοῦ. Τὰ δ’ ἄνω τοῦ <pb n="42"/> κάτω πολὺ
							μείζονα ἔχει, ὥσπερ τὰ τετράποδα· σχεδὸν γὰρ <lb/>ὡς πέντε πρὸς τρία ἐστί. Καὶ διά τε
							ταῦτα καὶ διὰ τὸ <lb/>τοὺς πόδας ἔχειν ὁμοίους χερσὶ καὶ ὡσπερανεὶ συγκειμένους
							<lb/>ἐκ χειρὸς καὶ ποδός, ἐκ μὲν ποδὸς κατὰ τὸ τῆς πτέρνης <lb/>ἔσχατον, ἐκ δὲ χειρὸς
							τἆλλα μέρη· καὶ γὰρ οἱ δάκτυλοι <lb/>ἔχουσι τὸ καλούμενον θέναρ. Διατελεῖ δὲ τὸν πλείω
							χρόνον <lb/>τετράπουν ὂν μᾶλλον ἢ ὀρθόν· καὶ οὔτ’ ἰσχία ἔχει ὡς τετράπουν <lb/>ὂν οὔτε
							κέρκον ὡς δίπουν, πλὴν μικρὰν τὸ ὅλον, <lb/>ὅσον σημείου χάριν. Ἔχει δὲ καὶ τὸ αἰδοῖον
							ἡ θήλεια <lb/>ὅμοιον γυναικί, ὁ δ’ ἄρρην κυνωδέστερον ἢ ἄνθρωπος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Οἱ <lb/>δὲ κῆβοι, καθάπερ εἴρηται πρότερον, ἔχουσι κέρκον. Τὰ <lb/>δ’ ἐντὸς
							διαιρεθέντα ὅμοια ἔχουσιν ἀνθρώπῳ πάντα τὰ τοιαῦτα.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν τῶν εἰς τὸ ἐκτὸς ζῳοτοκούντων μόρια τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Τὰ δὲ τετράποδα μὲν ᾠοτόκα δὲ <lb/>καὶ ἔναιμα (οὐδὲν δὲ ᾠοτοκεῖ χερσαῖον καὶ ἔναιμον
							μὴ τετράπουν <lb/>ὂν ἢ ἄπουν) κεφαλὴν μὲν ἔχει καὶ αὐχένα καὶ νῶτον καὶ <lb/>τὰ πρανῆ
							καὶ τὰ ὕπτια τοῦ σώματος, ἔτι δὲ σκέλη πρόσθια <lb/>καὶ ὀπίσθια καὶ τὸ ἀνάλογον τῷ
							στήθει, ὥσπερ τὰ ζῳοτόκα <lb/>τῶν τετραπόδων, καὶ κέρκον τὰ μὲν πλεῖστα μείζω, ὀλίγα
							<lb/>δ’ ἐλάττω. Πάντα δὲ πολυδάκτυλα καὶ πολυσχιδῆ ἐστὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα. Πρὸς δὲ
							τούτοις τὰ αἰσθητήρια καὶ γλῶτταν <lb/>πάντα, πλὴν ὁ ἐν Αἰγύπτῳ κροκόδειλος. Οὗτος δὲ
							παραπλησίως <lb/>τῶν ἰχθύων τισίν· ὅλως μὲν γὰρ οἱ ἰχθύες ἀκανθώδη <lb/>καὶ οὐκ
							ἀπολελυμένην ἔχουσι τὴν γλῶτταν, ἔνιοι δὲ πάμπαν <lb/>λεῖον καὶ ἀδιάρθρωτον τὸν τόπον
							μὴ ἐγκλίναντι σφόδρα τὸ <lb/>χεῖλος. Ὦτα δ’ οὐκ ἔχουσιν ἀλλὰ τὸν πόρον τῆς ἀκοῆς
							<lb/>μόνον πάντα τὰ τοιαῦτα· οὐδὲ μαστούς, οὐδ’ αἰδοῖον, οὐδ’ <lb/>ὄρχεις ἔξω φανεροὺς
							ἀλλ’ ἐντός, οὐδὲ τρίχας, ἀλλὰ πάντ’ <pb n="43"/> ἐστὶ φολιδωτά. Ἔτι δὲ καρχαρόδοντα
							πάντα. Οἱ δὲ <lb/>κροκόδειλοι οἱ ποτάμιοι ἔχουσιν ὀφθαλμοὺς μὲν ὑός, ὀδόντας <lb/>δὲ
							μεγάλους καὶ χαυλιόδοντας καὶ ὄνυχας ἰσχυροὺς καὶ <lb/>δέρμα ἄρρηκτον φολιδωτόν·
							βλέπουσι δ’ ἐν μὲν τῷ ὕδατι <lb/>φαύλως, ἔξω δ’ ὀξύτατον. Τὴν μὲν οὖν ἡμέραν ἐν τῇ γῇ
							<lb/>τὸ πλεῖστον διατρίβει, τὴν δὲ νύκτα ἐν τῷ ὕδατι· ἀλεεινότερον <lb/>γάρ ἐστι τῆς
							αἰθρίας. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Ὁ δὲ χαμαιλέων ὅλον μὲν τοῦ σώματος ἔχει τὸ σχῆμα <lb/>σαυροειδές, τὰ δὲ πλευρὰ κάτω
							καθήκει συνάπτοντα πρὸς τὸ <lb/>ὑπογάστριον, καθάπερ τοῖς ἰχθύσι, καὶ ἡ ῥάχις
							ἐπανέστηκεν <lb/>ὁμοίως τῇ τῶν ἰχθύων. Τὸ δὲ πρόσωπον ὁμοιότατον τῷ <lb/>τοῦ
							χοιροπιθήκου. Κέρκον δ’ ἔχει μακρὰν σφόδρα, εἰς <lb/>λεπτὸν καθήκουσαν καὶ
							συνελιττομένην ἐπὶ πολύ, καθάπερ <lb/>ἱμάντα. Μετεωρότερος δ’ ἐστὶ τῇ ἀπὸ τῆς γῆς
							ἀποστάσει <lb/>τῶν σαύρων, τὰς δὲ καμπὰς τῶν σκελῶν καθάπερ οἱ σαῦροι <lb/>ἔχει. Τῶν
							δὲ ποδῶν ἕκαστος αὐτοῦ διχῇ διῄρηται εἰς <lb/>μέρη θέσιν ὁμοίαν πρὸς αὑτὰ ἔχοντα
							οἵανπερ ὁ μέγας ἡμῶν <lb/>δάκτυλος πρὸς τὸ λοιπὸν τῆς χειρὸς ἀντίθεσιν ἔχει. Ἐπὶ
							<lb/>βραχὺ δὲ καὶ τούτων τῶν μερῶν ἕκαστον διῄρηται εἴς τινας <lb/>δακτύλους, τῶν μὲν
							ἔμπροσθεν ποδῶν τὰ μὲν πρὸς αὐτὸν <lb/>τρίχα, τὰ δ’ ἐκτὸς δίχα, τῶν δ’ ὀπισθίων τὰ μὲν
							πρὸς <lb/>αὐτὸν δίχα, τὰ δ’ ἐκτὸς τρίχα. Ἔχει δὲ καὶ ὀνύχια ἐπὶ <lb/>τούτων ὅμοια τοῖς
							τῶν γαμψωνύχων. Τραχὺ δ’ ἔχει ὅλον <lb/>τὸ σῶμα, καθάπερ ὁ κροκόδειλος. Ὀφθαλμοὺς δ’
							ἔχει ἐν <lb/>κοίλῳ τε κειμένους καὶ μεγάλους σφόδρα καὶ στρογγύλους <lb/>καὶ δέρματι
							ὁμοίῳ τῷ λοιπῷ σώματι περιεχομένους. Κατὰ <lb/>μέσους δ’ αὐτοὺς διαλέλειπται μικρὰ τῇ
							ὄψει χώρα, δι’ ἧς <lb/>ὁρᾷ· οὐδέποτε δὲ τῷ δέρματι ἐπικαλύπτει τοῦτο. Στρέφει <pb n="44"/> δὲ τὸν ὀφθαλμὸν κύκλῳ καὶ τὴν ὄψιν ἐπὶ πάντας τοὺς τόπους <lb/>μεταβάλλει,
							καὶ οὕτως ὁρᾷ ὃ βούλεται. Τῆς δὲ χροιᾶς <lb/>ἡ μεταβολὴ ἐμφυσωμένῳ αὐτῷ γίγνεται· ἔχει
							δὲ καὶ μέλαιναν <lb/>ταύτην, οὐ πόρρω τῆς τῶν κροκοδείλων, καὶ ὠχρὰν <lb/>καθάπερ οἱ
							σαῦροι, μέλανι ὥσπερ τὰ παρδάλια διαπεποικιλμένην. <lb/>Γίνεται δὲ καθ’ ἅπαν τὸ σῶμα
							αὐτοῦ ἡ τοιαύτη <lb/>μεταβολή· καὶ γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ συμμεταβάλλουσιν ὁμοίως <lb/>τῷ
							λοιπῷ σώματι καὶ ἡ κέρκος. Ἡ δὲ κίνησἲς αὐτοῦ νωθὴς <lb/>ἰσχυρῶς ἐστί, καθάπερ ἡ τῶν
							χελωνῶν. Καὶ ἀποθνήσκων <lb/>τε ὠχρὸς γίνεται, καὶ τελευτήσαντος αὐτοῦ ἡ χροιὰ τοιαύτη
							<lb/>ἐστίν. Τὰ δὲ περὶ τὸν στόμαχον καὶ τὴν ἀρτηρίαν ὁμοίως <lb/>ἔχει τοῖς σαύροις
							κείμενα. Σάρκα δ’ οὐδαμοῦ ἔχει πλὴν <lb/>πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ταῖς σιαγόσιν ὀλίγα
							σαρκία, καὶ περὶ <lb/>ἄκραν τὴν τῆς κέρκου πρόσφυσιν. Καὶ αἷμα δ’ ἔχει περί <lb/>τε
							τὴν καρδίαν μόνον καὶ τὰ ὄμματα καὶ τὸν ἄνω τῆς καρδίας <lb/>τόπον, καὶ ὅσα ἀπὸ τούτων
							φλέβια ἀποτείνει· ἔστι δὲ <lb/>καὶ ἐν τούτοις βραχὺ παντελῶς. Κεῖται δὲ καὶ ὁ
							ἐγκέφαλος <lb/>ἀνώτερον μὲν ὀλίγῳ τῶν ὀφθαλμῶν, συνεχὴς δὲ τούτοις.
							<lb/>Περιαιρεθέντος δὲ τοῦ ἔξωθεν δέρματος τῶν ὀφθαλμῶν περιέχει <lb/>τι διαλάμπον διὰ
							τούτων, οἷον κρίκος χαλκοῦς λεπτός. <lb/>Καθ’ ἅπαν δὲ αὐτοῦ τὸ σῶμα σχεδὸν
							διατείνουσιν ὑμένες <lb/>πολλοὶ καὶ ἰσχυροὶ καὶ πολὺ ὑπερβάλλοντες τῶν περὶ τὰ
							<lb/>λοιπὰ ὑπαρχόντων. Ἐνεργεῖ δὲ καὶ τῷ πνεύματι ἀνατετμημένος <lb/>ὅλος ἐπὶ πολὺν
							χρόνον, βραχείας ἰσχυρῶς ἔτι κινήσεως <lb/>ἐν αὐτῷ περὶ τὴν καρδίαν οὔσης, καὶ συνάγει
							διαφερόντως <lb/>μὲν τὰ περὶ τὰ πλευρά, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ <lb/>μέρη τοῦ
							σώματος. Σπλῆνα δ’ οὐδαμοῦ ἔχει φανερόν. Φωλεύει <lb/>δὲ καθάπερ οἱ σαῦροι. </p>
					</div>
					<pb n="45"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Ὁμοίως δ’ ἔνια μόρια καὶ οἱ ὄρνιθες τοῖς εἰρημένοις ἔχουσι <lb/>ζῴοις· καὶ γὰρ
							κεφαλὴν καὶ αὐχένα πάντ’ ἔχει καὶ νῶτον καὶ <lb/>τὰ ὕπτια τοῦ σώματος καὶ τὸ ἀνάλογον
							τῷ στήθει· σκέλη <lb/>δὲ δύο καθάπερ ἄνθρωπος μάλιστα τῶν ζῴων· πλὴν κάμπτει <lb/>εἰς
							τοὔπισθεν ὁμοίως τοῖς τετράποσιν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον. <lb/>Χεῖρας δ’ οὐδὲ πόδας
							προσθίους ἔχει, ἀλλὰ πτέρυγας <lb/>ἴδιον πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα. Ἔτι δὲ τὸ ἰσχίον ὅμοιον
							<lb/>μηρῷ μακρὸν καὶ προσπεφυκὸς μέχρι ὑπὸ μέσην τὴν γαστέρα, <lb/>ὥστε δοκεῖν
							διαιρούμενον μηρὸν εἶναι, τὸν δὲ μηρὸν <lb/>μεταξὺ τῆς κνήμης, ἕτερόν τι μέρος.
							Μεγίστους δὲ τοὺς <lb/>μηροὺς ἔχει τὰ γαμψώνυχα τῶν ὀρνίθων, καὶ τὸ στῆθος
							<lb/>ἰσχυρότερον τῶν ἄλλων. Πολυώνυχοι δ’ εἰσὶ πάντες οἱ <lb/>ὄρνιθες, ἔτι δὲ
							πολυσχιδεῖς τρόπον τινὰ πάντες· τῶν μὲν <lb/>γὰρ πλείστων διῄρηνται οἱ δάκτυλοι, τὰ δὲ
							πλωτὰ στεγανόποδά <lb/>ἐστι, διηρθρωμένους δ’ ἔχει καὶ χωριστοὺς δακτύλους. <lb/>Εἰσὶ
							δ’ ὅσοι αὐτῶν μετεωρίζονται πάντες τετραδάκτυλοι· <lb/>τρεῖς μὲν γὰρ εἰς τὸ ἔμπροσθεν
							ἕνα δ’ εἰς τὸ <lb/>ὄπισθεν κείμενον ἔχουσιν οἱ πλεῖστοι ἀντὶ πτέρνης· ὀλίγοι <lb/>δέ
							τινες δύο μὲν ἔμπροσθεν δύο δ’ ὄπισθεν, οἷον ἡ καλουμένη <lb/>ἴυγξ. Αὕτη δ’ ἐστὶ μικρῷ
							μὲν μείζων σπίζης, τὸ δ’ εἶδος <lb/>ποικίλον, ἴδια δ’ ἔχει τά τε περὶ τοὺς δακτύλους
							καὶ τὴν <lb/>γλῶτταν ὁμοίαν τοῖς ὄφεσιν· ἔχει γὰρ ἐπὶ μῆκος ἔκτασιν <lb/>καὶ ἐπὶ
							τέτταρας δακτύλους, καὶ πάλιν συστέλλεται εἰς <lb/>ἑαυτήν. Ἔτι δὲ περιστρέφει τὸν
							τράχηλον εἰς τοὐπίσω <lb/>τοῦ λοιποῦ σώματος ἠρεμοῦντος, καθάπερ οἱ ὄφεις. Ὄνυχας
							<lb/>δ’ ἔχει μεγάλους μὲν ὁμοίως μέντοι πεφυκότας τοῖς τῶν <lb/>κολοιῶν· τῇ δὲ φωνῇ
							τρίζει. Στόμα δ’ οἱ ὄρνιθες ἔχουσι <lb/>μὲν ἴδιον δέ· οὔτε γὰρ χείλη οὔτ’ ὀδόντας
							ἔχουσιν, ἀλλὰ <pb n="46"/> ῥύγχος, οὔτ’ ὦτα οὔτε μυκτῆρας, ἀλλὰ τοὺς πόρους τούτων
							<lb/>τῶν αἰσθήσεων, τῶν μὲν μυκτήρων ἐν τῷ ῥύγχει, τῆς δ’ <lb/>ἀκοῆς ἐν τῇ κεφαλῇ.
							Ὀφθαλμοὺς δὲ πάντες καθάπερ καὶ <lb/>τἆλλα ζῷα δύο, ἄνευ βλεφαρίδων. Μύουσι δ’ οἱ
							βαρεῖς <lb/>τῷ κάτω βλεφάρῳ, σκαρδαμύττουσι δ’ ἐκ τοῦ κανθοῦ δέρματι <lb/>ἐπιόντι
							πάντες, οἱ δὲ γλαυκώδεις τῶν ὀρνίθων καὶ τῷ <lb/>ἄνω βλεφάρῳ. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο ποιοῦσι
							καὶ τὰ φολιδωτά, <lb/>οἷον οἱ σαῦροι καὶ τἆλλα τὰ ὁμοιογενῆ τούτοις τῶν ζῴων·
							<lb/>μύουσι γὰρ τῇ κάτω βλεφαρίδι πάντες, οὐ μέντοι σκαρδαμύττουσί <lb/>γε ὥσπερ οἱ
							ὄρνιθες. Ἔτι δ’ οὔτε φολίδας οὔτε <lb/>τρίχας ἔχουσιν, ἀλλὰ πτερά· τὰ δὲ πτερὰ ἔχει
							καυλὸν <lb/>ἅπαντα. Καὶ οὐρὰν μὲν οὐκ ἔχουσιν, ὀρροπύγιον δέ, οἱ <lb/>μὲν μακροσκελεῖς
							καὶ στεγανόποδες βραχύ, οἱ δ’ ἐναντίοι <lb/>μέγα. Καὶ οὗτοι μὲν πρὸς τῇ γαστρὶ τοὺς
							πόδας ἔχοντες <lb/>πέτονται, οἱ δὲ μικρορροπύγιοι ἐκτεταμένους. Καὶ γλῶτταν
							<lb/>ἅπαντες, ταύτην δ’ ἀνομοίαν· οἱ μὲν γὰρ μακρὰν οἱ δὲ <lb/>πλατεῖαν. Μάλιστα δὲ
							τῶν ζῴων μετὰ τὸν ἄνθρωπον γράμματα <lb/>φθέγγεται ἔνια τῶν ὀρνίθων γένη· τοιαῦτα δ’
							ἐστὶ <lb/>τὰ πλατύγλωττα αὐτῶν μάλιστα. Τὴν δ’ ἐπιγλωττίδα <lb/>ἐπὶ τῆς ἀρτηρίας οὐθὲν
							τῶν ᾠοτοκούντων ἔχει, ἀλλὰ συνάγει <lb/>καὶ διοίγει τὸν πόρον ὥστε μηθὲν καθεῖναι τῶν
							ἐχόντων <lb/>βάρος ἐπὶ τὸν πλεύμονα. Γένη δ’ ἔνια τῶν ὀρνίθων ἔχει <lb/>καὶ πλῆκτρα·
							γαμψώνυχον δ’ ἅμα καὶ πλῆκτρον ἔχον οὐθέν. <lb/>Ἔστι δὲ τὰ μὲν γαμψώνυχα τῶν πτητικῶν,
							τὰ δὲ πληκτροφόρα <lb/>τῶν βαρέων. Ἔτι δ’ ἔνια τῶν ὀρνέων λόφον ἔχουσι, <lb/>τὰ μὲν
							αὐτῶν τῶν πτερῶν ἐπανεστηκότα, ὁ δ’ ἀλεκτρυὼν <lb/>μόνος ἴδιον· οὔτε γὰρ σάρξ ἐστιν
							οὔτε πόρρω σαρκὸς <lb/>τὴν φύσιν. </p>
					</div>
					<pb n="47"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Τῶν δ’ ἐνύδρων ζῴων τὸ τῶν ἰχθύων γένος ἓν ἀπὸ τῶν <lb/>ἄλλων ἀφώρισται, πολλὰς
							περιέχον ἰδέας. Κεφαλὴν μὲν <lb/>γὰρ ἔχει καὶ τὰ πρανῆ καὶ τὰ ὕπτια, ἐν ᾧ τόπῳ ἡ
							γαστὴρ <lb/>καὶ τὰ σπλάγχνα· καὶ ὀπίσθιον οὐραῖον συνεχὲς ἔχει καὶ <lb/>ἄσχιστον·
							τοῦτο δ’ οὐ πᾶσιν ὅμοιον. Αὐχένα δ’ οὐδεὶς ἔχει <lb/>ἰχθύς, οὐδὲ κῶλον οὐθέν, οὐδ’
							ὄρχεις ὅλως, οὔτ’ ἐντὸς οὔτ’ <lb/>ἐκτός, οὐδὲ μαστούς. Τοῦτο μὲν οὖν ὅλως οὐδ’ ἄλλο
							οὐθὲν <lb/>τῶν μὴ ζῳοτοκούντων, οὐδὲ τὰ ζῳοτοκοῦντα πάντα, ἀλλ’ ὅσα <lb/>εὐθὺς ἐν
							αὑτοῖς ζῳοτοκεῖ καὶ μὴ ᾠοτοκεῖ πρῶτον. Καὶ γὰρ <lb/>ὁ δελφὶς ζῳοτοκεῖ, διὸ ἔχει
							μαστοὺς δύο, οὐκ ἄνω δ’ ἀλλὰ <lb/>πλησίον τῶν ἄρθρων. Ἔχει δ’ οὐχ ὥσπερ τὰ τετράποδα
							<lb/>ἐπιφανεῖς θηλάς, ἀλλ’ οἷον ῥύακας δύο, ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν <lb/>πλαγίων ἕνα, ἐξ ὧν
							τὸ γάλα ῥεῖ· καὶ θηλάζεται ὑπὸ τῶν <lb/>τέκνων παρακολουθούντων· καὶ τοῦτο ὦπται ἤδη
							ὑπό τινων <lb/>φανερῶς. Οἱ δ’ ἰχθύες, ὥσπερ εἴρηται, οὔτε μαστοὺς ἔχουσιν <lb/>οὔτε
							αἰδοίων πόρον ἐκτὸς οὐθένα φανερόν. Ἴδιον δ’ ἔχουσι τό <lb/>τε τῶν βραγχίων, ᾗ τὸ ὕδωρ
							ἀφιᾶσι δεξάμενοι κατὰ τὸ στόμα, <lb/>καὶ τὰ πτερύγια, οἱ μὲν πλεῖστοι τέτταρα, οἱ δὲ
							προμήκεις <lb/>δύο, οἷον ἐγχέλυς, ὄντα πρὸς τὰ βράγχια. Ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>κεστρεῖς,
							οἷον ἐν Σιφαῖς οἱ ἐν τῇ λίμνῃ, δύο, καὶ ἡ καλουμένη <lb/>ταινία ὡσαύτως. Ἔνια δὲ τῶν
							προμήκων οὐδὲ πτερύγια <lb/>ἔχει, οἷον σμύραινα, οὐδὲ τὰ βράγχια διηρθρωμένα ὁμοίως
							<lb/>τοῖς ἄλλοις ἰχθύσιν. Αὐτῶν δὲ τῶν ἐχόντων βράγχια τὰ <lb/>μὲν ἔχει ἐπικαλύμματα
							τοῖς βραγχίοις, τὰ δὲ σελάχη <lb/>πάντα ἀκάλυπτα. Καὶ τὰ μὲν ἔχοντα καλύμματα πάντα ἐκ
							<lb/>πλαγίου ἔχει τὰ βράγχια, τῶν δὲ σελαχῶν τὰ μὲν πλατέα <lb/>κάτω ἐν τοῖς ὑπτίοις,
							οἷον νάρκη καὶ βάτος, τὰ δὲ προμήκη <lb/>ἐν τοῖς πλαγίοις, οἷον πάντα τὰ γαλεώδη. Ὁ δὲ
							βάτραχος <lb/>ἐκ πλαγίου μὲν ἔχει, καλυπτόμενα δ’ οὐκ ἀκανθώδει <pb n="48"/> καλύμματι
							ὥσπερ οἱ μὴ σελαχώδεις, ἀλλὰ δερματώδει. <lb/>Ἔτι δὲ τῶν ἐχόντων βράγχια τῶν μὲν ἁπλᾶ
							ἐστὶ τὰ <lb/>βράγχια, τῶν δὲ διπλᾶ· τὸ δ’ ἔσχατον πρὸς τὸ σῶμα <lb/>πάντων ἁπλοῦν. Καὶ
							πάλιν τὰ μὲν ὀλίγα βράγχια ἔχει, <lb/>τὰ δὲ πλῆθος βραγχίων· ἴσα δ’ ἐφ’ ἑκάτερα
							πάντες. Ἔχει <lb/>δ’ ὁ ἐλάχιστα ἔχων ἓν ἐφ’ ἑκάτερα βράγχιον, διπλοῦν δὲ <lb/>τοῦτο,
							οἷον κάπρος· οἱ δὲ δύο ἐφ’ ἑκάτερα, τὸ μὲν ἁπλοῦν <lb/>τὸ δὲ διπλοῦν, οἷον γόγγρος καὶ
							σκάρος· οἱ δὲ τέτταρα <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα ἁπλᾶ, οἷον ἔλλοψ, συναγρίς, σμύραινα, ἐγχέλυς·
							<lb/>οἱ δὲ τέτταρα μὲν δίστοιχα δὲ πλὴν τοῦ ἐσχάτου, οἷον <lb/>κίχλη καὶ πέρκη καὶ
							γλάνις καὶ κυπρῖνος. Ἔχουσι δὲ καὶ οἱ <lb/>γαλεώδεις διπλᾶ πάντες, καὶ πέντ’ ἐφ’
							ἑκάτερα· ὁ δὲ ξιφίας <lb/>ὀκτὼ διπλᾶ. Περὶ μὲν οὖν πλήθους βραγχίων ἐν <lb/>τοῖς
							ἰχθύσι τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Ἔτι δὲ πρὸς τἆλλα <lb/>ζῷα οἱ ἰχθύες διαφέρουσι πρὸς τῇ
							διαφορᾷ τῇ περὶ τὰ <lb/>βράγχια· οὔτε γὰρ ὥσπερ τῶν πεζῶν ὅσα ζῳοτόκα ἔχει
							<lb/>τρίχας, οὔθ’ ὥσπερ ἔνια τῶν ᾠοτοκούντων τετραπόδων <lb/>φολίδας, οὔθ’ ὡς τὸ τῶν
							ὀρνέων γένος πτερωτόν, ἀλλ’ οἱ <lb/>μὲν πλεῖστοι αὐτῶν λεπιδωτοί εἰσιν, ὀλίγοι δέ
							τινες τραχεῖς, <lb/>ἐλάχιστον δ’ ἐστὶ πλῆθος αὐτῶν τὸ λεῖον. Τῶν μὲν οὖν <lb/>σελαχῶν
							τὰ μὲν τραχέα ἐστὶ τὰ δὲ λεῖα, γόγγροι δὲ καὶ <lb/>ἐγχέλυες καὶ θύννοι τῶν λείων.
							Καρχαρόδοντες δὲ πάντες <lb/>οἱ ἰχθύες ἔξω τοῦ σκάρου· καὶ πάντες ἔχουσιν ὀξεῖς τοὺς
							<lb/>ὀδόντας καὶ πολυστοίχους, καὶ ἔνιοι ἐν τῇ γλώττῃ. Καὶ <lb/>γλῶτταν σκληρὰν καὶ
							ἀκανθώδη ἔχουσι, καὶ προσπεφυκυῖαν <lb/>οὕτως ὥστ’ ἐνίοτε μὴ δοκεῖν ἔχειν. Τὸ δὲ στόμα
							οἱ μὲν <lb/>ἀνερρωγός, ὥσπερ ἔνια τῶν ζῳοτόκων καὶ τετραπόδων. <lb/>Τῶν δ’ αἰσθητηρίων
							τῶν μὲν ἄλλων οὐθὲν ἔχουσι φανερὸν <pb n="49"/> οὔτ’ αὐτὸ οὔτε τοὺς πόρους, οὔτ’ ἀκοῆς
							οὔτ’ ὀσφρήσεως· <lb/>ὀφθαλμοὺς δὲ πάντες ἔχουσιν ἄνευ βλεφάρων, οὐ σκληρόφθαλμοι
							<lb/>ὄντες. Ἔναιμον μὲν οὖν ἐστὶν ἅπαν τὸ τῶν <lb/>ἰχθύων γένος, εἰσὶ δ’ αὐτῶν οἱ μὲν
							ᾠοτόκοι οἱ δὲ ζῳοτόκοι, <lb/>οἱ μὲν λεπιδωτοὶ πάντες ᾠοτόκοι, τὰ δὲ σελάχη πάντα
							<lb/>ζῳοτόκα πλὴν βατράχου. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Λοιπὸν δὲ τῶν ἐναίμων ζῴων τὸ τῶν ὄφεων γένος. Ἔστι <lb/>δὲ κοινὸν ἀμφοῖν· τὸ μὲν γὰρ
							πλεῖστον αὐτῶν χερσαῖόν <lb/>ἐστιν, ὀλίγον δὲ τὸ τῶν ἐνύδρων ἐν τοῖς ποτίμοις ὕδασι
							<lb/>διατελεῖ. Εἰσὶ δὲ καὶ θαλάττιοι ὄφεις, παραπλήσιοι τὴν <lb/>μορφὴν τοῖς χερσαίοις
							τἆλλα· πλὴν τὴν κεφαλὴν ἔχουσι <lb/>γογγροειδεστέραν. Γένη δὲ πολλὰ τῶν θαλαττίων
							ὄφεών <lb/>ἐστι, καὶ χρόαν ἔχουσι παντοδαπήν· οὐ γίγνονται δ’ οὗτοι <lb/>ἐν τοῖς
							σφόδρα βαθέσιν. Ἄποδες δ’ εἰσὶν οἱ ὄφεις ὥσπερ <lb/>τὸ τῶν ἰχθύων γένος. Εἰσὶ δὲ καὶ
							σκολόπενδραι θαλάττιαι, <lb/>παραπλήσιαι τὸ εἶδος ταῖς χερσαίαις, τὸ δὲ μέγεθος μικρῷ
							<lb/>ἐλάττους· γίγνονται δὲ περὶ τοὺς πετρὤδεις τόπους. Τὴν <lb/>δὲ χροιάν εἰσιν
							ἐρυθρότεραι καὶ πολύποδες μᾶλλον καὶ λεπτοσκελέστεραι <lb/>τῶν χερσαίων. Οὐ γίγνονται
							δ’ οὐδ’ αὐταί, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ οἱ ὄφεις, ἐν τοῖς βαθέσι σφόδρα. Ἔστι δ’ <lb/>ἰχθύδιόν
							τι τῶν πετραίων, ὃ καλοῦσί τινες ἐχενηΐδα, καὶ <lb/>χρῶνταί τινες αὐτῷ πρὸς δίκας καὶ
							φίλτρα· ἔστι δὲ ἄβρωτον· <lb/>τοῦτο δ’ ἔνιοί φασιν ἔχειν πόδας οὐκ ἔχον, ἀλλὰ φαίνεται
							<lb/>διὰ τὸ τὰς πτέρυγας ὁμοίας ἔχειν ποσίν.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν ἔξω μόρια, καὶ πόσα καὶ ποῖα τῶν ἐναίμων <lb/>ζῴων, καὶ τίνας ἔχει πρὸς
							ἄλληλα διαφοράς, εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Τὰ <lb/>δ’ ἐντὸς πῶς ἔχει, λεκτέον ἐν τοῖς ἐναίμοις ζῴοις πρῶτον· <lb/>τούτῳ γὰρ
							διαφέρει τὰ μέγιστα γένη πρὸς τὰ λοιπὰ τῶν <lb/>ἄλλων ζῴων, τῷ τὰ μὲν ἔναιμα τὰ δ’
							ἄναιμα εἶναι. Ἔστι <pb n="50"/> δὲ ταῦτα ἄνθρωπός τε καὶ τὰ ζῳοτόκα τῶν τετραπόδων,
							<lb/>ἔτι δὲ καὶ τὰ ᾠοτόκα τῶν τετραπόδων καὶ ὄρνις καὶ ἰχθὺς <lb/>καὶ κῆτος, καὶ εἴ τι
							ἄλλο ἀνώνυμόν ἐστι διὰ τὸ μὴ εἶναι <lb/>γένος ἀλλ’ ἁπλοῦν τὸ εἶδος ἐπὶ τῶν καθ’
							ἕκαστον, οἷον <lb/>ὄφις καὶ κροκόδειλος. Ὅσα μὲν οὖν ἐστὶ τετράποδα καὶ <lb/>ζῳοτόκα,
							στόμαχον μὲν καὶ ἀρτηρίαν πάντ’ ἔχει, καὶ <lb/>κείμενα τὸν αὐτὸν τρόπον ὥσπερ ἐν τοῖς
							ἀνθρώποις· ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ὅσα ᾠοτοκεῖ τῶν τετραπόδων, καὶ ἐν τοῖς ὄρνισιν·
							<lb/>ἀλλὰ τοῖς εἴδεσι τῶν μορίων τούτων διαφέρουσιν. Ὅλως <lb/>δὲ πάντα ὅσα τὸν ἀέρα
							δεχόμενα ἀναπνεῖ καὶ ἐκπνεῖ, πάντ’ <lb/>ἔχει πνεύμονα καὶ ἀρτηρίαν καὶ στόμαχον, καὶ
							τὴν θέσιν τοῦ <lb/>στομάχου καὶ τῆς ἀρτηρίας ὁμοίως, ἀλλ’ οὐχ ὅμοια, τὸν δὲ
							<lb/>πλεύμονα οὔθ’ ὅμοιον οὔτε τῇ θέσει ὁμοίως ἔχοντα. Ἔτι <lb/>δὲ καρδίαν ἅπαντ’ ἔχει
							ὅσα αἷμα ἔχει, καὶ τὸ διάζωμα, ὃ <lb/>καλοῦνται φρένες· ἀλλ’ ἐν τοῖς μικροῖς διὰ
							λεπτότητα καὶ <lb/>σμικρότητα οὐ φαίνεται ὁμοίως, πλὴν ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἴδιον <lb/>δ’
							ἐστὶν ἐπὶ τῶν βοῶν· ἔστι γάρ τι γένος βοῶν, ἀλλ’ οὐ <lb/>πάντες, ὃ ἔχει ἐν τῇ καρδίᾳ
							ὀστοῦν. Ἔχει δὲ καὶ ἡ τῶν <lb/>ἵππων καρδία ὀστοῦν. Πλεύμονα δ’ οὐ πάντα, οἷον
							<lb/>ἰχθὺς οὐκ ἔχει, οὐδ’ εἴ τι ἄλλο τῶν ζῴων ἔχει βράγχια. <lb/>Καὶ ἧπαρ ἅπαντ’ ἔχει
							ὅσαπερ αἷμα. Σπλῆνα δὲ τὰ <lb/>πλεῖστα ἔχει ὅσαπερ καὶ αἷμα. Τὰ δὲ πολλὰ τῶν μὴ
							<lb/>ζῳοτόκων ἀλλ’ ᾠοτόκων μικρὸν ἔχει τὸν σπλῆνα οὕτως <lb/>ὥστε λανθάνειν ὀλίγου τὴν
							αἴσθησιν, ἔν τε τοῖς ὄρνισι τοῖς <lb/>πλείστοις, οἷον ἐν περιστερᾷ καὶ ἰκτίνῳ καὶ
							ἱέρακι καὶ <lb/>γλαυκί· ὁ δ’ αἰγοκέφαλος ὅλως οὐκ ἔχει. Καὶ ἐπὶ τῶν ᾠοτόκων <pb n="51"/> τόκων δὲ καὶ τετραπόδων τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχει· μικρὸν <lb/>γὰρ πάμπαν ἔχουσι· καὶ
							ταῦτα, οἷον χελώνη, ἑμύς, φρύνη, <lb/>σαῦρος, κροκόδειλος, βάτραχος. Χολὴν δὲ τῶν ζῴων
							τὰ <lb/>μὲν ἔχει τὰ δ’ οὐκ ἔχει ἐπὶ τῷ ἥπατι. Τῶν μὲν ζῳοτόκων <lb/>καὶ τετραπόδων
							ἔλαφος οὐκ ἔχει οὐδὲ πρόξ, ἔτι δὲ ἵππος, <lb/>ὀρεύς, ὄνος, φώκη καὶ τῶν ὑῶν ἔνιοι. Τῶν
							δ’ ἐλάφων αἱ <lb/>Ἀχαΐναι καλούμεναι δοκοῦσιν ἔχειν ἐν τῇ κέρκῳ χολήν· <lb/>ἔστι δ’ ὃ
							λέγουσι τὸ μὲν χρῶμα ὅμοιον χολῇ, οὐ μέντοι <lb/>ὅλον ὑγρὸν οὕτως, ἀλλ’ ὅμοιον τῷ τοῦ
							σπληνὸς τὰ ἐκτός. <lb/>Σκώληκας μέντοι πάντες ἔχουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ ζῶντας· ἐγγίνονται
							<lb/>δὲ ὑποκάτω τοῦ ὑπογλωττίου ἐν τῷ κοίλῳ καὶ περὶ <lb/>τὸν σφόνδυλον, ᾗ ἡ κεφαλὴ
							προσπέφυκε, τὸ μέγεθος οὐκ <lb/>ἐλάττους ὄντες τῶν μεγίστων εὐλῶν· ἐγγίνονται δ’
							ἀθρόοι <lb/>καὶ συνεχεῖς, τὸν ἀριθμὸν δ’ εἰσὶ μάλιστα περὶ εἴκοσι. <lb/>Χολὴν μὲν οὖν
							οὐκ ἔχουσιν οἱ ἔλαφοι, ὥσπερ εἴρηται· τὸ δ’ <lb/>ἔντερον αὐτῶν ἐστὶ πικρὸν οὕτως ὥστε
							μηδὲ τοὺς κύνας ἐθέλειν <lb/>ἐσθίειν, ἂν μὴ σφόδρα πίων ᾖ ὁ ἔλαφος. Ἔχει δὲ καὶ <lb/>ὁ
							ἐλέφας τὸ ἧπαρ ἄχολον μέν, τεμνομένου μέντοι περὶ τὸν <lb/>τόπον οὗ τοῖς ἔχουσιν
							ἐπιφύεται ἡ χολή, ῥεῖ ὑγρότης χολώδης <lb/>ἢ πλείων ἢ ἐλάττων. Τῶν δὲ δεχομένων τὴν
							θάλατταν <lb/>καὶ ἐχόντων πλεύμονα δελφὶς οὐκ ἔχει χολήν. Οἱ <lb/>δ’ ὄρνιθες καὶ οἱ
							ἰχθύες πάντες ἔχουσι, καὶ τὰ ᾠοτόκα καὶ <lb/>τετράποδα, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰπεῖν ἢ πλείω ἢ
							ἐλάττω· ἀλλ’ οἱ <lb/>μὲν πρὸς τῷ ἥπατι τῶν ἰχθύων, οἷον οἵ τε γαλεώδεις καὶ
							<lb/>γλάνις καὶ ῥίνη καὶ λειόβατος καὶ νάρκη καὶ τῶν μακρῶν <lb/>ἐγχέλυς καὶ βελόνη
							καὶ ζύγαινα. Ἔχει δὲ καὶ ὁ καλλιώνυμος <lb/>ἐπὶ τῷ ἥπατι, ὅσπερ ἔχει μεγίστην τῶν
							ἰχθύων ὡς <pb n="52"/> κατὰ μέγεθος. Οἱ δὲ πρὸς τοῖς ἐντέροις ἔχουσιν, ἀποτεταμένην
							<lb/>ἀπὸ τοῦ ἥπατος πόροις ἐνίοις πάνυ λεπτοῖς. Ἡ μὲν <lb/>οὖν ἀμία παρὰ τὸ ἔντερον
							παρατεταμένην ἰσομήκη ἔχει, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ ἐπαναδίπλωμα· οἱ δ’ ἄλλοι πρὸς τοῖς
							ἐντέροις, <lb/>οἱ μὲν πορρώτερον οἱ δ’ ἐγγύτερον, οἷον βάτραχος, <lb/>ἔλλοψ, συναγρίς,
							σμύραινα, ξιφίας. Πολλάκις δὲ καὶ τὸ <lb/>αὐτὸ γένος ἐπ’ ἀμφότερα φαίνεται ἔχον, οἷον
							γόγγροι οἱ <lb/>μὲν πρὸς τῷ ἥπατι, οἱ δὲ κάτω ἀπηρτημένην. Ὁμοίως δ’ <lb/>ἔχει τοῦτο
							καὶ ἐπὶ τῶν ὀρνίθων· ἔνιοι γὰρ πρὸς τῇ κοιλίᾳ <lb/>ἔχουσιν, οἱ δὲ πρὸς τοῖς ἐντέροις
							τὴν χολήν, οἷον περιστερά, <lb/>κόραξ, ὄρτυξ, χελιδών, στρουθός. Ἔνιοι δ’ ἅμα πρὸς τῷ
							<lb/>ἥπατι ἔχουσι καὶ πρὸς τῇ κοιλίᾳ, οἷον αἰγοκέφαλος, οἱ δ’ <lb/>ἅμα πρὸς τῷ ἥπατι
							καὶ τοῖς ἐντέροις, οἷον ἱέραξ καὶ ἰκτῖνος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Νεφροὺς δὲ καὶ κύστιν τὰ μὲν ζῳοτόκα τῶν τετραπόδων <lb/>πάντ’ ἔχει· ὅσα δὲ ᾠοτοκεῖ,
							τῶν μὲν ἄλλων οὐθὲν ἔχει, οἷον <lb/>οὔτ’ ὄρνις οὔτ’ ἰχθύς, τῶν δὲ τετραπόδων μόνη
							χελώνη ἡ <lb/>θαλαττία μέγεθος κατὰ λόγον τῶν ἄλλων μορίων. Ὁμοίους <lb/>δ’ ἔχει τοὺς
							νεφροὺς ἡ θαλαττία χελώνη τοῖς βοείοις· ἔστι δ’ <lb/>ὁ τοῦ βοὸς οἷον ἐκ πολλῶν μικρῶν
							εἷς συγκείμενος. Ἔχει <lb/>δὲ καὶ ὁ βόνασος τὰ ἐντὸς ἅπαντα ὅμοια βοΐ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Τῇ δὲ θέσει, ὅσα ἔχει ταῦτα τὰ μόρια, ὁμοίως κείμενα <lb/>ἔχει, τήν τε καρδίαν περὶ
							τὸ μέσον, πλὴν ἐν ἀνθρώπῳ· οὗτος <lb/>δ’ ἐν τῷ ἀριστερῷ μᾶλλον μέρει, καθάπερ ἐλέχθη
							πρότερον. <lb/>Ἔχει δὲ καὶ τὸ ὀξὺ ἡ καρδία πάντων εἰς τὸ πρόσθεν· πλὴν <lb/>ἐπὶ τῶν
							ἰχθύων οὐκ ἂν δόξειεν· οὐ γὰρ πρὸς τὸ στῆθος ἔχει <lb/>τὸ ὀξύ, ἀλλὰ πρὸς τὴν κεφαλὴν
							καὶ τὸ στόμα. Ἀνήρτηται <lb/>δ’ αὐτῶν τὸ ἄκρον ᾗ συνάπτει τὰ βράγχια ἀλλήλοις <lb/>τὰ
							δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερά. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄλλοι πόροι <pb n="53"/> τεταμένοι ἐξ αὐτῆς εἰς
							ἕκαστον τῶν βραγχίων, μείζους μὲν <lb/>τοῖς μείζοσιν, ἐλάττους δὲ τοῖς ἐλάττοσιν· ὁ δ’
							ἐπ’ ἄκρας <lb/>τῆς καρδίας τοῖς μεγάλοις αὐτῶν σφόδρα παχὺς αὐλός ἐστι <lb/>καὶ
							λευκός. Στόμαχον δ’ ὀλίγοι ἔχουσι τῶν ἰχθύων, οἷον <lb/>γόγγρος καὶ ἐγχέλυς, καὶ οὗτοι
							μικρόν. Καὶ τὸ ἧπαρ τοῖς <lb/>ἔχουσι τοῖς μὲν ἀσχιδὲς ἔχουσιν ἐν τοῖς δεξιοῖς ἐστὶν
							ὅλον, <lb/>τοῖς δὲ ἐσχισμένον ἀπ’ ἀρχῆς τὸ μεῖζον ἐν τοῖς δεξιοῖς. <lb/>Ἐνίοις γὰρ
							ἑκάτερον τὸ μόριον ἀπήρτηται καὶ οὐ συμπέφυκεν <lb/>ἡ ἀρχή, οἷον τῶν τε ἰχθύων τοῖς
							γαλεώδεσι, καὶ δασυπόδων <lb/>τι γένος ἐστὶ καὶ ἄλλοθι καὶ περὶ τὴν λίμνην τὴν
							<lb/>Βόλβην ἐν τῇ καλουμένῃ Συκίνῃ, οὓς ἄν τις δόξειε δύο <lb/>ἥπατα ἔχειν διὰ τὸ
							πόρρω τοὺς πόρους συνάπτειν, ὥσπερ <lb/>καὶ ἐπὶ τοῦ τῶν ὀρνίθων πλεύμονος. Καὶ ὁ σπλὴν
							δ’ ἐστὶ <lb/>πᾶσιν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς κατὰ φύσιν, καὶ οἱ νεφροὶ τοῖς <lb/>ἔχουσι
							κείμενοι τὸν αὐτὸν τρόπον· ἤδη δὲ διανοιχθέν τι <lb/>τῶν τετραπόδων ὤφθη ἔχον τὸν
							σπλῆνα μὲν ἐν τοῖς δεξιοῖς, <lb/>τὸ δ’ ἧπαρ ἐν τοῖς ἀριστεροῖς· ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα ὡς
							τέρατα <lb/>κρίνεται. Τείνει δ’ ἡ μὲν ἀρτηρία πᾶσιν εἰς τὸν πλεύμονα <lb/>(ὃν δὲ
							τρόπον, ὕστερον ἐροῦμεν), ὁ δὲ στόμαχος εἰς τὴν κοιλίαν <lb/>διὰ τοῦ διαζώματος, ὅσα
							ἔχει στόμαχον· οἱ γὰρ ἰχθύες, <lb/>ὥσπερ εἴρηται πρότερον, οἱ πλεῖστοι οὐκ ἔχουσιν,
							ἀλλ’ <lb/>εὐθὺς πρὸς τὸ στόμα συνάπτει ἡ κοιλία, διὸ πολλάκις ἐνίοις <lb/>τῶν μεγάλων
							διώκουσι τοὺς ἐλάττους προπίπτει ἡ κοιλία <lb/>εἰς τὸ στόμα. Ἔχει δὲ κοιλίαν πάντα τὰ
							εἰρημένα, καὶ <lb/>κειμένην ὁμοίως (κεῖται γὰρ ὑπὸ τὸ διάζωμα εὐθύς), καὶ τὸ
							<lb/>ἔντερον ἐχόμενον καὶ τελευτῶν πρὸς τὴν ἔξοδον τῆς τροφῆς <lb/>καὶ τὸν καλούμενον
							ἀρχόν. Ἀνομοίας δ’ ἔχουσι τὰς κοιλίας. <lb/>Πρῶτον μὲν γὰρ τῶν τετραπόδων καὶ ζῳοτόκων
							ὅσα <lb/>μή ἐστιν ἀμφώδοντα τῶν κερατοφόρων, τέτταρας ἔχει τοὺς <lb/>τοιούτους πόρους·
							ἃ δὴ καὶ λέγεται μηρυκάζειν. Διήκει <pb n="54"/> γὰρ ὁ μὲν στόμαχος ἀπὸ τοῦ στόματος
							ἀρξάμενος ἐπὶ τὰ <lb/>κάτω παρὰ τὸν πλεύμονα, ἀπὸ τοῦ διαζώματος ἐπὶ τὴν <lb/>κοιλίαν
							τὴν μεγάλην· αὕτη δ’ ἐστὶ τὰ ἔσω τραχεῖα καὶ διειλημμένη. <lb/>Συνήρτηται δ’ αὐτῇ
							πλησίον τῆς τοῦ στομάχου <lb/>προσβολῆς ὁ καλούμενος κεκρύφαλος ἀπὸ τῆς ὄψεως· ἔστι
							<lb/>γὰρ τὰ μὲν ἔξωθεν ὅμοιος τῇ κοιλίᾳ, τὰ δ’ ἐντὸς ὅμοιος τοῖς <lb/>πλεκτοῖς
							κεκρυφάλοις· μεγέθει δὲ πολὺ ἐλάττων ἐστὶν ὁ <lb/>κεκρύφαλος τῆς κοιλίας. Τούτου δ’
							ἔχεται ὁ ἐχῖνος, τὰ <lb/>ἐντὸς ὢν τραχὺς καὶ πλακώδης, τὸ δὲ μέγεθος παραπλήσιος
							<lb/>τῷ κεκρυφάλῳ. Μετὰ δὲ τοῦτον τὸ καλούμενον ἤνυστρόν <lb/>ἐστι, τῷ μεγέθει τοῦ
							ἐχίνου μεῖζον, τὸ δὲ σχῆμα προμηκέστερον· <lb/>ἔχει δ’ ἐντὸς πλάκας πολλὰς καὶ μεγάλας
							καὶ <lb/>λείας. Ἀπὸ δὲ τούτου τὸ ἔντερον ἤδη. Τὰ μὲν οὖν κερατοφόρα <lb/>καὶ μὴ
							ἀμφώδοντα τοιαύτην ἔχει τὴν κοιλίαν, διαφέρει <lb/>δὲ πρὸς ἄλληλα τοῖς σχήμασι καὶ
							τοῖς μεγέθεσι <lb/>τούτων καὶ τῷ τὸν στόμαχον εἰς μέσην ἢ πλαγίαν τείνειν <lb/>τὴν
							κοιλίαν. Τὰ δ’ ἀμφώδοντα μίαν ἔχει κοιλίαν, οἷον ἄνθρωπος, <lb/>ὗς, κύων, ἄρκτος,
							λέων, λύκος. Ἔχει δὲ καὶ ὁ θὼς <lb/>πάντα τὰ ἐντὸς ὅμοια λύκῳ. Πάντα μὲν οὖν ἔχει μίαν
							<lb/>κοιλίαν, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἔντερον· ἀλλὰ τὰ μὲν ἔχει μείζω <lb/>τὴν κοιλίαν,
							ὥσπερ ὗς καὶ ἄρκτος (καὶ ἥ γε τῆς ὑὸς ὀλίγας <lb/>ἔχει λείας πλάκας), τὰ δὲ πολὺ
							ἐλάττω καὶ οὐ πολλῷ μείζω <lb/>τοῦ ἐντέρου, καθάπερ κύων καὶ λέων καὶ ἄνθρωπος. Καὶ
							<lb/>τῶν ἄλλων δὲ τὰ εἴδη διέστηκε πρὸς τὰς τούτων κοιλίας· <lb/>τὰ μὲν γὰρ ὑῒ ὁμοίαν
							ἔχει τὰ δὲ κυνί, καὶ τὰ μείζω καὶ τὰ <lb/>ἐλάττω τῶν ζῴων ὡσαύτως. Διαφορὰ δὲ καὶ ἐν
							τούτοις <lb/>κατὰ τὰ μεγέθη καὶ τὰ σχήματα καὶ πάχη καὶ λεπτότητας <lb/>ὑπάρχει τὰς
							τῆς κοιλίας, καὶ κατὰ τοῦ στομάχου τῇ θέσει <lb/>τὴν σύντρησιν. Διαφέρει δὲ καὶ ἡ τῶν
							ἐντέρων φύσις ἑκατέροις <lb/>τῶν εἰρημένων ζῴων, τοῖς τε μὴ ἀμφώδουσι καὶ τοῖς <pb n="55"/> ἀμφώδουσι, τῷ μεγέθει καὶ πάχει καὶ ταῖς ἐπαναδιπλώσεσιν. <lb/>Πάντα δὲ
							μείζω τὰ τῶν μὴ ἀμφωδόντων ἐστίν· καὶ <lb/>γὰρ αὐτὰ πάντα μείζω· μικρὰ μὲν γὰρ ὀλίγα,
							πάμπαν δὲ <lb/>μικρὸν οὐθέν ἐστι κερατοφόρον. Ἔχουσι δ’ ἔνια καὶ ἀποφυάδας <lb/>τῶν
							ἐντέρων, εὐθυέντερον δ’ οὐθέν ἐστι μὴ ἀμφώδουν. <lb/>Ὁ δ’ ἐλέφας ἔντερον ἔχει
							συμφύσεις ἔχον, ὥστε φαίνεσθαι <lb/>τέτταρας κοιλίας ἔχειν. Ἐν τούτῳ καὶ ἡ τροφὴ
							<lb/>ἐγγίνεται, χωρὶς δ’ οὐκ ἔχει ἀγγεῖον. Καὶ τὰ σπλάγχνα <lb/>ἔχει παραπλήσια τοῖς
							ὑείοις, πλὴν τὸ μὲν ἧπαρ τετραπλάσιον <lb/>τοῦ βοείου καὶ τἆλλα, τὸν δὲ σπλῆνα ἐλάττω
							ἢ κατὰ <lb/>λόγον. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἔχει τὰ περὶ τὴν κοιλίαν <lb/>καὶ τὴν τῶν
							ἐντέρων φύσιν καὶ τοῖς τετράποσι μὲν τῶν <lb/>ζῴων ᾠοτόκοις δέ, οἷον χελώνῃ χερσαίᾳ
							καὶ χελώνῃ θαλαττίᾳ <lb/>καὶ σαύρᾳ καὶ τοῖς κροκοδείλοις ἀμφοῖν καὶ πᾶσιν ὁμοίως
							<lb/>τοῖς τοιούτοις· ἁπλῆν τε γὰρ ἔχουσι καὶ μίαν τὴν κοιλίαν, <lb/>καὶ τὰ μὲν ὁμοίαν
							τῇ ὑείᾳ, τὰ δὲ τῇ τοῦ κυνός. Τὸ δὲ τῶν <lb/>ὄφεων γένος ὅμοιόν ἐστι καὶ ἔχει
							παραπλήσια σχεδὸν πάντα <lb/>τῶν πεζῶν καὶ ᾠοτόκων τοῖς σαύροις, εἴ τις μῆκος αὐτοῖς
							<lb/>ἀποδοὺς ἀφέλοι τοὺς πόδας. Φολιδωτόν τε γάρ ἐστι, καὶ <lb/>τὰ πρανῆ καὶ τὰ ὕπτια
							παραπλήσια τούτοις ἔχει· πλὴν <lb/>ὄρχεις οὐκ ἔχει, ἀλλ’ ὥσπερ ἰχθὺς δύο πόρους εἰς ἓν
							συνάπτοντας <lb/>καὶ τὴν ὑστέραν μακρὰν καὶ δικρόαν. Τὰ δ’ ἄλλα <lb/>τὰ ἐντὸς τὰ αὐτὰ
							τοῖς σαύροις, πλὴν ἅπαντα διὰ τὴν <lb/>στενότητα καὶ τὸ μῆκος στενὰ καὶ μακρὰ τὰ
							σπλάγχνα, <lb/>ὥστε καὶ λανθάνειν διὰ τὴν ὁμοιότητα τῶν σχημάτων· <lb/>τήν τε γὰρ
							ἀρτηρίαν ἔχει σφόδρα μακράν, ἔτι δὲ μακρότερον <lb/>τὸν στόμαχον. Ἀρχὴ δὲ τῆς ἀρτηρίας
							πρὸς αὐτῷ <lb/>ἐστὶ τῷ στόματι, ὥστε δοκεῖν ὑπὸ ταύτην εἶναι τὴν γλῶτταν.
							<lb/>Προέχειν δὲ δοκεῖ τῆς γλώττης ἡ ἀρτηρία διὰ τὸ <lb/>συσπᾶσθαι τὴν γλῶτταν καὶ μὴ
							μένειν ὥσπερ τοῖς ἄλλοις. <pb n="56"/> Ἔστι δ’ ἡ γλῶττα λεπτὴ καὶ μακρὰ καὶ μέλαινα,
							καὶ <lb/>ἐξέρχεται μέχρι πόρρω. Ἴδιον δὲ παρὰ τὰς τῶν ἄλλων <lb/>γλώττας ἔχουσι καὶ οἱ
							ὄφεις καὶ οἱ σαῦροι τὸ δικρόαν <lb/>αὐτῶν εἶναι τὴν γλῶτταν ἄκραν, πολὺ δὲ μάλιστα οἱ
							ὄφεις· <lb/>τὰ γὰρ ἄκρα αὐτῶν ἐστὶ λεπτὰ ὥσπερ τρίχες. Ἔχει δὲ <lb/>καὶ ἡ φώκη
							ἐσχισμένην τὴν γλῶτταν. Τὴν δὲ κοιλίαν ὁ <lb/>ὄφις ἔχει οἷον ἔντερον εὐρυχωρέστερον,
							ὁμοίαν τῇ τοῦ κυνός· <lb/>εἶτα τὸ ἔντερον μακρὸν καὶ λεπτὸν καὶ μέχρι τοῦ τέλους
							<lb/>ἕν. Ἐπὶ δὲ τοῦ φάρυγγος ἡ καρδία, μικρὰ δὲ καὶ νεφροειδής· <lb/>διὸ δόξειεν ἂν
							ἐνίοτε οὐ πρὸς τὸ στῆθος ἔχειν τὸ <lb/>ὀξύ. Εἶθ’ ὁ πλεύμων ἁπλοῦς, ἰνώδει πόρῳ
							διηρθρωμένος καὶ <lb/>μακρὸς σφόδρα καὶ πολὺ ἀπηρτημένος τῆς καρδίας. Καὶ <lb/>τὸ ἧπαρ
							μακρὸν καὶ ἁπλοῦν, σπλῆνα δὲ μικρὸν καὶ στρογγύλον, <lb/>ὥσπερ καὶ οἱ σαῦροι. Χολὴν δ’
							ἔχει ὁμοίως τοῖς <lb/>ἰχθύσιν· οἱ μὲν γὰρ ὕδροι ἐπὶ τῷ ἥπατι ἔχουσιν, οἱ δ’ ἄλλοι
							<lb/>πρὸς τοῖς ἐντέροις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Καρχαρόδοντες δὲ <lb/>πάντες εἰσίν. Πλευρὰς δ’
							ἔχουσιν ἴσας ταῖς ἐν τῷ μηνὶ <lb/>ἡμέραις· τριάκοντα γὰρ ἔχουσιν. Λέγουσι δέ τινες
							συμβαίνειν <lb/>περὶ τοὺς ὄφεις τὸ αὐτὸ ὅπερ καὶ περὶ τοὺς νεοττοὺς <lb/>τοὺς τῶν
							χελιδόνων· ἐὰν γάρ τις ἐκκεντήσῃ τὰ ὄμματα τῶν <lb/>ὄφεων, φασὶ φύεσθαι πάλιν. Καὶ αἱ
							κέρκοι δὲ ἀποτεμνόμεναι <lb/>τῶν τε σαύρων καὶ τῶν ὄφεων φύονται. Ὡσαύτως δὲ <lb/>καὶ
							τοῖς ἰχθύσιν ἔχει τὰ περὶ τὰ ἔντερα καὶ τὴν κοιλίαν· <lb/>μίαν γὰρ καὶ ἁπλῆν ἔχουσι,
							διαφέρουσαν τοῖς σχήμασιν. <lb/>Ἔνιοι γὰρ πάμπαν ἐντεροειδῆ ἔχουσιν, οἷον ὃν καλοῦσι
							<lb/>σκάρον, ὃς δὴ καὶ δοκεῖ μόνος ἰχθὺς μηρυκάζειν. Καὶ τὸ <lb/>τοῦ ἐντέρου δὲ
							μέγεθος ἁπλοῦν, καὶ ἀναδίπλωσιν ἔχει, ὃ <lb/>ἀναλύεται εἰς ἕν. Ἴδιον δὲ τῶν ἰχθύων
							ἐστὶ καὶ τῶν <pb n="57"/> ὀρνίθων τῶν πλείστων τὸ ἔχειν ἀποφυάδας· ἀλλ’ οἱ μὲν
							<lb/>ὄρνιθες κάτωθεν καὶ ὀλίγας, οἱ δ’ ἰχθύες ἄνωθεν περὶ τὴν <lb/>κοιλίαν, καὶ ἔνιοι
							πολλάς, οἷον κωβιός, γαλεός, πέρκη, σκορπίος, <lb/>κίθαρος, τρίγλη, σπάρος· ὁ δὲ
							κεστρεὺς ἐπὶ μὲν <lb/>θάτερα τῆς κοιλίας πολλάς, ἐπὶ δὲ θάτερα μίαν. Ἔνιοι <lb/>δ’
							ἔχουσι μὲν ὀλίγας δέ, οἷον ἥπατος, γλαῦκος· ἔχει δὲ καὶ <lb/>ὁ χρύσοφρυς ὀλίγας.
							Διαφέρουσι δὲ καὶ αὐτοὶ αὑτῶν, <lb/>οἷον χρύσοφρυς ὁ μὲν πλείους ἔχει ὁ δ’ ἐλάττους.
							Εἰσὶ <lb/>δὲ καὶ οἳ ὅλως οὐκ ἔχουσιν, οἷον οἱ πλεῖστοι τῶν σελαχωδῶν· <lb/>τῶν δ’
							ἄλλων οἱ μὲν ὀλίγας, οἱ δὲ καὶ πάνυ πολλάς. Πάντες <lb/>δὲ παρ’ αὐτὴν ἔχουσι τὴν
							κοιλίαν τὰς ἀποφυάδας οἱ <lb/>ἰχθύες. Οἱ δ’ ὄρνιθες ἔχουσι καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς
							<lb/>τἆλλα ζῷα περὶ τὰ ἐντὸς μέρη διαφοράν. Οἱ μὲν γὰρ <lb/>ἔχουσι πρὸ τῆς κοιλίας
							πρόλοβον, οἷον ἀλεκτρυών, φάττα, <lb/>περιστερά, πέρδιξ· ἔστι δ’ ὁ πρόλοβος δέρμα
							κοῖλον καὶ <lb/>μέγα, ἐν ᾧ ἡ τροφὴ πρώτη εἰσιοῦσα ἄπεπτός ἐστιν. Ἔστι <lb/>δ’ αὐτόθι
							μὲν ἀπὸ τοῦ στομάχου στενώτερος, ἔπειτα εὐρύτερος, <lb/>ᾗ δὲ καθήκει πάλιν πρὸς τὴν
							κοιλίαν, λεπτότερος. <lb/>Τὴν δὲ κοιλίαν σαρκώδη καὶ στιφρὰν οἱ πλεῖστοι ἔχουσι,
							<lb/>καὶ ἔσωθεν δέρμα ἰσχυρὸν ἀφαιρούμενον ἀπὸ τοῦ σαρκώδους. <lb/>Οἱ δὲ πρόλοβον μὲν
							οὐκ ἔχουσιν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου <lb/>τὸν στόμαχον εὐρὺν καὶ πλατύν, ἢ δι’ ὅλου ἢ τὸ πρὸς
							τὴν <lb/>κοιλίαν τεῖνον, οἷον κολοιὸς. καὶ κόραξ καὶ κορώνη. Ἔχει <lb/>δὲ καὶ ὁ ὄρτυξ
							τοῦ στομάχου τὸ πλατὺ κάτω, καὶ ὁ αἰγοκέφαλος <lb/>μικρὸν εὐρύτερον τὸ κάτω καὶ ἡ
							γλαύξ. Νῆττα δὲ <lb/>καὶ χὴν καὶ λάρος καὶ καταρράκτης καὶ ὠτὶς τὸν στόμαχον
							<lb/>εὐρὺν καὶ πλατὺν ὅλον, καὶ ἄλλοι δὲ πολλοὶ τῶν ὀρνίθων <lb/>ὁμοίως. Ἔνιοι δὲ τῆς
							κοιλίας αὐτῆς τι ἔχουσιν ὅμοιον <pb n="58"/> προλόβῳ, οἷον ἡ κεγχρηΐς. Ἔστι δὲ ἃ οὐκ
							ἔχει οὔτε τὸν <lb/>στόμαχον οὔτε τὸν πρόλοβον εὐρύν, ἀλλὰ τὴν κοιλίαν μακράν, <lb/>ὅσα
							μικρὰ τῶν ὀρνίθων, οἷον χελιδὼν καὶ στρουθός. <lb/>Ὀλίγοι δ’ οὔτε τὸν πρόλοβον ἔχουσιν
							οὔτε τὸν στόμαχον <lb/>εὐρύν, ἀλλὰ σφόδρα μακρόν, ὅσοι τὸν αὐχένα μακρὸν ἔχουσιν,
							<lb/>οἷον πορφυρίων· σχεδὸν δ’ οὗτοι καὶ τὸ περίττωμα <lb/>ὑγρότερον τῶν ἄλλων
							προΐενται πάντες. Ὁ δ’ ὄρτυξ ἰδίως <lb/>ἔχει ταῦτα πρὸς τοὺς ἄλλους· ἔχει γὰρ καὶ
							πρόλοβον καὶ <lb/>πρὸ τῆς γαστρὸς τὸν στόμαχον εὐρὺν καὶ πλάτος ἔχοντα· <lb/>διέχει δ’
							ὁ πρόλοβος τοῦ πρὸ τῆς γαστρὸς στομάχου <lb/>συχνὸν ὡς κατὰ μέγεθος. Ἔχουσι δὲ καὶ
							λεπτὸν τὸ ἔντερον <lb/>οἱ πλεῖστοι καὶ ἁπλοῦν ἀναλυόμενον. Τὰς δ’ ἀποφυάδας
							<lb/>ἔχουσιν οἱ ὄρνιθες, καθάπερ εἴρηται, ὀλίγας, καὶ οὐκ ἄνωθεν <lb/>ὥσπερ οἱ ἰχθύες,
							ἀλλὰ κάτωθεν κατὰ τὴν τοῦ ἐντέρου τελευτήν. <lb/>Ἔχουσι δ’ οὐ πάντες ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι,
							οἷον ἀλεκτρυών, <lb/>πέρδιξ, νῆττα, νυκτικόραξ, λόκαλος, ἀσκάλαφος, χήν, <lb/>κύκνος,
							ὠτίς, γλαύξ. Ἔχουσι δὲ καὶ τῶν μικρῶν τινές, <lb/>ἀλλὰ μικρὰ πάμπαν, οἷον στρουθός.
						</p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="3">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Γ.</head>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων μορίων τῶν ἐντὸς εἴρηται, καὶ <lb/>πόσα καὶ ποῖ’ ἄττα, καὶ
							τίνας ἔχει πρὸς ἄλληλα διαφοράς· <lb/>λοιπὸν δὲ περὶ τῶν εἰς τὴν γένεσιν συντελούντων
							μορίων <lb/>εἰπεῖν. Ταῦτα γὰρ τοῖς μὲν θήλεσι πᾶσιν ἐντός ἐστι, τὰ <lb/>δὲ τῶν ἀρρένων
							διαφορὰς ἔχει πλείους. Τὰ μὲν γὰρ ὅλως <lb/>τῶν ἐναίμων ζῴων οὐκ ἔχει ὄρχεις, τὰ δ’
							ἔχει μὲν ἐντὸς δ’ <lb/>ἔχει, καὶ τῶν ἐντὸς ἐχόντων τὰ μὲν πρὸς τῇ ὀσφύϊ ἔχει <lb/>περὶ
							τὸν τῶν νεφρῶν τόπον, τὰ δὲ πρὸς τῇ γαστρί, τὰ δ’ <lb/>ἐκτός. Καὶ τὸ αἰδοῖον τούτων
							τοῖς μὲν συνήρτηται πρὸς <pb n="59"/> τὴν γαστέρα, τοῖς δ’ ἀφεῖται καθάπερ καὶ οἱ
							ὄρχεις· πρὸς <lb/>δὲ τὴν γαστέρα συνήρτηται ἄλλως τοῖς τ’ ἐμπροσθουρητικοῖς <lb/>καὶ
							τοῖς ὀπισθουρητικοῖς. Τῶν μὲν οὖν ἰχθύων οὐθεὶς <lb/>ὄρχεις ἔχει, οὐδ’ εἴ τι ἄλλο ἔχει
							βράγχια, οὐδὲ τὸ τῶν <lb/>ὄφεων γένος ἅπαν, οὐδ’ ὅλως ἄπουν οὐδέν, ὅσα μὴ ζῳοτοκεῖ
							<lb/>ἐν αὑτοῖς. Οἱ δ’ ὄρνιθες ἔχουσι μὲν ὄρχεις, ἔχουσι δ’ ἐντὸς <lb/>πρὸς τῇ ὀσφύϊ.
							Καὶ τῶν τετραπόδων ὅσα ᾠοτοκεῖ, τὸν αὐτὸν <lb/>ἔχει τρόπον, οἷον σαύρα καὶ χελώνη καὶ
							κροκόδειλος, καὶ τῶν <lb/>ζῳοτόκων ἐχῖνος. Τὰ δὲ τῶν ἐντὸς ἐχόντων πρὸς τῇ γαστρὶ
							<lb/>ἔχει, οἷον τῶν ἀπόδων μὲν δελφίς, τῶν δὲ τετραπόδων καὶ <lb/>ζῳοτόκων ἐλέφας· τὰ
							δ’ ἄλλα φανεροὺς ἔχει. Ἡ δ’ ἐξάρτησις <lb/>ἡ πρὸς τὴν κοιλίαν καὶ τὸν τόπον τὸν συνεχῆ
							τίνα <lb/>διαφορὰν ἔχει, πρότερον εἴρηται· τοῖς μὲν γὰρ ἐκ τοῦ <lb/>ὄπισθεν συνεχεῖς
							καὶ οὐκ ἀπηρτημένοι εἰσίν, οἷον τῷ γένει <lb/>τῷ τῶν ὑῶν, τοῖς δ’ ἀπηρτημένοι, καθάπερ
							τοῖς ἀνθρώποις. <lb/>Οἱ μὲν οὖν ἰχθύες ὄρχεις μὲν οὐκ ἔχουσιν, ὥσπερ εἴρηται
							<lb/>πρότερον, οὐδ’ οἱ ὄφεις· πόρους δὲ δύο ἔχουσιν ἀπὸ τοῦ <lb/>ὑποζώματος ἠρτημένους
							ἐφ’ ἑκάτερα τῆς ῥάχεως, συνάπτοντας <lb/>εἰς ἕνα πόρον ἄνωθεν τῆς τοῦ περιττώματος
							ἐξόδου· <lb/>τὸ δ’ ἄνωθεν λέγομεν τὸ πρὸς τὴν ἄκανθαν. Οὗτοι δὲ <lb/>γίνονται περὶ τὴν
							ὥραν τῆς ὀχείας θοροῦ πλήρεις, καὶ <lb/>θλιβομένων ἐξέρχεται τὸ σπέρμα λευκόν. Αὐτοὶ
							δὲ πρὸς <lb/>αὑτοὺς ἣν ἔχουσι διαφοράν, ἔκ τε τῶν ἀνατομῶν δεῖ θεωρεῖν <lb/>καὶ
							ὕστερον λεχθήσεται ἐν τοῖς περὶ ἕκαστον αὐτῶν <lb/>ἰδίοις ἀκριβέστερον. Ὅσα δ’ ᾠοτοκεῖ
							ἢ δίποδα ὄντα ἢ <lb/>τετράποδα, πάντ’ ἔχει ὄρχεις πρὸς τῇ ὀσφύϊ κάτωθεν τοῦ
							<lb/>διαζώματος, τὰ μὲν λευκοτέρους τὰ δ’ ὠχροτέρους, λεπτοῖς <lb/>πάμπαν φλεβίοις
							περιεχομένους. Καὶ ἀφ’ ἑκατέρου τείνει <pb n="60"/> πόρος συνάπτων εἰς ἕνα, καθάπερ
							καὶ τοῖς ἰχθύσιν, ὑπερ <lb/>τῆς τοῦ περιττώματος ἐξόδου. Τοῦτο δ’ ἐστὶν αἰδοῖον, ὃ
							<lb/>τοῖς μὲν μικροῖς ἄδηλον, ἐν δὲ τοῖς μείζοσιν, οἷον ἐν χηνὶ <lb/>καὶ τοῖς
							τηλικούτοις, φανερώτερον γίνεται, ὅταν ἡ ὀχεία <lb/>πρόσφατος ᾖ. Οἱ δὲ πόροι καὶ τοῖς
							ἰχθύσι καὶ τούτοις <lb/>προσπεφύκασι πρὸς τῇ ὀσφύϊ ὑποκάτω τῆς κοιλίας καὶ τῶν
							<lb/>ἐντέρων, μεταξὺ τῆς μεγάλης φλεβός, ἀφ’ ἧς τείνουσι πόροι <lb/>εἰς ἑκάτερον τῶν
							ὄρχεων. Ὥσπερ δὲ τοῖς ἰχθύσι περὶ μὲν <lb/>τὴν ὥραν τῆς ὀχείας θορός τε φαίνεται ἐνὼν
							καὶ οἱ πόροι <lb/>σφόδρα δῆλοι, ὅταν δὲ παρέλθῃ ἡ ὥρα, ἄδηλοι καὶ οἱ πόροι
							<lb/>ἐνίοτε, οὕτω καὶ τῶν ὀρνίθων οἱ ὄρχεις· πρὶν μὲν ὀχεύειν, οἱ <lb/>μὲν μικροὺς οἱ
							δὲ πάμπαν ἀδήλους ἔχουσιν, ὅταν δὲ ὀχεύωσι, <lb/>σφόδρα μεγάλους ἴσχουσιν. Ἐπιδηλότατα
							δὲ τοῦτο <lb/>συμβαίνει ταῖς φάτταις καὶ τοῖς πέρδιξιν, ὥστ’ ἔνιοι οἴονται <lb/>οὐδ’
							ἔχειν τοῦ χειμῶνος ὄρχεις αὐτά. Τῶν δ’ ἐν τῷ <lb/>ἔμπροσθεν ἐχόντων τοὺς ὄρχεις οἱ μὲν
							ἐντὸς ἔχουσι πρὸς τῇ <lb/>γαστρί, καθάπερ δελφίς, οἱ δ’ ἐκτὸς ἐν τῷ φανερῷ πρὸς τῷ
							<lb/>τέλει τῆς γαστρός. Τούτοις δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἔχει τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον, διαφέρουσι
							δὲ ὅτι οἱ μὲν αὐτῶν ἔχουσι καθ’ <lb/>αὑτοὺς τοὺς ὄρχεις, οἱ δ’ ἐν τῇ καλουμένῃ ὀσχέᾳ,
							ὅσοι ἔξωθεν. <lb/>Αὐτοὶ δ’ οἱ ὄρχεις ἐν πᾶσι τοῖς πεζοῖς καὶ ζῳοτόκοις <lb/>τόνδ’
							ἔχουσι τὸν τρόπον. Τείνουσιν ἐκ τῆς ἀορτῆς πόροι <lb/>φλεβικοὶ μέχρι τῆς κεφαλῆς
							ἑκατέρου τοῦ ὄρχεως, καὶ ἄλλοι <lb/>ἀπὸ τῶν νεφρῶν δύο· εἰσὶ δ’ οὗτοι μὲν αἱματώδεις,
							οἱ δ’ <lb/>ἐκ τῆς ἀορτῆς ἄναιμοι. Ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς πρὸς αὐτῷ <lb/>τῷ ὄρχει πόρος
							ἐστὶ πυκνότερος ἐκείνου καὶ νευρωδέστερος, <lb/>ὃς ἀνακάμπτει πάλιν ἐν ἑκατέρῳ τῷ
							ὄρχει πρὸς τὴν κεφαλὴν <lb/>τοῦ ὄρχεως· ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς ἑκάτεροι πάλιν εἰς ταὐτὸ
							<lb/>συνάπτουσιν εἰς τὸ πρόσθεν ἐπὶ τὸ αἰδοῖον. Οἱ δ’ ἐπανακάμπτοντες <lb/>πόροι καὶ
							προσκαθήμενοι τοῖς ὄρχεσιν ὑμένι <pb n="61"/> περιειλημμένοι εἰσὶ τῷ αὐτῷ, ὥστε δοκεῖν
							ἕνα εἶναι πόρον, <lb/>ἐὰν μὴ διέλῃ τὸν ὑμένα τις. Ὁ μὲν οὖν προσκαθήμενος <lb/>πόρος
							ἔτι αἱματῶδες ἔχει τὸ ὑγρόν, ἧττον μέντοι τῶν ἄνω <lb/>τῶν ἐκ τῆς ἀορτῆς· ἐν δὲ τοῖς
							ἐπανακάμπτουσιν εἰς τὸν <lb/>καυλὸν τὸν ἐν τῷ αἰδοίῳ λευκή ἐστιν ἡ ὑγρότης. Φέρει δὲ
							<lb/>καὶ ἀπὸ τῆς κύστεως πόρος, καὶ συνάπτει ἄνωθεν εἰς τὸν <lb/>καυλόν· περὶ τοῦτον
							δὲ οἷον κέλυφός ἐστι τὸ καλούμενον <lb/>αἰδοῖον. Θεωρείσθω δὲ τὰ εἰρημένα ταῦτα ἐκ τῆς
							ὑπογραφῆς <lb/>τῆσδε. Τῶν πόρων ἀρχὴ τῶν ἀπὸ τῆς ἀρτηρίας, <lb/>ἐφ’ οἷς Α· κεφαλαὶ τῶν
							ὄρχεων καὶ οἱ καθήκοντες πόροι, <lb/>ἐφ’ οἷς Κ· οἱ ἀπὸ τούτων πρὸς τῷ ὄρχει
							προσκαθήμενοι, <lb/>ἐφ’ οἷς τὰ ΩΩ· οἱ δ’ ἀνακάμπτοντες, ἐν οἷς ἡ ὑγρότης ἡ <lb/>λευκή,
							ἐφ’ οἷς τὰ ΒΒ· αἰδοῖον Δ, κύστις Ε, ὄρχεις δ’ <lb/>ἐφ’ οἷς τὰ ΨΨ. Ἀποτεμνομένων δ’ ἢ
							ἀφαιρουμένων τῶν <lb/>ὄρχεων αὐτῶν ἀνασπῶνται οἱ πόροι ἄνω. Διαφθείρουσι δ’ <lb/>οἱ
							μὲν ἔτι νέων ὄντων τρίψει, οἱ δὲ καὶ ὕστερον ἐκτέμνοντες· <lb/>συνέβη δ’ ἤδη ταῦρον
							ἐκτμηθέντα καὶ εὐθὺς ἐπιβάντα <lb/>ὀχεῦσαι καὶ γεννῆσαι. Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς ὄρχεις
							<lb/>τοῖς ζῴοις τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Αἱ δ’ ὑστέραι τῶν <lb/>ἐχόντων ὑστέρας ζῴων
							οὔτε τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχουσιν οὔθ’ <lb/>ὅμοιαι πάντων εἰσίν, ἀλλὰ διαφέρουσι καὶ τῶν
							ζῳοτοκούντων <lb/>πρὸς ἄλληλα καὶ τῶν ᾠοτοκούντων. Δίκροαι μὲν οὖν εἰσὶν <lb/>ἁπάντων
							τῶν πρὸς τοῖς ἄρθροις ἐχόντων τὰς ὑστέρας, καὶ <lb/>τὸ μὲν αὐτῶν ἐν τοῖς δεξιοῖς
							μέρεσι, τὸ δ’ ἕτερον ἐν τοῖς <lb/>ἀριστεροῖς ἐστίν· ἡ δ’ ἀρχὴ μία καὶ τὸ στόμα ἕν,
							οἷον καυλὸς <lb/>σαρκώδης σφόδρα καὶ χονδρώδης τοῖς πλείστοις καὶ <lb/>μεγίστοις.
							Καλεῖται δὲ τούτων τὰ μὲν ὑστέρα καὶ δελφύς <lb/>(ὅθεν καὶ ἀδελφοὺς προσαγορεύουσι),
							μήτρα δ’ ὁ καυλὸς <pb n="62"/> καὶ τὸ στόμα τῆς ὑστέρας. Ὅσα μὲν οὖν ἐστὶ ζῳοτόκα
							<lb/>καὶ δίποδα ἢ τετράποδα, τούτων μὲν ἡ ὑστέρα πάντων ἐστὶ <lb/>κάτω τοῦ ὑποζώματος,
							οἷον ἀνθρώπῳ καὶ κυνὶ καὶ ὑῒ καὶ <lb/>ἵππῳ καὶ βοΐ· καὶ τοῖς κερατοφόροις ὁμοίως ταῦτά
							γ’ ἔχει <lb/>πᾶσιν. Ἐπ’ ἄκρων δὲ αἱ ὑστέραι τῶν καλουμένων κερατίων <lb/>εἱλιγμὸν
							ἔχουσιν αἱ τῶν πλείστων. Τῶν δ’ ᾠοτοκούντων <lb/>εἰς τοὐμφανὲς οὐχ ὁμοίως ἁπάντων
							ἔχουσιν, ἀλλ’ αἱ <lb/>μὲν τῶν ὀρνίθων πρὸς τῷ ὑποζώματι, αἱ δὲ τῶν ἰχθύων κάτω,
							<lb/>καθάπερ αἱ τῶν ζῳοτοκούντων διπόδων καὶ τετραπόδων, <lb/>πλὴν λεπταὶ καὶ
							ὑμενώδεις καὶ μακραί, ὥστ’ ἐν τοῖς σφόδρα <lb/>μικροῖς τῶν ἰχθύων δοκεῖν ἑκατέραν ᾠὸν
							εἶναι ἕν, ὡς δύο <lb/>ἐχόντων ᾠὰ τῶν ἰχθύων τούτων, ὅσων λέγεται τὸ ᾠὸν εἶναι
							<lb/>ψαθυρόν· ἔστι γὰρ οὐχ ἓν ἀλλὰ πολλά, διόπερ διαχεῖται <lb/>εἰς πολλά. Ἡ δὲ τῶν
							ὀρνίθων ὑστέρα κάτωθεν μὲν ἔχει <lb/>τὸν καυλὸν σαρκώδη καὶ στιφρόν, τὸ δὲ πρὸς τῷ
							ὑποζώματι <lb/>ὑμενῶδες καὶ λεπτὸν πάμπαν, ὥστε δόξαι ἂν ἔξω τῆς <lb/>ὑστέρας εἶναι τὰ
							ᾠά. Ἐν μὲν οὖν τοῖς μείζοσι τῶν ὀρνίθων <lb/>δῆλος ὁ ὑμήν ἐστι μᾶλλον, καὶ φυσώμενος
							διὰ τοῦ καυλοῦ <lb/>αἴρεται καὶ κολποῦται· ἐν δὲ τοῖς μικροῖς ἀδηλότερα πάντα
							<lb/>ταῦτα. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἔχει ἡ ὑστέρα καὶ ἐν τοῖς <lb/>τετράποσι μὲν τῶν ζῴων
							ὠοτόκοις δέ, οἷον χελώνῃ καὶ <lb/>σαύρᾳ καὶ βατράχοις καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς τοιούτοις·
							ὁ μὲν <lb/>γὰρ καυλὸς κάτωθεν εἷς καὶ σαρκωδέστερος, ἡ δὲ σχίσις <lb/>καὶ τὰ ᾠὰ ἄνω
							πρὸς τῷ ὑποζώματι. Ὅσα δὲ τῶν ἀπόδων <lb/>εἰς τὸ φανερὸν μὲν ζῳοτοκεῖ ἐν αὑτοῖς δ’
							ᾠοτοκεῖ, οἷον οἵ <lb/>τε γαλεοὶ καὶ τἆλλα τὰ καλούμενα σελάχη (καλεῖται δὲ σέλαχος
							<lb/>ὃ ἂν ἄπουν ὂν καὶ βράγχια ἔχον ζῳοτόκον ᾖ), τούτων <lb/>δὴ δικρόα μὲν ἡ ὑστέρα,
							ὁμοίως δὲ καὶ πρὸς τὸ ὑπόζωμα <pb n="63"/> τείνει, καθάπερ καὶ τῶν ὀρνίθων. Ἔτι δὲ διὰ
							μέσου <lb/>τῶν δικρόων κάτωθεν ἀρξαμένη μέχρι πρὸς τὸ ὑπόζωμα τείνει, <lb/>καὶ τὰ ᾠὰ
							ἐνταῦθα γίνεται καὶ ἄνω ἐπ’ ἀρχῇ τοῦ ὑποζώματος· <lb/>εἶτα προελθόντα εἰς τὴν
							εὐρυχωρίαν ζῷα γίνεται <lb/>ἐκ τῶν ᾠῶν. Αὐτῶν δὲ τούτων πρὸς ἄλληλά τε καὶ πρὸς
							<lb/>τοὺς ἄλλους ἰχθῦς ἡ διαφορὰ τῶν ὑστερῶν ἀκριβέστερον ἂν <lb/>θεωρηθείη τοῖς
							σχήμασιν ἐκ τῶν ἀνατομῶν. Ἔχει δὲ καὶ <lb/>τὸ τῶν ὄφεων γένος πρός τε ταῦτα καὶ πρὸς
							ἄλληλα διαφοράν. <lb/>Τὰ μὲν γὰρ ἄλλα γένη τῶν ὄφεων ᾠοτοκεῖ, ἔχις <lb/>δὲ ζῳοτοκεῖ
							μόνον, ᾠοτοκήσας ἐν αὑτῷ πρῶτον· διὸ παραπλησίως <lb/>ἔχει τὰ περὶ τὴν ὑστέραν τοῖς
							σελάχεσιν. Ἡ δὲ <lb/>τῶν ὄφεων ὑστέρα μακρά, καθάπερ τὸ σῶμα, τείνει κάτωθεν
							<lb/>ἀρξαμένη ἀφ’ ἑνὸς πόρου συνεχής, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ἀκάνθης, <lb/>οἷον πόρος
							ἑκάτερος ὤν, μέχρι πρὸς τὸ ὑπόζωμα, ἐν ᾗ <lb/>τὰ ᾠὰ κατὰ στοῖχον ἐγγίνεται, καὶ
							ἐκτίκτει οὐ καθ’ ἓν <lb/>ἀλλὰ συνεχές. Ἔχει δὲ τὴν ὑστέραν, ὅσα μὲν ζῳοτοκεῖ καὶ
							<lb/>ἐν αὑτοῖς καὶ εἰς τοὐμφανές, ἄνωθεν τῆς κοιλίας, ὅσα δ’ <lb/>ᾠοτοκεῖ, πάντα
							κάτωθεν πρὸς τῇ ὀσφύϊ. Ὅσα δ’ εἰς τὸ <lb/>φανερὸν μὲν ζῳοτοκεῖ ἐν αὑτοῖς δ’ ᾠοτοκεῖ,
							ἐπαμφοτερίζει· <lb/>τὸ μὲν γὰρ κάτωθεν πρὸς τὴν ὀσφὺν αὐτῆς μέρος ἐστίν, <lb/>ἐν ᾧ τὰ
							ᾠά, τὸ δὲ περὶ τὴν ἔξοδον ἐπάνω τῶν ἐντέρων. Ἔτι <lb/>δὲ διαφορὰ καὶ ἥδε πρὸς ἀλλήλας
							ἐστὶ τῶν ὑστερῶν. Τὰ <lb/>μὲν γὰρ κερατοφόρα καὶ μὴ ἀμφώδοντα ἔχει κοτυληδόνας <lb/>ἐν
							τῇ ὑστέρᾳ, ὅταν ἔχῃ τὸ ἔμβρυον, καὶ τῶν ἀμφωδόντων <lb/>οἷον δασύπους καὶ μῦς καὶ
							νυκτερίς· τὰ δ’ ἄλλα τὰ ἀμφώδοντα <lb/>καὶ ζῳοτόκα καὶ ὑπόποδα πάντα λείαν ἔχει τὴν
							ὑστέραν, <lb/>καὶ ἡ τῶν ἐμβρύων ἐξάρτησις ἐξ αὐτῆς ἐστὶ τῆς ὑστέρας, <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐκ
							κοτυληδόνος.</p>

						<pb n="64"/>

						<p>Τὰ μὲν οὖν ἀνομοιομερῆ ἐν τοῖς ζῴοις μέρη τοῦτον ἔχει <lb/>τὸν τρόπον, καὶ τὰ ἐκτὸς
							καὶ τὰ ἐντός. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Τῶν δ’ ὁμοιομερῶν <lb/>κοινότατον μέν ἐστι τὸ αἷμα πᾶσι τοῖς ἐναίμοις ζῴοις καὶ τὸ
							<lb/>μόριον ἐν ᾧ πέφυκεν ἐγγίνεσθαι (τοῦτο δὲ καλεῖται φλέψ), <lb/>ἔπειτα δὲ τὸ
							ἀνάλογον τούτοις, ἰχὼρ καὶ ἶνες, καὶ ὃ μάλιστα <lb/>δή ἐστι τὸ σῶμα τῶν ζῴων, ἡ σὰρξ
							καὶ τὸ τούτῳ ἀνάλογον <lb/>ἐν ἑκάστῳ μόριον, ἔτι ὀστοῦν καὶ τὸ ἀνάλογον τούτῳ, οἷον
							<lb/>ἄκανθα καὶ χόνδρος· ἔτι δὲ δέρμα, ὑμήν, νεῦρα, τρίχες, <lb/>ὄνυχες, καὶ τὰ
							ὁμολογούμενα τούτοις· πρὸς δὲ τούτοις πιμελή, <lb/>στέαρ καὶ τὰ περιττώματα· ταῦτα δ’
							ἐστὶ κόπρος, <lb/>φλέγμα, χολὴ ξανθὴ καὶ μέλαινα. Ἐπεὶ δ’ ἀρχῇ ἔοικεν <lb/>ἡ τοῦ
							αἵματος φύσις καὶ ἡ τῶν φλεβῶν, πρῶτον περὶ τούτων <lb/>λεκτέον, ἄλλως τε ἐπειδὴ καὶ
							τῶν πρότερον εἰρηκότων τινὲς <lb/>οὐ καλῶς λέγουσιν. Αἴτιον δὲ τῆς ἀγνοίας τὸ
							δυσθεώρητον <lb/>αὐτῶν. Ἐν μὲν γὰρ τοῖς τεθνεῶσι τῶν ζῴων ἄδηλος ἡ <lb/>φύσις τῶν
							κυριωτάτων φλεβῶν διὰ τὸ συμπίπτειν εὐθὺς ἐξιόντος <lb/>τοῦ αἵματος μάλιστα ταύτας (ἐκ
							τούτων γὰρ ἐκχεῖται <lb/>ἀθρόον ὥσπερ ἐξ ἀγγείου· καθ’ αὑτὸ γὰρ οὐδὲν ἔχει αἷμα,
							<lb/>πλὴν ὀλίγον ἐν τῇ καρδίᾳ, ἀλλὰ πᾶν ἐστὶν ἐν ταῖς φλεψίν), <lb/>ἐν δὲ τοῖς ζῶσιν
							ἀδύνατόν ἐστι θεάσασθαι πῶς ἔχουσιν· <lb/>ἐντὸς γὰρ ἡ φύσις αὐτῶν. Ὥσθ’ οἱ μὲν ἐν
							τεθνεῶσι καὶ <lb/>διῃρημένοις τοῖς ζῴοις θεωροῦντες τὰς μεγίστας ἀρχὰς οὐκ
							<lb/>ἐθεώρουν, οἱ δ’ ἐν τοῖς λελεπτυσμένοις σφόδρα ἀνθρώποις ἐκ <lb/>τῶν τότε ἔξωθεν
							φαινομένων τὰς ἀρχὰς τῶν φλεβῶν διώρισαν, <lb/>Συέννεσις μὲν ὁ Κύπριος ἰατρὸς τόνδε
							τὸν τρόπον. <lb/>Αἱ φλέβες αἱ παχεῖαι ὧδε πεφύκασιν, ἐκ τοῦ ὀμφαλοῦ παρὰ τὴν
							<lb/>ὀσφὺν διὰ τοῦ νώτου παρὰ τὸν πλεύμονα ὑπὸ τοὺς μαστούς, ἡ <lb/>μὲν ἐκ τοῦ δεξιοῦ
							εἰς τὰ ἀριστερά, ἡ δ’ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ εἰς τὸ <pb n="65"/> δεξιόν, ἡ μὲν ἐκ τοῦ
							ἀριστεροῦ διὰ τοῦ ἥπατος εἰς τὸν νεφρὸν <lb/>καὶ εἰς τὸν ὄρχιν, ἡ δ’ ἐκ τοῦ δεξιοῦ εἰς
							τὸν σπλῆνα καὶ νεφρὸν καὶ <lb/>ὄρχιν, ἐντεῦθεν δὲ εἰς τὸ αἰδοῖον. Διογένης δὲ ὁ
							Ἀπολλωνιάτης <lb/>τάδε λέγει. Αἱ δὲ φλέβες ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ὧδ’ ἔχουσιν. Εἰσὶ <lb/>δύο
							μέγισται· αὗται τείνουσι διὰ τῆς κοιλίας παρὰ τὴν νωτιαίαν ἄκανθαν, <lb/>ἡ μὲν ἐπὶ
							δεξιὰ ἡ δ’ ἐπ’ ἀριστερά, εἰς τὰ σκέλη ἑκατέρα τὰ <lb/>παρ’ ἑαυτῇ, καὶ ἄνω εἰς τὴν
							κεφαλὴν παρὰ τὰς κλεῖδας διὰ τῶν σφαγῶν. <lb/>Ἀπὸ δὲ τούτων καθ’ ἅπαν τὸ σῶμα φλέβες
							διατείνουσιν, ἀπὸ <lb/>μὲν τῆς δεξιᾶς εἰς τὰ δεξιά, ἀπὸ δὲ τῆς ἀριστερᾶς εἰς τὰ
							ἀριστερά, <lb/>μέγισται μὲν δύο εἰς τὴν καρδίαν περὶ αὐτὴν τὴν νωτιαίαν ἄκανθαν,
							<lb/>ἕτεραι δ’ ὀλίγον ἀνωτέρω διὰ τῶν στηθῶν ὑπὸ τὴν μασχάλην <lb/>εἰς ἑκατέραν τὴν
							χεῖρα τὴν παρ’ ἑαυτῇ· καὶ καλεῖται ἡ μὲν σπληνῖτις, <lb/>ἡ δὲ ἡπατῖτις. Σχίζεται δ’
							αὐτῶν ἄκρα ἑκατέρα, ἡ μὲν ἐπὶ <lb/>τὸν μέγαν δάκτυλον, ἡ δ’ ἐπὶ τὸν ταρσόν· ἀπὸ δὲ
							τούτων λεπταὶ <lb/>καὶ πολύοζοι ἐπὶ τὴν ἄλλην χεῖρα καὶ δακτύλους. Ἕτεραι δὲ
							<lb/>λεπτότεραι ἀπὸ τῶν πρώτων φλεβῶν τείνουσιν, ἀπὸ μὲν τῆς δεξιᾶς <lb/>εἰς τὸ ἧπαρ,
							ἀπὸ δὲ τῆς ἀριστερᾶς εἰς τὸν σπλῆνα καὶ τοὺς <lb/>νεφρούς. Αἱ δὲ εἰς τὰ σκέλη
							τείνουσαι σχίζονται κατὰ τὴν πρόσφυσιν, <lb/>καὶ διὰ παντὸς τοῦ μηροῦ τείνουσιν. Ἡ δὲ
							μεγίστη αὐτῶν <lb/>ὄπισθεν τείνει τοῦ μηροῦ, καὶ ἐκφαίνεται παχεῖα· ἑτέρα δὲ εἴσω
							<lb/>τοῦ μηροῦ, μικρὸν ἧττον παχεῖα ἐκείνης. Ἔπειτα παρὰ τὸ γόνυ <lb/>τείνουσιν εἰς
							τὴν κνήμην τε καὶ τὸν πόδα, καθάπερ καὶ εἰς τὰς <lb/>χεῖρας· καὶ ἐπὶ τὸν ταρσὸν τοῦ
							ποδὸς καθήκουσι, καὶ ἐντεῦθεν <lb/>ἐπὶ τοὺς δακτύλους διατείνουσιν. Σχίζονται δὲ καὶ
							ἐπὶ τὴν <lb/>κοιλίαν καὶ τὸ πλευρὸν πολλαὶ ἀπ’ αὐτῶν καὶ λεπταὶ φλέβες. <lb/>Αἱ δ’ εἰς
							τὴν κεφαλὴν τείνουσαι διὰ τῶν σφαγῶν φαίνονται ἐν τῷ <lb/>αὐχένι μεγάλαι· ἀφ’ ἑκατέρας
							δ’ αὐτῶν, ᾗ τελευτᾷ, σχίζονται εἰς <lb/>τὴν κεφαλὴν πολλαί, αἱ μὲν ἐκ τῶν δεξιῶν εἰς
							τὰ ἀριστερά, αἱ δ’ <pb n="66"/> ἐκ τῶν ἀριστερῶν εἰς τὰ δεξιά· τελευτῶσι δὲ παρὰ τὸ
							οὖς ἑκάτεραι. <lb/>Ἔστι δ’ ἑτέρα φλὲψ ἐν τῷ τραχήλῳ παρὰ τὴν μεγάλην ἑκατέρωθεν,
							<lb/>ἐλάττων ἐκείνης ὀλίγον, εἰς ἣν αἱ πλεῖσται ἐκ τῆς κεφαλῆς συνέχουσιν <lb/>αὐτῆς·
							καὶ αὗται τείνουσι διὰ τῶν σφαγῶν εἴσω, καὶ ἀπ’ <lb/>αὐτῶν ἑκατέρας ὑπὸ τὴν ὠμοπλάτην
							τείνουσι καὶ εἰς τὰς χεῖρας. <lb/>Καὶ φαίνονται παρά τε τὴν σπληνῖτιν καὶ τὴν ἡπατῖτιν
							ἕτεραι <lb/>ὀλίγον ἐλάττους, ἃς ἀποσχῶσιν, ὅταν τι ὑπὸ τὸ δέρμα λυπῇ· <lb/>ἂν δέ τι
							περὶ τὴν κοιλίαν, τὴν ἡπατῖτιν καὶ τὴν σπληνῖτιν. <lb/>Τείνουσι δὲ καὶ ὑπὸ τοὺς
							μαστοὺς ἀπὸ τούτων ἕτεραι. Ἕτεραι <lb/>δ’ εἰσὶν αἱ ἀπὸ ἑκατέρας τείνουσαι διὰ τοῦ
							νωτιαίου μυελοῦ εἰς <lb/>τοὺς ὄρχεις, λεπταί. Ἕτεραι δ’ ὑπὸ τὸ δέρμα καὶ διὰ τῆς
							σαρκὸς <lb/>τείνουσιν εἰς τοὺς νεφρούς, καὶ τελευτῶσιν εἰς τοὺς ὄρχεις τοῖς
							<lb/>ἀνδράσι, ταῖς δὲ γυναιξὶν εἰς τὰς ὑστέρας. Αἱ δὲ φλέβες αἱ μὲν <lb/>πρῶται ἐκ τῆς
							κοιλίας εὐρύτεραί εἰσιν, ἔπειτα λεπτότεραι γίγνονται, <lb/>ἕως ἂν μεταβάλωσιν ἐκ τῶν
							δεξιῶν εἰς τὰ ἀριστερὰ καὶ ἐκ <lb/>τούτων εἰς τὰ δεξιά· αὗται δὲ σπερματίτιδες
							καλοῦνται. Τὸ δ’ <lb/>αἷμα τὸ μὲν παχύτατον ὑπὸ τῶν σαρκῶν ἐγγίνεται· ὑπερβάλλον
							<lb/>δὲ εἰς τοὺς τόπους τούτους λεπτὸν καὶ θερμὸν καὶ ἀφρῶδες γίνεται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Συέννεσις μὲν οὖν καὶ Διογένης οὕτως εἰρήκασιν, Πόλυβος <lb/>δὲ ὧδε. Τὰ δὲ τῶν φλεβῶν
							τέτταρα ζεύγη ἐστίν, ἓν μὲν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἐξόπισθεν τῆς κεφαλῆς διὰ τοῦ αὐχένος ἔξωθεν
							παρὰ τὴν ῥάχιν <lb/>ἔνθεν καὶ ἔνθεν μέχρι τῶν ἰσχίων εἰς τὰ σκέλη, ἔπειτα διὰ τῶν
							<lb/>κνημῶν εἰς τὸ ἔξω τῶν σφυρῶν καὶ εἰς τοὺς πόδας· διὸ καὶ τὰς <lb/>φλεβοτομίας
							ποιοῦνται τῶν περὶ τὸν νῶτον ἀλγημάτων καὶ ἰσχίον <lb/>ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ τῶν ἔξωθεν
							σφυρῶν. Ἕτεραι δὲ φλέβες ἐκ τῆς <lb/>κεφαλῆς παρὰ τὰ ὦτα διὰ τοῦ αὐχένος, αἳ καλοῦνται
							σφαγίτιδες, <pb n="67"/> ἔνδοθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκάτεραι φέρουσαι παρὰ τὰς <lb/>ψοιὰς
							εἰς τοὺς ὄρχεις και εἰς τοὺς μηρούς, καὶ διὰ τῶν ἰγνύων <lb/>τοῦ ἔνδοθεν μορίου καὶ
							διὰ τῶν κνημῶν ἐπὶ τὰ σφυρὰ τὰ εἴσω καὶ <lb/>τοὺς πόδας· διὸ καὶ τὰς φλεβοτομίας
							ποιοῦνται τῶν περὶ τὰς ψοιὰς <lb/>καὶ τοὺς ὄρχεις ἀλγημάτων ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ τῶν
							σφυρῶν. Τὸ <lb/>δὲ τρίτον ζεῦγος ἐκ τῶν κροτάφων διὰ τοῦ αὐχένος ὑπὸ τὰς ὠμοπλάτας
							<lb/>εἰς τὸν πλεύμονα ἀφικνοῦνται, αἱ μὲν ἐκ τῶν δεξιῶν εἰς τὰ <lb/>ἀριστερὰ ὑπὸ τὸν
							μαστὸν καὶ εἰς τὸν σπλῆνά τε καὶ εἰς τὸν νεφρόν, <lb/>αἱ δ’ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν εἰς τὸν
							δεξιὸν ἐκ τοῦ πνεύμονος ὑπὸ τὸν <lb/>μαστὸν καὶ ἧπαρ καὶ εἰς τὸν νεφρόν· ἄμφω δὲ
							τελευτῶσιν εἰς τὸν <lb/>ὄρχιν. Αἱ δὲ τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν
							<lb/>ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα καὶ τὰς κλεῖς· ἐντεῦθεν δὲ τείνουσι <lb/>διὰ τῶν
							βραχιόνων ἄνωθεν εἰς τὰς καμπάς, εἶτα διὰ τῶν πήχεων <lb/>ἐπὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς
							συγκαμπάς, καὶ διὰ τῶν βραχιόνων τοῦ <lb/>κάτωθεν μορίου εἰς τὰς μασχάλας, καὶ ἐπὶ τῶν
							πλευρῶν ἄνωθεν, <lb/>ἕως ἡ μὲν ἐπὶ τὸν σπλῆνα ἡ δ’ ἐπὶ τὸ ἧπαρ ἀφίκηται· εἶθ’ ὑπὲρ
							<lb/>τῆς γαστρὸς εἰς τὸ αἰδοῖον ἄμφω τελευτῶσιν.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν ὑπὸ τῶν ἄλλων εἰρημένα σχεδὸν ταῦτ’ ἐστίν· <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ τῶν περὶ φύσιν
							οἳ τοιαύτην μὲν οὐκ ἐπραγματεύθησαν <lb/>ἀκριβολογίαν περὶ τὰς φλέβας, πάντες δ’
							<lb/>ὁμοίως τὴν ἀρχὴν αὐτῶν ἐκ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ποιοῦσι, λέγοντες οὐ
							καλῶς. Χαλεπῆς δ’ οὔσης, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, τῆς θεωρίας ἐν μόνοις τοῖς
							ἀποπεπνιγμένοις τῶν <lb/>ζῴων προλεπτυνθεῖσιν ἔστιν ἱκανῶς καταμαθεῖν, εἴ τινι περὶ
							<lb/>τῶν τοιούτων ἐπιμελές. Ἔχει δὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἡ τῶν <lb/>φλεβῶν φύσις. Δύο
							φλέβες εἰσὶν ἐν τῷ θώρακι κατὰ τὴν <lb/>ῥάχιν ἐντός, ἔστι δὲ κειμένη αὐτῶν ἡ μὲν
							μείζων ἐν τοῖς <lb/>ἔμπροσθεν, ἡ δ’ ἐλάττων ὄπισθεν ταύτης, καὶ ἡ μὲν μείζων <lb/>ἐν
							τοῖς δεξιοῖς μᾶλλον, ἡ δ’ ἐλάττων ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, ἣν <pb n="68"/> καλοῦσί τινες
							ἀορτὴν ἐκ τοῦ τεθεᾶσθαι καὶ ἐν τοῖς τεθνεῶσι <lb/>τὸ νευρῶδες αὐτῆς μόριον. Αὗται δ’
							ἔχουσι τὰς ἀρχὰς ἀπὸ <lb/>τῆς καρδίας· διὰ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων σπλάγχνων, ᾗ τυγχάνουσι
							<lb/>τείνουσαι, ὅλαι δι’ αὐτῶν διέρχονται σωζόμεναι καὶ <lb/>οὖσαι φλέβες, ἡ δὲ καρδία
							ὥσπερ μόριον αὐτῶν ἐστί, καὶ <lb/>μᾶλλον τῆς ἐμπροσθίας καὶ μείζονος, διὰ τὸ ἄνω μὲν
							καὶ <lb/>κάτω τὰς φλέβας εἶναι ταύτας, ἐν μέσῳ δ’ αὐτῶν τὴν καρδίαν. <lb/>Ἔχουσι δ’ αἱ
							καρδίαι πᾶσαι μὲν κοιλίας ἐν αὑταῖς, <lb/>ἀλλ’ αἱ μὲν τῶν σφόδρα μικρῶν ζῴων μόλις
							φανερὰν τὴν <lb/>μεγίστην ἔχουσι, τὰ δὲ μέσα τῷ μεγέθει τῶν ζῴων καὶ τὴν <lb/>ἑτέραν,
							τὰ δὲ μέγιστα τὰς τρεῖς. Ἔστι δὲ τῆς καρδίας <lb/>τὸ ὀξὺ ἐχούσης εἰς τὸ πρόσθεν,
							καθάπερ εἴρηται πρότερον, <lb/>ἡ μεγίστη μὲν κοιλία ἐν τοῖς δεξιοῖς καὶ ἀνωτάτω
							<lb/>αὐτῆς, ἡ δ’ ἐλαχίστη ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, ἡ δὲ μέση μεγέθει <lb/>τούτων ἐν τῷ μέσῳ
							ἀμφοῖν· ἀμφότεραι δὲ πολλῷ ἐλάττους <lb/>εἰσὶ τῆς μεγίστης. Συντέτρηνται μέντοι πᾶσαι
							αὗται <lb/>πρὸς τὸν πλεύμονα, ἀλλ’ ἄδηλοι διὰ σμικρότητα τῶν <lb/>πόρων πλὴν μιᾶς. Ἡ
							μὲν οὖν μεγάλη φλὲψ ἐκ τῆς μεγίστης <lb/>ἤρτηται κοίλιας τῆς ἄνω καὶ ἐν τοῖς δεζιοῖς,
							εἶτα διὰ <lb/>τοῦ κοίλου τοῦ μέσου τείνεται πάλιν φλέψ, ὡς οὔσης τῆς <lb/>κοιλίας
							μορίου τῆς φλεβὸς ἐν ᾧ λιμνάζει τὸ αἷμα. Ἡ δὲ <lb/>ἀορτὴ ἀπὸ τῆς μέσης· πλὴν οὐχ οὕτως
							ἀλλὰ κατὰ στενωτέραν <lb/>σύριγγα πολλῷ κοινωνεῖ. Καὶ ἡ μὲν φλὲψ διὰ τῆς <lb/>καρδίας,
							εἰς δὲ τὴν ἀορτὴν ἀπὸ τῆς καρδίας τείνει. Καὶ <lb/>ἔστιν ἡ μὲν μεγάλη, φλὲψ ὑμενώδης
							καὶ δερματώδης, ἡ δ’ <lb/>ἀορτὴ στενωτέρα μὲν ταύτης, σφόδρα δὲ νευρώδης· καὶ
							ἀποτεινομένη <lb/>πόρρω πρός τε τὴν κεφαλὴν καὶ πρὸς τὰ κάτω <lb/>μόρια στενή τε
							γίνεται καὶ νευρώδης πάμπαν. Τείνει δὲ <lb/>πρῶτον μὲν ἄνω ἀπὸ τῆς καρδίας τῆς μεγάλης
							φλεβὸς <pb n="69"/> μόριον πρὸς τὸν πλεύμονα καὶ τὴν σύναψιν τῆς ἀορτῆς, <lb/>ἄσχιστος
							καὶ μεγάλη οὖσα φλέψ. Σχίζεται δ’ ἀπ’ αὐτῆς <lb/>μόρια δύο, τὸ μὲν ἐπὶ τὸν πλεύμονα,
							τὸ δ’ ἐπὶ τὴν ῥάχιν καὶ <lb/>τὸν ὕστατον τοῦ τραχήλου σφόνδυλον. Ἡ μὲν οὖν ἐπὶ τὸν
							<lb/>πλεύμονα τείνουσα φλὲψ εἰς διμερῆ ὄντ’ αὐτὸν διχῇ σχίζεται <lb/>πρῶτον, εἶτα παρ’
							ἑκάστην σύριγγα καὶ ἕκαστον τρῆμα <lb/>τείνει, μείζων μὲν παρὰ τὰ μείζω, ἐλάττων δὲ
							παρὰ <lb/>τὰ ἐλάττω, οὕτως ὥστε μηδὲν εἶναι μόριον λαβεῖν ἐν ᾧ οὐ <lb/>τρῆμά τ’ ἔνεστι
							καὶ φλέβιον· τὰ γὰρ τελευταῖα τῷ μεγέθει <lb/>ἄδηλα διὰ τὴν μικρότητά ἐστιν, ἀλλὰ πᾶς
							ὁ πλεύμων <lb/>φαίνεται μεστὸς ὢν αἵματος. Ἐπάνω δ’ οἱ ἀπὸ τῆς φλεβός <lb/>εἰσι πόροι
							τῶν ἀπὸ τῆς ἀρτηρίας συρίγγων τεινουσῶν. <lb/>Ἡ δ’ ἐπὶ τὸν σφόνδυλον τοῦ τραχήλου
							τείνουσα φλὲψ καὶ <lb/>τὴν ῥάχιν πάλιν παρὰ τὴν ῥάχιν τείνει· ἣν καὶ Ὅμηρος ἐν
							<lb/>τοῖς ἔπεσιν εἴρηκε ποιήσας</p>
						<lg>
							<l>ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν,</l>
							<l>ἥ τ’ ἀνὰ νῶτα θέουσα διαμπερὲς αὐχέν’ ἱκάνει.</l>
						</lg>
						<p>Ἀπὸ δὲ ταύτης τείνουσι παρά τε τὴν πλευρὰν ἑκάστην <lb/>φλέβια καὶ πρὸς ἕκαστον τὸν
							σφόνδυλον, κατὰ δὲ τὸν <lb/>ὑπὲρ τῶν νεφρῶν σφόνδυλον σχίζεται διχῇ. Ταῦτα μὲν
							<lb/>οὖν τὰ μόρια ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβὸς τοῦτον ἔσχισται <lb/>τὸν τρόπον· ὑπεράνω δὲ
							τούτων ἀπὸ τῆς ἐκ τῆς καρδίας <lb/>τεταμένης πάλιν ἡ ὅλη σχίζεται εἰς δύο τόπους. Αἱ
							μὲν <lb/>γὰρ φέρουσιν εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλεῖδας, κἄπειτα διὰ <lb/>τῶν μασχαλῶν
							τοῖς μὲν ἀνθρώποις εἰς τοὺς βραχίονας, τοῖς <lb/>δὲ τετράποσιν εἰς τὰ πρόσθια σκέλη
							τείνουσι, τοῖς δὲ ὄρνισιν <lb/>εἰς τὰς πτέρυγας, τοῖς δ’ ἰχθύσιν εἰς τὰ πτερύγια τὰ
							<lb/>πρανῆ. Αἱ δ’ ἀρχαὶ τούτων τῶν φλεβῶν, ᾗ σχίζονται τὸ <lb/>πρῶτον, καλοῦνται
							σφαγίτιδες· ᾗ δὲ σχίζονται εἰς τὸν <pb n="70"/> αὐχένα ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβός, παρὰ
							τὴν ἀρτηρίαν τείνουσι <lb/>τὴν τοῦ πλεύμονος· ὧν ἐπιλαμβανομένων ἐνίοτε <lb/>ἔξωθεν
							ἄνευ πνιγμοῦ καταπίπτουσιν οἱ ἄνθρωποι μετ’ ἀναισθησίας, <lb/>τὰ βλέφαρα
							συμβεβληκότες. Οὕτω δὲ τείνουσαι, <lb/>καὶ μεταξὺ λαμβάνουσαι τὴν ἀρτηρίαν, φέρουσι
							μέχρι τῶν <lb/>ὤτων, ᾗ συμβάλλουσιν αἱ γένυες τῆς κεφαλῆς. Πάλιν δ’ <lb/>ἐντεῦθεν εἰς
							τέτταρας σχίζονται φλέβας, ὧν μία μὲν ἐπανακάμψασα <lb/>καταβαίνει διὰ τοῦ τραχήλου
							καὶ τοῦ ὤμου, καὶ <lb/>συμβάλλει τῇ πρότερον ἀποσχίσει τῆς φλεβὸς κατὰ τὴν <lb/>τοῦ
							βραχίονος καμπήν, τὸ δ’ ἕτερον μόριον εἰς τὴν χεῖρα <lb/>τελευτᾷ καὶ τοὺς δακτύλους·
							μία δ’ ἑτέρα ἀφ’ ἑκατέρου τοῦ <lb/>τόπου τοῦ περὶ τὰ ὦτα ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον τείνει, καὶ
							σχίζεται <lb/>εἰς πολλὰ καὶ λεπτὰ φλέβια εἰς τὴν καλουμένην μήνιγγα <lb/>τὴν περὶ τὸν
							ἐγκέφαλον. Αὐτὸς δ’ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>ἄναιμος πάντων ἐστί, καὶ οὔτε μικρὸν οὔτε μέγα
							φλέβιον <lb/>τελευτᾷ εἰς αὐτόν. Τῶν δὲ λοιπῶν τῶν ἀπὸ τῆς φλεβὸς <lb/>ταύτης
							σχισθεισῶν φλεβῶν αἱ μὲν τὴν κεφαλὴν κύκλῳ περιλαμβάνουσιν, <lb/>αἱ δ’ εἰς τὰ
							αἰσθητήρια ἀποτελευτῶσι καὶ <lb/>τοὺς ὀδόντας λεπτοῖς πάμπαν φλεβίοις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τὸν δ’ αὐτὸν <lb/>τρόπον καὶ τὰ τῆς ἐλάττονος φλεβός, καλουμένης δ’ ἀορτῆς,
							<lb/>ἔσχισται μέρη, συμπαρακολουθοῦντα τοῖς τῆς μεγάλης· <lb/>πλὴν ἐλάττους οἱ πόροι
							καὶ τὰ φλέβια πολλῷ ἐλάττω <lb/>ταῦτ’ ἐστὶ τῶν τῆς μεγάλης φλεβός.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν ἄνωθεν τῆς καρδίας τοῦτον ἔχουσι τὸν τρόπον <lb/>αἱ φλέβες· τὸ δ’ ὑποκάτω
							τῆς καρδίας μέρος τῆς μεγάλης <lb/>φλεβὸς τείνει μετέωρον διὰ τοῦ ὑποζώματος,
							συνέχεται <lb/>δὲ καὶ πρὸς τὴν ἀορτὴν καὶ πρὸς τὴν ῥάχιν πόροις ὑμενώδεσι <lb/>καὶ
							χαλαροῖς. Τείνει δ’ ἀπ’ αὐτῆς μία μὲν διὰ τοῦ ἥπατος <lb/>φλέψ, βραχεῖα μὲν πλατεῖα
							δέ, ἀφ’ ἧς πολλαὶ καὶ λεπταὶ <pb n="71"/> εἰς τὸ ἧπαρ ἀποτείνουσαι ἀφανίζονται. Δύο δ’
							ἀπὸ τῆς <lb/>διὰ τοῦ ἥπατος φλεβὸς ἀποσχίσεις εἰσίν, ὧν ἡ μὲν εἰς τὸ <lb/>ὑπόζωμα
							τελευτᾷ καὶ τὰς καλουμένας φρένας, ἡ δὲ πάλιν <lb/>ἐπανελθοῦσα διὰ τῆς μασχάλης εἰς
							τὸν βραχίονα τὸν δεξιὸν <lb/>συμβάλλει ταῖς ἑτέραις φλεψὶ κατὰ τὴν ἐντὸς καμπήν·
							<lb/>διὸ ἀποσχαζόντων τῶν ἰατρῶν ταύτην ἀπολύονται τινῶν <lb/>πόνων περὶ τὸ ἧπαρ. Ἐκ
							δὲ τῶν ἀριστερῶν αὐτῆς μικρὰ <lb/>μὲν παχεῖα δὲ φλὲψ τείνει εἰς τὸν σπλῆνα, καὶ
							ἀφανίζεται <lb/>τὰ ἀπ’ αὐτῆς φλέβια εἰς τοῦτον. Ἕτερον δὲ μέρος ἀπὸ <lb/>τῶν ἀριστερῶν
							τῆς μεγάλης φλεβὸς ἀποσχισθὲν τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον ἀναβαίνει εἰς τὸν ἀριστερὸν
							βραχίονα· πλὴν ἐκείνη <lb/>μὲν ἡ διὰ τοῦ ἥπατός ἐστιν, αὕτη δ’ ἑτέρα τῆς εἰς τὸν
							<lb/>σπλῆνα τείνουσης. Ἔτι δ’ ἄλλαι ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβὸς <lb/>ἀποσχίζονται, ἡ μὲν
							ἐπὶ τὸ ἐπίπλοον, ἡ δ’ ἐπὶ τὸ <lb/>καλούμενον πάγκρεας. Ἀπὸ δὲ ταύτης πολλαὶ φλέβες
							<lb/>διὰ τοῦ μεσεντερίου τείνουσιν. Πᾶσαι δ’ αὗται εἰς μίαν <lb/>φλέβα τελευτῶσι
							μεγάλην, παρὰ πᾶν τὸ ἔντερον καὶ τὴν <lb/>κοιλίαν μέχρι τοῦ στομάχου τεταμένην. Καὶ
							περὶ ταῦτα <lb/>τὰ μόρια πολλαὶ ἀπ’ αὐτῶν σχίζονται φλέβες. Μέχρι μὲν <lb/>οὖν τῶν
							νεφρῶν μία οὖσα ἑκατέρα τείνει, καὶ ἡ ἀορτὴ καὶ ἡ <lb/>μεγάλη φλέψ· ἐνταῦθα δὲ πρός τε
							τὴν ῥάχιν μᾶλλον <lb/>προσπεφύκασι, καὶ σχίζονται εἰς δύο ὡσπερεὶ λάβδα <lb/>ἑκάτερα,
							καὶ γίνεται εἰς τοὔπισθεν μᾶλλον ἡ μεγάλη <lb/>φλὲψ τῆς ἀορτῆς. Προσπέφυκε δ’ ἡ ἀορτὴ
							μάλιστα τῇ <lb/>ῥάχει περὶ τὴν καρδίαν· ἡ δὲ πρόσφυσίς ἐστι φλεβίοις νευρώδεσι
							<lb/>καὶ μικροῖς. Ἔστι δ’ ἡ ἀορτὴ ἀπὸ μὲν τῆς καρδίας <lb/>ἀγομένη εὖ μάλα κοίλη,
							προϊοῦσα δ’ ἐπιστενωτέρα καὶ <lb/>νευρωδεστέρα. Τείνουσι δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἀορτῆς εἰς τὸ
							<lb/>μεσεντέριον φλέβες ὥσπερ αἱ ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβός, <pb n="72"/> πλὴν πολλῷ
							λειπόμεναι τῷ μεγέθει· στεναὶ γάρ εἰσι καὶ <lb/>ἰνώδεις· λεπτοῖς γὰρ καὶ κοίλοις καὶ
							ἰνώδεσι τελευτῶσι <lb/>φλεβίοις. Εἰς δὲ τὸ ἧπαρ καὶ τὸν σπλῆνα οὐδεμία τείνει <lb/>ἀπὸ
							τῆς ἀορτῆς φλέψ. Αἱ δὲ σχίσεις ἑκατέρας τῆς φλεβὸς <lb/>τείνουσιν εἰς τὸ ἰσχίον
							ἑκάτερον, καὶ καθάπτουσιν εἰς τὸ <lb/>ὀστοῦν ἀμφότεραι. Φέρουσι δὲ καὶ εἰς τοὺς
							νεφροὺς ἀπό <lb/>τε τῆς μεγάλης φλεβὸς καὶ τῆς ἀορτῆς φλέβες· πλὴν οὐκ <lb/>εἰς τὸ
							κοῖλον ἀλλ’ εἰς τὸ σῶμα καταναλίσκονται τῶν νεφρῶν. <lb/>Ἀπὸ μὲν οὖν τῆς ἀορτῆς ἄλλοι
							δύο πόροι φέρουσιν <lb/>εἰς τὴν κύστιν, ἰσχυροὶ καὶ συνεχεῖς, καὶ ἄλλοι ἐκ τοῦ κοίλου
							<lb/>τῶν νεφρῶν, οὐδὲν κοινωνοῦντες τῇ μεγάλῃ φλεβί. Ἐκ <lb/>μέσου δὲ τῶν νεφρῶν
							ἑκατέρου φλὲψ κοίλη καὶ νευρώδης <lb/>ἐξήρτηται, τείνουσα παρ’ αὐτὴν τὴν ῥάχιν διὰ τῶν
							φλεβῶν· <lb/>εἶτα εἰς ἑκάτερον τὸ ἰσχίον ἀφανίζεται ἑκατέρα πρῶτον, <lb/>ἔπειτα δῆλαι
							γίγνονται πάλιν διατεταμέναι πρὸς τὸ <lb/>ἰσχίον. Καθάπτουσι δὲ πρὸς τὴν κύστιν καὶ τὸ
							αἰδοῖον <lb/>τὰ πέρατα αὐτῶν ἐν τοῖς ἄρρεσιν, ἐν δὲ τοῖς θήλεσι πρὸς <lb/>τὰς ὑστέρας.
							Τείνει δ’ ἀπὸ μὲν τῆς μεγάλης φλεβὸς <lb/>οὐδεμία εἰς τὰς ὑστέρας, ἀπὸ δὲ τῆς ἀορτῆς
							πολλαὶ καὶ <lb/>πυκναί. Τείνουσι δ’ ἀπὸ τῆς ἀορτῆς καὶ τῆς μεγάλης <lb/>φλεβὸς ἀπὸ τῶν
							σχιζομένων καὶ ἄλλαι, αἱ μὲν ἐπὶ τοὺς <lb/>βουβῶνας πρῶτον μεγάλαι καὶ κοῖλαι, ἔπειται
							διὰ τῶν σκελῶν <lb/>τελευτῶσιν εἰς τοὺς πόδας καὶ τοὺς δακτύλους· καὶ <lb/>πάλιν
							ἕτεραι διὰ τῶν βουβώνων καὶ τῶν μηρῶν φέρουσιν <lb/>ἐναλλάξ, ἡ μὲν ἐκ τῶν ἀριστερῶν
							εἰς τὰ δεξιά, ἡ δ’ εἰς τὰ <lb/>ἀριστερὰ ἐκ τῶν δεξιῶν· καὶ συνάπτουσι περὶ τὰς ἰγνύας
							ταῖς <lb/>ἑτέραις φλεψίν.</p>
						<p>Ὃν μὲν οὖν τρόπον ἔχουσιν αἱ φλέβες καὶ πόθεν ἤρτηνται <lb/>τὰς ἀρχάς, φανερὸν ἐκ
							τούτων. Ἔχει δ’ ἐν ἅπασι μὲν <pb n="73"/> οὕτω τοῖς ἐναίμοις ζῴοις τὰ περὶ τὰς ἀρχὰς
							καὶ τὰς μεγίστας <lb/>φλέβας (τὸ γὰρ ἄλλο πλῆθος τῶν φλεβῶν οὐχ ὡσαύτως <lb/>ἔχει
							πᾶσιν· οὐδὲ γὰρ τὰ μέρη τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχουσιν, <lb/>οὐδὲ ταῦτα πάντα ἔχουσιν), οὐ
							μὴν οὐδ’ ὁμοίως ἐν ἅπασίν <lb/>ἐστι φανερόν, ἀλλὰ μάλιστα ἐν τοῖς μάλιστα πολυαίμοις
							<lb/>καὶ μεγίστοις. Ἐν γὰρ τοῖς μικροῖς καὶ μὴ πολυαίμοις <lb/>ἢ διὰ φύσιν ἢ διὰ
							πιότητα τοῦ σώματος οὐχ ὁμοίως ἔστι <lb/>καταμαθεῖν· τῶν μὲν γὰρ οἱ πόροι συγκεχυμένοι
							καθάπερ <lb/>ὀχετοί τινες ὑπὸ πολλῆς ἰλύος εἰσίν, οἱ δ’ ὀλίγας καὶ ταύτας <lb/>ἶνας
							ἀντὶ φλεβῶν ἔχουσιν. Ἡ δὲ μεγάλη φλὲψ ἐν <lb/>πᾶσι μάλιστα διάδηλος, καὶ τοῖς μικροῖς.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Τὰ δὲ νεῦρα τοῖς ζῴοις ἔχει τόνδε τὸν τρόπον. Ἡ μὲν <lb/>ἀρχὴ καὶ τούτων ἐστὶν ἐκ τῆς
							καρδίας· καὶ γὰρ ἐν αὑτῇ ἡ <lb/>καρδία ἔχει νεῦρα ἐν τῇ μεγίστῃ κοιλίᾳ, καὶ ἡ
							καλουμένη <lb/>ἀορτὴ νευρώδης ἐστὶ φλέψ, τὰ μὲν τελευταῖα καὶ παντελῶς <lb/>αὐτῆς·
							ἄκοιλα γάρ ἐστι, καὶ τάσιν ἔχει τοιαύτην οἵαν περ <lb/>τὰ νεῦρα, ᾗ τελευτᾷ πρὸς τὰς
							καμπὰς τῶν ὀστῶν. Οὐ μὴν <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἔστι συνεχὴς ἡ τῶν νεύρων φύσις ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς,
							<lb/>ὥσπερ αἱ φλέβες. Αἱ μὲν γὰρ φλέβες, ὥσπερ ἐν τοῖς γραφομένοις <lb/>κανάβοις, τὸ
							τοῦ σώματος ἔχουσι σχῆμα παντὸς <lb/>οὕτως ὥστ’ ἐν τοῖς σφόδρα λελεπτυσμένοις πάντα
							τὸν <lb/>ὄγκον φαίνεσθαι πλήρη φλεβίων (γίνεται γὰρ ὁ αὐτὸς τόπος <lb/>λεπτῶν μὲν
							ὄντων φλέβια, παχυνθέντων δὲ σάρκες), τὰ <lb/>δὲ νεῦρα διεσπασμένα περὶ τὰ ἄρθρα καὶ
							τὰς τῶν ὀστῶν ἐστὶ <lb/>κάμψεις. Εἰ δ’ ἦν συνεχὴς ἡ φύσις αὐτῶν, ἐν τοῖς
							λελεπτυσμένοις <lb/>ἂν καταφανὴς ἐγίνετο ἡ συνέχεια πάντων. Μέγιστα <lb/>δὲ μέρη τῶν
							νεύρων τό τε περὶ τὸ μόριον τὸ τῆς ἅλσεως <lb/>κύριον (καλεῖται δὲ τοῦτο ἰγνύα), καὶ
							ἕτερον νεῦρον <pb n="74"/> διπτυχές, ὁ τένων, καὶ τὰ πρὸς τὴν ἰσχὺν βοηθητικά,
							ἐπίτονός <lb/>τε καὶ ὠμιαία. Τὰ δ’ ἀνώνυμα περὶ τὴν τῶν ὀστῶν <lb/>ἐστὶ κάμψιν· πάντα
							γὰρ τὰ ὀστᾶ, ὅσα ἁπτόμενα πρὸς <lb/>ἄλληλα σύγκεινται, συνδέδενται νεύροις, καὶ περὶ
							πάντα <lb/>ἐστὶ τὰ ὀστᾶ πλῆθος νεύρων. Πλὴν ἐν τῇ κεφαλῇ οὐκ <lb/>ἔστιν οὐδέν, ἀλλ’ αἱ
							ῥαφαὶ αὐταὶ τῶν ὀστῶν συνέχουσιν <lb/>αὐτήν. Ἔστι δ’ ἡ τοῦ νεύρου φύσις σχιστὴ κατὰ
							μῆκος, <lb/>κατὰ δὲ πλάτος ἄσχιστος καὶ τάσιν ἔχουσα πολλήν. Ὑγρότης <lb/>δὲ περὶ
							ταῦτα μυξώδης γίνεται, λευκὴ καὶ κολλώδης, ᾗ <lb/>τρέφεται καὶ ἐξ ἧς γιγνόμενα
							φαίνεται. Ἡ μὲν οὖν φλὲψ <lb/>δύναται πυροῦσθαι, νεῦρον δὲ πᾶν φθείρεται πυρωθέν· κἂν
							<lb/>διακοπῇ, οὐ συμφύεται πάλιν. Οὐ λαμβάνει δ’ οὐδὲ νάρκη, <lb/>ὅπου μὴ νεῦρόν ἐστι
							τοῦ σώματος. Πλεῖστα δ’ ἐστὶ νεῦρα <lb/>περὶ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας καὶ πλευρὰς καὶ
							ὠμοπλάτας <lb/>καὶ περὶ τὸν αὐχένα καὶ τοὺς βραχίονας. Ἔχει δὲ <lb/>νεῦρα πάντα ὅσα
							ἔχει αἷμα· ἀλλ’ ἐν οἷς μή εἰσι καμπαὶ <lb/>ἀλλ’ ἄποδα καὶ ἄχειρά ἐστι, λεπτὰ καὶ
							ἄδηλα· διὸ τῶν <lb/>ἰχθύων μάλιστά ἐστι δῆλα πρὸς τοῖς πτερυγίοις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Αἱ δὲ ἶνές εἰσι μεταξὺ νεύρου καὶ φλεβός. Ἔνιαι δ’ αὐτῶν <lb/>ἔχουσιν ὑγρότητα τὴν
							τοῦ ἰχῶρος, καὶ διέχουσιν ἀπό τε <lb/>τῶν νεύρων πρὸς τὰς φλέβας καὶ ἀπ’ ἐκείνων πρὸς
							τὰ νεῦρα. <lb/>Εστι δὲ καὶ ἄλλο γένος ἰνῶν, ὃ γίνεται μὲν ἐν αἵματι, οὐκ <lb/>ἐν
							ἅπαντος δὲ ζῴου αἵματι· ὧν ἐξαιρουμένων ἐκ τοῦ αἵματος <lb/>οὐ πήγνυται τὸ αἷμα, ἐὰν
							δὲ μὴ ἐξαιρεθῶσι, πήγνυται. Ἐν <lb/>μὲν οὖν τῷ τῶν πλείστων αἵματι ζῴων ἔνεισιν, ἐν δὲ
							τῷ <lb/>τῆς ἐλάφου καὶ προκὸς καὶ βουβαλίδος καὶ ἄλλων τινῶν οὐκ <lb/>ἔνεισιν ἶνες·
							διὸ καὶ οὐ πήγνυται αὐτῶν τὸ αἷμα ὁμοίως τοῖς <lb/>ἄλλοις, ἀλλὰ τὸ μὲν τῶν ἐλάφων
							παραπλησίως τῷ τῶν <pb n="75"/> δασυπόδων (ἔστι δ’ ἀμφοτέρων αὐτῶν ἡ πῆξις οὐ στιφρά,
							<lb/>καθάπερ ἡ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πλαδῶσα, καθάπερ ἡ τοῦ γάλακτος, <lb/>ἄν τις εἰς αὐτὸ
							τὸ πῆγμα μὴ ἐμβάλλῃ), τὸ δὲ <lb/>τῆς βουβαλίδος πήγνυται μᾶλλον· παραπλησίως γὰρ
							συνίσταται <lb/>ἢ μικρῷ ἧττον τοῦ τῶν προβάτων.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν φλεβὸς καὶ νεύρου καὶ ἰνὸς τοῦτον ἔχει <lb/>τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Τὰ δ’ ὀστᾶ τοῖς ζῴοις ἀφ’ ἑνὸς πάντα συνηρτημένα <lb/>ἐστὶ καὶ συνεχῆ ἀλλήλοις ὥσπερ
							αἱ φλέβες· αὐτὸ δὲ <lb/>καθ’ αὐτὸ οὐδέν ἐστιν ὀστοῦν. Ἀρχὴ δὲ ἡ ῥάχις ἐστὶν ἐν
							<lb/>πᾶσι τοῖς ἔχουσιν ὀστᾶ. Σύγκειται δ’ ἡ ῥάχις ἐκ σφονδύλων, <lb/>τείνει δ’ ἀπὸ τῆς
							κεφαλῆς μέχρι πρὸς τὰ ἰσχία. Οἱ <lb/>μὲν οὖν σφόνδυλοι πάντες τετρημένοι εἰσίν, ἄνω δὲ
							τὸ τῆς <lb/>κεφαλῆς ὀστοῦν συνεχές ἐστι τοῖς ἐσχάτοις σφονδύλοις, ὃ <lb/>καλεῖται
							κρανίον. Τούτου δὲ τὸ πριονωτὸν μέρος ῥαφή. <lb/>Ἔστι δὲ οὐ πᾶσιν ὁμοίως ἔχον τοῦτο
							τοῖς ζῴοις· τὰ μὲν <lb/>γὰρ ἔχει μονόστεον τὸ κρανίον, ὥσπερ κύων, τὰ δὲ συγκείμενον,
							<lb/>ὥσπερ ἄνθρωπος, καὶ τούτου τὸ μὲν θῆλυ κύκλῳ <lb/>ἔχει τὴν ῥαφήν, τὸ δ’ ἄρρεν
							τρεῖς ῥαφὰς ἄνωθεν συναπτούσας, <lb/>τριγωνοειδεῖς· ἤδη δ’ ὤφθη καὶ ἀνδρὸς κεφαλὴ οὐκ
							<lb/>ἔχουσα ῥαφάς. Σύγκειται δ’ ἡ κεφαλὴ οὐκ ἐκ τεττάρων <lb/>ὀστῶν, ἀλλ’ ἐξ ἕξ· ἔστι
							δὲ δύο τούτων περὶ τὰ ὦτα, <lb/>μικρὰ πρὸς τὰ λοιπά. Ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς αἱ σιαγόνες
							<lb/>τείνουσιν ὀστᾶ. Κινεῖται δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις ζῴοις ἅπασιν <lb/>ἡ κάτωθεν σιαγών· ὁ
							δὲ κροκόδειλος ὁ ποτάμιος μόνος τῶν <lb/>ζῴων κινεῖ τὴν σιαγόνα τὴν ἄνωθεν. Ἐν δὲ ταῖς
							σιαγόσιν <lb/>ἔνεστι τὸ τῶν ὀδόντων γένος, ὀστοῦν τῇ μὲν ἄτρητον τῇ <lb/>δὲ τρητόν,
							καὶ ἀδύνατον γλύφεσθαι τῶν ὀστῶν μόνον. Ἀπὸ <lb/>δὲ τῆς ῥάχεως ἥ τε περόνη ἐστὶ καὶ αἱ
							κλεῖς καὶ αἱ πλευραί. <pb n="76"/> Ἔστι δὲ καὶ τὸ στῆθος ἐπὶ πλευραῖς κείμενον· ἀλλ’
							<lb/>αὗται μὲν συνάπτουσιν, αἱ δ’ ἄλλαι ἀσύναπτοι· οὐδὲν γὰρ <lb/>ἔχει ζῷον ὀστοῦν
							περὶ τὴν κοιλίαν. Ἔτι δὲ τά τ’ ἐν τοῖς <lb/>ὤμοις ὀστᾶ, καὶ αἱ καλούμεναι ὠμοπλάται,
							καὶ τὰ τῶν βραχιόνων <lb/>ἐχόμενα, καὶ τούτων τὰ ἐν ταῖς χερσίν. Ὅσα δ’ <lb/>ἔχει
							σκέλη πρόσθια, καὶ ἐν τούτοις τὸν αὐτὸν ἔχει τρόπον. <lb/>Κάτω δ’ ᾗ περαίνει, μετὰ τὸ
							ἰσχίον ἡ κοτυληδών ἐστι καὶ τὰ <lb/>τῶν σκελῶν ἤδη ὀστᾶ, τά τ’ ἐν τοῖς μηροῖς καὶ
							κνήμαις, οἳ <lb/>καλοῦνται κωλῆνες, ὧν μέρος τὰ σφυρά, καὶ τούτων τὰ <lb/>καλούμενα
							πλῆκτρα ἐν τοῖς ἔχουσι σφυρόν· καὶ τούτοις <lb/>συνεχῆ τὰ ἐν τοῖς ποσίν. Ὅσα μὲν οὖν
							τῶν ἐναίμων καὶ <lb/>πεζῶν ζῳοτόκα ἐστίν, οὐ πολὺ διαφέρει τὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ κατ’
							<lb/>ἀναλογίαν μόνον σκληρότητι καὶ μαλακότητι καὶ μεγέθει. <lb/>Ἔτι δὲ τὰ μὲν ἔχει
							μυελὸν τὰ δ’ οὐκ ἔχει τῶν ἐν τῷ αὐτῷ <lb/>ζῴῳ ὀστῶν. Ἔνια δὲ ζῷα οὐδ’ ἂν ἔχειν δόξειεν
							ὅλως <lb/>μυελὸν ἐν τοῖς ὀστοῖς, οἷον λέων, διὰ τὸ πάμπαν ἔχειν μικρὸν <lb/>καὶ λεπτὸν
							καὶ ἐν ὀλίγοις· ἔχει γὰρ ἐν τοῖς μηροῖς καὶ <lb/>βραχίοσιν. Στερεὰ δὲ πάντων μάλιστα ὁ
							λέων ἔχει τὰ <lb/>ὀστᾶ· οὕτω γάρ ἐστι σκληρὰ ὥστε συντριβομένων ὥσπερ ἐκ <lb/>λίθων
							ἐκλάμπειν πῦρ. Ἔχει καὶ ὁ δελφὶς ὀστᾶ, ἀλλ’ οὐκ <lb/>ἄκανθαν. Τὰ δὲ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν
							ἐναίμων τὰ μὲν μικρὸν <lb/>παραλλάττει, οἷον τὰ τῶν ὀρνίθων, τὰ δὲ τῷ ἀνάλογόν ἐστι
							<lb/>ταὐτά, οἷον ἐν τοῖς ἰχθύσι· τούτων γὰρ τὰ μὲν ζῳοτοκοῦντα <lb/>χονδράκανθά ἐστιν,
							οἷον τὰ καλούμενα σελάχη, τὰ δ’ <lb/>ᾠοτοκοῦντα ἄκανθαν ἔχει, ἥ ἐστιν ὥσπερ τοῖς
							τετράποσιν ἡ <lb/>ῥάχις. Ἴδιον δὲ ἐν τοῖς ἰχθύσιν, ὅτι ἐν ἐνίοις εἰσὶ κατὰ <lb/>τὴν
							σάρκα κεχωρισμένα ἀκάνθια λεπτά. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ <lb/>ὄφις ἔχει τοῖς ἰχθύσιν·
							ἀκανθώδης γὰρ ἡ ῥάχις αὐτοῦ ἐστίν. <lb/>Τὰ δὲ τῶν τετραπόδων μὲν ᾠοτοκούντων δὲ τῶν
							μὲν μειζόνων <pb n="77"/> ὀστωδέστερά ἐστι, τῶν δ’ ἐλαττόνων ἀκανθωδέστερα. <lb/>Πάντα
							δὲ τὰ ζῷα ὅσα ἔναιμά ἐστιν, ἔχει ῥάχιν ἢ ὀστώδη <lb/>ἢ ἀκανθώδη· τὰ δ’ ἄλλα μόρια τῶν
							ὀστῶν ἐνίοις μέν ἐστιν, <lb/>ἐνίοις δ’ οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ ὡς ὑπάρχει τοῦ ἔχειν τὰ μόρια,
							οὕτω <lb/>καὶ τοῦ ἔχειν τὰ ἐν τούτοις ὀστᾶ. Ὅσα γὰρ μὴ ἔχει σκέλη <lb/>καὶ βραχίονας,
							οὐδὲ κωλῆνας ἔχει, οὐδ’ ὅσα ταὐτὰ μὲν ἔχει <lb/>μόρια, μὴ ὅμοια δέ· καὶ γὰρ ἐν τούτοις
							ἢ τῷ μᾶλλον καὶ <lb/>ἧττον διαφέρει ἢ τῷ ἀνάλογον.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν τῶν ὀστῶν φύσιν τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον τοῖς ζῴοις· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>ἔστι δὲ καὶ ὁ χόνδρος τῆς αὐτῆς φύσεως <lb/>τοῖς ὀστοῖς, ἀλλὰ τῷ μᾶλλον διαφέρει καὶ
							ἧττον. Καὶ <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ὀστοῦν οὐδ’ ὁ χόνδρος αὐξάνεται, ἂν ἀποκοπῇ. <lb/>Εἰσὶ δ’
							ἐν μὲν τοῖς χερσαίοις καὶ ζῳοτόκοις τῶν ἐναίμων <lb/>ἄτρητοι οἱ χόνδροι, καὶ οὐ
							γίνεται ἐν αὐτοῖς ὥσπερ ἐν <lb/>τοῖς ὀστοῖς μυελός· ἐν δὲ τοῖς σελάχεσιν (ταῦτα γάρ
							ἐστι <lb/>χονδράκανθα) ἔνεστιν αὐτῶν ἐν τοῖς πλατέσι τὸ κατὰ τὴν <lb/>ῥάχιν ἀνάλογον
							τοῖς ὀστοῖς χονδρῶδες, ἐν οἷς ὑπάρχει <lb/>ὑγρότης μυελώδης. Τῶν ζῳοτοκούντων δὲ πεζῶν
							περί τε <lb/>τὰ ὦτα χόνδροι εἰσὶ καὶ τοὺς μυκτῆρας καὶ περὶ ἔνια ἀκρωτήρια <lb/>τῶν
							ὀστῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ἔτι δ’ ἐστὶν ἄλλα γένη μορίων, οὔτε τὴν αὐτὴν ἔχοντα <lb/>φύσιν τούτοις οὔτε πόρρω
							τούτων, οἷον ὄνυχές τε καὶ ὁπλαὶ <lb/>καὶ χηλαὶ καὶ κέρατα, καὶ ἔτι παρὰ ταῦτα ῥύγχος,
							οἷον <lb/>ἔχουσιν οἱ ὄρνιθες, ἐν οἷς ὑπάρχει ταῦτα τὰ μόρια τῶν <lb/>ζῴων. Ταῦτα μὲν
							γὰρ καὶ καμπτὰ καὶ σχιστά, ὀστοῦν δ’ <lb/>οὐδὲν καμπτὸν οὐδὲ σχιστόν, ἀλλὰ θραυστόν.
							Καὶ τὰ <lb/>χρώματα τῶν κεράτων καὶ τῶν ὀνύχων καὶ χηλῆς καὶ <lb/>ὁπλῆς κατὰ τὴν τοῦ
							δέρματος καὶ τῶν τριχῶν ἀκολουθεῖ <pb n="78"/> χρόαν. Τῶν τε γὰρ μελανοδερμάτων μέλανα
							τὰ κέρατα <lb/>καὶ αἱ χηλαὶ καὶ αἱ ὁπλαί, ὅσα χηλὰς ἔχει, καὶ τῶν λευκῶν <lb/>λευκά,
							μεταξὺ δὲ τὰ τῶν ἀνὰ μέσον. Ἔχει δὲ καὶ <lb/>περὶ τοὺς ὄνυχας τὸν αὐτὸν τρόπον. Οἱ δὲ
							ὀδόντες κατὰ <lb/>τὴν τῶν ὀστῶν εἰσὶ φύσιν. Διόπερ τῶν μελάνων ἀνθρώπων, <lb/>ὥσπερ
							Αἰθιόπων καὶ τῶν τοιούτων, οἱ μὲν ὀδόντες λευκοὶ <lb/>καὶ τὰ ὀστᾶ, οἱ δ’ ὄνυχες
							μέλανες, ὥσ περ καὶ τὸ πᾶν δέρμα. <lb/>Τῶν δὲ κεράτων τὰ μὲν πλεῖστα κοῖλά ἐστιν ἀπὸ
							τῆς <lb/>προσφύσεως περὶ τὸ ἐντὸς ἐκπεφυκὸς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦν, <lb/>ἐπ’ ἄκρου δ’
							ἔχει τὸ στερεόν, καὶ ἔστιν ἁπλᾶ· τὰ δὲ τῶν <lb/>ἐλάφων μόνα δι’ ὅλου στερεὰ καὶ
							πολυσχιδῆ. Καὶ τῶν <lb/>μὲν ἄλλων τῶν ἐχόντων κέρας οὐδὲν ἀποβάλλει τὰ κέρατα,
							<lb/>ἔλαφος δὲ μόνον καθ’ ἕκαστον ἔτος, ἐὰν μὴ ἐκτμηθῇ· περὶ <lb/>δὲ τῶν ἐκτετμημένων
							ἐν τοῖς ὕστερον λεχθήσεται. Τὰ δὲ <lb/>κέρατα προσπέφυκε μᾶλλον τῷ δέρματι ἢ τῷ ὀστῷ·
							διὸ <lb/>καὶ ἐν Φρυγίᾳ εἰσὶ βόες καὶ ἄλλοθι κινοῦσαι τὰ κέρατα <lb/>ὥσπερ τὰ ὦτα. Τῶν
							δ’ ἐχόντων ὄνυχας (ἔχει δ’ ὄνυχας <lb/>ἅπαντα ὅσαπερ δακτύλους, δακτύλους δ’ ὅσα
							πόδας, πλὴν <lb/>ἐλέφας· οὗτος δὲ καὶ δακτύλους ἀσχίστους καὶ ἠρέμα διηρθρωμένους
							<lb/>καὶ ὄνυχας ὅλως οὐκ ἔχει) τῶν δ’ ἐχόντων τὰ μέν <lb/>ἐστιν εὐθυώνυχα, ὥσπερ
							ἄνθρωπος, τὰ δὲ γαμψώνυχα, ὥσπερ <lb/>καὶ τῶν πεζῶν λέων καὶ τῶν πτηνῶν ἀετός. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Περὶ δὲ τριχῶν καὶ τῶν ἀνάλογον καὶ δέρματος τόνδ’ <lb/>ἔχει τὸν τρόπον. Τρίχας μὲν
							ἔχει τῶν ζῴων ὅσα πεζὰ καὶ <lb/>ζῳοτόκα, φολίδας δ’ ὅσα πεζὰ καὶ ᾠοτόκα, λεπίδας δ’
							<lb/>ἰχθύες μόνοι, ὅσοι ᾠοτοκοῦσι τὸ ψαθυρὸν ᾠόν· τῶν γὰρ <lb/>μακρῶν γόγγρος μὲν οὐ
							τοιοῦτον ἔχει ᾠόν, οὐδ’ ἡ μύραινα, <pb n="79"/> ἐγχέλυς δ’ ὅλως οὐκ ἔχει. Τὰ δὲ πάχη
							τῶν τριχῶν καὶ αἱ <lb/>λεπτότητες καὶ τὰ μεγέθη διαφέρουσι κατὰ τοὺς τόπους, ἐν
							<lb/>οἷς ἂν ὦσι τῶν μερῶν, καὶ ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ δέρμα· ὡς γὰρ <lb/>ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τοῖς
							παχυτέροις δέρμασι σκληρότεραι αἱ <lb/>τρίχες καὶ παχύτεραι, πλείους δὲ καὶ μακρότεραι
							ἐν τοῖς <lb/>κοιλοτέροις καὶ ὑγροτέροις, ἄνπερ ὁ τόπος ᾖ τοιοῦτος οἷος <lb/>ἔχειν
							τρίχας. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν λεπιδωτῶν ἔχει καὶ <lb/>τῶν φολιδωτῶν. Ὅσα μὲν οὖν
							μαλακὰς ἔχει τὰς τρίχας, <lb/>εὐβοσίᾳ χρώμενα σκληροτέρας ἴσχει, ὅσα δὲ σκληράς,
							<lb/>μαλακωτέρας καὶ ἐλάττους. Διαφέρουσι δὲ καὶ κατὰ τοὺς <lb/>τόπους τοὺς
							θερμοτέρους καὶ ψυχροτέρους, οἷον αἱ τῶν <lb/>ἀνθρώπων τρίχες ἐν μὲν τοῖς θερμοῖς
							σκληραί, ἐν δὲ τοῖς <lb/>ψυχροῖς μαλακαί. Εἰσὶ δ’ αὖ αἱ μὲν εὐθεῖαι μαλακαί, αἱ
							<lb/>δὲ κεκαμμέναι σκληραί. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Ἡ δὲ φύσις τῆς τριχός ἐστι <lb/>σχιστή. Τῷ μᾶλλον δὲ καὶ ἧττον διαφέρουσι πρὸς
							ἀλλήλας. <lb/>Ἔνιαι δὲ τῇ σκληρότητι μεταβαίνουσαι κατὰ μικρὸν <lb/>οὐκέτι θριξὶν
							ἐοίκασιν ἀλλ’ ἀκάνθαις, οἷον αἱ τῶν <lb/>ἐχίνων τῶν χερσαίων, παραπλησίως τοῖς ὄνυξιν·
							καὶ γὰρ τὸ <lb/>τῶν ὀνύχων γένος ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων οὐδὲν διαφέρει διὰ <lb/>τὴν
							σκληρότητα τῶν ὀστῶν. Δέρμα δὲ πάντων λεπτότατον <lb/>ἄνθρωπος ἔχει κατὰ λόγον τοῦ
							μεγέθους. Ἔνεστι <lb/>δ’ ἐν τοῖς δέρμασι πᾶσι γλισχρότης μυξώδης, ἐν μὲν τοῖς
							<lb/>ἐλάττων ἐν δὲ τοῖς πλείων, οἷον ἐν τοῖς τῶν βοῶν, ἐξ ἦς <lb/>ποιοῦσι τὴν κόλλαν·
							ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἐξ ἰχθύων ποιοῦσι κόλλαν. <lb/>Ἀναίσθητον δὲ τὸ δέρμα τεμνόμενόν ἐστι
							καθ’ αὑτό· <lb/>μάλιστα δὲ τοιοῦτον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ, διὰ τὸ τὸ μεταξὺ <lb/>ἀσαρκότατον
							εἶναι πρὸς τὸ ὀστοῦν. Ὅπου δ’ ἂν ᾖ καθ’ <pb n="80"/> αὑτὸ δέρμα, ἂν διακοπῇ, οὐ
							συμφύεται, οἷον γνάθου τὸ <lb/>λεπτὸν καὶ ἀκροποσθία καὶ βλεφαρίς. Τῶν συνεχῶν δὲ
							<lb/>τὸ δέρμα ἐν ἅπασι τοῖς ζῴοις, καὶ ταύτῃ διαλείπει ᾗ καὶ οἱ <lb/>κατὰ φύσιν πόροι
							ἐξικμάζονται, καὶ κατὰ τὸ στόμα καὶ <lb/>ὄνυχας. Δέρμα μὲν οὖν πάντ’ ἔχει τὰ ἔναιμα
							ζῷα, τρίχας <lb/>δ’ οὐ πάντα, ἀλλ’ ὥσπερ εἴρηται πρότερον. Μεταβάλλουσι <lb/>δὲ τὰς
							χρόας γηρασκόντων καὶ λευκαίνονται ἐν ἀνθρώπῳ· <lb/>τοῖς δ’ ἄλλοις γίνεται μέν, οὐκ
							ἐπιδήλως δὲ σφόδρα, <lb/>πλὴν ἐν ἵππῳ. Λευκαίνεται δὲ καὶ ἀπ’ ἄκρας ἡ θρίξ. Αἱ <lb/>δὲ
							πλεῖσται εὐθὺς φύονται λευκαὶ τῶν πολιῶν. Ἧι καὶ <lb/>δῆλον ὅτι οὐχ αὑότης ἐστὶν ἡ
							πολιότης, ὥσπερ τινές <lb/>φασιν· οὐδὲν γὰρ φύεται εὐθὺς αὗον. Ἐν δὲ τῷ ἐξανθήματι
							<lb/>ὃ καλεῖται λεύκη, πᾶσαι πολιαὶ γίγνονται· ἤδη δέ τισι <lb/>κάμνουσι μὲν πολιαὶ
							ἐγένοντο, ὑγιασθεῖσι δὲ ἀπορρυεισῶν <lb/>μέλαιναι ἀνεφύησαν. Γίνονταί τε μᾶλλον πολιαὶ
							σκεπαζομένων <lb/>τῶν τριχῶν ἢ διαπνεομένων. Πρῶτον δὲ πολιοῦνται <lb/>οἱ κρόταφοι τῶν
							ἀνθρώπων, καὶ τὰ πρόσθια πρότερα <lb/>τῶν ὀπισθίων· τελευταῖον δ’ ἡ ἥβη. Εἰσὶ δὲ τῶν
							<lb/>τριχῶν αἱ μὲν συγγενεῖς, αἱ δ’ ὕστερον κατὰ τὰς ἡλικίας <lb/>γινόμεναι ἐν ἀνθρώπῳ
							μόνῳ τῶν ζῴων, συγγενεῖς μὲν αἱ ἐν <lb/>τῇ κεφαλῇ καὶ ταῖς βλεφαρίσι καὶ ταῖς ὀφρύσιν,
							ὑστερογενεῖς <lb/>δὲ αἱ ἐπὶ τῆς ἥβης πρῶτον, ἔπειτα αἱ ἐπὶ τῆς <lb/>μασχάλης, τρίται
							δ’ αἱ ἐπὶ τοῦ γενείου· ἴσοι γὰρ οἱ τόποι <lb/>εἰσὶν ἐν οἷς αἱ τρίχες ἐγγίνονται αἵ τε
							συγγενεῖς καὶ αἱ <lb/>ὑστερογενεῖς. Λείπουσι δὲ καὶ ῥέουσι κατὰ τὴν ἡλικίαν αἱ <lb/>ἐκ
							τῆς κεφαλῆς καὶ μάλιστα καὶ πρῶται. Τούτων δὲ αἱ <lb/>ἔμπροσθεν μόναι· τὰ γὰρ ὄπισθεν
							οὐδεὶς γίνεται φαλακρός. <pb n="81"/> Ἡ μὲν οὖν κατὰ κορυφὴν λειότης φαλακρότης
							<lb/>καλεῖται, ἡ δὲ κατὰ τὰς ὀφρῦς ἀναφαλαντίασις· οὐδέτερον <lb/>δὲ τούτων συμβαίνει
							οὐδενὶ πρὶν ἢ ἀφροδισιάζειν ἄρξηται. <lb/>Οὐ γίνεται δ’ οὔτε παῖς φαλακρὸς οὔτε γυνὴ
							οὔτε <lb/>οἱ ἐκτετμημένοι· ἀλλ’ ἐὰν μὲν ἐκτμηθῇ πρὸ ἥβης, οὐ φύονται <lb/>αἱ
							ὑστερογενεῖς, ἐὰν δ’ ὕστερον, αὗται μόναι ἐκρέουσι, πλὴν <lb/>τῆς ἥβης. Γυνὴ δὲ τὰς
							ἐπὶ τῷ γενείῳ οὐ φύει τρίχας· πλὴν <lb/>ἐνίαις γίγνονται ὀλίγαι, ὅταν τὰ καταμήνιᾳ
							στῇ, καὶ οἷον <lb/>ἐν Καρίᾳ ταῖς ἱερείαις, ὃ δοκεῖ συμβαίνειν σημεῖον τῶν μελλόντων.
							<lb/>Αἱ δ’ ἄλλαι γίγνονται μέν, ἐλάττους δέ. Γίγνονται <lb/>δὲ καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες
							ἐκ γενετῆς ἐνδεεῖς τῶν ὑστερογενῶν <lb/>τριχῶν ἅμα καὶ ἄγονοι, ὅσοιπερ ἂν καὶ ἥβης
							στερηθῶσιν. <lb/>Αἱ μὲν οὖν ἄλλαι τρίχες αὔξονται κατὰ λόγον ἢ <lb/>πλέον ἢ ἔλαττον,
							μάλιστα μὲν αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ, εἶτα <lb/>πώγωνι, καὶ οἱ λεπτότριχοι μάλιστα. Δασύνονται
							δέ τισι <lb/>καὶ αἱ ὀφρύες γινομένοις πρεσβυτέροις, οὕτως ὥστ’ ἀποκείρεσθαι, <lb/>διὰ
							τὸ ἐπὶ συμφύσει ὀστῶν κεῖσθαι, ἃ γηρασκόντων <lb/>διιστάμενα διίησι πλείω ὑγρότητα. Αἱ
							δ’ ἐν ταῖς <lb/>βλεφαρίσιν οὐκ αὔξονται, ῥέουσι δέ, ὅταν ἀφροδισιάζειν <lb/>ἄρξωνται,
							καὶ μᾶλλον τοῖς μᾶλλον ἀφροδισιαστικοῖς· πολιοῦνται <lb/>δὲ βραδύτατα αὗται.
							Ἐκτιλλόμεναι δ’ αἱ τρίχες <lb/>μέχρι τῆς ἀκμῆς ἀναφύονται, εἶτα οὐκέτι. Ἔχει δὲ πᾶσα
							<lb/>θρὶξ ὑγρότητα πρὸς τῇ ῥίζῃ γλίσχραν, καὶ ἕλκει εὐθὺς <lb/>ἐκτιλθεῖσα τὰ κοῦφα
							θιγγάνουσα. Ὅσα δὲ ποικίλα τῶν <lb/>ζῴων κατὰ τὰς τρίχας, τούτοις καὶ ἐν τῷ δέρματι
							προϋπάρχει <lb/>ἡ ποικιλία καὶ ἐν τῷ τῆς γλώττης δέρματι. Περὶ <lb/>δὲ τὸ γένειον τοῖς
							μὲν συμβαίνει καὶ τὴν ὑπήνην καὶ τὸ <lb/>γένειον δασὺ ἔχειν, τοῖς δὲ ταῦτα μὲν λεῖα
							τὰς σιαγόνας δὲ <pb n="82"/> δασείας· ἧττον δὲ γίγνονται φαλακροὶ οἱ μαδιγένειοι.
							<lb/>Αὔξονται δ’ αἱ τρίχες ἔν τε νόσοις τισίν, οἷον ἐν ταῖς <lb/>φθίσεσι μᾶλλον, καὶ
							ἐν γήρᾳ καὶ τεθνεώτων, καὶ σκληρότεραι <lb/>γίγνονται ἀντὶ μαλακῶν· τὰ δ’ αὐτὰ ταῦτα
							συμβαίνει <lb/>καὶ περὶ τοὺς ὄνυχας. Ῥέουσι δὲ μᾶλλον αἱ τρίχες τοῖς
							<lb/>ἀφροδισιαστικοῖς αἱ συγγενεῖς· αἱ δ’ ὑστερογενεῖς γίνονται <lb/>θᾶττον. Οἱ δ’
							ἰξίαν ἔχοντες ἧττον φαλακροῦνται, κἂν <lb/>ὄντες φαλακροὶ λάβωσιν, ἔνιοι δασύνονται.
							Οὐκ αὐξάνεται <lb/>δὲ θρὶξ ἀποτμηθεῖσα, ἀλλὰ κάτωθεν ἀναφυομένη γίνεται <lb/>μείζων.
							Καὶ αἱ λεπίδες δὲ τοῖς ἰχθύσι σκληρότεραι γίνονται <lb/>καὶ παχύτεραι, τοῖς δὲ
							λεπτυνομένοις καὶ τοῖς γηράσκουσι <lb/>σκληρότεραι. Καὶ τῶν τετραπόδων δὲ γινομένων
							<lb/>πρεσβυτέρων τῶν μὲν αἱ τρίχες τῶν δὲ τὰ ἔρια βαθύτερα <lb/>μὲν γίνεται, ἐλάττω δὲ
							τῷ πλήθει· καὶ τῶν μὲν αἱ ὁπλαὶ <lb/>τῶν δ’ αἱ χηλαὶ γίνονται γηρασκόντων μείζους, καὶ
							τὰ <lb/>ῥύγχη τῶν ὀρνίθων. Αὔξονται δὲ καὶ αἱ χηλαί, ὥσπερ <lb/>καὶ οἱ ὄνυχες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Περὶ δὲ τὰ πτερωτὰ τῶν ζῴων, οἷον τοὺς <lb/>ὄρνιθας, κατὰ μὲν τὰς ἡλικίας οὐδὲν
							μεταβάλλει, πλὴν <lb/>γέρανος· αὕτη δ’ οὖσα τεφρὰ μελάντερα γηράσκουσα τὰ <lb/>πτερὰ
							ἴσχει· διὰ δὲ τὰ πάθη τὰ γιγνόμενα κατὰ τὰς ὥρας, <lb/>οἷον ὅταν ψύχη γίγνηται μᾶλλον,
							ἐνίοτε γίνεται τῶν <lb/>μονοχρόων ἐκ μελάνων τε καὶ μελαντέρων λευκά, οἷον <lb/>κόραξ
							τε καὶ στρουθὸς καὶ χελιδόνες· ἐκ δὲ τῶν λευκῶν <lb/>γενῶν οὐκ ὦπται εἰς μέλαν
							μεταβάλλον. Καὶ κατὰ τὰς <lb/>ὥρας δὲ οἱ πολλοὶ τῶν ὀρνίθων μεταβάλλουσι τὰς χρόας,
							<lb/>ὥστε λαθεῖν ἂν τὸν μὴ συνήθη. Μεταβάλλουσι δ’ ἔνια <lb/>τῶν ζῴων τὰς χρόας τῶν
							τριχῶν κατὰ τὰς τῶν ὑδάτων <pb n="83"/> μεταβολάς· ἔνθα μὲν γὰρ λευκὰ γίγνονται, ἔνθα
							δὲ μέλανα <lb/>ταὐτά. Καὶ περὶ τὰς ὀχείας δ’ ἐστὶν ὕδατα <lb/>πολλαχοῦ τοιαῦτα, ἃ
							πιόντα καὶ ὀχεύσαντα μετὰ τὴν <lb/>πόσιν τὰ πρόβατα μέλανας γεννῶσι τοὺς ἄρνας, οἷον
							<lb/>καὶ ἐν τῇ Χαλκιδικῇ τῇ ἐπὶ τῆς Θρᾴκης ἐν τῇ Ἀσσυρίτιδι <lb/>ἐποίει ὁ καλούμενος
							ποταμὸς Ψυχρός. Καὶ ἐν τῇ <lb/>Ἀντανδρίᾳ δὲ δύο ποταμοί εἰσιν, ὧν ὁ μὲν λευκὰ ὁ δὲ
							<lb/>μέλανα ποιεῖ τὰ πρόβατα. Δοκεῖ δὲ καὶ ὁ Σκάμανδρος <lb/>ποταμὸς ξανθὰ τὰ πρόβατα
							ποιεῖν· διὸ καὶ τὸν Ὅμηρόν <lb/>φασιν ἀντὶ Σκαμάνδρου Ξάνθον προσαγορεύειν αὐτόν. Τὰ
							<lb/>μὲν οὖν ἄλλα ζῷα οὔτ’ ἐντὸς ἔχει τρίχας, τῶν τ’ ἀκρωτηρίων <lb/>ἐν τοῖς πρανέσιν
							ἀλλ’ οὐκ ἐν τοῖς ὑπτίοις· ὁ δὲ δασύπους <lb/>μόνος καὶ ἐντὸς ἔχει τῶν γνάθων τρίχας
							καὶ ὑπὸ τοῖς ποσίν. <lb/>Ἔτι δὲ καὶ ὁ μῦς τὸ κῆτος ὀδόντας μὲν ἐν τῷ στόματι οὐκ
							<lb/>ἔχει, τρίχας δὲ ὁμοίας ὑείαις. Αἱ μὲν οὖν τρίχες αὐξάνονται <lb/>ἀποτμηθεῖσαι
							κάτωθεν, ἄνωθεν δ’ οὔ· τὰ δὲ πτερὰ οὔτ’ <lb/>ἄνωθεν οὔτε κάτωθεν, ἀλλ’ ἐκπίπτει. Οὐκ
							ἀναφύεται δὲ <lb/>ἐκτιλθὲν οὔτε τῶν μελιττῶν τὸ πτερὸν οὔθ’ ὅσα ἄλλα <lb/>ἔχει
							ἄσχιστον τὸ πτερόν· οὐδὲ τὸ κέντρον, ὅταν ἀποβάλλῃ <lb/>ἡ μέλιττα, ἀλλὰ θνήσκει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Εἰσὶ δὲ καὶ ὑμένες ἐν τοῖς ζῴοις ἅπασι τοῖς ἐναίμοις. <lb/>Ὅμοιος δ’ ἐστὶν ὁ ὑμὴν
							δέρματι πυκνῷ καὶ λεπτῷ, ἔστι δὲ <lb/>τὸ γένος ἕτερον· οὔτε γάρ ἐστι σχιστὸν οὔτε
							τατόν. Περὶ <lb/>ἕκαστον δὲ τῶν ὀστῶν καὶ περὶ ἕκαστον τῶν σπλάγχνων ὁ <lb/>ὑμήν ἐστι
							καὶ ἐν τοῖς μείζοσι καὶ ἐν τοῖς ἐλάττοσι ζῴοις· <lb/>ἀλλ’ ἄδηλοι ἐν τοῖς ἐλάττοσι διὰ
							τὸ πάμπαν εἶναι λεπτοὶ <pb n="84"/> καὶ μικροί. Μέγιστοι δὲ τῶν ὑμένων εἰσὶν οἵ τε
							περὶ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον δύο, ὧν ὁ περὶ τὸ ὀστοῦν ἰσχυρότερος καὶ παχύτερος <lb/>τοῦ
							περὶ τὸν ἐγκέφαλον, ἔπειθ’ ὁ περὶ τὴν καρδίαν <lb/>ὑμήν. Διακοπεὶς δὲ οὐ συμφύεται
							ψιλὸς ὑμήν, ψιλούμενά <lb/>τε τὰ ὀστᾶ τῶν ὑμένων σφακελίζει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Ἔστι δὲ καὶ τὸ ἐπίπλουν ὑμήν. Ἔχει δ’ ἐπίπλουν <lb/>πάντα τὰ ἔναιμα· ἀλλὰ τοῖς μὲν
							πῖον τοῖς δ’ ἀπίμελόν <lb/>ἐστιν. Ἔχει δὲ καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐξάρτησιν ἐν τοῖς
							<lb/>ζῳοτόκοις καὶ ἀμφώδουσιν ἐκ μέσης τῆς κοιλίας, ᾗ ἐστὶν <lb/>οἷον ῥαφή τις αὐτῆς·
							καὶ τοῖς μὴ ἀμφώδουσι δὲ ἐκ τῆς μεγάλης <lb/>κοιλίας ὡσαύτως. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Ἔστι δὲ καὶ ἡ κύστις ὑμενοειδὴς μέν, ἄλλο δὲ γένος <lb/>ὑμένος· ἔχει δὲ κύστιν οὐ
							πάντα, ἀλλὰ τὰ μὲν ζῳοτόκα <lb/>πάντα, τῶν δ’ ᾠοτόκων ἡ χελώνη μόνον. Διακοπεῖσα δὲ
							<lb/>οὐδ’ ἡ κύστις συμφύεται ἀλλ’ ἢ παρ’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>οὐρητῆρος, εἰ μή τι
							πάμπαν σπάνιον· γέγονε γάρ τι ἤδη <lb/>τοιοῦτον. Τεθνεώτων μὲν οὖν οὐδὲν διίησιν
							ὑγρόν, ἐν δὲ <lb/>τοῖς ζῶσι καὶ ξηρὰς συστάσεις, ἐξ ὧν οἱ λίθοι γίγνονται <lb/>τοῖς
							κάμνουσιν. Ἐνίοις δ’ ἤδη καὶ τοιαῦτα συνέστη ἐν τῇ <lb/>κύστει ὥστε μηδὲν δοκεῖν
							διαφέρειν κογχυλίων.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν φλεβὸς καὶ νεύρου καὶ δέρματος, καὶ περὶ <lb/>ἰνῶν καὶ ὑμένων, ἔτι δὲ
							καὶ περὶ τριχῶν καὶ ὀνύχων καὶ <lb/>χηλῆς καὶ ὁπλῆς καὶ κεράτων καὶ ὀδόντων καὶ
							ῥύγχους καὶ <lb/>χόνδρου καὶ ὀστῶν καὶ τῶν ἀνάλογον τούτοις τοῦτον ἔχει <lb/>τὸν
							τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Σὰρξ δὲ καὶ τὸ παραπλησίαν ἔχον τὴν φύσιν <lb/>τῇ σαρκὶ ἐν τοῖς ἐναίμοις πᾶσίν ἐστι
							μεταξὺ τοῦ δέρματος <lb/>καὶ τοῦ ὀστοῦ καὶ τῶν ἀνάλογον τοῖς ὀστοῖς· ὡς γὰρ ἡ
							<lb/>ἄκανθα ἔχει πρὸς τὸ ὀστοῦν, οὕτω καὶ τὸ σαρκῶδες πρὸς <lb/>τὰς σάρκας ἔχει τῶν
							ἐχόντων ὀστᾶ καὶ ἄκανθαν. Ἔστι δὲ <pb n="85"/> διαιρετὴ ἡ σὰρξ πάντῃ, καὶ οὐχ ὥσπερ τὰ
							νεῦρα καὶ αἱ <lb/>φλέβες ἐπὶ μῆκος μόνον. Λεπτυνομένων μὲν οὖν τῶν ζῴων
							<lb/>ἀφανίζονται, καὶ γίγνονται φλέβια καὶ ἶνες· εὐβοσίᾳ δὲ <lb/>πλείονι χρωμένων
							πιμελὴ ἀντὶ σαρκῶν. Εἰσὶ δὲ τοῖς μὲν <lb/>ἔχουσι τὰς σάρκας πολλὰς αἱ φλέβες ἐλάττους
							καὶ τὸ <lb/>αἷμα ἐρυθρότερον καὶ τὰ σπλάγχνα καὶ κοιλία μικρά· <lb/>τοῖς δὲ τὰς φλέβας
							ἔχουσι μεγάλας καὶ τὸ αἷμα μελάντερον <lb/>καὶ σπλάγχνα μεγάλα καὶ κοιλία μεγάλη, αἱ
							δὲ σάρκες <lb/>ἐλάττους. Γίνονται δὲ κατὰ σάρκα πίονα τὰ τὰς κοιλίας <lb/>ἔχοντα
							μικράς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Πιμελὴ δὲ καὶ στέαρ διαφέρουσιν ἀλλήλων. <lb/>Τὸ μὲν γὰρ στέαρ ἐστὶ θραυστὸν πάντῃ
							καὶ πήγνυται ψυχόμενον, <lb/>ἡ δὲ πιμελὴ χυτὸν καὶ ἄπηκτον· καὶ οἱ μὲν ζωμοὶ <lb/>οἱ
							τῶν πιόνων οὐ πήγνυνται, οἷον ἵππου καὶ ὑός, οἱ δὲ τῶν <lb/>στέαρ ἐχόντων πήγνυνται,
							οἷον προβάτου καὶ αἰγός. Διαφέρουσι <lb/>δὲ καὶ τοῖς τόποις· ἡ μὲν γὰρ πιμελὴ γίνεται
							μεταξὺ <lb/>δέρματος καὶ σαρκός, στέαρ δ’ οὐ γίνεται ἀλλ’ ἢ ἐπὶ <lb/>τέλει τῶν σαρκῶν.
							Γίγνεται δὲ καὶ τὸ ἐπίπλοον τοῖς μὲν <lb/>πιμελώδεσι πιμελῶδες, τοῖς δὲ στεατώδεσι
							στεατῶδες. Ἔχει <lb/>δὲ τὰ μὲν ἀμφώδοντα πιμελήν, τὰ δὲ μὴ ἀμφώδοντα στέαρ. <lb/>Τῶν
							δὲ σπλάγχνων τὸ ἧπαρ ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων γίνεται <lb/>πιμελῶδες, οἷον τῶν ἰχθύων ἐν
							τοῖς σελάχεσιν· ποιοῦσι γὰρ <lb/>ἔλαιον ἀπ’ αὐτῶν, ὃ γίνεται τηκομένων· αὐτὰ δὲ τὰ
							σελάχη <lb/>ἐστὶν ἀπιμελώτατα καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ κοιλίαν <lb/>κεχωρισμένῃ πιμελῇ.
							Ἔστι δὲ καὶ τὸ τῶν ἰχθύων <lb/>στέαρ πιμελῶδες, καὶ οὐ πήγνυται. Πάντα δὲ τὰ ζῷα
							<lb/>τὰ μὲν κατὰ σάρκα ἐστὶ πίονα τὰ δὲ ἀφωρισμένως. Ὅσα <lb/>δὲ μὴ ἔχει κεχωρισμένην
							τὴν πιότητα, ἧττόν ἐστι πίονα <pb n="86"/> κατὰ κοιλίαν καὶ ἐπίπλοον, οἷον ἐγχέλυς·
							ὀλίγον γὰρ <lb/>στέαρ ἔχουσι περὶ τὸ ἐπίπλοον. Τὰ δὲ πλεῖστα γίνεται <lb/>πίονα κατὰ
							τὴν γαστέρα, καὶ μάλιστα τὰ μὴ ἐν κινήσει <lb/>ὄντα τῶν ζῴων. Οἱ δ’ ἐγκέφαλοι τῶν μὲν
							πιμελωδῶν <lb/>λιπαροί, οἷον ὑός, τῶν δὲ στεατωδῶν αὐχμηροί. Τῶν δὲ <lb/>σπλάγχνων
							περὶ τοὺς νεφροὺς μάλιστα πίονα γίνεται τὰ <lb/>ζῷα· ἔστι δ’ ἀεὶ ὁ δεξιὸς
							ἀπιμελώτερος, κἂν σφόδρα πίονες <lb/>ὦσιν, ἐλλείπει τι ἀεὶ κατὰ τὸ μέσον. Περίνεφρα δὲ
							γίνεται <lb/>τὰ στεατώδη μᾶλλον, καὶ μάλιστα τῶν ζῴων πρόβατον· <lb/>τοῦτο γὰρ
							ἀποθνήσκει τῶν νεφρῶν πάντῃ καλυφθέντων. <lb/>Γίνεται δὲ περίνεφρα δι’ εὐβοσίαν, οἷον
							τῆς Σικελίας <lb/>περὶ Λεοντίνους· διὸ καὶ ἐξελαύνουσιν ὀψὲ τὰ πρόβατα <lb/>τῆς
							ἡμέρας, ὅπως ἐλάττω λάβωσι τὴν τροφήν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="18">
						<p>Πάντων δὲ τῶν ζῴων κοινόν ἐστι τὸ περὶ τὴν κόρην ἐν τοῖς <lb/>ὀφθαλμοῖς· ἔχουσι γὰρ
							τοῦτο τὸ μόριον στεατῶδες πάντα <lb/>ὅσα ἔχουσι τὸ τοιοῦτον μόριον ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς
							καὶ μή <lb/>εἰσι σκληρόφθαλμα. Ἔστι δ’ ἀγονώτερα τὰ πιμελώδη <lb/>καὶ ἄρρενα καὶ
							θήλεα. Πιαίνεται δὲ πάντα πρεσβύτερα <lb/>μᾶλλον ἢ νεώτερα ὄντα, μάλιστα δ’ ὅταν καὶ
							τὸ πλάτος <lb/>καὶ τὸ μῆκος ἔχῃ τοῦ μεγέθους καὶ εἰς βάθος αὐξάνηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="19">
						<p>Περὶ δὲ αἵματος ὧδε ἔχει· τοῦτο γὰρ πᾶσιν ἀναγκαιότατον <lb/>καὶ κοινότατον τοῖς
							ἐναίμοις, καὶ οὐκ ἐπίκτητον, <lb/>ἀλλ’ ὑπάρχει πᾶσι τοῖς μὴ φθειρομένοις. Πᾶν δ’ αἷμά
							<lb/>ἐστιν ἐν ἀγγείῳ, ἐν ταῖς καλουμέναις φλεψίν, ἐν ἄλλῳ δὲ <lb/>οὐδενὶ πλὴν ἐν τῇ
							καρδίᾳ μόνον. Οὐκ ἔχει δὲ αἴσθησιν τὸ <pb n="87"/> αἷμα ἁπτομένων ἐν οὐδενὶ τῶν ζῴων,
							ὥσπερ οὐδ’ ἡ περίττωσις <lb/>ἡ ἐν τῇ κοιλίᾳ· οὐδὲ δὴ ὁ ἐγκέφαλος οὐδ’ ὁ μυελὸς
							<lb/>οὐκ ἔχει αἴσθησιν ἁπτομένων. Ὅπου δ’ ἄν τις διέλῃ τὴν <lb/>σάρκα, γίνεται αἷμα ἐν
							ζῶντι, ἐὰν μὴ ᾖ διεφθαρμένη ἡ σάρξ. <lb/>Ἔστι δὲ τὴν φύσιν τὸ αἷμα τόν τε χυμὸν ἔχον
							γλυκύν, ἐάν <lb/>περ ὑγιὲς ᾖ, καὶ τὸ χρῶμα ἐρυθρόν· τὸ δὲ χεῖρον ἢ φύσει <lb/>ἢ νόσῳ
							μελάντερον. Καὶ οὔτε λίαν παχὺ οὔτε λίαν λεπτὸν <lb/>τὸ βέλτιστον, ἐὰν μὴ χεῖρον ᾖ διὰ
							φύσιν ἢ διὰ νόσον. <lb/>Καὶ ἐν μὲν τῷ ζῴῳ ὑγρὸν καὶ θερμὸν ἀεί, ἐξιὸν δὲ ἔξω
							<lb/>πήγνυται πάντων πλὴν ἐλάφου καὶ προκὸς καὶ εἴ τι ἄλλο <lb/>τοιαύτην ἔχει τὴν
							φύσιν· τὸ δ’ ἄλλο αἷμα πήγνυται, ἐὰν <lb/>μὴ ἐξαιρεθῶσιν αἱ ἶνες. Τάχιστα δὲ πήγνυται
							τὸ τοῦ <lb/>ταύρου αἷμα πάντων. Ἔστι δὲ τῶν ἐναίμων ταῦτα πολυαιμότερα <lb/>τὰ καὶ ἐν
							αὑτοῖς καὶ ἔξω ζῳοτόκα [καὶ] τῶν ἐναίμων <lb/>μὲν ᾠοτοκούντων δέ. Τὰ δὲ εὖ ἔχοντα ἢ
							φύσει ἢ τῷ <lb/>ὑγιαίνειν οὔτε πολὺ λίαν ἔχει, ὥσπερ τὰ πεπωκότα πόμα <lb/>πρόσφατον,
							οὔτ’ ὀλίγον, ὥσπερ τὰ πίονα λίαν· τὰ γὰρ <lb/>πίονα καθαρὸν μὲν ἔχει ὀλίγον δὲ τὸ
							αἷμα, καὶ γίνεται <lb/>πιότερα γινόμενα ἀναιμότερα· ἄναιμον γὰρ τὸ πῖον. Καὶ <lb/>τὸ
							μὲν πῖον ἄσηπτον, τὸ δ’ αἷμα καὶ τὰ ἔναιμα τάχιστα <lb/>σήπεται, καὶ τούτων τὰ περὶ τὰ
							ὀστᾶ. Ἔχει δὲ λεπτότατον <lb/>μὲν αἷμα καὶ καθαρώτατον ἄνθρωπος, παχύτατον δὲ καὶ
							<lb/>μελάντατον τῶν ζῳοτόκων ταῦρος καὶ ὄνος. Καὶ ἐν τοῖς <lb/>κάτω δὲ μορίοις ἢ ἐν
							τοῖς ἄνω παχύτερον τὸ αἷμα γίνεται <lb/>καὶ μελάντερον. Σφύζει δὲ τὸ αἷμα ἐν ταῖς
							φλεψὶν <lb/>ἐν ἅπασι πάντῃ ἅμα τοῖς ζῴοις, καὶ ἔστι τῶν ὑγρῶν <lb/>μόνον καθ’ ἅπαν τε
							τὸ σῶμα τοῖς ζῴοις καὶ ἀεί, ἕως ἂν <lb/>ζῇ, τὸ αἷμα μόνον. Πρῶτον δὲ γίνεται τὸ αἷμα
							ἐν τῇ <pb n="88"/> καρδίᾳ τοῖς ζῴοις, καὶ πρὶν ὅλον διηρθρῶσθαι τὸ σῶμα.
							<lb/>Στερισκομένου δ’ αὐτοῦ καὶ ἀφιεμένου ἔξω πλείονος μὲν <lb/>ἐκθνήσκουσι, πολλοῦ δ’
							ἄγαν ἀποθνήσκουσιν. Ἐξυγραινομένου <lb/>δὲ λίαν νοσοῦσιν· γίνεται γὰρ ἰχωροειδές, καὶ
							διορροῦται <lb/>οὕτως ὥστε ἤδη τινὲς ἴδισαν αἱματώδη ἱδρῶτα. Καὶ <lb/>ἐξιὸν ἐνίοις οὐ
							πήγνυται παντελῶς ἢ διωρισμένως καὶ χωρίς. <lb/>Τοῖς δὲ καθεύδουσιν ἐν τοῖς ἐκτὸς
							μέρεσιν ἔλαττον γίνεται <lb/>τὸ αἷμα, ὥστε καὶ κεντουμένων μὴ ῥεῖν ὁμοίως. Γίνεται δὲ
							<lb/>πεττόμενον ἐξ ἰχῶρος μὲν αἷμα, ἐξ αἵματος δὲ πιμελή· <lb/>νενοσηκότος δ’ αἵματος
							αἱμορροῒς ἥ τ’ ἐν ταῖς ῥισὶ καὶ ἡ <lb/>περὶ τὴν ἕδραν, καὶ ἰξία. Σηπόμενον δὲ γίνεται
							τὸ <lb/>αἷμα ἐν τῷ σώματι πύον, ἐκ δὲ τοῦ πύου πῶρος. Τὸ δὲ <lb/>τῶν θηλειῶν πρὸς τὸ
							τῶν ἀρρένων διαφέρει· παχύτερόν <lb/>τε γὰρ καὶ μελάντερόν ἐστιν ὁμοίως ἐχόντων πρὸς
							ὑγίειαν <lb/>καὶ ἡλικίαν ἐν τοῖς θήλεσιν, καὶ ἐπιπολῆς μὲν ἔλαττον <lb/>ἐν τοῖς
							θήλεσιν, ἐντὸς δὲ πολυαιμότερον. Μάλιστα δὲ <lb/>καὶ τῶν θηλέων ζῴων γυνὴ πολύαιμον,
							καὶ τὰ καλούμενα <lb/>καταμήνια γίνεται πλεῖστα τῶν ζῴων ἐν ταῖς γυναιξίν.
							<lb/>Νενοσηκὸς δὲ τοῦτο τὸ αἷμα καλεῖται ῥοῦς. Τῶν δ’ ἄλλων <lb/>τῶν νοσηματικῶν ἧττον
							μετέχουσιν αἱ γυναῖκες. Ὀλίγαις <lb/>δὲ γίνεται ἰξία καὶ αἱμορροῒς καὶ ἐκ ῥινῶν ῥύσις·
							ἐὰν δέ τι <lb/>συμβαίνῃ τούτων, τὰ καταμήνια χείρω γίνεται. Διαφέρει <lb/>δὲ καὶ κατὰ
							τὰς ἡλικίας πλήθει καὶ εἴδει τὸ αἷμα· ἐν μὲν <lb/>γὰρ τοῖς πάμπαν νέοις ἰχωροειδές
							ἐστι καὶ πλεῖον, ἐν δὲ <lb/>τοῖς γέρουσι παχὺ καὶ μέλαν καὶ ὀλίγον, ἐν ἀκμάζουσι δὲ
							<lb/>μέσως· καὶ πήγνυται ταχὺ τὸ τῶν γερόντων, κἂν ἐν τῷ <lb/>σώματι ᾖ ἐπιπολῆς· τοῖς
							δὲ νέοις οὐ γίνεται τοῦτο. Ἰχὼρ <pb n="89"/> δ’ ἐστὶν ἄπεπτον αἷμα, ἢ τῷ μήπω πεπέφθαι
							ἢ τῷ <lb/>διωρρῶσθαι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="20">
						<p>Περὶ δὲ μυελοῦ· καὶ γὰρ τοῦτο ἓν τῶν ὑγρῶν ἐνίοις τῶν <lb/>ἐναίμων ὑπάρχει ζῴων.
							Πάντα δὲ ὅσα φύσει ὑπάρχει ὑγρὰ <lb/>ἐν τῷ σώματι, ἐν ἀγγείοις ὑπάρχει, ὥσπερ καὶ αἷμα
							ἐν φλεψὶ <lb/>καὶ μυελὸς ἐν ὀστοῖς, τὰ δὲ ἐν ὑμενώδεσι, καὶ δέρμασι καὶ <lb/>κοιλίαις.
							Γίνεται δὲ ἐν μὲν τοῖς νέοις αἱματώδης πάμπαν ὁ <lb/>μυελός, πρεσβυτέρων δὲ γενομένων
							ἐν μὲν τοῖς πιμελώδεσι <lb/>πιμελώδης, ἐν δὲ τοῖς στεατώδεσι στεατώδης. Οὐ πάντα δ’
							<lb/>ἔχει τὰ ὀστᾶ μυελόν, ἀλλὰ τὰ κοῖλα, καὶ τούτων ἐνίοις <lb/>οὐκ ἔνεστιν· τὰ γὰρ
							τοῦ λέοντος ὀστᾶ τὰ μὲν οὐκ ἔχει, τὰ <lb/>δ’ ἔχει πάμπαν μικρόν, διόπερ ἔνιοι οὔ φασιν
							ὅλως ἔχειν <lb/>μυελὸν τοὺς λέοντας, ὥσπερ εἴρηται πρότερον. Καὶ ἐν <lb/>τοῖς ὑείοις
							δ’ ὀστοῖς ἐλάττων ἐστίν, ἐνίοις δ’ αὐτῶν πάμπαν <lb/>οὐκ ἔνεστιν.</p>
						<p>Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ὑγρὰ σχεδὸν ἀεὶ σύμφυτά ἐστι τοῖς <lb/>ζῴοις, ὑστερογενῆ δὲ γάλα τε
							καὶ γονή. Τούτων δὲ τὸ <lb/>μὲν ἀποκεκριμένον ἅπασιν, ὅταν ἐνῇ, ἔνεστι, τὸ γάλα·
							<lb/>ἡ δὲ γονὴ οὐ πᾶσιν ἀλλ’ ἐνίοις οἱ καλούμενοι θοροὶ τοῖς <lb/>ἰχθύσιν. Ἔχει δέ,
							ὅσα ἔχει τὸ γάλα, ἐν τοῖς μαστοῖς. <lb/>Μαστοὺς δ’ ἔχει ὅσα ζῳοτοκεῖ καὶ ἐν αὑτοῖς καὶ
							ἔξω, οἷον <lb/>ὅσα τε τρίχας ἔχει, ὥσπερ ἄνθρωπος καὶ ἵππος, καὶ τὰ <lb/>κήτη, οἷον
							δελφὶς καὶ φώκη καὶ φάλαινα· καὶ γὰρ ταῦτα <lb/>μαστοὺς ἔχει καὶ γάλα. Ὅσα δ’ ἔξω
							ζῳοτοκεῖ μόνον ἢ <lb/>ᾠοτοκεῖ, οὐκ ἔχει οὔτε μαστοὺς οὔτε γάλα, οἷον ἰχθὺς καὶ
							<lb/>ὄρνις. Πᾶν δὲ γάλα ἔχει ἰχῶρα ὑδατώδη, ὃ καλεῖται ὀρρός, <lb/>καὶ σωματῶδες, ὃ
							καλεῖται τυρός· ἔχει δὲ πλείω τυρὸν τὸ <lb/>παχύτερον τῶν γαλάκτων. Τὸ μὲν οὖν τῶν μὴ
							ἀμφωδόντων <pb n="90"/> γάλα πήγνυται (διὸ καὶ τυρεύεται τῶν ἡμέρων), τῶν δ’
							ἀμφωδόντων <lb/>οὐ πήγνυται, ὥσπερ οὐδ’ ἡ πιμελή, καὶ ἔστι <lb/>λεπτὸν καὶ γλυκύ. Ἔστι
							δὲ λεπτότατον μὲν γάλα καμήλου, <lb/>δεύτερον δ’ ἵππου, τρίτον δὲ ὄνου· παχύτατον δὲ
							τὸ <lb/>βόειον. Ὑπὸ μὲν οὖν τοῦ ψυχροῦ οὐ πήγνυται τὸ γάλα, <lb/>ἀλλὰ διορροῦται
							μᾶλλον· ὑπὸ δὲ τοῦ πυρὸς πήγνυται καὶ <lb/>παχύνεται. Οὐ γίνεται δὲ γάλα, πρὶν ἢ
							ἔγκυον γένηται, <lb/>οὐδενὶ τῶν ζῴων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Ὅταν δ’ ἔγκυον ᾖ, γίνεται
							<lb/>μέν, ἄχρηστον δὲ τὸ πρῶτον καὶ ὕστερον. Μὴ <lb/>ἐγκύοις δ’ οὔσαις ὀλίγον μὲν ἀπ’
							ἐδεσμάτων τινῶν, οὐ μὴν <lb/>ἀλλὰ καὶ βδαλλομέναις ἤδη πρεσβυτέραις προῆλθε, καὶ
							<lb/>τοσοῦτον ἤδη τισὶν ὥστ’ ἐκτιτθεῦσαι παιδίον. Καὶ οἱ <lb/>περὶ τὴν Οἴτην δέ, ὅσαι
							ἂν μὴ ὑπομένωσι τὴν ὀχείαν <lb/>τῶν αἰγῶν, λαμβάνοντες κνίδην τρίβουσι τὰ οὔθατα βίᾳ
							<lb/>διὰ τὸ ἀλγεινὸν εἶναι· τὸ μὲν οὖν πρῶτον αἱματῶδες ἀμέλγονται, <lb/>εἶθ’ ὑπόπυον,
							τὸ δὲ τελευταῖον γάλα ἤδη οὐδὲν ἔλαττον <lb/>τῶν ὀχευομένων. Τῶν δ’ ἀρρένων ἔν τε τοῖς
							ἄλλοις <lb/>ζῴοις καὶ ἐν ἀνθρώπῳ ἐν οὐδενὶ μὲν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίνεται <lb/>γάλα, ὅμως
							δὲ γίνεται ἔν τισιν, ἐπεὶ καὶ ἐν Λήμνῳ αἲξ ἐκ <lb/>τῶν μαστῶν, οὓς ἔχει δύο ὁ ἄρρην
							παρὰ τὸ αἰδοῖον, γάλα <lb/>ἠμέλγετο τοσοῦτον ὥστε γίνεσθαι τροφαλίδα, καὶ πάλιν
							<lb/>ὀχεύσαντος τῷ ἐκ τούτου γενομένῳ συνέβαινε ταὐτόν. Ἀλλὰ <lb/>τὰ μὲν τοιαῦτα ὡς
							σημεῖα ὑπολαμβάνουσιν, ἐπεὶ καὶ τῷ ἐν <lb/>Λήμνῳ ἀνεῖλεν ὁ θεὸς μαντευσαμένῳ ἐπίκτησιν
							ἔσεσθαι <lb/>χρημάτων. Ἐν δὲ τοῖς ἀνδράσι μεθ’ ἥβην ἐνίοις ἐκθλίβεται <lb/>ὀλίγον·
							βδαλλομένοις δὲ καὶ πολὺ ἤδη τισὶ προῆλθεν. <lb/>Ὑπάρχει δ’ ἐν τῷ γάλακτι λιπαρότης, ἣ
							καὶ ἐν τοῖς πεπηγόσι <pb n="91"/> γίνεται ἐλαιώδης. Εἰς δὲ τὸ προβάτειον ἐν Σικελίᾳ,
							<lb/>καὶ ὅπου πλεῖον, αἴγειον μιγνύουσιν. Πήγνυται δὲ μάλιστα <lb/>οὐ μόνον τὸ τυρὸν
							ἔχον πλεῖστον, ἀλλὰ καὶ τὸ αὐχμηρότερον <lb/>ἔχον. Τὰ μὲν οὖν πλέον ἔχει γάλα ἢ ὅσον
							<lb/>εἰς τὴν ἐκτροφὴν τῶν τέκνων, καὶ χρήσιμον εἰς τύρευσιν καὶ <lb/>ἀπόθεσιν, μάλιστα
							μὲν τὸ προβάτειον καὶ τὸ αἴγειον, <lb/>ἔπειτα τὸ βόειον· τὸ δ’ ἵππειον καὶ τὸ ὄνειον
							μίγνυται εἰς <lb/>τὸν Φρύγιον τυρόν. Ἔνεστι δὲ τυρὸς πλείων ἐν τῷ βοείῳ <lb/>ἢ ἐν τῷ
							αἰγείῳ· γίνεσθαι γάρ φασιν οἱ νομεῖς ἐκ μὲν ἀμφορέως <lb/>αἰγείου γάλακτος τροφαλίδας
							ὀβολιαίας μιᾶς δεούσης <lb/>εἴκοσιν, ἐκ δὲ βοείου τριάκοντα. Τὰ δ’ ὅσον τοῖς τέκνοις
							<lb/>ἱκανόν, πλῆθος δ’ οὐδὲν οὔτε χρήσιμον εἰς τύρευσιν, οἷον <lb/>πάντα τὰ πλείους
							ἔχοντα μαστοὺς δυοῖν· οὐδενὸς γὰρ τούτων <lb/>οὔτε πλῆθός ἐστι γάλακτος οὔτε τυρεύεται
							τὸ γάλα. Πήγνυσι <lb/>δὲ τὸ γάλα ὀπός τε συκῆς καὶ πυετία. Ὁ μὲν οὖν <lb/>ὀπὸς εἰς
							ἔριον ἐξοπισθείς, ὅταν ἐκπλυθῇ πάλιν τὸ ἔριον εἰς <lb/>γάλα ὀλίγον· τοῦτο γὰρ
							κεραννύμενον πήγνυσιν. Ἡ δὲ <lb/>πυετία γάλα ἐστίν· τῶν γὰρ ἔτι θηλαζόντων ἐστὶν ἐν τῇ
							<lb/>κοιλίᾳ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="21">
						<p>Γίνεται οὖν ἡ πυετία γάλα ἔχον ἐν ἑαυτῷ τυρόν· <lb/>ἐκ δὲ τῆς τοῦ ζῴου θερμότητος
							πεττομένου τοῦ γάλακτος <lb/>γίνεται. Ἔχει δὲ πυετίαν τὰ μὲν μηρυκάζοντα πάντα, τῶν
							<lb/>δ’ ἀμφωδόντων δασύπους. Βελτίων δ’ ἐστὶν ἡ πυετία ὅσῳ <lb/>ἂν ᾖ παλαιοτέρα·
							συμφέρει γὰρ πρὸς τὰς διαρροίας ἡ τοιαύτη <lb/>μάλιστα καὶ ἡ τοῦ δασύποδος· ἀρίστη δὲ
							πυετία ἡ τοῦ <lb/>νεβροῦ. Διαφέρει δὲ τὸ πλέον ἱμᾶσθαι γάλα ἢ ἔλαττον <lb/>τῶν ἐχόντων
							γάλα ζῴων κατά τε τὰ μεγέθη τῶν σωμάτων <lb/>καὶ τὰς τῶν ἐδεσμάτων διαφοράς, οἷον ἐν
							Φάσει μέν ἐστι <pb n="92"/> βοίδια μικρὰ ὧν ἕκαστον βδάλλεται γάλα πολύ, αἱ δ’
							<lb/>Ἠπειρωτικαὶ βόες αἱ μεγάλαι βδάλλονται ἑκάστη ἀμφορέα <lb/>καὶ τούτου τὸ ἥμισυ
							κατὰ τοὺς δύο μαστούς· ὁ δὲ <lb/>βδάλλων ὀρθὸς ἕστηκεν, μικρὸν ἐπικύπτων, διὰ τὸ μὴ
							δύνασθαι <lb/>ἂν ἐφικέσθαι καθήμενος. Γίνεται δ’ ἔξω ὄνου καὶ <lb/>τἆλλα μεγάλα ἐν τῇ
							Ἠπείρῳ τετράποδα, μέγιστοι δ’ οἱ <lb/>βόες καὶ οἱ κύνες. Νομῆς δὲ δέονται τὰ μεγάλα
							πλείονος· <lb/>ἀλλ’ ἔχει πολλὴν ἡ χώρα τοιαύτην εὐβοσίαν, καὶ καθ’ ἑκάστην <lb/>ὥραν
							ἐπιτηδείους τόπους. Μέγιστοι δ’ οἵ τε βόες <lb/>εἰσὶ καὶ τὰ πρόβατα τὰ καλούμενα
							Πυρρικά, τὴν ἐπωνυμίαν <lb/>ἔχοντα ταύτην ἀπὸ Πύρρου τοῦ βασιλέως. Τῆς δὲ <lb/>τροφῆς
							ἡ μὲν σβέννυσι τὸ γάλα, οἷον ἡ Μηδικὴ πόα, καὶ <lb/>μάλιστα τοῖς μηρυκάζουσιν· ποιεῖ
							δὲ πολὺ ἕτερα, οἷον κύτισος <lb/>καὶ ὄροβοι, πλὴν κύτισος μὲν ὁ ἀνθῶν οὐ συμφέρει
							<lb/>(πίμπρησι γάρ), οἱ δὲ ὄροβοι ταῖς κυούσαις οὐ συμφέρουσι <lb/>(τίκτουσι γὰρ
							χαλεπώτερον). Ὅλως δὲ τὰ φαγεῖν δυνάμενα <lb/>τῶν τετραπόδων, ὥσπερ καὶ πρὸς τὴν
							κύησιν συμφέρει, <lb/>καὶ βδάλλεται πολὺ τροφὴν ἔχοντα. Ποιεῖ δὲ γάλα <lb/>καὶ τῶν
							φυσωδῶν ἔνια προσφερόμενα, οἷον καὶ κυάμων πλῆθος <lb/>ὀῒ καὶ αἰγὶ καὶ βοῒ καὶ
							χιμαίρᾳ· ποιεῖ γὰρ καθιέναι τὸ <lb/>οὖθαρ. Σημεῖον δὲ τοῦ γάλα πλεῖον γενήσεσθαι, ὅταν
							<lb/>πρὸ τοῦ τόκου τὸ οὖθαρ βλέπῃ κάτω. Γίνεται δὲ πολὺν <lb/>χρόνον γάλα πᾶσι τοῖς
							ἔχουσιν, ἂν ἀνόχευτα διατελῇ καὶ <lb/>τὰ ἐπιτήδεια ἔχωσι, μάλιστα δὲ τῶν τετραπόδων
							πρόβατον· <lb/>ἀμέλγεται γὰρ μῆνας ὀκτώ. Ὅλως δὲ τὰ μηρυκάζοντα <lb/>γάλα πολὺ καὶ
							χρήσιμον εἰς τυρείαν ἀμέλγεται. Περὶ <pb n="93"/> δὲ Τορώνην αἱ βόες ὀλίγας ἡμέρας πρὸ
							τοῦ τόκου διαλείπουσι, <lb/>τὸν δ’ ἄλλον χρόνον πάντα ἔχουσι γάλα. Τῶν δὲ
							<lb/>γυναικῶν τὸ πελιδνότερον γάλα βέλτιον τοῦ λευκοῦ τοῖς <lb/>τιτθευομένοις· καὶ αἱ
							μέλαιναι τῶν λευκῶν ὑγιεινότερον <lb/>ἔχουσιν. Τροφιμώτατον μὲν οὖν τὸ πλεῖστον ἔχον
							τυρόν, <lb/>ὑγιεινότερον δὲ τοῖς παιδίοις τὸ ἔλαττον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="22">
						<p>Σπέρμα δὲ προΐενται πάντα τὰ ἔχοντα αἷμα. Τί δὲ συμβάλλεται <lb/>εἰς τὴν γένεσιν καὶ
							πῶς, ἐν ἄλλοις λεχθήσεται. <lb/>Πλεῖστον δὲ κατὰ τὸ σῶμα ἄνθρωπος προΐεται. Ἔστι δὲ
							τῶν <lb/>μὲν ἐχόντων τρίχας γλίσχρον, τῶν δ’ ἄλλων ζῴων οὐκ ἔχει <lb/>γλισχρότητα.
							Λευκὸν δὲ πάντων· ἀλλ’ Ἡρόδοτος διέψευσται <lb/>γράψας τοὺς Αἰθίοπας προΐεσθαι
							μέλαιναν τὴν γονήν. <lb/>Τὸ δὲ σπέρμα ἐξέρχεται μὲν λευκὸν καὶ παχύ, ἂν ᾗ ὑγιεινόν,
							<lb/>θύραζε δ’ ἐλθὸν λεπτὸν γίνεται καὶ μέλαν. Ἐν δὲ τοῖς <lb/>πάγοις οὐ πήγνυται,
							ἀλλὰ γίνεται πάμπαν λεπτὸν καὶ ὑδατῶδες <lb/>καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸ πάχος· ὑπὸ δὲ τοῦ
							θερμοῦ πήγνυται <lb/>καὶ παχύνεται. Καὶ ὅταν ἐξίῃ χρονίσαν ἐν τῇ ὑστέρᾳ,
							<lb/>παχύτερον ἐξέρχεται, ἐνίοτε δὲ ξηρὸν καὶ συνεστραμμένον. <lb/>Καὶ τὸ μὲν γόνιμον
							ἐν τῷ ὕδατι χωρεῖ κάτω, τὸ δ’ <lb/>ἄγονον διαχεῖται. Ψευδὲς δ’ ἐστὶ καὶ ὃ Κτησίας
							γέγραφε <lb/>περὶ τῆς γονῆς τῶν ἐλεφάντων. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="4">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Δ.</head>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐναίμων ζῴων, ὅσα τε κοινὰ ἔχουσι <lb/>μέρη καὶ ὅσα ἴδια ἕκαστον
							γένος, καὶ τῶν ἀνομοιομερῶν καὶ <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν, καὶ ὅσα ἐντὸς καὶ ὅσα ἐκτός,
							εἴρηται πρότερον· <lb/>περὶ δὲ τῶν ἀναίμων ζῴων νυνὶ λεκτέον. Ἔστι δὲ <lb/>γένη πλείω,
							ἓν μὲν τὸ τῶν καλουμένων μαλακίων· ταῦτα δ’ <pb n="94"/> ἐστὶν ὅσα ἄναιμα ὄντα ἐκτὸς
							ἔχει τὸ σαρκῶδες, ἐντὸς δ’ εἴ τι <lb/>ἔχει στερεόν, καθάπερ καὶ τὰ ἔναιμα, οἷον τὸ τῶν
							σηπιῶν <lb/>γένος. Ἒν δὲ τὸ τῶν μαλακοστράκων· ταῦτα δ’ ἐστὶν <lb/>ὅσων ἐκτὸς τὸ
							στερεόν, ἐντὸς δὲ τὸ μαλακὸν καὶ σαρκῶδες· <lb/>τὸ δὲ σκληρὸν αὐτῶν ἐστὶν οὐ θραυστὸν
							ἀλλὰ θλαστόν, <lb/>οἷόν ἐστι τό τε τῶν καράβων γένος καὶ τὸ τῶν καρκίνων. <lb/>Ἔτι δὲ
							τὰ ὀστρακόδερμα· τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ὧν ἐντὸς μὲν τὸ <lb/>σαρκῶδές ἐστιν, ἐκτὸς δὲ τὸ
							στερεόν, θραυστὸν ὂν καὶ κατακτόν, <lb/>ἀλλ’ οὐ θλαστόν· τοιοῦτον δὲ τὸ τῶν κοχλιῶν
							γένος <lb/>καὶ τὸ τῶν ὀστρέων ἐστίν. Τέταρτον δὲ τὸ τῶν ἐντόμων, ὃ πολλὰ <lb/>καὶ
							ἀνόμοια περιείληφε εἴδη ζῴων. Ἔστι δ’ ἔντομα ὅσα <lb/>κατὰ τοὔνομα ἐστὶν ἐντομὰς
							ἔχοντα ἢ ἐν τοῖς ὑπτίοις ἢ ἐν τοῖς <lb/>πρανέσιν ἢ ἐν ἀμφοῖν, καὶ οὔτε ὀστῶδες ἔχει ἓν
							κεχωρισμένον <lb/>οὔτε σαρκῶδες, ἀλλὰ μέσον ἀμφοῖν· τὸ σῶμα γὰρ ὁμοίως <lb/>καὶ ἔσω
							καὶ ἔξω σκληρόν ἐστιν αὐτῶν. Ἔστι δ’ ἔντομα καὶ <lb/>ἄπτερα, οἷον ἴουλος καὶ
							σκολόπενδρα, καὶ πτερωτά, οἷον μέλιττα <lb/>καὶ μηλολόνθη καὶ σφήξ· καὶ ταὐτὸ δὲ γένος
							ἐστὶ <lb/>καὶ πτερωτὸν καὶ ἄπτερον, οἷον μύρμηκές εἰσι καὶ πτερωτοὶ <lb/>καὶ ἄπτεροι,
							καὶ αἱ καλούμεναι πυγολαμπίδες. Τῶν μὲν οὖν <lb/>μαλακίων καλουμένων τὰ μὲν ἔξω μόρια
							τάδ’ ἐστίν, ἓν μὲν οἱ <lb/>ὀνομαζόμενοι πόδες, δεύτερον δὲ τούτων ἐχομένη ἡ κεφαλή,
							<lb/>τρίτον δὲ τὸ κύτος, ὃ περιέχει τἀντὸς, καὶ καλοῦσιν αὐτὸ <lb/>κεφαλήν τινες, οὐκ
							ὀρθῶς καλοῦντες· ἔτι δὲ πτερύγια κύκλῳ <lb/>περὶ τὸ κύτος. Συμβαίνει δ’ ἐν πᾶσι τοῖς
							μαλακίοις μεταξὺ <lb/>τῶν ποδῶν καὶ τῆς γαστρὸς εἶναι τὴν κεφαλήν. Πόδας μὲν <pb n="95"/> οὖν ὀκτὼ πάντ’ ἔχει, καὶ τούτους δικοτύλους πάντα, πλὴν <lb/>ἑνὸς γένους
							πολυπόδων. Ἰδίᾳ δ’ ἔχουσιν αἵ τε σηπίαι καὶ <lb/>αἱ τευθίδες καὶ οἱ τεῦθοι δύο
							προβοσκίδας μακρὰς ἐπ’ <lb/>ἄκρων, τραχύτητα ἐχούσας δικότυλον, αἷς προσάγονταί τε
							<lb/>καὶ λαμβάνουσιν εἰς τὸ στόμα τὴν τροφήν, καὶ ὅταν χειμὼν <lb/>ᾖ, βαλλόμεναι πρός
							τινα πέτραν ὥσπερ ἀγκύρας ἀποσαλεύουσιν. <lb/>Τοῖς δ’ ὥσπερ πτερυγίοις, οἷς ἔχουσι
							περὶ τὸ <lb/>κύτος, νέουσιν. Ἐπὶ δὲ τῶν ποδῶν αἱ κοτυληδόνες ἅπασιν <lb/>εἰσίν. Ὁ μὲν
							οὖν πολύπους καὶ ὡς ποσὶ καὶ ὡς χερσὶ χρῆται <lb/>ταῖς πλεκτάναις. Προσάγεται μὲν οὖν
							ταῖς δυσὶ ταῖς <lb/>ὑπὲρ τοῦ στόματος· τῇ δ’ ἐσχάτῃ τῶν πλεκτανῶν, ἥ ἐστιν
							<lb/>ὀξυτάτη τε καὶ μόνη παράλευκος αὐτῶν καὶ ἐξ ἄκρου δικρόα <lb/>(ἔστι δ’ αὕτη ἐπὶ
							τῇ ῥάχει· καλεῖται δὲ ῥάχις τὸ λεῖον, οὖ <lb/>πρόσω αἱ κοτυληδόνες εἰσίν), ταύτῃ δὲ τῇ
							πλεκτάνῃ χρῆται <lb/>ἐν ταῖς ὀχείαις. Πρὸ τοῦ κύτους δ’ ὑπὲρ τῶν πλεκτανῶν <lb/>ἔχουσι
							κοῖλον αὐλόν, ᾧ τὴν θάλατταν ἀφιᾶσι δεξάμενοι τῷ <lb/>κύτει, ὅταν τι τῷ στόματι
							λαμβάνωσιν. Μεταβάλλει δὲ <lb/>τοῦτον ὁτὲ μὲν εἰς τὰ δεξιὰ ὁτὲ δὲ εἰς τὰ εὐώνυμα·
							ἀφιᾶσι <lb/>δὲ καὶ τὸν θόλον ταύτῃ. Νεῖ δὲ πλάγιος, ἐπὶ τὴν καλουμένην <lb/>κεφαλὴν
							ἐκτείνων τοὺς πόδας· οὕτω δὲ νέοντι συμβαίνει <lb/>προορᾶν μὲν εἰς τὸ πρόσθεν (ἐπάνω
							γάρ εἰσιν οἱ ὀφθαλμοί), <lb/>τὸ δὲ στόμα ἔχει ὄπισθεν. Τὴν δὲ κεφαλήν, ἕως ἂν ζῇ,
							<lb/>σκληρὰν ἔχει καθάπερ ἐμπεφυσημένην. Ἅπτεται δὲ καὶ κατέχει <lb/>ταῖς πλεκτάναις
							ὑπτίαις, καὶ ὁ μεταξὺ τῶν ποδῶν <lb/>ὑμὴν διατέταται πᾶς· ἐὰν δ’ εἰς τὴν ἄμμον ἐμπέσῃ,
							οὐκέτι <lb/>δύναται κατέχειν. Ἔχουσι δὲ διαφορὰν οἵ τε πολύποδες καὶ <pb n="96"/> τὰ
							εἰρημένα τῶν μαλακίων· τῶν μὲν γὰρ πολυπόδων τὸ <lb/>μὲν κύτος μικρόν, οἱ δὲ πόδες
							μακροί εἰσι, τῶν δὲ τὸ μὲν <lb/>κύτος μέγα, οἱ δὲ πόδες βραχεῖς, ὥστε μὴ πορεύεσθαι
							ἐπ’ <lb/>αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ πρὸς αὑτά, τὸ μὲν μακρότερόν ἐστιν ἡ <lb/>τευθίς, ἡ δὲ σηπία
							πλατύτερον. Τῶν δὲ τευθίδων οἱ τεῦθοι <lb/>καλούμενοι ἐπὶ πολὺ μείζους· γίγνονται γὰρ
							καὶ πέντε <lb/>πήχεων τὸ μέγεθος. Γίγνονται δὲ καὶ σηπίαι ἔνιαι διπήχεις, <lb/>καὶ
							πολυπόδων πλεκτάναι τηλικαῦται καὶ μείζους ἔτι τὸ <lb/>μέγεθος. Ἔστι δὲ τὸ γένος
							ὀλίγον τῶν τεύθων. Διαφέρουσι <lb/>δὲ τῷ σχήματι τῶν τευθίδων οἱ τεῦθοι· πλατύτερον
							γάρ <lb/>ἐστι τὸ ὀξὺ τῶν τεύθων, ἔτι δὲ τὸ κύκλῳ πτερύγιον περὶ <lb/>ἅπαν ἐστὶ τὸ
							κύτος· τῇ δὲ τευθίδι ἐλλείπει. Ἔστι δὲ πελάγιον, <lb/>ὥσπερ καὶ ἡ τευθίς. Μετὰ δὲ τοὺς
							πόδας ἡ κεφαλή <lb/>ἐστιν ἁπάντων ἐν μέσῳ τῶν ποδῶν τῶν καλουμένων πλεκτανῶν.
							<lb/>Ταύτης δὲ τὸ μέν ἐστι στόμα, ἐν ᾧ εἰσὶ δύο ὀδόντες· <lb/>ὑπὲρ δὲ τούτων ὀφθαλμοὶ
							μεγάλοι δύο, ὧν τὸ μεταξὺ μικρὸς <lb/>χόνδρος ἔχων ἐγκέφαλον μικρόν. Ἐν δὲ τῷ στόματί
							ἐστι <lb/>μικρὸν σαρκῶδες· γλῶτταν δ’ οὐκ ἔχει αὐτῶν οὐδέν, ἀλλὰ <lb/>τούτῳ χρῆται
							ἀντὶ γλώττης. Μετὰ δὲ τοῦτο ἔξωθεν μὲν <lb/>ἔστιν ἰδεῖν τὸ φαινόμενον κύτος. Ἔστι δ’
							αὐτοῦ ἡ σὰρξ <lb/>σχιστή, οὐκ εἰς εὐθὺ μέν τοι ἀλλὰ κύκλῳ· δέρμα δ’ ἔχουσι <lb/>πάντα
							τὰ μαλάκια περὶ ταύτην. Μετὰ δὲ τὸ στόμα ἔχουσιν <lb/>οἰσοφάγον μακρὸν καὶ στενόν,
							ἐχόμενον δὲ τούτου πρόλοβον <lb/>μέγαν καὶ περιφερῆ ὀρνιθώδη. Τούτου δ’ ἔχεται ἡ
							κοιλία <lb/>οἷον ἤνυστρον· τὸ δὲ σχῆμα ὅμοιον τῇ ἐν τοῖς κήρυξιν ἑλίκῃ. <lb/>Ἀπὸ δὲ
							ταύτης ἄνω πάλιν φέρει πρὸς τὸ στόμα ἔντερον <lb/>λεπτόν· παχύτερον δ’ ἐστὶ τοῦ
							στομάχου τὸ ἔντερον. <pb n="97"/> Σπλάγχνον δ’ οὐδὲν ἔχει τῶν μαλακίων, ἀλλ’ ἢν
							καλοῦσι <lb/>μύτιν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ θολόν. Τοῦτον δὲ πλεῖστον αὐτῶν <lb/>καὶ μέγιστον ἡ
							σηπία ἔχει· ἀφίησι μὲν οὖν ἅπαντα, ὅταν <lb/>φοβηθῇ, μάλιστα δὲ ἡ σηπία. Ἡ μὲν οὖν
							μύτις κεῖται ὑπὸ <lb/>τὸ στόμα, καὶ δι’ αὐτῆς τείνει ὁ στόμαχος· ᾗ δὲ τὸ ἔντερον
							<lb/>ἀνατείνει, κάτωθεν ὁ θολός, καὶ τῷ αὐτῷ ὑμένι περιεχόμενον <lb/>ἔχει τὸν πόρον τῷ
							ἐντέρῳ, καὶ ἀφίησι κατὰ ταὐτὸν <lb/>τόν τε θολὸν καὶ τὸ περίττωμα· ἔχουσι δὲ καὶ
							τριχώδη <lb/>ἄττα ἐν τῷ σώματι. Τῇ μὲν οὖν σηπίᾳ καὶ τῇ τευθίδι καὶ τῷ <lb/>τεύθῳ
							ἐντός ἐστι τὰ στερεὰ ἐν τῷ πρανεῖ τοῦ σώματος, ἃ <lb/>καλοῦσι τὸ μὲν σήπιον τὸ δὲ
							ξίφος. Διαφέρει δέ· τὸ μὲν <lb/>γὰρ σήπιον ἰσχυρὸν καὶ πλατύ ἐστι, μεταξὺ ἀκάνθης καὶ
							<lb/>ὀστοῦ, ἔχον ἐν αὑτῷ ψαθυρότητα σομφήν, τὸ δὲ τῶν τευθίδων <lb/>λεπτὸν καὶ
							χονδρωδέστερον. Τῷ δὲ σχήματι διαφέρουσιν <lb/>ἀλλήλων ὥσπερ καὶ τὰ κύτη. Οἱ δὲ
							πολύποδες οὐκ ἔχουσιν <lb/>ἔσω τερεὸν τοιοῦτον οὐδέν, ἀλλὰ περὶ τὴν κεφαλὴν χονδρῶδες,
							<lb/>ὃ γίνεται, ἐάν τις αὐτῶν παλαιωθῇ, σκληρόν. Τὰ δὲ <lb/>θήλεα τῶν ἀρρένων
							διαφέρουσιν· οἱ μὲν γὰρ ἄρρενες ἔχουσι <lb/>πόρον ὑπὸ τὸν στόμαχον, ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου
							τείνοντα πρὸς <lb/>τὰ κάτω τοῦ κύτους· ἔστι δὲ πρὸς ὃ τείνει, ὅμοιον μαστῷ· <lb/>ἐν δὲ
							ταῖς θηλείαις δύο τε ταῦτ’ ἐστὶ καὶ ἄνω. Ἀμφοτέροις <lb/>δ’ ὑπὸ ταῦτα ἐρυθρὰ ἄττα
							σωμάτια πρόσεστιν. Τὸ <lb/>δ’ ᾠὸν ὁ μὲν πολύπους ἓν καὶ ἀνώμαλον ἔξωθεν καὶ μέγα
							<lb/>ἴσχει· ἔσω δὲ τὸ ὑγρόν, ὁμόχρουν ἅπαν καὶ λεῖον, χρῶμα <lb/>δὲ λευκόν· τὸ δὲ
							πλῆθος τοῦ ᾠοῦ τοσοῦτον ὥστε πληροῦν <lb/>ἀγγεῖον μεῖζον τῆς τοῦ πολύποδος κεφαλῆς. Ἡ
							δὲ σηπία <pb n="98"/> δύο τε τὰ κύτη καὶ πολλὰ ᾠὰ ἐν τούτοις, χαλάζαις ὅμοια
							<lb/>λευκαῖς. Ἕκαστα δὲ τούτων ὡς κεῖται τῶν μορίων, θεωρείσθω <lb/>ἐκ τῆς ἐν ταῖς
							ἀνατομαῖς διαγραφῆς. Πάντα δὲ τὰ <lb/>ἄρρενα ταῦτα τῶν θηλειῶν διαφέρει, καὶ μάλιστα ἡ
							σηπία· <lb/>τά τε γὰρ πρανῆ τοῦ κύτους πάντα μελάντερα τῶν ὑπτίων <lb/>τραχύτερά τε
							ἔχει ὁ ἄρρην τῆς θηλείας, καὶ διαποίκιλα <lb/>ῥάβδοις, καὶ τὸ ὀρροπύγιον ὀξύτερον.
							Ἔστι δὲ γένη πλείω <lb/>πολυπόδων, ἓν μὲν τὸ μάλιστ’ ἐπιπολάζον καὶ μέγιστον αὐτῶν
							<lb/>(εἰσὶ δὲ πολὺ μείζους οἱ πρόσγειοι τῶν πελαγίων), ἔτι δ’ <lb/>ἄλλοι μικροί,
							ποικίλοι, οἳ οὐκ ἐσθίονται. Ἄλλα τε δύο, <lb/>ἥ τε καλουμένη ἑλεδώνη, μήκει τε
							διαφέρουσα τῷ τῶν ποδῶν <lb/>καὶ τῷ μονοκότυλον εἶναι μόνην τῶν μαλακίων (τὰ γὰρ
							<lb/>ἄλλα πάντα δικότυλά ἐστι), καὶ ἣν καλοῦσιν οἱ μὲν βολίταιναν <lb/>οἱ δ’ ὄζολιν.
							Ἔτι δ’ ἄλλοι δύο ἐν ὀστρείοις, ὅ τε <lb/>καλούμενος ὑπό τινων ναυτίλος καὶ ποντίλος,
							ὑπ’ ἐνίων δ’ <lb/>ᾠὸν πολύποδος· τὸ δ’ ὄστρακον αὐτοῦ ἐστὶν οἷον κτεὶς κοῖλος <lb/>καὶ
							οὐ συμφυής. Οὗτος νέμεται πολλάκις παρὰ τὴν <lb/>γῆν, εἶθ’ ὑπὸ τῶν κυμάτων ἐκκλύζεται
							εἰς τὸ ξηρόν, καὶ περιπεσόντος <lb/>τοῦ ὀστρέου ἁλίσκεται καὶ ἐν τῇ γῇ ἀποθνήσκει.
							<lb/>Εἰσὶ δ’ οὗτοι μικροί, τὸ εἶδος ὅμοιοι ταῖς βολιταίναις. <lb/>Καὶ ἄλλος ἐν ὀστράκῳ
							οἷον κοχλίας, ὃς οὐκ ἐξέρχεται ἐκ τοῦ <lb/>ὀστράκου, ἀλλ’ ἔνεστιν ὥσπερ ὁ κοχλίας, καὶ
							ἔξω ἐνίοτε τὰς <lb/>πλεκτάνας προτείνει. Περὶ μὲν οὖν τῶν μαλακίων εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Τῶν δὲ μαλακοστράκων ἓν μέν ἐστι γένος τὸ τῶν καράβων, <lb/>καὶ τούτῳ παραπλήσιον
							ἕτερον τὸ τῶν καλουμένων <lb/>ἀστακῶν· οὗτοι δὲ διαφέρουσι τῶν καράβων τῷ ἔχειν χηλὰς
							<lb/>καὶ ἄλλας τινὰς διαφορὰς οὐ πολλάς. Ἓν δὲ τὸ τῶν καρίδων, <pb n="99"/> καὶ ἄλλο
							τὸ τῶν καρκίνων. Γένη δὲ πλείω τῶν καρίδων <lb/>ἐστὶ καὶ τῶν καρκίνων, τῶν μὲν καρίδων
							αἵ τε κυφαὶ <lb/>καὶ αἱ κράγγονες καὶ τὸ μικρὸν γένος (αὗται γὰρ οὐ γίνονται
							<lb/>μείζους), τῶν δὲ καρκίνων παντοδαπώτερον τὸ γένος καὶ <lb/>οὐκ εὐαρίθμητον.
							Μέγιστον μὲν οὖν ἐστὶν ἃς καλοῦσι μαίας, <lb/>δεύτερον δὲ οἵ τε πάγουροι καὶ οἱ
							Ἡρακλεωτικοὶ καρκίνοι, <lb/>ἔτι δ’ οἱ ποτάμιοι· οἱ δ’ ἄλλοι ἐλάττους καὶ ἀνωνυμώτεροι.
							<lb/>Περὶ δὲ τὴν Φοινίκην γίνονται ἐν τῷ αἰγιαλῷ οὓς καλοῦσιν <lb/>ἱππεῖς διὰ τὸ οὕτως
							ταχέως θεῖν ὥστε μὴ ῥᾴδιον εἶναι καταλαβεῖν· <lb/>ἀνοιχθέντες δὲ κενοὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν
							νομήν. Ἔστι <lb/>δὲ καὶ ἕτερον γένος μικρὸν μὲν ὥσπερ οἱ καρκίνοι, τὸ δὲ εἶδος
							<lb/>ὅμοιον τοῖς ἀστακοῖς. Πάντα μὲν οὖν ταῦτα, καθάπερ <lb/>εἴρηται πρότερον, τὸ μὲν
							στερεὸν καὶ ὀστρακῶδες ἐκτὸς ἔχει <lb/>ἐν τῇ χώρᾳ τῇ τοῦ δέρματος, τὸ δὲ σαρκῶδες
							ἐντός, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς ὑπτίοις πλακωδέστερα, εἰς ἃ καὶ ἐκτίκτουσιν αἱ θήλειαι.
							<lb/>Πόδας δ’ οἱ μὲν κάραβοι ἐφ’ ἑκάτερα ἔχουσι πέντε σὺν ταῖς <lb/>ἐσχάταις χηλαῖς·
							ὁμοίως δὲ καὶ οἱ καρκίνοι δέκα τοὺς πάντας <lb/>σὺν ταῖς χηλαῖς. Τῶν δὲ καρίδων αἱ μὲν
							κυφαὶ πέντε μὲν <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα ἔχουσιν, ὀξεῖς τοὺς πρὸς τῇ κεφαλῇ, ἄλλους δὲ
							<lb/>πέντε ἐφ’ ἑκάτερα κατὰ τὴν γαστέρα, τὰ ἄκρα ἔχοντας <lb/>πλατέα· πλάκας δ’ ἐν
							τοῖς ὑπτίοις οὐκ ἔχουσι, τὰ δ’ ἐν τοῖς <lb/>πρανέσιν ὅμοια τοῖς καράβοις. Ἡ δὲ κραγγὼν
							τὸ ἀνάπαλιν· <lb/>τοὺς πρώτους γὰρ ἔχει τέτταρας ἐφ’ ἑκάτερα, εἶτ’ <lb/>ἄλλους
							ἐχομένους λεπτοὺς τρεῖς ἐφ’ ἑκάτερα, τὸ δὲ λοιπὸν <lb/>πλεῖον μόριον τοῦ σώματος ἄπουν
							ἐστίν. Κάμπτονται δ’ οἱ <lb/>μὲν πόδες πάντων εἰς τὸ πλάγιον, ὥσπερ καὶ τῶν ἐντόμων,
							<lb/>αἱ δὲ χηλαί, ὅσα ἔχει χηλάς, εἰς τὸ ἐντός. Ἔχει δ’ ὁ κάραβος <lb/>καὶ κέρκον,
							πτερύγια δὲ πέντε· καὶ ἡ καρὶς ἡ κυφὴ <lb/>τὴν οὐρὰν καὶ πτερύγια τέτταρα. Ἔχει δὲ καὶ
							ἡ κραγγὼν <pb n="100"/> πτερύγια ἐφ’ ἑκάτερα ἐν τῇ οὐρᾷ· τὸ δὲ μέσον αὐτῶν ἀμφότεραι
							<lb/>ἀκανθῶδες, πλὴν αὗται μὲν πλατύ, ἡ δὲ κυφὴ ὀξύ. <lb/>Ὁ δὲ καρκίνος μόνος τῶν
							τοιούτων ἀνορροπύγιον· καὶ τὸ <lb/>σῶμα τὸ μὲν τῶν καρίδων καὶ τῶν καράβων πρόμηκες,
							τὸ <lb/>δὲ τῶν καρκίνων στρογγύλον. Διαφέρει δ’ ὁ κάραβος ὁ ἄρρην <lb/>τῆς θηλείας·
							τῆς μὲν γὰρ θηλείας ὁ πρῶτος ποὺς δίκρους <lb/>ἐστί, τοῦ δ’ ἄρρενος μῶνυξ, καὶ τὰ
							πτερύγια τὰ ἐν τῷ ὑπτίῳ <lb/>ἡ μὲν θήλεια μεγάλα ἔχει καὶ ἐπαλλάττοντα πρὸς τῷ
							<lb/>τραχήλῳ, ὁ δ’ ἄρρην ἐλάττω καὶ οὐκ ἐπαλλάττοντα· ἔτι <lb/>τοῦ μὲν ἄρρενος ἐν τοῖς
							τελευταίοις ποσὶ μεγάλα καὶ ὀξέα <lb/>ἐστὶν ὥσπερ πλῆκτρα, τῆς δὲ θηλείας ταῦτα μικρὰ
							καὶ λεῖα. <lb/>Ὁμοίως δ’ ἔχουσιν ἀμφότερα κεραίας δύο πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν <lb/>μεγάλας
							καὶ τραχείας, καὶ ἄλλα κεράτια μικρὰ ὑποκάτω <lb/>λεῖα. Τὰ δ’ ὄμματα πάντων τούτων
							ἐστὶ σκληρόφθαλμα, <lb/>καὶ κινεῖται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς καὶ εἰς τὸ πλάγιον· ὁμοίως
							<lb/>δὲ καὶ τοῖς καρκίνοις τοῖς πλείστοις, καὶ ἔτι μᾶλλον. Ὁ δ’ <lb/>ἀστακὸς τὸ μὲν
							ὅλον ὑπόλευκον ἔχει τὸ χρῶμα, μέλανι δὲ <lb/>διαπεπασμένον. Ἔχει δὲ τοὺς μὲν ὑποκάτω
							πόδας τοὺς <lb/>ἄχρι τῶν μεγάλων ὀκτώ, μετὰ δὲ ταῦτα τοὺς μεγάλους πολλῷ <lb/>μείζους
							καὶ ἐξ ἄκρου πλατυτέρους ἢ ὁ κάραβος, ἀνωμάλους <lb/>δ’ αὐτούς· ὁ μὲν γὰρ δεξιὸς τὸ
							πλατὺ τὸ ἔσχατον <lb/>πρόμηκες ἔχει καὶ λεπτόν, ὁ δ’ ἀριστερὸς παχὺ καὶ στρογγύλον.
							<lb/>Ἐξ ἄκρου δ’ ἑκάτερος ἐσχισμένος ὥσπερ σιαγὼν <lb/>ὀδόντας ἔχων καὶ κάτωθεν καὶ
							ἄνωθεν, πλὴν ὁ μὲν δεξιὸς <lb/>μικροὺς ἅπαντας καὶ καρχαρόδοντας, ὁ δ’ ἀριστερὸς ἐξ
							<lb/>ἄκρου μὲν καρχαρόδοντας, τοὺς δ’ ἐντὸς ὥσπερ γομφίους, <pb n="101"/> ἐκ μὲν τοῦ
							κάτω μέρους τέτταρας καὶ συνεχεῖς, ἄνωθεν <lb/>δὲ τρεῖς καὶ οὐ συνεχεῖς. Κινοῦσι δὲ τὸ
							ἄνω μέρος ἀμφότεροι, <lb/>καὶ προσπιέζουσι πρὸς τὸ κάτω· βλαισοὶ δ’ ἀμφότεροι <lb/>τῇ
							θέσει, καθάπερ πρὸς τὸ λαβεῖν καὶ πιέσαι πεφυκότες. <lb/>Ἐπάνω δὲ τῶν μεγάλων ἄλλοι
							δύο δασεῖς, μικρὸν <lb/>ὑποκάτω τοῦ στόματος, καὶ ὑποκάτω τούτων τὰ βραγχιώδη <lb/>τὰ
							περὶ τὸ στόμα, δασέα καὶ πολλά. Ταῦτα δ’ ἀεὶ <lb/>διατελεῖ κινῶν· κάμπτει δὲ καὶ
							προσάγεται τοὺς δύο πόδας <lb/>πρὸς τὸ στόμα τοὺς δασεῖς. Ἔχουσι δὲ καὶ παραφυάδας
							<lb/>λεπτὰς οἱ πρὸς τῷ στόματι πόδες. Ὀδόντας δ’ ἔχει δύο καθάπερ <lb/>ὁ κάραβος,
							ἐπάνω δὲ τούτων τὰ κέρατα μακρά, βραχύτερα <lb/>δὲ καὶ λεπτότερα πολὺ ἢ ὁ κάραβος, καὶ
							ἄλλα <lb/>τέτταρα τὴν μὲν μορφὴν ὅμοια τούτοις, βραχύτερα δὲ καὶ <lb/>λεπτότερα.
							Τούτων δ’ ἐπάνω τοὺς ὀφθαλμοὺς μικροὺς καὶ <lb/>βραχεῖς, οὐχ ὥσπερ ὁ κάραβος μεγάλους.
							Τὸ δ’ ἐπάνω τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν ὀξὺ καὶ τραχύ, καθαπερανεὶ μέτωπον, μεῖζον <lb/>ἢ ὁ
							κάραβος. Ὅλως δὲ τὸ μὲν πρόσωπον ὀξύτερον, τὸν δὲ <lb/>θώρακα εὐρύτερον ἔχει πολὺ τοῦ
							καράβου, καὶ τὸ ὅλον σῶμα <lb/>σαρκωδέστερον καὶ μαλακώτερον. Τῶν δ’ ὀκτὼ ποδῶν οἱ
							<lb/>μὲν τέτταρες ἐξ ἄκρου δίκροοί εἰσιν, οἱ δὲ τέτταρες οὔ. Τὰ <lb/>δὲ περὶ τὸν
							τράχηλον καλούμενον διῄρηται μὲν ἔξωθεν πενταχῇ, <lb/>καὶ ἕκτον ἐστὶ τὸ πλατὺ καὶ
							ἔσχατον, πέντε πλάκας <lb/>ἔχον· τὰ δ’ ἐντός, εἰς ἃ προεντίκτουσιν αἱ θήλειαι, δασέα
							<lb/>τέτταρα. Καθ’ ἕκαστον δὲ τῶν εἰρμηένων πρὸς τὰ ἔξω ἄκανθαν <lb/>ἔχει βραχεῖαν καὶ
							ὀρθήν. Τὸ δ’ ὅλον σῶμα καὶ τὰ περὶ <lb/>τὸν θώρακα λεῖα ἔχει, οὐχ ὥσπερ ὁ κάραβος
							τραχύς· <pb n="102"/> ἀλλ’ ἐν τοῖς μεγάλοις ποσὶ τὰ ἔξωθεν ἀκάνθας ἔχει μείζους.
							<lb/>Τῆς δὲ θηλείας πρὸς τὸν ἄρρενα οὐδεμία διαφορὰ φαίνεται· <lb/>καὶ γὰρ ὁ ἄρρην καὶ
							ἡ θήλεια ὁποτέραν ἂν τύχῃ τῶν χηλῶν <lb/>ἔχουσι μείζω, ἴσας μέντοι ἀμφοτέρας οὐδέτερος
							οὐδέποτε. <lb/>Τὴν δὲ θάλατταν δέχονται μὲν παρὰ τὸ στόμα πάντα <lb/>τὰ τοιαῦτα,
							ἀφιᾶσι δ’ ἐπιλαμβάνοντα μικρὸν τούτου <lb/>μόριον οἱ καρκίνοι, οἱ δὲ κάραβοι παρὰ τὰ
							βραγχιοειδῆ· <lb/>ἔχουσι δὲ τὰ βραγχιοειδῆ πολλὰ οἱ κάραβοι. Κοινὸν δὲ <lb/>πάντων
							τούτων ἐστίν· ὀδόντας τε πάντ’ ἔχει δύο (καὶ γὰρ <lb/>οἱ κάραβοι τοὺς πρώτους δύο
							ἔχουσι) καὶ τὸ στόμα σαρκωδέστερον <lb/>ἀντὶ γλώττης, εἶτα κοιλίαν τοῦ στόματος
							ἐχομένην <lb/>εὐθύς, πλὴν οἱ κάραβοι μικρὸν στόμαχον πρὸ τῆς κοιλίας, <lb/>εἶτ’ ἐκ
							ταύτης ἔντερον εὐθύ. Τελευτᾷ δὲ τοῦτο τοῖς μὲν καραβοειδέσι <lb/>καὶ καρίσι κατ’
							εὐθυωρίαν πρὸς τὴν οὐράν, ᾗ τὸ <lb/>περίττωμα ἀφιᾶσι καὶ τὰ ᾠὰ ἐκτίκτουσιν, τοῖς δὲ
							καρκίνοις, <lb/>ᾗ τὸ ἐπίπτυγμα ἔχουσι, κατὰ μέσον τὸ ἐπίπτυγμα. <lb/>Ἐκτὸς δὲ καὶ
							οὗτοι, ᾗ τὰ ᾠὰ ἐκτίκτουσιν. Ἔτι τὰ θήλεα <lb/>αὐτῶν παρὰ τὸ ἔντερον τὴν τὸν ᾠῶν χώραν
							ἔχουσιν. Καὶ <lb/>τὴν καλουμένην δὲ μύτιν ἢ μήκωνα πλείω ἢ ἐλάττω πάντ’ <lb/>ἔχει
							ταῦτα. Τὰς δὲ ἰδίας ἤδη διαφορὰς καθ’ ἕκαστον δεῖ θεωρεῖν. <lb/>Οἱ μὲν οὖν κάραβοι,
							ὥσπερ εἴρηται, δύο ἔχουσιν ὀδόντας <lb/>μεγάλους καὶ κοίλους, ἐν οἷς ἔνεστι χυμὸς
							ὅμοιος τῇ <lb/>μύτιδι, μεταξὺ δὲ τῶν ὀδόντων σαρκίον γλωττοειδές. Ἀπὸ <lb/>δὲ τοῦ
							στόματος ἔχει οἰσοφάγον βραχὺν καὶ κοιλίαν τούτου <lb/>ἐχομένην ὑμενώδη, ἧς πρὸς τῷ
							στόματι ὀδόντες εἰσὶ τρεῖς, οἱ <lb/>μὲν δύο κατ’ ἀλλήλους, ὁ δὲ εἷς ὑποκάτω. Τῆς δὲ
							κοιλίας <lb/>ἐκ τοῦ πλαγίου ἔντερόν ἐστιν ἁπλοῦν καὶ ἰσοπαχὲς δι’ <pb n="103"/> ὅλου
							μέχρι πρὸς τὴν ἔξοδον τοῦ περιττώματος. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν πάντα ἔχουσι καὶ οἱ κάραβοι
							καὶ αἱ καρίδες καὶ οἱ <lb/>καρκίνοι· καὶ γὰρ ὀδόντας δύο ἔχουσιν οἱ καρκίνοι. Ἔτι
							<lb/>δ’ οἵ γε κάραβοι πόρον ἔχουσι ἀπὸ τοῦ στήθους ἠρτημένον <lb/>μέχρι πρὸς τὴν
							ἔξοδον τοῦ περιττώματος· οὗτος δ’ ἐστὶ τῇ <lb/>μὲν θηλείᾳ ὑστερικός, τῷ δ’ ἄρρενι
							θορικός. Ἔστι δ’ ὁ πόρος <lb/>οὗτος πρὸς τῷ κοίλῳ τῆς σαρκός, ὥστε μεταξὺ εἶναι τὴν
							<lb/>σάρκα· τὸ μὲν γὰρ ἔντερον πρὸς τῷ κυρτῷ ἐστίν, ὁ δὲ πόρος <lb/>πρὸς τῷ κοίλῳ,
							ὁμοίως ἔχοντα ταῦτα ὥσπερ τοῖς τετράποσιν. <lb/>Διαφέρει δ’ οὐθὲν ὁ τοῦ ἄρρενος ἢ τῆς
							θηλείας· <lb/>ἀμφότεροι γάρ εἰσι λεπτοὶ καὶ λευκοὶ καὶ ὑγρότητα ἔχοντες <lb/>ἐν αὑτοῖς
							ὠχράν, ἔτι δ’ ἠρτημένοι ἀμφότεροι ἐκ τοῦ στήθους. <lb/>Ἔχουσι δ’ οὕτω τὸ ᾠὸν καὶ αἱ
							καρίδες καὶ τὰς ἑλίκας. <lb/>Ἴδια δ’ ἔχει ὁ ἄρρην πρὸς τὴν θήλειαν ἐν τῇ σαρκὶ κατὰ τὸ
							<lb/>στῆθος δύο λεύκ’ ἄττα καθ’ αὑτά, ὅμοια τὸ χρῶμα καὶ τὴν <lb/>σύστασιν ταῖς τῆς
							σηπίας προβοσκίσιν· εἱλιγμένα δ’ ἐστὶ <lb/>ταῦτα ὥσπερ ἡ τοῦ κήρυκος μήκων. Ἡ δ’ ἀρχὴ
							τούτων <lb/>ἐστὶν ἀπὸ τῶν κοτυληδόνων, αἵ εἰσιν ὑποκάτω τῶν ἐσχάτων <lb/>ποδῶν. Ἔχει
							δὲ καὶ ἐν τούτῳ σάρκα ἐρυθρὰν καὶ αἱματώδη <lb/>τὴν χρόαν, τῇ δ’ ἁφῇ γλίσχραν καὶ οὐχ
							ὁμοίαν τῇ σαρκί. <lb/>Ἀπὸ δὲ τοῦ περὶ τὰ στήθη κηρυκώδους ἄλλος ἐστὶν <lb/>ἑλιγμός,
							ὥσπερ ἁρπεδόνη τὸ πάχος· ὧν ὑποκάτω δύο ἄττα <lb/>ψαθυρά ἐστι προσηρτημένα τῷ ἐντέρῳ
							θορικά. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ὁ ἄρρην ἔχει· ἡ δὲ θήλεια ᾠὰ ἴσχει τὸ χρῶμα <lb/>ἐρυθρά, ὧν
							ἡ πρόσφυσίς ἐστι πρὸς τῇ κοιλίᾳ καὶ τοῦ ἐντέρου <lb/>ἑκατέρωθι μέχρι εἰς τὰ σαρκώδη,
							ὑμένι λεπτῷ <lb/>περιεχόμενα. Τὰ μὲν οὖν μόρια ὅσα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἔχουσι, <lb/>ταῦτά
							ἐστιν. </p>
					</div>
					<pb n="104"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Συμβέβηκε δὲ τῶν μὲν ἐναίμων τὰ ἐντὸς μόρια ὀνόματα <lb/>ἔχειν· πάντα γὰρ σπλάγχνα
							ἔχει τὰ ἔσωθεν· τῶν δ’ ἀναίμων <lb/>οὐδέν, ἀλλὰ κοινὸν τούτοις καὶ ἐκείνοις πᾶσι
							κοιλία καὶ <lb/>στόμαχος καὶ ἔντερον. Οἱ δὲ καρκίνοι, περὶ μὲν τῶν χηλῶν <lb/>καὶ τῶν
							ποδῶν, ὅτι ἔχουσι καὶ πῶς ἔχουσιν, εἴρηται <lb/>πρότερον· ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πολὺ πάντες τὴν
							δεξιὰν ἔχουσι μείζω <lb/>χηλὴν καὶ ἰσχυροτέραν. Εἴρηται δὲ πρότερον καὶ περὶ
							<lb/>ὀφθαλμῶν, ὅτι εἰς τὸ πλάγιον βλέπουσιν οἱ πλεῖστοι. Τὸ <lb/>δὲ κύτος τοῦ σώματος
							ἕν ἐστιν ἀδιόριστον, ἔτι δὲ κεφαλή, <lb/>καὶ εἴ τι ἄλλο μόριον. Ἔχουσι δ’ ὀφθαλμοὺς οἱ
							μὲν ἐκ <lb/>τοῦ πλαγίου ἄνω ὑπὸ τὸ πρανὲς εὐθὺς πολὺ διεστῶτας, <lb/>ἔνιοι δ’ ἐν μέσῳ
							καὶ ἐγγὺς ἀλλήλων, οἷον οἱ Ἡρακλεωτικοὶ <lb/>καὶ αἱ μαῖαι. Ὑποκάτω δὲ τὸ στόμα τῶν
							ὀφθαλμῶν, καὶ <lb/>ἐν αὐτῷ ὀδόντας δύο ὥσπερ ὁ κάραβος, πλὴν οὐ στρογγύλοι <lb/>οὗτοι
							ἀλλὰ μακροί. Καὶ ἐπὶ τούτων ἐπικαλύμματά ἐστι <lb/>δύο, ὧν μεταξύ ἐστιν οἷάπερ ὁ
							κάραβος ἔχει πρὸς τοῖς ὀδοῦσιν. <lb/>Δέχεται μὲν οὖν τὸ ὕδωρ παρὰ τὸ στόμα, ἀπωθῶν
							<lb/>τοῖς ἐπικαλύμμασιν, ἀφίησι δὲ κατὰ τοὺς ἄνω πόρους τοῦ <lb/>στόματος, ἐπιλαμβάνων
							τοῖς ἐπικαλύμμασιν, ᾗ εἰσῆλθεν· οὗτοι <lb/>δ’ εἰσὶν εὐθὺς ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς· καὶ ὅταν
							δέξηται τὸ <lb/>ὕδωρ, ἐπιλαμβάνει τὸ στόμα τοῖς ἐπικαλύμμασιν ἀμφοτέροις, <lb/>ἔπειθ’
							οὕτως ἀποπυτίζει τὴν θάλατταν. Ἐχόμενος <lb/>δὲ τῶν ὀδόντων ὁ στόμαχος βραχὺς πάμπαν,
							ὥστε δοκεῖν <lb/>εὐθὺς εἶναι μετὰ τὸ στόμα τὴν κοιλίαν. Καὶ κοιλία τούτου <lb/>ἐχομένη
							δικρόα, ἧς ἐκ μέσης μὲν τὸ ἔντερόν ἐστιν ἁπλοῦν <lb/>καὶ λεπτόν· τελευτᾷ δὲ τὸ ἔντερον
							ὑπὸ τὸ ἐπικάλυμμα τὸ <lb/>ἔξω, ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον. Ἔχει δὲ τὸ μεταξὺ <pb n="105"/> τῶν ἐπικαλυμμάτων, οἷάπερ ὁ κάραβος, πρὸς τοῖς ὀδοῦσιν. <lb/>Ἐν δὲ τῷ
							κύτει ἔσω χυμός ἐστιν ὠχρός, καὶ μίκρ’ ἄττα προμήκη <lb/>λευκά, καὶ ἄλλα πυρρὰ
							διαπεπασμένα. Διαφέρει <lb/>δ’ ὁ ἄρρην τῆς θηλείας τῷ μεγέθει καὶ τῷ πλάτει καὶ
							<lb/>τῷ ἐπικαλύμματι· μεῖζον γὰρ τοῦτο ἔχει ἡ θήλεια, καὶ <lb/>πλέον ἀφεστηκὸς καὶ
							συνηρεφέστερον, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>θηλειῶν καράβων.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν τῶν μαλακοστράκων μόρια τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τὰ δ’ ὀστρακόδερμα τῶν ζῴων, οἷον οἵ τε κοχλίαι <lb/>καὶ οἱ κόχλοι καὶ πάντα τὰ
							καλούμενα ὄστρεα, ἔτι δὲ <lb/>τὸ τῶν ἐχίνων γένος, τὸ μὲν σαρκῶδες, ὅσα σάρκας ἔχει,
							<lb/>ὁμοίως ἔχει τοῖς μαλακοστράκοις (ἐντὸς γὰρ ἔχει), τὸ δ’ <lb/>ὄστρακον ἐκτός,
							ἐντὸς δ’ οὐθὲν σκληρόν. Αὐτὰ δὲ πρὸς <lb/>αὑτὰ διαφορὰς ἔχει πολλὰς καὶ κατὰ τὰ
							ὄστρακα καὶ <lb/>κατὰ τὴν σάρκα τὴν ἐντός. Τὰ μὲν γὰρ αὐτῶν οὐκ ἔχει <lb/>σάρκα
							οὐδεμίαν, οἷον ἐχῖνος, τὰ δ’ ἔχει μέν, ἐντὸς δ’ ἔχει <lb/>τὴν σάρκα ἀφανῆ πᾶσαν πλὴν
							τῆς κεφαλῆς, οἷον οἵ τε χερσαῖοι <lb/>κοχλίαι καὶ τὰ καλούμενα ὑπό τινων κοκάλια καὶ
							τῶν <lb/>ἐν τῇ θαλάττῃ αἵ τε πορφύραι καὶ οἱ κήρυκες καὶ ὁ κόχλος <lb/>καὶ τἆλλα τὰ
							στρομβώδη. Τῶν δ’ ἄλλων τὰ μέν ἐστι δίθυρα <lb/>τὰ δὲ μονόθυρα· λέγω δὲ δίθυρα τὰ
							δυσὶν ὀστράκοις <lb/>περιέχομενα, μονόθυρα δὲ τὰ ἑνί· τὸ δὲ σαρκῶδες ἐπιπολῆς,
							<lb/>οἷον ἡ λεπάς. Τῶν δὲ διθύρων τὰ μέν ἐστιν, ἀνάπτυχα, <lb/>οἷον οἱ κτένες καὶ οἱ
							μύες· ἅπαντα γὰρ τὰ τοιαῦτα τῇ <lb/>μὲν συμπέφυκε τῇ δὲ διαλέλυται, ὥστε συγκλείεσθαι
							καὶ <lb/>ἀνοίγεσθαι. Τὰ δὲ δίθυρα μέν ἐστιν, ὁμοίως δὲ συγκέκλεισται <lb/>ἐπ’
							ἀμφότερα, οἷον οἱ σωλῆνες. Ἔστι δ’ ἃ ὅλα περιέχεται <pb n="106"/> τῷ ὀστράκῳ καὶ οὐδὲν
							τῆς σαρκὸς ἔχει εἰς τὸ ἔξω <lb/>γυμνόν, οἷον τὰ καλούμενα τήθυα. Ἔτι δ’ αὐτῶν τῶν
							<lb/>ὀστράκων διαφοραὶ πρὸς ἄλληλά εἰσιν. Τὰ μὲν γὰρ λειόστρακά <lb/>ἐστιν, ὥσπερ
							σωλὴν καὶ μύες καὶ κόγχαι ἔνιαι αἱ <lb/>καλούμεναι ὑπό τινων γάλακες, τὰ δὲ
							τραχυόστρακα, οἷον <lb/>τὰ λιμνόστρεα καὶ πίννα καὶ γένη κόγχων ἔνια καὶ κήρυκες·
							<lb/>καὶ τούτων τὰ μὲν ῥαβδωτά ἐστιν, οἷον κτεὶς καὶ <lb/>κόγχων τι γένος, τὰ δ’
							ἀρράβδωτα, οἷον αἳ τε πίνναι καὶ <lb/>κόγχων τι γένος. Καὶ πάχει δὲ καὶ λεπτότητι τῶν
							ὀστράκων <lb/>διαφέρουσιν, ὅλων τε τῶν ὀστράκων καὶ κατὰ μέρος, οἷον <lb/>περὶ τὰ
							χείλη· τὰ μὲν γὰρ λεπτοχειλῆ ἐστίν, οἷον οἱ <lb/>μύες, τὰ δὲ παχυχειλῆ, οἷον τὰ
							λιμνόστρεα. Ἔτι τὰ <lb/>μὲν κινητικὰ αὑτῶν ἐστίν, οἷον ὁ κτείς (ἔνιοι γὰρ καὶ
							<lb/>πέτεσθαι λέγουσι τοὺς κτένας, ἐπεὶ καὶ ἐκ τοῦ ὀργάνου ᾧ <lb/>θηρεύονται
							ἐξάλλονται πολλάκις), τὰ δ’ ἀκίνητα ἐκ τῆς <lb/>προσφυῆς, οἷον ἡ πίννα. Τὰ δὲ
							στρομβώδη πάντα κινεῖται <lb/>καὶ ἕρπει· νέμεται δ’ ἀπολυομένη καὶ ἡ λεπάς. Κοινὸν
							<lb/>δὲ καὶ τούτων καὶ τῶν ἄλλων τῶν σκληροστράκων τὸ <lb/>λεῖον εἶναι ἐντὸς τὸ
							ὄστρακον. Τὸ δὲ σαρκῶδες τοῖς μὲν <lb/>μονοθύροις καὶ διθύροις προσπέφυκε τοῖς
							ὀστράκοις, ὥστε <lb/>βίᾳ ἀποσπᾶσθαι, τοῖς δὲ στρομβώδεσιν ἀπολέλυται μᾶλλον.
							<lb/>Ἴδιον δὲ τούτοις κατὰ τὸ ὄστρακον ὑπάρχει πᾶσι τὸ ἑλίκην <lb/>ἔχειν τὸ ὄστρακον
							τὸ ἔσχατον ἀπὸ τῆς κεφαλῆς. Ἔτι δ’ <lb/>ἐπίπτυγμα πάντ’ ἔχει ἐκ γενετῆς. Ἔτι δὲ πάντα
							τὰ <lb/>στρομβώδη τῶν ὀστρακοδέρμων δεξιά, καὶ κινεῖται οὐκ ἐπὶ <lb/>τὴν ἑλίκην ἀλλ’
							ἐπὶ τὸ καταντικρύ. Τὰ μὲν οὖν ἔξωθεν <pb n="107"/> μόρια τούτων τῶν ζῴων τοιαύτας ἔχει
							τὰς διαφοράς· τῶν <lb/>δ’ ἐντὸς τρόπον μέν τινα παραπλήσιος ἡ φύσις ἐστὶ πάντων,
							<lb/>καὶ μάλιστα τῶν στρομβωδῶν (μεγέθει γὰρ ἀλλήλων <lb/>διαφέρει καὶ τοῖς καθ’
							ὑπεροχὴν πάθεσιν), οὐ πολὺ δὲ διαφέρει <lb/>οὐδὲ τὰ μονόθυρα καὶ δίθυρα, συγκλειστὰ
							δέ· διαφορὰν <lb/>γὰρ ἔχει πρὸς ἄλληλα μὲν μικράν, πρὸς δὲ τὰ ἀκίνητα <lb/>πλείω.
							Τοῦτο δ’ ἔσται φανερὸν ἐκ τῶν ὕστερον μᾶλλον. <lb/>Ἡ δὲ φύσις τῶν στρομβοειδῶν ἁπάντων
							ὁμοίως ἔχει, <lb/>διαφέρει δ’ ὥσπερ εἴρηται, καθ’ ὑπεροχήν (τὰ μὲν γὰρ <lb/>μείζω μέρη
							καὶ ἐνδηλότερα ἔχει αὐτῶν, τὰ δ’ ἐλάττω τοὐναντίον), <lb/>ἔτι δὲ σκληρότητι καὶ
							μαλακότητι καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>τοῖς τοιούτοις πάθεσιν. Ἔχει γὰρ πάντα τὴν μὲν ἐξωτάτω
							<lb/>ἐν τῷ στόματι τοῦ ὀστράκου σάρκα στιφράν, τὰ μὲν <lb/>μᾶλλον τὰ δ’ ἧττον. Ἐκ
							μέσου δὲ τούτου ἡ κεφαλὴ καὶ <lb/>κεράτια δύο· ταῦτα δ’ ἐν μὲν τοῖς μείζοσι μεγάλα, ἐν
							δὲ <lb/>τοῖς ἐλάττοσι πάμπαν μικρά ἐστιν. Ἡ δὲ κεφαλὴ <lb/>ἐξέρχεται πᾶσι τὸν αὐτὸν
							τρόπον· κἄν τι φοβηθῇ, συσπᾶται <lb/>πάλιν εἰς τὸ ἐντός. Ἔχει δὲ στόμα καὶ ὀδόντας
							ἔνια, <lb/>οἷον ὁ κοχλίας, ὀξεῖς καὶ μικροὺς καὶ λεπτούς. Ἔχουσι <lb/>δὲ καὶ
							προβοσκίδας, ὥσπερ καὶ αἱ μυῖαι· τοῦτο δ’ ἐστὶ <lb/>γλωττοειδές. Ἔχουσι δὲ καὶ οἱ
							κήρυκες τοῦτο καὶ αἱ <lb/>πορφύραι στιφρόν, καὶ ὥσπερ οἱ μύωπες καὶ οἱ οἶστροι <lb/>τὰ
							δέρματα διατυπῶσι τῶν τετραπόδων, ὅτι τὴν ἰσχὺν <lb/>τοῦτ’ ἐστὶ σφοδρότατον· τῶν γὰρ
							δελεάτων τὰ ὄστρακα <lb/>διατρυπῶσιν. Τοῦ δὲ στόματος ἔχεται εὐθὺς ἡ κοιλία.
							<lb/>Ὁμοία δ’ ἐστὶν ἡ κοιλία προλόβῳ ὄρνιθος ἡ τῶν κόχλων. <pb n="108"/> Κάτω δ’ ἔχει
							δύο λευκὰ στιφρά, ὅμοια μαστοῖς, οἷα <lb/>ἐγγίνεται καὶ ἐν ταῖς σηπίαις, πλὴν στιφρὰ
							ταῦτα μᾶλλον. <lb/>Ἀπὸ δὲ τῆς κοιλίας στόμαχος ἁπλοῦς μακρὸς μέχρι τῆς <lb/>μήκωνος, ἥ
							ἐστιν ἐν τῷ πυθμένι. Ταῦτα μὲν οὖν δῆλα <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν πορφυρῶν καὶ τῶν κηρύκων
							ἐστὶν ἐν τῇ ἑλίκῃ <lb/>τοῦ ὀστράκου. Τοῦ δὲ στομάχου τὸ ἐχόμενόν ἐστιν ἔντερον·
							<lb/>συνεχὲς δὲ ὅ τε στόμαχος καὶ τὸ ἔντερον, καὶ ἅπαν <lb/>ἁπλοῦν μέχρι τῆς ἐξόδου. Ἡ
							δ’ ἀρχὴ τοῦ ἐντέρου περὶ τὴν <lb/>ἑλίκην τῆς μήκωνος, καὶ ταύτῃ ἐστὶν εὐρύτερον (ἔστι
							γὰρ <lb/>ἡ μήκων οἱονεὶ περίττωμα πᾶσι τοῖς ὀστρακηροῖς τὸ πολὺ <lb/>αὐτῆς), εἶτα
							ἐπικάμψαν ἄνω φέρεται πάλιν πρὸς τὸ σαρκῶδες, <lb/>καὶ ἡ τελευτὴ τοῦ ἐντέρου παρὰ τὴν
							κεφαλήν ἐστιν, <lb/>ᾗ ἀφιᾶσι τὸ περίττωμα, πᾶσιν ὁμοίως τοῖς στρομβώδεσι <lb/>καὶ τοῖς
							χερσαίοις καὶ τοῖς θαλαττίοις. Παρύφανται δ’ <lb/>ἀπὸ τῆς κοιλίας τῷ στομάχῳ ἐν τοῖς
							μεγάλοις κόχλοις <lb/>συνεχόμενος ὑμενίῳ μακρὸς πόρος καὶ λευκός, ὅμοιος τὴν
							<lb/>χρόαν τοῖς ἄνω μαστοειδέσιν· ἔχει δ’ ἐντομὰς ὥσπερ τὸ ἐν <lb/>τῷ καράβῳ ᾠόν, πλὴν
							τὴν χρόαν τὸ μὲν λευκόν, ἐκεῖνο δ’ <lb/>ἐρυθρόν. Ἔχει δ’ οὐδεμίαν ἔξοδον τοῦτο οὐδὲ
							πόρον, ἀλλ’ <lb/>ἐν ὑμένι ἐστὶ λεπτῷ, κοιλότητα ἔχον ἐν αὑτῷ στενήν. <lb/>Ἀπὸ δὲ τοῦ
							ἐντέρου κάτω παρατείνει μέλανα καὶ τραχέα <lb/>συνεχῆ, οἷα καὶ ἐν ταῖς χελώναις, πλὴν
							ἧττον μέλανα. <lb/>Ἔχουσι δὲ καὶ οἱ θαλάττιοι κόχλοι ταῦτα καὶ τὰ λευκά, <lb/>πλὴν
							ἐλάττω οἱ ἐλάττους. Τὰ δὲ μονόθυρα καὶ δίθυρα τῇ <lb/>μὲν ὁμοίως ἔχει τούτοις τῇ δ’
							ἑτέρως. Κεφαλὴν μὲν γὰρ <lb/>καὶ κεράτια καὶ στόμα ἔχουσι καὶ τὸ γλωττοειδές· ἀλλ’ ἐν
								<pb n="109"/> μὲν τοῖς ἐλάττοσι διὰ μικρότητα αὐτῶν ἄδηλα, τὰ δὲ καὶ <lb/>ἐν
							τεθνεῶσιν ἢ μὴ κινουμένοις οὐ δῆλα. Τὴν δὲ μήκωνα <lb/>πάντα ἔχει, ἀλλ’ οὐκ ἐν τῷ αὐτῷ
							οὐδὲ ἴσην οὐδ’ ὁμοίως <lb/>φανεράν, ἀλλ’ αἱ μὲν λεπάδες κάτω ἐν τῷ βάθει, τὰ δὲ
							<lb/>δίθυρα ἐν τῷ γιγγλυμώδει. Καὶ τὰ τριχώδη πᾶσιν ὑπάρχει <lb/>κύκλῳ τούτοις, οἷον
							καὶ τοῖς κτεσίν. Καὶ τὸ λεγόμενον <lb/>ᾠὸν τοῖς ἔχουσιν, ὅταν ἔχωσιν, ἐν τῷ ἐπὶ θάτερα
							<lb/>κύκλῳ τῆς περιφερείας ἐστίν, ὥσπερ καὶ τὸ λευκὸν τοῖς <lb/>κόχλοις· καὶ γὰρ
							ἐκείνοις τοῦτο ὅμοιον ὑπάρχει. Ἀλλὰ <lb/>πάντα τὰ τοιαῦτα μόρια, ὥσπερ εἴρηται, ἐν μὲν
							τοῖς μεγάλοις <lb/>δῆλά ἐστιν, ἐν δὲ τοῖς μικροῖς ἢ οὐδὲν ἢ μόλις. Διὸ <lb/>μάλιστα ἐν
							τοῖς μεγάλοις κτεσὶ φανερά ἐστιν· οὗτοι δ’ <lb/>εἰσὶν οἱ τὴν ἑτέραν θυρίδα πλατεῖαν
							ἔχοντες, οἷον ἐπίθεμα. <lb/>Ἡ δὲ τοῦ περιττώματος ἔξοδος τοῖς μὲν ἄλλοις ἐστὶν ἐκ
							<lb/>πλαγίου· ἔστι γὰρ πόρος ᾗ πορεύεται ἔξω· ἡ γὰρ μήκων <lb/>ὥσπερ εἴρηται,
							περίττωμά ἐστι πᾶσιν ἐν ὑμένι. Τὸ δὲ <lb/>καλούμενον ᾠὸν οὐκ ἔχει πόρον ἐν οὐθενί,
							ἀλλ’ αὐτῆς τῆς <lb/>σαρκὸς ἐπανοιδεῖ· ἔστι δ’ οὐκ ἐπὶ ταὐτὸν τῷ ἐντέρῳ, ἀλλὰ <lb/>τὸ
							μὲν ᾠὸν ἐν τοῖς δεξιοῖς, τὸ δ’ ἔντερον ἐν τοῖς ἀριστεροῖς. <lb/>Τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις
							τοιαύτη ἡ ἔξοδος τῆς περιττώσεως, τῇ <lb/>δ’ ἀγρίᾳ λεπάδι, ἥν τινες καλοῦσι θαλάττιον
							οὖς, ὑποκάτω <lb/>τοῦ ὀστράκου ἡ περίττωσις ἐξέρχεται· τετρύπηται γὰρ τὸ
							<lb/>ὄστρακον. Φανερὰ δὲ καὶ ἡ κοιλία μετὰ τὸ στόμα οὖσα <lb/>ἐν ταύτῃ καὶ τὰ ᾠοειδῆ.
							Πάντα δὲ ταῦτα τίνα τρόπον <lb/>τῇ θέσει ἔχει, ἐκ τῶν ἀνατομῶν θεωρείσθω. Τὸ δὲ
							καλούμενον <lb/>καρκίνιον τρόπον τινὰ κοινόν ἐστι τῶν τε μαλακοστράκων <pb n="110"/>
							καὶ τῶν ὀστρακοδέρμων. Αὐτὸ μὲν γὰρ τὴν <lb/>φύσιν ὅμοιον τοῖς καραβοειδέσι, καὶ
							γίνεται αὐτὸ καθ’ αὑτό, <lb/>τῷ δ’ εἰσδύεσθαι καὶ ζῆν ἐν ὀστράκῳ ὅμοιον τοῖς
							ὀστρακοδέρμοις, <lb/>ὥστε διὰ ταῦτα ἔοικεν ἐπαμφοτερίζειν. Τὴν δὲ <lb/>μορφὴν ὡς μὲν
							ἁπλῶς εἰπεῖν ὅμοιόν ἐστι τοῖς ἀράχναις, <lb/>πλὴν τὸ κάτω τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ θώρακος
							μεῖζον ἔχει <lb/>ἐκείνου. Ἔχει δὲ κεράτια δύο λεπτὰ πυρρά, καὶ ὀφθαλμοὺς <lb/>ὑποκάτω
							τούτων δύο μακρούς, οὐκ εἰσδυομένους οὐδὲ <lb/>κατακλινομένους ὥσπερ οἱ τῶν καρκίνων
							ἀλλ’ ὀρθούς, ὑποκάτω <lb/>δὲ τούτων τὸ στόμα καὶ περὶ αὐτὸ καθαπερεὶ τριχώδη <lb/>ἄττα
							πλείω, τούτων δ’ ἐχομένους δύο πόδας δικρόους, οἷς <lb/>προσάγεται, καὶ ἄλλους ἐφ’
							ἑκάτερα δύο, καὶ τρίτον μικρόν. <lb/>Τὸ δὲ κάτω τοῦ θώρακος μαλακὸν ἅπαν ἐστὶ καὶ
							διοιγόμενον <lb/>ὠχρὸν ἔνδοθεν. ἀπὸ δὲ τοῦ στόματος πόρος εἷς ἄχρι <lb/>τῆς κοιλίας·
							τῆς δὲ περιττώσεως οὐ δῆλος ὁ πόρος. Οἱ <lb/>δὲ πόδες καὶ ὁ θώραξ σκληρὰ μέν, ἧττον δ’
							ἢ τῶν καρκίνων. <lb/>Πρόσφυσιν δ’ οὐκ ἔχει πρὸς τὰ ὄστρακα ὥσπερ αἱ πορφύραι <lb/>καὶ
							οἱ κήρυκες, ἀλλ’ εὐαπόλυτόν ἐστιν. Προμηκέστερα <lb/>δ’ ἐστὶ τὰ ἐν τοῖς στρόμβοις τῶν
							ἐν τοῖς νηρείταις. Ἕτερον <lb/>δὲ γένος ἐστὶ τὸ τῶν νηρειτῶν, τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιον,
							<lb/>τῶν δὲ δικρόων ποδῶν τὸν μὲν δεξιὸν ἔχει μικρὸν τὸν <lb/>δ’ ἀριστερὸν μέγαν, καὶ
							ποιεῖται τὴν βάδισιν μᾶλλον ἐπὶ <lb/>τούτῳ. Λαμβάνεται δὲ καὶ ἐν ταῖς κόγχαις
							τοιοῦτον, <lb/>ὧν ἐστὶν ἡ πρόσφυσις παραπλησία, καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις. <lb/>Τοῦτον δὲ
							καλοῦσι κύλλαρον. Ὁ δὲ νηρείτης τὸ μὲν <lb/>ὄστρακον ἔχει λεῖον καὶ μέγα καὶ
							στρογγύλον, τὴν δὲ <lb/>μορφὴν παραπλησίαν τοῖς κήρυξι, πλὴν οὐχ ὥσπερ ἐκεῖνοι
							<lb/>τὴν μήκωνα μέλαιναν ἀλλ’ ἐρυθράν· προσπέφυκε δὲ νεανικῶς <pb n="111"/> κατὰ τὸ
							μέσον. Ἐν μὲν οὖν ταῖς εὐδίαις ἀπολυόμενα <lb/>νέμεται ταῦτα, πνευμάτων δ’ ὄντων τὰ
							μὲν καρκίνια ἡσυχάζει <lb/>πρὸς τοῖς λίθοις, οἱ δὲ νηρεῖται προσέχονται καθάπερ
							<lb/>αἱ λεπάδες· ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ αἱμορροΐδες καὶ πᾶν <lb/>τὸ τοιοῦτον γένος.
							Προσφύονται δὲ ταῖς πέτραις, ὅταν <lb/>ἀποκλίνωσι τὸ ἐπικάλυμμα· τοῦτο γὰρ ἔοικεν
							εἶναι ὥσπερ <lb/>πῶμα· ὃ γὰρ τοῖς διθύροις ἄμφω, τοῦτο τοῖς στρομβώδεσι <lb/>τὸ ἕτερον
							μέρος. Τὸ δ’ ἐντὸς σαρκῶδές ἐστι, καὶ <lb/>ἐν τούτῳ τὸ στόμα. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἔχει
							ταῖς αἱμορροΐσι <lb/>καὶ ταῖς πορφύραις καὶ πᾶσι τοῖς τοιούτοις. Ὅσα <lb/>δ’ ἔχει
							μείζω τὸν ἀριστερὸν πόδα, ταῦτα ἐν μὲν τοῖς στρόμβοις <lb/>οὐκ ἐγγίνεται, ἐν δὲ τοῖς
							νηρείταις ἐγγίνεται. Εἰσὶ <lb/>δέ τινες κόχλοι οἳ ἔχουσιν ἐν αὑτοῖς ὅμοια ζῷα τοῖς
							ἀστακοῖς <lb/>τοῖς μικροῖς, οἳ γίνονται καὶ ἐν τοῖς ποταμοῖς· διαφέρουσι <lb/>δ’ αὐτῶν
							τῷ μαλακὸν ἔχειν τὸ ἔσω τοῦ ὀστράκου. <lb/>Τὴν δ’ ἰδέαν οἷοί εἰσιν, ἐκ τῶν ἀνατομῶν
							θεωρείσθωσαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Οἱ δ’ ἐχῖνοι τὸ μὲν σαρκῶδες οὐκ ἔχουσιν, ἀλλ’ ἴδιον <lb/>αὐτῶν τοῦτ’ ἐστίν·
							ἐστέρηνται γὰρ πάντες, καὶ οὐκ ἔχουσι <lb/>σάρκα ἐντὸς οὐδεμίαν· τὰ δὲ μέλανα πάντες.
							Ἔστι δὲ <lb/>γένη πλείω τῶν ἐχίνων, ἓν μὲν τὸ ἐσθιόμενον· τοῦτο δ’ <lb/>ἐστὶν ἐν ᾧ τὰ
							καλούμενα ᾠὰ μεγάλα ἐγγίνεται καὶ ἐδώδιμα, <lb/>ὁμοίως ἐν μείζοσι καὶ ἐλάττοσιν· καὶ
							γὰρ εὐθὺς ἔτι <lb/>μικροὶ ὄντες ἔχουσι ταῦτα. Ἄλλα δὲ δύο γένη τό τε <lb/>τῶν
							σπατάγγων καὶ τὸ τῶν καλουμένων βρύσσων· γίνονται <lb/>δ’ οὗτοι πελάγιοι καὶ σπάνιοι.
							Ἔτι αἱ ἐχινομῆτραι <lb/>καλούμεναι, μεγέθει πάντων μέγισται. Πρὸς δὲ τούτοῖς <lb/>ἄλλο
							γένος μεγέθει μὲν μικρόν, ἀκάνθας δὲ μεγάλας <pb n="112"/> ἔχει καὶ σκληράς, γίνεται
							δ’ ἐκ τῆς θαλάττης ἐν πολλαῖς <lb/>ὀργυιαῖς, ᾧ χρῶνται πρὸς τὰς στραγγουρίας τινές.
							Περὶ <lb/>δὲ Τορώνην εἰσὶν ἐχῖνοι λευκοὶ θαλάττιοι καὶ τὰ ὄστρακα καὶ <lb/>τὰς ἀκάνθας
							καὶ τὰ ᾠά, μείζους δὲ τῶν ἄλλων εἰς μῆκος· ἡ δ’ <lb/>ἄκανθα οὐ μεγάλη οὐδὲ ἰσχυρὰ ἀλλὰ
							μαλακωτέρα, τὰ δε μέλανα <lb/>τὰ ἀπὸ τοῦ στόματος πλείω, καὶ πρὸς μὲν τὸν ἔξω πόρον
							<lb/>συνάπτοντα πρὸς ἑαυτὰ δὲ ἀσύναπτα· τούτοις δ’ ὥσπερ <lb/>διειλημμένος ἐστίν.
							Κινοῦνται δὲ μάλιστα καὶ πλειστάκις οἱ <lb/>ἐδώδιμοι αὐτῶν· καὶ σημεῖον δέ τι ἔχουσιν
							ἐπὶ ταῖς ἀκάνθαις. <lb/>Ἔχουσι μὲν οὖν ἅπαντες ᾠά, ἀλλ’ ἔνιοι πάμπαν <lb/>μικρὰ καὶ
							οὐκ ἐδώδιμα. Συμβαίνει δὲ τὴν μὲν λεγομένην <lb/>κεφαλὴν καὶ τὸ στόμα τὸν ἐχῖνον κάτω
							ἔχειν, ᾗ δ’ ἀφίησι <lb/>τὸ περίττωμα, ἄνω. Ταὐτὸν δὲ τοῦτο συμβέβηκε τοῖς τε
							<lb/>στρομβώδεσι πᾶσι καὶ ταῖς λεπάσιν· ἡ γὰρ νομὴ ἐκ τῶν <lb/>κάτωθεν, ὥστε τὸ μὲν
							στόμα πρὸς τῇ νομῇ, τὸ δὲ περίττωμα <lb/>ἄνω πρὸς τοῖς πρανέσι τοῦ ὀστράκου. Ἔχει δ’ ὁ
							<lb/>ἐχῖνος ὀδόντας πέντε κοίλους ἔνδοθεν, ἐν μέσῳ δὲ τούτων <lb/>σῶμα σαρκῶδες ἀντὶ
							γλώττης. Τούτου δ’ ἔχεται ὁ στόμαχος, <lb/>εἶτα ἡ κοιλία εἰς πέντε μέρη διῃρημένη,
							πλήρης περιττώματος· <lb/>συνέχουσι δὲ πάντες οἱ κόλποι αὐτῆς εἰς ἓν πρὸς <lb/>τὴν
							ἔξοδον τῆς περιττώσεως, ᾗ τετρύπηται τὸ ὄστρακον. <lb/>Ὑπὸ δὲ τὴν κοιλίαν ἐν ἄλλῳ
							ὑμένι τὰ καλούμενα ᾠά ἐστιν, <lb/>ἴσα τὸν ἀριθμὸν ὄντα ἐν πᾶσιν· πέντε γάρ ἐστι τὸ
							<lb/>πλῆθος καὶ περιττά. Ἄνω δὲ τὰ μέλανα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς <lb/>τῶν ὀδόντων ἤρτηται, ἅ
							ἐστι πικρὰ καὶ οὐκ ἐδώδιμα. Ἐν <lb/>πολλοῖς δὲ τῶν ζῴων τὸ τοιοῦτόν ἐστιν ἢ τὸ
							ἀνάλογον· <lb/>καὶ γὰρ ἐν ταῖς χελώναις καὶ ἐν φρύναις καὶ ἐν βατράχοις <lb/>καὶ ἐν
							τοῖς στρομβώδεσι καὶ τοῖς μαλακίοις· ἀλλὰ <pb n="113"/> τῷ χρώματι διαφέρει, καὶ
							ἄβρωτά ἐστιν ἐν πᾶσι τὰ τοιαῦτα <lb/>ἢ πάμπαν ἢ μᾶλλον. Κατὰ μὲν οὖν τὴν ἀρχὴν καὶ
							<lb/>τελευτὴν συνεχὲς τὸ σῶμα τοῦ ἐχίνου ἐστί, κατὰ δὲ τὴν <lb/>ἐπιφάνειαν οὐ συνεχὲς
							ἀλλ’ ὅμοιον λαμπτῆρι μὴ ἔχοντι τὸ <lb/>κύκλῳ δέρμα. Ταῖς δ’ ἀκάνθαις ὁ ἐχῖνος χρῆται
							ὡς ποσίν· <lb/>ταύταις γὰρ ἀπερειδόμενος καὶ κινούμενος μεταβάλλει τὸν <lb/>τόπον.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Τὰ δὲ καλούμενα τήθυα τούτων πάντων ἔχει τὴν φύσιν <lb/>περιττοτάτην. Κέκρυπται γὰρ
							αὐτῶν μόνων τὸ σῶμα ἐν τῷ <lb/>ὀστράκῳ πᾶν, τὸ δ’ ὄστρακόν ἐστι μεταξὺ δέρματος καὶ
							<lb/>ὀστράκου, διὸ καὶ τέμνεται ὥσπερ βύρσα σκληρά. Προσπέφυκε <lb/>μὲν οὖν ταῖς
							πέτραις τῷ ὀστράκῳ, δύο δ’ ἔχει πόρους <lb/>ἀπέχοντας ἀπ’ ἀλλήλων, πάμπαν μικροὺς καὶ
							οὐ ῥᾳδίους <lb/>ἰδεῖν, ᾗ ἀφίησι καὶ δέχεται τὸ ὑγρόν· περίττωμα γὰρ οὐδὲν <lb/>ἔχει
							φανερόν, ὥσπερ τῶν ἄλλων ὀστρέων τὰ μὲν ὥσπερ <lb/>ἐχῖνος, τὰ δὲ τὴν καλουμένην
							μήκωνα. Ἀνοιχθέντα δ’ ἔσωθεν <lb/>πρῶτον μὲν ὑμένα ἔχει νευρώδη περὶ τὸ ὀστρακῶδες· ἐν
							δὲ <lb/>τούτῳ αὐτό ἐστι τὸ σαρκῶδες τοῦ τηθύου, οὐδενὶ ὅμοιον <lb/>τῶν ἄλλων· αὐτὴ
							μέντοι ἡ σὰρξ πᾶσιν ὁμοία. Προσπέφυκε <lb/>δὲ τοῦτο κατὰ δύο τόπους τῷ ὑμένι καὶ τῷ
							δέρματι ἐκ πλαγίου· <lb/>καὶ ᾗ προσπέφυκε, ταύτῃ ἐστὶ στενώτερον ἐφ’ ἑκάτερα, <lb/>οἷς
							τείνει πρὸς τοὺς πόρους τοὺς ἔξω διὰ τοῦ ὀστράκου <lb/>φέροντας, ᾗ ἀφίησι καὶ δέχεται
							τὴν τροφὴν καὶ τὸ ὑγρόν, <lb/>ὡς ἂν εἰ τὸ μὲν στόμα εἴη, τὸ δὲ τῇ περιττώσει ἔξοδος·
							καὶ <lb/>ἔστιν αὐτῶν τὸ μὲν παχύτερον τὸ δὲ λεπτότερον. Ἔσω δὲ <lb/>κοῖλον ἐφ’
							ἑκάτερα, καὶ διείργει μικρόν τι συνεχές· ἐν θατέρῳ <lb/>δὲ τῶν κοίλων ἡ ὑγρότης
							ἐγγίνεται. Ἄλλο δ’ οὐδὲν <pb n="114"/> ἔχει μόριον οὔτε ὀργανικὸν οὔτε αἰσθητήριον,
							οὔτε, ὥσπερ <lb/>ἐλέχθη πρότερον ἐν τοῖς ἄλλοις, τὸ περιττωματικόν. Χρῶμα <lb/>δὲ τοῦ
							τηθύου ἐστὶ τὸ μὲν ὠχρὸν τὸ δ’ ἐρυθρόν.</p>
						<p>Ἔστι δὲ καὶ τὸ τῶν ἀκαληφῶν γένος ἴδιον· προσπέφυκε <lb/>μὲν γὰρ ταῖς πέτραις ὥσπερ
							ἔνια τῶν ὀστρακοδέρμων, <lb/>ἀπολύεται δ’ ἐνίοτε. Οὐκ ἔχει δ’ ὄστρακον, ἀλλὰ σαρκῶδες
							<lb/>τὸ σῶμα πᾶν ἐστὶν αὐτῆς. Αἰσθάνεται δὲ καὶ συναρπάζει <lb/>προσφερομένης τῆς
							χειρὸς καὶ προσέχεται, καθάπερ ὁ πολύπους <lb/>ταῖς πλεκτάναις, οὕτως ὥστε τὴν σάρκα
							ἐπανοιδεῖν. <lb/>Ἔχει δὲ τὸ στόμα ἐν μέσῳ, καὶ ζῇ ἀπὸ τῆς πέτρας ὥσπερ <lb/>ἀπ’
							ὀστρέου. Κἄν τι προσπέσῃ τῶν μικρῶν ἰχθυδίων, <lb/>ἀντέχεται ὥσπερ τῆς χειρός· οὕτω
							κἄν τι προσπέσῃ αὐτῇ <lb/>ἐδώδιμον, κατεσθίει. Καὶ ἀπολύεται δὲ γένος τι αὐτῶν, ὃ
							<lb/>ἐάν τι προσπέσῃ κατεσθίει καὶ ἐχίνους καὶ κτένας. Περίττωμα <lb/>δὲ οὐδὲν
							παντελῶς φαίνεται ἔχουσα, ἀλλ’ ὁμοία <lb/>κατὰ τοῦτο τοῖς φυτοῖς ἐστίν. Γένη δὲ τῶν
							ἀκαληφῶν <lb/>ἐστὶ δύο, αἱ μὲν ἐλάττους καὶ ἐδώδιμοι μᾶλλον, αἱ δὲ μεγάλαι <lb/>καὶ
							σκληραί, οἷαι γίνονται καὶ περὶ Χαλκίδα. Τοῦ μὲν <lb/>οὖν χειμῶνος τὴν σάρκα στιφρὰν
							ἔχουσι (διὸ καὶ θηρεύονται <lb/>καὶ ἐδώδιμοί εἰσι), τοῦ δὲ θέρους ἀπόλλυνται· γίνονται
							γὰρ <lb/>μαδαραί, καὶ ἄν τις θίγῃ, διασπῶνται ταχέως καὶ ὅλαι οὐ <lb/>δύνανται
							ἀφαιρεῖσθαι, πονοῦσαί τε ταῖς ἀλέαις εἰς τὰς <lb/>πέτρας εἰσδύονται μᾶλλον.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν μαλακίων καὶ τῶν μαλακοστράκων <lb/>καὶ τῶν ὀστρακοδέρμων, ὅσα τε
							ἔχουσιν ἐκτὸς μέρη καὶ <lb/>ὅσα ἐντός, εἴρηται· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>περὶ δὲ τῶν ἐντόμων λεκτέον τὸν αὐτὸν <pb n="115"/> τρόπον. Ἔστι δὲ τὸ γένος τοῦτο
							πολλὰ ἔχον εἴδη ἐν <lb/>αὑτῷ, καὶ ἐνίοις πρὸς ἄλληλα συγγενικοῖς οὖσιν οὐκ ἐπέζευκται
							<lb/>κοινὸν ὄνομα οὐδέν, οἷον ἐπὶ μελίττῃ καὶ ἀνθρήνῃ <lb/>καὶ σφηκὶ καὶ τοῖς
							τοιούτοις, καὶ πάλιν ὅσα τὸ πτερὸν ἔχει <lb/>ἐν κολεῷ, οἷον μηλολόνθη καὶ κάραβος καὶ
							κανθαρὶς καὶ ὅσα <lb/>τοιαῦτα. Πάντων μὲν οὖν κοινὰ μέρη ἐστὶ τρία, κεφαλή τε <lb/>καὶ
							τὸ περὶ τὴν κοιλίαν κύτος καὶ τρίτον τὸ μεταξὺ τούτων, <lb/>οἷον τοῖς ἄλλοις τὸ στῆθος
							καὶ τὸ νῶτον ἐστίν. Τοῦτο <lb/>δὲ τοῖς μὲν πολλοῖς ἕν ἐστιν· ὅσα δὲ μακρὰ καὶ
							πολύποδα, <lb/>σχεδὸν ἴσα ταῖς ἐντομαῖς ἔχει τὰ μεταξύ. Πάντα δ’ ἔχει <lb/>διαιρούμενα
							ζωὴν τὰ ἔντομα, πλὴν ὅσα ἢ λίαν κατέψυκται <lb/>ἢ διὰ μικρότητα ταχὺ καταψύχεται, ἐπεὶ
							καὶ οἱ σφῆκες <lb/>διαιρεθέντες ζῶσιν. Μετὰ μὲν οὖν τοῦ μέσου καὶ ἡ κεφαλὴ <lb/>καὶ ἡ
							κοιλία ζῇ, ἄνευ δὲ τούτου ἡ κεφαλὴ οὐ ζῇ. Ὅσα δὲ <lb/>μακρὰ καὶ πολύποδά ἐστι, πολὺν
							χρόνον ζῇ διαιρούμενα, καὶ <lb/>κινεῖται τὸ ἀποτμηθὲν ἐπ’ ἀμφότερα τὰ ἔσχατα· καὶ γὰρ
							<lb/>ἐπὶ τὴν τομὴν πορεύεται καὶ ἐπὶ τὴν οὐράν, οἷον ἡ καλουμένη <lb/>σκολόπενδρα.
							Ἔχει δ’ ὀφθαλμοὺς μὲν ἅπαντα, ἄλλο δ’ αἰσθητήριον <lb/>οὐδὲν φανερόν, πλὴν ἔνια οἷον
							γλῶτταν· ἣν καὶ <lb/>τὰ ὀστρακόδερμα ἔχει πάντα, ᾗ καὶ γεύεται καὶ εἰς αὐτὸ <lb/>τὴν
							τροφὴν ἀνασπᾷ. Τοῦτο δὲ τοῖς μὲν μαλακόν ἐστι, <lb/>τοῖς δ’ ἔχει ἰσχὺν πολλήν, ὥσπερ
							ταῖς πορφύραις. Καὶ οἱ <lb/>μύωπες δὲ καὶ οἱ οἶστροι ἰσχυρὸν τοῦτ’ ἔχουσι, καὶ τἆλλα
							<lb/>σχεδὸν τὰ πλεῖστα· ἐν πᾶσι γὰρ τοῖς μὴ ὀπισθοκέντροις <lb/>τοῦτο ὥσπερ ὅπλον ἔχει
							ἕκαστον. Ὅσα δ’ ἔχει τοῦτο, ὀδόντας <lb/>οὐκ ἔχει, ἔξω ὀλίγων τινῶν, ἐπεὶ καὶ αἱ μυῖαι
							τούτῳ <lb/>θιγγάνουσαι αἱματίζουσι καὶ οἱ κώνωπες τούτῳ κεντοῦσιν. <pb n="116"/>
							Ἔχουσι δ’ ἔνια τῶν ἐντόμων καὶ κέντρα. Τὸ δὲ κέντρον τὰ <lb/>μὲν ἔχει ἐν αὑτοῖς, οἷον
							αἱ μέλιτται καὶ οἱ σφῆκες, τὰ δ’ ἐκτός, <lb/>οἷον σκορπίος· καὶ μόνον δὴ τῶν ἐντόμων
							τοῦτο μακρόκεντρόν <lb/>ἐστιν. Ἔτι δὲ χηλὰς ἔχει τοῦτό τε καὶ τὸ ἐν <lb/>τοῖς βιβλίοις
							γινόμενον σκορπιῶδες. Τὰ δὲ πτηνὰ αὐτῶν <lb/>πρὸς τοῖς ἄλλοις μορίοις καὶ πτερὰ ἔχει.
							Ἔστι δὲ τὰ μὲν <lb/>δίπτερα αὐτῶν, ὥσπερ αἱ μυῖαι, τὰ δὲ τετράπτερα, ὥσπερ αἱ
							<lb/>μέλιτται· οὐθὲν δ’ ἐστὶν ὀπισθόκεντρον δίπτερον μόνον. <lb/>Ἔτι δὲ τὰ μὲν ἔχει
							τῶν πτηνῶν ἔλυτρον τοῖς πτεροῖς, ὥσπερ <lb/>ἡ μηλολόνθη, τὰ δ’ ἀνέλυτρά ἐστιν, ὥσπερ ἡ
							μέλιττα· <lb/>ἀνορροπύγιος δὲ ἡ πτῆσις αὐτῶν πάντων ἐστί, καὶ τὸ <lb/>πτερὸν οὐκ ἔχει
							καυλὸν οὐδὲ σχίσιν. Ἔτι κεραίας πρὸ τῶν <lb/>ὀμμάτων ἔχει ἔνια, οἷον αἵ τε ψυχαὶ καὶ
							οἱ κάραβοι. <lb/>Ὅσα δὲ πηδητικὰ αὐτῶν ἐστί, τούτων τὰ μὲν ἔχει τὰ ὄπισθεν <lb/>σκέλη
							μείζω, τὰ δὲ πηδάλια καμπτόμενα εἰς τοὔπισθεν ὥσπερ <lb/>τὰ τῶν τετραπόδων σκέλη.
							Πάντα δ’ ἔχει τὰ πρανῆ <lb/>πρὸς τὰ ὕπτια διάφορα, ὥσπερ καὶ τἆλλα ζῷα. Ἡ δὲ <lb/>τοῦ
							σώματος σὰρξ οὔτε ὀστρακώδης ἐστὶν οὔθ’ οἷον τὸ ἐντὸς <lb/>τῶν ὀστρακωδῶν, οὕτω
							σαρκώδης, ἀλλὰ μεταξύ. Διὸ καὶ <lb/>οὔτ’ ἄκανθαν ἔχουσιν οὔτ’ ὀστοῦν οὔθ’ οἷον σήπιον
							οὔτε <lb/>κύκλῳ ὄστρακον· αὐτὸ γὰρ αὑτὸ τὸ σῶμα διὰ τὴν σκληρότητα <lb/>σώζει, καὶ οὐ
							προσδεῖται ἑτέρου ἐρείσματος. Δέρμα δ’ <lb/>ἔχουσι μέν, πάμπαν δὲ τοῦτο λεπτόν. Τὰ μὲν
							οὖν ἔξωθεν <lb/>αὐτῶν μόρια ταῦτα καὶ τοιαῦτ’ ἐστίν, ἐντὸς δὲ εὐθὺς μετὰ <lb/>τὸ στόμα
							ἔντερον τοῖς μὲν πλείστοις εὐθὺ καὶ ἁπλοῦν μέχρι <lb/>τῆς ἐξόδου ἐστίν, ὀλίγοις δ’
							ἑλιγμὸν ἔχει. Σπλάγχον δ’ <lb/>οὐδὲν ἔχει τῶν τοιούτων οὐδὲ πιμελήν, ὥσπερ οὐδ’ ἄλλο
							τῶν <pb n="117"/> ἀναίμων οὐδέν. Ἔνια δ’ ἔχει καὶ κοιλίαν, καὶ ἀπὸ ταύτης <lb/>τὸ
							λοιπὸν ἔντερον ἢ ἁπλοῦν ἢ εἱλιγμένον, ὥσπερ αἱ ἀκρίδες. <lb/>Ὁ δὲ τέττιξ μόνον τῶν
							τοιούτων καὶ τῶν ἄλλων ζῴων <lb/>στόμα οὐκ ἔχει, ἀλλ’ οἷον τοῖς ὀπισθοκέντροις τὸ
							γλωττοειδές, <lb/>τοῦτο μακρὸν καὶ συμφυὲς καὶ ἀδιάσχιστον, δι’ οὗ <lb/>τῇ δρόσῳ
							τρέφεται μόνον· ἐν δὲ τῇ κοιλίᾳ οὐκ ἴσχει περίττωμα. <lb/>Ἔστι δ’ αὐτῶν πλείω εἴδη,
							καὶ διαφέρουσι μεγέθει <lb/>καὶ μικρότητι καὶ τῷ τοὺς μὲν καλουμένους ἀχέτας ὑπὸ τὸ
							<lb/>διάζωμα διῃρῆσθαι καὶ ἔχειν ὑμένα φανερόν, τὰ δὲ τεττιγόνια <lb/>μὴ ἔχειν.</p>
						<p>Ἔστι δ’ ἔνια ζῷα περιττὰ καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ, ἃ διὰ τὸ <lb/>σπάνια εἶναι οὐκ ἔστι
							θεῖναι εἰς γένος. Ἤδη γάρ φασί τινες <lb/>τῶν ἐμπειρικῶν ἁλιέων οἱ μὲν ἑωρακέναι ἐν τῇ
							θαλάττῃ <lb/>ὅμοια δοκίοις, μέλανα, στρογγύλα τε καὶ ἰσοπαχῆ· <lb/>ἕτερα δὲ καὶ
							ἀσπίσιν ὅμοια, τὸ μὲν χρῶμα ἐρυθρά, πτερύγια <lb/>δ’ ἔχοντα πυκνά· καὶ ἄλλα ὅμοια
							αἰδοίῳ ἀνδρὸς τό <lb/>τε εἶδος καὶ τὸ μέγεθος, πλὴν ἀντὶ τῶν ὄρχεων πτερύγια
							<lb/>ἔχειν δύο, καὶ λαβέσθαι ποτὲ τοιοῦτον τοῦ πολυαγκίστρου <lb/>τῷ ἄκρῳ.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν μέρη τῶν ζῴων πάντων τά τ’ ἐντὸς καὶ τὰ <lb/>ἐκτὸς περὶ ἕκαστον γένος καὶ
							ἰδίᾳ καὶ κοινῇ τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Περὶ δὲ τῶν αἰσθήσεων νῦν λεκτέον· οὐ γὰρ ὁμοίως <lb/>πᾶσιν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τοῖς μὲν
							πᾶσαι τοῖς δ’ ἐλάττους. <lb/>Εἰσὶ δ’ αἱ πλεῖσται, καὶ παρ’ ἃς οὐδεμία φαίνεται ἴδιος
							<lb/>ἑτέρα, πέντε τὸν ἀριθμόν, ὄψις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, <lb/>ἁφή. Ἄνθρωπος μὲν
							οὖν καὶ τὰ ζῳοτόκα καὶ πεζά, πρὸς <lb/>δὲ τούτοις καὶ ὅσα ἔναιμα καὶ ζῳοτόκα, πάντα
							φαίνεται <pb n="118"/> ἔχοντα ταύτας πάσας, πλὴν εἴ τι πεπήρωται γένος ἕν, οἷον
							<lb/>τὸ τῶν ἀσπαλάκων. Τοῦτο γὰρ ὄψιν οὐκ ἔχει· ὀφθαλμοὺς <lb/>γὰρ ἐν μὲν τῷ φανερῷ
							οὐκ ἔχει, ἀφαιρεθέντος δὲ τοῦ δέρματος <lb/>ὄντος παχέος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς κατὰ τὴν
							χώραν τὴν <lb/>ἔξω τῶν ὀμμάτων ἔσωθέν εἰσιν οἱ ὀφθαλμοὶ διεφθαρμένοι, <lb/>πάντ’
							ἔχοντες ταὐτὰ τὰ μέρη τοῖς ἀληθινοῖς· ἔχουσι γὰρ <lb/>τό τε μέλαν καὶ τὸ ἐντὸς τοῦ
							μέλανος, τὴν καλουμένην κόρην, <lb/>καὶ τὸ κυκλώπιον, ἐλάττω μέντοι ταῦτα πάντα τῶν
							φανερῶν <lb/>ὀφθαλμῶν. Εἰς δὲ τὸ ἔξω οὐδὲν σημαίνει τούτων <lb/>διὰ τὸ τοῦ δέρματος
							πάχος, ὡς ἐν τῇ γενέσει πηρουμένης <lb/>τῆς φύσεως· εἰσὶ γὰρ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ᾗ
							συνάπτει τῷ <lb/>μυελῷ, δύο πόροι νευρώδεις καὶ ἰσχυροὶ παρ’ αὐτὰς τείνοντες <lb/>τὰς
							ἕδρας τῶν ὀφθαλμῶν, τελευτῶντες δ’ εἰς τοὺς ἄνω χαυλιόδοντας. <lb/>Τὰ δ’ ἄλλα καὶ τῶν
							χρωμάτων αἴσθησιν ἔχει <lb/>καὶ τῶν ψόφων, ἔτι δ’ ὀσμῆς καὶ χυμῶν. Τὴν δὲ πέμπτην
							<lb/>αἴσθησιν τὴν ἁφὴν καλουμένην καὶ τἆλλα πάντ’ ἔχει ζῷα. <lb/>Ἐν μὲν οὖν ἐνίοις καὶ
							τὰ αἰσθητήρια φανερώτατα ἐστί, τὰ <lb/>μὲν τῶν ὀμμάτων καὶ μᾶλλον. Διωρισμένον γὰρ
							ἔχει τὸν <lb/>τόπον τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὸν τῆς ἀκοῆς· ἔνια μὲν γὰρ ὦτα <lb/>ἔχει, ἔνια
							δὲ τοὺς πόρους φανερούς. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ <lb/>ὀσφρήσεως· τὰ μὲν γὰρ ἔχει μυκτῆρας,
							τὰ δὲ τοὺς πόρους <lb/>τοὺς τῆς ὀσφρήσεως, οἷον τὸ τῶν ὀρνίθων γένος. Ὁμοίως <lb/>δὲ
							καὶ τὸ τῶν χυμῶν αἰσθητήριον τὴν γλῶτταν. Ἐν δὲ <lb/>τοῖς ἐνύδροις, καλουμένοις δὲ
							ἰχθύσι, τὸ μὲν τῶν χυμῶν αἰσθητήριον, <lb/>τὴν γλῶτταν, ἔχουσι μέν, ἔχουσι δ’ ἀμυδρῶς·
							<lb/>ὀστώδη γὰρ καὶ οὐκ ἀπολελυμένην ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἐνίοις <lb/>τῶν ἰχθύων ὁ οὐρανός
							ἐστι σαρκώδης, οἷον τῶν ποταμίων ἐν <pb n="119"/> τοῖς κυπρίνοις, ὥστε τοῖς μὴ
							σκοπουμένοις ἀκριβῶς δοκεῖν <lb/>ταύτην εἶναι γλῶτταν. Ὅτι δ’ αἰσθάνονται γευόμενα,
							φανερόν· <lb/>ἰδίοις τε γὰρ πολλὰ χαίρει χυμοῖς, καὶ τὸ τῆς ἀμίας <lb/>λαμβάνουσι
							μάλιστα δέλεαρ καὶ τὸ τῶν πιόνων ἰχθύων, <lb/>ὡς χαίροντες ἐν τῇ γεύσει καὶ ἐδωδῇ τοῖς
							τοιούτοις δελέασιν. <lb/>Τῆς δ’ ἀκοῆς καὶ τῆς ὀσφρήσεως οὐδὲν ἔχουσι φανερὸν
							<lb/>αἰσθητήριον· ὃ γὰρ ἄν τισιν εἶναι δόξειε κατὰ τοὺς τόπους <lb/>τῶν μυκτήρων,
							οὐδὲν περαίνει πρὸς τὸν ἐγκέφαλον, ἀλλὰ τὰ μὲν <lb/>τυφλά, τὰ δὲ φέρει μέχρι τῶν
							βραγχίων. Ὅτι δὲ καὶ ἀκούουσι <lb/>καὶ ὀσφραίνονται, φανερόν· τούς τε γὰρ ψόφους
							φεύγοντα <lb/>φαίνεται τοὺς μεγάλους, οἷον τὰς εἰρεσίας τῶν τριήρων, <lb/>ὥστε
							λαμβάνεσθαι ῥᾳδίως ἐν ταῖς θαλάμαις· καὶ γὰρ <lb/>ἂν μικρὸς ᾖ ὁ ἔξω ψόφος, ὅμως τοῖς
							ἐν τῷ ὑγρῷ τὴν ἀκοὴν <lb/>ἔχουσι χαλεπὸς καὶ μέγας καὶ βαρὺς φαίνεται πᾶσιν. Ὃ
							<lb/>συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς τῶν δελφίνων θήρας· ὅταν γὰρ ἀθρόως <lb/>περικυκλώσωσι τοῖς
							μονοξύλοις, ψοφοῦντες ἐξ αὐτῶν ἐν τῇ <lb/>θαλάττῃ ἀθρόους ποιοῦσιν ἐξοκέλλειν
							φεύγοντας εἰς τὴν <lb/>γῆν, καὶ λαμβάνουσιν ὑπὸ τοῦ ψόφου καρηβαροῦντας. <lb/>Καίτοι
							οὐδ’ οἱ δελφῖνες τῆς ἀκοῆς οὐδὲν φανερὸν ἔχουσιν <lb/>αἰσθητήριον. Ἔτι δ’ ἐν ταῖς
							θήραις τῶν ἰχθύων ὅτι μάλιστα <lb/>εὐλαβοῦνται ψόφον ποιεῖν ἢ κώπης ἢ δικτύων οἱ περὶ
							<lb/>τὴν θήραν ταύτην ὄντες· ἀλλ’ ὅταν κατανοήσωσιν ἔν τινι <lb/>τόπῳ πολλοὺς ἀθρόους
							ὄντας, ἐκ τοσούτου τόπου τεκμαιρόμενοι <lb/>καθιᾶσι τὰ δίκτυα, ὅπως μήτε κώπης μήτε
							τῆς ῥύμης <lb/>τῆς ἁλιάδος ἀφίκηται πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ ψόφος· <lb/>παραγγέλλουσί
							τε πᾶσι τοῖς ναύταις ὅτι μάλιστα σιγῇ <lb/>πλεῖν, μέχρι περ ἂν συγκυκλώσωνται. Ἐνίοτε
							δ’ ὅταν <pb n="120"/> βούλωνται συνδραμεῖν, ταὐτὸν ποιοῦσιν ὅπερ ἐπὶ τῆς τῶν
							<lb/>δελφίνων θήρας· ψοφοῦσι γὰρ λίθοις, ἵνα φοβηθέντες <lb/>συνθέωσιν εἰς ταὐτὸ καὶ
							τοῖς δικτύοις οὕτω περιβάλλωνται. <lb/>Καὶ πρὶν μὲν συγκλεῖσαι, καθάπερ εἴρηται,
							κωλύουσι ψοφεῖν, <lb/>ὅταν δὲ κυκλώσωσι, κελεύουσιν ἤδη βοᾶν καὶ ψοφεῖν· τὸν <lb/>γὰρ
							ψόφον καὶ τὸν θόρυβον ἀκούοντες ἐμπίπτουσι διὰ τὸν <lb/>φόβον. Ἔτι δ’ ὅταν ἴδωσιν οἱ
							ἁλιεῖς ἐκ πάνυ πολλοῦ νεμομένους <lb/>ἀθρόους πολλοὺς ἐν ταῖς γαλήναις καὶ εὐδίαις
							ἐπιπολάζοντας, <lb/>καὶ βουληθῶσιν ἰδεῖν τὰ μεγέθη καὶ τί τὸ γένος <lb/>αὐτῶν, ἂν μὲν
							ἀψοφητὶ προσπλεύσωσι, λανθάνουσι καὶ καταλαμβάνουσιν <lb/>ἐπιπολάζοντας ἔτι, ἐὰν δέ
							τις τύχῃ ψοφήσας <lb/>πρότερον, φανεροί εἰσι φεύγοντες. Ἔτι δ’ ἐν τοῖς ποταμοῖς
							<lb/>εἰσὶν ἰχθύδια ἄττα ἃ καλοῦσί τινες κόττους· ταῦτα θηρεύουσί <lb/>τινες διὰ τὸ ὑπὸ
							ταῖς πέτραις ὑποδεδυκέναι κόπτοντες <lb/>τὰς πέτρας λίθοις· τὰ δ’ ἐκπίπτει
							παραφερόμενα ὡς <lb/>ἀκούοντα καὶ καρηβαροῦντα ὑπὸ τοῦ ψόφου. Ὅτι μὲν οὖν
							<lb/>ἀκούουσιν, ἐκ τῶν τοιούτων ἐστὶ φανερόν· εἰσὶ δέ τινες οἵ <lb/>φασι καὶ μάλιστα
							ὀξυηκόους εἶναι τῶν ζῴων τοὺς ἰχθῦς, <lb/>ἐκ τοῦ διατρίβοντας περὶ τὴν θάλατταν
							ἐντυγχάνειν τοιούτοις <lb/>πολλοῖς. Μάλιστα δ’ εἰσὶ τῶν ἰχθύων ὀξυήκοοι κεστρεύς,
							<lb/>χρέμψ, λάβραξ, σάλπη, χρομίς, καὶ ὅσοι ἄλλοι <lb/>τοιοῦτοι τῶν ἰχθύων· οἱ δ’
							ἄλλοι τούτων ἧττον, διὸ μᾶλλον <lb/>πρὸς τῷ ἐδάφει τῆς θαλάττης ποιοῦνται τὰς
							διαγωγάς. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ὀσφρήσεως ἔχει. Τοῦ τε γὰρ μὴ <lb/>προσφάτου
							δελέατος οὐκ ἐθέλουσιν ἅπτεσθαι οἱ πλεῖστοι <lb/>τῶν ἰχθύων, τοῖς τε δελέασιν οὐ τοῖς
							αὐτοῖς ἁλίσκονται <pb n="121"/> πάντες ἀλλὰ ἰδίοις, διαγινώσκοντες τῷ ὀσφραίνεσθαι·
							ἔνια <lb/>γὰρ δελεάζεται τοῖς δυσώδεσιν, ὥσπερ ἡ σάλπη τῇ κόπρῳ. <lb/>Ἔτι δὲ πολλοὶ
							τῶν ἰχθύων διατρίβουσιν ἐν σπηλαίοις, <lb/>οὓς ἐπειδὰν βούλωνται προκαλέσασθαι πρὸς
							τὴν <lb/>θήραν οἱ ἁλιεῖς, τὸ στόμα τοῦ σπηλαίου περιαλείφουσι <lb/>ταριχηραῖς ὀσμαῖς,
							πρὸς ἃς ἐξέρχονται ταχέως. Ἁλίσκεται <lb/>δὲ καὶ ἡ ἔγχελυς τοῦτον τὸν τρόπον· τιθέασι
							γὰρ <lb/>τῶν ταριχηρῶν τι κεραμίων, ἐνθέντες εἰς τὸ στόμα τοῦ κεραμίου <lb/>τὸν
							καλούμενον ἠθμόν. Καὶ ὅλως δὲ πρὸς τὰ κνισώδη <lb/>πάντες φέρονται μᾶλλον. Καὶ τῶν
							σηπιῶν δὲ τὰ <lb/>σαρκία σταθεύσαντες ἕνεκα τῆς ὀσμῆς δελεάζουσι τούτοις·
							<lb/>προσέρχονται γὰρ μᾶλλον. Τοὺς δὲ πολύπους φασὶν <lb/>ὀπτήσαντες εἰς τοὺς κύρτους
							ἐντιθέναι οὐδενὸς ἄλλου χάριν <lb/>ἢ τῆς κνίσης. Ἔτι δ’ οἱ ῥυάδες ἰχθύες, ὅταν ἐκχυθῇ
							τὸ <lb/>πλύμα τῶν ἰχθύων, ἢ τῆς ἀντλίας ἐκχυθείσης, φεύγουσιν <lb/>ὡς ὀσφραινόμενοι
							τῆς ὀσμῆς αὐτῶν. Καὶ τοῦ αὑτῶν δὲ <lb/>αἵματος ταχὺ ὀσφραίνεσθαί φασιν αὐτούς· δῆλον
							δὲ ποιοῦσι <lb/>φεύγοντες καὶ ἐκτοπίζοντες μακράν, ὅταν γένηται <lb/>αἷμα ἰχθύων. Καὶ
							ὅλως δὲ ἐὰν μὲν σαπρῷ τις δελέατι <lb/>δελεάσῃ τὸν κύρτον, οὐκ ἐθέλουσιν εἰσδύνειν
							οὐδὲ πλησιάζειν, <lb/>ἐὰν δὲ νεαρῷ δελέατι καὶ κεκνισωμένῳ, εὐθὺς φερόμενοι
							<lb/>πόρρωθεν εἰσδύνουσιν. Μάλιστα δὲ φανερόν ἐστι <lb/>περὶ τῶν εἰρημένων ἐπὶ τῶν
							δελφίνων· οὗτοι γὰρ τῆς <lb/>ἀκοῆς αἰσθητήριον μὲν οὐδὲν ἔχουσι φανερόν, ἁλίσκονται
							<lb/>δὲ διὰ τὸ καρηβαρεῖν ὑπὸ τοῦ ψόφου, καθάπερ εἴρηται <pb n="122"/> πρότερον. Οὐδὲ
							δὴ τῆς ὀσφρήσεως αἰσθητήριον οὐδὲν <lb/>ἔχει φανερόν, ὀσφραίνεται δ’ ὀξέως.</p>
						<p>Ὅτι μὲν οὖν πάσας τὰς αἰσθήσεις ταῦτα ἔχει τὰ ζῷα, <lb/>φανερόν· τὰ δὲ λοιπὰ γένη τῶν
							ζῴων ἔστι μὲν τέτταρα <lb/>διῃρημένα εἰς γένη, ἃ περιέχει τὸ πλῆθος τῶν λοιπῶν ζῴων,
							<lb/>τά τε μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα καὶ τὰ ὀστρακόδερμα <lb/>καὶ ἔτι τὰ ἔντομα,
							τούτων δὲ τὰ μὲν μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα <lb/>καὶ τὰ ἔντομα ἔχει πάσας τὰς
							αἰσθήσεις· καὶ <lb/>γὰρ ὄψιν ἔχει καὶ ὄσφρησιν καὶ γεῦσιν. Τά τε γὰρ ἔντομα <lb/>ὄντα
							πόρρω συναισθάνεται, καὶ τὰ πτερωτὰ καὶ τὰ <lb/>ἄπτερα, οἷον αἱ μέλιτται καὶ οἱ κνῖπες
							τοῦ μέλιτος· ἐκ <lb/>πολλοῦ γὰρ αἰσθάνονται ὡς τῇ ὀσμῇ γινώσκοντα. Καὶ <lb/>ὑπὸ τῆς
							τοῦ θείου ὀσμῆς πολλὰ ἀπόλλυται. Ἔτι δ’ οἱ <lb/>μύρμηκες ὑπ’ ὀριγάνου καὶ θείου
							περιπαττομένων λείων ἐκλείπουσι <lb/>τὰς μυρμηκίας, καὶ ἐλαφείου κέρατος θυμιωμένου
							<lb/>τὰ πλεῖστα φεύγει τῶν τοιούτων· μάλιστα δὲ φεύγουσι <lb/>θυμιωμένου τοῦ στύρακος.
							Αἵ τε σηπίαι καὶ οἱ πολύποδες <lb/>καὶ οἱ κάραβοι τοῖς δελέασιν ἁλίσκονται· καὶ οἵ γε
							<lb/>πολύποδες οὕτω μὲν προσέχονται ὥστε μὴ ἀποσπᾶσθαι <lb/>ἀλλ’ ὑπομένειν τεμνόμενοι,
							ἐὰν δέ τις κόνυζαν προσενέγκῃ, <lb/>ἀφιᾶσιν εὐθέως ὀσμώμενοι. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ
							γεύσεως· <lb/>τήν τε γὰρ τροφὴν ἑτέραν διώκουσι, καὶ οὐ τοῖς αὐτοῖς <lb/>πάντα χαίρει
							χυμοῖς, οἷον ἡ μέλιττα πρὸς οὐδὲν προσιζάνει <lb/>σαπρὸν ἀλλὰ πρὸς τὰ γλυκέα, ὁ δὲ
							κώνωψ πρὸς <lb/>οὐδὲν γλυκὺ ἀλλὰ πρὸς τὰ ὀξέα. Τὸ δὲ τῇ ἁφῇ αἰσθάνεσθαι, <pb n="123"/>
							ὅπερ καὶ πρότερον εἴρηται, πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις. <lb/>Τὰ δ’ ὀστρακόδερμα ὄσφρησιν
							μὲν καὶ γεῦσιν ἔχει, φανερὸν <lb/>δ’ ἐκ τῶν δελεασμῶν, οἷον ἐπὶ τῆς πορφύρας· αὕτη γὰρ
							<lb/>δελεάζεται τοῖς σαπροῖς, καὶ προσέρχεται πρὸς τὸ τοιοῦτον <lb/>δέλεαρ ὡς αἴσθησιν
							ἔχουσα πόρρωθεν. Καὶ τῶν χυμῶν δὲ <lb/>ὅτι αἴσθησιν ἔχει, φανερὸν ἐκ τῶν αὐτῶν· πρὸς ἃ
							γὰρ διὰ <lb/>τὰς ὀσμὰς προσέρχεται κρίνοντα, τούτων χαίρει καὶ τοῖς <lb/>χυμοῖς
							ἕκαστα. Ἔτι δὲ ὅσα ἔχει στόμα, χαίρει καὶ <lb/>λυπεῖται τῇ τῶν χυμῶν ἅψει. Περὶ δ’
							ὄψεως καὶ ἀκοῆς <lb/>βέβαιον μὲν οὐθέν ἐστιν οὐδὲ λίαν φανερόν, δοκοῦσι δ’ οἵ τε
							<lb/>σωλῆνες, ἄν τις ψοφήσῃ, καταδύεσθαι, καὶ φεύγειν κατωτέρω, <lb/>ὅταν αἴσθωνται τὸ
							σιδήριον προσιόν (ὑπερέχει γὰρ <lb/>αὐτῶν μικρόν, τὸ δ’ ἄλλο ὥσπερ ἐν θαλάμῃ ἐστίν),
							καὶ οἱ <lb/>κτένες, ἐάν τις προσφέρῃ τὸν δάκτυλον, χάσκουσι καὶ συμμύουσιν <lb/>ὡς
							ὁρῶντες. Καὶ τοὺς νηρείτας δ’ οἱ θηρεύοντες <lb/>οὐ κατὰ πνεῦμα προσιόντες θηρεύουσιν,
							ὅταν θηρεύσωσιν <lb/>αὐτοὺς εἰς τὸ δέλεαρ, οὐδὲ φθεγγόμενοι ἀλλὰ σιωπῶντες <lb/>ὡς
							ὀσφραινομένων καὶ ἀκουόντων· ἐὰν δὲ φθέγγωνται, <lb/>φασὶν ὑποφεύγειν αὐτούς. Ἥκιστα
							δὲ τὴν ὄσφρησιν τῶν <lb/>ὀστρακοδέρμων φαίνεται ἔχειν τῶν μὲν πορευτικῶν ἐχῖνος,
							<lb/>τῶν δ’ ἀκινήτων τήθυα καὶ βάλανοι.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν αἰσθητηρίων τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον <lb/>τοῖς ζῴοις πᾶσιν, περὶ δὲ
							φωνῆς τῶν ζῴων ὧδ’ ἔχει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Φωνὴ <lb/>καὶ ψόφος ἕτερόν ἐστι, καὶ τρίτον τούτων διάλεκτος. <lb/>Φωνεῖ μὲν οὖν
							οὐδενὶ τῶν ἄλλων μορίων οὐδὲν πλὴν τῷ <lb/>φάρυγγι· διὸ ὅσα μὴ ἔχει πνεύμονα, οὐδὲ
							φθέγγεται· <pb n="124"/> διάλεκτος δ’ ἡ τῆς φωνῆς ἐστὶ τῇ γλώττῃ διάρθρωσις. <lb/>Τὰ
							μὲν οὖν φωνήεντα ἡ φωνὴ καὶ ὁ λάρυγξ ἀφίησιν, τὰ <lb/>δ’ ἄφωνα ἡ γλῶττα καὶ τὰ χείλη·
							ἐξ ὧν ἡ διάλεκτός ἐστιν. <lb/>Διὸ ὅσα γλῶτταν μὴ ἔχει ἢ μὴ ἀπολελυμένην, οὔτε φωνεῖ
							<lb/>οὔτε διαλέγεται· ψοφεῖν δ’ ἔστι καὶ ἄλλοις μορίοις. Τὰ <lb/>μὲν οὖν ἔντομα οὔτε
							φωνεῖ οὔτε διαλέγεται, ψοφεῖ δὲ τῷ <lb/>ἔσω πνεύματι, οὐ τῷ θύραζε· οὐθὲν γὰρ ἀναπνεῖ
							αὐτῶν, <lb/>ἀλλὰ τὰ μὲν βομβεῖ, οἷον μέλιττα καὶ τὰ πτηνὰ αὐτῶν, <lb/>τὰ δ’ ᾄδειν
							λέγεται, οἷον οἱ τέττιγες. Πάντα δὲ ταῦτα <lb/>ψοφεῖ τῷ ὑμένι τῷ ὑπὸ τὸ ὑπόζωμα, ὅσων
							διῄρηται, οἷον <lb/>τῶν τεττίγων τι γένος τῇ τρίψει τοῦ πνεύματος. Καὶ αἱ <lb/>μυῖαι
							δὲ καὶ αἱ μέλιτται καὶ τἆλλα πάντα, τῇ πτήσει <lb/>αἴροντα καὶ συστέλλοντα· ὁ γὰρ
							ψόφος τρίψις ἐστι τοῦ <lb/>ἔσω πνεύματος. Αἱ δ’ ἀκρίδες τοῖς πηδαλίοις τρίβουσαι
							<lb/>ποιοῦσι τὸν ψόφον. Οὐδὲ δὴ τῶν μαλακίων οὐδὲν οὔτε <lb/>φθέγγεται οὔτε ψοφεῖ
							οὐδένα φυσικὸν ψόφον, οὐδὲ τῶν <lb/>μαλακοστράκων. Οἱ δ’ ἰχθύες ἄφωνοι μέν εἰσιν (οὔτε
							γὰρ <lb/>πνεύμονα οὔτε ἀρτηρίαν καὶ φάρυγγα ἔχουσι), ψόφους δέ <lb/>τινας ἀφιᾶσι καὶ
							τριγμοὺς οὓς λέγουσι φωνεῖν, οἷον λύρα <lb/>καὶ χρομίς (οὗτοι γὰρ ἀφιᾶσιν ὥσπερ
							γρυλισμόν) καὶ ὁ <lb/>κάπρος ὁ ἐν τῷ Ἀχελῴῳ, ἔτι δὲ χαλκὶς καὶ κόκκυξ· ἡ <lb/>μὲν γὰρ
							ψοφεῖ οἷον συριγμόν, ὁ δὲ παραπλήσιον τῷ <lb/>κόκκυγι ψόφον, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔχει.
							Πάντα δὲ ταῦτα <lb/>τὴν δοκοῦσαν φωνὴν ἀφιᾶσι τὰ μὲν τῇ τρίψει τῶν βραγχίων
							<lb/>(ἀκανθώδεις γὰρ οἱ τόποι), τὰ δὲ τοῖς ἐντὸς τοῖς περὶ <lb/>τὴν κοιλίαν· πνεῦμα
							γὰρ ἔχει τούτων ἕκαστον, ὃ προστρίβοντα <lb/>καὶ κινοῦντα ποιεῖ τοὺς ψόφους. Καὶ τῶν
							σελαχῶν <pb n="125"/> δ’ ἔνια δοκεῖ τρίζειν. Ἀλλὰ ταῦτα φωνεῖν μὲν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἔχει
							φάναι, ψοφεῖν δέ. Καὶ γὰρ οἱ κτένες ὅταν φέρωνται <lb/>ἀπερειδόμενοι τῷ ὑγρῷ, ὃ
							καλοῦσι πέτεσθαι, ῥοιζοῦσι, καὶ <lb/>αἱ χελιδόνες αἱ θαλάττιαι ὁμοίως· καὶ γὰρ αὗται
							πέτονται <lb/>μετέωροι, οὐχ ἁπτόμεναι τῆς θαλάττης· τὰ γὰρ πτερύγια <lb/>ἔχουσι πλατέα
							καὶ μακρά. Ὥσπερ οὖν τῶν ὀρνίθων πετομένων <lb/>ὁ γινόμενος ταῖς πτέρυξι ψόφος οὐ φωνή
							ἐστιν, <lb/>οὕτως οὐδὲ τῶν τοιούτων οὐδενός. Ἀφίησι δὲ καὶ ὁ δελφὶς <lb/>τριγμὸν καὶ
							μύζει, ὅταν ἐξέλθῃ, ἐν τῷ ἀέρι, οὐχ ὁμοίως <lb/>δὲ τοῖς εἰρημένοις· ἔστι γὰρ τούτῳ
							φωνή· ἔχει γὰρ καὶ <lb/>πλεύμονα καὶ ἀρτηρίαν, ἀλλὰ τὴν γλῶτταν οὐκ ἀπολελυμένην
							<lb/>οὐδὲ χείλη ὥστε ἄρθρον τι τῆς φωνῆς ποιεῖν. Τῶν <lb/>δ’ ἐχόντων γλῶτταν καὶ
							πλεύμονα ὅσα μὲν ᾠοτόκα ἐστὶ καὶ <lb/>τετράποδα, ἀφίησι μὲν φωνήν, ἀσθενῆ μέντοι, καὶ
							τὰ <lb/>μὲν συριγμόν, ὥσπερ οἱ ὄφεις, τὰ δὲ λεπτὴν καὶ ἀσθενῆ <lb/>φωνήν, τὰ δὲ σιγμὸν
							μικρόν, ὥσπερ αἱ χελῶναι. Ὁ δὲ <lb/>βάτραχος ἰδίαν ἔχει τὴν γλῶτταν· τὸ μὲν γὰρ
							ἔμπροσθεν <lb/>προσπέφυκεν ἰχθυωδῶς, ὃ τοῖς ἄλλοις ἀπολέλυται, τὸ δὲ <lb/>πρὸς τὸν
							φάρυγγα ἀπολέλυται καὶ πέπτυκται, ᾧ τὴν ἰδίαν <lb/>ἀφίησι φωνήν. Καὶ τὴν ὀλολυγόνα δὲ
							τὴν γινομένην ἐν <lb/>τῷ ὕδατι οἱ βάτραχοι οἱ ἄρρενες ποιοῦσιν, ὅταν ἀνακαλῶνται
							<lb/>τὰς θηλείας πρὸς τὴν ὀχείαν· εἰσὶ γὰρ ἑκάστοις τῶν <lb/>ζῴων ἴδιαι φωναὶ πρὸς τὴν
							ὁμιλίαν καὶ τὸν πλησιασμόν, <lb/>οἷον καὶ ὑσὶ καὶ τράγοις καὶ προβάτοις. Ποιεῖ δὲ τὴν
							<lb/>ὀλολυγόνα, ὅταν ἰσοχειλῆ τὴν κάτω σιαγόνα ποιήσας ἐπὶ τῷ <lb/>ὕδατι περιτείνῃ τὴν
							ἄνω. Δοκεῖ δὲ διαλαμπουσῶν τῶν σιαγόνων <lb/>ἐκ τῆς ἐπιτάσεως ὥσπερ λύχνοι φαίνεσθαι
							οἱ ὀφθαλμοί· <pb n="126"/> ἡ γὰρ ὀχεία τὰ πολλὰ γίγνεται νύκτωρ. Τὸ δὲ τῶν
							<lb/>ὀρνίθων γένος ἀφίησι φωνήν· καὶ μάλιστα ἔχει διάλεκτον <lb/>ὅσοις ὑπάρχει μετρίως
							ἡ γλῶττα πλατεῖα, καὶ ὅσοι <lb/>ἔχουσι λεπτὴν τὴν γλῶτταν αὐτῶν. Ἔνια μὲν οὖν τὴν
							<lb/>αὐτὴν ἀφιᾶσι φωνὴν τά τε θήλεα καὶ τὰ ἄρρενα, ἔνια δ’ <lb/>ἑτέραν. Πολύφωνα δ’
							ἐστὶ καὶ λαλίστερα τὰ ἐλάττω τῶν <lb/>μεγάλων· καὶ μάλιστα περὶ τὴν ὀχείαν ἕκαστον
							γίνεται <lb/>τῶν ὀρνέων τοιοῦτον, καὶ τὰ μὲν μαχόμενα φθέγγεται, οἷον <lb/>ὄρτυξ, τὰ
							δὲ πρὸ τοῦ μάχεσθαι προκαλούμενα, ἢ νικῶντα, <lb/>οἷον ἀλεκτρυόνες. Ἅιδουσι δ’ ἔνια
							μὲν ὁμοίως τὰ ἄρρενα <lb/>τοῖς θήλεσιν, οἷον καὶ ἀηδὼν ᾄδει καὶ ὁ ἄρρην καὶ ἡ θήλεια,
							<lb/>πλὴν ἡ θήλεια παύεται ὅταν ἐπῳάζῃ καὶ τὰ νεόττια ἔχῃ· ἐνίων <lb/>δὲ τὰ ἄρρενα
							μᾶλλον, οἷον ἀλεκτρυόνες καὶ ὄρτυγες, αἱ δὲ <lb/>θήλειαι οὐκ ᾄδουσιν. Τὰ δὲ ζῳοτόκα
							καὶ τετράποδα ζῷα <lb/>ἄλλο ἄλλην ἀφίησι φωνήν, διάλεκτον δ’ οὐδὲν ἔχει, ἀλλ’
							<lb/>ἴδιον τοῦτ’ ἀνθρώπου ἐστίν· ὅσα μὲν γὰρ διάλεκτον ἔχει, <lb/>καὶ φωνὴν ἔχει, ὅσα
							δὲ φωνήν, οὐ πάντα διάλεκτον. Ὅσοι <lb/>δὲ κωφοὶ γίνονται ἐκ γενετῆς, πάντες καὶ ἐνεοὶ
							γίνονται· <lb/>φωνὴν μὲν οὖν ἀφιᾶσι, διάλεκτον δ’ οὐδεμίαν. Τὰ δὲ παιδία <lb/>ὥσπερ
							καὶ τῶν ἄλλων μορίων οὐκ ἐγκρατῆ ἐστίν, οὕτως οὐδὲ <lb/>τῆς γλώττης τὸ πρῶτον, καὶ
							ἔστιν ἀτελῆ, καὶ ἀπολύεται <lb/>ὀψιαίτερον, ὥστε ψελλίζουσι καὶ τραυλίζουσι τὰ πολλά.
							<lb/>Διαφέρουσι δὲ κατὰ τόπους καὶ αἱ φωναὶ καὶ αἱ διάλεκτοι. <lb/>Ἡ μὲν οὖν φωνὴ
							ὀξύτητι καὶ βαρύτητι μάλιστα ἐπίδηλος, <lb/>τὸ δ’ εἶδος οὐδὲν διαφέρει τῶν αὐτῶν
							γενῶν· ἡ δ’ ἐν τοῖς <lb/>ἄρθροις, ἣν ἄν τις ὥσπερ διάλεκτον εἴπειεν, καὶ τῶν ἄλλων <pb n="127"/> ζῴων διαφέρει καὶ τῶν ἐν ταὐτῷ γένει ζῴων κατὰ τόπους, <lb/>οἷον τῶν
							περδίκων οἱ μὲν κακκαβίζουσιν οἱ δὲ τρίζουσιν. <lb/>Καὶ τῶν μικρῶν ὀρνιθίων ἔνια οὐ
							τὴν αὐτὴν ἀφίησι φωνὴν <lb/>ἐν τῷ ᾄδειν τοῖς γεννήσασιν, ἂν ἀπότροφα γένωνται καὶ
							<lb/>ἄλλων ἀκούσωσιν ὀρνίθων ᾀδόντων. Ἤδη δ’ ὦπται καὶ <lb/>ἀηδὼν νεοττὸν
							προδιδάσκουσα, ὡς οὐχ ὁμοίας φύσει τῆς <lb/>διαλέκτου οὔσης καὶ τῆς φωνῆς, ἀλλ’
							ἐνδεχόμενον πλάττεσθαι. <lb/>Καὶ οἱ ἄνθρωποι φωνὴν μὲν τὴν αὐτὴν ἀφιᾶσι, διάλεκτον
							<lb/>δ’ οὐ τὴν αὐτήν. Ὁ δ’ ἐλέφας φωνεῖ ἄνευ μὲν τοῦ <lb/>μυκτῆρος αὐτῷ τῷ στόματι
							πνευματῶδες ὥσπερ ὅταν ἄνθρωπος <lb/>ἐκπνέῃ καὶ αἰάζῃ, μετὰ δὲ τοῦ μυκτῆρος ὅμοιον
							σάλπιγγι <lb/>τετραχυσμένῃ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Περὶ δὲ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως τῶν ζῴων, ὅτι μὲν ὅσα <lb/>πεζὰ καὶ ἔναιμα πάντα
							καθεύδει καὶ ἐγρήγορεν, φανερὸν <lb/>ποιοῦσι κατὰ τὴν αἴσθησιν. Πάντα γὰρ ὅσα ἔχει
							βλεφαρίδας, <lb/>μύοντα ποιεῖται τὸν ὕπνον. Ἔτι δ’ ἐνυπνιάζειν <lb/>φαίνονται οὐ μόνον
							ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ἵπποι καὶ κύνες καὶ <lb/>βόες, ἔτι δὲ πρόβατα καὶ αἶγες καὶ πᾶν τὸ
							τῶν ζῳοτόκων <lb/>καὶ τετραπόδων γένος· δηλοῦσι δ’ οἱ κύνες τῷ ὑλαγμῷ. <lb/>Περὶ δὲ
							τῶν ᾠοτοκούντων τοῦτο μὲν ἄδηλον, ὅτι δὲ καθεύδουσι, <lb/>φανερόν. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ
							ἔνυδρα, οἷον οἵ τε <lb/>ἰχθύες καὶ τὰ μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα κάραβοί τε <lb/>καὶ
							τὰ τοιαῦτα. Βραχύυπνα μὲν οὖν ἐστὶ ταῦτα πάντα, <lb/>φαίνεται δὲ καθεύδοντα. Σημεῖον
							δὲ κατὰ μὲν τὰ ὄμματα <lb/>οὐκ ἔστι λαβεῖν (οὐδὲν γὰρ ἔχει βλέφαρα αὐτῶν), ἀλλὰ <pb n="128"/> ταῖς ἀτρεμίαις. Ἁλίσκονται γὰρ οἱ ἰχθύες, εἰ μὴ διὰ <lb/>τοὺς φθεῖρας καὶ
							τοὺς καλουμένους ψύλλους, κἂν ὥστε τῇ <lb/>χειρὶ λαμβάνειν ῥᾳδίως· νῦν δ’, ἂν
							χρονίζωσιν, οὗτοι τῆς <lb/>νυκτὸς κατεσθίουσι προσπίπτοντες, πολλοὶ τὸ πλῆθος ὄντες.
							<lb/>Γίνονται δ’ ἐν τῷ βυθῷ τῆς θαλάττης, καὶ τοσοῦτοι τὸ <lb/>πλῆθος ὥστε καὶ τὸ
							δέλεαρ, ὅ τι ἂν ἰχθύος ᾖ, ἐὰν χρονίσῃ <lb/>ἐπὶ τῆς γῆς, κατεσθίουσιν· καὶ ἀνέλκουσι
							πολλάκις οἱ ἁλιεῖς <lb/>περὶ τὸ δέλεαρ ὥσπερ σφαῖραν συνεχομένων αὐτῶν. <lb/>Ἀλλ’ ἐκ
							τῶν τοιῶνδε μᾶλλον ἔστι τεκμήρασθαι ὅτι καθεύδουσιν· <lb/>πολλάκις γὰρ ἔστιν
							ἐπιπεσόντα τοῖς ἰχθύσι <lb/>λαθεῖν οὕτως ὥστε καὶ τῇ χειρὶ λαβεῖν ἢ πατάξαντα λαθεῖν·
							<lb/>ὑπὸ δὲ τὸν καιρὸν τοῦτον ἠρεμοῦσι σφόδρα, καὶ κινοῦσιν <lb/>οὐθὲν πλὴν ἠρέμα τὸ
							οὐραῖον. Δῆλον δὲ γίνεται ὅτι <lb/>καθεύδει καὶ ταῖς φοραῖς, ἄν τι κινηθῇ ἡσυχαζόντων·
							φέρεται <lb/>γὰρ ὥσ περ ἐξ ὕπνου ὄντα. Ἔτι δ’ ἐν ταῖς πυρίαις <lb/>ἁλίσκονται διὰ τὸ
							καθεύδειν. Πολλάκις δὲ καὶ οἱ θυννοσκόποι <lb/>περιβάλλονται καθεύδοντας· δῆλον δ’ ἐκ
							τοῦ ἡσυχάζοντας <lb/>καὶ τὰ λευκὰ ὑποφαίνοντας ἁλίσκεσθαι. Καθεύδουσι <lb/>δὲ τῆς
							νυκτὸς μᾶλλον ἢ τῆς ἡμέρας οὕτως ὥστε βαλλόντων <lb/>μὴ κινεῖσθαι. Τὰ δὲ πλεῖστα
							καθεύδουσι τῆς γῆς ἢ τῆς <lb/>ἄμμου ἢ λίθου τινὸς ἐχόμενοι ἐν τῷ βυθῷ, ἢ ἀποκρύψαντες
							<lb/>ὑπὸ πέτραν ἢ θῖνα ἑαυτούς, οἱ δὲ πλατεῖς ἐν τῇ ἄμμῳ· <lb/>γινώσκονται δὲ τῇ
							σχηματίσει τῆς ἄμμου, καὶ λαμβάνονται <lb/>τυπτόμενοι τοῖς τριώδουσιν. Λαμβάνονται δὲ
							καὶ λάβραξ <lb/>καὶ χρύσοφρυς καὶ κεστρεὺς καὶ ὅσοι τοιοῦτοι τριώδοντι <pb n="129"/>
							ἡμέρας πολλάκις διὰ τὸ καθεύδειν· εἰ δὲ μή, οὐθὲν <lb/>δοκεῖ τῶν τοιούτων ληφθῆναι ἂν
							τριώδοντι. Τὰ δὲ σελάχη <lb/>οὕτω καθεύδει ἐνίοτε ὥστε καὶ λαμβάνεσθαι τῇ χειρί.
							Δελφὶς <lb/>δὲ καὶ φάλαινα, καὶ ὅσα αὐλὸν ἔχει, ὑπερέχοντα τὸν <lb/>αὐλὸν καθεύδει τῆς
							θαλάττης, δι’ οὗ καὶ ἀναπνέουσιν ἠρέμα <lb/>κινοῦντες τὰς πτέρυγας· καὶ δελφῖνός γε
							καὶ ῥέγχοντος <lb/>ἤδη ἠκρόανταί τινες. Καθεύδει δὲ καὶ τὰ μαλάκια τὸν <lb/>αὐτὸν
							τρόπον ὅνπερ οἱ ἰχθύες· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ μαλακόστρακα <lb/>τούτοις. Καὶ τὰ ἔντομα δὲ
							τῶν ζῴων ὅτι τυγχάνει <lb/>ὕπνου, διὰ τοιούτων σημείων ἐστὶ φανερόν· ἡσυχάζουσί τε
							<lb/>γὰρ καὶ ἀκινητίζουσιν ἐπιδήλως. Μάλιστα δ’ ἐπὶ τῶν <lb/>μελιττῶν τοῦτο δῆλον·
							ἠρεμοῦσί τε γὰρ καὶ παύονται <lb/>βομβοῦσαι τῆς νυκτός. Δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἐν ποσὶ
							<lb/>μάλιστα τῶν τοιούτων· οὐ γὰρ μόνον διὰ τὸ μὴ ὀξὺ βλέπειν <lb/>ἡσυχάζουσι τῆς
							νυκτός (ἅπαντα γὰρ ἀμυδρῶς βλέπουσι τὰ <lb/>σκληρόφθαλμα), ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ φῶς τὸ τῶν
							λύχνων <lb/>ἡσυχάζοντα φαίνονται οὐδὲν ἧττον. Ἐνυπνιάζει δὲ τῶν <lb/>ζῴων μάλιστα
							ἄνθρωπος. Καὶ νέοις μὲν οὖσι καὶ παιδίοις <lb/>ἔτι πάμπαν οὐ γίνεται ἐνύπνιον, ἀλλ’
							ἄρχεται τοῖς πλείστοις <lb/>περὶ τέτταρα ἔτη ἢ πέντε· ἤδη δὲ γεγόνασι καὶ <lb/>ἄνδρες
							καὶ γυναῖκες οἳ ὅλως οὐθὲν πώποτε ἐνύπνιον εἶδον. <lb/>Συνέβη δέ τισι τῶν τοιούτων
							προϊούσης τῆς ἡλικίας ἰδεῖν <lb/>ἐνύπνιον, καὶ μετὰ ταῦτα γενέσθαι περὶ τὸ σῶμα
							μεταβολὴν <lb/>τοῖς μὲν εἰς θάνατον τοῖς δ’ εἰς ἀρρωστίαν.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν αἰσθήσεως καὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως <lb/>τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>τὸ δ’ ἄρρεν καὶ θῆλυ τοῖς μὲν <lb/>ὑπάρχει τῶν ζῴων, τοῖς δ’ οὐχ ὑπάρχει, ἀλλὰ καθ’
							ὁμοιότητά <lb/>τινα καὶ τίκτειν λέγονται καὶ κύειν. Ἔστι δ’ οὐθὲν <pb n="130"/> ἄρρεν
							καὶ θῆλυ ἐν τοῖς μονίμοις, οὐδ’ ὅλως ἐν τοῖς ὀστρακοδέρμοις. <lb/>Ἐν δὲ τοῖς μαλακίοις
							καὶ τοῖς μαλακοστράκοις <lb/>ἔστι τὸ μὲν θῆλυ τὸ δ’ ἄρρεν, καὶ ἐν τοῖς πεζοῖς καὶ ἐν
							τοῖς <lb/>δίποσι καὶ τετράποσι καὶ πᾶσιν ὅσα ἐκ συνδυασμοῦ τίκτει <lb/>ζῷον ἢ ᾠὸν ἢ
							σκώληκα. Ἐν μὲν οὖν τοῖς ἄλλοις γένεσιν <lb/>ἁπλῶς ἢ ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν, οἷον ἐν μὲν
							τοῖς τετράποσι <lb/>πᾶσιν ἔστι τὸ μὲν θῆλυ τὸ δ’ ἄρρεν, ἐν δὲ τοῖς ὀστρακοδέρμοις
							<lb/>οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ ὥσπερ ἐν φυτοῖς τὰ μὲν εὔφορά ἐστι τὰ <lb/>δ’ ἄφορα, οὕτω καὶ ἐν
							τούτοις. Ἐν δὲ τοῖς ἐντόμοις καὶ <lb/>τοῖς ἰχθύσιν ἐστὶ τὰ μὲν ὅλως οὐκ ἔχοντα ταύτην
							τὴν <lb/>διαφορὰν ἐπ’ οὐδέτερον, οἷον ἐγχέλυς οὔτε ἄρρεν ἐστὶν οὔτε <lb/>θῆλυ, οὐδὲ
							γεννᾷ ἐξ αὑτῆς οὐδέν, ἀλλ’ οἱ μὲν λέγοντες <lb/>ὅτι τριχώδη καὶ ἑλμινθώδη προσπεφυκότ’
							ἔχουσαί ποτέ <lb/>τινες φαίνονται, οὐ προσθεωρήσαντες τὸ ποῦ ἔχουσιν <lb/>ἀσκέπτως
							λέγουσιν. Οὔτε γὰρ ζῳοτοκεῖ ἄνευ ᾠοτοκίας <lb/>οὐδὲν τῶν τοιούτων, ᾠὸν δ’ οὐδεμία
							πώποτε ὦπται ἔχουσα· <lb/>ὅσα τε ζῳοτοκεῖ, ἐν τῇ ὑστέρᾳ ἔχει καὶ προσπεφυκότα,
							<lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐν τῇ γαστρί· ἐπέττετο γὰρ ἂν ὥσπερ ἡ τροφή. <lb/>Ἣν δὲ λέγουσι διαφορὰν
							ἄρρενος ἐγχέλυος καὶ θηλείας <lb/>τῷ τὸν μὲν μείζω κεφαλὴν ἔχειν καὶ μακροτέραν, τὴν
							δὲ <lb/>θήλειαν μικρὰν καὶ σιμοτέραν, οὐ τοῦ θήλεος ἢ ἄρρενος <lb/>λέγουσιν, ἀλλὰ τοῦ
							γένους. Εἰσὶ δέ τινες ἰχθύες οἳ καλοῦνται <lb/>ἐπιτραγίαι, γίνονται δὲ τῶν ποταμίων
							τοιοῦτοι <lb/>κυπρῖνος καὶ βάλαγρος· οὐκ ἔχουσι δὲ οἱ τοιοῦτοι οὔτε ᾠὸν <lb/>οὔτε
							θορὸν οὐδέποτε, ἀλλ’ ὅσοι στερεοί εἰσι καὶ πίονες, <pb n="131"/> ἔντερον μικρὸν
							ἔχουσι, καὶ δοκοῦσιν ἄριστοι οὗτοι εἷναι. <lb/>Ἔτι δ’ ἔνια, καθάπερ ἐν τοῖς
							ὀστρακοδέρμοις καὶ φυτοῖς <lb/>τὸ μὲν τίκτον ἐστὶ καὶ γεννῶν, τὸ δ’ ὀχεῦον οὐκ ἔστιν,
							οὕτω <lb/>καὶ ἐν τοῖς ἰχθύσι τὸ τῶν ψηττῶν γένος καὶ τὸ τῶν ἐρυθρίνων <lb/>καὶ αἱ
							χάνναι· πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα ᾠὰ φαίνεται <lb/>ἔχοντα. Ἐν μὲν οὖν τοῖς πεζοῖς καὶ
							ἐναίμοις τῶν ζῴων <lb/>ὅσα μὴ ᾠοτοκεῖ, τὰ πλεῖστα μείζω καὶ μακροβιώτερα τὰ
							<lb/>ἄρρενα τῶν θηλειῶν εἰσί, πλὴν ἡμίονος, τούτων δ’ αἱ θήλειαι <lb/>μακροβιώτεραι
							καὶ μείζους· ἐν δὲ τοῖς ᾠοτόκοις καὶ τοῖς <lb/>σκωληκοτόκοις, οἷον ἔν τε τοῖς ἰχθύσι
							καὶ ἐπὶ τῶν ἐντόμων, <lb/>μείζω τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων ἐστίν, οἷον ὄφεις καὶ φαλάγγια
							<lb/>καὶ ἀσκαλαβῶται καὶ βάτραχοι. Καὶ ἐπὶ τῶν ἰχθύων δ’ <lb/>ὡσαύτως, οἷον τά τε
							σελάχη τὰ μικρὰ καὶ τῶν ἀγελαίων τὰ <lb/>πλεῖστα, τὰ δὲ πετραῖα πάντα. Ὅτι δὲ
							μακροβιώτεροι <lb/>τῶν ἰχθύων αἱ θήλεις τῶν ἀρρένων, δῆλον ἐκ τοῦ παλαιότερα
							<lb/>ἁλίσκεσθαι τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων. Ἔστι δὲ τὰ μὲν ἄνω καὶ <lb/>πρόσθια πάντων τῶν
							ζῴων τὰ ἄρρενα κρείττω καὶ ἰσχυρότερα <lb/>καὶ εὐοπλότερα, τὰ δ’ ὡς ἂν ὀπίσθια καὶ
							κάτω λεχθέντα τῶν <lb/>θηλέων. Τοῦτο δὲ καὶ ἐπ’ ἀνθρώπων καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ζῴων
							τῶν πεζῶν καὶ ζῳοτόκων πάντων ἔχει τὸν αὐτὸν τρόπον. <lb/>Καὶ ἀνευρότερον δὲ καὶ
							ἀναρθρότερον τὸ θῆλυ μᾶλλον, <lb/>καὶ λεπτοτριχώτερον, ὅσα τρίχας ἔχει· τὰ δὲ μὴ
							τρίχας <lb/>ἔχοντα κατὰ τὸ ἀνάλογον. Καὶ ὑγροσαρκότερα δὲ <lb/>τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων
							καὶ γονυκροτώτερα, καὶ αἱ κνῆμαι <lb/>λεπτότεραι· τοὺς δὲ πόδας γλαφυρωτέρους, ὅσα τὰ
							μόρια <pb n="132"/> ταῦτ’ ἔχει τῶν ζῴων. Καὶ περὶ φωνῆς δέ, πάντα τὰ <lb/>θήλεα
							λεπτοφωνότερα καὶ ὀξυφωνότερα, πλὴν βοός, ὅσα <lb/>ἔχει φωνήν· οἱ δὲ βόες βαρύτερον
							φθέγγονται αἱ θήλειαι <lb/>τῶν ἀρρένων. Τὰ δὲ πρὸς ἀλκὴν ἐν τῇ φύσει ὑπάρχοντα
							<lb/>μόρια, οἷον ὀδόντες καὶ χαυλιόδοντες καὶ κέρατα καὶ πλῆκτρα <lb/>καὶ ὅσα ἄλλα
							τοιαῦτα μόρια, ἐν ἐνίοις μὲν γένεσιν <lb/>ὅλως τὰ μὲν ἄρρενα ἔχει τὰ δὲ θήλεα οὐκ
							ἔχει, οἷον κέρατα <lb/>ἔλαφος θήλεια οὐκ ἔχει καὶ τῶν ὀρνίθων τῶν πλῆκτρα ἐχόντων
							<lb/>ἐνίων αἱ θήλειαι ὅλως πλῆκτρα οὐκ ἔχουσιν· ὁμοίως δὲ <lb/>καὶ χαυλιόδοντας αἱ
							θήλειαι οὐκ ἔχουσι τῶν ὑῶν. Ἐν <lb/>ἐνίοις δὲ ὑπάρχει μὲν ἀμφοῖν, ἀλλὰ κρείττω καὶ
							μᾶλλον <lb/>τοῖς ἄρρεσιν, οἷον τὰ κέρατα τῶν ταύτων ἰσχυρότερα τῶν <lb/>θηλειῶν βοῶν.
						</p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="5">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Ε.</head>
						<p>Ὅσα μὲν οὖν ἔχουσι μόρια τὰ ζῷα πάντα καὶ τῶν ἐντὸς <lb/>καὶ τῶν ἐκτός, ἔτι δὲ περί
							τε τῶν αἰσθήσεων καὶ φωνῆς <lb/>καὶ ὕπνου, καὶ ποῖα θήλεα καὶ ποῖα ἄρρενα, πρότερον
							<lb/>εἴρηται περὶ πάντων· περὶ δὲ τῶν γενέσεων αὐτῶν λοιπὸν <lb/>διελθεῖν, καὶ πρῶτον
							περὶ τῶν πρώτων. Εἰσὶ δὲ πολλαὶ <lb/>καὶ πολλὴν ἔχουσαι ποικιλίαν, καὶ τῇ μὲν
							ἀνόμοιοι, τῇ <lb/>δὲ τρόπον τινὰ προσεοίκασιν ἀλλήλαις. Ἐπεὶ δὲ διῄρηται <lb/>τὰ γένη
							πρῶτον, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ νῦν πειρατέον ποιεῖσθαι <lb/>τὴν θεωρίαν· πλὴν τότε μὲν
							τὴν ἀρχὴν ἐποιούμεθα <lb/>σκοποῦντες περὶ τῶν μερῶν ἀπ’ ἀνθρώπου, νῦν δὲ περὶ τούτου
							<lb/>τελευταῖον λεκτέον διὰ τὸ πλείστην ἔχειν πραγματείαν. <lb/>Πρῶτον δ’ ἀρκτέον ἀπὸ
							τῶν ὀστρακοδέρμων, μετὰ δὲ ταῦτα <pb n="133"/> περὶ τῶν μαλακοστράκων, καὶ τὰ ἄλλα δὲ
							τοῦτον τὸν τρόπον <lb/>ἐφεξῆς· ἔστι δὲ τά τε μαλάκια καὶ τὰ ἔντομα, καὶ μετὰ
							<lb/>ταῦτα τὸ τῶν ἰχθύων γένος, τό τε ζῳοτόκον καὶ τὸ ᾠοτόκον <lb/>αὐτῶν, εἶτα τὸ τῶν
							ὀρνίθων· μετὰ δὲ ταῦτα περὶ τῶν πεζῶν <lb/>λεκτέον, ὅσα τε ζῳοτόκα καὶ ὅσα ᾠοτόκα.
							Ζῳοτόκα <lb/>δ’ ἐστὶ τῶν τετραπόδων ἔνια, καὶ ἄνθρωπος τῶν διπόδων <lb/>μόνον. Κοινὸν
							μὲν οὖν συμβέβηκε καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων, ὥσπερ <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν φυτῶν· τὰ μὲν γὰρ ἀπὸ
							σπέρματος ἑτέρων φυτῶν, <lb/>τὰ δ’ αὐτόματα γίνεται, συστάσης τινὸς τοιαύτης ἀρχῆς,
							<lb/>καὶ τούτων τὰ μὲν ἐκ τῆς γῆς λαμβάνει τὴν τροφήν, τὰ <lb/>δ’ ἐν ἑτέροις ἐγγίνεται
							φυτοῖς, ὥσπερ εἴρηται ἐν τῇ θεωρίᾳ <lb/>τῇ περὶ φυτῶν. Οὕτω καὶ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἀπὸ
							ζῴων <lb/>γίνεται κατὰ συγγένειαν τῆς μορφῆς, τὰ δ’ αὐτόματα καὶ <lb/>οὐκ ἀπὸ
							συγγενῶν, καὶ τούτων τὰ μὲν ἐκ γῆς σηπομένης <lb/>καὶ φυτῶν, ὥσπερ πολλὰ συμβαίνει τῶν
							ἐντόμων, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς ζῴοις αὐτοῖς ἐκ τῶν ἐν τοῖς μορίοις περιττωμάτων. <lb/>Τῶν
							δὴ τὴν γένεσιν ἐχόντων ἀπὸ συγγενῶν ζῴων ἐν οἷς <lb/>μὲν αὐτῶν ἐστὶ τὸ θῆλυ καὶ τὸ
							ἄρρεν, ἐκ συνδυασμοῦ γίνονται· <lb/>ἐν δὲ τῷ τῶν ἰχθύων γένει ἔνια γίνεται οὔτε ἄρρενα
							<lb/>οὔτε θήλεα, τῷ γένει μὲν ὄντα ἑτέροις τῶν ἰχθύων τὰ αὐτά, <lb/>τῷ εἴδει δ’ ἕτερα,
							ἔνια δὲ καὶ πάμπαν ἴδια. Τὰ δὲ θήλεα <lb/>μέν ἐστιν, ἄρρενα δ’ οὐκέτι· ἐξ ὧν γίνεται
							ὥσπερ ἐν τοῖς <lb/>ὄρνισι τὰ ὑπηνέμια. Τὰ μὲν οὖν τῶν ὀρνίθων ἄγονα πάντα <lb/>ἐστὶ
							ταῦτα (μέχρι γὰρ τοῦ ᾠοῦ γέννησιν δύναται ἡ <lb/>φύσις αὐτῶν ἐπιτελεῖν), ἐὰν μή τις
							αὐτοῖς συμβῇ τρόπος <lb/>ἄλλος τῆς κοινωνίας πρὸς τοὺς ἄρρενας· περὶ ὧν ἀκριβέστερον
							<lb/>ἔσται δῆλον ἐν τοῖς ὕστερον. Τῶν δὲ ἰχθύων ἐνίοις, ὅταν <pb n="134"/> αὐτόματα
							γεννήσωσιν ᾠά, συμβαίνει ἐκ τούτων καὶ ζῷα γίνεσθαι, <lb/>πλὴν τῶν μὲν καθ’ αὑτά, τῶν
							δ’ οὐκ ἄνευ ἄρρενος· <lb/>ὃν δὲ τρόπον, καὶ περὶ τούτων ἐν τοῖς ἐχομένοις ἔσται
							φανερόν· <lb/>σχεδὸν γὰρ παραπλήσια συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ὀρνίθων. <lb/>Ὅσα δ’ ἀπὸ
							ταὐτομάτου γίνεται ἐν ζῴοις ἢ <lb/>γῇ ἢ φυτοῖς ἢ τοῖς τούτων μορίοις, ἔχουσι δὲ τὸ
							ἄρρεν καὶ <lb/>τὸ θῆλυ, ἐκ τούτων συνδυαζομένων γίνεται μέν τι, οὐ <lb/>ταὐτὸ δ’ ἐξ
							οὐθενὸς ἀλλ’ ἀτελές, οἷον ἔκ τε τῶν φθειρῶν <lb/>ὀχευομένων αἱ καλούμεναι κονίδες καὶ
							ἐκ τῶν μυιῶν σκώληκες <lb/>καὶ ἐκ τῶν ψυχῶν σκώληκες ᾠοειδεῖς, ἐξ ὧν οὔτε τὰ
							γεννήσαντα <lb/>γίνεται οὔτε ἄλλο οὐθὲν ζῷον, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα <lb/>μόνον. Πρῶτον μὲν
							οὖν περὶ τῆς ὀχείας λεκτέον, ὅσα <lb/>ὀχεύεται, εἶτα μετὰ ταῦτα περὶ τῶν ἄλλων ἐφεξῆς,
							τά τε <lb/>καθ’ ἕκαστα καὶ τὰ κοινῇ συμβαίνοντα περὶ αὐτῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ὀχεύεται μὲν οὖν ταῦτα τῶν ζῴων ἐν οἷς ὑπάρχει τὸ θῆλυ <lb/>καὶ τὸ ἄρρεν, εἰσὶ δ’ αἱ
							ὀχεῖαι οὔθ’ ὅμοιαι πᾶσιν οὔθ’ ὁμοίως <lb/>ἔχουσαι. Τὰ μὲν γὰρ ζῳοτόκα καὶ πεζὰ τῶν
							ἐναίμων ἔχει <lb/>μὲν ὄργανα πάντα τὰ ἄρρενα πρὸς τὴν πρᾶξιν τὴν γεννητικήν, <lb/>οὐ
							μὴν ὁμοίως γε πάντα πλησιάζουσιν, ἀλλὰ τὰ μὲν <lb/>ὀπισθουρητικὰ συνιόντα πυγηδόν,
							οἷον λέοντες καὶ δασύποδες <lb/>καὶ λύγκες· τῶν δὲ δασυπόδων καὶ πολλάκις ἡ θήλεια
							<lb/>προτέρα ἀναβαίνει ἐπὶ τὸν ἄρρενα. Τῶν δ’ ἄλλων τῶν <lb/>μὲν πλείστων ὁ αὐτὸς
							τρόπος· τὸν ἐνδεχόμενον γὰρ ποιοῦνται <lb/>συνδυασμὸν τά τε πλεῖστα τῶν τετραπόδων,
							ἐπιβαίνοντος <lb/>ἐπὶ τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος, καὶ τὸ τῶν ὀρνίθων ἅπαν <lb/>γένος οὕτω τε
							καὶ μοναχῶς. Εἰσὶ δὲ διαφοραί τινες καὶ <pb n="135"/> περὶ τοὺς ὄρνιθας· τὰ μὲν γὰρ
							συγκαθείσης τῆς θηλείας ἐπὶ <lb/>τὴν γῆν ἐπιβαίνει τὸ ἄρρεν, ὥσπερ αἱ ὠτίδες καὶ οἱ
							ἀλεκτρυόνες, <lb/>τὰ δ’ οὐ συγκαθείσης τῆς θηλείας, οἷον αἱ γέρανοι· <lb/>ἐν τούτοις
							γὰρ ὁ ἄρρην ἐπιπηδῶν ὀχεύει τὴν θήλειαν, <lb/>καὶ συγγίνεται ὥσπερ καὶ τὰ στρουθία
							ὀξέως. Τῶν δὲ <lb/>τετραπόδων αἱ ἄρκτοι παρακεκλιμέναι τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ὅνπερ
							τἆλλα ἐπὶ τῶν ποδῶν ποιούμενα τὴν ὀχείαν, πρὸς <lb/>τὰ πρανῆ τῶν θηλειῶν τὰ ὕπτια τῶν
							ἀρρένων· οἱ δὲ χερσαῖοι <lb/>ἐχῖνοι ὀρθοὶ τὰ ὕπτια πρὸς ἄλληλα ἔχοντες. Τῶν δὲ
							ζῳοτόκων <lb/>καὶ μέγεθος ἐχόντων οὔτε τοὺς ἄρρενας ἐλάφους αἱ <lb/>θήλειαι
							ὑπομένουσιν, εἰ μὴ ὀλιγάκις, οὔτε τοὺς ταύρους αἱ <lb/>βόες διὰ τὴν τοῦ αἰδοίου
							συντονίαν, ἀλλ’ ὑπάγοντα τὰ <lb/>θήλεα δέχονται τὴν γονήν· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐλάφων
							<lb/>ὦπται τοῦτο συμβαῖνον, τῶν γε τιθασσῶν. Λύκος δ’ <lb/>ὀχεύει καὶ ὀχεύεται τὸν
							αὐτὸν τρόπον ὅνπερ καὶ κύων. <lb/>Οἱ δ’ αἴλουροι οὐκ ὄπισθεν συνιόντες, ἀλλ’ ὁ μὲν
							ὀρθός, ἡ <lb/>δὲ θήλεια ὑποτίθησιν ἑαυτήν· εἰσὶ δὲ τῇ φύσει αἱ θήλειαι
							<lb/>ἀφροδισιαστικαί, καὶ προσάγονται τοὺς ἄρρενας εἰς <lb/>τὰς ὀχείας, καὶ συνοῦσαι
							κράζουσιν. Αἱ δὲ κάμηλοι ὀχεύονται <lb/>τῆς θηλείας καθημένης· περιβεβηκὼς δὲ ὁ ἄρρην
							ὀχεύει <lb/>οὐκ ἀντίπυγος, ἀλλὰ καθάπερ καὶ τὰ ἄλλα τετράποδα· καὶ <lb/>διημερεύει τὸ
							μὲν ὀχεῦον τὸ δ’ ὀχευόμενον. Ἀποχωροῦσι δ’ <lb/>εἰς ἐρημίαν, ὅταν ποιῶνται τὴν ὀχείαν,
							καὶ οὐκ ἔστι πλησιάσαι <lb/>ἀλλ’ ἢ τῷ βόσκοντι. Τὸ δ’ αἰδοῖον ἔχει ὁ κάμηλος
							<lb/>νεῦρον οὕτως ὥστε καὶ νευρὰν ἐκ τούτου ποιεῖσθαι τοῖς <lb/>τόξοις. Οἱ δ’
							ἐλέφαντες ὀχεύονται μὲν ἐν ταῖς ἐρημίαις, <lb/>μάλιστα δὲ περὶ τοὺς ποταμοὺς καὶ οὗ
							διατρίβειν εἰώθασιν· <pb n="136"/> ὀχεύεται δ’ ἡ μὲν θήλεια συγκαθιεῖσα καὶ
							διαβαίνουσα, ὁ δ’ <lb/>ἄρρην ἐπαναβαίνων ὀχεύει. Ὀχεύεται δὲ καὶ ἡ φώκη καθάπερ
							<lb/>τὰ ὀπισθουρητικὰ τῶν ζῴων, καὶ συνέχονται ἐν τῇ <lb/>ὀχείᾳ πολὺν χρόνον, ὥσπερ
							καὶ αἱ κύνες· ἔχουσι δὲ τὸ <lb/>αἰδοῖον μέγα οἱ ἄρρενες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τῶν πεζῶν τὰ τετράποδα καὶ <lb/>ᾠοτόκα ποιεῖται τὴν ὀχείαν.
							Τὰ μὲν γὰρ ἐπιβαίνοντα <lb/>καθάπερ τὰ ζῳοτόκα, οἷον χελώνη καὶ ἡ θαλαττία καὶ ἡ
							<lb/>χερσαία. Ἔχουσι δέ τι εἰς ὃ οἱ πόροι συνάπτουσιν καὶ ᾧ <lb/>ἐν τῇ ὀχείᾳ
							πλησιάζουσιν, οἷον τρυγόνες καὶ βάτραχοι καὶ <lb/>πᾶν τὸ τοιοῦτον γένος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τὰ δ’ ἄποδα καὶ μακρὰ τῶν ζῴων, οἷον ὄφεις τε καὶ <lb/>σμύραιναι, περιπλεκόμενοι τοῖς
							ὑπτίοις πρὸς τὰ ὕπτια. <lb/>Οὕτω δὲ σφόδρα οἱ ὄφεις περιελίττονται ἀλλήλοις, ὥστε
							<lb/>δοκεῖν ἑνὸς ὄφεως δικεφάλου εἶναι τὸ σῶμα ἅπαν. Τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὸ
							τῶν σαύρων γένος· ὁμοίᾳ γὰρ <lb/>περιπλοκῇ ποιοῦνται τὴν ὀχείαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Οἱ δ’ ἰχθύες πάντες, ἔξω τῶν πλατέων σελαχῶν, παραπίπτοντες <lb/>τὰ ὕπτια πρὸς τὰ
							ὕπτια ποιοῦνται τὸν συνδυασμόν. <lb/>Τὰ δὲ πλατέα καὶ κερκοφόρα, οἷον βάτος καὶ τρυγὼν
							<lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα, οὐ μόνον παραπίπτοντα ἀλλὰ καὶ ἐπιβαίνοντα <lb/>τοῖς ὑπτίοις ἐπὶ
							τὰ πρανῆ τῶν θηλειῶν, ὅσοις μὴ <lb/>ἐμποδίζει τὸ οὐραῖον οὐθὲν ἔχον πάχος. Αἱ δὲ
							ῥῖναι, <lb/>καὶ ὅσοις τῶν τοιούτων πολὺ τὸ οὐραῖον, παρατριβόμενα <lb/>μόνον ὀχεύεται
							τὰ ὕπτια πρὸς τὰ ὕπτια. Εἰσὶ δέ τινες <lb/>οἳ ἑωρακέναι φασὶ καὶ συνεχόμενα τῶν
							σελαχῶν ἔνια ὄπισθεν, <lb/>ὥσπερ τοὺς κύνας. Ἔστι δ’ ἐν πᾶσι τοῖς σελαχώδεσι <pb n="137"/> μεῖζον τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος· σχεδὸν δὲ καὶ ἐν τοῖς <lb/>ἄλλοις ἰχθύσι τὰ
							θήλεα μείζω τῶν ἀρρένων. Σελάχη δ’ <lb/>ἐστὶ τά τε εἰρημένα καὶ βοῦς καὶ λάμια καὶ
							ἀετὸς καὶ <lb/>νάρκη καὶ βάτραχος καὶ πάντα τὰ γαλεώδη. Τὰ μὲν οὖν <lb/>σελάχη πάντα
							τεθεώρηται ὑπὸ πολλῶν τούτους ποιούμενα <lb/>τοὺς τρόπους τὴν ὀχείαν· χρονιωτέρα γὰρ ἡ
							συμπλοκὴ πάντων <lb/>τῶν ζῳοτόκων ἢ τῶν ᾠοτόκων. Καὶ δελφῖνες δὲ καὶ <lb/>πάντα τὰ
							κητώδη τὸν αὐτὸν τρόπον· παραπίπτοντα γὰρ <lb/>ὀχεύει παρὰ τὸ θῆλυ τὸ ἄρρεν, καὶ
							χρόνον οὔτε ὀλίγον <lb/>οὔτε λίαν πολύν. Διαφέρουσι δ’ ἔνιοι τῶν σελαχωδῶν <lb/>ἰχθύων
							οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν τῷ τοὺς μὲν ἔχειν ἀποκρεμώμενα <lb/>ἄττα δύο περὶ τὴν ἔξοδον
							τῆς περιττώσεως, τὰς <lb/>δὲ θηλείας ταῦτα μὴ ἔχειν, οἷον ἐν τοῖς γαλεώδεσιν· ἐπὶ γὰρ
							<lb/>τούτων ὑπάρχει πάντων τὸ εἰρημένον. Ὄρχεις μὲν οὖν οὔτε <lb/>ἰχθὺς οὔτε ἄλλο τῶν
							ἀπόδων ἔχει οὐθέν, πόρους δὲ δύο καὶ <lb/>οἱ ὄφεις καὶ οἱ ἰχθύες οἱ ἄρρενες ἔχουσιν,
							οἳ γίνονται θοροῦ <lb/>πλήρεις περὶ τὴν τῆς ὀχείας ὥραν, καὶ προΐενται ὑγρότητα
							<lb/>γαλακτώδη πάντες. Οὗτοι δ’ οἱ πόροι εἰς ἓν συνάπτουσιν, <lb/>ὥσπερ καὶ τοῖς
							ὄρνισιν· οἱ γὰρ ὄρνιθες ἐντὸς ἔχουσι τοὺς <lb/>ὄρχεις, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὅσα ᾠοτοκεῖ
							πόδας ἔχοντα. Τοῦτο <lb/>δὴ συμπεραίνει καὶ ἐπεκτείνεται εἰς τὴν τοῦ θήλεος χώραν
							<lb/>καὶ ὑποδοχήν. Ἔστι δὲ τοῖς μὲν ζῳοτόκοις καὶ πεζοῖς ὁ <lb/>αὐτὸς πόρος τοῦ τε
							σπέρματος καὶ τῆς τοῦ ὑγροῦ περιττώσεως <lb/>ἔξωθεν, ἔσωθεν δ’ ἕτερος πόρος, ὥσπερ
							ἐλέχθη καὶ <lb/>πρότερον ἐν τῇ διαφορᾷ τῇ τῶν μορίων. Τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι <lb/>κύστιν ὁ
							αὐτὸς καὶ τῆς ξηρᾶς περιττώσεως πόρος ἔξωθεν· <lb/>ἔσωθεν δὲ σύνεγγυς ἀλλήλων. Ὁμοίως
							δὲ ταῦτα ἔχει <lb/>τοῖς θήλεσιν αὐτῶν καὶ τοῖς ἄρρεσιν· οὐ γὰρ ἔχουσι κύστιν <pb n="138"/> πλὴν ἐπὶ χελώνης, τούτων δ’ ἡ θήλεια ἕνα πόρον ἔχει, καίτοι <lb/>κύστιν
							ἔχουσα· αἱ χελῶναι δὲ τῶν ᾠοτόκων εἰσίν. <lb/>Ἡ δὲ τῶν ᾠοτόκων ἰχθύων ὀχεία ἧττον
							γίνεται κατάδηλος· <lb/>διόπερ οἱ πλεῖστοι νομίζουσι πληροῦσθαι τὰ θήλεα τῶν
							<lb/>ἀρρένων ἀνακάπτοντα τὸν θορόν. Τοῦτο γὰρ πολλάκις <lb/>ὁρᾶται γινόμενον· περὶ μὲν
							γὰρ τὴν τῆς ὀχείας ὥραν αἱ <lb/>θήλειαι τοῖς ἄρρεσιν ἑπόμεναι τοῦτο δρῶσι, καὶ
							κόπτουσιν <lb/>ὑπὸ τὴν γαστέρα τοῖς στόμασιν, οἱ δὲ θᾶττον προΐενται καὶ <lb/>μᾶλλον·
							κατὰ δὲ τὸν τόκον οἱ ἄρρενες τοῖς θήλεσι, καὶ <lb/>ἀποτικτουσῶν δ’ ἀνακάπτουσι τὰ ᾠά·
							ἐκ δὲ τῶν παραλειπομένων <lb/>γίνονται οἱ ἰχθύες. Περὶ δὲ τὴν Φοινίκην καὶ <lb/>θήραν
							ποιοῦνται δι’ ἀλλήλων· ἄρρενας μὲν γὰρ ὑπάγοντες <lb/>κεστρέας τὰς θηλείας
							περιβάλλονται συνάγοντες, θηλείας δὲ <lb/>τοὺς ἄρρενας. Τοῦτο μὲν οὖν διὰ τὸ πολλάκις
							ὁρᾶσθαι <lb/>τὴν δόξαν ἐποίησε τῆς ὀχείας ταύτην, ποιεῖ δὲ τοῦτο καὶ <lb/>τὰ τετράποδα
							τῶν ζῴων· περὶ γὰρ τὴν ὥραν τῆς ὀχείας <lb/>ἀπορραίνουσι καὶ τὰ ἄρρενα καὶ τὰ θήλεα,
							καὶ τῶν αἰδοίων <lb/>ὀσμῶνται ἀλλήλων. Αἱ δὲ πέρδικες ἂν κατὰ ἄνεμον <lb/>στῶσιν αἱ
							θήλειαι τῶν ἀρρένων, ἔγκυοι γίνονται· πολλάκις <lb/>δὲ καὶ τῆς φωνῆς, ἐὰν ὀργῶσαι
							τύχωσι, καὶ ὑπερπετομένων <lb/>ἐκ τοῦ καταπνεῦσαι τὸν ἄρρενα· χάσκει δὲ καὶ ἡ θήλεια
							καὶ <lb/>ὁ ἄρρην, καὶ τὴν γλῶτταν ἔξω ἔχουσι περὶ τὴν τῆς ὀχείας <lb/>ποίησιν. Ἡ δὲ
							ἀληθινὴ σύνοδος τῶν ᾠοτόκων ἰχθύων ὀλιγάκις <lb/>ὁρᾶται διὰ τὸ ταχέως ἀπολύεσθαι
							παραπεσόντας, <lb/>ἐπεὶ ὦπται καὶ ἡ ἐπὶ τούτων ὀχεία γινομένη τὸν εἰρημένον
							<lb/>τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Τὰ δὲ μαλάκια, οἷον οἱ πολύποδες καὶ σηπίαι καὶ τευθίδες, <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον πάντα
							πλησιάζουσιν ἀλλήλοις· <pb n="139"/> κατὰ τὸ στόμα γὰρ συμπλέκονται, τὰς πλεκτάνας
							πρὸς <lb/>τὰς πλεκτάνας συναρμόττοντες. Ὁ μὲν οὖν πολύπους <lb/>ὅταν τὴν λεγομένην
							κεφαλὴν ἐρείσῃ πρὸς τὴν γῆν καὶ διαπετάσῃ <lb/>τὰς πλεκτάνας, ἅτερος ἐφαρμόττει ἐπὶ τὸ
							πέτασμα <lb/>τῶν πλεκτανῶν, καὶ συνεχεῖς ποιοῦνται τὰς κοτυληδόνας <lb/>πρὸς ἀλλήλας.
							Φασὶ δέ τινες καὶ τὸν ἄρρενα ἔχειν αἰδοιῶδές <lb/>τι ἐν μιᾷ τῶν πλεκτανῶν, ἐν ᾗ δύο αἱ
							μέγισται κοτυληδόνες <lb/>εἰσίν· εἶναι δὲ τὸ τοιοῦτον ὥσπερ νευρῶδες, μέχρι εἰς μέσην
							<lb/>τὴν πλεκτάνην προσπεφυκὸς ἅπαν, ᾗ ἐσπιφράναι εἰς τὸν <lb/>μυκτῆρα τῆς θηλείας. Αἱ
							δὲ σηπίαι καὶ αἱ τευθίδες νέουσιν <lb/>ἅμα συμπεπλεγμέναι, τὰ στόματα καὶ τὰς
							πλεκτάνας <lb/>ἐφαρμόττουσαι καταντικρὺ ἀλλήλαις, νέουσαι ἐναντίως· <lb/>ἐναρμόττουσι
							δὲ καὶ τὸν καλούμενον μυκτῆρα εἰς τὸν μυκτῆρα. <lb/>Τὴν δὲ νεῦσιν ἡ μὲν ἐπὶ τὸ ὄπισθεν
							ἡ δ’ ἐπὶ τὸ <lb/>στόμα ποιεῖται. Ἐκτίκτει δὲ κατὰ τὸν φυσητῆρα καλούμενον, <lb/>καθ’
							ὃν ἔνιοι καὶ ὀχεύεσθαί φασιν αὐτάς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Τὰ δὲ μαλακόστρακα ὀχεύεται, οἷον κάραβοι καὶ ἀστακοὶ <lb/>καὶ καρίδες καὶ τὰ
							τοιαῦτα, ὥσπερ καὶ τὰ ὀπισθουρητικὰ <lb/>τῶν τετραπόδων, ὅταν ὁ μὲν ὑπτίαν ὁ δ’ ἐπὶ
							ταύτης <lb/>ποιήσῃ τὴν κέρκον. Ὀχεύεται δὲ τοῦ ἔαρος ἀρχομένου <lb/>πρὸς τῇ γῇ (ἤδη
							γὰρ ὦπται ἡ ὀχεία πάντων τῶν τοιούτων), <lb/>ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ὅταν τὰ σῦκα ἄρχηται
							πεπαίνεσθαι. Τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ οἱ ἀστακοὶ καὶ αἱ καρίδες ὀχεύονται. <lb/>Οἱ
							δὲ καρκίνοι κατὰ τὰ πρόσθια ἀλλήλων συνδυάζονται, <lb/>τὰ ἐπικαλύμματα τὰ πτυχώδη πρὸς
							ἄλληλα συμβάλλοντες. <lb/>Πρῶτον δ’ ὁ καρκίνος ἀναβαίνει ὁ ἐλάττων ἐκ <lb/>τοῦ
							ὄπισθεν· ὅταν δ’ ἀναβῇ οὗτος, ὁ μείζων πλάγιος <lb/>ἐπιστρέφει. Ἄλλῳ μὲν οὖν οὐδενὶ ἡ
							θήλεια τοῦ ἄρρενος <pb n="140"/> διαφέρει· τὸ δ’ ἐπικάλυμμα μεῖζόν ἐστι τὸ τῆς θηλείας
							καὶ <lb/>μᾶλλον ἀφεστηκὸς καὶ συνηρεφέστερον, εἰς ὃ ἐκτίκτουσι καὶ <lb/>ᾖ τὸ περίττωμα
							ἐξέρχεται. Μόριον δ’ οὐθὲν προΐεται θάτερον <lb/>εἰς θάτερον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Τὰ δ’ ἔντομα συνέρχεται μὲν ὄπισθεν, εἶτ’ ἐπιβαίνει τὸ <lb/>ἔλαττον ἐπὶ τὸ μεῖζον·
							τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ ἄρρεν. Ἐναφίησι <lb/>δὲ τὸν πόρον κάτωθεν τὸ θῆλυ εἰς τὸ ἄρρεν τὸ
							<lb/>ἐπάνω, ἀλλ’ οὐ τὸ ἄρρεν εἰς τὸ θῆλυ, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων. <lb/>Καὶ τοῦτο τὸ
							μόριον ἐπὶ μὲν ἐνίων καὶ φαίνεται μεῖζον ὂν <lb/>ἢ κατὰ λόγον τοῦ ὅλου σώματος, καὶ
							πάνυ μικρῶν ὄντων, <lb/>ἐπ’ ἐνίων δ’ ἧττον. Τοῦτο δ’ ἐστὶ φανερόν, ἐάν τις διαιρῇ
							<lb/>τὰς ὀχευομένας μυίας. Ἀπολύονται δ’ ἀπ’ ἀλλήλων μόλις· <lb/>πολὺν γὰρ χρόνον ὁ
							συνδυασμός ἐστι τῶν τοιούτων. Δῆλον <lb/>δ’ ἐπὶ τῶν ἐν ποσίν, οἷον μυιῶν τε καὶ
							κανθαρίδων. Πάντα <lb/>δὲ τὸν τρόπον τοῦτον ὀχεύεται, αἵ τε μυῖαι καὶ αἱ κανθαρίδες
							<lb/>καὶ αἱ σπονδύλαι καὶ τὰ φαλάγγια, καὶ εἴ τι <lb/>ἄλλο τοιοῦτόν ἐστι τῶν
							ὀχευομένων. Ποιοῦνται δὲ τὰ φαλάγγια <lb/>τὴν ὀχείαν τόνδε τὸν τρόπον, ὅσα γε ὑφαίνει
							<lb/>ἀράχνια· ὅταν ἡ θήλεια σπάσῃ τῶν ἀποτεταμένων ἀραχνίων <lb/>ἀπὸ τοῦ μέσου, πάλιν
							ὁ ἄρρην ἀντισπᾷ· τοῦτο δὲ ποιήσαντα <lb/>πολλάκις οὕτω συνέρχεται καὶ συμπλέκεται
							ἀντίπυγα· <lb/>διὰ γὰρ τὴν περιφέρειαν τῆς κοιλίας οὗτος ἁρμόττει <lb/>ὁ συνδυασμὸς
							αὐτοῖς.</p>
						<p>Ἡ μὲν οὖν ὀχεία τῶν ζῴων τοῦτο γίνεται τὸν τρόπον <lb/>πάντων, ὧραι δὲ καὶ ἡλικίαι
							τῆς ὀχείας ἑκάστοις εἰσὶν <lb/>ὡρισμέναι τῶν ζῴων. Βούλεται μὲν οὖν ἡ φύσις τῶν <pb n="141"/> πλείστων περὶ τὸν αὐτὸν χρόνον ποιεῖσθαι τὴν ὁμιλίαν ταύτην, <lb/>ὅταν ἐκ
							τοῦ χειμῶνος μεταβάλλῃ πρὸς τὸ θέρος· αὕτη <lb/>δ’ ἐστὶν ἡ τοῦ ἔαρος ὥρα, ἐν ᾗ τὰ
							πλεῖστα καὶ πτηνὰ καὶ <lb/>πεζὰ καὶ πλωτὰ ὁρμᾷ πρὸς συνδυασμόν. Ποιεῖται δ’ ἔνια
							<lb/>τὴν ὀχείαν καὶ τὸν τόκον καὶ μετοπώρου καὶ χειμῶνος, οἷον <lb/>τῶν τ’ ἐνύδρων
							γένη ἄττα καὶ τῶν πτηνῶν· ἄνθρωπος δὲ <lb/>μάλιστα πᾶσαν ὥραν, καὶ τῶν
							συνανθρωπευομένων ζῴων <lb/>πολλὰ διὰ τὴν ἀλέαν καὶ εὐτροφίαν, ὅσων καὶ αἱ κυήσεις
							<lb/>ὀλιγοχρόνιοί εἰσιν, οἷον ὑὸς καὶ κυνός, καὶ τῶν πτηνῶν ὅσα <lb/>πλεονάκις
							ποιοῦνται τοὺς τόκους. Πολλὰ δὲ καὶ πρὸς τὰς <lb/>ἐκτροφὰς τῶν τέκνων στοχαζόμενα
							ποιοῦνται τὸν συνδυασμὸν <lb/>ἐν τῇ ἀπαρτιζούσῃ ὥρᾳ. Ὀργᾷ δὲ πρὸς τὴν <lb/>ὁμιλίαν τῶν
							ἀνθρώπων τὸ μὲν ἄρρεν ἐν τῷ χειμῶνι μᾶλλον, <lb/>τὸ δὲ θῆλυ ἐν τῷ θέρει. Τὸ δὲ τῶν
							ὀρνίθων γένος, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, τὸ πλεῖστον περὶ τὸ ἔαρ ποιεῖται καὶ ἀρχομένου
							<lb/>τοῦ θέρους τὴν ὀχείαν καὶ τοὺς τόκους, πλὴν ἁλκυόνος. Ἡ <lb/>δὲ ἁλκυὼν τίκτει
							περὶ τροπὰς τὰς χειμερινάς. Διὸ καὶ <lb/>καλοῦνται, ὅταν εὐδιειναὶ γένωνται αἱ τροπαί,
							ἁλκυόνειοι <lb/>ἡμέραι ἑπτὰ μὲν πρὸ τροπῶν, ἑπτὰ δὲ μετὰ τροπάς, καθάπερ <lb/>καὶ
							Σιμωνίδης ἐποίησεν</p>
						<lg>
							<l>ὡς ὁπόταν χειμέριον κατὰ μῆνα</l>
							<l>πινύσκῃ Ζεὺς ἤματα τεσσαρακαίδεκα,</l>
							<l>λαθάνεμόν τέ μιν ὥραν</l>
							<l>καλέουσιν ἐπιχθόνιοι, ἱερὰν</l>
							<l>παιδοτρόφον ποικίλας ἁλκυόνος.</l>
						</lg>
						<p>Γίνονται δ’ εὐδιειναί, ὅταν συμβῇ νοτίους γίνεσθαι τὰς <lb/>τροπάς, τῆς Πλειάδος
							βορείου γενομένης. Λέγεται δ’ <pb n="142"/> ἐν ἑπτὰ μὲν ἡμέραις ποιεῖσθαι τὴν
							νεοττίαν, ἐν δὲ ταῖς <lb/>λοιπαῖς ἑπτὰ ἡμέραις τίκτειν τὰ νεόττια καὶ ἐκτρέφειν.
							<lb/>Περὶ μὲν οὖν τοὺς ἐνταῦθα τόπους οὐκ ἀεὶ συμβαίνει <lb/>γίνεσθαι ἁλκυονίδας
							ἡμέρας περὶ τὰς τροπάς, ἐν δὲ τῷ <lb/>Σικελικῷ πελάγει σχεδὸν ἀεί. Τίκτει δ’ ἡ ἁλκυὼν
							περὶ <lb/>πέντε ᾠά. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ἡ δ’ αἴθυια καὶ οἱ λάροι τίκτουσι μὲν ἐν ταῖς <lb/>περὶ θάλατταν πέτραις, τὸ μὲν
							πλῆθος δύο ἢ τρία· ἀλλ’ <lb/>ὁ μὲν λάρος τοῦ θέρους, ἡ δ’ αἴθυια ἀρχομένου τοῦ ἔαρος
							<lb/>εὐθὺς ἐκ τροπῶν, καὶ ἐπικαθεύδει ὥσπερ αἱ ἄλλαι ὄρνιθες. <lb/>Οὐδέτερον δὲ
							φωλεύει τούτων τῶν ὀρνέων. Πάντων δὲ <lb/>σπανιώτατον ἰδεῖν ἁλκυόνα ἐστίν· σχεδὸν γὰρ
							περὶ <lb/>Πλειάδος δύσιν καὶ τροπὰς ὁρᾶται μόνον, καὶ ἐν τοῖς ὑφόρμοις <lb/>πρῶτον
							ὅσον περιιπταμένη περὶ τὸ πλοῖον ἀφανίζεται <lb/>εὐθύς, διὸ καὶ Στησίχορος τοῦτον τὸν
							τρόπον ἐμνήσθη <lb/>περὶ αὐτῆς. Τίκτει δὲ καὶ ἡ ἀηδὼν τοῦ θέρους ἀρχομένου,
							<lb/>τίκτει δὲ πέντε καὶ ἓξ ᾠά· φωλεύει δὲ ἀπὸ τοῦ <lb/>μετοπώρου μέχρι τοῦ ἔαρος. Τὰ
							δὲ ἔντομα καὶ τοῦ χειμῶνος <lb/>ὀχεύεται καὶ γίνεται, ὅταν εὐημερίαι γένωνται καὶ
							νότια, <lb/>ὅσα μὴ φωλεύει αὐτῶν, οἷον μυῖαι καὶ μύρμηκες. Τίκτει <lb/>δ’ ἅπαξ τοῦ
							ἐνιαυτοῦ τὰ πολλὰ τῶν ἀγρίων, ὅσα μὴ ἐπικυΐσκεται <lb/>ὥσπερ δασύπους.</p>
						<p>Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἰχθύων οἱ πλεῖστοι ἅπαξ, οἷον οἱ <lb/>χυτοί (καλοῦνται δὲ χυτοὶ οἱ
							τῷ δικτύῳ περιεχόμενοι), <lb/>θύννος, πηλαμύς, κεστρεύς, χαλκίδες, κοχλίαι, χρόμις,
							ψῆττα <lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα, πλὴν ὁ λάβραξ· οὗτος δὲ δὶς τούτων <lb/>μόνος, γίνεται δ’ ὁ
							τόκος αὐτῷ ὁ ὕστερος ἀσθενέστερος. <pb n="143"/> Καὶ ὁ τριχίας δὲ καὶ τὰ πετραῖα δίς,
							ἡ δὲ τρίγλη μόνη τρίς. <lb/>Τεκμαίρονται δ’ ἐκ τοῦ γόνου· τρὶς γὰρ φαίνεται ὁ γόνος
							περί <lb/>τινας τόπους. Ὁ δὲ σκορπίος τίκτει δίς. Τίκτει δὲ καὶ ὁ <lb/>σάργος δίς,
							ἔαρος καὶ μετοπώρου· ἡ δὲ σάλπη μετοπώρου <lb/>ἅπαξ. Ἡ δὲ θυννὶς ἅπαξ τίκτει, ἀλλὰ διὰ
							τὸ τὰ μὲν πρώϊα <lb/>τὰ δ’ ὄψια προΐεσθαι δὶς δοκεῖ τίκτειν· ἔστι δ’ ὁ μὲν πρῶτος
							<lb/>τόκος περὶ τὸν Ποσειδεῶνα πρὸ τροπῶν, ὁ δ’ ὕστερος <lb/>τοῦ ἔαρος. Διαφέρει δ’ ὁ
							θύννος ὁ ἄρρην τοῦ θήλεος, ὅτι ἡ <lb/>μὲν ἔχει ὁ δ’ οὐκ ἔχει ὑπὸ τῇ γαστρὶ πτερύγιον,
							ὃ καλοῦσιν <lb/>ἀφαρέα. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Τῶν δὲ σελαχῶν ἡ ῥίνη μόνη τίκτει δίς· τίκτει <lb/>γὰρ καὶ ἀρχομένου τοῦ φθινοπώρου
							καὶ περὶ Πλειάδος δύσιν, <lb/>εὐημερεῖ δ’ ἐν τῷ φθινοπώρῳ μᾶλλον· ὁ δ’ εἷς τόκος
							γίνεται <lb/>περὶ ἑπτὰ ἢ ὀκτώ. Δοκοῦσι δ’ ἔνιοι τῶν γαλεῶν, οἷον <lb/>ὁ ἀστερίας, δὶς
							τοῦ μηνὸς τίκτειν· τοῦτο δὲ συμβαίνει, ὅτι <lb/>οὐχ ἅμα πάντα λαμβάνει τελέωσιν τὰ ᾠά.
							Ἔνια δὲ τίκτει <lb/>πᾶσαν ὥραν, οἷον ἡ σμύραινα. Τίκτει δ’ αὕτη ᾠὰ πολλά, <lb/>καὶ ἐκ
							μικροῦ ταχεῖαν τὴν αὔξησιν λαμβάνουσι τὰ γενόμενα, <lb/>ὥσπερ καὶ τὰ τοῦ ἱππούρου· καὶ
							γὰρ ταῦτα ἐξ ἐλαχίστου <lb/>μέγιστα γίνεται τάχιστα, πλὴν ἡ μὲν σμύραινα πᾶσαν
							<lb/>ὥραν τίκτει, ὁ δ’ ἵππουρος ἔαρος. Διαφέρει δ’ ὁ σμῦρος <lb/>καὶ ἡ σμύραινα· ἡ μὲν
							γὰρ σμύραινα ποικίλον καὶ ἀσθενέστερον, <lb/>ὁ δὲ σμῦρος ὁμόχρους καὶ ἰσχυρός, καὶ τὸ
							χρῶμα <lb/>ἔχει ὅμοιον τῇ πίτυϊ, καὶ ὀδόντας ἔχει καὶ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν. <lb/>Φασὶ δ’
							ὥσπερ καὶ τἆλλα, τὸν μὲν ἄρρενα τὴν δὲ θήλειαν <lb/>εἶναι. Ἐξέρχεται δὲ ταῦτα εἰς τὴν
							ξηράν, καὶ λαμβάνονται <lb/>πολλάκις. Συμβαίνει μὲν οὖν σχεδὸν πᾶσι ταχεῖαν
							<lb/>γίνεσθαι τὴν αὔξησιν τοῖς ἰχθύσιν, οὐχ ἥκιστα δὲ κορακίνῳ <pb n="144"/> τῶν
							μικρῶν· τίκτει δὲ πρὸς τῇ γῇ καὶ βρυώδεσι καὶ δασέσιν. <lb/>Ταχὺ δὲ καὶ ὁ ὀρφὼς ἐκ
							μικροῦ γίνεται μέγας. Αἱ δὲ <lb/>πηλαμύδες καὶ οἱ θύννοι τίκτουσιν ἐν τῷ Πόντῳ, ἄλλοθι
							δ’ <lb/>οὔ· κεστρεῖς δὲ καὶ χρυσόφρυες καὶ λάβρακες μάλιστα οὗ ἂν <lb/>ποταμοὶ ῥέωσιν·
							οἱ δ’ ὄρκυνες καὶ σκορπίδες καὶ ἄλλα πολλὰ <lb/>γένη ἐν τῷ πελάγει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Τίκτουσι δ’ οἱ πλεῖστοι τῶν ἰχθύων <lb/>ἐν μησὶ τρισί, Μουνυχιῶνι, Θαργηλιῶνι,
							Σκιρροφοριῶνι· <lb/>μετοπώρου δ’ ὀλίγοι, οἷον σάλπη καὶ σάργος καὶ ὅσα <lb/>ἄλλα
							τοιαῦτα μικρὸν πρὸ ἰσημερίας τῆς φθινοπωρινῆς, καὶ <lb/>νάρκη καὶ ῥίνη. Τίκτει δ’ ἔνια
							καὶ χειμῶνος καὶ θέρους, <lb/>ὥσπερ ἐλέχθη πρότερον, οἷον χειμῶνος μὲν λάβραξ κεστρεὺς
							<lb/>βελόνη, θέρους δὲ περὶ τὸν Ἑκατομβαιῶνα θυννίς, περὶ <lb/>τροπάς θερινάς· τίκτει
							δὲ θυλακοειδές, ἐν ᾧ πολλὰ ἐγγίνεται <lb/>καὶ μικρὰ ᾠά. Καὶ οἱ ῥυάδες τοῦ θέρους
							τίκτουσιν. <lb/>Ἄρχονται δὲ κύειν τῶν κεστρέων οἱ μὲν χελῶνες τοῦ <lb/>Ποσειδεῶνος καὶ
							ὁ σάργος καὶ ὁ σμύξων καλούμενος καὶ ὁ <lb/>κέφαλος· κύουσι δὲ τριάκοντα ἡμέρας. Ἔνιοι
							δὲ τῶν κεστρέων <lb/>οὐ γίνονται ἐκ συνδυασμοῦ, ἀλλὰ φύονται ἐκ τῆς <lb/>ἰλύος καὶ τῆς
							ἄμμου. Ὡς μὲν οὖν ἐπὶ τὸ πολὺ τοῦ ἔαρος <lb/>τὰ πλεῖστα κυΐσκεται, οὐ μὴν ἀλλά,
							καθάπερ εἴρηται, καὶ <lb/>θέρους ἔνια καὶ φθινοπώρου καὶ χειμῶνος· ἀλλ’ οὔτε ἅπασιν
							<lb/>ὁμοίως τοῦτο συμβαίνει οὔθ’ ἁπλῶς οὔτε καθ’ ἕκαστον γένος, <lb/>ὥσπερ τοῖς
							πλείστοις τοῦ ἔαρος· οὐδὲ δὴ κύουσι πολλὰ κυήματα <lb/>ὁμοίως ἐν τοῖς ἄλλοις χρόνοις.
							Ὅλως δὲ δεῖ μὴ λεληθέναι <lb/>ὅτι, ὥσπερ καὶ τῶν φυομένων καὶ τῶν ζῴων τῶν <pb n="145"/> τετραπόδων πολλὴν αἱ χῶραι ποιοῦσι διαφορὰν οὐ μόνον <lb/>πρὸς τὴν ἄλλην τοῦ
							σώματος εὐημερίαν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ <lb/>πλεονάκις ὀχεύεσθαι καὶ γεννᾶν, οὕτω καὶ περὶ
							τοὺς ἰχθῦς <lb/>πολλῆν ποιοῦσι τὴν διαφορὰν αὐτοὶ οἱ τόποι οὐ μόνον <lb/>κατὰ μέγεθος
							καὶ εὐτροφίαν ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς τόκους καὶ <lb/>τὰς ὀχείας, τοῦ ἔνθα μὲν πλεονάκις
							ἔνθα δ’ ἐλαττονάκις γεννᾶν <lb/>τὰ αὐτά. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Τίκτει δὲ καὶ τὰ μαλάκια τοῦ ἔαρος, καὶ ἐν τοῖς πρώτοις <lb/>τίκτει τῶν θαλαττίων ἡ
							σηπία. Τίκτει δὲ πᾶσαν ὥραν, <lb/>ἀποτίκτει δ’ ἐν ἡμέραις πέντε καὶ δέκα. Ὅταν δὲ τέκῃ
							<lb/>τὰ ᾠά, ὁ ἄρρην παρακολουθῶν καταφυσᾷ τὸν θολόν, καὶ <lb/>γίνεται στιφρά.
							Βαδίζουσι δὲ κατὰ ζυγά· ἔστι δὲ ὁ ἄρρην <lb/>τῆς θηλείας ποικιλώτερος καὶ μελάντερος
							τὸν νῶτον. Ὁ δὲ <lb/>πολύπους ὀχεύεται τοῦ χειμῶνος, τίκτει δὲ τοῦ ἔαρος, <lb/>ὅτε καὶ
							φωλεύει περὶ δύο μῆνας. Τίκτει δὲ τὸ ᾠὸν καθάπερ <lb/>βοστρύχιον, ὅμοιον τῷ τῆς λεύκης
							καρπῷ. Ἔστι δὲ <lb/>πολύγονον τὸ ζῷον· ἐκ γὰρ τοῦ ἀποτικτομένου ἄπειρον γίνεται
							<lb/>τὸ πλῆθος. Διαφέρει δ’ ὁ ἄρρην τῆς θηλείας τῷ τε τὴν <lb/>κεφαλὴν ἔχειν
							προμηκεστέραν καὶ τὸ καλούμενον ὑπὸ τῶν <lb/>ἁλιέων αἰδοῖον ἐν τῇ πλεκτάνῃ λευκόν.
							Ἐπῳάζει δέ, ὅταν <lb/>τέκῃ· διὸ καὶ χείριστοι γίνονται· οὐ γὰρ νέμονται κατὰ
							<lb/>τοῦτον τὸν χρόνον. Γίνονται δὲ καὶ αἱ πορφύραι περὶ τὸ <lb/>ἔαρ, καὶ οἱ κήρυκες
							λήγοντος τοῦ χειμῶνος. Καὶ ὅλως τὰ <lb/>ὀστρακόδερμα ἔν τε τῷ ἔαρι φαίνεται τὰ
							καλούμενα ᾠὰ <lb/>ἔχοντα καὶ ἐν τῷ μετοπώρῳ, πλὴν τῶν ἐχίνων τῶν ἐδωδίμων· <lb/>οὗτοι
							δὲ μάλιστα μὲν ἐν ταύταις ταῖς ὥραις, οὐ μὴν ἀλλὰ <lb/>καὶ ἀεὶ ἔχουσι, καὶ μάλιστα
							ταῖς πανσελήνοις καὶ ταῖς ἀλεειναῖς <lb/>ἡμέραις, πλὴν τῶν ἐν τῷ εὐρίπῳ τῶν Πυρραίων·
							ἐκεῖνοι <lb/>δὲ ἀμείνους τοῦ χειμῶνος. Εἰσὶ δὲ μικροὶ μέν, πλήρεις δὲ τῶν <pb n="146"/> ᾠῶν. Κύοντες δὲ φαίνονται καὶ οἱ κοχλίαι πάντες ὁμοίως <lb/>τὴν αὐτὴν ὥραν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Τῶν δ’ ὀρνέων τὰ μὲν ἄγρια, ὥσπερ εἴρηται, ἅπαξ <lb/>ὀχεύεται καὶ τίκτει τὰ πλεῖστα,
							χελιδὼν δὲ δὶς τίκτει καὶ <lb/>κόττυφος. Τὰ μὲν οὖν πρῶτα τοῦ κοττύφου ὑπὸ χειμῶνος
							<lb/>ἀπόλλυται (πρωϊαίτατα γὰρ τίκτει τῶν ὀρνέων ἁπάντων), <lb/>τὸν δ’ ὕστερον τόκον
							εἰς τέλος ἐκτρέφει. Ὅσα δὲ ἥμερα ἢ <lb/>ἡμεροῦσθαι δύναται, ταῦτα δὲ πλεονάκις, οἷον
							αἱ περιστεραὶ <lb/>καθ’ ἅπαν τὸ θέρος, καὶ τὸ τῶν ἀλεκτορίδων γένος· ὀχεύουσι <lb/>γὰρ
							οἱ ἄρρενες καὶ ὀχεύονται αἱ θήλειαι τῶν ἀλεκτορίδων <lb/>καὶ τίκτουσιν ἀεί, πλὴν τῶν
							ἐν χειμῶνι τροπικῶν <lb/>ἡμερῶν. Τῶν δὲ περιστεροειδῶν πλείω τυγχάνει ὄντα <lb/>γένη·
							ἔστι γὰρ ἕτερον περιστερὰ καὶ πελειάς. Ἐλάττων <lb/>μὲν οὖν ἡ πελειάς, τιθασσὸν δὲ
							γίνεται μᾶλλον ἡ περιστερά· <lb/>ἡ δὲ πελειὰς καὶ μέλαν καὶ μικρὸν καὶ ἐρυθρόπουν καὶ
							<lb/>τραχύπουν, διὸ καὶ οὐθεὶς τρέφει. Μέγιστον μὲν οὖν τῶν <lb/>τοιούτων ἡ φάττα
							ἐστί, δεύτερον δὲ ἡ οἰνάς· αὕτη δὲ μικρῷ <lb/>μείζων ἐστὶ τῆς περιστερᾶς· ἐλάχιστον δὲ
							τῶν τοιούτων <lb/>ἡ τρυγών. Τίκτουσι δ’ αἱ περιστεραὶ πᾶσαν ὥραν καὶ ἐκτρέφουσιν,
							<lb/>ἐὰν τόπον ἔχωσιν ἀλεεινὸν καὶ τὰ ἐπιτήδεια· εἰ <lb/>δὲ μή, τοῦ θέρους μόνον. Τὰ
							δ’ ἔκγονα τοῦ ἔαρος βέλτιστα <lb/>καὶ τοῦ φθινοπώρου· τὰ δὲ τοῦ θέρους καὶ ἐν ταῖς
							<lb/>θερμημερίαις χείριστα. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Διαφέρουσι δὲ καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν τὰ ζῷα πρὸς τὴν <lb/>ὀχείαν. Πρῶτον μὲν οὖν οὐχ
							ἅμα τοῖς πολλοῖς ἄρχεταί τε <lb/>τὸ σπέρμα ἐκκρίνεσθαι καὶ γεννᾶν δύναται, ἀλλ’
							ὕστερον· τὸ <pb n="147"/> γὰρ τῶν νέων ἐν πᾶσι τοῖς ζῴοις τὸ μὲν πρῶτον ἄγονον,
							<lb/>γονίμων δ’ ὄντων ἀσθενέστερα καὶ ἐλάττω τὰ ἔκγονα. Τοῦτο <lb/>δὲ μάλιστα δῆλον
							ἐπί τε τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ζῳοτόκων <lb/>τετραπόδων καὶ ἐπὶ τῶν ὀρνίθων· τῶν μὲν γὰρ
							τὰ ἔκγονα <lb/>ἐλάττω, τῶν δὲ τὰ ᾠά. Αἱ δ’ ἡλικίαι τοῖς ὀχεύουσιν <lb/>αὐτοῖς μὲν πρὸς
							αὑτοὺς τοῖς γένεσι τοῖς πλείστοις σχεδὸν <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν γίνονται χρόνον, ἐὰν μή
							τι προτερῇ διά τι <lb/>τερατῶδες πάθος ἢ διὰ βλάβην τῆς φύσεως. Τοῖς μὲν οὖν
							<lb/>ἀνθρώποις ἐπισημαίνει κατά τε τὴν τῆς φωνῆς μεταβολὴν καὶ <lb/>τῶν αἰδοίων οὐ
							μόνον μεγέθει ἀλλὰ καὶ εἴδει, καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>μαστῶν ὡσαύτως, μάλιστα δὲ τῇ τριχώσει
							τῆς ἥβης. Ἄρχεται <lb/>δὲ φέρειν τὸ σπέρμα περὶ τὰ δὶς ἑπτὰ ἔτη, γεννητικὸς <lb/>δὲ
							περὶ τὰ τρὶς ἑπτά. Τοῖς δ’ ἄλλοις ζῴοις ἥβη μὲν οὐ <lb/>γίνεται (τὰ μὲν γὰρ ὅλως οὐκ
							ἔχει τρίχας, τὰ δ’ οὐκ ἔχει ἐν <lb/>τοῖς ὑπτίοις, ἢ ἐλάττους τῶν ἐν τοῖς πρανέσιν), ἡ
							δὲ φωνὴ <lb/>μεταβάλλουσα ἐν ἐνίοις ἐπίδηλός ἐστιν· τοῖς δ’ ἕτερα τοῦ <lb/>σώματος
							μόρια ἐπισημαίνει τήν τ’ ἀρχὴν τοῦ σπέρμα ἔχειν <lb/>καὶ τοῦ τὸ γόνιμον ἤδη. Τὴν δὲ
							φωνὴν ὅλως ἔχει τὸ <lb/>θῆλυ ἐν τοῖς πλείστοις ὀξυτέραν, καὶ τὰ νεώτερα τῶν
							πρεσβυτέρων, <lb/>ἐπεὶ καὶ οἱ ἔλαφοι οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν φθέγγονται <lb/>βαρύτερον.
							Φθέγγονται δ’ οἱ μὲν ἄρρενες, ὅταν ἡ <lb/>ὥρα τῆς ὀχείας ᾖ, αἱ δὲ θήλειαι, ὅταν
							φοβηθῶσιν. Ἔστι δ’ <lb/>ἡ μὲν τῆς θηλείας φωνὴ βραχεῖα, ἡ δὲ τοῦ ἄρρενος ἔχει μῆκος.
							<lb/>Καὶ ἡ τῶν κυνῶν δὲ γηρασκόντων γίνεται βαρυτέρα <lb/>φωνή. Καὶ τῶν ἵππων δὲ
							διαφέρουσιν αἱ φωναί· εὐθὺς μὲν <lb/>γὰρ γενόμεναι ἀφιᾶσι φωνὴν λεπτὴν καὶ μικρὰν αἱ
							θήλειαι, <pb n="148"/> οἱ δ’ ἄρρενες μικρὰν μέν, μείζω μέντοι γε καὶ βαρυτέραν
							<lb/>τῆς θηλείας· τοῦ δὲ χρόνου προϊόντος μείζονα· διετὴς <lb/>δ’ ἐπειδὰν γένηται καὶ
							τῆς ὀχείας ἄρξηται, φωνὴν ἀφίησιν <lb/>ὁ μὲν ἄρρην μεγάλην καὶ βαρεῖαν, ἡ δὲ θήλεια
							μείζω καὶ <lb/>λαμπροτέραν ἢ τέως, ἄχρι ἐτῶν εἴκοσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· μετὰ <lb/>μέντοι
							τὸν χρόνον τοῦτον ἀσθενεστέραν ἀφιᾶσι καὶ οἱ ἄρρενες <lb/>καὶ αἱ θήλειαι. Ὡς μὲν οὖν
							ἐπὶ τὸ πολύ, καθάπερ εἴπομεν, <lb/>διαφέρει ἡ φωνὴ τῶν ἀρρένων καὶ τῶν θηλειῶν ἐν τῷ
							βαρύτερον <lb/>φθέγγεσθαι τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν, ὅσων ἐστὶν ἀπότασις <lb/>τῆς φωνῆς·
							οὐ μὴν ἐν πᾶσί γε τοῖς ζῴοις, ἀλλ’ ἐνίοις <lb/>τοὐναντίον, οἷον ἐπὶ τῶν βοῶν· ἐπὶ γὰρ
							τούτων τὸ θῆλυ τοῦ <lb/>ἄρρενος βαρύτερον φθέγγεται, καὶ οἱ μόσχοι τῶν τελείων.
							<lb/>Διὸ καὶ τὰς φωνὰς τὰ ἐκτεμνόμενα μεταβάλλουσιν ἐναντίως· <lb/>εἰς τὸ θῆλυ γὰρ
							μεταβάλλουσι τὰ ἐκτεμνόμενα.</p>
						<p>Οἱ δὲ χρόνοι τῆς ὀχείας κατὰ τὴν ἡλικίαν ἔχουσιν ὧδε <lb/>τοῖς ζῴοις. Πρόβατον μὲν
							καὶ αἲξ αὐτοετὲς ὀχεύεται καὶ <lb/>κύει, μᾶλλον δὲ ἡ αἴξ· καὶ οἱ ἄρρενες δ’ ὀχεύουσιν
							ὡσαύτως. <lb/>Τὰ δ’ ἔκγονα τῶν ἀρρένων διαφέρει ἐπὶ τούτων καὶ τῶν <lb/>ἄλλων· οἱ γὰρ
							ἄρρενες βελτίους γίνονται ἢ τῷ ὕστερον <lb/>ἔτει, ὅταν γηράσκωσιν. Ὗς δ’ ὀχεύει μὲν
							καὶ ὀχεύεται <lb/>πρῶτον ὀκτάμηνος, τίκτει δ’ ἡ θήλεια μὲν ἐνιαυσία (οὕτω <lb/>γὰρ
							συμβαίνει ὁ χρόνος τῆς κυήσεως), ὁ δ’ ἄρρην γεννᾷ μὲν <lb/>ὀκτάμηνος, φαῦλα μέντοι
							πρὶν γενέσθαι ἐνιαύσιος. Οὐ πανταχοῦ <lb/>δέ, ὥσπερ εἴρηται, ὁμοίως συμβαίνουσιν αἱ
							ἡλικίαι· <lb/>ἐνιαχοῦ μὲν γὰρ αἱ ὕες ὀχεύονται μὲν καὶ ὀχεύουσι τετράμηνοι, <lb/>ὥστε
							δὲ γεννᾶν καὶ ἐκτρέφειν ἑξάμηνοι, ἐνιαχοῦ δ’ οἱ <lb/>κάπροι δεκάμηνοι ἄρχονται
							ὀχεύειν, ἀγαθοὶ δὲ μέχρι ἐπὶ <lb/>τριετές. Κύων δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μὲν ὀχεύεται
							ἐνιαυσία <pb n="149"/> καὶ ὀχεύει ἐνιαύσιος, ἐνίοτε δὲ συμβαίνει ταῦτα καὶ ὀκταμήνοις·
							<lb/>μᾶλλον δὲ τοῦτο γίνεται ἐπὶ τῶν ἀρρένων ἢ τῶν θηλειῶν. <lb/>Κύει δ’ ἑξήκοντα καὶ
							μίαν ἢ καὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας <lb/>τὸ μακρότατον· ἔλαττον δ’ οὐ φέρει τῶν ἑξήκονθ’
							ἡμερῶν, <lb/>ἀλλ’ ἄν τι καὶ γένηται, οὐκ ἐκτρέφεται εἰς τέλος. Τεκοῦσα <lb/>δὲ πάλιν
							ὀχεύεται ἕκτῳ μηνί, καὶ οὐ πρότερον. Ἵππος δ’ <lb/>ὀχεύειν ἄρχεται διετὴς καὶ
							ὀχεύεσθαι, ὥστε καὶ γεννᾶν· <lb/>τὰ μέντοι ἔκγονα τὰ κατὰ τούτους τοὺς χρόνους ἐλάττω
							<lb/>καὶ ἀσθενικώτερα. Ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πλεῖστον τριετὴς ὀχεύει καὶ <lb/>ὀχεύεται. Καὶ
							ἐπιδίδωσι δ’ ἀεὶ ἐπὶ τὸ βελτίω τὰ ἔκγονα <lb/>γεννᾶν μέχρι ἐτῶν εἴκοσιν. Ὀχεύει δ’ ὁ
							ἵππος ὁ ἄρρην <lb/>μέχρι ἐτῶν τριάκοντα καὶ τριῶν, ἡ δὲ θήλεια ὀχεύεται <lb/>μέχρι
							τετταράκοντα ἐτῶν, ὥστε συμβαίνει σχεδὸν διὰ βίου <lb/>γίνεσθαι τὴν ὀχείαν· ζῇ γὰρ ὡς
							ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ μὲν ἄρρην <lb/>περὶ πέντε καὶ τριάκοντα ἔτη, ἡ δὲ θήλεια πλείω τῶν
							<lb/>τετταράκοντα· ἤδη δέ τις ἐβίωσεν ἵππος ἔτη ἑβδομήκοντα <lb/>καὶ πέντε. Ὄνος δὲ
							τριακοντάμηνος ὀχεύει καὶ ὀχεύεται. Οὐ <lb/>μέντοι γεννῶσί γε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀλλ’ ἢ
							τριετὴς ἢ διετὴς <lb/>καὶ ἑξάμηνος. Ἤδη δὲ καὶ ἐνιαυσία ἐκύησεν ὥστε καὶ ἐκτραφῆναι.
							<lb/>Καὶ βοῦς ἐνιαυσία ἔτεκεν ὥστε καὶ ἐκτραφῆναι· <lb/>καὶ τὸ μέγεθος ηὐξήθη ὅσον
							ἔμελλε, καὶ οὐκέτι. Αἱ μὲν οὖν <lb/>ἀρχαὶ τοῖς ζῴοις τούτοις τῆς γεννήσεως τοῦτον
							ἔχουσι τὸν <lb/>τρόπον. Γεννᾷ δ’ ἄνθρωπος μὲν τὸ ἔσχατον μέχρι ἑβδομήκοντα <lb/>ἐτῶν ὁ
							ἄρρην, γυνὴ δὲ μέχρι πεντήκοντα. Ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν σπάνιον· ὀλίγοις γὰρ γεννᾶται ἐν
							ταύταις ταῖς <pb n="150"/> ἡλικίαις τέκνα· ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πολὺ τοῖς μὲν πέντε καὶ
							ἑξήκοντα <lb/>ὅρος, ταῖς δὲ πέντε καὶ τετταράκοντα. Πρόβατον <lb/>δὲ τίκτει μέχρι ἐτῶν
							ὀκτώ, ἐὰν δὲ θεραπεύηται καλῶς, καὶ <lb/>μέχρι ἕνδεκα· σχεδὸν δὲ διὰ βίου συμβαίνει
							ὀχεύειν καὶ <lb/>ὀχεύεσθαι ἀμφοτέροις. Οἱ δὲ τράγοι πίονες ὄντες ἧττον <lb/>γόνιμοί
							εἰσιν (ἀφ’ ὧν καὶ τὰς ἀμπέλους, ὅταν μὴ φέρωσι, <lb/>τραγᾶν καλοῦσιν), ἀλλὰ
							παρισχναινόμενοι δύνανται ὀχεύοντες <lb/>γεννᾶν. Ὀχεύουσι δ’ οἱ κριοὶ τὰς πρεσβυτάτας
							πρῶτον, <lb/>τὰς δὲ νέας οὐ διώκουσιν. Τίκτουσι δ’, ὥσπερ εἴρηται <lb/>ἐν τοῖς
							πρότερον, αἱ νέαι ἐλάττω τὰ ἔκγονα τῶν πρεσβυτέρων. <lb/>Κάπρος δ’ ἀγαθὸς μὲν ὀχεύειν
							μέχρι ἐπὶ τριετές, <lb/>τῶν δὲ πρεσβυτέρων χείρω τὰ ἔκγονα· οὐ γὰρ ἔτι γίνεται
							<lb/>αὐτῷ ἐπίδοσις οὐδὲ ῥώμη. Ὀχεύειν δ’ εἴωθε χορτασθεὶς <lb/>καὶ μὴ προβιβάσας
							ἄλλην· εἰ δὲ μή, ὀλιγοχρονιωτέρα <lb/>ἡ ὀχεία γίνεται καὶ μικρότερα τὰ ἔκγονα. Τίκτει
							δ’ <lb/>ἐλάχιστα μὲν ὗς, ὅταν ᾖ πρωτοτόκος· δευτεροτόκος δ’ οὖσα <lb/>ἀκμάζει·
							γηράσκουσα δὲ τίκτει μὲν ὁμοίως, ὀχεύεται δὲ βραδύτερον· <lb/>ὅταν δὲ
							πεντεκαιδεκαετεῖς ὦσιν, οὐκέτι γεννῶσιν ἀλλὰ <lb/>γραῖαι γίνονται. Ἐὰν δ’ εὐτραφὴς ᾖ,
							θᾶττον ὁρμᾷ <lb/>πρὸς τὰς ὀχείας καὶ νέα καὶ γηράσκουσα· ἔγκυος δ’ οὖσα ἐὰν
							<lb/>πιαίνηται σφόδρα, ἔλαττον ἴσχει τὸ γάλα μετὰ τὸν τόκον. <lb/>Τὰ δ’ ἔκγονα κατὰ
							μὲν τὴν ἡλικίαν βέλτιστα ἐν ἀκμῇ, κατὰ <lb/>δὲ τὰς ὥρας, ὅσα τοῦ χειμῶνος ἀρχομένου
							γίνεται· χείριστα <lb/>δὲ τὰ θερινά· καὶ γὰρ μικρὰ καὶ λεπτὰ καὶ ὑγρά. Ὁ δ’
							<lb/>ἄρρην, ἐὰν μὲν εὐτραφὴς ᾖ, πᾶσαν ὥραν ὀχεύειν δύναται, <lb/>καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ
							νύκτωρ· εἰ δὲ μή, μάλιστα τό γ’ ἕωθεν· <pb n="151"/> καὶ γηράσκων ἧττον ἀεί, ὥσπερ
							εἴρηται καὶ πρότερον. Πολλάκις <lb/>δ’ οἱ ἀδύνατοι ἢ διὰ τὴν ἡλικίαν ἢ δι’ ἀσθένειαν,
							οὐ <lb/>δυνάμενοι ταχέως ὀχεύειν, κατακλινομένης τῆς θηλείας διὰ τὸ <lb/>κάμνειν τῇ
							στάσει συγκατακλιθέντες πλησιάζουσιν. Κυΐσκεται <lb/>δὲ μάλιστα ἡ ὗς, ἐπειδὰν θυῶσα
							καταβάλλῃ τὰ ὦτα· <lb/>εἰ δὲ μή, ἀναθυᾷ πάλιν. Αἱ δὲ κύνες ὀχεύονται οὐ διὰ βίου
							<lb/>ἀλλὰ μέχρι ἀκμῆς τινός· ὡς μὲν ἐπὶ τὸ πολὺ μέχρι ἐτῶν <lb/>δώδεκα αἵ τ’ ὀχεῖαι
							συμβαίνουσι καὶ αἱ κυήσεις αὐτῶν· οὐ μὴν <lb/>ἀλλ’ ἤδη τισὶ καὶ ὀκτωκαίδεκα ἔτη
							γεγονόσι καὶ εἴκοσι συνέβη <lb/>καὶ θηλείαις ὀχευθῆναι καὶ ἄρρεσι γεννῆσαι. Ἀφαιρεῖται
							<lb/>δὲ καὶ τὸ γῆρας ὥστε μὴ γεννᾶν μηδὲ τίκτειν, καθάπερ <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἡ δὲ
							κάμηλος ἔστι μὲν ὀπισθουρητικόν, <lb/>καὶ ὀχεύεται ὥσπερ εἴρηται πρότερον· τῆς δ’
							ὀχείας ὁ <lb/>χρόνος ἐν τῇ Ἀραβίᾳ κατὰ τὸν Μαιμακτηριῶνα μῆνα. Κύει <lb/>δὲ δώδεκα
							μῆνας, τίκτει δὲ ἕν· ἔστι γὰρ μονοτόκον. Ἄρχεται <lb/>δὲ τῆς ὀχείας ἡ θήλεια τριετὴς
							οὖσα καὶ ὁ ἄρρην τριετὴς ὤν· <lb/>μετὰ δὲ τὸν τόκον ἓν ἔτος διαλιποῦσα ὀχεύεται ἡ
							θήλεια. Ὁ <lb/>δ’ ἐλέφας ἄρχεται μὲν βαίνεσθαι ὁ μὲν νεώτατος δέκ’ ἐτῶν, <lb/>ὁ δὲ
							πρεσβύτατος πεντεκαίδεκα· ὁ δ’ ἄρρην βαίνει πεντέτης <lb/>ὢν ἢ ἑξέτης. Χρόνος δὲ τῆς
							ὀχείας τὸ ἔαρ. Πάλιν δὲ βαίνει <lb/>μετὰ τὴν ὀχείαν διὰ τρίτου ἔτους· ὃν δ’ ἂν
							ἐγκύμονα ποιήσῃ, <lb/>τούτου πάλιν οὐχ ἅπτεται. Κύει δ’ ἔτη δύο, τίκτει δ’ ἕν·
							<lb/>ἔστι γὰρ μονοτόκον· τὸ δ’ ἔμβρυον γίνεται ὅσον μόσχος <lb/>δίμηνος ἢ
							τρίμηνος.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῆς ὀχείας τῶν ζῴων τῶν ὀχευομένων τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Περὶ δὲ τῆς γενέσεως καὶ τῶν ὀχευομένων <lb/>καὶ τῶν ἀνοχεύτων λεκτέον, καὶ πρῶτον
							περὶ τῶν ὀστρακοδέρμων· <lb/>τοῦτο γάρ ἐστιν ἀνόχευτον μόνον ὡς εἰπεῖν ὅλον τὸ <pb n="152"/> γένος. Αἱ μὲν οὖν πορφύραι τοῦ ἔαρος συναθροιζόμεναι εἰς <lb/>ταὐτὸ
							ποιοῦσι τὴν καλουμένην μελίκηραν. Τοῦτο δ’ ἐστὶν <lb/>οἶον κηρίον, πλὴν οὐχ οὕτω
							γλαφυρόν, ἀλλ’ ὥσπερ ἂν εἰ ἐκ <lb/>λεπυρίων ἐρεβίνθων λευκῶν πολλὰ συμπαγείη. Οὐκ ἔχει
							δ’ <lb/>ἀνεῳγμένον πόρον οὐθὲν τούτων, οὐδὲ γίνονται ἐκ τούτων <lb/>αἱ πορφύραι, ἀλλὰ
							φύονται καὶ αὗται καὶ τἆλλα τὰ <lb/>ὀστρακόδερμα ἐξ ἰλύος καὶ συσσήψεως. Τοῦτο δὲ
							συμβαίνει <lb/>ὥσπερ ἀποκάθαρμα καὶ ταύταις καὶ τοῖς κήρυξιν· <lb/>κηριάζουσι γὰρ καὶ
							οἱ κήρυκες. Γίνονται μὲν οὖν καὶ τὰ <lb/>κηριάζοντα τῶν ὀστρακοδέρμων τὸν αὐτὸν τρόπον
							τοῖς <lb/>ἄλλοις ὀστρακοδέρμοις, οὐ μὴν ἀλλὰ μᾶλλον ὅταν προϋπάρχῃ <lb/>τὰ ὁμοιογενῆ.
							Ἀφιᾶσι γὰρ ἀρχόμενα κηριάζειν <lb/>γλισχρότητα μυξώδη, ἐξ ἧς τὰ λεπυριώδη συνίσταται.
							Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ἅπαντα διαχεῖται, ἀφίησι δ’ ὃ εἶχεν εἰς τὴν <lb/>γῆν· καὶ ἐν τούτῳ
							τῷ τόπῳ γίνεται ἐν τῇ γῇ συστάντα <lb/>πορφύρια μικρά, ἃ ἔχουσαι ἁλίσκονται αἱ
							πορφύραι ἐπ’ <lb/>αὐτῶν, ἔνια δ’ οὔπω διηκριβωμένα τὴν μορφήν. Ἐὰν δὲ <lb/>πρὶν
							ἐκτεκεῖν ἁλῶσιν, ἐνίοτε ἐν ταῖς φορμίσιν οὐχ ὅπου <lb/>ἔτυχον ἐκτίκτουσιν, ἀλλ’ εἰς
							ταὐτὸ ἰοῦσαι, ὥσπερ καὶ ἐν <lb/>τῇ θαλάττῃ, καὶ διὰ τὴν στενοχωρίαν γίνονται οἱονεὶ
							<lb/>βότρυς. Εἰσὶ δὲ τῶν πορφυρῶν γένη πλείω, καὶ ἔνιαι μὲν <lb/>μεγάλαι, οἷον αἱ περὶ
							τὸ Σίγειον καὶ Λεκτόν, αἱ δὲ μικραί, <lb/>οἷον ἐν τῷ Εὐρίπῳ καὶ περὶ τὴν Καρίαν, καὶ
							αἱ μὲν ἐν τοῖς <lb/>κόλποις μεγάλαι καὶ τραχεῖαι, καὶ τὸ ἄνθος αὐτῶν αἱ μὲν
							<lb/>πλεῖσται μέλαν ἔχουσιν, ἔνιαι δ’ ἐρυθρὸν καὶ μικρόν· γίνονται <lb/>δ’ ἔνιαι τῶν
							μεγάλων καὶ μναῖαι· αἱ δ’ ἐν τοῖς αἰγιαλοῖς <lb/>καὶ περὶ τὰς ἀκτὰς τὸ μὲν μέγεθος
							γίνονται μικραί, τὸ <pb n="153"/> δ’ ἄνθος ἐρυθρὸν ἔχουσιν. Ἔτι δ’ ἐν μὲν τοῖς
							προσβορείοις <lb/>μέλαιναι, ἐν δὲ τοῖς νοτίοις ἐρυθραὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον <lb/>εἰπεῖν.
							Ἁλίσκονται δὲ τοῦ ἔαρος, ὅταν κηριάζωσιν· ὑπὸ <lb/>κύνα δ’ οὐχ ἁλίσκονται· οὐ γὰρ
							νέμονται, ἀλλὰ κρύπτουσιν <lb/>ἑαυτὰς καὶ φωλεύουσιν. Τὸ δ’ ἄνθος ἔχουσιν ἀνὰ μέσον
							<lb/>τῆς μήκωνος καὶ τοῦ τραχήλου· τούτων δ’ ἐστὶν ἡ σύμφυσις <lb/>πυκνή, τὸ δὲ χρῶμα
							ἰδεῖν ὥσπερ ὑμὴν λευκός, ὃν ἀφαιροῦσιν· <lb/>θλιβόμενος δὲ βάπτει καὶ ἀνθίζει τὴν
							χεῖρα. Διατείνει <lb/>δ’ αὐτὴν οἷον φλέψ· τοῦτο δὲ δοκεῖ εἶναι τὸ ἄνθος. <lb/>Ἡ δ’
							ἄλλη φύσις οἷον στυπτηρία. Ὅταν δὲ κηριάζωσιν <lb/>αἱ πορφύραι, τότε χείριστον ἔχουσι
							τὸ ἄνθος. Τὰς μὲν οὖν <lb/>μικρὰς μετὰ τῶν ὀστράκων κόπτουσιν· οὐ γὰρ ῥᾴδιον ἀφελεῖν·
							<lb/>τῶν δὲ μειζόνων περιελόντες τὸ ὄστρακον ἀφαιροῦσι <lb/>τὸ ἄνθος. Διὸ καὶ
							χωρίζεται ὁ τράχηλος καὶ ἡ μήκων· <lb/>μεταξὺ γὰρ τούτων τὸ ἄνθος, ἐπάνω τῆς
							καλουμένης κοιλίας· <lb/>ἀφαιρεθέντος οὖν ἀνάγκη διῃρῆσθαι. Σπουδάζουσι δὲ ζώσας
							<lb/>κόπτειν· ἐὰν γὰρ πρότερον ἀποθάνῃ, συνεξεμεῖ τὸ <lb/>ἄνθος· διὸ καὶ φυλάττουσιν
							ἐν τοῖς κύρτοις, ἕως ἂν <lb/>ἀθροίσωσι καὶ σχολάσωσιν. Οἱ μὲν οὖν ἀρχαῖοι πρὸς
							<lb/>τοῖς δελέασιν οὐ καθίεσαν οὐδὲ προσῆπτον τοὺς κύρτους, <lb/>ὥστε συνέβαινεν
							ἀνεσπασμένην ἤδη πολλάκις ἀποπίπτειν· <lb/>οἱ δὲ νῦν προσάπτουσιν, ὅπως ἐὰν ἀποπέσῃ,
							μὴ ἀπολλύηται. <lb/>Μάλιστα δ’ ἀποπίπτει, ἐὰν πλήρης ᾖ· κενῆς δ’ οὔσης <lb/>καὶ
							ἀποσπάσαι χαλεπόν. Ταῦτα μὲν οὖν τὰ συμβαίνοντα <lb/>ἴδια περὶ τὰς πορφύρας ἐστίν. Τὸν
							αὐτὸν δὲ τρόπον <lb/>γίνονται ταῖς πορφύραις καὶ οἱ κήρυκες, καὶ τὴν αὐτὴν <lb/>ὥραν.
							Ἔχουσι δὲ καὶ τὰ ἐπικαλύμματα κατὰ ταὐτὰ ἀμφότερα, <lb/>καὶ τἆλλα τὰ στρομβώδη, ἐκ
							γενετῆς ἅπαντα· <pb n="154"/> νέμονται δ’ ἐξαίροντα τὴν καλουμένην γλῶτταν ὑπὸ τὸ
							κάλυμμα. <lb/>Τὸ δὲ μέγεθος τῆς γλώττης ἔχει ἡ πορφύρα μεῖζον <lb/>δακτύλου, ᾧ νέμεται
							καὶ διατρυπᾷ τὰ κογχύλια καὶ τὸ αὐτῆς <lb/>ὄστρακον. Ἔστι δὲ καὶ ἡ πορφύρα καὶ ὁ κῆρυξ
							ἀμφότερα <lb/>μακρόβια· ζῇ γὰρ ἡ πορφύρα περὶ ἔτη ἕξ, καὶ καθ’ <lb/>ἕκαστον ἐνιαυτὸν
							φανερά ἐστιν ἡ αὔξησις τοῖς διαστήμασι <lb/>τοῖς ἐν τῷ ὀστράκῳ τῆς ἕλικος. Κηριάζουσι
							δὲ καὶ οἱ μύες. <lb/>Τὰ δὲ λιμνόστρεα καλούμενα, ὅπου ἂν βόρβορος ᾖ, ἐνταῦθα
							<lb/>συνίσταται πρῶτον αὐτῶν ἡ ἀρχή. Αἱ δὲ κόγχαι καὶ αἱ <lb/>χῆμαι καὶ οἱ σωλῆνες καὶ
							οἱ κτένες ἐν τοῖς ἀμμώδεσι λαμβάνουσι <lb/>τὴν σύστασιν. Αἱ δὲ πίνναι ὀρθαὶ φύονται ἐκ
							τοῦ <lb/>βυσσοῦ ἐν τοῖς ἀμμώδεσι καὶ βορβορώδεσιν. Ἔχουσι δ’ ἐν <lb/>αὑταῖς
							πιννοφύλακα, αἱ μὲν καρίδιον αἱ δὲ καρκίνιον· οὗ <lb/>στερισκόμεναι διαφθείρονται
							θᾶττον. Ὅλως δὲ πάντα τὰ <lb/>ὀστρακώδη γίνεται καὶ αὐτόματα ἐν τῇ ἰλύϊ, κατὰ τὴν
							διαφορὰν <lb/>τῆς ἰλύος ἕτερα, ἐν μὲν τῇ βορβορώδει τὰ ὄστρεα, <lb/>ἐν δὲ τῇ ἀμμώδει
							κόγχαι καὶ τὰ εἰρημένα, περὶ δὲ τὰς σήραγγας <lb/>τῶν πετριδίων τήθυα καὶ βάλανοι καὶ
							τὰ ἐπιπολάζοντα, <lb/>οἷον αἱ λεπάδες καὶ οἱ νηρεῖται. Ἅπαντα μὲν <lb/>οὖν τὰ τοιαῦτα
							τὴν αὔξησιν ἔχει ταχεῖαν, μάλιστα δ’ αἵ τε <lb/>πορφύραι καὶ οἱ κτένες· ταῦτα γὰρ ἐν
							ἐνιαυτῷ γίνεται <lb/>τέλεια. Ἐμφύονται δ’ ἐν ἐνίοις τῶν ὀστρακοδέρμων καρκίνοι
							<lb/>λευκοί, τὸ μέγεθος μικροὶ πάμπαν, πλεῖστοι μὲν ἐν <lb/>τοῖς μυσὶ τοῖς πυελώδεσιν,
							ἔπειτα καὶ ἐν ταῖς πίνναις οἱ <lb/>καλούμενοι πιννοτῆραι. Γίνονται δὲ καὶ ἐν τοῖς
							κτεσὶ καὶ <lb/>ἐν τοῖς λιμνοστρέοις· αὔξησιν δ’ οὐδεμίαν οὗτοι ἐπίδηλον
							<lb/>λαμβάνουσιν. Φασὶ δ’ αὐτοὺς οἱ ἁλιεῖς ἅμα συγγίνεσθαι <pb n="155"/> γινομένοις.
							Ἀφανίζονται δέ τινα χρόνον ἐν τῇ ἄμμῳ καὶ <lb/>οἱ κτένες, ὥσπερ καὶ αἱ πορφύραι.
							Φύεται μὲν οὖν τὰ <lb/>ὄστρεα καθάπερ εἴρηται, φύεται δ’ αὐτῶν τὰ μὲν ἐν τοῖς
							<lb/>τενάγεσι, τὰ δ’ ἐν τοῖς αἰγιαλοῖς, τὰ δ’ ἐν τοῖς σπιλώδεσι <lb/>τόποις, ἔνια δ’
							ἐν τοῖς σκληροῖς καὶ τραχέσι, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς ἀμμώδεσιν. Καὶ τὰ μὲν μεταβάλλει τοὺς
							τόπους, <lb/>τὰ δ’ οὔ. Τῶν δὲ μὴ μεταβαλλόντων αἱ μὲν πίνναι ἐρρίζωνται, <lb/>οἱ δὲ
							σωλῆνες καὶ αἱ κόγχαι ἀρρίζωτοι διαμένουσιν· <lb/>ὅταν δ’ ἀνασπασθῶσιν, οὐκέτι
							δύνανται ζῆν. Ὁ δὲ καλούμενος <lb/>ἀστὴρ οὕτω θερμός ἐστι τὴν φύσιν, ὥσθ’ ὅ τι ἂν
							<lb/>λάβῃ, παραχρῆμα ἐξαιρούμενον δίεφθον εἶναι. Φασὶ δὲ καὶ <lb/>σίνος μέγιστον εἶναι
							τοῦτο ἐν τῷ εὐρίπῳ τῷ τῶν Πυρραίων. <lb/>Τὴν δὲ μορφὴν ὅμοιόν ἐστι τοῖς γραφομένοις.
							<lb/>Γίνονται δὲ καὶ οἱ καλούμενοι πλεύμονες αὐτόματοι. Ὧι <lb/>δ’ οἱ γραφεῖς ὀστρέῳ
							χρῶνται, πάχει τε πολὺ ὑπερβάλλει, <lb/>καὶ ἔξωθεν τοῦ ὀστράκου τὸ ἄνθος ἐπιγίνεται·
							εἰσὶ δὲ τὰ <lb/>τοιαῦτα μάλιστα περὶ τοὺς τόπους τοὺς περὶ Καρίαν. Τὸ <lb/>δὲ
							καρκίνιον γίνεται μὲν τὴν ἀρχὴν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἰλύος, εἶτ’ <lb/>εἰς τὰ κενὰ τῶν
							ὀστράκων εἰσδύεται, καὶ αὐξανόμενον μετεισδύνει <lb/>πάλιν εἰς ἄλλο μεῖζον ὄστρακον,
							οἷον εἴς τε τὸ τοῦ <lb/>νηρείτου καὶ τὸ τοῦ στρόμβου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων,
							<lb/>πολλάκις δ’ εἰς τοὺς κήρυκας τοὺς μικρούς. Ὅταν <lb/>δ’ εἰσδύσῃ, συμπεριφέρει
							τοῦτο καὶ ἐν τούτῳ τρέφεται <lb/>πάλιν· καὶ αὐξανόμενον πάλιν εἰς ἄλλο μετεισδύνει
							<lb/>μεῖζον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον γίνονται τοῖς ὀστρακοδέρμοις καὶ <pb n="156"/> τὰ μὴ ἔχοντα
							ὄστρακα, οἷον αἵ τε κνῖδαι καὶ οἱ σπόγγοι <lb/>ἐν ταῖς σήραγξι τῶν πετρῶν. Ἔστι δὲ τῶν
							κνιδῶν δύο <lb/>γένη· αἱ μὲν οὖν ἐν τοῖς κοίλοις οὐκ ἀπολύονται τῶν πετρῶν, <lb/>αἱ δ’
							ἐπὶ τοῖς λείοις καὶ πλαταμώδεσιν ἀπολυόμεναι <lb/>μεταχωροῦσιν. Καὶ αἱ λεπάδες δὲ
							ἀπολύονται καὶ μεταχωροῦσιν. <lb/>Τῶν δὲ σπόγγων ἐν ταῖς θαλάμαις γίνονται
							πιννοφύλακες. <lb/>Ἔπεστι δ’ οἷον ἀράχνιον ἐπὶ τῶν θαλαμῶν, <lb/>ὃ διοίγοντες καὶ
							συνάγοντες θηρεύουσι τὰ ἰχθύδια τὰ μικρά, <lb/>πρὸς μὲν τὸ εἰσελθεῖν διοίγοντες αὐτά,
							ὅταν δ’ εἰσέλθῃ, <lb/>συνάγοντες. Ἔστι δὲ τῶν σπόγγων τρία γένη, ὁ μὲν μανός, <lb/>ὁ
							δὲ πυκνός, τρίτος δ’ ὃν καλοῦσιν Ἀχίλλειον λεπτότατος <lb/>καὶ πυκνότατος καὶ
							ἰσχυρότατος· ὃν ὑπὸ τὰ κράνη <lb/>καὶ τὰς κνημῖδας ὑποτιθέασι καὶ ἧττον ἡ πληγὴ ψοφεῖ.
							<lb/>Σπανιώτατος δὲ γίνεται οὗτος. Τῶν δὲ πυκνῶν οἱ σκληροὶ <lb/>σφόδρα καὶ τραχεῖς
							τράγοι καλοῦνται. Φύονται δ’ ἢ πρὸς <lb/>πέτρᾳ πάντες ἢ ἐν ταῖς θισί, τρέφονται δ’ ἐν
							τῇ ἰλύϊ. <lb/>Σημεῖον δέ· ὅταν γὰρ ληφθῶσι, φαίνονται μεστοὶ ἰλύος· <lb/>ὅπερ
							συμβαίνει καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς φυομένοις ἀπὸ τῆς <lb/>προσφύσεως οὖσα ἡ τροφή.
							Ἀσθενέστεροι δ’ εἰσὶν οἱ πυκνοὶ <lb/>τῶν μανῶν διὰ τὸ τὴν πρόσφυσιν εἶναι κατ’
							ἔλαττον. Ἔχει <lb/>δὲ καὶ αἴσθησιν, ὡς φασίν. Σημεῖον δέ· ἐὰν γὰρ μέλλοντος
							<lb/>ἀποσπᾶν αἴσθηται, συνάγει ἑαυτὸν καὶ χαλεπὸν ἀφελεῖν <lb/>ἐστίν. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο
							ποιεῖ καὶ ὅταν ᾖ πνεῦμα πολὺ <lb/>καὶ κλύδων, πρὸς τὸ μὴ ἀποπίπτειν. Εἰσὶ δέ τινες οἳ
							περὶ <lb/>τούτου ἀμφισβητοῦσιν, ὥσπερ οἱ ἐν Τορώνῃ. Τρέφει δ’ <lb/>ἐν ἑαυτῷ ζῷα,
							ἕλμινθάς τε καὶ ἕτερ’ ἄττα, ἃ ὅταν ἀποσπασθῇ, <lb/>τὰ ἰχθύδια τὰ πετραῖα κατεσθίει,
							καὶ τὰς ῥίζας <pb n="157"/> τὰς ὑπολοίπους· ἐὰν δ’ ἀπορραγῇ, φύεται πάλιν ἐκ τοῦ
							<lb/>καταλοίπου καὶ ἀναπληροῦται. Μέγιστοι μὲν οὖν γίγνονται <lb/>οἱ μανοί, καὶ
							πλεῖστοι περὶ τὴν Λυκίαν, μαλακώτατοι <lb/>δ’ οἱ πυκνοί· οἱ γὰρ Ἀχίλλειοι στιφρότεροι
							τούτων <lb/>εἰσίν. Ὅλως δ’ οἱ ἐν τοῖς βαθέσι καὶ εὐδιεινοῖς μαλακώτατοί <lb/>εἰσιν· τὸ
							γὰρ πνεῦμα καὶ ὁ χειμὼν σκληρύνει, καθάπερ <lb/>καὶ τἆλλα τὰ φυόμενα, καὶ ἀφαιρεῖται
							τὴν αὔξησιν· <lb/>διὸ καὶ οἱ ἐν Ἐλλησπόντῳ τραχεῖς εἰσὶ καὶ πυκνοί, καὶ <lb/>ὅλως οἵ
							τ’ ἐπέκεινα Μαλέας καὶ οἱ ἐντὸς διαφέρουσι μαλακότητι <lb/>καὶ σκληρότητι. Δεῖ δὲ μηδ’
							ἀλέαν εἶναι σφόδρα· <lb/>σήπεται γάρ, ὥσπερ τὰ φυόμενα. Διὸ οἱ πρὸς ταῖς ἀκταῖς
							<lb/>εἰσὶ κάλλιστοι, ἂν ὦσιν ἀγχιβαθεῖς· εὖ γὰρ κέκρανται <lb/>πρὸς ἄμφω διὰ τὸ βάθος.
							Ἄπλυτοι δ’ ὄντες καὶ ζῶντες <lb/>ἰδεῖν μέν εἰσι μέλανες. Ἡ δὲ πρόσφυσίς ἐστιν οὔτε
							<lb/>καθ’ ἓν οὔτε κατὰ πᾶν· μεταξὺ γάρ εἰσι πόροι κενοί. Περιτέταται <lb/>δ’ ὥσπερ
							ὑμὴν περὶ τὰ κάτω· κατὰ πλείω δ’ <lb/>ἐστὶν ἡ πρόσφυσις. Ἄνωθεν δ’ οἱ μὲν ἄλλοι πόροι
							συγκεκλεισμένοι, <lb/>φανεροὶ δ’ εἰσὶ τέτταρες ἢ πέντε· διό φασιν <lb/>ἔνιοι τούτους
							εἶναι καθ’ οὓς δέχεται τὴν τροφήν. Ἔστι δ’ <lb/>ἄλλο γένος ὃ καλοῦσιν ἀπλυσίας διὰ τὸ
							μὴ δύνασθαι πλύνεσθαι· <lb/>τοῦτο δὲ τοὺς μὲν μεγάλους πόρους ἔχει, τὸ δ’ ἄλλο
							<lb/>πυκνόν ἐστι πᾶν· διατμηθὲν δὲ πυκνότερόν ἐστι καὶ γλισχρότερον <lb/>τοῦ σπόγγου,
							καὶ τὸ σύνολον πλευμονῶδες. <lb/>Ὁμολογεῖται δὲ μάλιστα παρὰ πάντων τοῦτο τὸ γένος
							<lb/>αἴσθησιν ἔχειν καὶ πολυχρόνιον εἶναι. Διάδηλοι δ’ εἰσὶν ἐν <lb/>τῇ θαλάττῃ πρὸς
							τοὺς σπόγγους τῷ τοὺς σπόγγους <lb/>μὲν εἶναι λευκοὺς ἐφιζούσης τῆς ἰλύος, τούτους δ’
							ἀεὶ μέλανας. <lb/>Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς σπόγγους καὶ τὴν τῶν ὀστρακοδέρμων <lb/>γένεσιν
							τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<pb n="158"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Τῶν δὲ μαλακοστράκων οἱ κάραβοι μετὰ τὴν ὀχείαν <lb/>κύουσι καὶ ἴσχουσι τὰ ᾠὰ περὶ
							τρεῖς μῆνας, Σκιρροφοριῶνα <lb/>καὶ Ἑκατομβαιῶνα καὶ Μεταγειτνιῶνα· μετὰ δὲ ταῦτα
							<lb/>προστίκτουσιν ὑπὸ τὴν κοιλίαν εἰς τὰς πτύχας, καὶ αὐξάνεται <lb/>αὐτῶν τὰ ᾠὰ
							ὥσπερ οἱ σκώληκες. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν μαλακίων ἐστὶ καὶ τῶν ἰχθύων,
							ὅσοι ᾠοτοκοῦσιν· <lb/>αὐξάνεται γὰρ πάντων τὸ ᾠόν. Τὸ μὲν οὖν ᾠὸν <lb/>γίνεται ψαθυρὸν
							τῶν καράβων, διῃρημένον εἰς ὀκτὼ μοίρας. <lb/>Καθ’ ἕκαστον γὰρ τῶν ἐπικαλυμμάτων τῶν
							ἐκ τοῦ πλαγίου <lb/>πεφυκότων ἐστὶ χονδρῶδές τι πρὸς ὃ περιφύεται, καὶ τὸ <lb/>ὅλον
							γίνεται ὥσπερ βότρυς· σχίζεται γὰρ ἕκαστον εἰς <lb/>πλείω τῶν χονδρωδῶν. Ταῦτα δὲ
							διαστέλλοντι μὲν γίνεται <lb/>φανερά, προσβλέποντι δὲ συνεστηκός τι φαίνεται· καὶ
							<lb/>γίνεται δὲ μέγιστα οὐ τὰ πρὸς τῷ πόρῳ ἀλλὰ τὰ κατὰ <lb/>μέσον, ἐλάχιστα δὲ τὰ
							ἔσχατα. Τὸ δὲ μέγεθος τῶν ᾠῶν <lb/>τῶν μικρῶν ἐστὶν ἡλίκον κεγχραμίς. Οὐκ εὐθὺς δ’
							ἐστὶν <lb/>ἐχόμενα τοῦ πόρου, ἀλλὰ κατὰ μέσον· ἑκατέρωθεν γὰρ ἀπὸ <lb/>τῆς κέρκου καὶ
							ἀπὸ τοῦ θώρακος δύο διαστήματα μάλιστα <lb/>ἀπέχει· οὕτω γὰρ καὶ τὰ ἐπικαλύμματα
							πέφυκεν. Αὐτὰ <lb/>μὲν οὖν τὰ ἐκ τοῦ πλαγίου οὐ δύναται συμπεριλαμβάνειν, <lb/>τοῦ δ’
							ἄκρου προσεπιτεθέντος καλύπτει πάντα, καὶ γίνεται <lb/>τοῦτ’ αὐτοῖς οἷον πῶμα. Ἔοικε
							δὲ τὰ ᾠὰ τίκτουσα <lb/>προσάγειν πρὸς τὰ χονδρώδη τῷ πλάτει τῆς κέρκου
							προσαναπτυττομένης, <lb/>καὶ προσπιέσασα εὐθὺς καὶ κεκαμμένη <lb/>ἀποτίκτειν. Τὰ δὲ
							χονδρώδη κατὰ τοὺς καιροὺς τούτους <lb/>αὐξάνεται καὶ δεκτικὰ γίνεται τῶν ᾠῶν· πρὸς τὰ
							χονδρώδη <lb/>γὰρ ἀποτίκτουσι, καθάπερ αἱ σηπίαι πρὸς τὰ κλήματα <pb n="159"/> καὶ τὸν
							φορυτόν. Ἀποτίκτει μὲν οὖν τοῦτον τὸν τρόπον, <lb/>συμπέψασα δ’ ἐνταῦθα μάλιστα ἐν
							εἴκοσιν ἡμέραις ἀποβάλλει <lb/>συνεστηκὸς καὶ ἀθρόον, ὥσπερ φαίνεται καὶ ἐκτός·
							<lb/>εἶτ’ ἐκ τούτων γίνονται οἱ κάραβοι ἐν ἡμέραις μάλιστα πεντεκαίδεκα, <lb/>καὶ
							λαμβάνονται πολλάκις ἐλάττους ἢ δακτυλιαῖοι. <lb/>Προεκτίκτει μὲν οὖν πρὸ ἀρκτούρου,
							μετὰ δ’ <lb/>ἀρκτοῦρον ἀποβάλλει τὰ ᾠά. Τῶν δὲ κυφῶν καρίδων ἡ <lb/>κύησίς ἐστι περὶ
							τέτταρας μῆνας. Γίνονται δ’ οἱ μὲν κάραβοι <lb/>ἐν τοῖς τραχέσι καὶ πετρώδεσιν, οἱ δ’
							ἀστακοὶ ἐν τοῖς <lb/>λείοις· ἐν δὲ τοῖς πηλώδεσιν οὐδέτεροι· διὸ καὶ ἐν Ἑλλησπόντῳ
							<lb/>μὲν καὶ περὶ Θάσον ἀστακοὶ γίνονται, περὶ δὲ τὸ <lb/>Σίγειον καὶ τὸν Ἄθων
							κάραβοι. Διασημαίνονται δὲ τοὺς <lb/>τόπους οἱ ἁλιεῖς τούς τε τραχεῖς καὶ τοὺς
							πηλώδεις ταῖς τε <lb/>ἀκταῖς καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς τοιούτοις σημείοις, ὅταν βούλωνται
							<lb/>ἐν τῷ πελάγει ποιεῖσθαι τὴν θήραν. Γίνονται δ’ ἐν <lb/>μὲν τῷ χειμῶνι καὶ τῷ ἔαρι
							πρὸς τῇ γῇ μᾶλλον, τοῦ δὲ <lb/>θέρους ἐν τῷ πελάγει, διώκοντα ὁτὲ μὲν τὴν ἀλέαν ὁτὲ δὲ
							<lb/>τὸ ψῦχος. Τοῖς δὲ χρόνοις παραπλησίως καὶ αἱ καλούμεναι <lb/>ἄρκτοι τίκτουσι τοῖς
							καράβοις· διὸ καὶ τοῦ χειμῶνος <lb/>καὶ πρὶν ἐκτεκεῖν τοῦ ἔαρος ἄρισταί εἰσιν, ὅταν δ’
							ἐκτέκωσι, <lb/>χείρισται. Ἐκδύνουσι δὲ τὸ κέλυφος τοῦ ἔαρος, ὥσπερ οἱ <lb/>ὄφεις τὸ
							καλούμενον γῆρας, καὶ εὐθὺς γινόμενοι καὶ ὕστερον <lb/>καὶ οἱ κάραβοι καὶ οἱ καρκίνοι.
							Εἰσὶ δ’ οἱ κάραβοι μακρόβιοι <lb/>πάντες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="18">
						<p>Τὰ δὲ μαλάκια ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς ὀχείας ᾠὸν <lb/>ἴσχει λευκόν· τοῦτο δὲ
							γίνεται τῷ χρόνῳ, ὥσπερ τὰ τῶν <lb/>σκληροδέρμων, ψαθυρόν. Καὶ ἀποτίκτει ὁ μὲν
							πολύπους <lb/>εἰς τὰς θαλάμας ἢ εἰς κεράμιον ἤ τι ἄλλο κοῖλον ὅμοιον <pb n="160"/>
							βοστρυχίοις οἰνάνθης καὶ λεύκης καρπῷ, καθάπερ εἴρηται <lb/>πρότερον. Ἐκκρεμάννυνται
							δὲ περὶ τὴν θαλάμην τὰ ᾠά, <lb/>ὅταν ἐκτέκῃ. Τὸ δὲ πλῆθος ἔχει τοσαῦτα ᾠὰ ὥστ’
							ἐξαιρεθέντων <lb/>ἐμπίπλαται ἀγγεῖον πολλῷ μεῖζον τῆς κεφαλῆς, <lb/>ἐν ᾗ ἔχει τὰ ᾠά.
							Τὰ μὲν οὖν τῶν πολυπόδων μεθ’ ἡμέρας <lb/>μάλιστα πεντήκοντα γίνεται ἐκ τῶν
							ἀπορραγέντων πολυπόδια, <lb/>καὶ ἐξέρπει, ὥσπερ τὰ φαλάγγια, πολλὰ τὸ πλῆθος· <lb/>ὧν
							ἡ μὲν καθ’ ἕκαστα φύσις τῶν μελῶν οὔπω διάδηλος, <lb/>ἡ δ’ ὅλη μορφὴ φανερά. Διὰ δὲ
							τὴν μικρότητα καὶ τὴν <lb/>ἀσθένειαν φθείρεται τὸ πλῆθος αὐτῶν. Ἤδη δ’ ὦπται <lb/>καὶ
							οὕτω πάμπαν μικρὰ ὥστ’ ἀδιάρθρωτα μὲν εἶναι, ἁπτομένων <lb/>δὲ κινεῖσθαι. Αἱ δὲ σηπίαι
							ἀποτίκτουσι, καὶ γίνεται <lb/>ὅμοια μύρτοις μεγάλοις καὶ μέλασιν· καὶ ἀλλήλων ἐχόμενά
							<lb/>ἐστιν, οἷον βότρυς τὸ πᾶν, περιπεπλεγμένα ἑνί τινι, <lb/>καὶ οὐκ εὐαπόσπαστα
							ἀλλήλων. Ἐπαφίησι γὰρ ὁ ἄρρην <lb/>ὑγρότητά τινα μυξώδη· ὃ τὴν γλισχρότητα παρέχει.
							Καὶ <lb/>αὐξάνεται δὲ ταύτῃ τὰ ᾠά, καὶ εὐθὺς μέν ἐστι λευκά, ὅταν <lb/>δ’ ἀφῇ τὸν
							θολόν, καὶ μείζω καὶ μέλανα. Ὅταν δὲ <lb/>σηπίδιον γένηται, ὅλον ἐκ τοῦ λευκοῦ
							γενόμενον ἔσω, <lb/>τούτου περιρραγέντος ἐξέρχεται. Γίνεται δ’ ἂν τὸ πρῶτον
							<lb/>ἀπορράνῃ ἡ θήλεια, οἷον χάλαζα· ἐκ γὰρ τούτου τὸ <lb/>σηπίδιον φύεται ἐπὶ
							κεφαλήν, ὥσπερ οἱ ὄρνιθες κατὰ <lb/>τὴν κοιλίαν προσηρτημένοι. Ποία δέ τίς ἐστιν ἡ
							πρόσφυσις <lb/>ἡ ὀμφαλώδης, οὔπω ὦπται, πλὴν ὅτι αὐξανομένου τοῦ <lb/>σηπιδίου ἀεὶ
							ἔλαττον γίνεται τὸ λευκόν, καὶ τέλος, ὥσπερ <lb/>τὸ ὠχρὸν τοῖς ὄρνισι, τούτοις τὸ
							λευκὸν ἀφανίζεται. Μέγιστοι <pb n="161"/> δὲ φαίνονται πρῶτον, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς
							ἄλλοις, καὶ <lb/>ἐν τούτοις οἱ ὀφθαλμοί. Ὠιὸν ἐφ’ οὖ τὸ Α, ὀφθαλμοὶ ἐφ’ <lb/>ὧν τὸ ΒΓ,
							τὸ σηπίδιον αὐτὸ ἐφ’ οὖ Δ. Κύει δὲ τοῦ <lb/>ἔαρος, ἀποτίκτει δ’ ἐν ἡμέραις
							πεντεκαίδεκα· ὅταν δ’ ἀποτέκῃ <lb/>τὰ ᾠά, γίνεται ἐν ἄλλαις πεντεκαίδεκα ἡμέραις οἷον
							<lb/>ῥάγες βότρυος, ὧν περιρραγέντων ἐκδύεται ἔσωθεν τὰ σηπίδια. <lb/>Ἐὰν δέ τις
							περισχίσῃ πρότερον ἤδη τετελειωμένων, <lb/>προΐενται κόπρον τὰ σηπίδια, καὶ τὸ χρῶμα
							μετβάλλει <lb/>ἐρυθρότερον γινόμενον ἐκ λευκοῦ διὰ τὸν φόβον. Τὰ <lb/>μὲν οὖν
							μαλακόστρακα αὐτὰ ὑφ’ αὑτὰ θέμενα τὰ ᾠὰ <lb/>ἐπῳάζει, ὁ δὲ πολύπους καὶ ἡ σηπία καὶ
							τἆλλα τὰ τοιαῦτα <lb/>ἐκτεκόντα, οὗ ἂν τὰ κυήματα αὐτῶν ᾖ, μάλιστα μὲν ἡ <lb/>σηπία·
							πολλάκις γὰρ ὑπερφαίνεται πρὸς τῇ γῇ τὸ κύτος <lb/>αὐτῆς. Ὁ δὲ πολύπους ὁ θῆλυς ὁτὲ
							μὲν ἐπὶ τοῖς ᾠοῖς ὁτὲ <lb/>δ’ ἐπὶ τῷ στόματι προκάθηται τῆς θαλάμης, τὴν πλεκτάνην
							<lb/>ἐπέχων. Ἡ δὲ σηπία πρὸς τὴν γῆν ἐκτίκτει περὶ τὰ <lb/>φυκία καὶ τὰ καλαμώδη, κἄν
							τι ᾖ τοιοῦτον ἐκβεβλημένον, <lb/>οἷον ὕλη, κλήματα ἢ λίθοι· καὶ οἱ ἁλιεῖς δὲ
							κληματίδας <lb/>τιθέασιν ἐπίτηδες· καὶ πρὸς ταῦτα ἐκτίκτει μακρὸν καὶ <lb/>συνεχὲς ἐκ
							τῶν ᾠῶν, οἷον τὸ τῶν βοστρύχων. Ἀποτίκτει <lb/>δὲ καὶ ἀπορραίνει ἐξ ἀναγωγῆς, ὡς μετὰ
							πόνου γινομένης <lb/>τῆς προέσεως. Αἱ δὲ τευθίδες πελάγιαι ἀποτίκτουσιν· <lb/>τὸ δ’
							ᾠόν, ὥσπερ ἡ σηπία, ἀποτίκτει συνεχές. Ἔστι δὲ <lb/>καὶ ὁ τεῦθος καὶ ἡ σηπία
							βραχύβιον· οὐ γὰρ διετίζουσιν, εἰ <lb/>μή τινες ὀλίγαι αὐτῶν· ὁμοίως δὲ καὶ οἱ
							πολύποδες. Γίνεται <lb/>δ’ ἐξ ἑνὸς ᾠοῦ ἓν σηπίδιον· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν τευθίδων
							<lb/>ἔχει. Διαφέρει δ’ ἡ ἄρρην τευθὶς τῆς θηλείας· ἔχει <pb n="162"/> γὰρ ἡ θήλεια,
							ἐάν τις διαστείλας θεωρήσῃ τὴν κόμην εἴσω, <lb/>ἐρυθρὰ δύο οἷον μαστούς, ὁ δ’ ἄρρην
							οὐκ ἔχει. Ἡ δὲ σηπία <lb/>τοῦτό τ’ ἔχει διάφορον, καὶ ὅτι ποικιλώτερός ἐστιν ὁ ἄρρην
							<lb/>τῆς θηλείας, καθάπερ εἴρηται πρότερον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="19">
						<p>Τὰ δ’ ἔντομα τῶν ζῴων ὅτι μὲν ἐλάττω ἐστὶ τὰ ἄρρενα <lb/>τῶν θηλειῶν καὶ ἐπιβαίνει
							ἄνωθεν, καὶ πῶς ποιεῖται τὴν <lb/>ὀχείαν, καὶ ὅτι διαλύεται μόλις, εἴρηται πρότερον·
							ὅταν δ’ <lb/>ὀχευθῇ, ταχέως ποιεῖται τὰ πλεῖστα τὸν τόκον ὅσα ὀχεύεται. <lb/>Τίκτει δὲ
							πάντα σκώληκας πλὴν γένος τι ψυχῶν· <lb/>αὗται δὲ σκληρόν, ὅμοιον κνήκου σπέρματι, ἔσω
							δὲ χύμα. <lb/>Ἐκ δὲ τῶν σκωλήκων οὐκ ἐκ μέρους τινὸς γίνεται τὸ ζῷον, <lb/>ὥσπερ ἐκ
							τῶν ᾠῶν, ἀλλ’ ὅλον αὐξάνεται καὶ διαρθρούμενον <lb/>γίνεται τὸ ζῷον. Γίνεται δὲ αὐτῶν
							τὰ μὲν ἐκ ζῴων τῶν συγγενῶν, <lb/>οἷον φαλάγγιά τε καὶ ἀράχνια ἐκ φαλαγγίων καὶ
							<lb/>ἀραχνίων, καὶ ἀττέλαβοι καὶ ἀκρίδες καὶ τέττιγες· τὰ δ’ <lb/>οὐκ ἐκ ζῴων ἀλλ’
							αὐτόματα, τὰ μὲν ἐκ τῆς δρόσου τῆς ἐπὶ <lb/>τοῖς φύλλοις πιπτούσης, κατὰ φύσιν μὲν ἐν
							τῷ ἔαρι, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ τοῦ χειμῶνος, ὅταν εὐδία καὶ νοτία γένηται <lb/>πλείω
							χρόνον· τὰ δ’ ἐν βορβόρῳ καὶ κόπρῳ σηπομένοις, <lb/>τὰ δ’ ἐν ξύλοις, τὰ μὲν φυτῶν, τὰ
							δ’ ἐν αὔοις ἤδη, <lb/>τὰ δ’ ἐν θριξὶ ζῴων, τὰ δὲ ἐν σαρκὶ τῶν ζῴων, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς
							περιττώμασι, καὶ τούτων τὰ μὲν ἐκκεχωρισμένων, τὰ <lb/>δ’ ἔτι ὄντων ἐν τοῖς ζῴοις,
							οἷον αἱ καλούμεναι ἕλμινθες. <lb/>Ἔστι δ’ αὐτῶν γένη τρία, ἥ τε ὀνομαζομένη πλατεῖα,
							καὶ <lb/>αἱ στρογγύλαι, καὶ τρίται αἱ ἀσκαρίδες. Ἐκ μὲν οὖν <pb n="163"/> τούτων
							ἕτερον οὐθὲν γίνεται· ἡ δὲ πλατεῖα προσπέφυκέ <lb/>τε μόνη τῷ ἐντέρῳ καὶ ἀποτίκτει
							οἷον σικύου σπέρμα, ᾧ <lb/>γινώσκουσι σημείῳ οἱ ἰατροὶ τοὺς ἔχοντας αὐτήν. Γίνονται
							<lb/>δ’ αἱ μὲν καλούμεναι ψυχαὶ ἐκ τῶν καμπῶν, αἳ γίνονται <lb/>ἐπὶ τῶν φύλλων τῶν
							χλωρῶν, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς ῥαφάνου, <lb/>ἣν καλοῦσί τινες κράμβην, πρῶτον μὲν ἔλαττον
							κέγχρου, <lb/>εἶτα μικροὶ σκώληκες αὐξανόμενοι, ἔπειτα ἐν τρισὶν ἡμέραις <lb/>κάμπαι
							μικραί· μετὰ δὲ ταῦτα αὐξηθεῖσαι ἀκινητίζουσι, καὶ <lb/>μεταβάλλουσι τὴν μορφήν, καὶ
							καλοῦνται χρυσαλλίδες, καὶ <lb/>σκληρὸν ἔχουσι τὸ κέλυφος, ἁπτομένου δὲ κινοῦνται.
							Προσέχονται <lb/>δὲ πόροις ἀραχνιώδεσιν οὔτε στόμα ἔχουσαι οὔτ’ <lb/>ἄλλο τῶν μορίων
							διάδηλον οὐθέν. Χρόνου δ’ οὔ πολλοῦ <lb/>διελθόντος περιρρήγνυται τὸ κέλυφος, καὶ
							ἐκπέτεται ἐξ αὐτῶν <lb/>πτερωτὰ ζῷα, ἃς καλοῦμεν ψυχάς. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον, <lb/>ὅταν
							ὦσι κάμπαι, τρέφονται καὶ περίττωμα ἀφιᾶσιν· <lb/>ὅταν δὲ γένωνται χρυσαλλίδες,
							οὐθενὸς οὔτε γεύονται <lb/>οὔτε προΐενται περίττωμα. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τἆλλα
							<lb/>ὅσα γίνεται ἐκ σκωλήκων, καὶ ὅσοι ἐκ συνδυασμοῦ γίνονται <lb/>ζῴων σκώληκες, καὶ
							ὅσοι ἄνευ ὀχείας. Καὶ γὰρ οἱ τῶν <lb/>μελιττῶν καὶ ἀνθρηνῶν καὶ σφηκῶν ὅταν μὲν νέοι
							σκώληκες <lb/>ὦσι, τρέφονταί τε καὶ κόπρον ἔχοντες φαίνονται· ὅταν δ’ <lb/>ἐκ τῶν
							σκωλήκων εἰς τὴν διατύπωσιν ἔλθωσι, καλοῦνται μὲν <lb/>νύμφαι τότε, οὐ λαμβάνουσι δὲ
							τροφὴν οὐδὲ κόπρον ἔτ’ <lb/>ἔχουσιν, ἀλλὰ περιειργμένοι ἀκινητίζουσιν ἕως ἂν
							αὐξηθῶσιν· <lb/>τότε δ’ ἐξέρχονται διακόψαντες ᾧ καταλήλειπται ὁ <lb/>κύτταρος.
							Γίνονται δὲ καὶ τὰ ὕπερα καὶ τὰ πηνία ἔκ τινων <pb n="164"/> τοιούτων ἄλλων, αἳ
							κυμαίνουσι τῇ πορείᾳ καὶ προβᾶσαι <lb/>τῷ ἑτέρῳ κάμψασαι ἐπιβαίνουσιν· ἕκαστον δὲ τῶν
							γιγνομένων <lb/>τὸ οἰκεῖον χρῶμα λαμβάνει ἀπὸ τῆς κάμπης. Ἐκ δέ <lb/>τινος σκώληκος
							μεγάλου, ὃς ἔχει οἷον κέρατα καὶ διαφέρει τῶν <lb/>ἄλλων, γίνεται πρῶτον μὲν
							μεταβαλόντος τοῦ σκώληκος <lb/>κάμπη, ἔπειτα βομβύλιος, ἐκ δὲ τούτου νεκύδαλος· ἐν ἓξ
							<lb/>δὲ μησὶ μεταβάλλει ταύτας τὰς μορφὰς πάσας. Ἐκ δὲ <lb/>τούτου τοῦ ζῴου καὶ τὰ
							βομβύκια ἀναλύουσι τῶν γυναικῶν <lb/>τινὲς ἀναπηνιζόμεναι, κἄπειτα ὑφαίνουσιν· πρώτη
							δὲ λέγεται <lb/>ὑφῆναι ἐν Κῷ Παμφίλη Πλάτεω θυγάτηρ. Ἐκ δὲ τῶν <lb/>σκωλήκων τῶν ἐν
							τοῖς ξύλοις τοῖς αὔοις οἱ κάραβοι γίνονται <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον· πρῶτον μὲν
							ἀκινητισάντων τῶν σκωλήκων, <lb/>εἶτα περιρραγέντος τοῦ κελύφους ἐξέρχονται οἱ
							κάραβοι. <lb/>Ἐκ δὲ τῶν καράβων γίνονται αἱ πρασοκουρίδες· <lb/>ἴσχουσι δὲ πτερὰ καὶ
							αὐταί. Ἐκ δὲ τῶν ἐν τοῖς ποταμοῖς <lb/>πλατέων ζωδαρίων τῶν ἐπιθεόντων οἱ οἶστροι· διὸ
							καὶ οἱ <lb/>πλεῖστοι περὶ τὰ ὕδατα γίνονται οὗ τὰ τοιαῦτά ἐστὶ ζῷα. <lb/>Ἐκ δὲ
							μελαινῶν τινῶν καὶ δασειῶν οὐ μεγάλων καμπῶν <lb/>πρῶτον γίνονται πυγολαμπίδες, οὐχ αἱ
							πετόμεναι· αὗται <lb/>δὲ πάλιν μεταβάλλουσι, καὶ γίνονται πτερωτὰ ζῷα ἐξ αὐτῶν,
							<lb/>οἱ καλούμενοι βόστρυχοι. Αἱ δ’ ἐμπίδες γίνονται ἐκ <lb/>τῶν ἀσκαρίδων. Αἱ δ’
							ἀσκαρίδες γίνονται ἔν τε τῇ ἰλύϊ τῶν <lb/>φρεάτων καὶ ὅπου ἂν σύρρευσις γένηται ὕδατος
							γεώδη <lb/>ἔχουσα ὑπόστασιν. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον αὐτὴ ἡ ἰλὺς σηπομένη <pb n="165"/>
							χρῶμα λαμβάνει λευκόν, εἶτα μέλαν, τελευτῶσα δ’ αἱματῶδες· <lb/>ὅταν δὲ τοιαύτη
							γένηται, φύεται ἐξ αὐτῆς ὥσπερ <lb/>τὰ φυκία μικρὰ σφόδρα καὶ ἐρυθρά· ταῦτα δὲ χρόνον
							μέν <lb/>τινα κινεῖται προσπεφυκότα, ἔπειτ’ ἀπορραγέντα φέρεται <lb/>κατὰ τὸ ὕδωρ, αἱ
							καλούμεναι ἀσκαρίδες. Μεθ’ ἡμέρας δ’ <lb/>ὀλίγας ἵστανται ὀρθαὶ ἐπὶ τοῦ ὕδατος
							ἀκινητίζουσαι καὶ <lb/>σκληραί, κἄπειτα περιρραγέντος τοῦ κελύφους ἡ ἐμπὶς ἄνω
							<lb/>ἐπικάθηται, ἕως ἂν ἥλιος ἢ πνεῦμα κινήσῃ· τότε δ’ ἤδη <lb/>πέτεται. Πᾶσι δὲ καὶ
							τοῖς ἄλλοις σκώληξι καὶ τοῖς ζῴοις <lb/>τοῖς ἐκ τῶν σκωλήκων περιρρηγνυμένοις ἡ ἀρχὴ
							γίγνεται <lb/>τῆς γενέσεως ὑφ’ ἡλίου ἢ ὑπὸ πνεύματος. Μᾶλλον δὲ καὶ <lb/>θᾶττον
							γίνονται αἱ ἀσκαρίδες ἐν τοῖς ἔχουσι παντοδαπὴν ὑπόστασιν, <lb/>οἷον Μεγαροῖ τε
							γίνεται καὶ ἐν τοῖς ἔργοις· σήπεται <lb/>γὰρ τὰ τοιαῦτα θᾶττον. Καὶ μετοπώρου δὲ
							γίνονται <lb/>μᾶλλον· τότε γὰρ τὸ ὑγρὸν συμβαίνει εἶναι ἔλαττον. Οἱ <lb/>δὲ κρότωνες
							γίνονται ἐκ τῆς ἀγρώστεως, αἱ δὲ μηλολόνθαι <lb/>ἐκ τῶν σκωλήκων τῶν ἐν τοῖς βολίτοις
							καὶ τῶν ὀνίδων. Οἱ <lb/>δὲ κάνθαροι ἣν κυλίουσι κόπρον, ἐν ταύτῃ φωλεύουσί τε τὸν
							<lb/>χειμῶνα καὶ ἐντίκτουσι σκωλήκια, ἐξ ὧν γίνονται κάνθαροι. <lb/>Γίνονται δὲ καὶ ἐκ
							τῶν σκωλήκων τῶν ἐν τοῖς <lb/>ὀσπρίοις πτερωτὰ ζῷα ὁμοίως τοῖς εἰρημένοις. Αἱ δὲ μυῖαι
							<lb/>ἐκ τῶν σκωλήκων τῶν ἐν τῇ κόπρῳ τῇ χωριζομένῃ κατὰ μέρος· <lb/>διὸ καὶ οἱ περὶ
							ταύτην τὴν ἐργασίαν ὄντες μάχονται <lb/>χωρίζειν τὴν ἄλλην τὴν μεμιγμένην, καὶ λέγουσι
							τότε κατειργάσθαι <lb/>τὴν κόπρον. Ἡ δ’ ἀρχὴ τῶν σκωληκίων μικρά· <lb/>πρῶτον μὲν γὰρ
							καὶ ἐνταῦθα ἐρυθραίνεται καὶ ἐξ ἀκινησίας <pb n="166"/> λαμβάνει κίνησιν οἷον
							πεφυκότα· εἶτα σκωλήκιον ἀποβαίνει <lb/>ἀκίνητον· εἶτα κινηθὲν ὕστερον γίνεται
							ἀκίνητον πάλιν· ἐκ δὲ <lb/>τούτου μυῖα ἀποτελεῖται, καὶ κινεῖται πνεύματος ἢ ἡλίου
							<lb/>γενομένου. Οἱ δὲ μύωπες γίνονται ἐκ τῶν ξύλων. Αἱ δὲ <lb/>ὀρσοδάκναι ἐκ τῶν
							σκωληκίων μεταβαλλόντων· τὰ δὲ σκωλήκια <lb/>ταῦτα γίνεται ἐν τοῖς καυλοῖς τῆς
							κράμβης. Αἱ δὲ <lb/>κανθαρίδες ἐκ τῶν πρὸς ταῖς συκαῖς καμπῶν καὶ ταῖς ἀπίοις <lb/>καὶ
							ταῖς πεύκαις (πρὸς πᾶσι γὰρ τούτοις γίνονται σκώληκες) <lb/>καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ
							κυνακάνθῃ· ὁρμῶσι δὲ καὶ πρὸς τὰ δυσώδη <lb/>διὰ τὸ ἐκ τοιαύτης γεγονέναι ὕλης. Οἱ δὲ
							κώνωπες ἐκ σκωλήκων <lb/>οἳ γίνονται ἐκ τῆς περὶ τὸ ὄξος ἰλύος· καὶ γὰρ ἐν <lb/>τοῖς
							δοκοῦσιν ἀσηπτοτάτοις εἶναι ἐγγίγνονται ζῷα, οἷον <lb/>ἐν χιόνι τῇ παλαιᾷ. Γίνεται δ’
							ἡ παλαιὰ ἐρυθροτέρα, <lb/>διὸ καὶ οἱ σκώληκες τοιοῦτοι καὶ δασεῖς· οἱ δ’ ἐκ τῆς ἐν
							<lb/>Μηδίᾳ χιόνος μεγάλοι καὶ λευκοί· δυσκίνητοι δὲ πάντες. <lb/>Ἐν δὲ Κύπρῳ, οὗ ἡ
							χαλκῖτις λίθος καίεται, ἐπὶ πολλὰς <lb/>ἡμέρας ἐμβαλλόντων, ἐνταῦθα γίνεται θηρία ἐν
							τῷ πυρί, <lb/>τῶν μεγάλων μυιῶν μικρόν τι μείζονα, ὑπόπτερα, ἃ διὰ <lb/>τοῦ πυρὸς πηδᾷ
							καὶ βαδίζει. Ἀποθνήσκουσι δὲ καὶ οἱ σκώληκες <lb/>καὶ ταῦτα χωριζόμενα τὰ μὲν τοῦ
							πυρός, οἱ δὲ τῆς <lb/>χιόνος. Ὅτι δ’ ἐνδέχεται μὴ κάεσθαι συστάσεις τινὰς <lb/>ζῴων, ἡ
							σαλαμάνδρα ποιεῖ φανερόν· αὕτη γάρ, ὡς φασί, <lb/>διὰ πυρὸς βαδίζουσα κατασβέννυσι τὸ
							πῦρ. Περὶ δὲ τὸν <lb/>Ὕπανιν ποταμὸν τὸν περὶ Βόσπορον τὸν Κιμμέριον ὑπὸ <lb/>τροπὰς
							θερινὰς καταφέρονται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ οἷον θύλακοι <lb/>μείζους ῥαγῶν, ἐξ ὧν ῥηγνυμένων
							ἐξέρχεται ζῷον πτερωτὸν <pb n="167"/> τετράπουν· ζῇ δὲ καὶ πέτεται μέχρι δείλης,
							καταφερομένου <lb/>δὲ τοῦ ἡλίου ἀπομαραίνεται, καὶ ἅμα δυομένου ἀποθνήσκει <lb/>βιῶσαν
							ἡμέραν μίαν, διὸ καὶ καλεῖται ἐφήμερον. <lb/>Τὰ πλεῖστα δὲ τῶν γινομένων ἔκ τε καμπῶν
							καὶ σκωλήκων <lb/>ὑπὸ ἀραχνίων κατέχεται τὸ πρῶτον. Ταῦτα μὲν οὖν γίνεται <lb/>τοῦτον
							τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="20">
						<p>οἱ δὲ σφῆκες οἱ ἰχνεύμονες καλούμενοι <lb/>(εἰσὶ δ’ ἐλάττους τῶν ἑτέρων) τὰ φαλάγγια
							ἀποκτείναντες <lb/>φέρουσι πρὸς τειχίον ἤ τι τοιοῦτον τρώγλην ἔχον, <lb/>καὶ πηλῷ
							προσκαταλείψαντες ἐντίκτουσιν ἐνταῦθα, καὶ <lb/>γίνονται ἐξ αὐτῶν οἱ σφῆκες οἱ
							ἰχνεύμονες. Ἔνια δὲ <lb/>τῶν κολεοπτέρων καὶ μικρῶν καὶ ἀνωνύμων ζῴων τοῦ πηλοῦ
							<lb/>τρώγλας ποιοῦνται μικρὰς ἢ πρὸς τάφοις ἢ τειχίοις, καὶ <lb/>ἐνταῦθα τὰ σκωλήκια
							ἐντίκτουσιν. Ὁ δὲ χρόνος τῆς γενέσεως <lb/>ἀπὸ μὲν τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους σχεδὸν
							τοῖς <lb/>πλείστοις ἑπτάσι μετρεῖται τρισὶν ἢ τέτταρσιν. Τοῖς μὲν <lb/>οὖν σκώληξι καὶ
							τοῖς σκωληκοειδέσι τοῖς πλείστοις τρεῖς <lb/>γίνονται ἑπτάδες, τοῖς δὲ ᾠοτοκοῦσι
							τέτταρες ὡς ἐπὶ τὸ <lb/>πολύ. Τούτων δ’ ἀπὸ μὲν τῆς ὀχείας ἐν ταῖς ἑπτὰ ἡ σύστασις
							<lb/>γίνεται, ἐν δὲ ταῖς λοιπαῖς τρισὶν ἐπῳάζουσι καὶ ἐκλέπουσιν <lb/>ὅσα γόνῳ
							τίκτεται, οἷον ὑπ’ ἀράχνου ἢ ἄλλου <lb/>τινὸς τοιούτου. Αἱ δὲ μεταβολαὶ γίνονται τοῖς
							πλείστοις <lb/>κατὰ τριήμερον ἢ τετραήμερον, ὥσπερ καὶ αἱ τῶν νόσων <lb/>συμβαίνουσι
							κρίσεις.</p>
						<p>Τῶν μὲν οὖν ἐντόμων οὗτος ὁ τρόπος ἐστὶ τῆς γενέσεως· <lb/>φθείρονται δ’ ἐρρικνωμένων
							τῶν μορίων, ὥσπερ γήρᾳ τὰ <lb/>μείζω τῶν ζῴων· ὅσα δὲ πτερωτά, καὶ τῶν πτερῶν
							συσπωμένων <pb n="168"/> περὶ τὸ μετόπωρον· οἱ δὲ μύωπες καὶ τῶν ὀμμάτων
							<lb/>ἐξυδρωπιώντων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="21">
						<p>Περὶ δὲ τὴν γένεσιν τὴν τῶν μελιττῶν οὐ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον πάντες ὑπολαμβάνουσιν.
							Οἱ μὲν γάρ φασιν οὐ <lb/>τίκτειν οὐδ’ ὀχεύεσθαι τὰς μελίττας, ἀλλὰ φέρειν τὸν γόνον,
							<lb/>καὶ φέρειν οἱ μὲν ἀπὸ τοῦ ἄνθους τοῦ καλλύντρου, οἱ δ’ ἀπὸ <lb/>τοῦ ἄνθους τοῦ
							καλάμου, ἄλλοι δ’ ἀπὸ τοῦ ἄνθους τῆς ἐλαίας· <lb/>καὶ σημεῖον λέγουσιν ὅτι ἂν ἐλαιῶν
							φορὰ γένηται, <lb/>τότε καὶ ἐσμοὶ ἀφίενται πλεῖστοι. Οἱ δέ φασι τὸν μὲν τῶν
							<lb/>κηφήνων γόνον αὐτὰς φέρειν ἀπό τινος ὕλης τῶν προειρημένων, <lb/>τὸν δὲ τῶν
							μελιττῶν τίκτειν τοὺς ἡγεμόνας. Τῶν <lb/>δ’ ἡγεμόνων ἐστὶ γένη δύο, ὁ μὲν βελτίων
							πυρρός, ὁ δ’ ἕτερος <lb/>μέλας καὶ ποικιλώτερος, τὸ δὲ μέγεθος διπλάσιος τῆς χρηστῆς
							<lb/>μελίττης· καὶ τὸ κάτω τοῦ διαζώματος ἔχουσιν ἡμιόλιον <lb/>μάλιστα τῷ μήκει, καὶ
							καλοῦνται ὑπό τινων μητέρες ὡς <lb/>γεννῶντες. Σημεῖον δὲ λέγουσιν ὅτι ὁ μὲν τῶν
							κηφήνων <lb/>ἐγγίνεται γόνος κἂν μὴ ἐνῇ ἡγεμών, ὁ δὲ τῶν μελιττῶν οὐκ <lb/>ἐγγίνεται.
							Οἱ δέ φασιν ὀχεύεσθαι, καὶ εἶναι ἄρρενας μὲν <lb/>τοὺς κηφῆνας, θηλείας δὲ τὰς
							μελίττας. Ἔστι δὲ τῶν μὲν <lb/>ἄλλων ἡ γένεσις ἐν τοῖς κοίλοις τοῦ κηρίου, οἱ δέ γ’
							ἡγεμόνες <lb/>γίνονται κάτω πρὸς τῷ κηρίῳ, ἀποκρεμάμενοι χωρίς, <lb/>ἓξ ἢ ἑπτά,
							ἐναντίως τῷ ἄλλῳ γόνῳ πεφυκότες. Κέντρον <lb/>δ’ αἱ μὲν μέλιτται ἔχουσιν, οἱ δὲ
							κηφῆνες οὐκ ἔχουσιν· οἱ δὲ <lb/>βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες ἔχουσι μὲν κέντρον, ἀλλ’ οὐ
							τύπτουσι, <lb/>διὸ ἔνιοι οὐκ οἴονται ἔχειν αὐτούς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="22">
						<p>Εἰσὶ δὲ γένη τῶν μελιττῶν, <lb/>ἡ μὲν ἀρίστη μικρὰ καὶ στρογγύλη καὶ ποικίλη, ἄλλη
							<lb/>δὲ μακρά, ὁμοία τῇ ἀνθρήνῃ, τρίτος δ’ ὁ φὼρ καλούμενος <pb n="169"/> (οὗτος δ’
							ἐστὶ μέλας καὶ πλατυγάστωρ), τέταρτος δ’ ὁ <lb/>κηφήν, μεγέθει μὲν μέγιστος πάντων,
							ἄκεντος δὲ καὶ νωθρός· <lb/>διὸ καὶ πλέκουσί τινες περὶ τὰ σμήνη ὥστε τὰς μὲν
							<lb/>μελίττας εἰσδύεσθαι, τοὺς δὲ κηφῆνας μὴ διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς <lb/>μείζους.
							Ἡγεμόνων δὲ γένη δύο ἐστίν, ὥσπερ εἴρηται <lb/>καὶ πρότερον. Εἰσὶ δὲ πλείους ἐν ἑκάστῳ
							σμήνει <lb/>ἡγεμόνες, καὶ οὐχ εἷς μόνος· ἀπόλλυται δὲ τὸ σμῆνος, ἐάν <lb/>τε ἡγεμόνες
							μὴ ἱκανοὶ ἐνῶσιν (οὐχ οὕτω διὰ τὸ ἄναρχοι <lb/>εἶναι, ἀλλ’ ὡς φασίν, ὅτι συμβάλλονται
							εἰς τὴν γένεσιν τὴν <lb/>τῶν μελιττῶν) ἐάν τε πολλοὶ ὦσιν οἱ ἡγεμόνες· διασπῶσι
							<lb/>γάρ. Ὅταν μὲν οὖν ἔαρ ὄψιον γένηται, καὶ ὅταν αὐχμοὶ <lb/>καὶ ἐρυσίβη, ἐλάττων
							γίνεται ὁ γόνος· ἀλλ’ αὐχμοῦ μὲν <lb/>ὄντος μέλι ἐργάζονται μᾶλλον, ἐπομβρίας δὲ
							γόνον, διὸ καὶ <lb/>ἅμα συμβαίνει ἐλαιῶν φορὰ καὶ ἐσμῶν. Ἐργάζονται δὲ <lb/>πρῶτον μὲν
							τὸ κηρίον, εἶτα τὸν γόνον ἐναφιᾶσιν, ὡς μὲν <lb/>ἔνιοι λέγουσιν, ἐκ τοῦ στόματος, ὅσοι
							φέρειν φασὶν ἄλλοθεν, <lb/>εἶθ’ οὕτω τὸ μέλι τροφὴν τὴν μὲν τοῦ θέρους τὴν δὲ <lb/>τοῦ
							μετοπώρου· ἄμεινον δ’ ἐστὶ τὸ μετοπωρινὸν μέλι. Γίνεται <lb/>δὲ κηρίον μὲν ἐξ ἀνθέων,
							κήρωσιν δὲ φέρουσιν ἀπὸ <lb/>τοῦ δακρύου τῶν δένδρων, μέλι δὲ τὸ πῖπτον ἐκ τοῦ ἀέρος,
							<lb/>καὶ μάλιστα ἐν ταῖς τῶν ἄστρων ἐπιτολαῖς, καὶ ὅταν κατασκήψῃ <lb/>ἡ ἶρις· ὅλως δ’
							οὐ γίνεται μέλι πρὸ Πλειάδος ἐπιτολῆς. <lb/>Τὸν μὲν οὖν κηρὸν ποιεῖ, ὥσπερ εἴρηται, ἐκ
							τῶν <lb/>ἀνθέων· τὸ δὲ μέλι ὅτι οὐ ποιεῖ ἀλλὰ φέρει τὸ πῖπτον, <pb n="170"/> σημεῖον·
							ἐν μιᾷ γὰρ ἢ δυσὶν ἡμέραις πλήρη εὑρίσκουσι <lb/>τὰ σμήνη οἱ μελιττουργοὶ μέλιτος. Ἔτι
							δὲ τοῦ μετοπώρου <lb/>ἄνθη μὲν γίνεται, μέλι δ’ οὔ, ὅταν ἀφαιρεθῇ. <lb/>Ἀφῃρημένου οὖν
							ἤδη τοῦ γενομένου μέλιτος, καὶ τροφῆς <lb/>ἢ οὐκ ἐνούσης ἔτι ἢ σπανίας, ἐνεγίνετο ἄν,
							εἴπερ ἐποίουν ἐκ <lb/>τῶν ἀνθέων. Συνίσταται δὲ τὸ μέλι πεττόμενον· ἐξ ἀρχῆς <lb/>γὰρ
							οἷον ὕδωρ γίνεται, καὶ ἐφ’ ἡμέρας μέν τινας ὑγρόν <lb/>ἐστι (διὸ κἂν ἀφαιρεθῇ ἐν
							ταύταις ταῖς ἡμέραις, οὐκ ἔχει <lb/>πάχος), ἐν εἴκοσι δὲ μάλιστα συνίσταται. Δῆλον δ’
							ἐστὶν <lb/>εὐθέως τὸ ἀπὸ τοῦ χυμοῦ· διαφέρει γὰρ τῇ γλυκύτητι <lb/>καὶ τῷ πάχει. Φέρει
							δ’ ἀπὸ πάντων ἡ μέλιττα ὅσα ἐν <lb/>κάλυκι ἀνθεῖ, καὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων δὲ ὅσα ἂν
							γλυκύτητα <lb/>ἔχῃ, οὐθένα βλάπτουσα καρπόν· τοὺς δὲ χυμοὺς τούτων τῷ <lb/>ὁμοίῳ τῇ
							γλώττῃ ἀναλαμβάνουσα κομίζει. Βλίττεται δὲ <lb/>τὰ σμήνη, ὅταν ἐρινεὸν σῦκον φανῇ·
							σχάδονας δ’ ἀρίστας <lb/>ποιοῦσιν, ὅταν μέλι ἐργάζωνται. Φέρει δὲ κηρὸν μὲν καὶ
							<lb/>ἐριθάκην περὶ τοῖς σκέλεσι, τὸ δὲ μέλι ἐμεῖ εἰς τὸν κύτταρον. <lb/>Τὸν δὲ γόνον
							ὅταν ἀφῇ, ἐπῳάζει ὥσπερ ὄρνις. Ἐν <lb/>δὲ τῷ κηρίῳ τὸ σκωλήκιον μικρὸν μὲν ὂν κεῖται
							πλάγιον, <lb/>ὕστερον δ’ ἀνίσταται αὐτὸ ὑφ’ ἑαυτοῦ καὶ τρέφεται, πρὸς δὲ <lb/>τῷ κηρίῳ
							ἔχεται ὥστε καὶ ἀντειλῆφθαι. Ὁ δὲ γόνος ἐστὶ <lb/>τῶν μελιττῶν καὶ τῶν κηφήνων λευκός,
							ἐξ οὗ τὰ σκωλήκια <lb/>γίνεται· αὐξανόμενα δὲ γίνονται μέλιτται καὶ κηφῆνες. <lb/>Ὁ δὲ
							τῶν βασιλέων γόνος τὴν χρόαν γίνεται ὑπόπυρρος, <lb/>τὴν δὲ λεπτότητά ἐστιν οἷον μέλι
							παχύ· τὸν δ’ ὄγκον <lb/>εὐθέως ἔχει παραπλήσιον τῷ γιγνομένῳ ἐξ αὐτοῦ. Σκώληξ <pb n="171"/> δ’ οὐ γίνεται πρότερον ἐκ τούτου, ἀλλ’ εὐθέως ἡ μέλιττα, <lb/>ὡς φασίν.
							Ὅταν δὲ τέκῃ ἐν τῷ κηρίῳ, μέλι ἐκ τοῦ <lb/>ἀπαντικρὺ γίνεται. Φύει δ’ ἡ σχάδων πόδας
							καὶ πτερά, <lb/>ὅταν καταλειφθῇ· ὅταν δὲ λάβῃ τέλος, τὸν ὑμένα περιρρήξας
							<lb/>ἐκπέταται. Κόπρον δὲ προΐεται, ἕως ἂν ᾖ σκωλήκιον, <lb/>ὕστερον δ’ οὐκέτι, πλὴν
							ἐὰν μὴ ἐξέλθῃ, ὥσπερ ἐλέχθη <lb/>πρότερον. Ἐὰν δέ τις ἀφέλῃ τὰς κεφαλὰς τῆς σχάδονος
							<lb/>πρὶν πτερὰ ἔχειν, ἐξεσθίουσιν αὐτὰ αἱ μέλιτται· <lb/>καὶ κηφῆνος πτερὸν ἂν
							ἀποκνίσας ἀφῇ τις, τῶν λοιπῶν <lb/>αὐταὶ τὰ πτερὰ ἀπεσθίουσιν. Βίος δὲ τῶν μελιττῶν
							ἔτη <lb/>ἕξ· ἔνιαι δ’ ἑπτὰ ζῶσιν. Σμῆνος δ’ ἂν διαμείνῃ ἔτη ἐννέα <lb/>ἢ δέκα, εὖ
							δοκεῖ διαγεγενῆσθαι. Ἐν δὲ τῷ Πόντῳ εἰσί <lb/>τινες μέλιτται λευκαὶ σφόδρα, αἳ τὸ μέλι
							ποιοῦσι δὶς <lb/>τοῦ μηνός. Αἱ δ’ ἐν Θεμισκύρᾳ περὶ τὸν Θερμώδοντα <lb/>ποταμὸν ἐν τῇ
							γῇ καὶ ἐν τοῖς σμήνεσι ποιοῦνται κηρία <lb/>οὐκ ἔχοντα κηρὸν πολὺν ἀλλὰ πάνυ σμικρόν,
							μέλι δὲ <lb/>παχύ· τὸ δὲ κηρίον λεῖον καὶ ὁμαλόν ἐστιν. Οὐκ ἀεὶ δὲ <lb/>τοῦτο
							ποιοῦσιν, ἀλλὰ τοῦ χειμῶνος· ὁ γὰρ κιττὸς πολὺς <lb/>ἐν τῷ τόπῳ ἐστίν, ἀνθεῖ δὲ ταύτην
							τὴν ὥραν, ἀφ’ οὗ φέρουσι <lb/>τὸ μέλι. Κατάγεται δὲ καὶ εἰς Ἀμισὸν μέλι ἄνωθεν
							<lb/>λευκὸν καὶ παχὺ σφόδρα, ὃ ποιοῦσιν αἱ μέλιτται ἄνευ <lb/>κηρίων πρὸς τοῖς
							δένδρεσιν· γίνεται δὲ καὶ ἄλλοθι τοιοῦτον <lb/>ἐν τῷ Πόντῳ. Εἰσὶ δὲ καὶ μέλιτται αἳ
							ποιοῦσι κηρία <lb/>τριπλᾶ ἐν τῇ γῇ· ταῦτα δὲ μέλι μὲν ἴσχει, σκώληκας δ’ <pb n="172"/>
							οὐκ ἴσχει. Ἔστι δ’ οὔτε τὰ κηρία πάντα τοιαῦτα, οὔτε <lb/>πᾶσαι αἱ μέλιτται τοιαῦτα
							ποιοῦσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="23">
						<p>Αἱ δ’ ἀνθρῆναι καὶ οἱ σφῆκες ποιοῦσι κηρία τῷ γόνῳ, <lb/>ὅταν μὲν μὴ ἔχωσιν ἡγεμόνα
							ἀλλ’ ἀποπλανηθῶσι καὶ μὴ <lb/>εὑρίσκωσιν, αἱ μὲν ἀνθρῆναι ἐπὶ μετεώρου τινός, οἱ δὲ
							σφῆκες <lb/>ἐν τρώγλαις, ὅταν δ’ ἔχωσιν ἡγεμόνα, ὑπὸ γῆν. Ἑξάγωνα <lb/>μὲν οὖν πάντα
							ἐστὶ τὰ κηρία αὐτῶν, ὥσπερ καὶ τὰ <lb/>τῶν μελιττῶν, σύγκειται δ’ οὐκ ἐκ κηροῦ ἀλλ’ ἐκ
							φλοιώδους <lb/>καὶ ἀραχνώδους ὕλης τὸ κηρίον· γλαφυρώτερον δὲ πολλῷ <lb/>τὸ τῶν
							ἀνθρηνῶν ἐστὶν ἢ τὸ τῶν σφηκῶν κηρίον. Ἐναφιᾶσι <lb/>δὲ γόνον, ὥσπερ αἱ μέλιτται, ὅσον
							σταλαγμὸν εἰς τὸ πλάγιον <lb/>τοῦ κυττάρου, καὶ προσέχεται τῷ τοίχῳ. Οὐχ ἅμα <lb/>δὲ
							πᾶσι τοῖς κυττάροις ἔνεστι γόνος, ἀλλ’ ἐνίοις μὲν ἤδη <lb/>μεγάλα ἔνεστιν ὥστε καὶ
							πέτεσθαι, ἐνίοις δὲ νύμφαι, ἐν τοῖς <lb/>δὲ σκώληκες ἔτι. Κόπρος δὲ μόνον περὶ τοῖς
							σκώληξιν, <lb/>ὥσπερ καὶ ταῖς μελίτταις. Καὶ ἔστ’ ἂν νύμφαι ὦσιν, <lb/>ἀκινητίζουσι
							καὶ ἐπαλήλιπται ὁ κύτταρος. Καταντικρὺ δ’ <lb/>ἐν τῷ κυττάρῳ τοῦ γόνου ὅσον σταλαγμὸς
							ἐγγίνεται <lb/>μέλιτος ἐν τοῖς τῆς ἀνθρήνης κηρίοις. Γίνονται δ’ αἱ <lb/>σχάδονες οὐκ
							ἐν τῷ ἔαρι τούτων, ἀλλ’ ἐν τῷ μετοπώρῳ· <lb/>τὴν δ’ αὔξησιν ἐπίδηλον λαμβάνουσι
							μάλιστ’ ἐν ταῖς πανσελήνοις. <lb/>Ἔχεται δὲ καὶ ὁ γόνος καὶ οἱ σκώληκες οὐ κάτωθεν
							<lb/>τοῦ κυττάρου, ἀλλ’ ἐκ τῶν πλαγίων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="24">
						<p>Ἔνια δὲ τῶν βομβυκίων πρὸς λίθῳ ἢ τοιούτῳ τινὶ ποιοῦσι <lb/>πήλινον ὀξύ, ὥσπερ οἱ
							ἅλες καταλείφονται· τοῦτο δὲ <pb n="173"/> σφόδρα παχὺ καὶ σκληρόν· λόγχῃ γὰρ μόλις
							διαιροῦσιν. <lb/>Ἐνταῦθα δὲ τίκτουσι, καὶ γίνεται σκωλήκια λευκὰ ἐν <lb/>ὑμένι μέλανι.
							Χωρὶς δὲ τοῦ ὑμένος ἐν τῷ πηλῷ ἐγγίνεται <lb/>κηρός· οὗτος δ’ ὁ κηρὸς πολύ ἐστιν
							ὠχρότερος τοῦ τῶν <lb/>μελιττῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="25">
						<p>Ὀχεύονται δὲ καὶ οἱ μύρμηκες καὶ τίκτουσι σκωλήκια, ἃ <lb/>οὐ προσπέφυκεν οὐδενί·
							αὐξανόμενα δὲ ταῦτα ἐκ μικρῶν <lb/>καὶ στρογγύλων τὸ πρῶτον μακρὰ γίνεται καὶ
							διαρθροῦται· <lb/>ἡ δὲ γένεσίς ἐστι τούτοις τοῦ ἔαρος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="26">
						<p>Τίκτουσι δὲ καὶ οἱ <lb/>σκορπίοι οἱ χερσαῖοι σκωλήκια ᾠοειδῆ πολλά, καὶ ἐπῳάζουσιν.
							<lb/>Ὅταν δὲ τελειωθῇ, ἐκβάλλονται, ὥσπερ οἱ ἀράχναι, <lb/>καὶ ἀπόλλυνται ὑπὸ τῶν
							τέκνων· πολλάκις γὰρ γίγνονται <lb/>περὶ ἕνδεκα τὸν ἀριθμόν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="27">
						<p>Τὰ δ’ ἀράχνια ὀχεύεται μὲν πάντα τὸν εἰρημένον τρόπον, <lb/>γεννᾷ δὲ σκωλήκια μικρὰ
							πρῶτον· ὅλα γὰρ μεταβάλλοντα <lb/>γίνεται ἀράχνια, καὶ οὐκ ἐκ μέρους, ἐπεὶ
							<lb/>στρογγύλα ἐστὶ κατ’ ἀρχάς· ὅταν δὲ τέκῃ, ἐπῳάζει τε καὶ <lb/>ἐν τρισὶν ἡμέραις
							διαρθροῦται. Τίκτει δὲ πάντα μὲν ἐν <lb/>ἀραχνίῳ, ἀλλὰ τὰ μὲν ἐν λεπτῷ καὶ μικρῷ, τὰ
							δ’ ἐν παχεῖ, <lb/>καὶ τὰ μὲν ὅλως ἐν κύτει στρογγύλῳ, τὰ δὲ μέχρι τινὸς
							<lb/>περιέχεται ὑπὸ τοῦ ἀραχνίου. Οὐχ ἅμα δὲ πάντα ἀράχνια <lb/>γίνεται· πηδᾷ δ’ εὐθὺς
							καὶ ἀφίησιν ἀράχνιον. Ὁ δὲ χυμὸς <lb/>ὅμοιος ἐν τοῖς σκώληξι θλιβομένοις καὶ ἐν αὐτοῖς
							νέοις οὖσι, <lb/>παχὺς καὶ λευκός. Αἱ δὲ λειμώνιαι ἀράχναι προαποτίκτουσιν <lb/>εἰς
							ἀράχνιον, οὗ τὸ μὲν ἥμισυ πρὸς αὐταῖς ἐστί, τὸ δ’ <lb/>ἥμισυ ἔξω· καὶ ἐν τούτῳ
							ἐπῳάζουσαι ζῳοποιοῦσιν. Τὰ δὲ <pb n="174"/> φαλάγγια τίκτει εἰς γύργαθον πλεξάμενα
							παχύν, ἐφ’ ᾧ <lb/>ἐπῳάζουσιν. Τίκτουσι δ’ αἱ μὲν γλαφυραὶ ἐλάττω τὸ πλῆθος, <lb/>τὰ δὲ
							φαλάγγια πολὺ πλῆθος· καὶ αὐξηθέντα περιέχει <lb/>κύκλῳ τὸ φαλάγγιον, καὶ ἀποκτείνει
							τὴν τεκοῦσαν ἐκβάλλοντα, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ τὸν ἄρρενα, ἐὰν λάβωσιν· συνεπῳάζει
							<lb/>γὰρ τῇ θηλείᾳ. Ἐνίοτε δὲ τὸ πλῆθος γίνονται <lb/>καὶ τριακόσια περὶ ἓν φαλάγγιον.
							Ἐκ δὲ μικρῶν τέλειοι <lb/>οἱ ἀράχναι γίνονται περὶ τὰς ἑπτάδας τὰς τέτταρας. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="28">
						<p>Αἱ δ’ ἀκρίδες ὀχεύονται μὲν τὸν αὐτὸν τρόπον τοῖς ἄλλοις <lb/>ἐντόμοις, ἐπιβαίνοντος
							τοῦ ἐλάττονος ἐπὶ τὸ μεῖζον <lb/>(τὸ γὰρ ἄρρεν ἔλαττόν ἐστι), τίκτουσι δ’ εἰς τὴν γῆν
							καταπήξασαι <lb/>τὸν πρὸς τῇ κέρκῳ καυλόν, ὃν οἱ ἄρρενες οὐκ ἔχουσιν. <lb/>Ἀθρόαι δὲ
							τίκτουσι καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τόπον, <lb/>ὥστε εἶναι καθαπερεὶ κηρίον. Εἶθ’ ὅταν
							τέκωσιν, ἐνταῦθα <lb/>γίνονται σκώληκες ᾠοειδεῖς, οἳ περιλαμβάνονται ὑπό τινος γῆς
							<lb/>λεπτῆς ὥσπερ ὑμένος· ἐκ ταύτης δ’ ἐκπέττονται. Γίνεται <lb/>δὲ μαλακὰ τὰ κυήματα
							οὕτως ὥστ’ ἄν τις ἅψηται συνθλίβεσθαι. <lb/>Ταῦτα δ’ οὐκ ἐπιπολῆς ἀλλὰ μικρὸν ὑπὸ γῆς
							ἐστίν. <lb/>Ὅταν δὲ πεφθῶσιν, ἐκδύνουσιν ἐκ τοῦ γεοειδοῦς τοῦ περιέχοντος <lb/>ἀκρίδες
							μικραὶ καὶ μέλαιναι· εἶτα περιρρήγνυται <lb/>αὐταῖς τὸ δέρμα, καὶ γίνονται εὐθὺς
							μείζους. Τίκτουσι δὲ <lb/>λήγοντος τοῦ θέρους, καὶ τεκοῦσαι ἀποθνήσκουσιν· ἅμα γὰρ
							<lb/>τικτούσαις σκώληκες ἐγγίνονται περὶ τὸν τράχηλον. Καὶ <lb/>οἱ ἄρρενες δὲ
							ἀποθνήσκουσι περὶ τὸν αὐτὸν χρόνον. Ἐκδύνουσι <lb/>δ’ ἐκ τῆς γῆς τοῦ ἔαρος. Οὐ
							γίνονται δ’ ἀκρίδες <pb n="175"/> οὔτ’ ἐν τῇ ὀρεινῇ οὔτ’ ἐν τῇ λυπρᾷ, ἀλλ’ ἐν τῇ
							πεδιάδι καὶ <lb/>κατερρωγυίᾳ· ἐν ταῖς ῥωγμαῖς γὰρ ἐκτίκτουσιν. Διαμένει <lb/>δὲ τὰ ᾠὰ
							τὸν χειμῶνα ἐν τῇ γῇ· ἅμα δὲ τῷ θέρει γίνονται <lb/>ἐκ τῶν περυσινῶν κυημάτων ἀκρίδες.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="29">
						<p>Ὁμοίως δὲ τίκτουσι καὶ οἱ ἀττέλαβοι, καὶ τεκόντες <lb/>ἀποθνήσκουσιν. Φθείρεται δ’
							αὐτῶν τὰ ᾠὰ ὑπὸ τῶν μετοπωρινῶν <lb/>ὑδάτων, ὅταν πολλὰ γένηται· ἂν δ’ αὐχμὸς συμβῇ,
							<lb/>τότε γίνονται μᾶλλον πολλοὶ οἱ ἀττέλαβοι διὰ τὸ μὴ <lb/>φθείρεσθαι ὁμοίως, ἐπεὶ
							ἄτακτός γε δοκεῖ ἡ φθορὰ αὐτῶν, <lb/>καὶ γίνεσθαι ὅπως αν τύχῃ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="30">
						<p>Τῶν δὲ τεττίγων γένη μέν ἐστι δύο, οἱ μὲν μικροί, οἳ <lb/>πρῶτοι φαίνονται καὶ
							τελευταῖοι ἀπόλλυνται, οἱ δὲ μεγάλοι, <lb/>οἱ ᾄδοντες, οἳ καὶ ὕστερον γίνονται καὶ
							πρότερον <lb/>ἀπόλλυνται. Ὁμοίως δ’ ἔν τε τοῖς μικροῖς καὶ τοῖς μεγάλοις <lb/>οἱ μὲν
							διῃρημένοι εἰσὶ τὸ ὑπόζωμα, οἱ ᾄδοντες, οἱ δὲ <lb/>ἀδιαίρετοι, οἱ οὐκ ᾄδοντες. Καλοῦσι
							δέ τινες τοὺς μὲν <lb/>μεγάλους καὶ ᾄδοντας ἀχέτας, τοὺς δὲ μικροὺς τεττιγόνια·
							<lb/>ᾄδουσι δὲ μικρὸν καὶ τούτων οἱ διῃρημένοι. Οὐ γίνονται δὲ <lb/>τέττιγες ὅπου μὴ
							δένδρα ἐστίν· διὸ καὶ ἐν Κυρήνῃ οὐ γίνονται <lb/>ἐν τῷ πεδίῳ, περὶ δὲ τὴν πόλιν
							πολλοί, μάλιστα δ’ οὗ <lb/>ἐλαῖαι· οὐ γὰρ γίνονται παλίνσκιοι. Ἐν γὰρ τοῖς ψυχροῖς οὐ
							<lb/>γίνονται τέττιγες, διὸ οὐδ’ ἐν τοῖς συσκίοις ἄλσεσιν. Ὀχεύονται <lb/>δ’ ὁμοίως οἱ
							μεγάλοι ἀλλήλοις καὶ οἱ μικροί, ὕπτιοι <lb/>συνδυαζόμενοι πρὸς ἀλλήλους· ἐναφίησι δ’ ὁ
							ἄρρην εἰς τὴν <lb/>θήλειαν, ὥσπερ καὶ τἆλλα ἔντομα. Ἔχει δὲ καὶ ἡ θήλεια <lb/>αἰδοῖον
							ἐσχισμένον· θήλεια δ’ ἐστὶν εἰς ἣν ἀφίησιν ὁ ἄρρην. <pb n="176"/> Τίκτουσι δ’ ἐν τοῖς
							ἀργοῖς, τρυπῶντες ᾧ ἔχουσιν ὄπισθεν <lb/>ὀξεῖ, καθάπερ καὶ οἱ ἀττέλαβοι· καὶ γὰρ οἱ
							ἀττέλαβοι <lb/>τίκτουσιν ἐν τοῖς ἀργοῖς, διὸ πολλοὶ ἐν τῇ Κυρηναίᾳ <lb/>γίνονται.
							Ἐντίκτουσι δὲ καὶ ἐν τοῖς καλάμοις ἐν οἷς <lb/>ἱστᾶσι τὰς ἀμπέλους· διατρυπῶντες τοὺς
							καλάμους, καὶ <lb/>ἐν τοῖς τῆς σκίλλης καυλοῖς. Ταῦτα δὲ τὰ κυήματα καταρρεῖ <lb/>εἰς
							τὴν γῆν. Γίνονται δὲ πολλοὶ ὅταν ἐπομβρία <lb/>γένηται. Ὁ δὲ σκώληξ αὐξηθεὶς ἐν τῇ γῇ
							γίνεται τεττιγομήτρα· <lb/>καὶ εἰσὶ τότε ἥδιστοι, πρὶν περιρραγῆναι τὸ <lb/>κέλυφος.
							Ὅταν δ’ ἡ ὥρα ἔλθῃ περὶ τροπάς, ἐξέρχονται νύκτωρ, <lb/>καὶ εὐθὺς ῥήγνυταί τε τὸ
							κέλυφος καὶ γίνονται τέττιγες <lb/>ἐκ τῆς τεττιγομήτρας, καὶ γίνονται μέλανες καὶ
							<lb/>σκληρότεροι εὐθὺς καὶ μείζους, καὶ ᾄδουσιν. Εἰσὶ δ’ ἄρρενες <lb/>μὲν οἱ ᾄδοντες
							ἐν ἀμφοτέροις τοῖς γένεσι, θήλεις δ’ οἱ ἕτεροι. <lb/>Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἡδίους οἱ
							ἄρρενες, μετὰ δὲ τὴν ὀχείαν αἱ <lb/>θήλειαι· ἔχουσι γὰρ ᾠὰ λευκά. Ἀναπετόμεναι δ’ ὅταν
							<lb/>σοβήσῃ τις, ἀφιᾶσιν ὑγρὸν οἷον ὕδωρ, ὃ λέγουσιν οἱ <lb/>γεωργοὶ ὡς κατουρούντων
							καὶ ἐχόντων περίττωμα καὶ τρεφομένων <lb/>τῇ δρόσῳ. Ἐὰν δέ τις κινῶν τὸν δάκτυλον
							προσίῃ <lb/>ἀπ’ ἄκρου ἐπικάμπτων τε καὶ ἐκτείνων πάλιν, μᾶλλον <lb/>ὑπομένουσιν ἢ ἐὰν
							εὐθὺς ἐκτείνας, καὶ ἀναβαίνουσιν ἐπὶ τὸν <lb/>δάκτυλον· διὰ τὸ ἀμυδρῶς γὰρ ὁρᾶν ὡς ἐπὶ
							φύλλον ἀναβαίνουσι <lb/>κινούμενον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="31">
						<p>Τῶν δ’ ἐντόμων ὅσα σαρκοφάγα μὲν μή ἐστι, ζῇ δὲ <pb n="177"/> χυμοῖς σαρκὸς ζώσης,
							οἷον οἵ τε φθεῖρες καὶ αἱ ψύλλαι <lb/>καὶ κόρεις, ἐκ μὲν τῆς ὀχείας πάντα γεννᾷ τὰς
							καλουμένας <lb/>κόνιδας, ἐκ δὲ τούτων ἕτερον οὐθὲν γίνεται πάλιν. Αὐτῶν δὲ
							<lb/>γίνονται τούτων αἱ μὲν ψύλλαι ἐξ ἐλαχίστης σηπεδόνος (ὅπου <lb/>γὰρ ἂν κόπρος
							ξηρὰ γένηται, ἐνταῦθα συνίστανται), αἱ δὲ <lb/>κόρεις ἐκ τῆς ἰκμάδος τῆς ἀπὸ τῶν ζῴων
							συνισταμένης ἐκτός, <lb/>οἱ δὲ φθεῖρες ἐκ τῶν σαρκῶν. Γίνονται δ’ ὅταν μέλλωσιν,
							<lb/>οἷον ἴονθοι μικροί, οὐκ ἔχοντες πύον· τούτους ἄν τις κεντήσῃ, <lb/>ἐξέρχονται
							φθεῖρες. Ἐνίοις δὲ τοῦτο συμβαίνει τῶν ἀνθρώπων <lb/>νόσημα, ὅταν ὑγρασία πολλὴ ἐν τῷ
							σώματι ᾖ· καὶ διεφθάρησάν <lb/>τινες ἤδη τοῦτον τὸν τρόπον, ὥσπερ Ἀλκμᾶνά <lb/>τέ φασι
							τὸν ποιητὴν καὶ Φερεκύδην τὸν Σύριον. Καὶ ἐν <lb/>νόσοις δέ τισι γίνεται πλῆθος
							φθειρῶν. Ἔστι δὲ γένος <lb/>φθειρῶν οἳ καλοῦνται ἄγριοι, καὶ σκληρότεροι τῶν ἐν τοῖς
							<lb/>πολλοῖς γιγνομένων· εἰσὶ δ’ οὗτοι καὶ δυσαφαίρετοι ἀπὸ <lb/>τοῦ χρωτός. Παισὶ μὲν
							οὖν οὖσιν αἱ κεφαλαὶ γίνονται <lb/>φθειρώδεις, τοῖς δ’ ἀνδράσιν ἧττον. Γίνονται δὲ καὶ
							αἱ γυναῖκες <lb/>τῶν ἀνδρῶν μᾶλλον φθειρώδεις. Ὅσοις δ’ ἂν ἐγγίνωνται <lb/>ἐν τῇ
							κεφαλῇ, ἧττον πονοῦσι τὰς κεφαλάς. Ἐγγίνονται <lb/>δὲ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἐν πολλοῖς
							φθεῖρες. Καὶ <lb/>γὰρ οἱ ὄρνιθες ἔχουσι, καὶ οἱ καλούμενοι φασιανοὶ ἐὰν μὴ
							<lb/>κονιῶνται, διαφθείρονται ὑπὸ τῶν φθειρῶν. Καὶ τῶν ἄλλων <lb/>δὲ ὅσα πτερὰ ἔχει,
							τῶν ἐχόντων καυλὸν καὶ τῶν ἐχόντων <lb/>τρίχας. Πλὴν ὄνος οὐκ ἔχει οὔτε φθεῖρας οὔτε
							κρότωνας. <lb/>Οἱ δὲ βόες ἔχουσιν ἄμφω· τὰ δὲ πρόβατα καὶ αἶγες κρότωνας, <lb/>φθεῖρας
							δ’ οὐκ ἔχουσιν· καὶ αἱ ὕες φθεῖρας μεγάλους καὶ <pb n="178"/> σκληρούς. Ἐν δὲ τοῖς
							κυσὶν οἱ καλούμενοι γίνονται κυνοραῖσται. <lb/>Πάντες δ’ οἱ φθεῖρες ἐν τοῖς ἔχουσιν ἐξ
							αὐτῶν γίνονται <lb/>τῶν ζῴων. Γίνονται δ’ οἱ φθεῖρες μᾶλλον ὅταν μεταβάλλωσι <lb/>τὰ
							ὕδατα οἷς λούονται, ὅσα ἔχει τῶν λουομένων φθεῖρας. <lb/>Ἐν δὲ τῇ θαλάττῃ γίνονται μὲν
							ἐν τοῖς ἰχθύσι φθεῖρες, οὗτοι <lb/>δ’ οὐκ ἐξ αὐτῶν τῶν ἰχθύων ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰλύος· εἰσὶ
							δὲ τὰς <lb/>ὄψεις ὅμοιοι τοῖς ὄνοις τοῖς πολύποσι, πλὴν τὴν οὐρὰν <lb/>ἔχουσι
							πλατεῖαν. Ἕν δ’ εἶδός ἐστι τῶν φθειρῶν τῶν <lb/>θαλαττίων, καὶ γίνονται πανταχοῦ,
							μάλιστα δὲ περὶ τὰς <lb/>τρίγλας. Πάντα δὲ πολύποδα ταῦτ’ ἐστὶ καὶ ἄναιμα <lb/>τὰ
							ἔντομα. Ὁ δὲ τῶν θύννων οἶστρος γίνεται μὲν περὶ <lb/>τὰ πτερύγια, ἔστι δ’ ὅμοιος τοῖς
							σκορπίοις, καὶ τὸ μέγεθος <lb/>ἡλίκος ἀράχνης. Ἐν δὲ τῇ θαλάττῃ τῇ ἀπὸ Κυρήνης
							<lb/>πρὸς Αἴγυπτον ἔστι περὶ τὸν δελφῖνα ἰχθὺς ὃν καλοῦσι <lb/>φθεῖρα· ὃς γίνεται
							πάντων πιότατος διὰ τὸ ἀπολαύειν τροφῆς <lb/>ἀφθόνου θηρεύοντος τοῦ δελφῖνος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="32">
						<p>Γίνεται δὲ καὶ ἄλλα ζῳδάρια, ὥσπερ ἐλέχθη καὶ πρότερον, <lb/>τὰ μὲν ἐν ἐρίοις καὶ ὅσα
							ἐξ ἐρίων ἐστίν, οἷον οἱ <lb/>σῆτες, οἳ ἐμφύονται μᾶλλον ὅταν κονιορτώδη ᾖ τὰ ἔρια,
							<lb/>μάλιστα δὲ γίνονται ἂν ἀράχνης συγκατακλεισθῇ· ἐκπίνων <lb/>γάρ, ἐάν τι ἐνῇ
							ὑγρόν, ξηραίνει. Γίνεται δὲ καὶ ἐν χιτῶνι <lb/>ὁ σκώληξ οὗτος. Καὶ ἐν κηρῷ δὲ γίνεται
							παλαιουμένῳ, <lb/>ὥσπερ ἐν ξύλῳ ζῷον, ὃ δὴ δοκεῖ ἐλάχιστον εἶναι τῶν <lb/>ζῴων πάντων
							καὶ καλεῖται ἀκαρί, λευκὸν καὶ μικρόν. Καὶ <lb/>ἐν τοῖς βιβλίοις ἄλλα γίνεται, τὰ μὲν
							ὅμοια τοῖς ἐν τοῖς <lb/>ἱματίοις, τὰ δὲ τοῖς σκορπίοις ἄνευ τῆς οὐρᾶς, μικρὰ πάμπαν·
							<lb/>καὶ ὅλως ἐν πᾶσιν ὡς εἰπεῖν, ἔν τε τοῖς ξηροῖς ὑγραινομένοις <pb n="179"/> καὶ ἐν
							τοῖς ὑγροῖς ξηραινομένοις, ὅσα ἔχει αὐτῶν <lb/>ζωήν. Ἔστι δέ τι σκωλήκιον ὃ καλεῖται
							ξυλοφθόρον, <lb/>οὐθενὸς ἧττον ἄτοπον τῶν ζῴων. Ἡ μὲν γὰρ κεφαλὴ <lb/>ἔξω τοῦ κελύφους
							προέρχεται ποικίλη, καὶ οἱ πόδες ἐπ’ <lb/>ἄκρου, ὥσπερ τοῖς ἄλλοις σκώληξιν, ἐν χιτῶνι
							δὲ τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα ἀραχνιώδει, καὶ περὶ αὐτὸ κάρφη, ὥστε δοκεῖν προσέχεσθαι
							<lb/>βαδίζοντι· ταῦτα δὲ σύμφυτα τῷ χιτῶνί ἐστιν, <lb/>ὥσπερ κοχλίᾳ τὸ ὄστρακον, οὕτω
							τὸ ἅπαν τῷ σκώληκι, <lb/>καὶ οὐκ ἀποπίπτει ἀλλ’ ἀποσπᾶται ὥσπερ προσπεφυκότα· <lb/>καὶ
							ἐάν τις τὸν χιτῶνα περιέλῃ, ἀποθνήσκει καὶ γίνεται <lb/>ὁμοίως ἀχρεῖος ὥσπερ ὁ κοχλίας
							περιαιρεθέντος τοῦ ὀστράκου. <lb/>Χρόνου δὲ προϊόντος γίνεται καὶ οὗτος ὁ σκώληξ
							<lb/>χρυσαλλὶς ὥσπερ αἱ κάμπαι, καὶ ζῇ ἀκινητίζων· ὅ τι δ’ <lb/>ἐξ αὐτοῦ γίνεται τῶν
							πτερωτῶν ζῴων, οὔπω συνῶπται. Οἱ <lb/>δ’ ἐρινεοὶ οἱ ἐν τοῖς ἐρινεοῖς ἔχουσι τοὺς
							καλουμένους <lb/>ψῆνας. Γίνεται δὲ τοῦτο πρῶτον σκωλήκιον, εἶτα περιρραγέντος <lb/>τοῦ
							δέρματος ἐκπέτεται τοῦτο ἐγκαταλιπὼν <lb/>ὁ ψήν, καὶ εἰσδύεται εἰς τὰ τῶν συκῶν ἐρινᾶ,
							καὶ διὰ <lb/>στομάτων ποιεῖ μὴ ἀποπίπτειν τὰ ἐρινᾶ· διὸ περιάπτουσί <lb/>τε τὰ ἐρινᾶ
							πρὸς τὰς συκᾶς οἱ γεωργοί, καὶ φυτεύουσι <lb/>πλησίον ταῖς συκαῖς ἐρινεούς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="33">
						<p>Τῶν δὲ τετραπόδων καὶ ἐναίμων καὶ ᾠοτόκων αἱ μὲν <lb/>γενέσεις εἰσὶ τοῦ ἔαρος,
							ὀχεύεται δ’ οὐ πάντα τὴν αὐτὴν <lb/>ὥραν, ἀλλὰ τὰ μὲν ἔαρος τὰ δὲ θέρους τὰ δὲ περὶ τὸ
							μετόπωρον, <lb/>ὡς ἑκάστοις πρὸς τὴν γένεσιν τῶν ἐκγόνων ἡ ἐπιοῦσα <pb n="180"/> ὥρα
							συμφέρει. Ἡ μὲν οὖν χελώνη τίκτει ᾠὰ σκληρόδερμα <lb/>καὶ δίχροα ὥσπερ τὰ τῶν ὀρνίθων,
							τεκοῦσα δὲ <lb/>κατορύττει καὶ τὸ ἄνω ποιεῖ ἐπίκροτον· ὅταν δὲ τοῦτο <lb/>ποιήσῃ,
							φοιτῶσα ἐπῳάζει ἄνωθεν· ἐκλέπεται δὲ τὰ ᾠὰ τῷ <lb/>ὑστέρῳ ἔτει. Ἡ δ’ ἑμὺς ἐξιοῦσα ἐκ
							τοῦ ὕδατος τίκτει, <lb/>ὀρύξασα βόθυνον πιθώδη, καὶ ἐντεκοῦσα καταλείπει· ἐάσασα
							<lb/>δ’ ἡμέρας ἐλάττους ἢ τριάκοντα ἀνορύττει καὶ ἐκλέπει <lb/>ταχύ, καὶ ἀπάγει τοὺς
							νεοττοὺς εὐθὺς εἰς τὸ ὕδωρ. Τίκτουσι <lb/>δὲ καὶ αἱ θαλάττιαι χελῶναι ἐν τῇ γῇ ᾠὰ
							ὅμοια <lb/>τοῖς ὄρνισι τοῖς ἡμέροις, καὶ κατορύξασαι ἐπῳάζουσι τὰς <lb/>νύκτας.
							Τίκτουσι δὲ πολὺ πλῆθος ᾠῶν· καὶ γὰρ εἰς <lb/>ἑκατὸν τίκτουσιν ᾠά. Τίκτουσι δὲ καὶ
							σαῦροι καὶ κροκόδειλοι <lb/>οἱ χερσαῖοι καὶ οἱ ποτάμιοι εἰς τὴν γῆν. Ἐκλέπεται <lb/>δὲ
							τὰ τῶν σαύρων αὐτόματα ἐν τῇ γῇ· οὐ γὰρ διετίζει <lb/>ὁ σαῦρος· λέγεται γὰρ ἕκμηνος
							εἶναι βίος σαύρας. <lb/>Ὁ δὲ ποτάμιος κροκόδειλος τίκτει μὲν ᾠὰ πολλά, τὰ πλεῖστα
							<lb/>περὶ ἑξήκοντα, λευκὰ τὴν χρόαν, καὶ ἐπικάθηται δ’ <lb/>ἡμέρας ἑξήκοντα (καὶ γὰρ
							καὶ βιοῖ χρόνον πολύν), ἐξ <lb/>ἐλαχίστων δ’ ᾠῶν ζῷον μέγιστον γίνεται ἐκ τούτων· τὸ
							<lb/>μὲν γὰρ ᾠὸν οὐ μεῖζόν ἐστι χηνείου, καὶ ὁ νεοττὸς τούτου <lb/>κατὰ λόγον,
							αὐξανόμενος δὲ γίνεται καὶ ἑπτακαίδεκα <lb/>πήχεων. Λέγουσι δέ τινες ὅτι καὶ αὐξάνεται
							ἕως ἂν ζῇ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="34">
						<p>Τῶν δὲ ὄφεων ὁ μὲν ἔχις ζῳοτοκεῖ ἔξω, ἐν αὑτῷ πρῶτον <lb/>ᾠοτοκήσας· τὸ δ’ ᾠόν, ὥσπερ
							τῶν ἰχθύων, μονόχρουν ἐστὶ <lb/>καὶ μαλακόδερμον. Ὁ δὲ νεοττὸς ἄνω ἐπιγίνεται, καὶ οὐ
								<pb n="181"/> περιέχει φλοιὸς ὀστρακώδης, ὥσπερ οὐδὲ τὰ τῶν ἰχθύων. <lb/>Τίκτει δὲ
							μικρὰ ἐχίδια ἐν ὑμέσιν, οἳ περιρρήγνυνται τριταῖοι· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ ἔσω
							διαφαγόντα αὐτὰ ἐξέρχεται. <lb/>Τίκτει δ’ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καθ’ ἕν, τίκτει δὲ πλείω ἢ
							εἴκοσιν· <lb/>οἱ δ’ ἄλλοι ὄφεις ᾠοτοκοῦσιν ἔξω, τὰ δ’ ᾠὰ ἀλλήλοις συνεχῆ <lb/>ἐστὶν
							ὥσπερ αἱ τῶν γυναικῶν ὑποδερίδες· ὅταν δὲ τέκῃ <lb/>εἰς τὴν γῆν, ἐπῳάζει. Ἐκλέπεται δὲ
							καὶ ταῦτα τῷ <lb/>ὑστέρῳ ἔτει. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="6">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Ζ.</head>
						<p>Αἱ μὲν οὖν τῶν ὄφεων καὶ τῶν ἐντόμων γενέσεις, ἔτι <lb/>δὲ τῶν τετραπόδων καὶ
							ᾠοτόκων, τοῦτον ἔχουσι τὸν τρόπον. <lb/>Οἱ δ’ ὄρνιθες ᾠοτοκοῦσι μὲν ἅπαντες, ἡ δ’ ὥρα
							τῆς <lb/>ὀχείας καὶ οἱ τόκοι οὐ πᾶσιν ὁμοίως ἔχουσιν. Τὰ μὲν <lb/>γὰρ καὶ ὀχεύεται καὶ
							τίκτει κατὰ πάντα τὸν χρόνον ὡς <lb/>εἰπεῖν, οἷον ἀλεκτορὶς καὶ περιστερά, ἡ μὲν
							ἀλεκτορὶς ὅλον <lb/>τὸν ἐνιαυτὸν ἔξω δύο μηνῶν τῶν ἐν τῷ χειμῶνι τροπικῶν. <lb/>Πλῆθος
							δὲ τίκτουσιν ἔνιαι καὶ τῶν γενναίων πρὸ ἐπῳασμοῦ <lb/>καὶ ἑξήκοντα· καίτοι ἧττον
							πολυτόκοι αἱ γενναῖαι τῶν <lb/>ἀγεννῶν εἰσίν. Αἱ δὲ Ἀδριαναὶ ἀλεκτορίδες εἰσὶ· μὲν
							μικραὶ <lb/>τὸ μέγεθος, τίκτουσι δ’ ἀν’ ἑκάστην ἡμέραν· εἰσὶ δὲ <lb/>χαλεπαί, καὶ
							κτείνουσι τοὺς νεοττοὺς πολλάκις· χρώματα <lb/>δὲ παντοδαπὰ ἔχουσιν. Τίκτουσι δὲ καὶ
							οἰκογενεῖς ἔνιαι <lb/>δὶς τῆς ἡμέρας· ἤδη δέ τινες λίαν πολυτοκήσασαι ἀπέθανον
							<lb/>διὰ ταχέων. Αἱ μὲν οὖν ἀλεκτορίδες τίκτουσιν, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, συνεχῶς·
							περιστερὰ δὲ καὶ φάττα καὶ τρυγὼν καὶ <lb/>οἰνὰς διτοκοῦσι μέν, ἀλλ’ αἱ περιστεραὶ καὶ
							δεκάκις τοῦ <pb n="182"/> ἐνιαυτοῦ τίκτουσιν. Οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν ὀρνίθων τίκτουσι
							<lb/>τὴν ἐαρινὴν ὥραν, καὶ εἰσὶν οἱ μὲν πολύγονοι αὐτῶν, πολύγονοι <lb/>δὲ διχῶς, οἱ
							μὲν τῷ πολλάκις, ὥσπερ αἱ περιστεραί, <lb/>οἱ δὲ τῷ πολλά, ὥσπερ αἱ ἀλεκτορίδες. Τὰ δὲ
							γαμψώνυχα <lb/>πάντα ὀλιγόγονά ἐστιν, ἔξω κεγχρίδος· αὕτη δὲ <lb/>πλεῖστα τίκτει τῶν
							γαμψωνύχων. Ὦπται μὲν οὖν καὶ <lb/>τέτταρα ἤδη, τίκτει δὲ καὶ πλείω. Τίκτουσι δὲ τὰ
							μὲν <lb/>ἄλλα ἐν νεοττιαῖς, τὰ δὲ μὴ πτητικὰ οὐκ ἐν νεοττιαῖς, <lb/>οἷον αἵ τε
							πέρδικες καὶ οἱ ὄρτυγες, ἀλλ’ ἐν τῇ γῇ, ἐπηλυγαζόμενα <lb/>ὕλην. Ὡσαύτως δὲ καὶ
							κόρυδος καὶ τέτριξ. <lb/>Ταῦτα μὲν οὖν ὑπηνέμους ποιεῖται τὰς νεοττεύσεις· ὃν δ’ οἱ
							<lb/>Βοιωτοὶ καλοῦσιν εἴροπα, εἰς τὰς ὀπὰς ἐν τῇ γῇ καταδυόμενος <lb/>νεοττεύει μόνος.
							Αἱ δὲ κίχλαι νεοττιὰν μὲν <lb/>ποιοῦνται ὥσπερ αἱ χελιδόνες ἐκ πηλοῦ ἐπὶ τοῖς ὑψηλοῖς
							<lb/>τῶν δένδρων, ἐφεξῆς δὲ ποιοῦσιν ἀλλήλαις καὶ ἐχομένας, ὥστ’ <lb/>εἶναι διὰ τὴν
							συνέχειαν ὥσπερ ὁρμαθὸν νεοττιῶν. Ὁ δ’ <lb/>ἔποψ μόνος οὐ ποιεῖται νεοττιὰν τῶν καθ’
							ἑαυτὰ νεοττευόντων, <lb/>ἀλλ’ εἰσδυόμενος εἰς τὰ στελέχη ἐν τοῖς κοίλοι <lb/>αὐτῶν
							τίκτει, οὐδὲν συμφορούμενος· Ὁ δὲ κόκκυξ καὶ ἐν <lb/>οἰκίᾳ νεοττεύει καὶ ἐν πέτραις. Ἡ
							δὲ τέτριξ, ἣν καλοῦσιν <lb/>Ἀθηναῖοι οὔραγα, οὔτ’ ἐπὶ τῆς γῆς νεοττεύει οὔτ’ ἐπὶ τοῖς
							<lb/>δένδρεσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῖς χαμαιζήλοις φυτοῖς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Τὸ δ’ ᾠὸν ἁπάντων ὁμοίως τῶν ὀρνίθων σκληρόδερμόν <lb/>τ’ ἐστίν, ἐὰν γόνῳ γένηται καὶ
							μὴ διαφθαρῇ (ἔνια γὰρ <lb/>μαλακὰ τίκτουσιν αἱ ἀλεκτορίδες), καὶ δίχροα τὰ ᾠὰ τὰ <pb n="183"/> τῶν ὀρνίθων, ἐκτὸς μὲν τὸ λευκόν, ἐντὸς δὲ τὸ ὠχρόν. Διαφέρουσι <lb/>δὲ
							καὶ τὰ τῶν περὶ ποταμοὺς καὶ λίμνας γινομένων <lb/>ὀρνέων πρὸς τὰ τῶν ξηροβατικῶν·
							πολλαπλάσιον <lb/>γὰρ ἔχει τὰ τῶν ἐνύδρων κατὰ λόγον τὸ ὠχρὸν πρὸς τὸ <lb/>λευκόν. Καὶ
							τὰ χρώματα δὲ τῶν ᾠῶν διαφέρει κατὰ τὰ <lb/>γένη τῶν ὀρνίθων· τῶν μὲν γὰρ λευκά ἐστι
							τὰ ᾠά, οἷον <lb/>περιστερᾶς καὶ πέρδικος, τῶν δ’ ὠχρά, οἷον τῶν περὶ τὰς <lb/>λίμνας,
							τῶν δὲ κατεστιγμένα, οἷον τὰ τῶν μελεαγρίδων <lb/>καὶ φασιανῶν· τὰ δὲ τῆς κεγχρίδος
							ἐρυθρά ἐστιν ὥσπερ <lb/>μίλτος. Ἔχει δὲ τὸ ᾠὸν διαφοράν· τῇ μὲν γὰρ ὀξὺ τῇ <lb/>δὲ
							πλατύτερόν ἐστιν· ἐξιόντος δ’ ἡγεῖται τὸ πλατύ. Ἔστι <lb/>δὲ τὰ μὲν μακρὰ καὶ ὀξέα τῶν
							ᾠῶν θήλεα, τὰ δὲ στρογγύλα <lb/>καὶ περιφέρειαν ἔχοντα κατὰ τὸ ὀξὺ ἄρρενα. Ἐκπέττεται
							<lb/>μὲν οὖν ἐπῳαζόντων τῶν ὀρνίθων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ <lb/>αὐτόματα ἐν τῇ γῇ ὥσπερ ἐν
							Αἰγύπτῳ, κατορυττόντων <lb/>εἰς τὴν κόπρον· καὶ ἐν Συρακούσαις δὲ φιλοπότης τις
							<lb/>ὑποτιθέμενος ὑπὸ τὴν ψίαθον εἰς τὴν γῆν τοσοῦτον ἔπινεν, <lb/>ὡς φασί, χρόνον
							συνεχῶς, ἕως ἐκλέποι τὰ ᾠά. Ἤδη δὲ <lb/>καὶ κείμενα ἐν ἀγγείοις ἀλεεινοῖς ἐξεπέφθη καὶ
							ἐξῆλθεν <lb/>αὐτόματα. Ἡ μὲν οὖν γονὴ πάντων τῶν ὀρνίθων λευκή, <lb/>ὥσπερ καὶ τῶν
							ἄλλων ζῴων· ὅταν δ’ ὀχευθῇ, ἄνω πρὸς τὸ <lb/>ὑπόζωμα λαμβάνει ἡ θήλεια. Καὶ τὸ μὲν
							πρῶτον μικρὸν <lb/>καὶ λευκὸν φαίνεται, ἔπειτα ἐρυθρὸν καὶ αἱματῶδες, αὐξανόμενον
							<lb/>δὲ ὠχρὸν καὶ ξανθὸν ἅπαν· ὅταν δ’ ἤδη γίγνηται <lb/>ἁδρότερον, διακρίνεται, καὶ
							ἔσω μὲν τὸ ὠχρὸν ἔξω δὲ τὸ <lb/>λευκὸν περιίσταται. Ὅταν δὲ τελειωθῇ, ἀπολύεταί τε καὶ
								<pb n="184"/> ἐξέρχεται οὕτω τῷ καιρῷ ἐκ τοῦ μαλακὸν εἶναι μεταβάλλον <lb/>ἐπὶ τὸ
							σκληρόν, ὥστ’ ἐξέρχεται μὲν οὔπω πεπηγός, <lb/>ἐξελθὸν δ’ εὐθέως πήγνυται καὶ γίνεται
							σκληρόν, <lb/>ἐὰν μὴ ἐξίῃ νενοσηκός. Ἐφάνη δ’ ἤδη, οἷον ἔν τινι καιρῷ <lb/>γίνεται τὸ
							ᾠόν (ἅπαν γὰρ ὠχρὸν ὁμοίως ἐστίν, ὥσπερ <lb/>ὕστερον ὁ νεοττός), τοιαῦτα καὶ ἐν
							ἀλεκτρυόνι διαιρουμένῳ <lb/>ὑπὸ τὸ ὑπόζωμα, οὗπερ αἱ θήλειαι ἔχουσι τὰ ᾠά, τὸ <lb/>μὲν
							εἶδος ὠχρὰ ὅλα, τὸ δὲ μέγεθος ἡλίκα ᾠά· ἃν ἐν τέρατος <lb/>λόγῳ τιθέασιν. Οἱ δὲ
							λέγοντες ὅτι ὑπολείμματά ἐστι τὰ <lb/>ὑπηνέμια τῶν ἔμπροσθεν ἐξ ὀχείας γινομένων, οὐκ
							ἀληθῆ <lb/>λέγουσιν· ὦπται γὰρ ἱκανῶς ἤδη ἀνόχευτοι νεοττίδες ἀλεκτορίδων <lb/>καὶ
							χηνῶν τίκτουσαι ὑπηνέμια. Τὰ δ’ ᾠὰ τὰ ὑπηνέμια <lb/>ἐλάττω μὲν τῷ μεγέθει γίνεται καὶ
							ἧττον ἡδέα καὶ <lb/>ὑγρότερα τῶν γονίμων, πλήθει δὲ πλείω· ὑποτιθεμένων <lb/>δὲ τῇ
							ὄρνιθι οὐθὲν παχύνεται τὸ ὑγρόν, ἀλλὰ τό τε ὠχρὸν <lb/>διαμένει καὶ τὸ λευκὸν ὅμοια
							ὄντα. Γίνεται δ’ ὑπηνέμια <lb/>πολλῶν, οἷον ἀλεκτορίδος, πέρδικος, περιστερᾶς, ταῶνος,
							<lb/>χηνός, χηναλώπεκος. Ἐκλέπεται δ’ ἐπῳαζουσῶν ἐν τῷ <lb/>θέρει θᾶττον ἢ ἐν τῷ
							χειμῶνι· ἐν ὀκτωκαίδεκα γὰρ ἡμέραις <lb/>αἱ ἀλεκτορίδες ἐν τῷ θέρει ἐκλέπουσιν, ἐν δὲ
							τῷ χειμῶνι <lb/>ἐνίοτ’ ἐν πέντε καὶ εἴκοσιν. Διαφέρουσι μέντοι καὶ ὄρνιθες
							<lb/>ὀρνίθων τῷ ἐπῳαστικώτεραι εἶναι ἕτεραι ἑτέρων. Ἐὰν δὲ <lb/>βροντήσῃ ἐπῳαζούσης,
							διαφθείρεται τὰ ᾠά. Τὰ δὲ καλούμενα <lb/>ὑπό τινων κυνόσουσα καὶ οὔρια γίνεται τοῦ
							θέρους <pb n="185"/> μᾶλλον. Ζεφύρια δὲ καλεῖται τὰ ὑπηνέμια ὑπό τινων, ὅτι <lb/>ὑπὸ
							τὴν ἐαρινὴν ὥραν φαίνονται δεχόμεναι τὰ πνεύματα <lb/>αἱ ὄρνιθες· τοιοῦτον δὲ ποιοῦσι
							καὶ τῇ χειρί πως ψηλαφώμεναι. <lb/>Γίνεται δὲ τὰ ὑπηνέμια γόνιμα καὶ τὰ ἐξ ὀχείας
							<lb/>ἐνυπάρχοντα ἤδη μεταβάλλει τὸ γένος εἰς ἄλλο γένος, ἐὰν <lb/>πρὶν μεταβαλεῖν ἐκ
							τοῦ ὠχροῦ εἰς τὸ λευκὸν ὀχεύηται ἡ <lb/>τὰ ὑπηνέμια ἔχουσα ἢ τὰ γόνῳ εἰλημμένα ἐξ
							ἑτέρου ὄρνιθος· <lb/>καὶ γίνεται τὰ μὲν ὑπηνέμια γόνιμα, τὰ δὲ προϋπάρχοντα <lb/>κατὰ
							τὸν ὕστερον ὀχεύοντα ὄρνιθα. Ἂν δ’ ἤδη <lb/>μεταβαλλόντων εἰς τὸ λευκόν, οὐθὲν
							μεταβάλλει οὔτε τὰ <lb/>ὑπηνέμια ὥστε γίνεσθαι γόνιμα, οὔτε τὰ γόνῳ κυούμενα <lb/>ὥστε
							μεταβάλλειν εἰς τὸ τοῦ ὀχεύοντος γένος. Καὶ ἐὰν <lb/>ὑπαρχόντων δὲ μικρῶν διαλείπῃ ἡ
							ὀχεία, οὐθὲν ἐπαυξάνεται <lb/>τὰ προϋπάρχοντα· ἐὰν δὲ πάλιν ὀχεύηται, ταχεῖα
							<lb/>γίνεται ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸ μέγεθος. Ἔχει δὲ φύσιν τοῦ <lb/>ᾠοῦ τὸ ὠχρὸν καὶ τὸ
							λευκὸν ἐναντίαν οὐ μόνον τῷ χρώματι <lb/>ἀλλὰ καὶ τῇ δυνάμει· τὸ μὲν γὰρ ὠχρὸν ὑπὸ τοῦ
							<lb/>ψύχους πήγνυται, τὸ δὲ λευκὸν οὐ πήγνυται ἀλλ’ ὑγραίνεται <lb/>μᾶλλον· ὑπὸ δὲ τοῦ
							πυρὸς τὸ μὲν λευκὸν πήγνυται, τὸ <lb/>δ’ ὠχρὸν οὐ πήγνυται ἀλλὰ μαλακὸν διατελεῖ, ἂν
							μὴ κατακαυθῇ, <lb/>καὶ μᾶλλον ἑψομένου ἢ πυρουμένου συνίσταται καὶ <lb/>ξηραίνεται.
							Ἑκάτερον δὲ χωρὶς ὑμένι διείληπται ἀπ’ ἀλλήλων. <lb/>Αἱ δὲ πρὸς τῇ ἀρχῇ τοῦ ὠχροῦ
							χάλαζαι οὐθὲν <lb/>συμβάλλονται πρὸς τὴν γένεσιν, ὥσπερ τινὲς ὑπολαμβάνουσιν·
							<lb/>εἰσὶ δὲ δύο, ἡ μὲν κάτωθεν ἡ δ’ ἄνωθεν. Συμβαίνει <lb/>δὲ περὶ τὸ ὠχρὸν καὶ τὸ
							λευκόν, καὶ ὅταν ἐξαιρεθέντα συνεράσῃ <pb n="186"/> τις πλείω τοιαῦτα εἰς κύστιν καὶ
							ἕψῃ μαλακῶς <lb/>καὶ μὴ συντόνῳ τῷ πυρί, τὸ ὠχρὸν εἰς τὸ μέσον συνέρχεται <lb/>πᾶν,
							κύκλῳ δὲ τὸ λευκὸν περιίσταται. Τῶν δ’ ἀλεκτορίδων <lb/>αἱ νεοττίδες πρῶτον τίκτουσιν
							εὐθὺς ἀρχομένου τοῦ <lb/>ἔαρος, καὶ πλείω τίκτουσιν ἢ αἱ πρεσβύτεραι· ἐλάττω δὲ
							<lb/>τῷ μεγέθει τὰ ἐκ τῶν νεωτέρων. Ὅλως δὲ ἐὰν μὴ ἐπῳάζωσιν <lb/>αἱ ὄρνιθες,
							διαφθείρονται καὶ κάμνουσιν. Ὀχευθεῖσαι <lb/>δὲ αἱ μὲν ὄρνιθες φρίττουσί τε καὶ
							ἀποσείονται καὶ πολλάκις <lb/>κάρφος περιβάλλονται (ποιοῦσι δὲ τὸ αὐτὸ τοῦτο καὶ
							<lb/>τεκοῦσαι ἐνίοτε), αἱ δὲ περιστεραὶ ἐφέλκουσι τὸ ὀρροπύγιον, <lb/>οἱ δὲ χῆνες
							κατακολυμβῶσιν. Αἱ δὲ κυήσεις καὶ αἱ <lb/>τῶν ὑπηνεμίων ᾠῶν συλλήψεις ταχεῖαι γίνονται
							ταῖς πλείσταις <lb/>τῶν ὀρνίθων, οἷον καὶ τῇ πέρδικι, ὅταν ὀργᾷ πρὸς τὴν <lb/>ὀχείαν·
							ἐὰν γὰρ κατὰ πνεῦμα στῇ τοῦ ἄρρενος, κυΐσκεται <lb/>καὶ εὐθὺς ἄχρηστος γίνεται πρὸς
							τὰς θήρας· ὄσφρησιν <lb/>γὰρ δοκεῖ ἔχειν ἐπίδηλον ὁ πέρδιξ. Ἡ δὲ τοῦ ᾠοῦ γένεσις
							<lb/>μετὰ τὴν ὀχείαν καὶ ἐκ τοῦ ᾠοῦ πάλιν συμπεττομένου ἡ <lb/>τοῦ νεοττοῦ γένεσις οὐκ
							ἐν ἴσοις χρόνοις συμβαίνει πᾶσιν, <lb/>ἀλλὰ διαφέρει κατὰ τὰ μεγέθη τῶν γεννώντων.
							Συνίσταται <lb/>δὲ τὸ τῆς ἀλεκτορίδος ᾠὸν μετὰ τὴν ὀχείαν καὶ <lb/>τελειοῦται ἐν δέχ’
							ἡμέραις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· καὶ τῆς περιστερᾶς <lb/>δ’ ἐν μικρῷ ἐλάττονι. Δύνανται δ’ αἱ
							περιστεραὶ <lb/>ἤδη τοῦ ᾠοῦ ἐν ὠδῖνι ὄντος κατέχειν· ἐὰν γάρ τι ἐνοχληθῇ <lb/>ὑπό
							τινος ἢ περὶ τὴν νεοττείαν ἢ πτερὸν ἐκτιλθῇ ἢ <lb/>ἄλλο τι πονήσῃ καὶ δυσαρεστήσῃ,
							κατέχει καὶ οὐ τίκτει <pb n="187"/> μελλήσασα. Ἴδια δὲ περὶ τὰς περιστερὰς συμβαίνει
							καὶ <lb/>τάδε περὶ τὴν ὀχείαν. Κυνοῦσί τε γὰρ ἀλλήλας, ὅταν <lb/>μέλλῃ ἀναβαίνειν ὁ
							ἄρρην, ἢ οὐκ ἂν ὀχεύσειεν, ὁ μὲν πρεσβύτερος <lb/>τὸ πρῶτον· ὕστερον μέντοι ἀναβαίνει
							καὶ μὴ κύσας· <lb/>οἱ δὲ νεώτεροι ἀεὶ τοῦτο ποιήσαντες ὀχεύουσιν. Τοῦτό τε <lb/>δὴ
							ἴδιον ποιοῦσι, καὶ ἔτι αἱ θήλειαι ἀλλήλαις ἀναβαίνουσιν, <lb/>ὅταν ἄρρην μὴ παρῇ,
							κύσασαι ὥσπερ οἱ ἄρρενες· καὶ οὐθὲν <lb/>προϊέμεναι εἰς ἀλλήλας τίκτουσιν ᾠὰ πλείω ἢ
							τὰ γόνῳ <lb/>γινόμενα, ἐξ ὧν οὐ γίνεται νεοττὸς οὐθείς, ἀλλ’ ὑπηνέμια <lb/>πάντα τὰ
							τοιαῦτά ἐστιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Ἡ δὲ γένεσις ἐκ τοῦ ᾠοῦ τοῖς ὄρνισι συμβαίνει μὲν τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον πᾶσιν, οἱ δὲ
							χρόνοι διαφέρουσι τῆς τελειώσεως, <lb/>καθάπερ εἴρηται. Ταῖς μὲν οὖν ἀλεκτορίσι τριῶν
							ἡμερῶν <lb/>καὶ νυκτῶν παρελθουσῶν ἐπισημαίνει τὸ πρῶτον, ταῖς δὲ μείζοσιν <lb/>αὐτῶν
							ὄρνισιν ἐν πλείονι χρόνῳ, ταῖς δ’ ἐλάττοσιν <lb/>ἐν ἐλάττονι. Γίνεται δ’ ἐν τούτῳ τῷ
							χρόνῳ ἤδη ἄνω <lb/>τὸ ὠχρὸν προσεληλυθὸς πρὸς τὸ ὀξύ, ᾗπερ ἐστὶν ἡ ἀρχή <lb/>τε τοῦ
							ᾠοῦ καὶ ἐκλέπεται τὸ ᾠόν, καὶ ὅσον στιγμὴ αἱματίνη <lb/>ἐν τῷ λευκῷ ἡ καρδία. Τοῦτο δὲ
							τὸ σημεῖον πηδᾷ <lb/>καὶ κινεῖται ὥσπερ ἔμψυχον, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ δύο πόροι φλεβικοὶ
							<lb/>ἔναιμοι ἑλισσόμενοι φέρουσιν αὐξανομένου εἰς ἑκάτερον <lb/>τῶν χιτώνων τῶν
							περιεχόντων. Καὶ ὑμὴν δ’ αἱματικὰς <lb/>ἶνας ἔχων ἤδη περιέχει τὸ λευκὸν κατὰ τὸν
							χρόνον τοῦτον <lb/>ἀπὸ τῶν πόρων τῶν φλεβικῶν. Ὀλίγον δ’ ὕστερον καὶ <lb/>τὸ σῶμα ἤδη
							ἀποκρίνεται, μικρὸν τὸ πρῶτον πάμπαν <pb n="188"/> καὶ λευκόν. Δήλη δ’ ἡ κεφαλή, καὶ
							ταύτης οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>μάλιστ’ ἐμπεφυσημένοι· καὶ τοῦτο μέχρι πόρρω διατελεῖ·
							<lb/>ὀψὲ γάρ ποτε μικροὶ γίνονται καὶ συμπίπτουσιν. Τοῦ δὲ <lb/>σώματος τὸ κάτω μέρος
							οὐθὲν φαίνεται μόριον πρὸς τὸ ἄνω <lb/>τὸ πρῶτον. Τῶν δὲ πόρων τῶν ἐκ τῆς καρδίας
							τεινόντων ὁ <lb/>μὲν φέρει εἰς τὸ κύκλῳ περιέχον, ὁ δ’ εἰς τὸ ὠχρὸν ὥσπερ <lb/>ὀμφαλὸς
							ὤν. Ἡ μὲν οὖν ἀρχὴ τοῦ νεοττοῦ ἐστὶν ἐκ τοῦ <lb/>λευκοῦ, ἡ δὲ τροφὴ διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ ἐκ
							τοῦ ὠχροῦ. Δεκαταίου <lb/>δ’ ἤδη ὄντος ὁ νεοττὸς ὅλος διάδηλος καὶ τὰ μέρη <lb/>πάντα.
							Ἔχει δ’ ἔτι τὴν κεφαλὴν μείζω τοῦ ἄλλου σώματος, <lb/>καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς κεφαλῆς,
							οὐκ ἔχοντάς πω <lb/>ὄψιν. Γίνονται δ’ οἱ ὀφθαλμοὶ περὶ τὸν χρόνον τοῦτον
							<lb/>ἐξαιρόμενοι μείζους κυάμων καὶ μέλανες· ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ <lb/>δέρματος ὑγρὸν
							ἔνεστι λευκὸν καὶ ψυχρόν, σφόδρα στίλβον <lb/>πρὸς τὴν αὐγήν, στερεὸν δ’ οὐθέν. Τὰ μὲν
							οὖν περὶ τὰ <lb/>ὄμματα καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦτον διάκειται τὸν τρόπον, <lb/>ἔχει δ’ ἐν
							τῷ χρόνῳ τούτῳ καὶ τὰ σπλάγχνα ἤδη φανερὰ <lb/>καὶ τὰ περὶ τὴν κοιλίαν καὶ τὴν τῶν
							ἐντέρων φύσιν, καὶ αἱ <lb/>φλέβες αἱ ἀπὸ τῆς καρδίας φαινόμεναι τείνειν πρὸς τῷ ὀμφαλῷ
							<lb/>ἤδη γίγνονται. Ἀπὸ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ τέταται φλὲψ <lb/>ἡ μὲν πρὸς τὸν ὑμένα τὸν
							περιέχοντα τὸ ὠχρόν (τὸ δ’ <lb/>ὠχρὸν ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ὑγρόν ἐστιν ἤδη, καὶ πλεῖον ἢ
							<lb/>τὸ κατὰ φύσιν), ἡ δ’ ἑτέρα εἰς τὸν ὑμένα τὸν περιέχοντα <lb/>ὅλον τόν τε ὑμένα ἐν
							ᾧ ὁ νεοττός, καὶ τὸν τοῦ ὠχροῦ ὑμένα <lb/>καὶ τὸ μεταξὺ τούτων ὑγρόν. Αὐξανομένου γὰρ
							τοῦ νεοττοῦ <lb/>κατὰ μικρὸν τοῦ ὠχροῦ τὸ μὲν ἄνω γίνεται τὸ δὲ κάτω, <lb/>ἐν μέσῳ δὲ
							τὸ λευκὸν ὑγρόν· τοῦ δὲ κάτω ὠχροῦ τὸ λευκὸν <lb/>κάτωθεν, ὥσπερ τὸ πρῶτον ὑπῆρχεν.
							Δεκαταίου δ’ ὄντος <pb n="189"/> τὸ λευκὸν ἔσχατον γίνεται, ὀλίγον ἤδη ὂν καὶ γλίσχρον
							<lb/>καὶ παχὺ καὶ ὕπωχρον. Τέτακται γὰρ τῇ θέσει ἕκαστα <lb/>τόνδε τὸν τρόπον. Πρῶτος
							μὲν καὶ ἔσχατος πρὸς τὸ <lb/>ὄστρακον ὁ τοῦ ᾠοῦ ὑμήν, οὐχ ὁ τοῦ ὀστράκου, ἀλλ’ ὑπ’
							<lb/>ἐκεῖνον. Ἐν δὲ τούτῳ λευκὸν ἔνεστιν ὑγρόν, εἶτα ὁ νεοττός, <lb/>καὶ περὶ αὐτὸν
							ὑμὴν χωρίζων, ὅπως μὴ ᾖ ἐν ὑγρῷ ὁ <lb/>νεοττός· ὑπὸ δὲ τὸν νεοττὸν τὸ ὠχρόν, εἰς ὃ τῶν
							φλεβῶν <lb/>ἔφερεν ἡ ἑτέρα, ἡ δ’ ἑτέρα εἰς τὸ περιέχον λευκόν. Τὸ δὲ <lb/>πᾶν περιέχει
							ὑμὴν μετὰ ὑγρότητος ἰχωροειδοῦς. Εἶτ’ ἄλλος <lb/>ὑμὴν περὶ αὐτὸ ἤδη τὸ ἔμβρυον, ὥσπερ
							εἴρηται, χωρίζων <lb/>πρὸς τὸ ὑγρόν. Ὑποκάτω δὲ τούτου τὸ ὠχρὸν ἐν ἑτέρῳ <lb/>ὑμένι
							περιειλημμένον, εἰς ὃ τείνει ὀμφαλὸς ὁ ἀπὸ τῆς καρδίας <lb/>καὶ τῆς μεγάλης φλεβὸς
							φέρων, ὥστε μὴ εἶναι τὸ ἔμβρυον <lb/>ἐν μηδετέρᾳ τῶν ὑγροτήτων. Περὶ δὲ τὴν εἰκοστὴν
							<lb/>ἤδη φθέγγεταί τε κινούμενος ἔσωθεν, ἐάν τις κινῇ διελών, <lb/>καὶ ἤδη δασὺς
							γίνεται, ὅταν ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ἡ ἐκκόλαψις <lb/>γίγνηται τῶν ᾠῶν. Ἔχει δὲ τὴν κεφαλὴν
							ὑπὲρ τοῦ δεξιοῦ <lb/>σκέλους ἐπὶ τῇ λαγόνι, τὴν δὲ πτέρυγα ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς· <lb/>καὶ
							φανερὸς κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον ὅ τε χοριοειδὴς ὑμὴν <lb/>ὁ μετὰ τὸν τοῦ ὀστράκου ὑμένα
							τὸν ἔσχατον, εἰς ὃν ἔτεινεν <lb/>ὁ ἕτερος τῶν ὀμφαλῶν (καὶ ὁ νεοττὸς ἐν τούτῳ δὴ
							γίνεται <lb/>τότε ὅλος), καὶ ὁ ἕτερος ὑμὴν χοριοειδὴς ὤν, ὁ περὶ τὸ <lb/>ὠχρὸν εἰς ὃ
							ἔτεινεν ὁ ἕτερος ὀμφαλός· ἄμφω δ’ ἤστην <lb/>ἀπό τε τῆς καρδίας καὶ τῆς φλεβὸς τῆς
							μεγάλης. Ἐν δὲ <lb/>τούτῳ τῷ χρόνῳ ὁ μὲν πρὸς τὸ ἔξω χόριον ὀμφαλὸς τείνων
							<lb/>ἀπολύεται τοῦ ζῴου συμπεπτωκώς, ὁ δὲ εἰς τὸ ὠχρὸν φέρων <pb n="190"/> συνήρτηται
							τοῦ νεοττοῦ πρὸς τὸ ἔντερον τὸ λεπτόν, καὶ <lb/>ἔσω τοῦ ὠχροῦ πολὺ ἤδη γίνεται ἐν τῷ
							νεοττῷ, καὶ ὑπόστημα <lb/>ἐν τῇ κοιλίᾳ ὠχρόν. Καὶ περίττωμα δ’ ἀφίησι <lb/>περὶ τὸν
							χρόνον τοῦτον πρὸς τὸ ἔξω χόριον, καὶ ἐν τῇ <lb/>κοιλίᾳ ἔχει· λευκὸν δὲ καὶ τὸ ἔξω
							περίττωμα, καὶ ἔσω τι <lb/>ἐγγίνεται λευκόν. Τέλος δὲ τὸ ὠχρὸν ἀεὶ ἔλαττον γινόμενον
							<lb/>καὶ προϊὸν ἀναλίσκεται πάμπαν καὶ ἐμπεριλαμβάνεται <lb/>ἐν τῷ νεοττῷ, ὥστ’ ἤδη
							ἐκκεκολαμμένου δεκαταίου, ἄν τις <lb/>ἀνασχίσῃ, ἔτι πρὸς τῷ ἐντέρῳ μικρόν τι τοῦ ὠχροῦ
							λείπεται, <lb/>ἀπὸ δὲ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀπολέλυται, καὶ οὐθὲν γίνεται <lb/>μεταξὺ ἀλλ’
							ἀνήλωται πᾶν. Περὶ δὲ τὸν χρόνον τὸν <lb/>πρότερον ῥηθέντα καθεύδει μὲν ὁ νεοττός,
							ἐγείρεται δὲ καὶ <lb/>ἀναβλέπει κινούμενος καὶ φθέγγεται· καὶ ἡ καρδία ἅμα τῷ
							<lb/>ὀμφαλῷ ἀναφυσᾷ ὡς ἀναπνέοντος. Ἡ μὲν οὖν γένεσις ἐκ <lb/>τοῦ ᾠοῦ τοῖς ὄρνισι
							τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Τίκτουσι δ’ <lb/>αἱ ὄρνιθες ἔνια ἄγονα τῶν ᾠῶν καὶ τὰ ἐξ
							ὀχείας γινόμενα, <lb/>καὶ ἐπῳαζουσῶν οὐθὲν γίνεται ἔκγονον· τεθεώρηται δὲ τοῦτο
							<lb/>μάλιστα ἐπὶ τῶν περιστερῶν. Τὰ δὲ δίδυμα τῶν ᾠῶν δύ’ <lb/>ἔχει λεκίθους, ὧν τὰ
							μὲν διείργει τοῦ μὴ εἰς ἄλληλα συγκεχύσθαι <lb/>τὰ ὠχρὰ τοῦ λευκοῦ λεπτὴ διάφυσις, τὰ
							δ’ οὐκ <lb/>ἔχει ταύτην τὴν διάφυσιν, ἀλλὰ συμψαύουσιν. Εἰσὶ δ’ <lb/>ἔνιαι ἀλεκτορίδες
							αἳ πάντα δίδυμα τίκτουσιν, καὶ ἤδη ἐπὶ <lb/>τούτων ὦπται τὸ περὶ τὴν λέκιθον
							συμβαῖνον· ὀκτωκαίδεκα <lb/>γάρ τις τεκοῦσα ἐξέλεψε δίδυμα, πλὴν ὅσα οὔρια ἐγένετο.
							<lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα γόνιμα, πλὴν ὅτι τὸ μὲν μεῖζον <lb/>τὸ δ’ ἔλαττον γίνεται τῶν
							διδύμων, τὸ δὲ τελευταῖον <lb/>τερατῶδες. </p>
					</div>
					<pb n="191"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τίκτουσι δὲ πάντα μὲν τὰ περιστεροειδῆ δύο, οἷον φάττα <lb/>καὶ τρυγὼν ὡς ἐπὶ τὸ
							πολύ, τὰ δὲ πλεῖστα τρία τρυγὼν καὶ <lb/>φάττα. Τίκτει δ’ ἡ μὲν περιστερά, ὥσπερ
							εἴρηται, πᾶσαν <lb/>ὥραν, τρυγὼν δὲ καὶ φάττα ἐν τῷ ἔαρι, οὐ πλεονάκις ἢ δίς·
							<lb/>τίκτει δὲ τὰ δεύτερα, ὅταν τὰ πρότερον γεννηθέντα διαφθαρῇ· <lb/>πολλαὶ γὰρ
							διαφθείρουσιν αὐτὰ τῶν ὀρνίθων. Τίκτει <lb/>μὲν οὖν, ὥσπερ εἴρηται, καὶ τρία ποτέ·
							ἀλλ’ ἐξάγει <lb/>οὐδέποτε δυοῖν πλέον νεοττοῖν, ἐνίοτε δὲ καὶ ἕνα μόνον· <lb/>τὸ δ’
							ὑπολειπόμενον τῶν ᾠῶν ἀεὶ οὔριόν ἐστιν. Τῶν δὲ <lb/>πλείστων ὀρνέων οὐδὲν αὐτοετὲς
							γεννᾷ. Ἄπαντες δ’ οἱ ὄρνιθες, <lb/>ἐπειδὰν ἅπαξ ἄρξωνται τίκτειν, διὰ τέλους ὡς εἰπεῖν
							<lb/>ἔχουσιν ᾠά, ἀλλ’ ἐν ἐνίοις διὰ μικρότητα οὐ ῥᾴδιον ἰδεῖν. <lb/>Ἡ δὲ περιστερὰ ὡς
							ἐπὶ τὸ πολὺ ἄρρεν καὶ θῆλυ, καὶ τούτων <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πρότερον τὸ ἄρρεν τίκτει·
							καὶ τεκοῦσα <lb/>μίαν ἡμέραν διαλείπει τὰ πολλά, εἶτα πάλιν τίκτει θάτερον.
							<lb/>Ἐπῳάζει δὲ καὶ ὁ ἄρρην ἐν τῷ μέρει τῆς ἡμέρας, <lb/>τὴν δὲ νύκτα ἡ θήλεια.
							Ἐκπέττεταί τε καὶ ἐκλέπεται <lb/>ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν τὸ γενόμενον πρότερον τῶν ᾠῶν·
							τιτρώσκει <lb/>δὲ τὸ ᾠὸν τῇ προτεραίᾳ ἢ ἐκλέπει. Καὶ συνθερμαίνουσι <lb/>τοὺς νεοττοὺς
							ἀμφότεροι ἐπὶ χρόνον τὸν αὐτὸν <lb/>ὅνπερ καὶ τὰ ᾠά. Χαλεπωτέρα δὲ ἡ θήλειά ἐστι περὶ
							<lb/>τὴν τεκνοτροφίαν τοῦ ἄρρενος, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα ζῷα <lb/>μετὰ τὸν τόκον. Τίκτουσι
							δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ δεκάκις, ἤδη <lb/>δέ τινες καὶ ἑνδεκάκις, αἱ δ’ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ
							δωδεκάκις. <lb/>Ὀχεύει δὲ καὶ ὀχεύεται ἡ περιστερὰ ἐντὸς ἐνιαυτοῦ· καὶ <pb n="192"/>
							γὰρ ἕκμηνος ὀχεύει καὶ ὀχεύεται. Τὰς δὲ φάττας καὶ τὰς <lb/>τρυγόνας ἔνιοί φασιν
							ὀχεύεσθαι καὶ γεννᾶν καὶ τρίμηνα ὄντα, <lb/>σημεῖον ποιούμενοι τὴν πολυπλήθειαν αὐτῶν.
							Ἔγκυα δὲ <lb/>γίνεται δέκα καὶ τέτταρας ἡμέρας, καὶ ἐπῳάζει ἄλλας τοσαύτας· <lb/>ἐν
							ἑτέραις δὲ δέκα καὶ τέτταρσι πτεροῦνται οὕτως <lb/>ὥστε μὴ ῥᾳδίως καταλαμβάνεσθαι.
							Βιοῖ δὲ φάττα, ὡς <lb/>φασί, καὶ τετταράκοντα ἔτη· καὶ αἱ πέρδικες δὲ πλείω ἢ <lb/>ἔτη
							ἑκκαίδεκα. Τίκτει δὲ ἡ περιστερὰ ἀπονεοττεύουσα <lb/>πάλιν ἐν τριάκονθ’ ἡμέραις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ὁ δὲ γὺψ νεοττεύει μὲν ἐπὶ πέτραις ἀπροσβάτοις· διὸ <lb/>σπάνιον ἰδεῖν νεοττιὰν γυπὸς
							καὶ νεοττούς. Καὶ διὰ τοῦτο <lb/>καὶ Ἡρόδωρος ὁ Βρύσωνος τοῦ σοφιστοῦ πατὴρ φησὶν
							<lb/>εἶναι τοὺς γῦπας ἀφ’ ἑτέρας γῆς, ἀδήλου ἡμῖν, τοῦτό τε <lb/>λέγων τὸ σημεῖον, ὅτι
							οὐδεὶς ἑώρακε γυπὸς νεοττιάν, καὶ <lb/>ὅτι πολλοὶ ἐξαίφνης φαίνονται ἀκολουθοῦντες
							τοῖς στρατεύμασιν. <lb/>Τὸ δ’ ἐστὶ χαλεπὸν μὲν ἰδεῖν, ὦπται δ’ ὅμως. <lb/>Τίκτουσι δὲ
							δύο ᾠὰ οἱ γῦπες. Τὰ μὲν οὖν ἄλλα ὅσα σαρκοφάγα <lb/>οὐκ ὦπται πλεονάκις ἢ ἅπαξ
							τίκτοντα, ἡ δὲ χελιδὼν <lb/>δὶς νεοττεύει μόνον τῶν σαρκοφάγων· τῶν δὲ νεοττῶν ἄν
							<lb/>τις ἔτι νέων ὄντων τῆς χελιδόνος τὰ ὄμματα ἐκκεντήσῃ, <lb/>γίνονται ὑγιεῖς καὶ
							βλέπουσιν ὕστερον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Ὁ δ’ ἀετὸς ᾠὰ μὲν τίκτει τρία, ἐκλέπει δὲ τούτων τὰ <lb/>δύο, ὥσπερ ἐστὶ καὶ ἐν τοῖς
							Μουσαίου λεγομένοις ἔπεσιν,</p>
						<l>Ὃς τρία μὲν τίκτει, δύο ἐκλέπει, ἓν δ’ ἀλεγίζει.</l>
						<p>Ὡς μὲν οὖν τὰ πολλὰ οὕτω συμβαίνει, ἤδη δὲ καὶ τρεῖς <lb/>νεοττοὶ ὠμμένοι εἰσίν.
							Ἐκβάλλει δ’ αὐξανομένων τὸν ἕτερον <lb/>τῶν νεοττῶν ἀχθόμενος τῇ ἐδωδῇ. Ἅμα δὲ καὶ
							λέγεται <pb n="193"/> ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἄπαστος γίνεσθαι, ὅπως μὴ ἁρπάζῃ <lb/>τοὺς τῶν
							θηρίων σκύμνους· οἵ τε οὖν ὄνυχες αὐτοῦ διαστρέφονται <lb/>ὀλίγας ἡμέρας, καὶ τὰ πτερὰ
							λευκαίνεται, ὥστε <lb/>καὶ τοῖς τέκνοις τότε γίνονται χαλεποί. Τὸν δ’ ἐκβληθέντα
							<lb/>δέχεται καὶ ἐκτρέφει ἡ φήνη. Ἐπῳάζει δὲ περὶ τριάκονθ’ <lb/>ἡμέρας. Καὶ τῶν ἄλλων
							δὲ τοῖς μεγάλοις ὁ χρόνος τοσοῦτός <lb/>ἐστι τῆς ἐπῳάσεως, οἷον χηνὶ καὶ ὠτίδι· τοῖς
							δὲ μέσοις <lb/>περὶ εἴκοσιν, οἷον ἰκτίνῳ καὶ ἱέρακι. Τίκτει δὲ ὁ ἰκτῖνος τὰ <lb/>μὲν
							πλεῖστα δύο, ἐνίοτε δὲ καὶ τρεῖς ἐξάγει νεοττούς· ὁ δ’ <lb/>αἰτώλιος καλούμενος ἔστιν
							ὅτε καὶ τέτταρας. Τίκτει δὲ καὶ <lb/>ὁ κόραξ οὐ μόνον δύο, ὥσπερ φασί τινες, ἀλλὰ καὶ
							πλείω· <lb/>ἐπῳάζει δὲ περὶ εἴκοσιν ἡμέρας καὶ ἐκβάλλει τοὺς νεοττοὺς <lb/>ὁ κόραξ.
							Ποιεῖ δὲ καὶ ἄλλα τῶν ὀρνέων τὸ αὐτὸ τοῦτο· <lb/>πολλάκις γάρ, ὅσα πλείω τίκτει, ἕνα
							ἐκβάλλουσιν. Οὐ πάντα <lb/>δὲ τὰ τῶν ἀετῶν γένη ὅμοια περὶ τὰ τέκνα, ἀλλ’ ὁ
							<lb/>πύγαργος χαλεπός, οἱ δὲ μέλανες εὔτεκνοι περὶ τὴν τροφήν <lb/>εἰσιν, ἐπεὶ πάντες
							γε ὡς εἰπεῖν οἱ γαμψώνυχες, ὅτε <lb/>θᾶττον οἱ νεοττοὶ δύνανται πέτεσθαι, ἐκβάλλουσι
							τύπτοντες <lb/>ἐκ τῆς νεοττιᾶς. Καὶ τῶν ἄλλων δέ, ὥσπερ εἴρηται, <lb/>σχεδὸν οἱ
							πλεῖστοι τοῦτο δρῶσι καὶ θρέψαντες οὐδεμίαν <lb/>ἐπιμέλειαν ποιοῦνται τὸ λοιπόν, πλὴν
							κορώνης· αὕτη δ’ ἐπί <lb/>τινα χρόνον ἐπιμελεῖται· καὶ γὰρ ἤδη πετομένων σιτίζει
							<lb/>παραπετομένη. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ὁ δὲ κόκκυξ λέγεται μὲν ὑπό τινων ὡς μεταβάλλει ἐξ <lb/>ἱέρακος, διὰ τὸ ἀφανίζεσθαι
							τὸν ἱέρακα περὶ τοῦτον τὸν <lb/>χρόνον, ᾧ ὅμοιός ἐστιν· σχεδὸν δὲ καὶ τοὺς ἄλλους
							ἱέρακας <pb n="194"/> οὐκ ἔστιν ἰδεῖν, ὅτε θᾶττον φθέγγεται ὁ κόκκυξ, πλὴν ὀλίγας
							<lb/>ἡμέρας. Ὁ δὲ κόκκυξ φαίνεται ἐπ’ ὀλίγον χρόνον τοῦ <lb/>θέρους, τὸν δὲ χειμῶνα
							ἀφανίζεται. Ἔστι δ’ ὁ μὲν ἱέραξ <lb/>γαμψώνυχος, ὁ δὲ κόκκυξ οὐ γαμψώνυχος. Ἔτι δὲ
							οὐδὲ <lb/>τὰ περὶ τὴν κεφαλὴν ἔοικεν ἱέρακι, ἀλλ’ ἄμφω ταῦτα περιστερᾷ <lb/>μᾶλλον·
							ἀλλ’ ἢ κατὰ τὸ χρῶμα μόνον προσέοικεν <lb/>ἱέρακι, πλὴν τοῦ μὲν ἱέρακος τὰ ποικίλα
							οἷον γραμμαί εἰσι, <lb/>τοῦ δὲ κόκκυγος οἷον στιγμαί. Τὸ μέντοι μέγεθος καὶ ἡ
							<lb/>πτῆσις παραπλησία τῷ ἐλαχίστῳ τῶν ἱεράκων, ὃς κατὰ τὸν <lb/>χρόνον τοῦτον ἀφανής
							ἐστιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὃν φαίνεται ὁ <lb/>κόκκυξ, ἐπεὶ ἤδη γε ὠμμένοι εἰσὶν ἄμφω. Καὶ
							κατεσθιόμενος <lb/>δ’ ὦπται κόκκυξ ὑπὸ ἱέρακος· καίτοι οὐθὲν ποιεῖ τοῦτο τῶν
							<lb/>ὁμογενῶν ὀρνέων. Νεοττοὺς δὲ κόκκυγος λέγουσιν ὡς <lb/>οὐδεὶς ἑώρακεν· ὁ δὲ
							τίκτει μέν, ἀλλ’ οὐ ποιησάμενος νεοττιάν, <lb/>ἀλλ’ ἐνίοτε μὲν ἐν τῇ τῶν ἐλαττόνων
							ὀρνίθων ἐντίκτει <lb/>καταφαγὼν τὰ ᾠὰ τὰ ἐκείνων, μάλιστα δ’ ἐν ταῖς τῶν <lb/>φαβῶν
							νεοττιαῖς, καταφαγὼν καὶ τὰ τούτων ᾠά. Τίκτει <lb/>δ’ ὀλιγάκις μὲν δύο, τὰ δὲ πλεῖστα
							ἕν. Ἐντίκτει δὲ καὶ <lb/>τῇ τῆς ὑπολαΐδος νεοττιᾷ· ἡ δ’ ἐκπέττει καὶ ἐκτρέφει.
							<lb/>Γίνεται δὲ πίων καὶ ἡδύκρεως κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν μάλιστα. <lb/>Γίνονται δὲ καὶ
							τῶν ἱεράκων οἱ νεοττοὶ ἡδύκρεῳ <lb/>σφόδρα καὶ πίονες. Νεοττεύει δὲ γένος τι αὐτῶν
							πόρρω καὶ <lb/>ἐν ἀποτόμοις πέτραις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ἐπῳάζει δὲ τὰ πολλὰ τῶν ὀρνέων, ὥσπερ εἴρηται περὶ <lb/>τῶν περιστερῶν, διαδεχόμενα
							τὰ ἄρρενα τοῖς θήλεσι, τὰ δὲ <lb/>τοσοῦτον χρόνον ὅσον ἀπολείπει τὸ θῆλυ τροφὴν αὑτῷ
							ποριζόμενον. <lb/>Τῶν δὲ χηνῶν αἱ θήλειαι ἐπῳάζουσι μόναι, καὶ <pb n="195"/>
							διαμένουσι διὰ παντὸς ἐφεδρεύουσαι, ὅτανπερ ἄρξωνται <lb/>τοῦτο ποιεῖν. Πρὸς δὲ τόποις
							ἑλώδεσί τε καὶ πόαν ἔχουσι <lb/>πάντων τῶν λιμναίων ὀρνίθων αἱ νεοττιαὶ γίνονται·
							διόπερ <lb/>καὶ ἡσυχίαν ἔχοντες ἐπὶ τῶν ᾠῶν δύνανται τροφὴν αὑτοῖς <lb/>πορίζεσθαι καὶ
							μὴ παντάπασιν ἄσιτοι εἶναι. Ἐπῳάζουσι δὲ <lb/>καὶ τῶν κορωνῶν αἱ θήλειαι μόναι, καὶ
							διατελοῦσιν ἐπ’ αὐτῶν <lb/>οὖσαι διὰ παντός· τρέφουσι δ’ αὐτὰς οἱ ἄρρενες κομίζοντες
							<lb/>τὴν τροφὴν αὐταῖς καὶ σιτίζοντες. Τῶν δὲ φαβῶν ἡ <lb/>μὲν θήλεια ἀπὸ δείλης
							ἀρξαμένη τήν τε νύχθ’ ὅλην ἐπῳάζει <lb/>καὶ ἕως ἀκρατίσματος ὥρας, ὁ δ’ ἄρρην τὸ
							λοιπὸν τοῦ χρόνου. <lb/>Οἱ δὲ πέρδικες δύο ποιοῦνται τῶν ᾠῶν σηκούς, καὶ ἐφ’ ᾧ
							<lb/>μὲν ἡ θήλεια ἐπὶ δὲ θατέρῳ ὁ ἄρρην ἐπῳάζει, καὶ ἐκλέψας <lb/>ἐκπέμπει ἑκάτερος
							ἑκάτερα· καὶ τοὺς νεοττοὺς ὅταν πρῶτον <lb/>ἐξάγῃ, ὀχεύει αὐτούς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ὁ δὲ ταὼς ζῇ μὲν περὶ πέντε καὶ εἴκοσιν ἔτη, γεννᾷ <lb/>δὲ τριέτης μάλιστα, ἐν οἷς
							καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν πτερῶν <lb/>ἀπολαμβάνει· ἐκλέπει δ’ ἐν τριάκονθ’ ἡμέραις ἢ μικρῷ
							<lb/>πλείοσιν. Ἅπαξ δὲ τοῦ ἔτους μόνον τίκτει· τίκτει δ’ ᾠὰ <lb/>δώδεκα ἢ μικρῷ
							ἐλάττω· τίκτει δὲ διαλείπων δύο ἢ τρεῖς <lb/>ἡμέρας καὶ οὐκ ἐφεξῆς· αἱ δὲ πρωτοτόκοι
							μάλιστα περὶ <lb/>ὀκτὼ ᾠά. Τίκτουσι δ’ οἱ ταῲ ὑπηνέμια. Ὀχεύονται δὲ <lb/>περὶ τὸ ἔαρ·
							γίνεται δὲ καὶ ὁ τόκος εὐθέως μετὰ τὴν ὀχείαν. <lb/>Πτερορρυεῖ δὲ ἅμα τοῖς πρώτοις τῶν
							δένδρων καὶ ἄρχεται <lb/>αὖθις ἀπολαμβάνειν τὴν πτέρωσιν ἅμα τῇ τούτων βλαστήσει.
							<lb/>Ἀλεκτορίδι δ’ ὑποτιθέασιν αὐτῶν τὰ ᾠὰ ἐπῳάζειν <lb/>οἱ τρέφοντες διὰ τὸ τὸν
							ἄρρενα τῆς θηλείας τοῦτο δρώσης <lb/>ἐπιπετόμενον συντρίβειν· διὰ ταύτην δὲ τὴν αἰτίαν
							καὶ τῶν <pb n="196"/> ἀγρίων ἔνιοι ὀρνίθων ἀποδιδράσκοντες τοὺς ἄρρενας τίκτουσι
							<lb/>καὶ ἐπῳάζουσιν. Ὑποτίθεται δὲ τοῖς ὄρνισι μάλιστα δύο <lb/>ᾠά· τοσαῦτα γὰρ μόνα
							δύναται ἐπῳάζουσα ἐξάγειν. <lb/>Ἐπιμελοῦνται δ’ ὅπως μὴ καταβαίνουσα διαλίπῃ τὸν
							<lb/>ἐπῳασμόν, παρατιθέντες τροφήν. Οἱ δ’ ὄρνιθες περὶ τὴν <lb/>ὀχείαν τοὺς ὄρχεις
							μείζους ἴσχουσιν ἐπιδήλως, οἱ μὲν <lb/>μᾶλλον ὀχευτικοὶ καὶ μᾶλλον ἐπιδήλως, οἷον
							ἀλεκτρυόνες <lb/>καὶ πέρδικες, οἱ δὲ μὴ συνεχῶς ἧττον.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῆς τῶν ὀρνίθων κυήσεως καὶ γενέσεως τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον, </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>οἱ δ’ ἰχθύες ὅτι μὲν οὐ πάντες ᾠοτοκοῦσιν, <lb/>εἴρηται πρότερον. Τὰ μὲν γὰρ σελάχη
							ζῳοτοκεῖ, <lb/>τὸ δὲ τῶν ἄλλων γένος ἰχθύων ᾠοτοκεῖ. Ζῳοτοκεῖ δὲ <lb/>τὰ σελάχη
							πρότερον ᾠοτοκήσαντα ἐν αὑτοῖς, καὶ ἐκτρέφουσιν <lb/>ἐν αὑτοῖς, πλὴν βατράχου. Ἔχουσι
							δὲ καὶ τὰς ὑστέρας, <lb/>ὥσπερ ἐν τοῖς ἄνω ἐλέχθη, διαφόρους οἱ ἰχθύες· τὰ <lb/>μὲν
							γὰρ ᾠοτοκοῦντα δικρόας ἔχει καὶ κάτω, τὰ δὲ σελάχη <lb/>ἀρνιθωδεστέρας. Διαφέρει δὲ
							τῆς τῶν ὀρνίθων ὑστέρας, ὅτι <lb/>οὐ πρὸς τῷ ὑποζώματι ἐνίοις συνίσταται τὰ ᾠά, ἀλλὰ
							μεταξὺ <lb/>κατὰ τὴν ῥάχιν, ἐκεῖθεν δ’ αὐξανόμενα μεταβαίνει. <lb/>Τὸ δ’ ᾠὸν γίνεται
							πάντων τῶν ἰχθύων οὐ δίχρων ἀλλὰ <lb/>μονόχρων, λευκότερον δ’ ἢ ὠχρότερον, καὶ
							πρότερον καὶ <lb/>ὅταν ἐνῇ ὁ νεοττός. Διαφέρει δ’ ἡ γένεσις ἡ ἐκ τοῦ ᾠοῦ <lb/>τοῦ τῶν
							ἰχθύων καὶ τῶν ὀρνίθων, ᾗ οὐκ ἔχει τὸν ἕτερον ὀμφαλὸν <lb/>τείνοντα πρὸς τὸν ὑμένα τὸν
							ὑπὸ τὸ ὄστρακον· τὸν <lb/>δ’ εἰς τὸ ὠχρὸν τοῖς ὄρνισι τείνοντα πόρον, τοῦτον ἔχει
							<lb/>τοῖν δυοῖν μόνον. Ἡ δ’ ἄλλη γένεσις ἤδη πᾶσα ἡ αὐτὴ <pb n="197"/> ἡ ἐκ τοῦ ᾠοῦ
							τῶν τε ὀρνίθων καὶ τῶν ἰχθύων· ἐπ’ ἄκρῳ <lb/>τε γὰρ τούτου γίνεται, καὶ αἱ φλέβες
							ὁμοίως τείνουσιν ἐκ <lb/>τῆς καρδίας πρῶτον, καὶ ἡ κεφαλὴ καὶ τὰ ὄμματα καὶ <lb/>τὰ
							ἄνω μέγιστα ὁμοίως τὸ πρῶτον· αὐξανομένου δ’ ἀεὶ <lb/>ἔλαττον γίνεται τὸ ᾠόν, καὶ
							τέλος ἀφανίζεται καὶ εἰσδύεται <lb/>ἔσω, καθάπερ ἐν τοῖς ὄρνισιν ὁ νεοττὸς καλούμενος.
							Προσπέφυκε <lb/>δὲ καὶ ὁ ὀμφαλὸς μικρὸν κατώτερον τοῦ στόματος <lb/>τῆς γαστρός. Ἔστι
							δὲ νέοις μὲν οὖσιν ὁ ὀμφαλὸς <lb/>μακρός, αὐξανομένοις δ’ ἐλάττων, καὶ τέλος μικρός,
							ἕως <lb/>ἂν εἰσέλθῃ, καθάπερ ἐλέχθη ἐπὶ τῶν ὀρνίθων. Περιέχεται <lb/>δὲ τὸ ἔμβρυον καὶ
							τὸ ᾠὸν ὑμένι κοινῷ· ὑπὸ δὲ τοῦτον ἄλλος <lb/>ἐστὶν ὑμήν, ὃς περιέχει ἰδίᾳ τὸ ἔμβρυον·
							μεταξὺ δὲ τῶν <lb/>ὑμένων ἔνεστιν ὑγρότης. Καὶ ἠ τροφὴ δ’ ὁμοία γίνεται τοῖς
							<lb/>ἰχθυδίοις ἐν τῇ κοιλίᾳ ὥσπερ τοῖς τῶν ὀρνίθων νεοττοῖς, ἡ <lb/>μὲν λευκὴ ἡ δ’
							ὠχρά. Τὸ μὲν οὖν σχῆμα τῆς ὑστέρας ὡς <lb/>ἔχει, ἐκ τῶν ἀνατομῶν θεωρείσθω· διαφορὰ δ’
							ἐστὶν αὐτοῖς <lb/>πρὸς αὑτούς, οἷον τοῖς γαλεώδεσι καὶ πρὸς αὑτοὺς καὶ πρὸς <lb/>τὰ
							πλατέα. Ἐνίοις μὲν γὰρ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὑστέρας περὶ <lb/>τὴν ῥάχιν προσπέφυκε τὰ ᾠά,
							ὥσπερ εἴρηται, οἷον τοῖς σκυλίοις· <lb/>αὐξανόμενα δὲ περιέρχεται. Οὔσης δὲ δικρόας
							τῆς <lb/>ὑστέρας καὶ προσπεφυκυίας πρὸς τῷ ὑποζώματι, ὥσπερ καὶ <lb/>τῶν ἄλλων τῶν
							τοιούτων, περιέρχεται εἰς ἑκάτερον τὸ μέρος. <lb/>Ἔχει δ’ ἡ ὑστέρα καὶ αὕτη καὶ ἡ τῶν
							ἄλλων τῶν γαλεοειδῶν <lb/>μικρὸν προελθόντι ἀπὸ τοῦ ὑποζώματος οἷον μαστοὺς λευκούς,
							<lb/>οἳ κυημάτων μὴ ἐνόντων οὐκ ἐγγίνονται. Τὰ μὲν <lb/>σκύλια καὶ αἱ βατίδες ἴσχουσι
							τὰ ὀστρακώδη, ἐν οἷς ἐγγίνεται <pb n="198"/> ᾠώδης ὑγρότης· τὸ δὲ σχῆμα τοῦ ὀστράκου
							ὅμοιον <lb/>ταῖς τῶν αὐλῶν γλώτταις, καὶ πόροι τριχώδεις ἐγγίνονται <lb/>τοῖς
							ὀστράκοις. Τοῖς μὲν οὖν σκυλίοις, οὓς καλοῦσί <lb/>τινες νεβρίας γαλεούς, ὅταν
							περιρραγῇ καὶ ἐκπέσῃ τὸ <lb/>ὄστρακον, γίνονται οἱ νεοττοί· ταῖς δὲ βατίσιν, ὅταν
							ἐκτέκωσι, <lb/>τοῦ ὀστράκου περιρραγέντος ἐξέρχεται ὁ νεοττός. Ὁ <lb/>δ’ ἀκανθίας
							γαλεὸς πρὸς τῷ ὑποζώματι ἴσχει τὰ ᾠὰ ἄνωθεν <lb/>τῶν μαστῶν· ὅταν δὲ καταβῇ τὸ ᾠόν,
							ἐπὶ τούτῳ <lb/>ἀπολελυμένῳ γίνεται ὁ νεοττός. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον συμβαίνει <lb/>ἡ
							γένεσις καὶ ἐπὶ τῶν ἀλωπέκων. Οἱ δὲ καλούμενοι <lb/>λεῖοι τῶν γαλεῶν τὰ μὲν ᾠὰ ἴσχουσι
							μεταξὺ τῶν ὑστερῶν <lb/>ὁμοίως τοῖς σκυλίοις, περιστάντα δὲ ταῦτα εἰς ἑκατέραν
							<lb/>τὴν δικρόαν τῆς ὑστέρας καταβαίνει, καὶ τὰ ζῷα γίνεται τὸν <lb/>ὀμφαλὸν ἔχοντα
							πρὸς τῇ ὑστέρᾳ, ὥστε ἀναλισκομένων τῶν <lb/>ᾠῶν ὁμοίως δοκεῖν ἔχειν τὸ ἔμβρυον τοῖς
							τετράποσιν. <lb/>Προσπέφυκε δὲ μακρὸς ὢν ὁ ὀμφαλὸς τῆς μὲν ὑστέρας πρὸς <lb/>τῷ κάτω
							μέρει, ὥσπερ ἐκ κοτυληδόνος ἕκαστος ἠρτημένος, <lb/>τοῦ δ’ ἐμβρύου κατὰ τὸ μέσον, ᾗ τὸ
							ἧπαρ. Ἡ δὲ τροφὴ <lb/>ἀνατεμνομένου, κἂν μηκέτ’ ἔχῃ τὸ ᾠόν, ᾠώδης. Χόριον <lb/>δὲ καὶ
							ὑμένες ἴδιοι περὶ ἕκαστον γίνονται τῶν ἐμβρύων, καθάπερ <lb/>ἐπὶ τῶν τετραπόδων. Ἔχει
							δὲ τὰ ἔμβρυα τὴν κεφαλὴν <lb/>νέα μὲν ὄντα ἄνω, ἁδρυνόμενα δὲ καὶ τέλεα ὄντα κάτω.
							<lb/>Ἐγγίνεται δὲ καὶ ἐν τῇ ἀριστερᾷ ἄρρενα καὶ ἐν τῇ <lb/>δεξιᾷ θήλεα, καὶ ἐν τῇ αὐτῇ
							ἅμα θήλεα καὶ ἄρρενα. Καὶ τὰ <lb/>ἔμβρυα διαιρούμενα, ὁμοίως ὥσπερ ἐπὶ τῶν τετραπόδων,
								<pb n="199"/> ἔχει τῶν σπλάγχνων ὅσα ἔχει μεγάλα, οἷον τὸ ἧπαρ, καὶ <lb/>αἱματώδη.
							Πάντα δὲ τὰ σελαχώδη ἅμα ἔχουσιν ἄνω μὲν <lb/>πρὸς τῷ ὑποζώματι ᾠά, τὰ μὲν μείζω τὰ δ’
							ἐλάττω, πολλά, <lb/>κάτω δ’ ἔμβρυα ἤδη· διὸ πολλοὶ κατὰ μῆνα τίκτειν <lb/>καὶ
							ὀχεύεσθαι οἴονται τοὺς τοιούτους τῶν ἰχθύων, ὅτι οὐχ <lb/>ἅμα πάντα προΐενται, ἀλλὰ
							πολλάκις καὶ πολὺν χρόνον. <lb/>Τὰ δὲ κάτω ἐν τῇ ὑστέρᾳ ἅμα πέττεται καὶ
							τελεσιουργεῖται. <lb/>Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι γαλεοὶ καὶ ἐξαφιᾶσι καὶ δέχονται <lb/>εἰς
							ἑαυτοὺς τοὺς νεοττούς, καὶ αἱ ῥῖναι καὶ αἱ νάρκαι (ἤδη δ’ <lb/>ὤφθη νάρκη μεγάλη περὶ
							ὀγδοήκοντα ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ <lb/>ἔμβρυα), ὁ δ’ ἀκανθίας οὐκ εἰσδέχεται μόνος τῶν γαλεῶν
							διὰ <lb/>τὴν ἄκανθαν. Τῶν δὲ πλατέων τρυγὼν καὶ βάτος οὐ δέχονται <lb/>διὰ τὴν
							τραχύτητα τῆς κέρκου. Οὐκ εἰσδέχεται δ’ οὐδὲ <lb/>βάτραχος τοὺς νεοττοὺς διὰ τὸ
							μέγεθος τῆς κεφαλῆς καὶ τὰς <lb/>ἀκάνθας· οὐδὲ γὰρ ζῳοτοκεῖ μόνος τούτων, ὥσπερ
							εἴρηται <lb/>πρότερον. Αἱ μὲν οὖν πρὸς ἄλληλα διαφοραὶ τοῦτον ἔχουσι <lb/>τὸν τρόπον
							αὐτῶν, καὶ ἡ γένεσις ἡ ἐκ τῶν ᾠῶν· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>οἱ δὲ ἄρρενες <lb/>περὶ τὸν χρόνον τῆς ὀχείας τοὺς πόρους ἔχουσι θοροῦ <lb/>πλήρεις
							οὕτως ὥστε θλιβομένων ἔξω ῥεῖν τὸ σπέρμα <lb/>λευκόν. Εἰσὶ δ’ οἱ πόροι δίκροοι, ἀπὸ
							τοῦ ὑποζώματος <lb/>καὶ τῆς μεγάλης φλεβὸς ἔχοντες τὴν ἀρχήν. Περὶ μὲν οὖν <lb/>τὸν
							χρόνον τοῦτον ἤδη διάδηλοι πρὸς τὴν τῶν θηλειῶν <lb/>ὑστέραν εἰσὶν οἱ πόροι τῶν
							ἀρρένων, ὅταν δὲ μὴ αὐτὴ ἡ ὥρα, <lb/>ἧττον διάδηλοι τῷ μὴ συνήθει· πάμπαν γὰρ ἐν
							ἐνίοις <lb/>καὶ ἐνίοτε ἄδηλοι γίνονται, ὥσπερ ἐλέχθη περὶ τῶν ὄρχεων <lb/>ἐν τοῖς
							ὄρνισιν. Ἔχουσι δὲ διαφορὰς καὶ ἄλλας μὲν πρὸς <pb n="200"/> ἄλληλα οἵ τε θορικοὶ
							πόροι καὶ οἱ ὑστερικοί, καὶ ὅτι οἱ μὲν <lb/>προσπεφύκασι τῇ ὀσφύϊ, οἱ δὲ τῶν θηλειῶν
							πόροι εὐκίνητοί <lb/>εἰσι καὶ λεπτῷ ὑμένι προσειλημμένοι. Θεωρείσθωσαν δὲ καὶ <lb/>οἱ
							τῶν ἀρρένων πόροι, ὡς ἔχουσιν, ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀνατομαῖς <lb/>διαγεγραμμένων.
							Ἐπικυΐσκεται δὲ τὰ σελάχη, καὶ κύει τοὺς <lb/>πλείστους μῆνας ἕξ. Πλειστάκις δ’
							ἀποτίκτει ὁ καλούμενος <lb/>τῶν γαλεῶν ἀστερίας· ἀποτίκτει γὰρ δὶς τοῦ μηνός.
							<lb/>Ἄρχονται δ’ ὀχεύεσθαι μηνὸς Μαιμακτηριῶνος. Οἱ δ’ ἄλλοι <lb/>γαλεοὶ δὶς τίκτουσι,
							πλὴν τοῦ σκυλίου· οὗτος δ’ ἅπαξ τοῦ <lb/>ἐνιαυτοῦ. Τίκτουσι δὲ τὰ μὲν τοῦ ἔαρος αὐτῶν,
							ῥίνη δὲ καὶ <lb/>τοῦ μετοπώρου πρὸς δύσιν Πλειάδος χειμερινὴν τὸ ὕστερον, <lb/>τὸ δὲ
							πρῶτον τοῦ ἔαρος· εὐθηνεῖ δ’ αὐτῆς μάλιστα μὲν <lb/>ὁ γόνος ὁ ὕστερος· αἱ δὲ νάρκαι
							περὶ τὸ φθινόπωρον. <lb/>Ἐκτίκτει δὲ τὰ σελάχη πρὸς τὴν γῆν ἐκ τοῦ πελάγους <lb/>καὶ
							τῶν βαθέων ἐπανιόντα διά τε τὴν ἀλέαν καὶ διὰ τὸ φοβεῖσθαι <lb/>περὶ τῶν τέκνων. Τῶν
							μὲν οὖν ἄλλων ἰχθύων παρὰ <lb/>τὰς συγγενείας οὐθὲν ὦπται συνδυαζόμενον, ῥίνη δὲ δοκεῖ
							<lb/>μόνη τοῦτο ποιεῖν καὶ βάτος· ἔστι γάρ τις ἰχθὺς ὃς καλεῖται <lb/>ῥινόβατος· ἔχει
							γὰρ τὴν μὲν κεφαλὴν καὶ τὰ ἔμπροσθεν <lb/>βάτου, τὰ δ’ ὄπισθεν ῥίνης, ὡς γινόμενος ἐξ
							ἀμφοτέρων τούτων. <lb/>Οἱ μὲν οὖν γαλεοὶ καὶ οἱ γαλεοειδεῖς, οἷον ἀλώπηξ <lb/>καὶ
							κύων, καὶ οἱ πλατεῖς ἰχθύες, νάρκη καὶ βάτος καὶ <lb/>λειόβατος καὶ τρυγών, τὸν
							εἰρημένον τρόπον ζῳοτοκοῦσιν <lb/>ᾠοτοκήσαντες, </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>δελφὶς δὲ καὶ φάλαινα καὶ τὰ ἄλλα κήτη, ὅσα <lb/>μὴ ἔχει βράγχια ἀλλὰ φυσητῆρα,
							ζῳοτοκοῦσιν, ἔτι δὲ <lb/>πρίστις καὶ βοῦς· οὐδὲν γὰρ τούτων φαίνεται ἔχον ᾠά,
							<lb/>ἀλλ’ εὐθέως κύημα, ἐξ οὗ διαρθρουμένου γίνεται τὸ ζῷον, καθάπερ <pb n="201"/>
							ἄνθρωπος καὶ τῶν τετραπόδων τὰ ζῳοτόκα. Τίκτει <lb/>δ’ ὁ μὲν δελφὶς τὰ μὲν πολλὰ ἕν,
							ἐνίοτε δὲ καὶ δύο· ἡ δὲ <lb/>φάλαινα ἢ δύο τὰ πλεῖστα καὶ πλεονάκις, ἢ ἕν. Ὁμοίως
							<lb/>δὲ τῷ δελφῖνι καὶ ἡ φώκαινα· καὶ γάρ ἐστιν ὅμοιον δελφῖνι <lb/>μικρῷ, γίνεται δ’
							ἐν τῷ Πόντῳ. Διαφέρει δὲ φώκαινα <lb/>δελφῖνος· ἔστι γὰρ τὸ μέγεθος ἔλαττον, εὐρύτερον
							δ’ ἐκ τοῦ <lb/>νώτου· τὸ χρῶμα ἔχει κυανοῦν. Πολλοὶ δὲ δελφίνων τι <lb/>γένος εἶναί
							φασι τὴν φώκαιναν. Ἀναπνεῖ δὲ πάντα ὅσα <lb/>ἔχει φυσητῆρα, καὶ δέχεται τὸν ἀέρα·
							πλεύμονα γὰρ <lb/>ἔχουσιν. Καὶ ὅ γε δελφὶς ὦπται, ὅταν καθεύδῃ, ὑπερέχων <lb/>τὸ
							ῥύγχος, καὶ ῥέγχει καθεύδων. Ἔχει δ’ ὁ δελφὶς καὶ ἡ <lb/>φώκαινα γάλα, καὶ θηλάζονται·
							καὶ εἰσδέχονται δὲ τὰ <lb/>τέκνα μικρὰ ὄντα. Τὴν δ’ αὔξησιν τὰ τέκνα τῶν δελφίνων
							<lb/>ποιοῦνται ταχεῖαν· ἐν ἔτεσι γὰρ δέκα μέγεθος λαμβάνουσι <lb/>τέλεον. Κύει δὲ δέκα
							μῆνας. Τίκτει δ’ ὁ δελφὶς ἐν τῷ <lb/>θέρει, ἐν ἄλλῃ δ’ ὥρᾳ οὐδεμιᾷ· συμβαίει δὲ καὶ
							ἀφανίζεσθαι <lb/>αὐτὸν ὑπὸ κύνα περὶ τριάκονθ’ ἡμέρας. Παρακολουθεῖ δὲ τὰ <lb/>τέκνα
							πολὺν χρόνον, καὶ ἔστι τὸ ζῷον φιλότεκνον. Ζῇ δ’ ἔτη <lb/>πολλά· δῆλοι γὰρ ἔνιοι
							γεγόνασι βιοῦντες οἱ μὲν πέντε <lb/>καὶ εἴκοσιν ἔτη, οἱ δὲ τριάκοντα· ἀποκόπτοντες γὰρ
							ἐνίων τὸ <lb/>οὐραῖον οἱ ἁλιεῖς ἀφιᾶσιν, ὥστε τούτῳ γνωρίζεσθαι τοὺς <lb/>χρόνους
							αὐτῶν. Ἡ δὲ φώκη ἔστι μὲν τῶν ἐπαμφοτεριζόντων <lb/>ζῴων· οὐ δέχεται μὲν γὰρ τὸ ὕδωρ,
							ἀλλ’ ἀναπνεῖ καὶ καθεύδει <lb/>καὶ τίκτει ἐν τῇ γῇ μέν, πρὸς αἰγιαλοῖς δέ, ὡς οὖσα τῶν
							πεζῶν, <lb/>διατρίβει δὲ τοῦ χρόνου τὸν πολὺν καὶ τρέφεται ἐκ τῆς <lb/>θαλάττης, διὸ
							μετὰ τῶν ἐνύδρων περὶ αὐτῆς λεκτέον. Ζῳοτοκεῖ <pb n="202"/> μὲν οὖν εὐθὺς ἐν αὑτῇ, καὶ
							τίκτει ζῷα, καὶ χόριον καὶ <lb/>τἆλλα προΐεται ὥσπερ πρόβατον. Τίκτει δ’ ἓν ἢ δύο, τὰ
							<lb/>δὲ πλεῖστα τρία. Καὶ μαστοὺς δ’ ἔχει δύο, καὶ θηλάζεται <lb/>ὑπὸ τῶν τέκνων
							καθάπερ τὰ τετράποδα. Τίκτει δ’ <lb/>ὥσπερ ἄνθρωπος πᾶσαν ὥραν τοῦ ἔτους, μάλιστα δ’
							ἅμα <lb/>ταῖς πρώταις αἰξίν. Ἄγει δὲ περὶ δωδεκαταῖα ὄντα τὰ <lb/>τέκνα εἰς τὴν
							θάλατταν πολλάκις τῆς ἡμέρας, συνεθίζουσα <lb/>κατὰ μικρόν· τὰ δὲ κατάντη φέρεται,
							ἀλλ’ οὐ βαδίζει, διὰ <lb/>τὸ μὴ δύνασθαι ἀπερείδεσθαι τοῖς ποσίν. Συνάγει δὲ καὶ
							<lb/>συστέλλει ἑαυτήν· σαρκῶδες γάρ ἐστι καὶ μαλακόν, καὶ <lb/>ὀστᾶ χονδρώδη ἔχει.
							Ἀποκτεῖναι δὲ φώκην χαλεπὸν βιαίως, <lb/>ἐὰν μή τις πατάξῃ παρὰ τὸν κρόταφον· τὸ γὰρ
							σῶμα <lb/>σαρκῶδες αὐτῆς. Ἀφίησι δὲ φωνὴν ὁμοίαν βοΐ. Ἔχει <lb/>δὲ καὶ τὸ αἰδοῖον ἡ
							θήλεια ὅμοιον βατίδι, πάντα δὲ τἆλλα <lb/>γυναικί.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐνύδρων καὶ ζῳοτοκούντων ἢ ἐν αὑτοῖς <lb/>ἢ ἔξω ἡ γένεσις καὶ τὰ
							περὶ τὸν τόκον τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>οἱ δ’ ᾠοκοκοῦντες τῶν ἰχθύων τὴν μὲν ὑστέραν δικρόαν <lb/>ἔχουσι καὶ κάτω, καθάπερ
							ἐλέχθη πρότερον (ᾠοτοκοῦσι δὲ <lb/>πάντες οἵ τε λεπιδωτοί, οἷον λάβραξ κεστρεὺς
							κέφαλος <lb/>ἐτελίς, καὶ οἱ λευκοὶ καλούμενοι πάντες, καὶ οἱ λεῖοι πλὴν
							<lb/>ἐγχέλυος), ᾠὸν δ’ ἴσχουσι ψαθυρόν. Τοῦτο δὲ φαίνεται <lb/>διὰ τὸ τὴν ὑστέραν
							εἶναι πλήρη πᾶσαν ᾠῶν, ὥστ’ ἔν γε τοῖς <lb/>μικροῖς τῶν ἰχθύων δοκεῖν ᾠὰ μόνον εἶναι
							δύο· διὰ τὴν μικρότητα <lb/>γὰρ καὶ τὴν λεπτότητα ἄδηλος ἐν αὐτοῖς ἡ ὑστέρα. <lb/>Περὶ
							μὲν οὖν τῆς ὀχείας πάντων τῶν ἰχθύων εἴρηται πρότερον. <lb/>Εἰσὶ δὲ τῶν ἰχθύων οἱ μὲν
							πλεῖστοι ἄρρενες καὶ <pb n="203"/> θήλεις, περὶ δ’ ἐρυθρίνου καὶ χάννης ἀπορεῖται·
							πάντες γὰρ <lb/>ἁλίσκονται κυήματα ἔχοντες. Συνίσταται μὲν οὖν καὶ <lb/>ὀχευομένων ᾠὰ
							τοῖς συνδυαζομένοις τῶν ἰχθύων, ἴσχουσι <lb/>δὲ καὶ ἄνευ ὀχείας. Δηλοῦσι δ’ ἔνιοι τῶν
							ποταμίων· εὐθὺς <lb/>γὰρ γεννώμενοι ὡς εἰπεῖν καὶ μικροὶ ὄντες οἱ φοξῖνοι <lb/>κυήματ’
							ἔχουσιν. Ἀπορραίνουσι δὲ τὰ ᾠά, καὶ καθάπερ <lb/>λέγεται, τὰ μὲν πολλὰ ᾠὰ οἱ ἄρρενες
							ἀνακάπτουσι, τὰ <lb/>δ’ ἀπόλλυται ἐν τῷ ὑγρῷ· ὅσα δ’ ἂν ἐκτέκωσιν εἰς τοὺς <lb/>τόπους
							εἰς οὓς ἐκτίκτουσι, ταῦτα σώζεται· εἰ γὰρ πάντα <lb/>ἐσώζετο, παμπληθὲς ἂν τὸ γένος ἦν
							ἑκάστων. Καὶ τούτων <lb/>δ’ οὐ γίνεται τὰ πολλὰ γόνιμα, ἀλλ’ ὅσα ἂν ἐπιρράνῃ <lb/>ὁ
							ἄρρην τῷ θορῷ· ὅταν γὰρ ἐκτέκῃ, παρεπόμενος ὁ ἄρρην <lb/>ἐπιρραίνει ἐπὶ τὰ ᾠὰ τὸν
							θορόν, καὶ ὅσα μὲν ἂν ἐπιρρανθῇ, <lb/>ἐκ πάντων γίνεται ἰχθύδια, ἐκ δὲ τῶν ἄλλων ὅπως
							ἂν <lb/>τύχῃ. Ταὐτὸ δὲ συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν μαλακίων· <lb/>ὁ γὰρ ἄρρην τῶν
							σηπιῶν, ὅταν ἐκτέκῃ ἡ θήλεια, ἐπιρραίνει <lb/>τὰ ᾠά. Ὅπερ εὔλογον συμβαίνειν καὶ ἐπὶ
							τῶν ἄλλων <lb/>μαλακίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν σηπιῶν ὦπται ἐν τῷ παρόντι μόνον.
							<lb/>Ἐκτίκτουσι δὲ πρὸς τῇ γῇ, οἱ μὲν κωβιοὶ πρὸς τοῖς <lb/>λίθοις, πλὴν πλατὺ καὶ
							ψαθυρὸν τὸ ἀποτικτόμενόν ἐστιν. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄλλοι· ἀλεεινά τε γάρ ἐστι τὰ
							περὶ τὴν <lb/>γῆν, καὶ τροφὴν ἔχει μᾶλλον, καὶ πρὸς τὸ μὴ κατεσθίεσθαι <lb/>ὑπὸ τῶν
							μειζόνων τὰ κυήματα. Διὸ καὶ ἐν τῷ Πόντῳ περὶ <lb/>τὸν Θερμώδοντα ποταμὸν οἱ πλεῖστοι
							τίκτουσιν· νήνεμος <lb/>γὰρ ὁ τόπος καὶ ἀλεεινὸς καὶ ἔχων ὕδατα γλυκέα. Τίκτουσι
							<lb/>δ’ οἱ μὲν ἄλλοι τῶν ᾠοτόκων ἰχθύων ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, <lb/>πλὴν τῶν μικρῶν
							φυκίδων· αὗται δὲ δίς. Διαφέρει δ’ ὁ <pb n="204"/> ἄρρην φύκης τῆς θηλείας τῷ
							μελάντερος εἶναι καὶ μείζους <lb/>ἔχειν τὰς λεπίδας. Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι ἰχθύες ἐν γόνῳ
							τίκτουσι <lb/>καὶ τὰ ᾠὰ ἀφιᾶσιν· ἣν δὲ καλοῦσί τινες βελόνην, <lb/>ὅταν ἤδη ὥρα ᾖ τοῦ
							τίκτειν, διαρρήγνυται, καὶ οὕτω τὰ ᾠὰ <lb/>ἐξέρχεται. Ἔχει γάρ τινα ὁ ἰχθὺς οὗτος
							διάφυσιν ὑπὸ <lb/>τὴν γαστέρα καὶ τὸ ἦτρον, ὥσπερ οἱ τυφλίναι ὄφεις· <lb/>ὅταν δ’
							ἐκτέκῃ, συμφύεται ταῦτα πάλιν. Ἡ δὲ γένεσις ἐκ <lb/>τοῦ ᾠοῦ ὁμοίως συμβαίνει ἐπί τε
							τῶν ἔσω ᾠοτοκούντων καὶ <lb/>ἐπὶ τῶν ἔξω· ἐπ’ ἄκρου τε γὰρ γίνεται καὶ ὑμένι
							περιέχεται, <lb/>καὶ πρῶτον διάδηλοι οἱ ὀφθαλμοὶ μεγάλοι καὶ σφαιροειδεῖς <lb/>ὄντες.
							Ἧι καὶ δῆλον ὅτι οὐχ ὥσπερ τινές φασιν, <lb/>ὁμοίως γίνονται τοῖς ἐκ τῶν σκωλήκων
							γινομένοις· τοὐναντίον <lb/>γὰρ συμβαίνει ἐπ’ ἐκείνων, τὰ κάτω μείζω πρῶτον, οἱ δ’
							<lb/>ὀφθαλμοὶ καὶ ἡ κεφαλὴ ὕστερον. Ὅταν δ’ ἀναλωθῇ τὸ <lb/>ᾠόν, γίνονται γυρινώδεις,
							καὶ τὸ μὲν πρῶτον οὐδεμίαν τροφὴν <lb/>λαμβάνοντα αὐξάνονται ἐκ τῆς ἀπὸ τοῦ ᾠοῦ
							ἐγγιγνομένης <lb/>ὑγρότητος, ὕστερον δὲ τρέφονται ἕως ἂν αὐξηθῶσι τοῖς <lb/>ποταμίοις
							ὕδασιν. Τοῦ δὲ Πόντου καθαιρομένου ἐπιφέρεταί <lb/>τι κατὰ τὸν Ἑλλήσποντον ὃ καλοῦσι
							φῦκος· ἔστι δ’ <lb/>ὠχρὸν τοῦτο. Οἱ δέ τινές φασι τοῦτο ἄνθος εἶναί τι <lb/>φυσικὸν τὸ
							φυκίον. Ἀρχομένου δὲ γίνεται τοῦ θέρους. <lb/>Τούτῳ τρέφεται καὶ τὰ ὄστρεα καὶ τὰ
							ἰχθύδια τὰ ἐν τοῖς <lb/>τόποις τούτοις. Φασὶ δέ τινες τῶν θαλαττίων καὶ τὴν πορφύραν
							<lb/>ἴσχειν ἀπὸ τούτου τὸ ἄνθος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Οἱ δὲ λιμναῖοι καὶ οἱ ποτάμιοι τῶν ἰχθύων κυήματα <lb/>μὲν ἴσχουσι πεντάμηνοι τὴν
							ἡλικίαν ὄντες ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, <pb n="205"/> τίκτουσι δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ περιιόντος
							ἅπαντες· ὥσπερ δὲ <lb/>καὶ οἱ θαλάττιοι, καὶ οὗτοι οὐκ ἐξαφιᾶσιν οὐδέποτε ἅμα
							<lb/>πᾶν, οὔτε αἱ θήλειαι τὸ ᾠὸν οὔτε οἱ ἄρρενες τὸν θορόν, <lb/>ἀλλ’ ἔχουσιν ἀεὶ
							πλείω ἢ ἐλάττονα αἱ μὲν ᾠὰ οἱ δὲ θορόν. <lb/>Τίκτουσι δ’ ἐν τῇ καθηκούσῃ ὥρᾳ κυπρῖνος
							μὲν πεντάκις ἢ <lb/>ἑξάκις· ποιεῖαι δὲ τὸν τόκον μάλιστα ἐπὶ τοῖς ἄστροις· <lb/>χαλκὶς
							δὲ τίκτει τρίς, οἱ δ’ ἄλλοι ἅπαξ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ. <lb/>Τίκτουσι δὲ πάντες ἐν ταῖς
							προλιμνάσι τῶν ποταμῶν καὶ <lb/>τῶν λιμνῶν πρὸς τὰ καλαμώδη, οἷον οἵ τε φοξῖνοι καὶ αἱ
							<lb/>πέρκαι. Οἱ δὲ γλάνεις καὶ αἱ πέρκαι συνεχὲς ἀφιᾶσι τὸ <lb/>κύημα, ὥσπερ οἱ
							βάτραχοι· οὕτω δὲ συνεχές ἐστι τὸ κύημα <lb/>περιειλιγμένον, ὥστε τό γε τῆς πέρκης διὰ
							πλατύτητα <lb/>ἀναπηνίζονται ἐν ταῖς λίμναις οἱ ἁλιεῖς ἐκ τῶν καλάμων. <lb/>Οἱ μὲν οὖν
							μείζους τῶν γλανίων ἐν τοῖς βαθέσι ἐκτίκτουσιν, <lb/>ἔνιοι καὶ κατ’ ὀργυιᾶς τὸ βάθος,
							οἱ δ’ ἐλάττους <lb/>αὐτῶν ἐν τοῖς βραχυτέροις, μάλιστα πρὸς ῥίζαις ἰτέας ἢ <lb/>ἄλλου
							τινὸς δένδρου, καὶ πρὸς τῷ καλάμῳ δὲ καὶ πρὸς τῷ <lb/>βρύῳ. Συμπλέκοται δὲ πρὸς
							ἀλλήλους ἐνίοτε καὶ πάνυ <lb/>μέγας πρὸς μικρόν· καὶ προσαγαγόντες τοὺς πόρους πρὸς
							<lb/>ἀλλήλους, οὓς καλοῦσί τινες ὀμφαλούς, ᾗ τὸν γόνον ἀφιᾶσιν, <lb/>ὁ μὲν τὸ ᾠὸν ὁ δὲ
							τὸν θορὸν ἐξίησιν. Ὅσα δ’ ἂν τῷ <lb/>θορῷ μιχθῇ τῶν ᾠῶν, εὐθύς τε λευκότερα φαίνεται
							καὶ μείζω <lb/>ἐν ἡμέρᾳ ὡς εἰπεῖν. Ὕστερον δ’ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ δῆλά <lb/>ἐστι τὰ ὄμματα
							τοῦ ἰχθύος· τοῦτο γὰρ ἐν πᾶσι τοῖς <lb/>ἰχθύσιν, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ζῴοις,
							ἐπιδηλότατόν ἐστιν <lb/>εὐθὺς καὶ φαίνεται μέγιστον. Ὅσων δ’ ἂν ᾠῶν ὁ θορὸς <pb n="206"/> μὴ θίγῃ, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν θαλαττίων, ἀχρεῖον τὸ <lb/>ᾠὸν τοῦτο καὶ
							ἄγονόν ἐστιν. Ἀπὸ δὲ τῶν γονίμων ᾠῶν <lb/>αὐξανομένων τῶν ἰχθυδίων ἀποκαθαίρεται οἷον
							κέλυφος· <lb/>τοῦτο δ’ ἐστὶν ὑμὴν ὁ περιέχων τὸ ᾠὸν καὶ τὸ ἰχθύδιον. <lb/>Ὅταν δὲ μιγῇ
							τῷ ᾠῷ ὁ θορός, σφόδρα γίνεται κολλῶδες <lb/>τὸ συνεστηκὸς ἐξ αὐτῶν πρὸς ταῖς ῥίζαις ἢ
							ὅπου ἂν ἐκτέκωσιν. <lb/>Οὗ δ’ ἂν πλεῖστον τέκωσιν, ᾠοφυλακεῖ ὁ ἄρρην, <lb/>ἡ δὲ θήλεια
							ἀπέρχεται τεκοῦσα. Ἔστι δὲ βραδυτάτη μὲν <lb/>ἐκ τῶν ᾠῶν ἡ τῶν γλανίων αὔξησις, διὸ
							προσεδρεύει ὁ <lb/>ἄρρην καὶ τετταράκοντα καὶ πεντήκοντα ἡμέρας, ὅπως μὴ
							<lb/>κατεσθίηται ὁ γόνος ὑπὸ τῶν παρατυχόντων ἰχθυδίων· <lb/>δευτέρα δὲ βραδυτῆτι ἡ
							τοῦ κυπρίνου γένεσις, ὅμως δὲ <lb/>ταχέως καὶ τούτων ὁ σωζόμενος διαφεύγει γόνος. Τῶν
							δ’ <lb/>ἐλαττόνων ἐνίων καὶ τριταίων ὄντων ἤδη ἰχθύδιά ἐστιν. <lb/>Λαμβάνει δ’ αὔξησιν
							τὰ ᾠά, ὧν ἂν ἐπιψαύσῃ ὁ· θορός, καὶ <lb/>αὐθημερὸν καὶ ὕστερον ἔτι. Τὸ μὲν οὖν τοῦ
							γλάνιος <lb/>γίνεται ὅσον ὄροβος, τὰ δὲ τῶν κυπρίνων καὶ τῶν τοιούτων <lb/>ὅσον
							κέγχρος. Ταῦτα μὲν οὖν τοῦτον τὸν τρόπον τίκτει <lb/>καὶ γεννᾷ, χαλκὶς δὲ τίκτει ἐν
							τοῖς βαθέσιν ἀθρόα καὶ <lb/>ἀγελαῖα, ὃν δὲ καλοῦσι τίλωνα, πρὸς τοῖς αἰγιαλοῖς ἐν
							<lb/>ὑπηνέμοις· ἀγελαῖος δὲ καὶ οὗτος. Κυπρῖνος δὲ καὶ βάλερος <lb/>καὶ οἱ ἄλλοι
							πάντες ὡς εἰπεῖν ὠθοῦνται μὲν εἰς τὰ <lb/>βραχέα πρὸς τὸν τόκον, μιᾷ δὲ θηλείᾳ
							πολλάκις ἀκολουθοῦσιν <lb/>ἄρρενες καὶ τρισκαίδεκα καὶ τεσσαρεσκαίδεκα· τῆς θηλείας
							<lb/>δ’ ἀφιείσης τὸ ᾠὸν καὶ ὑποχωρούσης ἐπακολουθοῦντες <lb/>ἐπιρραίνουσι τὸν θορόν.
							Ἀπόλλυται δὲ τὰ πλεῖστ’ αὐτῶν· <pb n="207"/> διά τε γὰρ τὸ ὑποχωροῦσαν τίκτειν τὴν
							θήλειαν σκεδάννυται <lb/>τὸ ᾠόν, ὅ τι ἂν ὑπὸ ῥεύματος ληφθῇ καὶ μὴ προσπέσῃ πρὸς
							<lb/>ὕλην· καὶ γὰρ οὐδ’ ᾠοφυλακεῖ τῶν ἄλλων ἔξω γλάνιος <lb/>οὐθείς, πλὴν ἐὰν ἀθρόῳ
							γόνῳ ἑαυτοῦ περιτύχῃ ὁ κυπρῖνος· <lb/>τοῦτον δέ φασιν ᾠοφυλακεῖν. Θορὸν δὲ πάντες
							ἔχουσιν οἱ <lb/>ἄρρενες πλὴν ἐγχέλυος· αὕτη δ’ οὐδέτερον οὔτ’ ᾠὸν οὔτε <lb/>θορόν. Οἱ
							μὲν οὖν κεστρεῖς ἐκ τῆς θαλάττης ἀναβαίνουσιν <lb/>εἴς τε τὰς λίμνας καὶ τοὺς
							ποταμούς, αἱ δ’ ἐγχέλυς τοὐναντίον <lb/>ἐκ τούτων εἰς τὴν θάλατταν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Οἱ μὲν οὖν πλεῖστοι, ὥσπερ εἴρηται, τῶν ἰχθύων γίνονται <lb/>ἐξ ᾠῶν. Οὐ μὴν ἀλλ’
							ἔνιοι καὶ ἐκ τῆς ἰλύος καὶ ἐκ τῆς <lb/>ἄμμου γίνονται, καὶ τῶν τοιούτων γενῶν ἃ
							γίνεται ἐκ συνδυασμοῦ <lb/>καὶ ᾠῶν, ἐν τέλμασιν ἄλλοις τε, καὶ οἷον περὶ <lb/>Κνίδον
							φασὶν εἶναί ποτε, ὃ ἐξηραίνετο μὲν ὑπὸ κύνα καὶ <lb/>ἡ ἰλὺς ἅπασα ἐξῃρεῖτο, ὕδωρ δ’
							ἤρχετο ἐγγίνεσθαι ἅμα <lb/>τοῖς πρώτοις γιγνομένοις. Ἐν τούτῳ ἰχθύδια ἐνεγίνετο
							<lb/>ἀρχομένου τοῦ ὕδατος. Ἦν δὲ κεστρέων τι γένος τοῦτο, ὃ <lb/>οὐδὲ γίνεται ἐξ
							ὀχείας, μέγεθος ἡλίκα μαινίδια μικρά· ᾠὸν <lb/>δὲ τούτων εἶχεν οὐδὲν οὐδὲ θορόν.
							Γίνεται δὲ καὶ ἐν ποταμοῖς <lb/>ἐν τῇ Ἀσίᾳ, οὐ διαρρέουσιν εἰς τὴν θάλατταν, ἰχθύδια
							<lb/>μικρά, ἡλίκοι ἑψητοί, ἕτερα τὸν αὐτὸν τρόπον τούτοις. <lb/>Ἔνιοι δὲ καὶ ὅλως φασὶ
							τοὺς κεστρεῖς φύεσθαι πάντας, οὐκ <lb/>ὀρθῶς λέγοντες· ἔχουσαι γὰρ φαίνονται καὶ ᾠὰ αἱ
							θήλειαι <lb/>αὐτῶν καὶ θορὸν οἱ ἄρρενες. Ἀλλὰ γένος τί ἐστιν αὐτῶν <pb n="208"/>
							τοιοῦτον, ὃ φύεται ἐκ τῆς ἰλύος καὶ τῆς ἄμμου. Ὅτι μὲν <lb/>οὖν γίνεται αὐτόματα ἔνια
							οὔτ’ ἐκ ζῴων οὔτ’ ἐξ ὀχείας, φανερὸν <lb/>ἐκ τούτων. Ὅσα δὲ μήτ’ ᾠοτοκεῖ μήτε
							ζῳοτοκεῖ, <lb/>πάντα γίνεται τὰ μὲν ἐκ τῆς ἰλύος τὰ δ’ ἐκ τῆς ἄμμου καὶ <lb/>τῆς
							ἐπιπολαζούσης σήψεως, οἷον καὶ τῆς ἀφύης ὁ καλούμενος <lb/>ἀφρὸς γίνεται ἐκ τῆς
							ἀμμώδους γῆς· καὶ ἔστιν αὕτη ἡ ἀφύη <lb/>ἀναυξὴς καὶ ἄγονος, καὶ ὅταν πλείων γένηται
							χρόνος, <lb/>ἀπόλλυται, ἄλλη δὲ πάλιν ἐπιγίνεται, διὸ ἔξω χρόνου τινὸς <lb/>ὀλίγου
							πᾶσαν ὡς εἰπεῖν τὴν ἄλλην γίνεται ὥραν· διαμένει <lb/>γὰρ ἀρξαμένη ἀπὸ ἀρκτούρου
							μετοπωρινοῦ μέχρι τοῦ ἔαρος. <lb/>Σημεῖον δ’ ὅτι ἐνίοτ’ ἐκ τῆς γῆς ἀνέρχεται·
							ἁλιευομένων <lb/>γάρ, ἐὰν μὲν ᾖ ψῦχος, οὐχ ἁλίσκεται, ἐὰν δ’ ᾖ εὐδία, <lb/>ἁλίσκεται,
							ὡς ἐκ τῆς γῆς ἀνιοῦσα πρὸς τὴν ἀλέαν. Καὶ <lb/>ἑλκόντων καὶ ἀναξυομένης τῆς γῆς
							πλεονάκις πλείων γίνεται <lb/>καὶ βελτίων. Αἱ δ’ ἄλλαι ἀφύαι χείρους διὰ τὸ ταχὺ
							<lb/>λαμβάνειν αὔξησιν. Γίνονται δ’ ἐν τοῖς ἐπισκίοις καὶ <lb/>ἑλώδεσι τόποις, ὅταν
							εὐημερίας γενομένης ἀναθερμαίνηται <lb/>ἡ γῆ, οἷον περὶ Ἀθήνας ἐν Σαλαμῖνι καὶ πρὸς τῷ
							Θεμιστοκλείῳ <lb/>καὶ ἐν Μαραθῶνι· ἐν γὰρ τούτοις τοῖς τόποις γίνεται <lb/>ὁ ἀφρός.
							Φαίνεται δ’ ἐν μὲν τόποις τοιούτοις καὶ εὐημερίαις <lb/>τοιαύταις, γίνεται δ’ ἐνιαχοῦ
							καὶ ὁπόταν ὕδωρ πολὺ ἐξ <lb/>οὐρανοῦ γένηται, ἐν τῷ ἀφρῷ τῷ γιγνομένῳ ὑπὸ τοῦ ὀμβρίου
							<lb/>ὕδατος, διὸ καὶ καλεῖται ἀφρός· καὶ ἐπιφέρεται ἐνίοτε <lb/>ἐπιπολῆς τῆς θαλάττης,
							ὅταν εὐημερία ᾖ, ἐν ᾧ συστρέφεται, <lb/>οἷον ἐν τῇ κόπρῳ τὰ σκωλήκια, οὕτως ἐν τούτῳ ὁ
								<pb n="209"/> ἀφρός, ὅπου ἂν συστῇ ἐπιπολῆς· διὸ πολλαχοῦ προσφέρεται <lb/>ἐκ τοῦ
							πελάγους ἡ ἀφύη αὕτη. Καὶ εὐθηνεῖ δὲ καὶ <lb/>ἁλίσκεται πλείστη, ὁπόταν ἔνυγρον καὶ
							εὐδιεινὸν γένηται <lb/>τὸ ἔτος. Ἡ δ’ ἄλλη ἀφύη γόνος ἰχθύων ἐστίν, ἡ μὲν καλουμένη
							<lb/>κωβῖτις κωβιῶν τῶν μικρῶν καὶ φαύλων, οἳ καταδύνουσιν <lb/>εἰς τὴν γῆν· ἐκ δὲ τῆς
							φαληρικῆς γίγνονται μεμβράδες, <lb/>ἐκ δὲ τούτων τριχίδες, ἐκ δὲ τῶν τριχίδων τριχίαι,
							ἐκ <lb/>δὲ μιᾶς ἀφύης, οἷον τῆς ἐν τῷ Ἀθηναίων λιμένι, οἱ ἐγκρασίχολοι
							<lb/>καλούμενοι. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλη ἀφύη, ἣ γόνος ἐστὶ <lb/>μαινίδων καὶ κεστρέων. Ὁ δ’
							ἀφρὸς ὁ ἄγονος ὑγρός ἐστι <lb/>καὶ διαμένει ὀλίγον χρόνον, καθάπερ εἴρηται πρότερον·
							<lb/>τέλος γὰρ λείπεται κεφαλὴ καὶ ὀφθαλμοί. Πλὴν νῦν εὕρηται <lb/>τοῖς ἁλιεῦσι πρὸς
							τὸ διακομίζειν· ἁλιζομένη γὰρ <lb/>πλείω μένει χρόνον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Αἱ δ’ ἐγχέλυς οὔτ’ ἐξ ὀχείας γίνονται οὔτ’ ᾠοτοκοῦσιν, <lb/>οὐδ’ ἐλήφθη πώποτε οὔτε
							θορὸν ἔχουσα οὐδεμία οὔτ’ ᾠά, <lb/>οὔτ’ ἀνασχισθεῖσαι ἐντὸς θορικοὺς πόρους οὔθ’
							ὑστερικοὺς <lb/>ἔχουσιν· ἀλλὰ τοῦτο ὅλον τὸ γένος τῶν ἐναίμων οὐ γίνεται <lb/>οὔτ’ ἐξ
							ὀχείας οὔτ’ ἐξ ᾠῶν. Φανερὸν δ’ ἐστὶν ὅτι οὕτως ἔχει· <lb/>ἐν ἐνίαις γὰρ τελματώδεσι
							λίμναις τοῦ τε ὕδατος παντὸς <lb/>ἐξαντληθέντος καὶ τοῦ πηλοῦ ξυσθέντος γίνονται
							πάλιν, ὅταν <lb/>ὕδωρ γένηται ὄμβριον· ἐν δὲ τοῖς αὐχμοῖς οὐ γίνονται, οὐδ’ ἐν
							<lb/>ταῖς διαμενούσαις λίμναις· καὶ γὰρ ζῶσι καὶ τρέφονται ὀμβρίῳ <lb/>ὕδατι. Ὅτι μὲν
							οὖν οὔτ’ ἐξ ὀχείας οὔτ’ ἐξ ᾠῶν γίνονται, <lb/>φανερόν ἐστιν· δοκοῦσι δέ τισι γεννᾶν,
							ὅτι ἐν ἐνίαις τῶν ἐγχελύων <pb n="210"/> ἑλμίνθια ἐγγίνεται· ἐκ τούτων γὰρ οἴονται
							γίνεσθαι <lb/>ἐγχέλυς. Τοῦτο δ’ ἐστὶν οὐκ ἀληθές, ἀλλὰ γίγνονται <lb/>ἐκ τῶν
							καλουμένων γῆς ἐντέρων, ἃ αὐτόματα συνίσταται ἐν <lb/>τῷ πηλῷ καὶ ἐν τῇ γῇ τῇ ἐνίκμῳ.
							Καὶ ἤδη εἰσὶν ὠμμέναι αἱ <lb/>μὲν ἐκδύνουσαι ἐκ τούτων, αἱ δ’ ἐν διακνιζομένοις καὶ
							διαιρουμένοις <lb/>γίνονται φανεραί. Καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ δὲ καὶ <lb/>ἐν τοῖς ποταμοῖς
							γίνονται τὰ τοιαῦτα, ὅταν ᾖ μάλιστα <lb/>σῆψις, τῆς μὲν θαλάττης πρὸς τοῖς τοιούτοις
							τόποις οὗ <lb/>ἂν ᾖ φῦκος, τῶν δὲ ποταμῶν καὶ λιμνῶν περὶ τὰ χείλη· ἐνταῦθα <lb/>γὰρ ἡ
							ἀλέα ἰσχύουσα σήπει. Περὶ μὲν οὖν τῆς τῶν ἐγχελύων <lb/>γενέσεως τοῦτον ἔχει τὸν
							τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Τοὺς δὲ τόκους οὔτε πάντες οἱ ἰχθύες ποιοῦνται τὴν αὐτὴν <lb/>ὥραν οὔθ’ ὁμοίως, οὔτε
							κύουσι τὸν ἴσον χρόνον. Πρὸ μὲν <lb/>οὖν τῆς ὀχείας ἀγέλαι γίνονται ἀρρένων καὶ
							θηλειῶν· ὅταν <lb/>δὲ περὶ τὴν ὀχείαν καὶ τοὺς τόκους ὦσι, συνδυάζονται. Κύουσι
							<lb/>δὲ τούτων ἔνιοι μὲν οὐ πλείους τριάκονθ’ ἡμερῶν, οἱ δὲ <lb/>ἐλάττω χρόνον, πάντες
							δ’ ἐν χρόνοις διαιρουμένοις εἰς τὸν <lb/>τῶν ἑβδομάδων ἀριθμόν. Κύουσι δὲ πλεῖστον
							χρόνον οὓς <lb/>καλοῦσί τινες μαρίνους. Σάργος δὲ κυΐσκεται μὲν περὶ <lb/>τὸν
							Ποσειδεῶνα μῆνα, κύει δ’ ἡμέρας τριάκοντα· καὶ ὃν καλοῦσι <lb/>δέ τινες χελῶνα τῶν
							κεστρέων, καὶ ὁ μύξων <lb/>τὴν αὐτὴν ὥραν καὶ ἴσον χρόνον κύουσι τῷ σάργῳ. Πονοῦσι
							<lb/>δὲ τῇ κυήσει πάντες, διὸ μάλιστα τὴν ὥραν ταύτην ἐκπίπτουσιν· <lb/>φέρονται γὰρ
							οἰστρῶντες πρὸς τὴν γῆν. Καὶ <lb/>ὅλως ἐν κινήσει περὶ τὸν χρόνον τοῦτον διατελοῦσιν
							ὄντες, <pb n="211"/> ἕως ἂν ἐκτέκωσιν· καὶ μάλιστα ὁ κεστρεὺς τοῦτο ποιεῖ τῶν
							<lb/>ἰχθύων· ὅταν δ’ ἐκτέκωσιν, ἡσυχάζουσιν. Πολλοῖς δὲ τῶν <lb/>ἰχθύων πέρας ἐστὶ τοῦ
							τίκτειν, ὅταν ἐγγένηται σκωλήκια ἐν <lb/>τῇ γαστρί· ἐγγίνεται γὰρ μικρὰ καὶ ἔμψυχα, ἃ
							ἐξελαύνει <lb/>τὰ κυήματα. Οἱ δὲ τόκοι γίνονται τοῖς μὲν ῥυάσι τοῦ ἔαρος, <lb/>καὶ
							τοῖς πλείστοις δὲ περὶ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν· τοῖς δ’ <lb/>ἄλλοις οὐχ ἡ αὐτὴ ὥρα τοῦ
							ἔτους, ἀλλὰ τοῖς μὲν τοῦ θέρους, <lb/>τοῖς δὲ περὶ τὴν φθινοπωρινὴν ἰσημερίαν. Τίκτει
							δὲ πρῶτον <lb/>τῶν τοιούτων ἀθερίνη (τίκτει δὲ πρὸς τῇ γῇ), κέφαλος <lb/>δὲ ὕστατος·
							δῆλον δ’ ἐκ τοῦ πρῶτον ταύτης φαίνεσθαι τὸν <lb/>γόνον, τοῦ δ’ ὕστατον. Τίκτει δὲ καὶ
							κεστρεὺς ἐν τοῖς <lb/>πρώτοις, καὶ σάλπη τοῦ θέρους ἀρχομένου ἐν τοῖς πλείστοις,
							<lb/>ἐνιαχοῦ δὲ μετοπώρου. Τίκτει δὲ καὶ ὁ αὐλωπίας, ὃν <lb/>καλοῦσί τινες ἀνθίαν, τοῦ
							θέρους. Μετὰ δὲ τούτους χρύσοφρυς <lb/>καὶ λάβραξ καὶ μόρμυρος καὶ ὅλως οἱ καλούμενοι
							<lb/>δρομάδες. Ὕστατοι δὲ τῶν ἀγελαίων τρίγλη καὶ κορακῖνος· <lb/>τίκτουσι δὲ οὗτοι
							περὶ τὸ μετόπωρον. Τίκτει δ’ ἡ τρίγλη <lb/>ἐπὶ τῷ πηλῷ, διὸ ὀψὲ τίκτει· πολὺν γὰρ
							χρόνον ὁ πηλὸς <lb/>ψυχρός ἐστιν. Ὁ δὲ κορακῖνος ὕστερον τῆς τρίγλης ἐπὶ τῶν
							<lb/>φυκίων ἐκπορευόμενος, διὰ τὸ βιοτεύειν ἐν τοῖς πετραίοις <lb/>χωρίοις· κύει δὲ
							πολὺν χρόνον. Αἱ δὲ μαινίδες τίκτουσι <lb/>μετὰ τροπὰς χειμερινάς. Τῶν δ’ ἄλλων ὅσοι
							πελάγιοι, οἱ <lb/>πολλοὶ θέρους τίκτουσιν· σημεῖον δ’ ὅτι οὐχ ἁλίσκονται τὸν
							<lb/>χρόνον τοῦτον. Πολυγονώτατον δ’ ἐστὶ τῶν ἰχθύων μαινίς, <lb/>τῶν δὲ σελαχῶν
							βάτραχος· ἀλλὰ σπάνιοί εἰσι διὰ τὸ <lb/>ἀπόλλυσθαι ῥᾳδίως· τίκτει γὰρ ἀθρόα καὶ πρὸς
							τῇ γῇ. <pb n="212"/> Ὅλως δ’ ὀλιγογονώτερα μέν ἐστι τὰ σελάχη διὰ τὸ ζῳοτοκεῖν,
							<lb/>σώζεται δὲ μάλιστα ταῦτα διὰ τὸ μέγεθος. Ὀψίγονον <lb/>δ’ ἐστὶ καὶ ἡ καλουμένη
							βελόνη, καὶ αἱ πολλαὶ αὐτῶν <lb/>πρὸ τοῦ τίκτειν διαρρήγνυνται ὑπὸ τῶν ᾠῶν· ἴσχει δ’
							οὐχ <lb/>οὕτω πολλὰ ὡς μεγάλα. Καὶ ὥσπερ τὰ φαλάγγια δέ, <lb/>περικέχυνται καὶ περὶ
							τὴν βελόνην· ἐκτίκτει γὰρ πρὸς <lb/>αὑτῇ, κἄν τις θίγῃ, φεύγουσιν. Ἡ δ’ ἀθερίνη τίκτει
							τρίβουσα <lb/>τὴν κοιλίαν πρὸς τὴν ἄμμον. Διαρρήγνυνται δὲ καὶ <lb/>οἱ θύννοι ὑπὸ τῆς
							πιμελῆς, ζῶσι δ’ ἔτη δύο. Σημεῖον δὲ <lb/>τούτου ποιοῦνται οἱ ἁλιεῖς· ἐκλιπουσῶν γάρ
							ποτε τῶν <lb/>θυννίδων ἐνιαυτόν, τῷ ἐχομένῳ ἔτει καὶ οἱ θύννοι ἐξέλιπον. <lb/>Δοκοῦσι
							δ’ ἐνιαυτῷ εἶναι πρεσβύτεροι τῶν πηλαμύδων. <lb/>Ὀχεύονται δ’ οἱ θύννοι καὶ οἱ
							σκόμβροι περὶ τὸν Ἐλαφηβολιῶνα <lb/>φθίνοντα, τίκτουσι δὲ περὶ τὸν Ἑκατομβαιῶνα
							<lb/>ἀρχόμενον· τίκτουσι δὲ οἷον ἐν θυλάκῳ τὰ ᾠά. Ἡ δ’ αὔξησίς <lb/>ἐστι τῶν θυννίδων
							ταχεῖα· ὅταν γὰρ τέκωσιν οἱ ἰχθύες <lb/>ἐν τῷ Πόντῳ, γίγνονται ἐκ τοῦ ᾠοῦ ἃς καλοῦσιν
							οἱ μὲν <lb/>σκορδύλας, Βυζάντιοι δ’ αὐξίδας διὰ τὸ ἐν ὀλίγαις αὐξάνεσθαι <lb/>ἡμέραις,
							καὶ ἐξέρχονται μὲν τοῦ φθινοπώρου ἅμα <lb/>ταῖς θυννίσιν, εἰσπλέουσι δὲ τοῦ ἔαρος ἤδη
							οὖσαι πηλαμύδες. <lb/>Σχεδὸν δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ἰχθύες ταχεῖαν λαμβάνουσι <lb/>τὴν
							αὔξησιν, πάντες δ’ ἐν τῷ Πόντῳ θᾶττον· παρ’ <lb/>ἡμέραν γὰρ καὶ αἱ ἄμιαι πολὺ ἐπιδήλως
							αὔξονται. Ὅλως <lb/>δὲ δεῖ νομίζειν τοῖς αὐτοῖς ἰχθύσι μὴ ἐν τοῖς αὐτοῖς τόποις
							<lb/>μήτε τῆς ὀχείας καὶ τῆς κυήσεως εἶναι τὴν αὐτὴν ὥραν μήτε <lb/>τοῦ τόκου καὶ τῆς
							εὐημερίας, ἐπεὶ καὶ οἱ καλούμενοι κορακῖνοι <lb/>ἐνιαχοῦ τίκτουσι περὶ τὸν πυραμητόν·
							ἀλλὰ τοῦ ὡς <pb n="213"/> ἐπὶ τὸ πολὺ γιγνομένου ἐστόχασται τὰ εἰρημένα. Ἴσχουσι
							<lb/>δὲ καὶ οἱ γόγγροι κυήματα· ἀλλ’ οὐκ ἐν πᾶσι τοῖς τόποις <lb/>ὁμοίως τοῦτο
							ἐπίδηλον, οὐδὲ τὸ κύημα σφόδρα φανερὸν διὰ <lb/>τὴν πιμελήν· ἴσχει γὰρ μακρόν, ὥσπερ
							καὶ οἱ ὄφεις. Ἀλλ’ <lb/>ἐπὶ τὸ πῦρ τιθέμενον διάδηλον ποιεῖ· ἡ μὲν γὰρ πιμελὴ θυμιᾶται
							<lb/>καὶ τήκεται, τὰ δὲ πηδᾷ καὶ ψοφεῖ ἐκθλιβόμενα. <lb/>Ἔτι δ’ ἄν τις ψηλαφᾷ καὶ
							τρίβῃ τοῖς δακτύλοις, τὸ μὲν <lb/>στέαρ λεῖον φαίνεται, τὸ δ’ ᾠὸν τραχύ. Ἔνιοι μὲν οὖν
							<lb/>γόγγροι στέαρ μὲν ἔχουσιν ᾠὸν δ’ οὐδέν, οἱ δὲ τοὐναντίον <lb/>στέαρ μὲν οὐθέν,
							ᾠὸν δὲ τοιοῦτον οἷον εἴρηται νῦν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="18">
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ζῴων καὶ πλωτῶν καὶ πτηνῶν, <lb/>καὶ περὶ τῶν πεζῶν ὅσα
							ᾠοτοκεῖ, σχεδὸν εἴρηται περὶ πάντων, <lb/>περί τε ὀχείας καὶ κυήσεως καὶ τῶν ἄλλων τῶν
							ὁμοιοτρόπων <lb/>τούτοις· περὶ δὲ τῶν πεζῶν ὅσα ζῳοτοκεῖ καὶ περὶ <lb/>ἀνθρώπου
							λεκτέον τὰ συμβαίνοντα τὸν αὐτὸν τρόπον. Περὶ <lb/>μὲν οὖν ὀχείας εἴρηται καὶ ἰδίᾳ καὶ
							κοινῇ κατὰ πάντων. <lb/>Πάντων δὲ κοινὸν τῶν ζῴων τὸ περὶ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν
							<lb/>ἡδονὴν ἐπτοῆσθαι τὴν ἀπὸ τῆς ὀχείας μάλιστα. Τὰ μὲν <lb/>οὖν θήλεα χαλεπώτατα,
							ὅταν ἐκτέκωσι πρῶτον, οἱ δ’ ἄρρενες <lb/>περὶ τὴν ὀχείαν. Οἵ τε γὰρ ἵπποι δάκνουσι
							τοὺς ἵππους <lb/>καὶ καταβάλλουσι καὶ διώκουσι τοὺς ἱππέας, καὶ οἱ ὕες οἱ <lb/>ἄγριοι
							χαλεπώτατοι, καίπερ ἀσθενέστατοι περὶ τὸν καιρὸν <lb/>τοῦτον ὄντες, διὰ τὴν ὀχείαν,
							καὶ πρὸς ἀλλήλους μὲν ποιοῦνται <lb/>μάχας θαυμαστάς, θωρακίζοντες ἑαυτοὺς καὶ
							ποιοῦντες <lb/>τὸ δέρμα ὡς παχύτατον ἐκ παρασκευῆς, πρὸς τὰ δένδρα <lb/>τρίβοντες καὶ
							τῷ πηλῷ μολύνοντες πολλάκις καὶ ξηραίνοντες <lb/>ἑαυτούς· μάχονται δὲ πρὸς ἀλλήλους,
							ἐξελαύνοντες <pb n="214"/> ἐκ τῶν συοφορβίων, οὕτω σφοδρῶς ὥστε πολλάκις ἀμφότεροι
							<lb/>ἀποθνήσκουσιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ταῦροι καὶ οἱ κριοὶ <lb/>καὶ οἱ τράγοι· πρότερον
							γὰρ ὄντες σύννομοι ἕκαστοι περὶ <lb/>τοὺς καιροὺς τῆς ὀχείας μάχονται διιστάμενοι πρὸς
							ἀλλήλους. <lb/>Χαλεπὸς δὲ καὶ ὁ κάμηλος περὶ τὴν ὀχείαν ὁ ἄρρην, ἐάν τε <lb/>ἄνθρωπος
							ἐάν τε κάμηλος πλησιάζῃ· ἵππῳ μὲν γὰρ ὅλως ἀεὶ <lb/>πολεμεῖ. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ
							ἐπὶ τῶν ἀγρίων· καὶ <lb/>γὰρ ἄρκτοι καὶ λύκοι καὶ λέοντες χαλεποὶ τοῖς πλησιάζουσι
							<lb/>γίνονται περὶ τὸν καιρὸν τοῦτον, πρὸς ἀλλήλους δ’ ἧττον <lb/>μάχονται διὰ τὸ μὴ
							ἀγελαῖον εἶναι μηθὲν τῶν τοιούτων ζῴων. <lb/>Χαλεπαὶ δὲ καὶ αἱ θήλειαι ἄρκτοι ἀπὸ τῶν
							σκύμνων, ὥσπερ <lb/>καὶ αἱ κύνες ἀπὸ τῶν σκυλακίων. Ἐξαγριαίνονται δὲ καὶ οἱ
							<lb/>ἐλέφαντες περὶ τὴν ὀχείαν, διό περ φασὶν οὐκ ἐᾶν αὐτοὺς <lb/>ὀχεύειν τὰς θηλείας
							τοὺς τρέφοντας ἐν τοῖς Ἰνδοῖς· ἐμμανεῖς <lb/>γὰρ γινομένους ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις
							ἀνατρέπειν τὰς <lb/>οἰκήσεις αὐτῶν ἅτε φαύλως ᾠκοδομημένας, καὶ ἄλλα πολλὰ
							<lb/>ἐργάζεσθαι. Φασὶ δὲ καὶ τὴν τῆς τροφῆς δαψίλειαν πραοτέρους <lb/>αὐτοὺς παρέχειν·
							καὶ προσάγοντες δ’ αὐτοῖς ἑτέρους <lb/>κολάζουσι καὶ δουλοῦνται προστάττοντες τύπτειν
							τοῖς <lb/>προσαγομένοις. Τὰ δὲ πολλάκις ποιούμενα τὰς ὀχείας <lb/>καὶ μὴ κατὰ μίαν
							ὥραν, οἷον τὰ συνανθρωπευόμενα, ὕες τε <lb/>καὶ κύνες, ἧττον τοιαῦτα ποιοῦντα φαίνεται
							διὰ τὴν ἀφθονίαν <lb/>τῆς ὁμιλίας. Τῶν δὲ θηλειῶν ὁρμητικῶς ἔχουσι πρὸς <lb/>τὸν
							συνδυασμὸν μάλιστα μὲν ἵππος, ἔπειτα βοῦς. Αἱ μὲν <lb/>οὖν ἵπποι αἱ θήλειαι
							ἱππομανοῦσιν· ὅθεν καὶ ἐπὶ τὴν βλασφημίαν <lb/>τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐπιφέρουσιν ἀπὸ μόνου
							τῶν ζῴων <lb/>τὴν ἐπὶ τῶν ἀκολάστων περὶ τὸ ἀφροδισιάζεσθαι. Λέγονται <lb/>δὲ καὶ
							ἐξανεμοῦσθαι περὶ τὸν καιρὸν τοῦτον· διὸ ἐν <pb n="215"/> Κρήτῃ οὐκ ἐξαιροῦσι τὰ ὀχεῖα
							ἐκ τῶν θηλειῶν. Ὅταν δὲ <lb/>τοῦτο πάθωσι, θέουσιν ἐκ τῶν ἄλλων ἵππων. Ἔστι δὲ τὸ
							<lb/>πάθος ὅπερ ἐπὶ τῶν ὑῶν λέγεται τὸ καπρίζειν. Θέουσι <lb/>δὲ οὔτε πρὸς ἕω οὔτε
							πρὸς δυσμάς, ἀλλὰ πρὸς ἄρκτον ἤ <lb/>νότον. Ὅταν δ’ ἐμπέσῃ τὸ πάθος, οὐδένα ἐῶσι
							πλησιάζειν, <lb/>ἕως ἂν ἢ ἀπείπωσι διὰ τὸν πόνον ἢ πρὸς θάλατταν <lb/>ἔλθωσιν· τότε δ’
							ἐκβάλλουσί τι. Καλοῦσι δὲ καὶ τοῦτο, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τοῦ τικτομένου, ἱππομανές· ἔστι δ’
							οἷον ἡ καπρία, <lb/>καὶ ζητοῦσι τοῦτο μάλιστα πάντων αἱ περὶ τὰς φαρμακείας. <lb/>Περὶ
							δὲ τὴν ὥραν τῆς ὀχείας συγκύπτουσί τε πρὸς <lb/>ἀλλήλας μᾶλλον ἢ πρότερον, καὶ τὴν
							κέρκον κινοῦσι πυκνά, <lb/>καὶ τὴν φωνὴν ἀφιᾶσιν ἀλλοιοτέραν ἢ κατὰ τὸν ἄλλον
							<lb/>χρόνον· ῥεῖ δ’ αὐταῖς ἐκ τοῦ αἰδοίου ὅμοιον γονῇ, λεπτότερον <lb/>δὲ πολὺ ἢ τὸ
							τοῦ ἄρρενος· καὶ καλοῦσι τοῦτό τινες <lb/>ἱππομανές, ἀλλ’ οὐ τὸ ἐπὶ τοῖς πώλοις
							ἐπιφυόμενον· ἐργῶδες <lb/>δ’ εἶναί φασι λαβεῖν· κατὰ μικρὸν γὰρ ῥεῖν. Καὶ <lb/>οὐροῦσι
							δὲ πολλάκις, ὅταν σκυζῶσι, καὶ πρὸς αὑτὰς παίζουσιν. <lb/>Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς ἵππους
							τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον, αἱ δὲ βόες ταυρῶσιν· οὕτω δὲ σφόδρα κατακώχιμαι <lb/>τῷ
							πάθει γίνονται, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτῶν κρατεῖν μηδὲ <lb/>λαμβάνεσθαι τοὺς βουκόλους.
							Δῆλαι δ’ εἰσὶ καὶ αἱ ἵπποι <lb/>καὶ αἱ βόες, ὅταν ὀργῶσι πρὸς τὴν ὀχείαν, καὶ τῇ
							ἐπάρσει <lb/>τῶν αἰδοίων, καὶ τῷ πυκνὰ οὐρεῖν αἱ βόες ὥσπερ αἱ ἵπποι. <lb/>Ἔτι δ’ αἵ
							γε βόες ἐπὶ τοὺς ταύρους ἀναβαίνουσι, καὶ παρακολουθοῦσιν <lb/>ἀεί, καὶ παρεστᾶσιν.
							Πρότερα δὲ τὰ νεώτερα <lb/>ὀργᾷ πρὸς τὴν ὀχείαν καὶ ἐν τοῖς ἵπποις καὶ ἐν τοῖς βουσίν·
							<lb/>καὶ ὅταν εὐημερίαι γίνωνται καὶ τὰ σώματα εὖ ἔχωσι, <lb/>μᾶλλον ὀργῶσιν. Αἱ μὲν
							οὖν ἵπποι ὅταν ἀποκείρωνται, <pb n="216"/> ἀποπαύονται τῆς ὁρμῆς μᾶλλον καὶ γίνονται
							κατηφέστεραι. <lb/>Οἱ δ’ ἄρρενες ἵπποι διαγινώσκουσι τὰς θηλείας τὰς <lb/>συννόμους
							ταῖς ὀσμαῖς, κἂν ὀλίγας ἡμέρας ἅμα γένωνται <lb/>πρὸ τῆς ὀχείας· κἂν ἀναμιχθῶσιν
							ἀλλήλοις, ἐξελαύνουσι <lb/>δάκνοντες, καὶ νέμονται χωρίς, ἕκαστοι τὰς ἑαυτῶν ἔχοντες.
							<lb/>Διδόασι δ’ ἑκάστῳ περὶ τριάκοντα ἢ μικρῷ πλείους. Ὅταν <lb/>δὲ προσίῃ τις ἄρρην,
							συστρέψας εἰς ταὐτὸ καὶ περιδραμὼν <lb/>κύκλῳ, προσελθὼν μάχεται· κἄν τις κινῆται,
							δάκνει καὶ κωλύει. <lb/>Ὁ δὲ ταῦρος, ὅταν ὥρα τῆς ὀχείας ᾖ, τότε γίνεται <lb/>σύννομος
							καὶ μάχεται τοῖς ἄλλοις, τὸν δὲ πρότερον χρόνον <lb/>μετ’ ἀλλήλων εἰσίν, ὃ καλεῖται
							ἀτιμαγελεῖν· πολλάκις <lb/>γὰρ οἵ γ’ ἐν τῇ Ἠπείρῳ οὐ φαίνονται τριῶν μηνῶν. Ὅλως
							<lb/>δὲ τὰ ἄγρια πάντα ἢ τὰ πλεῖστα οὐ συννέμονται <lb/>τοῖς θήλεσι πρὸ τῆς ὥρας τοῦ
							ὀχεύειν, ἀλλ’ ἐκκρίνονται, <lb/>ὅταν εἰς ἡλικίαν ἔλθωσι, καὶ χωρὶς βόσκονται τὰ ἄρρενα
							τῶν <lb/>θηλειῶν. Καὶ αἱ ὕες δ’ ὅταν ἔχωσι πρὸς τὴν ὀχείαν ὁρμητικῶς, <lb/>ὃ καλεῖται
							καπρᾶν, ὠθοῦνται καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. <lb/>Περὶ δὲ τὰς κύνας τὸ τοιοῦτον πάθος
							καλεῖται σκυζᾶν. <lb/>Ἔπαρσις μὲν οὖν τοῖς θήλεσιν ἐγγίνεται τῶν αἰδοίων, <lb/>ὅταν
							πρὸς τὴν ὀχείαν ὀργῶσι, καὶ ὑγρασία περὶ <lb/>τὸν τόπον· αἱ δ’ ἵπποι καὶ ἀπορραίνουσι
							λευκὴν ὑγρότητα <lb/>περὶ τὸν καιρὸν τοῦτον. Καθάρσεις δὲ γίνονται μὲν καταμηνίων,
							<lb/>οὐ μὴν ὅσαι γε ταῖς γυναιξὶν οὐθενὶ τῶν ἄλλων <lb/>ζῴων. Τοῖς μὲν οὖν προβάτοις
							καὶ αἰξίν, ἐπειδὰν ὥρα ᾖ <lb/>ὀχεύεσθαι, ἐπισημαίνει πρὸ τοῦ ὀχεύεσθαι· καὶ ἐπειδὰν
							ὀχευθῶσι, <lb/>γίνεται τὰ σημεῖα, εἶτα διαλείπει, μέχρι οὗ ἂν μέλλωσι <lb/>τίκτειν.
							Τότε δ’ ἐπισημαίνει, καὶ οὕτω γινώσκουσιν <pb n="217"/> ὅτι ἐπίτοκοι οἱ ποιμένες.
							Ἐπειδὰν δὲ τέκῃ, κάθαρσις γίνεται <lb/>πολλή, τὸ μὲν πρῶτον οὐ σφόδρα αἱματώδης,
							ὕστερον <lb/>μέντοι σφόδρα. Βοῒ δὲ καὶ ὄνῳ καὶ ἵππῳ πλείω μὲν τούτων <lb/>διὰ τὸ
							μέγεθος, ἐλάττω δὲ κατὰ λόγον πολλῷ. <lb/>Ἡ μὲν οὖν βοῦς ὅταν ὀργᾷ πρὸς τὴν ὀχείαν ἡ
							θήλεια, <lb/>καθαίρεται κάθαρσιν βραχεῖαν ὅσον ἡμικοτύλιον ἢ μικρῷ <lb/>πλέον· καιρὸς
							δὲ γίνεται τῆς ὀχείας μάλιστα περὶ τὴν <lb/>κάθαρσιν. Ἵππος δὲ τῶν τετραπόδων ἁπάντων
							εὐτοκώτατον <lb/>καὶ λοχίων καθαρώτατον, καὶ ἐλαχίστην προΐεται αἵματος <lb/>ῥύσιν, ὡς
							κατὰ τὸ τοῦ σώματος μέγεθος. Μάλιστα δὲ <lb/>καὶ ταῖς βουσὶ καὶ ταῖς ἵπποις τὰ
							καταμήνια ἐπισημαίνει <lb/>διαλείποντα δίμηνον καὶ τετράμηνον καὶ ἑξάμηνον· ἀλλ’
							<lb/>οὐ ῥᾴδιον γνῶναι μὴ παρεπομένῳ μηδὲ συνήθει σφόδρα, διὸ <lb/>ἔνιοι οὐκ οἴονται
							γίνεσθαι αὐτοῖς. Τοῖς δ’ ὀρεῦσι τοῖς θήλεσιν <lb/>οὐθὲν γίνεται καταμήνιον, ἀλλὰ τὸ
							οὖρον παχύτερον <lb/>τὸ τῆς θηλείας. Ὅλως μὲν οὖν τὸ τῆς κύστεως περίττωμα <lb/>τοῖς
							τετράποσι παχύτερον ἢ τὸ τῶν ἀνθρώπων, τὸ δὲ τῶν <lb/>προβάτων καὶ τῶν αἰγῶν τῶν
							θηλειῶν παχύτερον ἔτι ἢ τὸ <lb/>τῶν ἀρρένων· ὄνου δὲ λεπτότερον τὸ τῶν θηλειῶν, βοὸς
							δὲ <lb/>δριμύτερον τὸ τῆς θηλείας. Μετὰ δὲ τοὺς τόκους ἁπάντων <lb/>τῶν τετραπόδων
							παχύτερον τὸ οὖρον γίνεται, καὶ μᾶλλον <lb/>τῶν ἐλάττω προϊεμένων κάθαρσιν. Τὸ δὲ γάλα
							γίνεται, <lb/>ὅταν ὀχεύεσθαι ἄρχωνται, πυοειδές· χρήσιμον δὲ γίνεται, <lb/>ἐπειδὰν
							τέκωσιν ὕστερον. Κύοντα δὲ καὶ πρόβατα καὶ <lb/>αἶγες πιότερα γίνονται καὶ ἐσθίουσι
							μᾶλλον· καὶ βόες δὲ <lb/>ὡσαύτως καὶ τἆλλα τὰ τετράποδα πάντα. Ὁρμητικώτατα <lb/>μὲν
							οὖν ὡς ἐπὶ τὸ πᾶν εἰπεῖν πρὸς τὴν ὀχείαν τὴν <pb n="218"/> ἐαρινὴν ὥραν ἐστίν· οὐ μὴν
							τὰ πάντα γε ποιεῖται τὸν <lb/>αὐτὸν καιρὸν τῆς ὀχείας, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐκτροφὴν τῶν
							τέκνων <lb/>ἐν τοῖς καθήκουσι καιροῖς. Αἱ μὲν οὖν ἥμεροι ὕες κύουσι <lb/>τέτταρας
							μῆνας, τίκτουσι δὲ τὰ πλεῖστα εἴκοσιν· πλὴν <lb/>ἂν πολλὰ τέκωσιν, οὐ δύνανται
							ἐκτρέφειν πάντα. Γηράσκουσαι <lb/>δὲ τίκτουσι μὲν ὁμοίως, ὀχεύονται δὲ βραδύτερον·
							<lb/>κυΐσκονται δ’ ἐκ μιᾶς ὀχείας, ἀλλὰ πολλάκις ἐπιβιβάσκουσι <lb/>διὰ τὸ ἐκβάλλειν
							μετὰ τὴν ὀχείαν τὴν καλουμένην ὑπό τινων <lb/>καπρίαν. Τοῦτο μὲν οὖν συμβαίνει πάσαις,
							ἔνιαι δ’ ἅμα <lb/>τούτῳ καὶ τὸ σπέρμα προΐενται. Ἐν δὲ τῇ κυήσει ὃ ἂν <lb/>βλαφθῇ τῶν
							τέκνων καὶ τῷ μεγέθει πηρωθῇ, καλεῖται μετάχοιρον· <lb/>τοῦτο δὲ γίνεται ὅπου ἂν τύχῃ
							τῆς ὑστέρας. Ὅταν <lb/>δὲ γεννήσῃ, τῷ πρώτῳ τὸν πρῶτον παρέχει μαστόν. Θυῶσαν <lb/>δ’
							οὐ δεῖ εὐθὺς βιβάζειν, πρὶν ἂν μὴ τὰ ὦτα καταβάλῃ· <lb/>εἰ δὲ μή, ἀναθυᾷ πάλιν· ἂν δ’
							ὀργῶσαν βιβάσῃ, <lb/>μία ὀχεία, ὥσπερ εἴρηται, ἀρκεῖ. Συμφέρει δ’ ὀχεύοντι μὲν <lb/>τῷ
							κάπρῳ παρέχειν κριθάς, τετοκυίᾳ δὲ τῇ ὑῒ κριθὰς ἑφθάς. <lb/>Εἰσὶ δὲ τῶν ὑῶν αἱ μὲν
							εὐθὺς καλλίχοιροι μόνον, αἱ δ’ ἐπαυξανόμεναι <lb/>τὰ τέκνα καὶ τὰς δέλφακας χρηστὰς
							γεννῶσιν. <lb/>Φασὶ δέ τινες, ἐὰν τὸν ἕτερον ὀφθαλμὸν ἐκκοπῇ ἡ ὗς, ἀποθνήσκειν
							<lb/>διὰ ταχέων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Ζῶσι δ’ αἱ πλεῖσται <lb/>μὲν περὶ ἔτη πεντεκαίδεκα,
							ἔνιαι δὲ καὶ τῶν εἴκοσιν ὀλίγον <lb/>ἀπολείπουσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="19">
						<p>Τὰ δὲ πρόβατα κυΐσκεται μὲν ἐν τρισὶν ἢ τέτταρσιν <lb/>ὀχείαις, ἂν δ’ ὕδωρ ἐπιγένηται
							μετὰ τὴν ὀχείαν, ἀνακυΐσκει· <lb/>ὁμοίως δὲ καὶ αἱ αἶγες. Τίκτουσι δὲ τὰ μὲν πλεῖστα
							δύο, <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ τρία ἢ τέτταρα. Κύει δὲ πέντε μῆνας καὶ <pb n="219"/> πρόβατον
							καὶ αἴξ· διὸ ἐν ἐνίοις τόποις, ὅσοι ἀλεεινοί εἰσι <lb/>καὶ ἐν οἷς εὐημεροῦσι καὶ
							τροφὴν ἄφθονον ἔχουσι, δὶς τίκτουσιν. <lb/>Ζῇ δ’ αἲξ μὲν περὶ ἔτη ὀκτώ, πρόβατον δὲ
							δέκα, τὰ <lb/>δὲ πλεῖστα ἐλάττω, πλὴν οἱ ἡγεμόνες τῶν προβάτων· οὗτοι <lb/>δὲ καὶ
							πεντεκαίδεκα. Ἐν ἑκάστῃ δὲ ποίμνῃ κατασκευάζουσιν <lb/>ἡγεμόνα τῶν ἀρρένων, ὃς ὅταν
							ὀνόματι κληθῇ ὑπὸ <lb/>τοῦ ποιμένος προηγεῖται· συνεθίζουσι δὲ τοῦτο δρᾶν ἐκ
							<lb/>νέων. Τὰ δὲ περὶ τὴν Αἰθιοπίαν πρόβατα ζῇ καὶ δώδεκα <lb/>καὶ τριακαίδεκα ἔτη,
							καὶ αἶγες δὲ καὶ δέκα καὶ ἕνδεκα. <lb/>Ὀχεύει δὲ καὶ ὀχεύεται, ἕως ἂν ζῇ, καὶ πρόβατον
							καὶ αἴξ. <lb/>Διδυμοτοκοῦσι δὲ καὶ πρόβατα καὶ αἶγες διά τε εὐβοσίαν, <lb/>καὶ ἐὰν ὁ
							κριὸς ἢ ὁ τράγος ᾖ διδυμοτόκος ἢ ἡ μήτηρ. <lb/>Θηλυγόνα δέ, τὰ δ’ ἀρρενογόνα γίνεται
							διά τε τὰ ὕδατα <lb/>(ἔστι γὰρ τὰ μὲν θηλυγόνα τὰ δὲ ἀρρενογόνα) καὶ διὰ <lb/>τὰς
							ὀχείας ὡσαύτως, καὶ βορείοις μὲν ὀχευόμενα ἀρρενοτοκεῖ <lb/>μᾶλλον, νοτίοις δὲ
							θηλυτοκεῖ. Μεταβάλλει δὲ καὶ τὰ <lb/>θηλυτοκοῦντα καὶ ἀρρενοτοκεῖ· δεῖ δ’ ὁρᾶν
							ὀχευόμενα πρὸς <lb/>βορέαν. Τὰ δ’ εἰωθότα πρωῒ ὀχεύεσθαι, ἐὰν ὀψὲ ὀχεύῃ <lb/>τις, οὐχ
							ὑπομένουσι τοὺς κριούς. Λευκὰ δὲ τὰ ἔκγονα γίνεται <lb/>καὶ μέλανα, ἐὰν ὑπὸ τῇ τοῦ
							κριοῦ γλώττῃ λευκαὶ φλέβες <lb/>ὦσιν ἢ μέλαιναι, λευκὰ μὲν ἐὰν λευκαί, μέλανα δ’ ἐὰν
							<lb/>μέλαιναι· ἐὰν δ’ ἀμφότεραι, ἀμφότερα· πυρρὰ δ’ ἐὰν <lb/>πυρραί. Τὰ δὲ τὸ ἁλυκὸν
							ὕδωρ πίνοντα πρότερον ὀχεύεται· <lb/>δεῖ δ’ ἁλίζειν πρὶν τεκεῖν καὶ ἐπειδὰν τέκῃ, καὶ
							ἔαρος αὖθις. <lb/>Αἰγῶν δ’ ἡγεμόνα οὐ καθιστᾶσιν οἱ νομεῖς διὰ τὸ μὴ μόνιμον
							<lb/>εἶναι τὴν φύσιν αὐτῶν, ἀλλ’ ὀξεῖαν καὶ εὐκίνητον. Τῶν δὲ <lb/>προβάτων ἐὰν μὲν τὰ
							πρεσβύτερα ὁρμᾷ πρὸς τὴν ὀχείαν <lb/>κατὰ τὴν τεταγμένην ὥραν, φασὶν οἱ ποιμένες
							σημεῖον <pb n="220"/> εὐετηρίας εἶναι τοῖς προβάτοις, ἐὰν δὲ τὰ νεώτερα, κακοθηνεῖν
							<lb/>τὰ πρόβατα. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="20">
						<p>Τῶν δὲ κυνῶν ἔστι μὲν γένη πλείω, ὀχεύει δὲ κύων ἡ Λακωνικὴ <lb/>μὲν ὀκτάμηνος καὶ
							ὀχεύεται· καὶ τὸ σκέλος δ’ <lb/>αἴροντες οὐροῦσιν ἤδη ἔνιοι περὶ τὸν χρόνον τοῦτον.
							Κυΐσκεται <lb/>δὲ κύων ἐκ μιᾶς ὀχείας· δῆλον δὲ τοῦτο γίνεται μάλιστα <lb/>ἐν τοῖς
							κλέπτουσι τὰς ὀχείας· ἅπαξ γὰρ ἐπιβάντες <lb/>πληροῦσιν. Κύει δ’ ἡ μὲν Λακωνικὴ ἕκτον
							μέρος τοῦ ἐνιαυτοῦ <lb/>(τοῦτο δ’ ἐστὶν ἡμέραι ἑξήκοντα), κἂν ἄρα μιᾷ ἢ δυσὶν <lb/>ἢ
							τρισὶ πλείονας ἡμέρας καὶ ἐλάττους μιᾷ. Τυφλὰ δὲ <lb/>γίνεται αὐτῇ τὰ σκυλάκια, ὅταν
							τέκῃ, δώδεκα ἡμέρας. <lb/>Τεκοῦσα δὲ πάλιν ὀχεύεται ἕκτῳ μηνί, καὶ οὐ πρότερον.
							<lb/>Ἔνιαι δὲ κύουσι τῶν κυνῶν τὸ πέμπτον μέρος τοῦ ἐνιαυτοῦ <lb/>(τοῦτο δ’ ἐστὶν
							ἡμέραι ἑβδομήκοντα καὶ δύο), τυφλὰ <lb/>δὲ γίνεται τὰ σκυλάκια τούτων τῶν κυνῶν ἡμέρας
							δεκατέτταρας. <lb/>Ἔνιαι δὲ κύουσι μὲν τέταρτον μέρος τοῦ ἐνιαυτοῦ <lb/>(τοῦτο δ’ ἐστὶ
							τρεῖς μῆνες ὅλοι), τυφλὰ δὲ τὰ σκυλάκια <lb/>τούτων γίνεται ἑπτακαίδεχ’ ἡμέραις. Δοκεῖ
							δὲ σκυζᾶν <lb/>τὸν ἴσον χρόνον κύων. Τὰ δὲ καταμήνια ταῖς κυσὶν ἑπτὰ <lb/>ἡμέραις
							γίνεται· συμβαίνει δ’ ἅμα καὶ ἔπαρσις αἰδοίου. Ἐν <lb/>δὲ τῷ χρόνῳ τούτῳ οὐ προσίενται
							ὀχείαν, ἀλλ’ ἐν ταῖς <lb/>μετὰ ταύτας ἑπτὰ ἡμέραις· τὰς γὰρ πάσας δοκεῖ σκυζᾶν
							<lb/>ἡμέρας τέτταρας καὶ δέκα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, οὐ μὴν ἀλλά τισι <lb/>καὶ περὶ ἑκκαίδεχ’
							ἡμέρας γεγένηται τοῦτο τὸ πάθος. Ἡ <lb/>δ’ ἐν τοῖς τόκοις κάθαρσις γίνεται ἅμα τοῖς
							σκυλακίοις τικτομένοις, <lb/>ἔστι δ’ αὕτη παχεῖα καὶ φλεγματώδης· καὶ τὸ πλῆθος <pb n="221"/> δ’, ὅταν ἐκτέκωσιν, ἀπισχναίνεται ἔλαττον ἢ κατὰ τὸ <lb/>σῶμα. Τὸ δὲ γάλα
							αἱ κύνες ἴσχουσι πρὸ τοῦ τεκεῖν ὡς ἐπὶ <lb/>τὸ πολὺ ἡμέρας πέντε· οὐ μὴν ἀλλ’ ἐνίαις
							καὶ ἑπτὰ γίνεται <lb/>πρότερον καὶ τέτταρσιν. Χρήσιμον δ’ εὐθύς ἐστι τὸ <lb/>γάλα,
							ὅταν τέκωσιν. Ἡ δὲ Λακωνικὴ μετὰ τὴν ὀχείαν <lb/>τριάκονθ’ ἡμέραις ὕστερον. Τὸ μὲν οὖν
							πρῶτον παχύ <lb/>ἐστι, χρονιζόμενον δὲ γίνεται λεπτότερον. Διαφέρει δὲ <lb/>παχύτητι
							τὸ κύνειον τῶν ἄλλων ζῴων μετὰ τὸ ὕειον καὶ <lb/>δασυπόδειον. Γίνεται δὲ σημεῖον καὶ
							ὅταν ἡλικίαν ἔχωσι <lb/>τοῦ ὀχεύεσθαι· ὥσπερ γὰρ τοῖς ἀνθρώποις, ἐπὶ ταῖς θηλαῖς
							<lb/>τῶν μαστῶν ἐπιγίνεται ἀνοίδησίς τις καὶ χόνδρον ἴσχουσιν· <lb/>οὐ μὴν ἀλλ’ ἔργον
							μὴ συνήθει ὄντι ταῦτα καταμαθεῖν· οὐ <lb/>γὰρ ἔχει μέγεθος οὐθὲν τὸ σημεῖον. Τῇ μὲν
							οὖν θηλείᾳ <lb/>τοῦτο συμβαίνει, τῷ δ’ ἄρρενι οὐθὲν τούτων. Τὸ δὲ σκέλος <lb/>αἴροντες
							οὐροῦσιν οἱ ἄρρενες ὡς μὲν ἐπὶ τὸ πολὺ ὅταν ἑξάμηνοι <lb/>ὦσιν· ποιοῦσι δέ τινες τοῦτο
							καὶ ὕστερον, ἤδη ὀκτάμηνοι <lb/>ὄντες, καὶ πρότερον ἢ ἑξάμηνοι· ὡς γὰρ ἁπλῶς εἰπεῖν,
							<lb/>ὅταν ἰσχύειν ἄρξωνται, αὐτὸ ποιοῦσιν. Αἱ δὲ θήλειαι πᾶσαι <lb/>καθεζόμεναι
							οὐροῦσιν· ἤδη δέ τινες καὶ τούτων ἄρασαι τὸ <lb/>σκέλος οὔρησαν. Τίκτει δὲ κύων
							σκυλάκια τὰ πλεῖστα <lb/>δώδεκα, ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πολὺ πέντε ἢ ἕξ· ἤδη δὲ καὶ ἓν ἔτεκέ
							<lb/>τις· αἱ δὲ Λακωνικαὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὀκτώ. Ὀχεύονται <lb/>δ’ αἱ θήλειαι καὶ
							ὀχεύουσιν οἱ ἄρρενες ἕως ἂν ζῶσιν. Ἴδιον <lb/>δ’ ἐπὶ τῶν Λακωνικῶν συμβαίνει πάθος·
							πονήσαντες γὰρ <lb/>μᾶλλον δύνανται ὀχεύειν ἢ ἀργοῦντες. Ζῇ δ’ ἡ μὲν Λακωνικὴ
							<lb/>κύων ὁ μὲν ἄρρην περὶ ἔτη δέκα, ἡ δὲ θήλεια περὶ <lb/>ἔτη δώδεκα, τῶν δ’ ἄλλων
							κυνῶν αἱ μὲν πλεῖσται περὶ ἔτη <pb n="222"/> τετταρακαίδεκα ἢ πεντεκαίδεκα, ἔνιαι δὲ
							καὶ εἴκοσιν· διὸ <lb/>καὶ Ὅμηρον οἴονταί τινες ὀρθῶς ποιῆσαι τῷ εἰκοστῷ ἔτει
							<lb/>ἀποθανόντα τὸν κύνα τοῦ Ὀδυσσέως. Ἐπὶ μὲν οὖν τῶν <lb/>Λακωνικῶν διὰ τὸ πονεῖν
							τοὺς ἄρρενας μᾶλλον μακροβιώτεραι <lb/>αἱ θήλειαι τῶν ἀρρένων· ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων λίαν
							μὲν <lb/>οὐκ ἐπίδηλον, μακροβιώτεροι δ’ ὅμως οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν <lb/>εἰσίν.
							Ὀδόντας δὲ κύων οὐ βάλλει πλὴν τοὺς καλουμένους <lb/>κυνόδοντας· τούτους δ’ ὅταν ὦσι
							τετράμηνοι, ὁμοίως αἵ τε <lb/>θήλειαι καὶ οἱ ἄρρενες. Διὰ δὲ τὸ τούτους μόνους βάλλειν
							<lb/>ἀμφισβητοῦσί τινες· οἱ μὲν γὰρ διὰ τὸ δύο μόνους βάλλειν <lb/>ὅλως οὔ φασι
							(χαλεπὸν γὰρ ἐπιτυχεῖν τούτοις), οἱ δ’ ὅταν <lb/>ἴδωσι τούτους, ὅλως οἴονται βάλλειν
							καὶ τοὺς ἄλλους. Τὰς <lb/>δ’ ἡλικίας ἐκ τῶν ὀδόντων σκοποῦσιν· οἱ μὲν γὰρ νέοι λευκοὺς
							<lb/>καὶ ὀξεῖς ἔχουσιν, οἱ δὲ πρεσβύτεροι μέλανας καὶ ἀμβλεῖς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="21">
						<p>Βοῦς δὲ πληροῖ μὲν ὁ ἄρρην ἐκ μιᾶς ὀχείας, βαίνει δὲ <lb/>σφοδρῶς ὥστε συγκάμπτεσθαι
							τὴν βοῦν· ἐὰν δ’ ἁμάρτῃ <lb/>τῆς ὁρμῆς, εἴκοσιν ἡμέρας διαλείπουσα προσίεται πάλιν ἡ
							<lb/>θήλεια τὴν ὀχείαν. Οἱ μὲν οὖν πρεσβύτεροι τῶν ταύρων <lb/>οὐδ’ ἀναβαίνουσι
							πλεονάκις ἐπὶ τὴν αὐτὴν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, <lb/>ἐὰν μὴ ἄρα διαλιπόντες· οἱ δὲ νεώτεροι
							καὶ τὴν αὐτὴν βιάζονται <lb/>πλεονάκις καὶ ἐπὶ πολλὰς ἀναβαίνουσι διὰ τὴν ἀκμήν.
							<lb/>Ἥκιστα δὲ λάγνον τῶν ἀρρένων ἐστὶ βοῦς. Ὀχεύει δ’ <lb/>ὁ νικῶν τῶν ταύρων· ὅταν
							δ’ ἐξαδυνατήσῃ διὰ τὴν λαγνείαν, <lb/>ἐπιτίθεται ὁ ἡττώμενος, καὶ κρατεῖ πολλάκις.
							Ὀχεύει δὲ <lb/>τὰ ἄρρενα καὶ ὀχεύεται τὰ θήλεα ἐνιαύσια ὄντα πρῶτον, <lb/>ὥστε καὶ
							γεννᾶν· οὐ μὴν ἀλλὰ τό γ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ <lb/>ἐνιαύσιοι καὶ ὀκτάμηνοι, τὸ δὲ μάλισθ’
							ὁμολογούμενον διετεῖς. <lb/>Κύει δ’ ἐννέα μῆνας, δεκάτῳ δὲ τίκτει· ἔνιοι δὲ
							διισχυρίζονται <pb n="223"/> δέκα μῆνας κύειν ἡμερολεγδόν. Ὅ τι δ’ ἂν <lb/>ἔμπροσθεν
							ἐξενεχθῇ τῶν εἰρημένων χρόνων, ἐκβόλιμόν ἐστι <lb/>καὶ οὐ θέλει ζῆν· μαλακαὶ γὰρ καὶ
							ἀτελεῖς γίνονται αἱ <lb/>ὁπλαί. Τίκτει δ’ ἓν τὰ πλεῖστα, ὀλιγάκις δὲ δύο· καὶ τίκτει
							<lb/>καὶ ὀχεύει ἕως ἂν ζῇ. Ζῶσι δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ περὶ πεντεκαίδεκα <lb/>ἔτη αἱ
							θήλειαι· καὶ οἱ ἄρρενες δ’, ἐὰν ἐκτμηθῶσιν. <lb/>Ἔνιοι δὲ ζῶσι καὶ εἴκοσιν ἔτη καὶ ἔτι
							πλείω, ἐὰν εὔφορον <lb/>ἔχωσι τὸ σῶμα· καὶ γὰρ τῶν βοῶν τοὺς τομίας ἐθίζουσι, <lb/>καὶ
							καθιστᾶσι τῶν βοῶν ἡγεμόνας ὥσπερ τῶν προβάτων, <lb/>καὶ ζῶσιν οὗτοι πλείω χρόνον τῶν
							ἄλλων διά τε τὸ μὴ <lb/>πονεῖν καὶ διὰ τὸ νέμεσθαι ἀκέραιον νομήν. Ἀκμάζει δὲ
							<lb/>μάλιστα πεντέτης ὤν, διὸ καὶ Ὅμηρόν φασι πεποιηκέναι <lb/>τινὲς ὀρθῶς
							ποιήσαντα</p>
						<l>ἄρσενα πενταέτηρον</l>
						<p>καὶ τὸ</p>
						<l>βοὸς ἐννεώροιο·</l>
						<p>δύνασθαι γὰρ ταὐτόν. Τοὺς δ’ ὀδόντας βάλλει βοῦς διετής, <lb/>καὶ οὐκ ἀθρόους ἀλλ’
							ὥσπερ ἵππος· τὰς δ’ ὁπλάς, <lb/>ὁπόταν ποδαγρᾷ, οὐκ ἀποβάλλει, ἀλλ’ οἰδεῖ μόνον σφόδρα
							<lb/>τοὺς πόδας. Τὸ δὲ γάλα, ὅταν τέκῃ, χρήσιμον γίνεται· <lb/>ἔμπροσθεν δ’ οὐκ ἔχει
							γάλα. Τὸ δὲ πρῶτον γινόμενον <lb/>γάλα ὅταν παγῇ, οὕτω γίνεται σκληρὸν ὥσπερ λίθος·
							<lb/>τοῦτο δὲ συμβαίνει, ἐὰν μή τις μίξῃ ὕδατι. Νεώτεραι <lb/>δ’ ἐνιαυσίων οὐκ
							ὀχεύονται, πλὴν ἐάν τι τερατῶδες ᾖ· <lb/>ἤδη δέ τινες καὶ τετράμηνοι ὠχεύθησαν καὶ
							ὤχευσαν. Ἄρχονται <lb/>δὲ τῆς ὀχείας περὶ τὸν Θαργηλιῶνα μῆνα καὶ τὸν <pb n="224"/>
							Σκιρροφοριῶνα αἱ πλεῖσται· οὐ μὴν ἀλλ’ ἔνιαι καὶ μέχρι <lb/>τοῦ μετοπώρου κυΐσκονται.
							Ὅταν δὲ πολλαὶ κύωσι καὶ <lb/>προσδέχωνται τὴν ὀχείαν, σφόδρα δοκεῖ σημεῖον εἶναι καὶ
							<lb/>χειμῶνος καὶ ἐπομβρίας. Αἱ δὲ συνήθειαι γίνονται μὲν ταῖς <lb/>βουσὶν ὥσπερ ταῖς
							ἵπποις, ἧττον δέ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="22">
						<p>Ἵππος δ’ ἄρχεται ὀχεύειν ὁ μὲν ἄρρην διέτης, καὶ ἡ <lb/>θήλεια διέτης ὀχεύεσθαι·
							ταῦτα μέντοι ὀλίγα ἐστί, καὶ τὰ <lb/>ἔκγονα τούτων ἐλάττω καὶ ἀσθενικώτερα· ὡς δ’ ἐπὶ
							τὸ <lb/>πολὺ ἄρχονται ὀχεύειν τριετεῖς ὄντες, καὶ αἱ ἵπποι ὀχεύεσθαι, <lb/>καὶ
							ἐπιδιδόασι δ’ ἀεὶ πρὸς τὸ βελτίω τὰ ἔκγονα <lb/>γίνεσθαι μέχρι ἐτῶν εἴκοσιν. Κύει δ’
							ἕνδεκα μῆνας, δωδεκάτῳ <lb/>δὲ τίκτει. Πληροῖ δ’ ὁ ἵππος οὐκ ἐν τεταγμέναις
							<lb/>ἡμέραις, ἀλλ’ ἐνίοτε μὲν ἐν μιᾷ ἢ δυσὶν ἢ τρισίν, ἐνίοτε <lb/>δ’ ἐν πλείοσιν·
							θᾶττον δὲ πληροῖ ἐπιβαίνων ὄνος ἢ <lb/>ἵππος. Ἡ δ’ ὀχεία οὐκ ἐπίπονος τῶν ἵππων, ὥσπερ
							ἡ τῶν <lb/>βοῶν. Λαγνίστατον δὲ καὶ τῶν θηλειῶν καὶ τῶν ἀρρένων <lb/>μετ’ ἄνθρωπον
							ἵππος ἐστίν. Ἡ δὲ τῶν νεωτέρων <lb/>ὀχεία γίνεται παρὰ τὴν ἡλικίαν, ὅταν εὐβοσία καὶ
							ἀφθονία <lb/>γένηται τροφῆς. Ἔστι μὲν οὖν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μονοτόκος, <lb/>τίκτει μέντοι
							ποτὲ καὶ δύο τὰ πλεῖστα. Καὶ ἡμιόνους <lb/>δ’ ἤδη ἔτεκέ τις δύο· ἃ κρίνουσιν ἐν
							τέρασιν. Ὀχεύει <lb/>μὲν οὖν ἵππος καὶ τριακοντάμηνος· ὥστε δὲ καὶ γεννᾶν <lb/>ἀξίως,
							ὅταν παύσηται βάλλων. Ἤδη δέ τινες καὶ βάλλοντες <lb/>ἐπλήρωσαν, ὡς φασίν, ἂν μὴ φύσει
							ἄγονοι τυγχάνωσιν <lb/>ὄντες. Ἔχει μὲν οὖν ὀδόντας τετταράκοντα, βάλλει <lb/>δὲ τοὺς
							μὲν πρώτους τέτταρας τριακοντάμηνος, τοὺς <pb n="225"/> μὲν δύο ἄνωθεν τοὺς δὲ δύο
							κάτωθεν· ἐπειδὰν δὲ γένηται <lb/>ἐνιαυτός, βάλλει τὸν αὐτὸν τρόπον τέτταρας, δύο μὲν
							ἄνωθεν <lb/>δύο δὲ κάτωθεν, καὶ πάλιν ὅταν ἄλλος ἐνιαυτὸς γένηται, <lb/>ἑτέρους
							τέτταρας τὸν αὐτὸν τρόπον· τεττάρων δ’ ἐτῶν παρελθόντων <lb/>καὶ ἓξ μηνῶν οὐκέτι
							βάλλει οὐδένα. Ἤδη δέ τις <lb/>τὸ πρῶτον εὐθὺς ἅμα πάντας ἐξέβαλε, καὶ ἄλλος ἅμα
							<lb/>τοῖς τελευταίοις ἅπαντας· ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα γίνεται ὀλίγάκις. <lb/>Ὥστε σχεδὸν
							συμβαίνει, ὅταν τεττάρων ἐτῶν ᾖ <lb/>καὶ ἓξ μηνῶν, χρήσιμον εἶναι πρὸς τὴν γέννησιν
							μάλιστα. <lb/>Εἰσὶ δ’ οἱ πρεσβύτεροι τῶν ἵππων γονιμώτεροι, καὶ οἱ ἄρρενες <lb/>τῶν
							ἀρρένων καὶ αἱ θήλειαι τῶν θηλειῶν. Ἀναβαίνουσι δὲ καὶ <lb/>ἐπὶ τὰς μητέρας οἱ ἵπποι
							καὶ ἐπὶ τὰς θυγατέρας· καὶ τότε <lb/>δοκεῖ τέλεον εἶναι τὸ ἱπποφόρβιον, ὅταν ὀχεύωσι
							τὰ ἑαυτῶν <lb/>ἔκγονα. Οἱ δὲ Σκύθαι ἱππεύουσι ταῖς κυούσαις ἵπποις, ὅταν <lb/>θᾶττον
							στραφῇ τὸ ἔμβρυον, καὶ φασὶ γίνεσθαι αὐτὰς εὐτοκωτέρας. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα τετράποδα
							κατακείμενα <lb/>τίκτει, διὸ καὶ πλάγια προέρχεται τὰ ἔμβρυα πάντων· ἡ <lb/>δ’ ἵππος ἡ
							θήλεια ὅταν ἤδη πλησίον ᾖ τῆς ἀφέσεως, ὀρθὴ <lb/>στᾶσα προΐεται τὸ ἔκγονον. Ζῶσι δὲ
							τῶν ἵππων οἱ μὲν <lb/>πλεῖστοι περὶ ὀκτωκαίδεκα ἔτη καὶ εἴκοσιν, ἔνιοι δὲ
							πεντεκαιείκοσι <lb/>καὶ τριάκοντα· ἐὰν δέ τις ἐπιμελῶς θεραπεύῃ, <lb/>ἐκτείνει καὶ
							πρὸς τὰ πεντήκοντα. Ὁ δὲ μακρότατος βίος <lb/>τῶν πλείστων ἐστὶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
							τριακοντέτης· ἡ δὲ <lb/>θήλεια ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μὲν πέντε καὶ εἴκοσιν ἔτη, ἤδη δέ τινες
							<lb/>καὶ τετταράκοντα ἔτη βεβιώκασιν. Ἐλάττω δὲ χρόνον <lb/>βιοῦσιν οἱ ἄρρενες τῶν
							θηλειῶν διὰ τὰς ὀχείας, καὶ οἱ ἰδίᾳ <pb n="226"/> τρεφόμενοι τῶν ἐν τοῖς ἱπποφορβίοις.
							Ἡ μὲν οὖν θήλεια <lb/>πέντ’ ἐτῶν τέλος λαμβάνει μήκους καὶ ὕψους, ὁ δ’ ἄρρην ἓξ
							<lb/>ἐτῶν· μετὰ δὲ ταῦτα ἐν ἄλλοις ἓξ ἔτεσι τὸ πλῆθος λαμβάνει <lb/>τοῦ σώματος, καὶ
							ἐπιδίδωσι μέχρι ἐτῶν εἴκοσιν. <lb/>Ἀποτελειοῦται δὲ τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων ἔμπροσθεν, ἐν
							<lb/>δὲ τῇ γαστρὶ τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν, καθάπερ καὶ ἐπὶ <lb/>τῶν ἀνθρώπων· ταὐτὸ δὲ
							τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ζῴων ὅσα πλείω τίκτει. Θηλάζειν δέ φασι τὸν μὲν
							ἡμίονον <lb/>ἑξάμηνον, εἶτ’ οὐκέτι προσίεσθαι διὰ τὸ σπᾶσθαι καὶ <lb/>πονεῖν· τὸν δ’
							ἵππον πλείω χρόνον. Ἀκμάζει δὲ καὶ ἵππος <lb/>καὶ ἡμίονος μετὰ τοὺς βόλους· ὅταν δὲ
							πάντας ὦσι βεβληκότες, <lb/>οὐ ῥᾴδιον γνῶναι τὴν ἡλικίαν. Διὸ καὶ λέγουσι <lb/>γνώμην
							ἔχειν, ὅταν ἄβολος ᾖ· ὅταν δὲ βεβληκώς, οὐκ <lb/>ἔχειν. Ὅμως δὲ μάλιστα γνωρίζεται ἡ
							ἡλικία μετὰ τοὺς <lb/>βόλους τῷ κυνόδοντι· τῶν μὲν γὰρ ἱππαστῶν γίνεται <lb/>μικρὸς
							διὰ τὴν τρίψιν (κατὰ τοῦτον γὰρ ἐμβάλλεται ὁ <lb/>χαλινός), τῶν δὲ μὴ ἱππαστῶν μέγας
							μὲν ἀλλ’ ἀπηρτημένος, <lb/>τῶν δὲ νέων ὀξὺς καὶ μικρός. Ὀχεύει δ’ ὁ μὲν ἄρρην
							<lb/>πᾶσάν τε ὥραν καὶ ἕως ζῇ· καὶ ἡ θήλεια δ’ ὀχεύεται ἕως <lb/>ἂν ζῇ, οὔπω δὲ πᾶσαν
							ὥραν, ἐὰν μή τις δεσμὸν ἢ ἄλλην <lb/>τινὰ προσενέγκῃ ἀνάγκην· ὥρα δ’ οὐκ ἀφαιρεῖται
							οὐδεμία <lb/>τεταγμένη τοῦ ὀχεύεσθαι καὶ ὀχεύειν. Οὐ μέντοι γε ὅτ’ <lb/>ἔτυχε
							γενομένης τῆς ὀχείας δύνανται ἃ ἂν γεννήσωσιν ἐκτρέφειν. <lb/>Ἐν Ὀποῦντι δ’ ἐν
							ἱπποφορβίῳ ἵππος ἐγένετο ὃς <lb/>ὤχευεν ἐτῶν ὢν τετταράκοντα· ἔδει δὲ τὰ πρόσθια σκέλη
								<pb n="227"/> συνεπαίρειν. Ἄρχονται δ’ ὀχεύεσθαι αἱ ἵπποι τοῦ ἔαρος. <lb/>Ὅταν δὲ
							τέκῃ ἡ ἵππος, οὐκ εὐθὺς μετὰ τοῦτο πίμπλαται <lb/>ἀλλὰ διαλείπει χρόνον, καὶ τίκτει
							ἀμείνω τετάρτῳ ἢ πέμπτῳ <lb/>ἔτει μετὰ τὸν τόκον. Ἔνα δ’ ἐνιαυτὸν καὶ πάμπαν
							<lb/>ἀνάγκη διαλείπειν καὶ ποιεῖν ὥσπερ νειόν. Ἵππος μὲν οὖν <lb/>διαλείπουσα τίκτει,
							ὥσπερ εἴρηται, ὄνος δὲ συνεχῶς. Γίνονται <lb/>δὲ τῶν ἵππων αἱ μὲν καὶ ἄτεκνοι ὅλως, αἱ
							δὲ συλλαμβάνουσι <lb/>μέν, οὐ δύνανται δ’ ἐκφέρειν· σημεῖον δὲ τῶν τοιούτων
							<lb/>λέγουσιν εἶναι, τὸ ἔμβρυον ἀνασχιζόμενον ἔχειν ἄλλα <lb/>νεφροειδῆ περὶ τοὺς
							νεφρούς, ὥστε δοκεῖν τέτταρας <lb/>ἔχειν νεφρούς. Ὅταν δὲ τέκῃ ἡ ἵππος, τό τε χόριον
							εὐθὺς <lb/>κατεσθίει, καὶ ἀπεσθίει τοῦ πώλου ὃ ἐπιφύεται ἐπὶ τοῦ <lb/>μετώπου τῶν
							πώλων, καλεῖται δὲ ἱππομανές· ἔστι δὲ τὸ <lb/>μέγεθος ἔλαττον μικρῷ ἰσχάδος, τὴν δ’
							ἰδέαν πλατύ, περιφερές, <lb/>μέλαν. Τοῦτο ἐάν τις φθῇ λαβὼν καὶ ὄσφρηται ἡ <lb/>ἵππος,
							ἐξίσταται καὶ μαίνεται πρὸς τὴν ὀσμήν· διὸ καὶ <lb/>τοῦτο αἱ φαρμακίδες ζητοῦσι καὶ
							συλλέγουσιν. Ἐὰν δ’ <lb/>ὠχευμένην ἵππον ὑπὸ ἵππου ὄνος ὀχεύσῃ, διαφθείρει τὸ ἔμβρυον
							<lb/>τὸ ἐνυπάρχον. Ἵππων δ’ ἡγεμόνα οὐ καθιστᾶσιν <lb/>οἱ ἱπποφορβοὶ ὥσπερ βοῶν, διὰ
							τὸ μὴ μόνιμον εἶναι τὴν <lb/>φύσιν αὐτῶν ἀλλ’ ὀξεῖαν καὶ εὐκίνητον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="23">
						<p>Ὄνος δ’ ὀχεύει μὲν καὶ ὀχεύεται τριακοντάμηνος, καὶ βάλλει <lb/>τοὺς πρώτους ὀδόντας·
							τοὺς δὲ δευτέρους ἕκτῳ μηνί, καὶ <lb/>τοὺς τρίτους καὶ τοὺς τετάρτους ὡσαύτως· τούτους
							δὲ γνώμονας <lb/>καλοῦσι, τοὺς τετάρτους. Ἤδη δὲ καὶ ἐνιαυσία ὄνος <lb/>ἐκύησεν ὥστε
							καὶ ἐκτραφῆναι. Ἐξουρεῖ δ’, ὅταν ὀχευθῇ, <pb n="228"/> τὴν γονήν, ἐὰν μὴ κωλύηται· διὸ
							τύπτουσι μετὰ τὴν ὀχείαν <lb/>εὐθὺς καὶ διώκουσιν. Τίκτει δὲ δωδεκάτῳ μηνί. Τίκτει δὲ
							<lb/>τὰ μὲν πολλὰ ἕν· μονοτόκον γάρ ἐστι φύσει· τίκτει δ’ ἐνίοτε <lb/>καὶ δύο. Ὁ μὲν
							οὖν ὄνος ἐπαναβὰς διαφθείρει τὸ τοῦ ἵππου <lb/>ὄχευμα, ὥσπερ εἴρηται· ὁ δ’ ἵππος τὸ
							τοῦ ὄνου οὐ διαφθείρει, <lb/>ὅταν ᾖ ὠχευμένη ἡ ἵππος ὑπὸ τοῦ ὄνου. Ἴσχει δὲ γάλα
							<lb/>κύουσα δεκάμηνος οὖσα. Τεκοῦσα δὲ βιβάζεται ἑβδόμῃ <lb/>ἡμέρᾳ, καὶ μάλιστα
							δέχεται τὸ πλῆσμα ταύτῃ βιβασθεῖσα <lb/>τῇ ἡμέρᾳ, λαμβάνει δὲ καὶ ὕστερον. Ἐὰν δὲ μὴ
							τέκῃ πρὶν <lb/>τὸ γνῶμα λιπεῖν, οὐκέτι λαμβάνει πλῆσμα οὐδὲ κυΐσκεται <lb/>τοῦ λοιποῦ
							βίου παντός. Τίκτειν δ’ οὐ θέλει οὔτε ὁρωμένη <lb/>ὑπὸ ἀνθρώπου οὔτ’ ἐν τῷ φωτί, ἀλλ’
							εἰς τὸ σκότος ἀπάγουσιν, <lb/>ὅταν μέλλῃ τίκτειν. Τίκτει δὲ διὰ βίου, ἐὰν τέκῃ πρὶν
							<lb/>τὸ γνῶμα λιπεῖν. Βιοῖ δ’ ὄνος πλείω τριάκοντ’ ἐτῶν, <lb/>καὶ ἡ θήλεια τοῦ ἄρρενος
							πλείω ἔτη. Ὅταν δ’ ἵππος <lb/>ὀχεύσῃ ὄνον ἢ ὄνος ἵππον, πολὺ μᾶλλον ἐξαμβλοῖ ἢ ὅταν
							<lb/>τὰ ὁμογενῆ ἀλλήλοις μιχθῇ, οἷον ἵππος ἵππῳ ἢ ὄνος ὄνῳ. <lb/>Ἀποβαίνει δὲ καὶ ὁ
							τῆς κυήσεως χρόνος, ὅταν μιχθῇ ἵππος <lb/>καὶ ὄνος, κατὰ τὸ ἄρρεν, λέγω δ’ ἐν ὅσῳ
							χρόνῳ τοῦτο γίνεται <lb/>ἐξ ὁμογενῶν γινόμενον. Τὸ δὲ μέγεθος τοῦ σώματος καὶ τὸ
							<lb/>εἶδος καὶ ἡ ἰσχὺς μᾶλλον τῷ θήλει ἀφομοιοῦται τοῦ γενομένου. <lb/>Ἂν δὲ συνεχῶς
							μίσγηται καὶ μὴ διαλείπῃ χρόνον <lb/>τινὰ οὕτως ὀχευόμενα, ταχέως ἄγονον τὸ θῆλυ
							γίνεται· <lb/>διὸ συνεχῶς οὐ μίσγουσιν οὕτως οἱ περὶ ταῦτα πραγματευόμενοι, <lb/>ἀλλὰ
							διαλείπουσί τινα χρόνον. Οὐ προσδέχεται δ’ <lb/>οὔτε ἡ ἵππος τὸν ὄνον οὔτε ἡ ὄνος τὸν
							ἵππον, ἐὰν μὴ τύχῃ <lb/>τεθηλακὼς ὁ ὄνος ἵππον· ὑποβάλλουσι γὰρ ἐπίτηδες οὓς καλοῦσιν
								<pb n="229"/> ἱπποθήλας. Οὗτοι δ’ ὀχεύουσιν ἐν τῇ νομῇ βίᾳ <lb/>κρατοῦντες, ὥσπερ οἱ
							ἵπποι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="24">
						<p>Ὁ δ’ ὀρεὺς ἀναβαίνει μὲν καὶ ὀχεύει μετὰ τὸν πρῶτον <lb/>βόλον, ἑπταετὴς δ’ ὢν καὶ
							πληροῖ, καὶ ἤδη ἐγένετο γίννος <lb/>ὅταν ἀναβῇ ἐφ’ ἵππον θήλειαν· ὕστερον δ’ οὐκέτι
							ἀναβαίνει. <lb/>Καὶ ὁ θῆλυς δ’ ὀρεὺς ἤδη ἐπληρώθη, οὐ μέντοι γε <lb/>ὥστ’ ἐξενεγκεῖν
							διὰ τέλους. Αἱ δ’ ἐν τῇ Συρίᾳ τῇ ὑπὲρ <lb/>Φοινίκης ἡμίονοι καὶ ὀχεύονται καὶ
							τίκτουσιν· ἀλλ’ ἔστι τὸ <lb/>γένος ὅμοιον μὲν ἕτερον δέ. Οἱ δὲ καλούμενοι γίννοι
							γίνονται <lb/>ἐξ ἵππου, ὅταν νοσήσῃ ἐν τῇ κυήσει, ὥσπερ ἐν μὲν <lb/>τοῖς ἀνθρώποις οἱ
							νάνοι, ἐν δὲ τοῖς ὑσὶ τὰ μετάχοιρα· καὶ <lb/>ἴσχει δέ, ὥσπερ οἱ νάνοι, ὁ γίννος τὸ
							αἰδοῖον μέγα. Ζῇ δ’ <lb/>ἡμίονος ἔτη πολλά· ἤδη γάρ τις βεβίωκεν ἔτη καὶ ὀγδοήκοντα,
							<lb/>οἷον Ἀθήνῃσιν ὅτε τὸν νεὼν ᾠκοδόμουν· ὃς καὶ <lb/>ἀφειμένος ἤδη διὰ τὸ γῆρας
							συναμπρεύων καὶ παραπορευόμενος <lb/>παρώξυνε τὰ ζεύγη πρὸς τὸ ἔργον, ὥστ’ ἐψηφίσαντο
							<lb/>μὴ ἀπελαύνειν αὐτὸν τοὺς σιτοπώλους ἀπὸ τῶν <lb/>τηλιῶν. Γηράσκει δὲ βραδύτερον ὁ
							θῆλυς ὀρεὺς τοῦ ἄρρενος. <lb/>Λέγουσι δ’ ἔνιοι ὅτι ἡ μὲν καθαίρεται οὐροῦσα, ὁ δ’
							<lb/>ἄρρην διὰ τὸ ὀσφραίνεσθαι τοῦ οὔρου γηράσκει θᾶττον.</p>
						<p>Τούτων μὲν οὖν τῶν ζῴων αἱ γενέσεις τοῦτον ἔχουσι τὸν <lb/>τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="25">
						<p>Τὰ δὲ νέα καὶ τὰ παλαιὰ τετράποδα διαγινώσκουσιν <lb/>οἱ περὶ τὰς θεραπείας ὄντες
							αὐτῶν· ἐὰν μὲν ἀπὸ τῆς <lb/>γνάθου τὸ δέρμα ἐφελκόμενον ταχὺ ἐπίῃ, νέον τὸ τετράπουν,
							<lb/>ἐὰν δὲ πολὺν χρόνον μένῃ ἐρρυτιδωμένον, παλαιόν. </p>
					</div>
					<pb n="230"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="26">
						<p>Ἡ δὲ κάμηλος κύει μὲν δέκα μῆνας, τίκτει δ’ ἀεὶ ἓν μόνον· <lb/>μονοτόκον γάρ ἐστιν.
							Ἐκκρίνουσι δ’ ἐκ τῶν καμήλων <lb/>ἐνιαύσιον τὸ ἔκγονον. Ζῇ δὲ χρόνον πολύν, πλείω ἢ
							πεντήκοντα <lb/>ἔτη. Τίκτει δὲ τοῦ ἔαρος, καὶ γάλα ἔχει μέχρι οὖ ἂν <lb/>ἐν γαστρὶ
							λάβῃ. Ἔχει δὲ καὶ τὰ κρέα καὶ τὸ γάλα ἥδιστα <lb/>πάντων· πίνουσι δὲ τὸ γάλα δύο καὶ
							ἕνα ἢ τρία καὶ ἕνα πρὸς <lb/>ὕδωρ κεράσαντες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="27">
						<p>Ὁ δ’ ἐλέφας ὀχεύει καὶ ὀχεύεται πρῶτον εἴκοσιν ἐτῶν. <lb/>Ὅταν δ’ ὀχευθῇ ἡ θήλεια,
							φέρει ἐν γαστρί, ὡς μέν τινές φασιν, <lb/>ἐνιαυτὸν καὶ ἓξ μῆνας, ὡς δ’ ἕτεροι, τρί’
							ἔτη· τοῦ δὲ <lb/>μὴ ὁμολογεῖσθαι τὸν χρόνον αἴτιον τὸ μὴ εὐθεώρητον εἶναι <lb/>τὴν
							ὀχείαν. Τίκτει δ’ ἡ θήλεια συγκαθίσασα ἐπὶ τὰ <lb/>ὄπισθεν, καὶ ἀλγοῦσα δήλη ἐστίν. Ὁ
							δὲ σκύμνος ὅταν γένηται, <lb/>θηλάζει τῷ στόματι καὶ οὐ τῷ μυκτῆρι, καὶ βαδίζει
							<lb/>καὶ βλέπει εὐθὺς γεννηθείς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="28">
						<p>Αἱ δ’ ὕες αἱ ἄγριαι τοῦ χειμῶνος ἀρχομένου ὀχεύονται, <lb/>τίκτουσι δὲ τοῦ ἔαρος
							ἀποχωροῦσαι εἰς τοὺς δυσβατωτάτους <lb/>τόπους καὶ ἀποκρήμνους μάλιστα καὶ φαραγγώδεις
							καὶ <lb/>συσκίους. Διατρίβει δ’ ὁ ἄρρην ἐν ταῖς ὑσὶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ <lb/>ἡμέρας
							τριάκοντα. Τὸ δὲ πλῆθος τῶν τικτομένων καὶ ὁ <lb/>χρόνος τῆς κυήσεως ὁ αὐτὸς καὶ ἐπὶ
							τῶν ἡμέρων ὑῶν ἐστίν. <lb/>Τὰς δὲ φωνὰς παραπλησίους ἔχουσι τοῖς ἡμέροις, πλὴν
							<lb/>μᾶλλον ἡ θήλεια φωνεῖ, ὁ δ’ ἄρρην σπανίως. Τῶν δ’ ἀρρένων <lb/>καὶ ἀγρίων οἱ
							τομίαι μείζους γίνονται καὶ χαλεπώτεροι, ὥσπερ <lb/>καὶ Ὅμηρος ἐποίησεν</p>
						<lg>
							<l>θρέψεν ἐπὶ χλούνην σῦν ἄγριον· οὐδὲ ἐῴκει</l>
							<l>θηρί γε σιτοφάγῳ, ἀλλὰ ῥίῳ ὑλήεντι.</l>
						</lg>
						<p>Γίνονται δὲ τομίαι διὰ τὸ νέοις οὖσιν ἐμπίπτειν νόσημα <pb n="231"/> κνησμὸν εἰς τοὺς
							ὄρχεις· εἶτα ξυόμενοι πρὸς τὰ δένδρα ἐκθλίβουσι <lb/>τοὺς ὄρχεις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="29">
						<p>Ἡ δ’ ἔλαφος τὴν μὲν ὀχείαν ποιεῖται, καθάπερ ἐλέχθη <lb/>πρότερον, τὰ πλεῖστα μὲν ἐξ
							ὑπαγωγῆς (οὐ γὰρ ὑπομένει ἡ <lb/>θήλεια τὸν ἄρρενα πολλάκις διὰ τὴν συντονίαν), οὐ μὴν
							ἀλλὰ <lb/>καὶ ὑπομένουσαι ἐνίοτε ὀχεύονται, καθάπερ τὰ πρόβατα· καὶ <lb/>ὅταν ὀργῶσι,
							παρεκκλίνουσιν ἀλλήλας. Μεταλλάττει δ’ <lb/>ὁ ἄρρην καὶ οὐ πρὸς μιᾷ διατρίβει, ἀλλὰ
							διαλιπὼν βραχὺν <lb/>χρόνον πλησιάζει ἄλλαις. Ἡ δ’ ὀχεία γίνεται μετ’ ἀρκτοῦρον
							<lb/>περὶ τὸν Βοηδρομιῶνα καὶ Μαιμακτηριῶνα. Κύει δ’ <lb/>ὀκτὼ μῆνας· κυΐσκεται δ’ ἐν
							ὀλίγαις ἡμέραις, καὶ ὑφ’ ἑνὸς <lb/>πολλαί. Τίκτει δ’ ὡς μὲν ἐπὶ τὸ πολὺ ἕν, ἤδη δέ
							τινες ὠμμέναι <lb/>εἰσὶν ὀλίγαι καὶ δύο. Καὶ ποιεῖται τοὺς τόκους παρὰ <lb/>τὰς ὁδοὺς
							διὰ τὸν πρὸς τὰ θηρία φόβον. Ἡ δ’ αὔξησις ταχεῖα <lb/>τῶν νεβρῶν. Κάθαρσις δὲ κατ’
							ἄλλους μὲν χρόνους οὐ <lb/>συμβαίνει ταῖς ἐλάφοις· ὅταν δὲ τίκτωσι, γίνεται
							φλεγματώδης <lb/>αὐταῖς κάθαρσις. Εἴθισται δ’ ἄγειν τοὺς νεβροὺς <lb/>ἐπὶ τοὺς
							σταθμούς· ἔστι δὲ τοῦτο τὸ χωρίον αὐταῖς καταφυγή, <lb/>πέτρα περιρραγεῖσα μίαν ἔχουσα
							εἴσοδον, οὗ καὶ ἀμύνεσθαι <lb/>εἴωθεν ἤδη τοὺς ἐπιτιθεμένους. Περὶ δὲ τῆς ζωῆς
							<lb/>μυθολογεῖται μὲν ὡς ὂν μακρόβιον, οὐ φαίνεται δ’ οὔτε τῶν <lb/>μυθολογουμένων
							οὐθὲν σαφές, ἥ τε κύησις καὶ ἡ αὔξησις τῶν <lb/>νεβρῶν συμβαίνει οὐχ ὡς μακροβίου τοῦ
							ζῴου ὄντος. Ἐν <lb/>δὲ τῷ ὄρει τῷ Ἐλαφώεντι καλουμένῳ, ὅ ἐστι τῆς Ἀσίας ἐν <lb/>τῇ
							Ἀργινούσῃ, οὗ ἐτελεύτησεν Ἀλκιβιάδης, αἱ ἔλαφοι <lb/>πᾶσαι τὸ οὖς ἐσχισμέναι εἰσίν,
							ὥστε κἂν ἐκτοπίσωσι γινώσκεσθαι <lb/>τούτῳ· καὶ τὰ ἔμβρυα δ’ ἐν τῇ γαστρὶ ὄντα εὐθὺς
								<pb n="232"/> ἔχει τοῦτο τὸ σημεῖον. Θηλὰς δ’ ἔχουσιν αἱ θήλειαι <lb/>τέτταρας ὥσπερ
							αἱ βόες. Ἐπειδὰν δὲ πλησθῶσιν αἱ <lb/>θήλειαι, ἐκκρίνονται οἱ ἄρρενες καθ’ ἑαυτούς,
							καὶ διὰ τὴν ὁρμὴν <lb/>τὴν τῶν ἀφροδισίων ἕκαστος μονούμενος βόθρους ὀρύττει, <lb/>καὶ
							βρωμᾶται ὥσπερ οἱ τράγοι· καὶ τὰ πρόσωπα διὰ τὸ <lb/>ῥαίνεσθαι μέλανα γίνεται αὐτῶν,
							ὥσπερ τῶν τράγων. <lb/>Οὕτω δὲ διάγουσιν, ἕως ἂν ὕδωρ γένηται· μετὰ δὲ ταῦτα
							<lb/>τρέπονται πρὸς τὴν νομήν. Ταῦτα δὲ ποιεῖ τὸ ζῷον διὰ τὸ <lb/>φύσει λάγνον εἶναι
							καὶ διὰ τὴν παχύτητα· ὑπερβάλλουσα <lb/>γὰρ γίνεται τοῦ θέρους αὐτῶν, διὸ καὶ οὐ
							δύνανται θεῖν, ἀλλ’ <lb/>ἁλίσκονται ὑπὸ τῶν πεζῇ διωκόντων ἐν τῷ δευτέρῳ δρόμῳ
							<lb/>καὶ τρίτῳ, καὶ φεύγουσι διὰ τὸ καῦμα καὶ τὸ ἆσθμα εἰς τὸ <lb/>ὕδωρ. Καθ’ ὃν δὲ
							χρόνον ὀχεύουσι, τὰ κρέα γίνεται φαῦλα <lb/>καὶ δυσώδη, καθάπερ καὶ τῶν τράγων. Ἐν μὲν
							οὖν τῷ <lb/>χειμῶνι γίνονται λεπτοὶ καὶ ἀσθενεῖς, πρὸς δ’ ἔαρ μάλιστ’ <lb/>ἀκμάζουσι
							πρὸς τὸ δραμεῖν. Ἐν δὲ τῷ φεύγειν ἀνάπαυσιν <lb/>ποιοῦνται τῶν δρόμων, καὶ ὑφιστάμενοι
							μένουσιν ἕως ἂν <lb/>πλησίον ἔλθῃ ὁ διώκων· τότε δὲ πάλιν φεύγουσιν. Τοῦτο <lb/>δὲ
							δοκοῦσι ποιεῖν διὰ τὸ πονεῖν τὰ ἐντός· τὸ γὰρ ἔντερον <lb/>ἔχει λεπτὸν καὶ ἀσθενὲς
							οὕτως ὥστ’ ἐὰν ἠρέμα τις πατάξῃ, <lb/>διακόπτεται τοῦ δέρματος ὑγιοῦς ὄντος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="30">
						<p>Αἱ δ’ ἄρκτοι τὴν μὲν ὀχείαν ποιοῦνται, ὥσπερ εἴρηται <lb/>πρότερον, οὐκ ἀναβαδὸν ἀλλὰ
							κατακεκλιμέναι ἐπὶ τῆς γῆς. <lb/>Κύει δ’ ἄρκτος τριάκονθ’ ἡμέρας. Τίκτει δὲ καὶ ἓν καὶ
							<lb/>δύο, τὰ δὲ πλεῖστα πέντε. Ἐλάχιστον δὲ τίκτει τὸ ἔμβρυον <lb/>τῷ μεγέθει ὡς κατὰ
							τὸ σῶμα τὸ ἑαυτῆς· ἔλαττον μὲν <lb/>γὰρ γαλῆς τίκτει, μεῖζον δὲ μυός, καὶ ψιλὸν καὶ
							τυφλόν, <pb n="233"/> καὶ σχεδὸν ἀδιάρθρωτα τὰ σκέλη καὶ τὰ πλεῖστα τῶν μορίων.
							<lb/>Τὴν δ’ ὀχείαν ποιεῖται τοῦ μηνὸς τοῦ Ἐλαφηβολιῶνος, <lb/>τίκτει δὲ περὶ τὴν ὥραν
							τὴν τοῦ φωλεύειν. Γίγνονται <lb/>μὲν οὖν περὶ τὸν χρόνον τοῦτον καὶ ἡ θήλεια καὶ ἡ
							<lb/>ἄρρην πιότατοι· ὅταν δ’ ἐκθρέψῃ τρίτῳ μηνί, ἐκφαίνουσιν <lb/>ἤδη τοῦ ἔαρος. Καὶ ἡ
							ὕστριξ δὲ φωλεύει καὶ <lb/>κύει ἴσας ἡμέρας, καὶ τἆλλα ὡσαύτως τῇ ἄρκτῳ. Κύουσαν
							<lb/>δ’ ἄρκτον ἔργον ἐστὶ λαβεῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="31">
						<p>Λέων δ’ ὅτι μὲν ὀχεύει ὄπισθεν καὶ ἔστιν ὀπισθουρητικόν, <lb/>εἴρηται πρότερον·
							ὀχεύει δὲ καὶ τίκτει οὐ πᾶσαν ὥραν, καθ’ <lb/>ἕκαστον μέντοι τὸν ἐνιαυτόν. Τίκτει μὲν
							οὖν τοῦ ἔαρος, <lb/>τίκτει δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δύο, τὰ μέντοι πλεῖστα ἕξ· τίκτει <lb/>δ’
							ἐνίοτε καὶ ἕν. Ὁ δὲ λεχθεὶς μῦθος περὶ τοῦ ἐκβάλλειν <lb/>τὰς ὑστέρας τίκτοντα ληρώδης
							ἐστί, συνετέθη δ’ ἐκ τοῦ σπανίους <lb/>εἶναι τοὺς λέοντας, ἀποροῦντος τὴν αἰτίαν τοῦ
							τὸν <lb/>μῦθον συνθέντος· σπάνιον γὰρ τὸ γένος τὸ τῶν λεόντων <lb/>ἐστὶ καὶ οὐκ ἐν
							πολλῷ γίνεται τόπῳ, ἀλλὰ τῆς Εὐρώπης <lb/>ἁπάσης ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ Ἀχελῴου καὶ τοῦ
							Νέσσου ποταμοῦ. <lb/>Τίκτει δὲ καὶ ὁ λέων πάνυ μικρὰ οὕτως ὥστε δίμηνα <lb/>ὄντα μόλις
							βαδίζειν. Οἱ δ’ ἐν Συρίᾳ λέοντες τίκτουσι <lb/>πεντάκις, τὸ πρῶτον πέντε, εἶτ’ ἀεὶ ἑνὶ
							ἐλάττονα· μετὰ δὲ <lb/>ταῦτα οὐκέτι οὐδὲν τίκτουσιν, ἀλλ’ ἄγονοι διατελοῦσιν. <lb/>Οὐκ
							ἔχει δὲ ἡ λέαινα χαίτην, ἀλλ’ ὁ ἄρρην λέων. Βάλλει <lb/>δὲ ὁ λέων τῶν ὀδόντων τοὺς
							κυνόδοντας καλουμένους τέτταρας <lb/>μόνους, δύο μὲν ἄνωθεν δύο δὲ κάτωθεν· βάλλει δ’
							ἑξάμηνος <lb/>ὢν τὴν ἡλικίαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="32">
						<p>Ἡ δὲ ὕαινα τῷ μὲν χρώματι λυκώδης ἐστί, δασυτέρα <pb n="234"/> δέ, καὶ λοφιὰν ἔχει
							δι’ ὅλης τῆς ῥάχεως· περὶ δὲ τῶν αἰδοίων <lb/>ὃ λέγεται, ὡς ἔχει ἄρρενος καὶ θηλείας,
							ψεῦδός ἐστιν. <lb/>Ἀλλ’ ἔχει τὸ μὲν τοῦ ἄρρενος ὅμοιον τῷ τῶν λύκων καὶ <lb/>τῶν
							κυνῶν, τὸ δὲ δοκοῦν θηλείας εἶναι ὑποκάτω μὲν ἔχει τῆς <lb/>κέρκου, παραπλήσιον δ’
							ἐστὶ τῷ σχήματι τῷ τοῦ θήλεος, <lb/>οὐκ ἔχει μέντοι οὐδένα πόρον· ὑποκάτω δ’ ἐστὶν
							αὐτοῦ ὁ <lb/>τῆς περιττώσεως πόρος. Ἡ δὲ θήλεια ὕαινα ἔχει μὲν καὶ <lb/>τὸ ὅμοιον τῷ
							τῆς θηλείας λεγομένῳ αἰδοίῳ, ἔχει δ’ ὥσπερ ὁ <lb/>ἄρρην αὐτὸ ὑποκάτω τῆς κέρκου, πόρον
							δ’ οὐδένα ἔχει· <lb/>μετὰ δὲ τοῦτο ὁ τῆς περιττώσεώς ἐστι πόρος, ὑποκάτω <lb/>δὲ
							τούτου τὸ ἀληθινὸν αἰδοῖον. Ἔχει δ’ ἡ ὕαινα ἡ θήλεια <lb/>καὶ ὑστέραν, ὥσπερ καὶ τὰ
							ἄλλα ζῷα τὰ θήλεα, ὅσα ἐστὶ <lb/>τοιαῦτα. Σπάνιον δ’ ἐστι λαβεῖν θήλειαν ὕαιναν· ἐν
							ἕνδεκα <lb/>γοῦν κυνηγός τις μίαν ἔφη λαβεῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="33">
						<p>Οἱ δὲ δασύποδες ὀχεύονται μὲν συνιόντες ὄπισθεν, ὥσπερ <lb/>εἴρηται πρότερον (ἔστι
							γὰρ ὀπισθουρητικόν), ὀχεύονται δὲ <lb/>καὶ τίκτουσι πᾶσαν ὥραν, καὶ ἐπικυΐσκονται ὅταν
							κύωσι, <lb/>καὶ τίκτουσι κατὰ μὴνα. Τίκτουσι δ’ οὐκ ἀθρόα, ἀλλὰ <lb/>διαλείπουσιν
							ἡμέρας ὅσας ἄν τύχωσιν. Ἴσχει δ’ ἡ θήλεια <lb/>γάλα πρότερον ἢ τεκεῖν, καὶ τεκοῦσα
							εὐθὺς ὀχεύεται, καὶ <lb/>συλλαμβάνει ἔτι θηλαζομένη· τὸ δὲ γάλα παχύτητι ὅμοιόν
							<lb/>ἐστι τῷ ὑείῳ. Τίκτει δὲ τυφλά, ὥσπερ τὰ πολλὰ τῶν <lb/>πολυσχιδῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="34">
						<p>Ἡ δ’ ἀλώπηξ ὀχεύει μὲν ἀναβαίνουσα, τίκτει δ’ ὥσπερ <lb/>ἡ ἄρκτος, καὶ ἔτι μᾶλλον
							ἀδιάρθρωτον. Ὅταν δὲ μέλλῃ <lb/>τίκτειν, ἐκτοπίζει οὕτως ὥστε σπάνιον εἶναι τὸ
							ληφθῆναι <pb n="235"/> κύουσαν. Ὅταν δ’ ἐκτέκῃ, τῇ γλώττῃ λείχουσα ἐκθερμαίνει
							<lb/>καὶ συμπέττει. Τίκτει δὲ τέτταρα τὰ πλεῖστα. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="35">
						<p>Λύκος δὲ κύει μὲν καὶ τίκτει καθάπερ κύων τῷ χρόνῳ <lb/>καὶ τῷ πλήθει τῶν γιγνομένων,
							καὶ τυφλὰ τίκτει ὥσπερ <lb/>κύων· ὀχεύει δὲ καὶ ὀχεύεται κατὰ μίαν ὥραν, καὶ τίκτει
							<lb/>ἀρχομένου τοῦ θέρους. Λέγεται δέ τις περὶ τοῦ τόκου <lb/>λόγος πρὸς μῦθον
							συνάπτων· φασὶ γὰρ πάντας τοὺς λύκους <lb/>ἐν δώδεχ’ ἡμέραις τοῦ ἐνιαυτοῦ τίκτειν.
							Τούτου δὲ <lb/>τὴν αἰτίαν ἐν μύθῳ λέγουσιν, ὅτι ἐν τοσαύταις ἡμέραις <lb/>τὴν Λητὼ
							παρεκόμισαν ἐξ Ὑπερβορέων εἰς Δῆλον, <lb/>λύκαιναν φαινομένην διὰ τὸν τῆς Ἥρας φόβον.
							Εἰ δ’ <lb/>ἐστὶν ὁ χρόνος οὗτος τῆς κυήσεως ἢ μή ἐστιν, οὐδέν πω <lb/>συνῶπται μέχρι
							γε τοῦ νῦν, ἀλλ’ ἢ ὅτι λέγεται μόνον. <lb/>Οὐκ ἀληθὲς δὲ φαίνεται ὂν οὐδὲ τὸ λεγόμενον
							ὡς ἅπαξ <lb/>ἐν τῷ βίῳ τίκτουσιν οἱ λύκοι.</p>
						<p>Οἱ δ’ αἴλουροι καὶ οἱ ἰχνεύμονες τίκτουσιν ὅσαπερ καὶ <lb/>οἱ κύνες, καὶ τρέφονται
							τοῖς αὐτοῖς· ζῶσι δὲ περὶ ἔτη ἕξ. <lb/>Καὶ ὁ πανθὴρ δὲ τίκτει τυφλὰ ὥσπερ λύκος,
							τίκτει δὲ τὰ <lb/>πλεῖστα τέτταρα τὸν ἀριθμόν. Καὶ οἱ θῶες δ’ ὁμοίως <lb/>κυΐσκονται
							τοῖς κυσί, καὶ τίκτουσι τυφλά· τίκτουσι δὲ καὶ <lb/>δύο καὶ τρία καὶ τέτταρα τὸν
							ἀριθμόν. Ἔστι δὲ τὴν ἰδέαν <lb/>ἐπ’ οὐρὰν μὲν μακρός, τὸ δ’ ὕψος βραχύτερος. Ὁμοίως
							<lb/>δὲ ταχυτῆτι διαφέρει, καίπερ τῶν σκελῶν ὄντων βραχέων, <lb/>διὰ τὸ ὑγρὸς εἶναι,
							καὶ πηδᾷ πόρρω. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="36">
						<p>Εἰσὶ δ’ ἐν Συρίᾳ οἱ καλούμενοι ἡμίονοι, ἕτερον γένος τῶν <lb/>ἐκ συνδυασμοῦ γινομένων
							ἵππου καὶ ὄνου, ὅμοιοι δὲ τὴν <lb/>ὄψιν, ὥσπερ καὶ οἱ ἄγριοι ὄνοι πρὸς τοὺς ἡμέρους,
							ἀπό <pb n="236"/> τινος ὁμοιότητος λεχθέντες. Εἰσὶ δ’ ὥσπερ οἱ ὄνοι οἱ <lb/>ἄγριοι καὶ
							αἱ ἡμίονοι, τὴν ταχυτῆτα διαφέροντες. Αὗται <lb/>αἱ ἡμίονοι γεννῶσιν ἐξ ἀλλήλων.
							Σημεῖον δέ· ἦλθον γάρ <lb/>τινες εἰς Φρυγίαν ἐπὶ Φαρνάκου τοῦ Φαρναβάζου πατρός,
							<lb/>καὶ διαμένουσιν ἔτι. Εἰσὶ δὲ νῦν μὲν τρεῖς, τὸ παλαιὸν δ’ <lb/>ἐννέα ἧσαν, ὡς
							φασίν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="37">
						<p>Ἡ δὲ τῶν μυῶν γένεσις θαυμασιωτάτη παρὰ τἆλλα ζῷά <lb/>ἐστι τῷ πλήθει καὶ τῷ τάχει.
							Ἤδη γάρ ποτε ἐναποληφθείσης <lb/>τῆς θηλείας κυούσης ἐν ἀγγείῳ κέγχρου, μετ’ ὀλίγον
							<lb/>ἀνοιχθέντος τοῦ ἀγγείου ἐφάνησαν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι <lb/>μύες τὸν ἀριθμόν.
							Ἀπορεῖται δὲ καὶ ἡ τῶν ἐπιπολαζόντων <lb/>γένεσις μυῶν ἐν ταῖς χώραις καὶ ἡ φθορά·
							πολλαχοῦ γὰρ <lb/>εἴωθε πλῆθος γίνεσθαι ἀμύθητον τῶν ἀρουραίων, ὥστ’ <lb/>ὀλίγον
							λείπεσθαι τοῦ σίτου παντός. Γίνεται δ’ οὕτω <lb/>ταχεῖα ἡ φθορά, ὥστ’ ἔνιοι τῶν μὴ
							μεγάλας γεωργίας <lb/>ἐργαζομένων, τῇ προτεραίᾳ ἰδόντες ὅτι θερίζειν ὥρα, τῇ
							<lb/>ὑστεραίᾳ ἕωθεν ἄγοντες τοὺς θεριστὰς καταβεβρωμένα <lb/>ἅπαντα καταλαμβάνουσιν. Ὁ
							δ’ ἀφανισμὸς οὐ κατὰ λόγον <lb/>ἀποβαίνει· ἐν ὀλίγαις γὰρ ἡμέραις ἀφανεῖς πάμπαν
							<lb/>γίγνονται· καίτοι ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις οὐ κρατοῦσιν <lb/>οἱ ἄνθρωποι
							ἀποθυμιῶντες καὶ ἀνορύττοντες, ἔτι δὲ <lb/>θηρεύοντες καὶ τὰς ὗς ἐμβάλλοντες· αὗται
							γὰρ ἀνορύττουσι <lb/>τὰς μυωπίας. Θηρεύουσι δὲ καὶ αἱ ἀλώπεκες αὐτούς, καὶ <lb/>αἱ
							γαλαῖ αἱ ἄγριαι μάλιστα ἀναιροῦσιν, ὅταν ἐπιγένωνται· <lb/>ἀλλ’ οὐ κρατοῦσι τῆς
							πολυγονίας καὶ τῆς ταχυγονίας, <lb/>οὐδ’ ἄλλ’ οὐθὲν πλὴν οἱ ὄμβροι, ὅταν ἐπιγένωνται·
								<pb n="237"/> τότε δ’ ἀφανίζονται ταχέως. Τῆς δὲ Περσικῆς ἔν τινι <lb/>τόπῳ
							ἀνασχιζομένης τῆς θηλείας τῶν ἐμβρύων τὰ θήλεα <lb/>κύοντα φαίνεται. Φασὶ δὲ τινες καὶ
							ἰσχυρίζονται ὅτι <lb/>ἂν ἅλα λείχωσιν, ἄνευ ὀχείας γίνεσθαι ἐγκύους. Οἱ δ’ ἐν
							<lb/>Αἰγύπτῳ μύες σκληρὰν ἔχουσι τὴν τρίχα ὥσπερ οἱ χερσαῖοι <lb/>ἐχῖνοι. Εἰσὶ δὲ καὶ
							ἕτεροι οἳ βαδίζουσιν ἐπὶ τοῖς <lb/>δυσὶ ποσίν· τὰ γὰρ πρόσθια μικρὰ ἔχουσι, τὰ δ’
							ὀπίσθια <lb/>μεγάλα· γίνονται δὲ πλήθει πολλοί. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα <lb/>γένη μυῶν πολλά.
						</p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="7">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Η.</head>
						<p>Περὶ δ’ ἀνθρώπου γενέσεως τῆς τε πρώτης τῆς ἐν τῷ <lb/>θήλει καὶ τῆς ὕστερον μέχρι
							γήρως, ὅσα συμβαίνει διὰ τὴν <lb/>φύσιν τὴν οἰκείαν, τόνδ’ ἔχει τὸν τρόπον. Ἡ μὲν
							διαφορὰ <lb/>τοῦ ἄρρενος πρὸς τὸ θῆλυ καὶ τὰ μόρια πρότερον <lb/>εἴρηται, φέρειν δὲ
							σπέρμα πρῶτον ἄρχεται τὸ ἄρρεν ὡς <lb/>ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τοῖς ἔτεσι τοῖς δὶς ἑπτὰ
							τετελεσμένοις· ἅμα <lb/>δὲ καὶ τρίχωσις τῆς ἥβης ἄρχεται, καθάπερ καὶ τὰ φυτὰ
							<lb/>μέλλοντα σπέρμα φέρειν ἀνθεῖν πρῶτον Ἀλκμαίων φησὶν <lb/>ὁ Κροτωνιάτης. Περὶ δὲ
							τὸν αὐτὸν χρόνον τοῦτον <lb/>ἥ τε φωνὴ μεταβάλλειν ἄρχεται ἐπὶ τὸ τραχύτερον καὶ
							<lb/>ἀνωμαλέστερον, οὔτ’ ἔτι ὀξεῖα οὖσα οὔτε πω βαρεῖα, οὔτε <lb/>πᾶσα ὁμαλή, ἀλλ’
							ὁμοία φαινομένη ταῖς παρανενευρισμέναις <lb/>καὶ τραχείαις χορδαῖς· ὃ καλοῦσι
							τραγίζειν. Γίνεται <pb n="238"/> δὲ τοῦτο μᾶλλον τοῖς πειρωμένοις ἀφροδισιάζειν· τοῖς
							γὰρ <lb/>περὶ ταῦτα προθυμουμένοις καὶ μεταβάλλουσιν αἱ φωναὶ εἰς <lb/>τὴν τῶν ἀνδρῶν
							φωνήν, ἀπεχομένοις δὲ τοὐναντίον· ἐὰν <lb/>δὲ καὶ συναποβιάζωνται ταῖς ἐπιμελείαις,
							ὅπερ ποιοῦσιν <lb/>ἔνιοι τῶν περὶ τὰς χορείας σπουδαζόντων, καὶ μέχρι πόρρω
							<lb/>διαμένει καὶ τὸ πάμπαν μικρὰν λαμβάνει μεταβολήν. Καὶ <lb/>μαστῶν ἔπαρσις γίνεται
							καὶ αἰδοίων, οὐ μεγέθει μόνον <lb/>ἀλλὰ καὶ εἴδει. Συμβαίνει δὲ περὶ τοῦτον τὸν χρόνον
							τοῖς <lb/>τε πειρωμένοις τρίβεσθαι περὶ τὴν τοῦ σπέρματος πρόεσιν <lb/>οὐ μόνον ἡδονὴν
							γίνεσθαι τοῦ σπέρματος ἐξιόντος, ἀλλὰ καὶ <lb/>λύπην. Περὶ τὸν αὐτὸν δὲ χρόνον καὶ
							τοῖς θήλεσιν ἥ τ’ <lb/>ἔπαρσις γίνεται τῶν μαστῶν καὶ τὰ καταμήνια καλούμενα
							<lb/>καταρρήγνυται· τοῦτο δ’ ἐστὶν αἷμα οἷον νεόσφακτον. Τὰ <lb/>δὲ λευκὰ καὶ παιδίοις
							γίνεται νέοις οὖσι πάμπαν, μᾶλλον <lb/>δ’ ἂν ὑγρᾷ χρῶνται τροφῇ· καὶ κωλύει τὴν αὔξην,
							καὶ τὰ <lb/>σώματα ἰσχναίνει τῶν παιδίων. Τὰ δὲ καταμήνια γίνεται <lb/>ταῖς πλείσταις
							ἤδη τῶν μαστῶν ἐπὶ δύο δακτύλους ᾐρμένων. <lb/>Καὶ ἡ φωνὴ δὲ καὶ ταῖς παισὶ μεταβάλλει
							περὶ <lb/>τὸν χρόνον τοῦτον ἐπὶ τὸ βαρύτερον. Ὅλως μὲν γὰρ γυνὴ <lb/>ἀνδρὸς
							ὀξυφωνότερον, αἱ δὲ νέαι τῶν πρεσβυτέρων, ὥσπερ <lb/>καὶ οἱ παῖδες τῶν ἀνδρῶν· ἀλλ’
							ἔστιν ἡ φωνὴ ὀξυτέρα ἡ <lb/>τῶν θηλειῶν παίδων ἢ τῶν ἀρρένων, καὶ ὁ παρθένιος αὐλὸς
							<lb/>τοῦ παιδικοῦ ὀξύτερος. Μάλιστα δὲ καὶ φυλακῆς δέονται <lb/>περὶ τὸν χρόνον
							τοῦτον· μάλιστα γὰρ ὁρμῶσι πρὸς τὴν <lb/>τῶν ἀφροδισίων χρῆσιν ἀρχομένων αὐτῶν, ὥστε
							ἂν μὴ <lb/>διευλαβηθῶσι μηθὲν ἐπὶ πλεῖον κινῆσαι οὗ αὐτὰ τὰ σώματα <lb/>μεταβάλλει
							μηθὲν χρωμένων ἀφροδισίοις, ἀκολουθεῖν <pb n="239"/> εἴωθεν εἰς τὰς ὕστερον ἡλικίας.
							Αἵ τε γὰρ νέαι πάμπαν <lb/>ἀφροδισιαζόμεναι ἀκολαστότεραι γίνονται καὶ οἱ ἄρρενες,
							<lb/>ἐάν τ’ ἐπὶ θάτερα ἐάν τ’ ἐπ’ ἀμφότερα ἀφυλακτήσωσιν· οἵ <lb/>τε γὰρ πόροι
							ἀναστομοῦνται, καὶ ποιοῦσιν εὔρουν τὸ σῶμα <lb/>ταύτῃ· καὶ ἅμα ἡ τότε μνήμη τῆς
							συμβαινούσης ἡδονῆς ἐπιθυμίαν <lb/>ποιεῖ τῆς τότε γινομένης ὁμιλίας. Γίνονται δέ τινες
							<lb/>ἄνηβοι ἐκ γενετῆς καὶ ἄγονοι διὰ τὸ πηρωθῆναι περὶ τὸν <lb/>τόπον τὸν γόνιμον·
							ὁμοίως δὲ καὶ γυναῖκες γίνονται ἄνηβοι <lb/>ἐκ γενετῆς. Μεταβάλλουσι δὲ καὶ τὰς ἕξεις
							καὶ τὰ ἄρρενα <lb/>καὶ τὰ θήλεα περί τε τὸ ὑγιεινότερα εἷναι καὶ νοσερώτερα, <lb/>καὶ
							περὶ τὴν τοῦ σώματος ἰσχνότητα καὶ παχύτητα καὶ <lb/>εὐτροφίαν· μετὰ γὰρ τὴν ἥβην οἱ
							μὲν ἐξ ἰσχνῶν παχύνονται <lb/>καὶ ὑγιεινότεροι γίνονται, οἱ δὲ τοὐναντίον· ὁμοίως δὲ
							<lb/>τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν παρθένων. Ὅσοι μὲν γὰρ <lb/>παῖδες ἢ ὅσαι παρθένοι
							περιττωματικὰ τὰ σώματα εἶχον, <lb/>συναποκρινομένων τῶν τοιούτων τοῖς μὲν ἐν τῷ
							σπέρματι <lb/>ταῖς δ’ ἐν τοῖς καταμηνίοις ὑγιεινότερα τὰ σώματα γίνεται <lb/>καὶ
							εὐτραφέστερα, ἐξιόντων τῶν ἐμποδιζόντων τὴν ὑγίειαν <lb/>καὶ τὴν τροφήν· ὅσοι δὲ
							τοὐναντίον, ἰσχνότερα καὶ νοσερώτερα <lb/>τὰ σώματα γίνεται· ἀπὸ γὰρ τῆς φύσεως καὶ
							τῶν <lb/>καλῶς ἐχόντων ἡ ἀπόκρισις γίνεται τοῖς μὲν ἐν τῷ σπέρματι <lb/>ταῖς δ’ ἐν
							τοῖς καταμηνίοις. Ἔτι δὲ ταῖς γε παρθένοις <lb/>καὶ τὰ περὶ τοὺς μαστοὺς γίνεται
							διαφερόντως ἑτέραις <lb/>πρὸς ἑτέρας· αἱ μὲν γὰρ πάμπαν μεγάλους ἴσχουσιν, αἱ <lb/>δὲ
							μικρούς. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲ συμβαίνει τοῦτο, ὅσαι ἂν <lb/>παῖδες οὖσαι περιττωματικαὶ
							ὦσιν· μελλόντων γὰρ καὶ <lb/>οὔπω γινομένων τῶν γυναικείων, ὅσῳ ἂν πλείων ἡ ὑγρότης
							<lb/>ᾖ, τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκάζει αἴρεσθαι ἄνω, ἕως ἂν καταρραγῇ· <pb n="240"/> ὥστε
							τότε λαβόντες ὄγκον οἱ μαστοὶ διαμένουσι <lb/>καὶ εἰς τὸ ὕστερον. Καὶ τῶν ἀρρένων δὲ
							ἐπιδηλότεροι γίνονται <lb/>καὶ γυναικικώτεροι οἱ μαστοί, καὶ νεωτέροις καὶ
							<lb/>πρεσβυτέροις οὖσι, τοῖς ὑγροῖς καὶ λείοις καὶ μὴ φλεβώδεσι, <lb/>καὶ τούτων
							μᾶλλον τοῖς μέλασιν ἢ λευκοῖς. Μέχρι μὲν οὖν <lb/>τῶν τρὶς ἑπτὰ ἐτῶν τὸ μὲν πρῶτον
							ἄγονα τὰ σπέρματά <lb/>ἐστιν· ἔπειτα γόνιμα μὲν μικρὰ δὲ καὶ ἀτελῆ γεννῶσι καὶ <lb/>οἱ
							νέοι καὶ αἱ νέαι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν <lb/>πλείστων. Συλλαμβάνουσι μὲν
							οὖν αἱ νέαι θᾶττον· ἐὰν <lb/>δὲ συλλάβωσιν, ἐν τοῖς τόκοις πονοῦσι μᾶλλον. Καὶ τὰ
							<lb/>σώματα δ’ αὐτῶν ἀτελέστερα γίνεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ <lb/>γηράσκει θᾶττον, τῶν
							τ’ ἀφροδισιαστικῶν ἀρρένων καὶ τῶν <lb/>γυναικῶν τῶν τοῖς τόκοις χρωμένων πλείοσιν·
							δοκεῖ γὰρ οὐδ’ <lb/>ἡ αὔξησις ἔτι γίνεσθαι μετὰ τοὺς τρεῖς τόκους. Καθίστανται <lb/>δὲ
							καὶ σωφρονίζονται μᾶλλον ὅσαι τῶν γυναικῶν ἀκόλαστοι <lb/>πρὸς πρὸς τὴν ὁμιλίαν εἰσὶ
							τὴν τῶν ἀφροδισίων, ὅταν <lb/>τοῖς τόκοις χρήσωνται πολλοῖς. Μετὰ δὲ τὰ τρὶς ἑπτὰ
							<lb/>ἔτη αἱ μὲν γυναῖκες πρὸς τὰς τεκνογονίας ἤδη εὐκαίρως ἔχουσιν, <lb/>οἱ δ’ ἄνδρες
							ἔτι ἔχουσιν ἐπίδοσιν. Ἔστι δὲ τὰ μὲν <lb/>λεπτὰ τῶν σπερμάτων ἄγονα, τὰ δὲ χαλαζώδη
							γόνιμα καὶ <lb/>ἀρρενογόνα μᾶλλον· τὰ δὲ λεπτὰ καὶ μὴ θρομβώδη θηλυγόνα. <lb/>Καὶ τοῦ
							γενείου δὲ τρίχωσις συμβαίνει τοῖς ἄρρεσι <lb/>περὶ τὴν ἡλικίαν ταύτην. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ἡ δὲ τῶν γυναικείων ὁρμὴ γίνεται περὶ φθίνοντας τοὺς <lb/>μῆνας· διὸ φασί τινες τῶν
							σοφιζομένων καὶ τὴν σελήνην <lb/>εἶναι θῆλυ, ὅτι ἅμα συμβαίνει ταῖς μὲν ἡ κάθαρσις τῇ
							δ’ ἡ <lb/>φθίσις καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν καὶ τὴν φθίσιν ἡ πλήρωσις <lb/>ἀμφοῖν. Καὶ ταῖς
							μὲν συνεχῶς καθ’ ἕκαστον ὀλιγάκις τὰ <lb/>καταμήνια φοιτᾷ, παρὰ δὲ μῆνα τρίτον ταῖς
							πλείσταις. <lb/>Ὅσαις μὲν οὖν ὀλίγον χρόνον γίνεται, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, <pb n="241"/>
							ἀπαλλάττουσι ῥᾷον, ὅσαις δὲ πολλάς, χαλεπώτερον. <lb/>Πονοῦσι γὰρ τὰς ἡμέρας τὰς
							ἡμέρας ταύτας· ταῖς μὲν γὰρ ἀθρόα ἡ <lb/>κάθαρσις γίνεται ταῖς δὲ κατ’ ὀλίγον, τὸ δὲ
							σῶμα βαρύνεται <lb/>πάσαις, ἕως ἂν ἐξέλθῃ. Πολλαῖς δὲ καὶ ὅταν ὁρμᾷ τὰ <lb/>καταμήνια
							καὶ μέλλῃ ῥήγνυσθαι, πνιγμοὶ γίνονται καὶ ψόφος <lb/>ἐν ταῖς ὑστέραις, ἕως ἂν ῥαγῇ.
							Φύσει μὲν οὖν ἡ σύλληψις <lb/>γίνεται μετὰ τὴν τούτων ἀπαλλαγὴν ταῖς γυναιξίν·
							<lb/>καὶ ὅσαις μὴ γίνεται ταῦτα, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄτεκνοι διατελοῦσιν. <lb/>Οὐ μὴν ἀλλὰ
							καὶ μὴ γινομένων τούτων ἔνιαι συλλαμβάνουσιν, <lb/>ὅσαις συναθροίζεται ἰκμὰς τοσαύτη
							ὅση ταῖς <lb/>γειναμέναις ὑπολείπεται μετὰ τὴν κάθαρσιν, ἀλλὰ μὴ ὥστε <lb/>καὶ θύραζε
							ἐξιέναι. Καὶ γινομένων ἔτι ἔνιαι συλλαμβάνουσιν· <lb/>ὕστερον δ’ οὐ συλλαμβάνουσιν,
							ὅσαις εὐθὺς μετὰ <lb/>τὴν κάθαρσιν αἱ ὑστέραι συμμύουσιν. Γίνεται δ’ ἐνίαις καὶ
							<lb/>κυούσαις διὰ τέλους τὰ γυναικεῖα· συμβαίνει μέντοι ταύταις <lb/>φαῦλα τίκτειν,
							καὶ ἢ μὴ σώζεσθαι εἰς αὔξην ἢ ἀσθενῆ <lb/>τὰ ἔκγονα γίγνεσθαι. Πολλαῖς δὲ καὶ διὰ τὸ
							δεῖσθαι τῆς <lb/>συνουσίας ἢ διὰ τὴν νεότητα καὶ τὴν ἡλικίαν, ἢ διὰ τὸ χρόνον
							<lb/>ἀπέχεσθαι πολύν, καταβαίνουσιν αἱ ὑστέραι κάτω, καὶ τὰ <lb/>γυναικεῖα γίνεται
							πολλάκις τρὶς τοῦ μηνός, ἕως ἂν συλλάβωσιν· <lb/>τότε δ’ ἀπέρχονται πάλιν εἰς τὸν ἄνω
							τόπον τὸν <lb/>οἰκεῖον. Ἐνίοτε δὲ κἂν συμβῇ ἔχουσα, τύχῃ δ’ ὑγρὰ οὖσα, <lb/>ἀποφυσᾷ
							τοῦ σπέρματος τὸ ὑγρότερον. Πάντων δὲ τῶν <lb/>ζῴων, ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον, ταῖς
							γυναιξὶ μᾶλλον <lb/>τῶν ἄλλων θηλειῶν ἡ κάθαρσις γίνεται πλείστη. Τοῖς μὲν <lb/>γὰρ μὴ
							ζῳοτοκοῦσιν οὐθὲν τοιοῦτον ἐπισημαίνει διὰ τὸ <lb/>τὴν περίττωσιν ταύτην τρέπεσθαι εἰς
							τὸ σῶμα (μείζω τε <lb/>γὰρ ἔνια τῶν ἀρρένων ἐστί, καὶ ἔτι τοῖς μὲν εἰς φολίδας τοῖς
							<lb/>δ’ εἰς λεπίδας τοῖς δ’ εἰς τὸ τῶν πτερῶν ἀναλίσκεται <pb n="242"/> πλῆθος), τοῖς
							δὲ πεζοῖς καὶ ζῳοτόκοις εἴς τε τὰς τρίχας <lb/>καὶ τὸ σῶμα (λεῖον γὰρ ἄνθρωπός ἐστι
							μόνον) καὶ εἰς τὰ <lb/>οὖρα (παχεῖαν γὰρ τὰ πλεῖστα καὶ πολλὴν τὰ τοιαῦτα ποιεῖται
							<lb/>τὴν ἔκκρισιν)· ταῖς δὲ γυναιξὶν ἀντὶ τούτων τρέπεται <lb/>τὸ περίττωμα εἰς τὴν
							κάθαρσιν. Ὁμοίως δ’ ἔχει τοῦτο <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἀρρένων· πλεῖστον γὰρ ὡς κατὰ τὸ
							μέγεθος <lb/>ἀφίησι σπέρμα τῶν ἄλλων ζῴων ἄνθρωπος (διὸ καὶ λειότατον <lb/>τῶν ζῴων
							ἐστὶν ἄνθρωπος), καὶ αὐτῶν δ’ οἱ ὑγρότεροι <lb/>τὰς φύσεις καὶ μὴ πολύσαρκοι λίαν, καὶ
							οἱ λευκότεροι <lb/>δὲ τῶν μελάνων. Καὶ ἐπὶ γυναικῶν δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον· <lb/>ταῖς γὰρ
							εὐσάρκοις πορεύεται εἰς τὴν τροφὴν τοῦ σώματος <lb/>τὸ πολὺ τῆς ἐκκρίσεως. Καὶ ἐν ταῖς
							ὁμιλίαις δὲ τῶν ἀφροδισίων <lb/>αἱ λευκότεραι τὴν φύσιν ἐξικμάζουσι μᾶλλον τῶν
							<lb/>μελαινῶν. Ποιεῖ δὲ τῆς τροφῆς τὰ ὑγρὰ καὶ δριμέα τοιαύτην <lb/>τὴν ὁμιλίαν
							μᾶλλον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Γίνεται δὲ σημεῖον τοῦ συνειληφέναι ταῖς γυναιξίν, ὅταν <lb/>εὐθὺς γένηται μετὰ τὴν
							ὁμιλίαν ὁ τόπος ξηρός. Ἂν μὲν <lb/>οὖν λεῖα τὰ χείλη ᾖ τοῦ στόματος, οὐ θέλει
							συλλαμβάνειν <lb/>(ἀπολισθαίνει γάρ), οὐδ’ ἂν παχέα· ἂν δ’ ἁπτομένῳ τῷ <lb/>δακτύλῳ
							τραχύτερα ᾖ καὶ ἀντέχηται, καὶ ἂν λεπτὰ τὰ <lb/>χείλη, τότε εὐκαίρως ἔχει πρὸς τὴν
							σύλληψιν. Πρὸς μὲν <lb/>οὖν τὸ συλλαμβάνειν τοιαύτας δεῖ κατασκευάζειν τὰς ὑστέρας,
							<lb/>πρὸς δὲ τὸ μὴ συλλαμβάνειν τοὐναντίον· ἂν γὰρ ᾖ <lb/>λεῖα τὰ χείλη, οὐ
							συλλαμβάνει· διὸ ἔνιαι τῆς μήτρας <lb/>πρὸς ὃ πίπτει τὸ σπέρμα, ἀλείφουσιν ἐλαίῳ
							κεδρίνῳ ἢ ψιμυθίῳ <lb/>ἢ λιβανωτῷ, διέντες ἐλαίῳ. Ἐὰν δὲ ἑπτὰ ἐμμείνῃ <lb/>ἡμέρας,
							φανερὸν ὅτι εἴληπται· αἱ γὰρ καλούμεναι ἐκρύσεις <lb/>ἐν ταύταις γίνονται ταῖς
							ἡμέραις. Αἱ δὲ καθάρσεις φοιτῶσι <lb/>ταῖς πλείσταις ἐπί τινα χρόνον συνειληφυίαις,
							ἐπὶ μὲν τῶν <pb n="243"/> θηλειῶν τριάκονθ’ ἡμέρας μάλιστα, περὶ δὲ τετταράκοντα
							<lb/>ἐπὶ τῶν ἀρρένων. Καὶ μετὰ τοὺς τόκους δ’ αἱ καθάρσεις <lb/>βούλονται τὸν αὐτὸν
							ἀριθμὸν ἀποδιδόναι τοῦτον, οὐ μὴν <lb/>ἐξακριβοῦσί γε πάσαις ὁμοίως. Μετὰ δὲ τὴν
							σύλληψιν <lb/>καὶ τὰς ἡμέρας τὰς εἰρημένας οὐκέτι κατὰ φύσιν, ἀλλ’ εἰς <lb/>τοὺς
							μαστοὺς τρέπεται καὶ γίνεται γάλα. Ἐπισημαίνει <lb/>δὲ τὸ πρῶτον μικρόν τε καὶ
							ἀραχνιῶδες τὸ γάλα ἐν τοῖς <lb/>μαστοῖς. Ὅταν δὲ συλλάβωσιν, αἴσθησις μάλιστα
							ἐγγίνεται <lb/>ἔν τε ταῖς λαγόσιν· ἐνίαις γὰρ γίνονται πληρέστεραι <lb/>εὐθύς· μᾶλλον
							δ’ ἐπιδήλως τοῦτο συμβαίνει ταῖς ἰσχναῖς. <lb/>Καὶ ἐν τοῖς βουβῶσιν ἐπὶ μὲν τῶν
							ἀρρένων ὡς ἐπὶ τὸ <lb/>πολὺ ἐν τῷ δεξιῷ μᾶλλον περὶ τὰς τετταράκοντα γίνεται ἡ
							<lb/>κίνησις, τῶν δὲ θηλειῶν ἐν τῷ ἀριστερῷ περὶ ἐνενήκονθ’ <lb/>ἡμέρας. Οὐ μὴν ἀλλ’
							ἀκρίβειάν γε τούτων οὐδεμίαν ὑποληπτέον· <lb/>πολλαῖς γὰρ θηλυτοκούσαις ἡ κίνησις ἐν
							τῷ δεξιῷ <lb/>γίνεται, καὶ ταῖς ἐν τῷ ἀριστερῷ ἄρρεν· ἀλλὰ καὶ ταῦτα <lb/>καὶ τὰ
							τοιαῦτα πάντα διαφέρει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τῷ μᾶλλον <lb/>καὶ ἧττον. Περὶ δὲ τοῦτον τὸν
							χρόνον καὶ σχίζεται τὸ <lb/>κύημα· τὸν δ’ ἔμπροσθεν ἄναρθρον συνέστηκε κρεῶδες.
							<lb/>Καλοῦνται δ’ ἐκρύσεις μὲν αἱ μέχρι τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν διαφθοραί, <lb/>ἐκτρωσμοὶ δ’
							αἱ μέχρι τῶν τετταράκοντα· καὶ πλεῖστα <lb/>διαφθείρεται τῶν κυημάτων ἐν ταύταις ταῖς
							ἡμέραις. <lb/>Τὸ μὲν οὖν ἄρρεν ὅταν ἐξέλθῃ τετταρακοσταῖον, ἐὰν μὲν <lb/>εἰς ἄλλο τι
							ἀφῇ τις, διαχεῖταί τε καὶ ἀφανίζεται, ἐὰν δ’ εἰς <lb/>ψυχρὸν ὕδωρ, συνίσταται οἷον ἐν
							ὑμένι· τούτου δὲ διακνισθέντος <lb/>φαίνεται τὸ ἔμβρυον τὸ μέγεθος ἡλίκον μύρμηξ
							<lb/>τῶν μεγάλων, τά τε μέλη δῆλα, τά τε ἄλλα πάντα καὶ <pb n="244"/> τὸ αἰδοῖον, καὶ
							οἱ ὀφθαλμοὶ καθάπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων ζῴων <lb/>μέγιστοι. Τὸ δὲ θῆλυ, ὅ τι μὲν ἂν διαφθαρῇ
							ἐντὸς τῶν <lb/>τριῶν μηνῶν, ἀδιάρθρωτον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ φαίνεται· ὅ τι <lb/>δ’ ἂν
							ἐπιλάβῃ τοῦ τετάρτου μηνός, γίνεται ἐσχισμένον καὶ <lb/>διὰ ταχέων λαμβάνει τὴν ἄλλην
							διάρθρωσιν. Τέως μὲν <lb/>οὖν πᾶσαν τὴν τελείωσιν τῶν μορίων βραδύτερον ἀπολαμβάνει
							<lb/>τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος, καὶ δεκάμηνα γίνεται μᾶλλον <lb/>τῶν ἀρρένων· ὅταν δὲ
							γένηται, θᾶττον τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων <lb/>καὶ νεότητα καὶ ἀκμὴν λαμβάνει καὶ γῆρας,
							καὶ μᾶλλον <lb/>αἱ πλείοσι χρώμεναι τόκοις, ὥσπερ εἴρηται πρότερον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Ὅταν δὲ συλλάβῃ ἡ ὑστέρα τὸ σπέρμα, εὐθὺς συμμύει <lb/>ταῖς πολλαῖς, μέχρι γένωνται
							ἑπτὰ μῆνες· τῷ δ’ ὀγδόῳ <lb/>χάσκουσιν· καὶ τὸ ἔμβρυον, ἐὰν ᾖ γόνιμον, προκαταβαίνει
							<lb/>τῷ ὀγδόῳ μηνί. Τὰ δὲ μὴ γόνιμα ἀλλ’ ἀποπεπνιγμένα <lb/>ὀκτάμηνα ἐν τοῖς τόκοις
							οὐκ ἐκφέρουσιν ὀκτάμηναι αἱ γυναῖκες, <lb/>οὔτε προκαταβαίνει κάτω τὰ ἔμβρυα τῷ ὀγδόῳ
							μηνί, <lb/>οὔτε αἱ ὕστεραι ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ χάσκουσιν· ἀλλὰ σημεῖον <lb/>ὅτι οὐ
							γόνιμον, ἐὰν γένηται μὴ συμπεσόντων τῶν <lb/>εἰρημένων. Μετὰ δὲ τὰς συλλήψεις αἱ
							γυναῖκες βαρύνονται <lb/>τὸ σῶμα πᾶν, καὶ σκότοι πρὸ τῶν ὀμμάτων καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ
							<lb/>γίνονται πόνοι. Ταῦτα δὲ ταῖς μὲν θᾶττον καὶ σχεδὸν <lb/>δεκαταίαις γίνεται, ταῖς
							δὲ βραδύτερον, ὅπως ἂν τύχωσιν <lb/>οὖσαι τῷ περιττωματικαὶ εἶναι μᾶλλον καὶ ἧττον.
							<lb/>Ἔτι δὲ ναυτίαι καὶ ἔμετοι λαμβάνουσι τὰς πλείστας, καὶ <lb/>μάλιστα τὰς τοιαύτας,
							ὅταν αἵ τε καθάρσεις στῶσι καὶ <lb/>μήπω εἰς τοὺς μαστοὺς τετραμμέναι ὦσιν. Ἔνιαι μὲν
							οὖν <lb/>ἀρχόμεναι μᾶλλον πονοῦσι τῶν γυναικῶν, ἔνιαι δ’ ὕστερον, <lb/>ἤδη τοῦ
							κυήματος ἔχοντος αὔξησιν μᾶλλον· πολλαῖς δὲ καὶ <lb/>πολλάκις καὶ στραγγουρίαι
							γίνονται τὸ τελευταῖον. Ὡς <lb/>μὲν οὖν ἐπὶ τὸ πολὺ ῥᾷον ἀπαλλάττουσιν αἱ τὰ ἄρρενα
							κύουσαι <pb n="245"/> καὶ μᾶλλον μετ’ εὐχροίας διατελοῦσιν, ἐπὶ δὲ τῶν <lb/>θηλειῶν
							τοὐναντίον· ἀχρούστεραί τε γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, <lb/>καὶ βαρύτερον διάγουσι, καὶ
							πολλαῖς περὶ τὰ σκέλη οἰδήματα <lb/>καὶ ἐπάρσεις γίνονται τῆς σαρκός· οὐ μὴν ἀλλ’
							ἐνίαις <lb/>γίνεται καὶ τἀναντία τούτων. Εἰώθασι δὲ ταῖς κυούσαις <lb/>αἱ ἐπιθυμίαι
							γίνεσθαι παντοδαπαὶ καὶ μεταβάλλειν ὀξέως, <lb/>ὃ καλοῦσί τινες κισσᾶν· καὶ ἐπὶ τῶν
							θηλειῶν ὀξύτεραι μὲν <lb/>αἱ ἐπιθυμίαι, παραγινομένων δὲ ἧττον δύνανται ἀπολαύειν.
							<lb/>Ὀλίγαις δέ τισι συμβαίνει βέλτιον ἔχειν τὸ σῶμα κυούσαις. <lb/>Μάλιστα δὲ
							ἀσῶνται, ὅταν ἄρχωνται τὰ παιδία τρίχας <lb/>ποιεῖν. Αἱ δὲ τρίχες ταῖς μὲν κυούσαις αἱ
							μὲν συγγενεῖς <lb/>γίνονται ἐλάττους καὶ ῥέουσιν, ἐν οἷς δὲ μὴ εἰώθασιν <lb/>ἔχειν
							τρίχας, ταῦτα δασύνεται μᾶλλον. Καὶ κίνησιν δὲ <lb/>παρέχεται ἐν τῷ σώματι μᾶλλον ὡς
							ἐπὶ τὸ πολὺ τὸ ἄρρεν <lb/>τοῦ θήλεος, καὶ τίκτεται θᾶττον, τὰ δὲ θήλεα βραδύτερον.
							<lb/>Καὶ ὁ πόνος ἐπὶ μὲν τοῖς θήλεσι συνεχὴς καὶ νωθρότερος, <lb/>ἐπὶ δὲ τοῖς ἄρρεσιν
							ὀξὺς μέν, πολλῷ δὲ χαλεπώτερος. Αἱ <lb/>δὲ πλησιάζουσαι πρὸ τῶν τόκων τοῖς ἀνδράσι
							θᾶττον <lb/>τίκτουσιν. Δοκοῦσι δ’ ὠδίνειν αἱ γυναῖκες ἐνίοτε οὐ γινομένης <lb/>ὠδῖνος,
							ἀλλὰ διὰ τὸ τὴν κεφαλὴν στρέφειν τὸ ἔμβρυον <lb/>φαίνεται ὠδῖνος ἀρχὴ τοῦτο γίνεσθαι.
							Τὰ μὲν οὖν ἄλλα <lb/>ζῷα μοναχῶς ποιεῖται τὴν τοῦ τόκου τελείωσιν· εἷς γὰρ
							<lb/>ὥρισται τοῦ τόκου χρόνος πᾶσιν· ἀνθρώπῳ δὲ πολλοὶ μόνῳ <lb/>τῶν ζῴων· καὶ γὰρ
							ἑπτάμηνα καὶ ὀκτάμηνα καὶ ἐννεάμηνα <lb/>γίνεται, καὶ δεκάμηνα τὸ πλεῖστον· ἔνιαι δ’
							ἐπιλαμβάνουσι <lb/>καὶ τοῦ ἑνδεκάτου μηνός. Ὅσα μὲν οὖν γίνεται πρότερα <lb/>τῶν ἑπτὰ
							μηνῶν, οὐδὲν οὐδαμῇ δύναται ζῆν· τὰ δ’ ἑπτάμηνα <lb/>γόνιμα γίνεται πρῶτον, ἀσθενῆ δὲ
							τὰ πολλά (διὸ καὶ <lb/>σπαργανοῦσιν ἐρίοις αὐτά), πολλὰ δὲ καὶ τῶν πόρων ἐνίους
							<lb/>ἔχοντα ἀσχίστους, οἷον ὤτων καὶ μυκτήρων· ἀλλ’ ἐπαυξανομένοις <pb n="246"/>
							μένοις διαρθροῦται, καὶ βιοῦσι πολλὰ καὶ τῶν τοιούτων. <lb/>Τὰ δ’ ὀκτάμηνα περὶ μὲν
							Αἴγυπτον καὶ ἐν ἐνίοις τόποις, <lb/>ὅπου εὐέκφοροι αἱ γυναῖκες καὶ φέρουσί τε πολλὰ
							ῥᾳδίως <lb/>καὶ τίκτουσι, καὶ γενόμενα δύναται ζῆν, κἂν τερατώδη γένηται, <lb/>ἐνταῦθα
							μὲν ζῇ τὰ ὀκτάμηνα καὶ ἐκτρέφεται, ἐν δὲ <lb/>τοῖς περὶ τὴν Ἑλλάδα τόποις ὀλίγα πάμπαν
							σώζεται, τὰ <lb/>δὲ πολλὰ ἀπόλλυται· καὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν, κἂν σωθῇ τι,
							<lb/>νομίζουσιν οὐκ ὀκτάμηνον εἶναι τὸ γεγενημένον, ἀλλὰ λαθεῖν <lb/>ἑαυτὰς αἱ
							γυναῖκες συλλαβοῦσαι πρότερον. Πονοῦσι <lb/>δ’ αἱ γυναῖκες μάλιστα τὸν μῆνα τὸν
							τέταρτον καὶ τὸν <lb/>ὄγδοον, καὶ ἐὰν διαφθείρωσι τετάρτῳ ἢ ὀγδόῳ μηνί, διαφθείρονται
							<lb/>καὶ αὐταὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὥστ’ οὐ μόνον τὰ <lb/>ὀκτάμηνα οὐ ζῇ, ἀλλὰ καὶ
							διαφθειρομένων αἱ τίκτουσαι <lb/>κινδυνεύουσιν. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον δοκεῖ λανθάνειν
							καὶ <lb/>ὅσα φαίνεται τίκτεσθαι πολυχρονιώτερα τῶν ἕνδεκα μηνῶν· <lb/>καὶ γὰρ τούτων ἡ
							τῆς συλλήψεως ἀρχὴ λανθάνει τὰς <lb/>γυναῖκας· πολλάκις γὰρ πνευματικῶν γενομένων
							ἔμπροσθεν <lb/>τῶν ὑστερῶν, μετὰ ταῦτα πλησιάσασαι καὶ συλλαβοῦσαι <lb/>ἐκείνην
							οἴονται τὴν ἀρχὴν εἶναι τῆς συλλήψεως, δι’ ἣν ἐχρήσαντο <lb/>τοῖς σημείοις
							ὁμοίοις.</p>
						<p>Τὸ δὲ δὴ πλῆθος τῶν τόκων τῆς τελειώσεως παρὰ τἆλλα <lb/>ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ταύτην
							ἔχει τὴν διαφοράν· καὶ τῶν μὲν <lb/>μονοτόκων ὄντων τῶν δὲ πολυτόκων, ἐπαμφοτερίζει τὸ
							γένος <lb/>τὸ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ μὲν γὰρ πλεῖστον καὶ παρὰ τοῖς <lb/>πλείστοις ἓν
							τίκτουσιν αἱ γυναῖκες, πολλάκις δὲ καὶ πολλαχοῦ <lb/>δίδυμα, οἷον καὶ περὶ Αἴγυπτον.
							Τίκτουσι δὲ καὶ τρία <lb/>καὶ τέτταρα, περὶ ἐνίους μὲν καὶ σφόδρα τόπους, ὥσπερ
							<lb/>εἴρηται πρότερον. Πλεῖστα δὲ τίκτεται πέντε τὸν ἀριθμόν· <lb/>ἤδη γὰρ ὦπται τοῦτο
							καὶ ἐπὶ πλειόνων συμβεβηκός. <pb n="247"/> Μία δέ τις ἐν τέτταρσι τόκοις ἔτεκεν
							εἴκοσιν· ἀνὰ πέντε <lb/>γὰρ ἔτεκε, καὶ τὰ πολλὰ αὐτῶν ἐξετράφη. Ἐν μὲν οὖν <lb/>τοῖς
							ἄλλοις ζῴοις, κἂν ᾖ τὰ δίδυμα ἄρρεν καὶ θῆλυ, οὐθὲν <lb/>ἧττον ἐκτρέφεται γενόμενα καὶ
							σώζεται τῶν ἀρρένων ἢ <lb/>θηλειῶν· ἐν δὲ τοῖς ἀνθρώποις ὀλίγα σώζεται τῶν διδύμων,
							<lb/>ἐὰν ᾖ τὸ μὲν θῆλυ τὸ δ’ ἄρρεν. Δέχεται δ’ ὀχείαν κύοντα <lb/>μάλιστα τῶν ζῴων
							γυνὴ καὶ ἵππος· τὰ δ’ ἄλλα ὅταν πληρωθῇ, <lb/>φεύγει τοὺς ἄρρενας, ὅσα μὴ πέφυκεν
							ἐπικυΐσκεσθαι, <lb/>καθάπερ δασύπους. Ἀλλ’ ἵππος μὲν ἂν συλλάβῃ τὸ πρῶτον, <lb/>οὐκ
							ἐπικυΐσκεται πάλιν, ἀλλ’ ἓν τίκτει μόνον ὡς ἐπὶ τὸ <lb/>πολύ· ἐπ’ ἀνθρώπῳ δ’ ὀλίγα
							μέν, γέγονε δέ ποτε. Τὰ μὲν <lb/>οὖν ὕστερον πολλῷ χρόνῳ συλληφθέντα οὐδὲν λαμβάνει
							<lb/>τέλος, ἀλλὰ πόνον παρασχόντα συνδιαφθείρει τὸ προϋπάρχον <lb/>(ἤδη γὰρ συνέβη
							γενομένης διαφθορᾶς καὶ δώδεκα ἐκπεσεῖν <lb/>τὰ ἐπικυηθέντα)· ἐὰν δ’ ἐγγὺς ἡ σύλληψις
							ἐγένετο, <lb/>τὸ ἐπικυηθὲν ἐξήνεγκαν, καὶ τίκτουσιν ὥσπερ δίδυμα γόνῳ, <lb/>καθάπερ
							καὶ τὸν Ἰφικλέα καὶ τὸν Ἡρακλέα μυθολογοῦσιν. <lb/>Γέγονε γὰρ καὶ τοῦτο φανερόν·
							μοιχευομένη γάρ <lb/>τις τὸ μὲν τῶν τέκνων τῷ ἀνδρὶ ἐοικὸς ἔτεκε, τὸ δὲ τῷ <lb/>μοιχῷ.
							Ἤδη δὲ καὶ δίδυμα κύουσά τις ἐπεκύησε τρίτον, <lb/>γενομένου δὲ τοῦ χρόνου τοῦ
							καθήκοντος τὰ μὲν τελεόγονα <lb/>τῷ χρόνῳ ἔτεκε, τὸ δὲ πεντάμηνον· καὶ τοῦτ’ ἀπέθανεν
							<lb/>εὐθύς. Καὶ ἑτέρᾳ δέ τινι συνέβη τεκούσῃ πρῶτον μὲν ἑπτάμηνον, <lb/>ὕστερον δὲ δύο
							τελεόμηνα τεκεῖν· καὶ τούτων τὸ μὲν <lb/>ἐτελεύτησε, τὰ δὲ ἐβίωσεν. Καὶ ἐκτιτρώσκουσαι
							δέ τινες <lb/>συνέλαβον ἅμα, καὶ τὸ μὲν ἐξέβαλον τὸ δ’ ἔτεκον. Ταῖς <lb/>δὲ πλείσταις,
							ἐὰν συγγένωνται κυούσαις μετὰ τὸν ὄγδοον <lb/>μῆνα, περίπλεων μυξώδους τὸ παιδίον
							ἐξέρχεται γλισχρότητος. <lb/>Καὶ τῶν ἐδεσμάτων δὲ τῶν προσφερομένων περίπλεων <pb n="248"/> φαίνεται πολλάκις. Καὶ τῷ ἁλὶ δαψιλεστέρῳ χρησαμένων <lb/>οὐκ ἔχοντα
							γίνεται τὰ παιδία ὄνυχας. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Τὸ δὲ γάλα τὸ γινόμενον πρότερον τῶν ἑπτὰ μηνῶν <lb/>ἄχρηστόν ἐστιν· ἀλλ’ ἅμα τά τε
							παιδία γόνιμα καὶ τὸ <lb/>γάλα χρήσιμον. Τὸ δὲ πρῶτον καὶ ἁλμυρόν, ὥσπερ τοῖς
							<lb/>προβάτοις. Μάλιστα δ’ ἐν ταῖς κυήσεσι τοῦ οἴνου αἰσθάνονται <lb/>αἱ πλεῖσται·
							διαλύονταί τε γάρ, ἐὰν πίωσι, καὶ ἀδυνατοῦσιν. <lb/>Ἀρχὴ δὲ ταῖς γυναιξὶ τοῦ
							τεκνοῦσθαι καὶ τοῖς <lb/>ἄρρεσι τοῦ τεκνοῦν, καὶ παῦλα ἀμφοτέροις, τοῖς μὲν ἡ τοῦ
							<lb/>σπέρματος πρόεσις ταῖς δ’ ἡ τῶν καταμηνίων, πλὴν οὔτ’ ἀρχομένων <lb/>γόνιμα εὐθὺς
							οὔτ’ ἔτι ὀλίγων γιγνομένων καὶ ἀσθενῶν. <lb/>Ἡλικία δὲ τῆς μὲν ἀρχῆς εἴρηται· παύεται
							δὲ ταῖς <lb/>γυναιξὶ ταῖς μὲν πλείσταις τὰ καταμήνια περὶ τετταράκοντα <lb/>ἔτη, αἷς
							δ’ ἂν ὑπερβάλῃ τὸν χρόνον τοῦτον, διαμένει μέχρι <lb/>τῶν πεντήκοντα ἐτῶν, καὶ ἤδη
							τινὲς ἔτεκον· πλείω δὲ <lb/>χρόνον οὐδεμία. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Οἱ δ’ ἄνδρες οἱ μὲν πλεῖστοι γεννῶσι <lb/>μέχρι ἑξήκοντα ἐτῶν, ὅταν δ’ ὑπερβάλῃ
							ταῦτα, μέχρι <lb/>ἑβδομήκοντα· καὶ ἤδη τινὲς γεγεννήκασιν ἑβδομήκοντα ἐτῶν <lb/>ὄντες.
							Συμβαίνει δὲ πολλοῖς καὶ πολλαῖς γυναιξὶ καὶ ἀνδράσι <lb/>μετ’ ἀλλήλων μὲν
							συνεζευγμένοις μὴ δύνασθαι τεκνοποιεῖσθαι, <lb/>διαζευχθεῖσι δέ. Τὸ δ’ αὐτὸ συμβαίνει
							καὶ περὶ <lb/>ἀρρενογονίας καὶ θηλυγονίας· ἐνίοτε γὰρ καὶ γυναῖκες καὶ <lb/>ἄνδρες
							μετ’ ἀλλήλων μὲν ὄντες θηλυγόνοι εἰσὶν ἢ ἀρρενογόνοι, <lb/>διεζευγμένοι δὲ γίνονται
							τοὐναντίον. Καὶ κατὰ τὴν <lb/>ἡλικίαν δὲ μεταβάλλουσιν· νέοι μὲν ὄντες μετ’ ἀλλήλων
							<lb/>θήλεα γεννῶσι, πρεσβύτεροι δ’ ἄρρενα· τοῖς δὲ καὶ ἐπὶ τούτων <lb/>συμβαίνει
							τοὐναντίον. Καὶ ἐπὶ τοῦ γεννᾶν δ’ ὅλως τὸ <lb/>αὐτό· νέοις μὲν οὖσιν οὐθὲν γίνεται,
							πρεσβυτέροις δέ· οἱ δὲ <lb/>τὸ πρῶτον, ὕστερον δὲ γεννῶσιν οὐδέν. Εἰσὶ δὲ καὶ τῶν <pb n="249"/> γυναικῶν τινὲς αἳ μόλις μὲν συλλαμβάνουσιν, ἐὰν δὲ συλλάβωσιν,
							<lb/>ἐκφέρουσιν· αἱ δὲ τοὐναντίον συλλαμβάνουσι μὲν ῥᾳδίως, <lb/>οὐ δύνανται δ’
							ἐκφέρειν. Εἰσὶ δὲ καὶ ἄνδρες θηλυγόνοι <lb/>καὶ γυναῖκες ἀρρενογόνοι, οἷον καὶ κατὰ
							τοῦ Ἡρακλέους <lb/>μυθολογεῖται, ὃς ἐν δύο καὶ ἑβδομήκοντα τέκνοις θυγατέρα <lb/>μίαν
							ἐγέννησεν. Αἱ δὲ μὴ δυνάμεναι συλλαμβάνειν ἐὰν ἢ <lb/>διὰ θεραπείαν συλλάβωσιν ἢ δι’
							ἄλλην τινὰ σύμπτωσιν, ὡς <lb/>ἐπὶ τὸ πολὺ θηλυτοκοῦσι μᾶλλον ἢ ἀρρενοτοκοῦσιν. Πολλοῖς
							<lb/>δὲ συμβαίνει καὶ τῶν ἀνδρῶν δυναμένοις γεννᾶν ὕστερον <lb/>μὴ δύνασθαι, καὶ πάλιν
							καθίστασθαι εἰς αὐτό. Γίνονται <lb/>δὲ καὶ ἐξ ἀναπήρων ἀνάπηροι, οἷον ἐκ χωλῶν χωλοὶ
							καὶ τυφλῶν <lb/>τυφλοί, καὶ ὅλως τὰ παρὰ φύσιν ἐοικότες πολλάκις, <lb/>καὶ σημεῖα
							ἔχοντες συγγενῆ, οἷον φύματα καὶ οὐλάς. Ἤδη <lb/>δ’ ἀπέδωκε τῶν τοιούτων τι καὶ διὰ
							τριῶν, οἷον ἔχοντός τινος <lb/>στίγμα ἐν τῷ βραχίονι ὁ μὲν υἱὸς οὐκ ἐγένετο ὁ δ’
							υἱιδοῦς <lb/>ἔχων ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ συγκεχυμένον μέλαν. Ὀλίγα μὲν <lb/>οὖν γίνεται τὰ
							τοιαῦτα, τὰ δὲ πλεῖστα γίνεται ὁλόκληρα <lb/>ἐκ κολοβῶν, καὶ οὐθὲν ἀποτέτακται τούτων.
							Καὶ ἐοικότες <lb/>δὲ τοῖς γεννήσασιν ἢ τοῖς ἄνωθεν γονεῦσιν, ὁτὲ δ’ οὐδὲν οὐδενί.
							<lb/>Ἀποδίδωσι δὲ καὶ διὰ πλειόνων γενῶν, οἷον ἐν Σικελίᾳ <lb/>ἡ τῷ Αἰθίοπι
							μοιχευθεῖσα· ἡ μὲν γὰρ θυγάτηρ ἐγένετο <lb/>οὐκ Αἰθίοψ, τὸ δ’ ἐκ ταύτης. Καὶ ὡς μὲν
							ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ <lb/>θήλεα ἔοικε τῇ μητρὶ μᾶλλον, τὰ δ’ ἄρρενα τῷ πατρί· γίνεται
							<lb/>δὲ καὶ τοὐναντίον, τὰ μὲν θήλεα τῷ πατρί, τὰ δ’ ἄρρενα <lb/>τῇ μητρί. Καὶ κατὰ
							μέρη δὲ γίνονται ἐοικότα ἄλλα <lb/>μέρη ἑκατέρων. Τὰ δὲ δίδυμα ἤδη μὲν ἐγένετο καὶ οὐκ
							ἐοικότα <lb/>ἀλλήλοις, τὰ δὲ πλεῖστα καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐοικότα, <lb/>ἐπεὶ καὶ μετὰ
							τὸν τόκον τίς ἑβδομαία συγγενομένη καὶ συλλαβοῦσα <lb/>ἔτεκε τὸ ὕστερον τῷ προτέρῳ
							ἐοικός, ὥσπερ δίδυμον. <pb n="250"/> Εἰσὶ δὲ καὶ γυναῖκες ἐοικότα αὑταῖς γεννῶσαι, αἱ
							<lb/>δὲ τῷ ἀνδρί, ὥσπερ ἡ ἐν Φαρσάλῳ ἵππος ἡ Δικαία <lb/>καλουμένη. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ἐν δὲ τῇ τοῦ σπέρματος ἐξόδῳ πρῶτον μὲν ἡγεῖται <lb/>πνεῦμα (δηλοῖ δὲ καὶ ἡ ἔξοδος
							ὅτι γίνεται ὑπὸ πνεύματος· <lb/>οὐθὲν γὰρ ῥιπτεῖται πόρρω ἄνευ βίας πνευματικῆς)· ὅταν
							δὲ <lb/>λάβηται τὸ σπέρμα τῆς ὑστέρας καὶ ἐγχρονισθῇ, ὑμὴν περιίσταται. <lb/>Φαίνεται
							γάρ, ὅταν πρὶν διαρθρωθῆναι ἐξέλθῃ, <lb/>οἷον ᾠὸν ἐν ὑμένι περιεχόμενον ἀφαιρεθέντος
							τοῦ ὀστράκου· <lb/>ὁ δ’ ὑμὴν φλεβῶν μεστός. Πάντα δὲ τὰ πλωτὰ καὶ <lb/>πτηνὰ καὶ πεζά,
							εἴτε ζῳοτοκεῖται ἢ ᾠοτοκεῖται, ὁμοίως <lb/>γίνεται· πλὴν τὸν ὀμφαλὸν τὰ μὲν πρὸς τὴν
							ὑστέραν ἔχει <lb/>τὰ ζῳοτοκούμενα, τὰ δὲ πρὸς τῷ ᾠῷ, τὰ δ’ ἀμφοτέρως, οἷον <lb/>ἐπὶ
							γένους τινὸς ἰχθύων. Καὶ τὰ μὲν περιέχουσιν οἷον <lb/>ὑμένες, τὰ δὲ χόρια· καὶ πρῶτον
							μὲν τοῦ ἐσχάτου ἐντὸς <lb/>γίνεται τὸ ζῷον, εἶθ’ ὑμὴν περὶ τοῦτον ἄλλος, τὸ μὲν
							πλεῖστον <lb/>προσπεφυκὼς τῇ μήτρᾳ, τῇ δ’ ἀφεστὼς καὶ ὕδωρ <lb/>ἔχων. Μεταξὺ δ’
							ὑγρότης ὑδατώδης ἢ αἱματώδης, ὁ <lb/>καλούμενος ὑπὸ τῶν γυναικῶν πρόφορος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Αὐξάνεται δὲ τὰ ζῷα πάντα, ὅσα ἔχει ὀμφαλόν, διὰ τοῦ <lb/>ὀμφαλοῦ. Ὁ δ’ ὀμφαλός, ὅσα
							μὲν κοτυληδόνας ἔχει, πρὸς <lb/>τῇ κοτυληδόνι προσπέφυκεν, ὅσα δὲ λείαν ἔχει τὴν
							ὑστέραν, <lb/>πρὸς τῇ ὑστέρᾳ ἐπὶ φλεβός. Σχῆμα δ’ ἔχει ἐν τῇ ὑστέρᾳ <lb/>τὰ μὲν
							τετράποδα πάντα ἐκτεταμένα, καὶ τὰ ἄποδα πλάγια, <lb/>οἷον ἰχθύς, τὰ δὲ δίποδα
							συγκεκαμμένα, οἷον ὄρνις καὶ <lb/>ἄνθρωπος συγκεκαμμένος· ῥῖνα μὲν μεταξὺ τῶν γονάτων,
							<lb/>ὀφθαλμοὺς δ’ ἐπὶ τοῖς γόνασιν, ὦτα δ’ ἐκτός. Ἔχει <pb n="251"/> δ’ ὁμοίως πάντα
							τὰ ζῷα τὴν κεφαλὴν ἄνω τὸ πρῶτον· αὐξανόμενα <lb/>δὲ καὶ πρὸς τὴν ἔξοδον ὁρμῶντα κάτω
							περιάγεται, <lb/>καὶ ἡ γένεσίς ἐστιν ἡ κατὰ φύσιν πᾶσιν ἐπὶ κεφαλήν· συγκεκαμμένα
							<lb/>δὲ καὶ ἐπὶ πόδας γίνεται παρὰ φύσιν. Τὰ δὲ <lb/>τῶν τετραπόδων ἔχει καὶ
							περιττώματα, ὅταν ἤδη τέλεια ᾖ, <lb/>καὶ ὑγρὸν καὶ σφυράδας, τὰς μὲν ἐν τῷ ἐσχάτῳ τοῦ
							ἐντέρου, <lb/>ἐν δὲ τῇ κύστει οὖρον. Τοῖς δ’ ἔχουσι κοτυληδόνας <lb/>ἐν τῇ μήτρᾳ τῶν
							ζῴων ἀεὶ ἐλάττους γίνονται αἱ κοτυληδόνες <lb/>αὐξανομένου τοῦ ἐμβρύου, καὶ τέλος
							ἀφανίζονται. Ὁ δ’ <lb/>ὀμφαλός ἐστι κέλυφος περὶ φλέβας, ὧν ἡ ἀρχὴ ἐκ τῆς ὑστέρας
							<lb/>ἐστί, τοῖς μὲν ἔχουσι τὰς κοτυληδόνας ἐκ τῶν κοτυληδόνων, <lb/>τοῖς δὲ μὴ ἔχουσιν
							ἀπὸ φλεβός. Εἰσὶ δὲ τοῖς μὲν <lb/>μείζοσιν, οἷον τοῖς τῶν βοῶν ἐμβρύοις, τέτταρες αἱ
							φλέβες, <lb/>τοῖς δ’ ἐλάττοσι δύο, τοῖς δὲ πάμπαν μικροῖς, οἷον ὄρνισι, <lb/>μία φλέψ.
							Τείνουσι δ’ εἰς τὰ ἔμβρυα αἱ μὲν δύο διὰ τοῦ <lb/>ἥπατος, ᾗ αἱ καλούμεναι πύλαι εἰσί,
							πρὸς τὴν φλέβα τὴν <lb/>μεγάλην, αἱ δὲ δύο πρὸς τὴν ἀορτήν, ᾗ σχίζεται καὶ γίνεται
							<lb/>ἡ ἀορτὴ δύο ἐκ μιᾶς. Εἰσὶ δὲ περὶ τὴν συζυγίαν ἑκατέραν <lb/>τῶν φλεβῶν ὑμένες,
							περὶ δὲ τοὺς ὑμένας ὁ ὀμφαλὸς <lb/>οἷον ἔλυτρον. Αὐξανομένων δ’ ἀεὶ μᾶλλον
							συμπίπτουσιν <lb/>αὗται αἱ φλέβες. Τὸ δ’ ἔμβρυον ἁδρυνόμενον εἴς τε τὰ <lb/>κοῖλα
							ἔρχεται, καὶ ἐνταῦθα δῆλόν ἐστι κινούμενον, καὶ ἐνίοτε <lb/>κυλινδεῖται περὶ τὸ
							αἰδοῖον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ὅταν δ’ ὠδίνωσιν αἱ γυναῖκες, εἰς πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα <lb/>ἀποστηρίζονται αὐτοῖς οἱ
							πόνοι, ταῖς δὲ πλείσταις εἰς ὁπότερον <lb/>ἂν τύχῃ τῶν μηρῶν. Ὅσαις δ’ ἂν περὶ τὴν
							κοιλίαν <lb/>σφοδρότατοι γένωνται πόνοι, αὗται τάχιστα τίκτουσιν· καὶ <lb/>ὅσαι μὲν
							τὴν ὀσφὺν προαλγοῦσι, μόλις τίκτουσιν, ὅσαι δὲ <lb/>τὸ ἦτρον, ταχύ. Ἂν μὲν οὖν
							ἀρρενοτοκῇ, προέρχονται οἱ <pb n="252"/> ἰχῶρες ὑδαρεῖς ὕπωχροι, ἐὰν δὲ θηλυτοκῇ,
							αἱματώδεις, ὑγροὶ <lb/>δὲ καὶ οὗτοι· ἐνίαις μέντοι συμβαίνει περὶ τὰς ὠδῖνας καὶ
							οὐδέτερα <lb/>τούτων. Τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις ζῴοις οὐκ ἐπίπονοι γίνονται <lb/>οἱ τόκοι,
							ἀλλὰ μετριωτέρως ἐπίδηλά ἐστιν ἐνοχλούμενα <lb/>ὑπὸ τῆς ὠδῖνος· ταῖς δὲ γυναιξὶ
							συμβαίνουσιν οἱ πόνοι <lb/>ἰσχυρότεροι, καὶ μάλιστα ταῖς ἑδραίαις καὶ ὅσαι μὴ
							εὔπλευροι <lb/>μηδὲ δύνανται τὸ πνεῦμα κατέχειν. Δυστοκοῦσι δὲ <lb/>μᾶλλον καὶ ἐὰν
							μεταξὺ ἀποπνεύσωσιν ἀποβιαζόμεναι τῷ <lb/>πνεύματι. Πρῶτον μὲν οὖν ὕδρωψ ἐξέρχεται
							γινομένου <lb/>τοῦ ἐμβρύου καὶ ῥηγνυμένων τῶν ὑμένων, ἔπειτα τὸ ἔμβρυον,
							<lb/>στρεφομένων μὲν τῶν ὑστερῶν, καὶ τοῦ ὑστέρου τὰ ἔσω <lb/>ἐκτὸς ἴσχοντος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Καὶ τῆς μαίας ἡ ὀμφαλοτομία μέρος ἐστὶν <lb/>οὐκ ἀστόχου διανοίας· οὐ γὰρ μόνον περὶ
							τὰς δυστοκίας <lb/>τῶν γυναικῶν τῇ εὐχερείᾳ δύνασθαι δεῖ βοηθεῖν, ἀλλὰ καὶ <lb/>πρὸς
							τὰ συμβαίνοντα ἀγχίνουν εἶναι καὶ περὶ τὴν τοῦ ὀμφαλοῦ <lb/>ἀπόδεσιν τοῖς παιδίοις.
							Ἐὰν μὲν γὰρ καὶ τὸ <lb/>ὕστερον συνεκπέσῃ, ἐρίῳ ἀποδεῖται ἀπὸ τοῦ ὑστέρου ὁ
							<lb/>ὀμφαλός, καὶ ἀποτέμνεται ἄνωθεν· ᾗ δ’ ἂν ἀποδεθῇ, <lb/>συμφύεται, τὸ δὲ συνεχὲς
							ἀποπίπτει. Ἐὰν δὲ λυθῇ τὸ <lb/>ἅμμα, ἀποθνήσκει τοῦ αἵματος ἐκρυέντος τὸ ἔμβρυον. Ἐὰν
							<lb/>δὲ μὴ συνεξέλθῃ εὐθὺς τὸ ὕστερον, ἔσω ὄντος αὐτοῦ, τοῦ <lb/>παιδίου δ’ ἔξω,
							ἀποτέμνεται ἀποδεθέντος τοῦ ὀμφαλοῦ. <lb/>Πολλάκις δ’ ἔδοξε τεθνεὸς τίκτεσθαι τὸ
							παιδίον, ὅταν <lb/>ἀσθενικοῦ ὄντος, πρὶν ἀποδεθῆναι τὸν ὀμφαλόν, τὸ αἷμα <lb/>ἔξω εἰς
							τὸν ὀμφαλὸν καὶ τὸ πέριξ τύχῃ ἐξερρυηκός· ἀλλὰ <lb/>τεχνικαί τινες ἤδη τῶν μαιῶν
							γενόμεναι ἀπέθλιψαν εἴσω ἐκ <lb/>τοῦ ὀμφαλοῦ, καὶ εὐθὺς τὸ παιδίον, ὥσπερ ἔξαιμον
							γενόμενον <lb/>πρότερον, πάλιν ἀνεβίωσεν. Γίνεται δέ, καθάπερ <lb/>ἐλέχθη πρότερον,
							κατὰ φύσιν ἐπὶ κεφαλὴν καὶ τἆλλα ζῷα, <lb/>τὰ δὲ παιδία καὶ τὰς χεῖρας παρατεταμένας
							παρὰ τὰς <pb n="253"/> πλευράς. Ἐξελθόντα δ’ εὐθὺς φθέγγεται, καὶ προσάγει <lb/>πρὸς
							τὸ στόμα τὰς χεῖρας. Ἀφίησι δὲ καὶ περιττώματα <lb/>τὰ μὲν εὐθὺς τὰ δὲ διὰ ταχέων,
							πάντα δ’ ἐν ἡμέρᾳ· καὶ <lb/>τοῦτο τὸ περίττωμα πλέον ἢ τοῦ παιδὸς κατὰ μέγεθος· <lb/>ὃ
							καλοῦσιν αἱ γυναῖκες μηκώνιον. Χρῶμα δὲ τούτου <lb/>αἱματῶδες καὶ σφόδρα μέλαν, καὶ
							πιττῶδες, μετὰ δὲ <lb/>τοῦτο ἤδη γαλακτῶδες· σπᾷ γὰρ εὐθὺς καὶ τὸν μαστόν. <lb/>Πρὶν
							δ’ ἐξελθεῖν οὐ φθέγγεται τὸ παιδίον, κἂν δυστοκούσης <lb/>τὴν κεφαλὴν μὲν ὑπερέχῃ, τὸ
							δ’ ὅλον σῶμα ἔχῃ <lb/>ἐντός. Ὅσαις δ’ ἂν ἐν ταῖς ἀποκαθάρσεσι προεξορμήσωσιν <lb/>οἱ
							καθαρμοί, δυσαπαλλακτότεραι γίνονται τῶν ἐμβρύων. <lb/>Ἐὰν δὲ καθάρσεις μετὰ τὸν τόκον
							ἐλάττους γένωνται, <lb/>καὶ ὅσων μόνον αἱ πρῶται, καὶ μὴ διατελέσωσιν εἰς τὰς
							<lb/>τετταράκοντα, ἰσχύουσί τε μᾶλλον αἱ γυναῖκες καὶ συλλαμβάνουσι <lb/>θᾶττον. Τὰ δὲ
							παιδία ὅταν γένωνται, τῶν <lb/>τετταράκοντα ἡμερῶν ἐγρηγορότα μὲν οὔτε γελᾷ οὔτε
							δακρύει, <lb/>νύκτωρ δ’ ἐνίοτε ἄμφω· οὐδὲ κνιζόμενα τὰ πολλὰ <lb/>αἰσθάνεται, τὸ δὲ
							πλεῖστον καθεύδει τοῦ χρόνου. Αὐξανόμενον <lb/>δ’ ἀεὶ εἰς τὸ ἐγρηγορέναι μεταβάλλει
							μᾶλλον· καὶ <lb/>ἐνυπνιαζόμενον δῆλον μὲν γίνεται, μνημονεύει δ’ ὀψὲ τὰς
							<lb/>φαντασίας. Τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις ζῴοις οὐδεμία διαφορὰ <lb/>τῶν ὀστῶν, ἀλλὰ πάντα
							τετελεσμένα γίνεται· τοῖς δὲ <lb/>παιδίοις τὸ βρέγμα μαλακόν, καὶ ὀψὲ πήγνυται. Καὶ τὰ
							<lb/>μὲν ἔχοντα γίνεται ὀδόντας, τὰ δὲ παιδία ἑβδόμῳ μηνὶ <lb/>ἄρχονται ὀδοντοφυεῖν·
							φύει δὲ πρῶτον τοὺς προσθίους, καὶ <lb/>τὰ μὲν τοὺς ἄνωθεν πρότερον, τὰ δὲ τοὺς
							κάτωθεν. Πάντα <lb/>δὲ θᾶττον φύουσιν, ὅσων αἱ τίτθαι θερμότερον ἔχουσι τὸ <lb/>γάλα.
						</p>
					</div>
					<pb n="254"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Μετὰ δὲ τοὺς τόκους καὶ τὰς καθάρσεις ταῖς γυναιξὶ <lb/>τὸ γάλα πληθύνεται, καὶ
							ἐνίαις ῥεῖ οὐ μόνον κατὰ τὰς θηλὰς <lb/>ἀλλὰ πολλαχῇ τοῦ μαστοῦ, ἐνίαις δὲ καὶ κατὰ
							τὰς <lb/>μασχάλας· καὶ διαμένουσιν εἰς τὸν ὕστερον χρόνον στραγγαλίδες, <lb/>ὅταν μὴ
							ἐκπεφθῇ μηδὲ ἐξέλθῃ ὑγρότης, ἀλλὰ <lb/>πληρωθῇ· ἅπας γὰρ ὁ μαστὸς σομφός ἐστιν οὕτως,
							ὥστε <lb/>κἂν ἐν τῷ πόματι λάβωσι τρίχα, πόνος ἐγγίνεται ἐν τοῖς <lb/>μαστοῖς (ὃ
							καλοῦσι τριχιᾶν), ἕως ἂν ἢ αὐτομάτη ἐξέλθῃ <lb/>θλιβομένη ἢ μετὰ γάλακτος ἐκθηλασθῇ.
							Τὸ δὲ γάλα <lb/>ἔχουσιν ἕως ἂν πάλιν συλλάβωσιν· τότε δὲ παύεται καὶ <lb/>σβέννυται
							ὁμοίως ἐπ’ ἀνθρώπων καὶ τῶν ἄλλων ζῳοτόκων <lb/>καὶ τετραπόδων. Τοῦ γάλακτος δ’
							ἐξιόντος οὐ γίνονται αἱ <lb/>καθάρσεις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐπεὶ ἤδη τισὶ θηλαζομέναις
							<lb/>ἐγένετο κάθαρσις. Ὅλως δ’ ἅμα πολλαχῇ οὐ συμβαίνει <lb/>ἡ ὁρμὴ τῆς ὑγρότητος,
							οἷον ταῖς ἐχούσαις αἱμορροΐδας <lb/>χείρους αἱ καθάρσεις ἐπιγίνονται. Ἐνίαις δὲ καὶ
							διὰ <lb/>τῶν ἰσχίων, ὅταν ἀπὸ τῆς ὀσφύος ἐκκριθῇ, πρὶν ἐλθεῖν εἰς <lb/>τὰς ὑστέρας.
							Καὶ ὅσαις δ’ ἂν μὴ γινομένων τῶν καθάρσεων <lb/>αἷμα συμπέσῃ ἐμέσαι, οὐθὲν βλάπτονται.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Εἴωθε δὲ τὰ παιδία τὰ πλεῖστα σπασμὸς ἐπιλαμβάνειν, <lb/>καὶ μᾶλλον τὰ εὐτραφέστερα
							καὶ γάλακτι χρώμενα πλείονι <lb/>ἢ παχυτέρῳ καὶ τίτθαις εὐσάρκοις. Βλαβερὸν δὲ πρὸς
							<lb/>τὸ πάθος καὶ ὁ οἶνος ὁ μέλας μᾶλλον τοῦ λευκοῦ, καὶ ὁ <lb/>μὴ ὑδαρής, καὶ τὰ
							πλεῖστα τῶν φυσωδῶν, καὶ ἐὰν ἡ κοιλία <lb/>στῇ. Τὰ πλεῖστα δ’ ἀναιρεῖται πρὸ τῆς
							ἑβδόμης· διὸ καὶ <lb/>τὰ ὀνόματα τότε τίθενται, ὡς πιστεύοντες ἤδη μᾶλλον τῇ
							<lb/>σωτηρίᾳ. Καὶ ἐν ταῖς πανσελήνοις δὲ μᾶλλον πονοῦσιν. <pb n="255"/> Ἐπικίνδυνον δὲ
							καὶ ὅσοις τῶν παιδίων οἱ σπασμοὶ ἐκ τοῦ <lb/>νώτου ἄρχονται. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="8">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Θ.</head>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν ἄλλην φύσιν τῶν ζῴων καὶ τὴν <lb/>γένεσιν τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον·
							αἱ δὲ πράξεις καὶ οἱ βίοι <lb/>κατὰ τὰ ἤθη καὶ τὰς τροφὰς διαφέρουσιν. Ἔνεστι γὰρ ἐν
							<lb/>τοῖς πλείστοις καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἴχνη τῶν περὶ τὴν ψυχὴν <lb/>τρόπων, ἅπερ ἐπὶ
							τῶν ἀνθρώπων ἔχει φανερωτέρας τὰ διαφοράς· <lb/>καὶ γὰρ ἡμερότης καὶ ἀγριότης, καὶ
							πραότης καὶ <lb/>χαλεπότης, καὶ ἀνδρία καὶ δειλία, καὶ φόβοι καὶ θάρρη, <lb/>καὶ θυμοὶ
							καὶ πανουργίαι καὶ τῆς περὶ τὴν διάνοιαν συνέσεως <lb/>ἔνεισιν ἐν πολλοῖς αὐτῶν
							ὁμοιότητες, καθάπερ ἐπὶ τῶν μερῶν <lb/>ἐλέγομεν. Τὰ μὲν γὰρ τῷ μᾶλλον καὶ ἧττον
							διαφέρει <lb/>πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ ὁ ἄνθρωπος πρὸς πολλὰ τῶν ζῴων <lb/>(ἔνια γὰρ τῶν
							τοιούτων ὑπάρχει μᾶλλον ἐν ἀνθρώπῳ, ἔνια <lb/>δ’ ἐν τοῖς ἄλλοις ζῴοις μᾶλλον), τὰ δὲ
							τῷ ἀνάλογον διαφέρει· <lb/>ὡς γὰρ ἐν ἀνθρώπῳ τέχνη καὶ σοφία καὶ σύνεσις, <lb/>οὕτως
							ἐνίοις τῶν ζῴων ἐστί τις ἑτέρα τοιαύτη φυσικὴ δύναμις. <lb/>Φανερώτατον δ’ ἐστὶ τὸ
							τοιοῦτον ἐπὶ τὴν τῶν παίδων <lb/>ἡλικίαν βλέψασιν· ἐν τούτοις γὰρ τῶν μὲν ὕστερον
							<lb/>ἕξεων ἐσομένων ἔστιν ἰδεῖν οἷον ἴχνη καὶ σπέρματα, διαφέρει <lb/>δ’ οὐθὲν ὡς
							εἰπεῖν ἡ ψυχὴ τῆς τῶν θηρίων ψυχῆς κατὰ τὸν <lb/>χρόνον τοῦτον, ὥστ’ οὐδὲν ἄλογον εἰ
							τὰ μὲν ταὐτὰ τὰ δὲ <lb/>παραπλήσια τὰ δ’ ἀνάλογον ὑπάρχει τοῖς ἄλλοις ζῴοις. <lb/>Οὕτω
							δ’ ἐκ τῶν ἀψύχων εἰς τὰ ζῷα μεταβαίνει κατὰ μικρὸν <lb/>ἡ φύσις, ὥστε τῇ συνεχείᾳ
							λανθάνειν τὸ μεθόριον αὐτῶν <lb/>καὶ τὸ μέσον ποτέρων ἐστίν. Μετὰ γὰρ τὸ τῶν ἀψύχων
							<lb/>γένος τὸ τῶν φυτῶν πρῶτόν ἐστιν· καὶ τούτων ἕτερον <pb n="256"/> πρὸς ἕτερον
							διαφέρει τῷ μᾶλλον δοκεῖν μετέχειν ζωῆς, ὅλον <lb/>δὲ τὸ γένος πρὸς μὲν τἆλλα σώματα
							φαίνεται σχεδὸν <lb/>ὥσπερ ἔμψυχον, πρὸς δὲ τὸ τῶν ζῴων ἄψυχον. Ἡ δὲ <lb/>μετάβασις ἐξ
							αὐτῶν εἰς τὰ ζῷα συνεχής ἐστιν, ὥσπερ ἐλέχθη <lb/>πρότερον. Ἔνια γὰρ τῶν ἐν τῇ θαλάττῃ
							διαπορήσειεν ἄν <lb/>τις πότερον ζῷόν ἐστιν ἢ φυτόν· προσπέφυκε γάρ, καὶ
							<lb/>χωριζόμενα πολλὰ διαφθείρεται τῶν τοιούτων, οἷον αἱ μὲν <lb/>πίνναι
							προσπεφύκασιν, οἱ δὲ σωλῆνες ἀνασπασθέντες οὐ <lb/>δύνανται ζῆν. Ὅλως δὲ πᾶν τὸ γένος
							τὸ τῶν ὀστρακοδέρμων <lb/>φυτοῖς ἔοικε πρὸς τὰ πορευτικὰ τῶν ζῴων. Καὶ <lb/>περὶ
							αἰσθήσεως, τὰ μὲν αὐτῶν οὐδὲ ἓν σημαίνεται, τὰ δ’ <lb/>ἀμυδρῶς. Ἡ δὲ τοῦ σώματος ἐνίων
							σαρκώδης ἐστὶ φύσις, <lb/>οἷον τά τε καλούμενα τήθυα καὶ τὸ τῶν ἀκαληφῶν γένος· <lb/>ὁ
							δὲ σπόγγος παντελῶς ἔοικε τοῖς φυτοῖς. Ἀεὶ δὲ κατὰ <lb/>μικρὰν διαφορὰν ἕτερα πρὸ
							ἑτέρων ἤδη φαίνεται μᾶλλον <lb/>ζωὴν ἔχοντα καὶ κίνησιν. Καὶ κατὰ τὰς τοῦ βίου δὲ
							πράξεις <lb/>τὸν αὐτὸν ἔχει τρόπον. Τῶν τε γὰρ φυτῶν ἔργον <lb/>οὐδὲν ἄλλο φαίνεται
							πλὴν οἷον αὐτὸ ποιῆσαι πάλιν ἕτερον, <lb/>ὅσα γίνεται διὰ σπέρματος· ὁμοίως δὲ καὶ τῶν
							ζῴων ἐνίων <lb/>παρὰ τὴν γένεσιν οὐδὲν ἔστιν ἄλλο λαβεῖν ἔργον. Διόπερ <lb/>αἱ μὲν
							τοιαῦται πράξεις κοιναὶ πάντων εἰσί· προσούσης <lb/>δ’ αἰσθήσεως ἤδη, περί τε τὴν
							ὀχείαν διὰ τὴν ἡδονὴν διαφέρουσιν <lb/>αὐτῶν οἱ βίοι, καὶ περὶ τοὺς τόκους καὶ τὰς
							ἐκτροφὰς <lb/>τῶν τέκνων. Τὰ μὲν οὖν ἁπλῶς, ὥσπερ φυτά, κατὰ τὰς <lb/>ὥρας ἀποτελεῖ
							τὴν οἰκείαν γένεσιν· τὰ δὲ καὶ περὶ τὰς τροφὰς <lb/>ἐκπονεῖται τῶν τέκνων, ὅταν δ’
							ἀποτελέσῃ, χωρίζονται <lb/>καὶ κοινωνίαν οὐδεμίαν ἔτι ποιοῦνται· τὰ δὲ συνετώτερα καὶ
								<pb n="257"/> κοινωνοῦντα μνήμης ἐπὶ πλέον καὶ πολιτικώτερον χρῶνται <lb/>τοῖς
							ἀπογόνοις. Ἒν μὲν οὖν μέρος τῆς ζωῆς αἱ περὶ <lb/>τὴν τεκνοποιίαν εἰσὶ πράξεις αὐτοῖς,
							ἔτι δ’ ἕτερον αἱ περὶ <lb/>τὴν τροφήν· περὶ γὰρ δύο τούτων αἵ τε σπουδαὶ τυγχάνουσιν
							<lb/>οὖσαι πᾶσαι καὶ ὁ βίος. Αἱ δὲ τροφαὶ διαφέρουσι <lb/>μάλιστα κατὰ τὴν ὕλην ἐξ
							οἵας συνεστήκασιν. Ἡ <lb/>γὰρ αὔξησις ἑκάστοις γίνεται κατὰ φύσιν ἐκ ταύτης. <lb/>Τὸ
							δὲ κατὰ φύσιν ἡδύ· διώκει δὲ πάντα τὴν κατὰ φύσιν <lb/>ἡδονήν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Διῄρηνται δὲ κατὰ τοὺς τόπους· τὰ μὲν γὰρ πεζὰ τὰ <lb/>δ’ ἔνυδρα τῶν ζῴων ἐστίν.
							Διχῶς δὲ λεγομένης ταύτης <lb/>τῆς διαφορᾶς, τὰ μὲν τῷ δέχεσθαι τὸν ἀέρα, τὰ δὲ τῷ τὸ
							<lb/>ὕδωρ, λέγεται τὰ μὲν πεζὰ τὰ δ’ ἔνυδρα· τὰ δ’ οὐ δεχόμενα <lb/>μέν, πεφυκότα
							μέντοι πρὸς τὴν κρᾶσιν τῆς ψύξεως τὴν <lb/>ἐφ’ ἑκατέρου τούτων ἱκανῶς, τὰ μὲν πεζὰ τὰ
							δ’ ἔνυδρα <lb/>καλεῖται, οὔτ’ ἀναπνέοντα οὔτε δεχόμενα τὸ ὕδωρ, τῷ δὲ <lb/>τὴν τροφὴν
							ποιεῖσθαι καὶ διαγωγὴν ἐν ἑκατέρῳ τούτων. <lb/>Πολλὰ γὰρ δεχόμενα τὸν ἀέρα, καὶ τοὺς
							τόκους ἐν τῇ γῇ <lb/>ποιούμενα, τὴν τροφὴν ἐκ τῶν ἐνύδρων ποιεῖται τόπων <lb/>καὶ
							διατρίβει τὸν πλεῖστον ἐν ὕδατι χρόνον· ἅπερ ἔοικεν <lb/>ἐπαμφοτερίζειν μόνα τῶν ζῴων·
							καὶ γὰρ ὡς πεζὰ καὶ ὡς <lb/>ἔνυδρά τις ἂν θείη. Τῶν δὲ δεχομένων τὸ ὑγρὸν οὐθὲν οὔτε
							<lb/>πεζὸν οὔτε πτηνόν, οὐδὲ τὴν τροφὴν ἐκ τῆς γῆς ποιεῖται, <lb/>τῶν δὲ πεζῶν καὶ
							δεχομένων τὸν ἀέρα πολλά. Καὶ τὰ μὲν <lb/>οὕτως ὥστε μηδὲ ζῆν δύνασθαι χωριζόμενα τῆς
							τοῦ ὕδατος <lb/>φύσεως, οἷον αἵ τε καλούμεναι θαλάττιαι χελῶναι καὶ κροκόδειλοι
							<lb/>καὶ ἵπποι ποτάμιοι καὶ φῶκαι καὶ τῶν ἐλαττόνων <pb n="258"/> ζῴων οἷον αἵ τ’
							ἐμύδες καὶ τὸ τῶν βατράχων γένος· ταῦτα <lb/>γὰρ ἅπαντα μὴ διά τινος ἀναπνεύσαντα
							χρόνου ἀποπνίγεται. <lb/>Καὶ τίκτει δὲ καὶ ἐκτρέφει ἐν τῷ ξηρῷ· τὰ δὲ πρὸς <lb/>τῷ
							ξηρῷ, διάγει δ’ ἐν τῷ ὑγρῷ. Περιττότατα δὲ πάντων <lb/>ὁ δελφὶς ἔχει τῶν ζῴων, καὶ εἴ
							τι ἄλλο τοιοῦτόν ἐστι <lb/>καὶ τῶν ἐνύδρων καὶ τῶν ἄλλων κητωδῶν ὅσα, τοῦτον ἔχει
							<lb/>τὸν τρόπον, οἷον φάλαινα καὶ ὅσ’ ἄλλ’ αὐτῶν ἔχει αὐλόν. <lb/>Οὐ γὰρ ῥᾴδιον οὔτ’
							ἔνυδρον θεῖναι μόνον τούτων ἕκαστον <lb/>οὔτε πεζόν, εἰ πεζὰ μὲν τὰ δεχόμενα τὸν ἀέρα
							θετέον, τὰ <lb/>δὲ τὸ ὕδωρ ἔνυδρα τὴν φύσιν. Ἀμφοτέρων γὰρ μετείληφεν· <lb/>καὶ γὰρ
							τὴν θάλατταν δέχεται καὶ ἀφίησι κατὰ τὸν <lb/>αὐλόν, καὶ τὸν ἀέρα τῷ πλεύμονι. Τοῦτο
							γὰρ ἔχουσι τὸ <lb/>μόριον, καὶ ἀναπνέουσιν· διὸ καὶ λαμβανόμενος ὁ δελφὶς ἐν <lb/>τοῖς
							δικτύοις ἀποπνίγεται ταχέως διὰ τὸ μὴ ἀναπνεῖν. Καὶ <lb/>ἔξω δὲ ζῇ πολὺν χρόνον μύζων
							καὶ στένων, ὥσπερ καὶ τἆλλα <lb/>τῶν ἀναπνεόντων ζῴων· ἔτι δὲ καθεύδων ὑπερέχει τὸ
							ῥύγχος, <lb/>ὅπως ἀναπνέῃ. Τὰ δ’ αὐτὰ τάττειν εἰς ἀμφοτέρας τὰς <lb/>διαιρέσεις
							ἄτοπον, ὑπεναντίους οὔσας· ἀλλ’ ἔοικεν εἶναι τὸ <lb/>ἔνυδρον ἔτι προσδιοριστέον. Τὰ
							μὲν γὰρ δέχεται τὸ ὕδωρ <lb/>καὶ ἀφίησι διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν δι’ ἥνπερ τὰ ἀναπνέοντα
							<lb/>τὸν ἀέρα, καταψύξεως χάριν, τὰ δὲ διὰ τὴν τροφήν· <lb/>ἀνάγκη γὰρ ἐν ὑγρῷ
							λαμβάνοντα ταύτην καὶ τὸ ὑγρὸν <lb/>ἅμα δέχεσθαι, καὶ δεχόμενα ὄργανον ἔχειν ᾧ
							ἐκπέμψει. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἀνάλογον τῇ ἀναπνοῇ χρώμενα τῷ ὑγρῷ βράγχια <lb/>ἔχει, τὰ δὲ
							διὰ τὴν τροφὴν αὐλὸν τῶν ἐναίμων ζῴων. <lb/>Ὁμοίως δὲ τά τε μαλάκια καὶ τὰ
							μαλακόστρακα· καὶ γὰρ <lb/>ταῦτα δέχεται τὸ ὑγρὸν διὰ τὴν τροφήν. Ἔνυδρα δ’ ἐστὶ <pb n="259"/> τὸν ἕτερον τρόπον, διὰ τὴν τοῦ σώματος κρᾶσιν καὶ τὸν <lb/>βίον, ὅσα
							δέχεται μὲν τὸν ἀέρα ζῇ δ’ ἐν τῷ ὑγρῷ, ἢ ὅσα <lb/>δέχεται μὲν τὸ ὑγρὸν καὶ ἔχει
							βράγχια, πορεύεται δ’ εἰς τὸ <lb/>ξηρὸν καὶ λαμβάνει τροφήν. Ἒν δὲ μόνον νῦν ὦπται
							τοιοῦτον, <lb/>ὁ καλούμενος κορδύλος· οὗτος γὰρ πλεύμονα μὲν <lb/>οὐκ ἔχει ἀλλὰ
							βράγχια, τετράπουν δ’ ἐστὶν ὡς καὶ πεζεύειν <lb/>πεφυκός. Τούτων δὲ πάντων ἔοικεν ἡ
							φύσις ὡσπερανεὶ <lb/>διεστράφθαι, καθάπερ τῶν τε ἀρρένων ἔνια γίνεται θηλυκὰ <lb/>καὶ
							τῶν θηλέων ἀρρενωπά. Ἐν μικροῖς γὰρ μορίοις <lb/>λαμβάνοντα τὰ ζῷα διαφορὰν μέγα
							διαφέρειν φαίνονται <lb/>κατὰ τὴν τοῦ ὅλου σώματος φύσιν. Δηλοῖ δ’ ἐπὶ τῶν
							<lb/>ἐκτεμνομένων· μικροῦ γὰρ μορίου πηρωθέντος εἰς τὸ θῆλυ <lb/>μεταβάλλει τὸ ζῷον,
							ὥστε δῆλον ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐξ ἀρχῆς <lb/>συστάσει ἀκαριαίου τινὸς μεταβάλλοντος τῷ
							μεγέθει, ἐὰν <lb/>ᾖ ἀρχοειδές, γίνεται τὸ μὲν θῆλυ τὸ δ’ ἄρρεν, ὅλως δ’ ἀναιρεθέντος
							<lb/>οὐδέτερον. Ὥστε καὶ τὸ πεζὸν καὶ τὸ ἔνυδρον <lb/>εἶναι κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς
							τρόπους, ἐν μικροῖς μορίοις <lb/>γινομένης τῆς μεταβολῆς συμβαίνει γίνεσθαι τὰ μὲν
							πεζὰ <lb/>τὰ δ’ ἔνυδρα τῶν ζῴων. Καὶ τὰ μὲν οὐκ ἐπαμφοτερίζει, <lb/>τὰ δ’
							ἐπαμφοτερίζει, διὰ τὸ μετέχειν τι τῆς ὕλης ἐν τῇ <lb/>συστάσει τῆς γενέσεως, ἐξ οἵας
							ποιεῖται τὴν τροφήν· προσφιλὲς <lb/>γὰρ ἑκάστῳ τῶν ζῴων τὸ κατὰ φύσιν, ὥσπερ εἴρηται
							<lb/>καὶ πρότερον.</p>
						<p>Διῃρημένων δὲ τῶν ζῴων εἰς τὸ ἔνυδρον καὶ πεζὸν τριχῶς, <lb/>τῷ δέχεσθαι τὸν ἀέρα ἢ
							τὸ ὕδωρ, καὶ τῇ κράσει τῶν <lb/>σωμάτων, τὸ δὲ τρίτον ταῖς τροφαῖς, ἀκολουθοῦσιν οἱ
							βίοι <lb/>κατὰ ταύτας τὰς διαιρέσεις· τὰ μὲν γὰρ κατὰ τὴν κρᾶσιν <pb n="260"/> καὶ τὴν
							τροφὴν ἀκολουθοῦσι, καὶ κατὰ τὸ δέχεσθαι τὸ ὕδωρ <lb/>ἢ τὸν ἀέρα, τὰ δὲ τῇ κράσει καὶ
							τοῖς βίοις μόνον. Τῶν μὲν <lb/>οὖν ὀστρακοδέρμων ζῴων τὰ μὲν ἀκινητίζοντα τρέφεται
							<lb/>τῷ ποτίμῳ· διηθεῖται γὰρ διὰ τῶν πυκνῶν διὰ τὸ λεπτότερον <lb/>εἶναι τῆς θαλάττης
							συμπεττομένης, ὥσπερ καὶ τὴν <lb/>ἐξ ὑπαρχῆς λαμβάνει γένεσιν. Ὅτι δ’ ἐν τῇ θαλάττῃ
							<lb/>πότιμον ἔνεστι καὶ τοῦτο διηθεῖσθαι δύναται, φανερόν <lb/>ἐστιν· ἤδη γὰρ
							εἰληφέναι τούτου συμβέβηκε πεῖραν. <lb/>Ἐὰν γάρ τις κήρινον πλάσας λεπτὸν ἀγγεῖον καὶ
							περιδήσας <lb/>καθῇ εἰς τὴν θάλατταν κενόν, ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ λαμβάνει <lb/>ὕδατος
							πλῆθος, καὶ τοῦτο φαίνεται πότιμον. Αἱ δ’ <lb/>ἀκαλῆθαι τρέφονται ὅ τι ἂν προσπέσῃ
							ἰχθύδιον. Ἔχει <lb/>δὲ τὸ στόμα ἐν μέσῳ· δῆλον δὲ τοῦτο μάλιστ’ ἐστὶν ἐπὶ <lb/>τῶν
							μεγάλων. Ἔχει δ’ ὥσπερ τὰ ὄστρεα, ᾗ ὑποχωρεῖ <lb/>ἔξω ἡ τροφή, πόρον. Ἔστι δ’ οὗτος
							ἄνω· ἔοικε γὰρ ἡ <lb/>ἀκαλήφη ὥσπερ τὸ ἔσω εἶναι τῶν ὀστρέων τὸ σαρκῶδες, <lb/>τῇ δὲ
							πέτρᾳ χρῆσθαι ὡς ὀστρέῳ. Καὶ αἱ λεπάδες δ’ <lb/>ἀπολυόμεναι μεταχωροῦσι καὶ τρέφονται.
							Ὅσα δὲ κινητικά, <lb/>τὰ μὲν ζῳοφαγοῦντα τρέφεται τοῖς μικροῖς ἰχθυδίοις, <lb/>οἷον ἡ
							πορφύρα· σαρκοφάγον γάρ ἐστι, διὸ καὶ δελεάζεται <lb/>τοῖς τοιούτοις· τὰ δὲ καὶ τοῖς
							ἐν τῇ θαλάττῃ φυομένοις. <lb/>Αἱ δὲ χελῶναι αἱ θαλάττιαι τά τε κογχύλια νέμονται
							<lb/>(ἔχουσι γὰρ τὸ στόμα ἰσχυρότερον πάντων· ὅτου γὰρ ἂν ἐπιλάβηται, <lb/>ἢ λίθου ἢ
							ἄλλου ὁτουοῦν, ἀπεσθίει καὶ κατάγνυσιν), <lb/>καὶ ἐξιοῦσα τὴν πόαν νέμεται. Πονοῦσι δὲ
							καὶ ἀπόλλυνται <lb/>πολλάκις, ὅταν ἐπιπολάζουσαι ξηρανθῶσιν ὑπὸ τοῦ <pb n="261"/>
							ἡλίου· καταφέρεσθαι γὰρ πάλιν οὐ δύνανται ῥᾳδίως. Τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὰ
							μαλακόστρακα· καὶ γὰρ ταῦτα <lb/>παμφάγα· καὶ γὰρ λίθους καὶ ἰλὺν καὶ φυκία νέμονται
							<lb/>καὶ κόπρον, οἷον οἱ πετραῖοι τῶν καρκίνων, καὶ σαρκοφαγοῦσιν. <lb/>Οἱ δὲ κάραβοι
							κρατοῦσι μὲν καὶ τῶν μεγάλων <lb/>ἰχθύων, καί τις συμβαίνει περιπέτεια τούτων ἐνίοις·
							τοὺς μὲν <lb/>γὰρ καράβους οἱ πολύποδες κρατοῦσιν, ὥστε κἂν ὄντας <lb/>πλησίον ἐν
							ταὐτῷ δικτύῳ αἴσθωνται, ἀποθνήσκουσιν οἱ <lb/>κάραβοι διὰ τὸν φόβον· οἱ δὲ κάραβοι
							τοὺς γόγγρους· διὰ <lb/>γὰρ τὴν τραχύτητα οὐκ ἐξολισθαίνουσιν αὐτῶν· οἱ δὲ
							<lb/>γόγγροι τοὺς πολύποδας κατεσθίουσιν· οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς <lb/>διὰ τὴν λειότητα
							δύνανται χρῆσθαι. Τὰ δὲ μαλάκια <lb/>πάντα σαρκοφάγα ἐστίν. Νέμονται δ’ οἱ κάραβοι τὰ
							<lb/>ἰχθύδια θηρεύοντες παρὰ τὰς θαλάμας· καὶ γὰρ ἐν τοῖς <lb/>πελάγεσιν ἐν τοῖς
							τοιούτοις γίνονται τόποις οἳ ἂν ὧσι <lb/>τραχεῖς καὶ λιθώδεις· ἐν τούτοις γὰρ
							ποιοῦνται καὶ τὰς <lb/>θαλάμας· ὅ τι δ’ ἂν λάβῃ, προσάγεται πρὸς τὸ στόμα <lb/>τῇ
							δικρόᾳ χηλῇ καθάπερ οἱ καρκίνοι. Βαδίζει δὲ κατὰ <lb/>φύσιν μὲν εἰς τοὔμπροσθεν, ὅταν
							ἄφοβος ᾖ, καταβαλὼν <lb/>τὰ κέρατα πλάγια· ὅταν δὲ φοβηθῇ, φεύγει ἀνάπαλιν καὶ
							<lb/>μακρὰν ἐξακοντίζει. Μάχονται δὲ πρὸς ἀλλήλους ὥσπερ <lb/>οἱ κριοὶ τοῖς κέρασιν,
							ἐξαίροντες καὶ τύπτοντες· ὁρῶνται δὲ <lb/>μετ’ ἀλλήλων καὶ ἀθρόοι πολλάκις ὥσπερ
							ἀγέλη.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν μαλακόστρακα τοῦτον ζῇ τὸν τρόπον, τῶν δὲ <lb/>μαλακίων αἱ τευθίδες καὶ αἱ
							σηπίαι κρατοῦσι καὶ τῶν μεγάλων <lb/>ἰχθύων. Οἱ δὲ πολύποδες μάλιστα κογχύλια
							συλλέγοντες, <lb/>ἐξαιροῦντες τὰ σαρκία τρέφονται τούτοις· διὸ <pb n="262"/> καὶ τοῖς
							ὀστράκοις οἱ θηρεύοντες γνωρίζουσι τὰς θαλάμας <lb/>αὐτῶν. Ὃ δὲ λέγουσί τινες, ὡς
							αὐτὸς αὑτὸν ἐσθίει, ψεῦδός <lb/>ἐστιν· ἀλλ’ ἀπεδηδεμένας ἔχουσιν ἔνιοι τὰς πλεκτάνας
							<lb/>ὑπὸ τῶν γόγγρων.</p>
						<p>Οἱ δ’ ἰχθύες τοῖς μὲν κυήμασι τρέφονται πάντες, ὅταν οἱ <lb/>χρόνοι καθήκωσιν οὗτοι,
							τὴν δ’ ἄλλην τροφὴν οὐ τὴν αὐτὴν <lb/>ποιοῦνται πάντες. Οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν εἰσὶ
							σαρκοφάγοι <lb/>μόνον, οἷον τά τε σελάχη καὶ οἱ γόγγροι καὶ αἱ χάνναι <lb/>καὶ οἱ
							θύννοι καὶ λάβρακες καὶ σινόδοντες καὶ ἄμιαι καὶ <lb/>ὀρφοὶ καὶ μύραιναι· αἱ δὲ
							τρίγλαι καὶ φυκίοις τρέφονται <lb/>καὶ ὀστρέοις καὶ βορβόρῳ καὶ σαρκοφαγοῦσιν· κέφαλοι
							<lb/>δὲ τῷ βορβόρῳ, ὁ δὲ δάσκιλλος τῷ βορβόρῳ καὶ κόπρῳ, <lb/>σκάρος δὲ καὶ μελάνουρος
							φυκίοις, ἡ δὲ σάλπη τῇ κόπρῳ <lb/>καὶ φυκίοις· βόσκεται δὲ καὶ τὸ πράσιον, θηρεύεται
							δὲ <lb/>καὶ κολοκύνθῃ μόνη τῶν ἰχθύων. Ἀλληλοφαγοῦσι δὲ <lb/>πάντες μὲν πλὴν κεστρέως,
							μάλιστα δ’ οἱ γόγγροι. Ὁ δὲ <lb/>κέφαλος καὶ ὁ κεστρεὺς ὅλως μόνοι οὐ σαρκοφαγοῦσιν·
							<lb/>σημεῖον δέ, οὔτε γὰρ ἐν τῇ κοιλίᾳ πώποτ’ ἔχοντες εἰλημμένοι <lb/>εἰσὶ τοιοῦτον
							οὐδέν, οὔτε δελέατι χρῶνται πρὸς <lb/>αὐτοὺς ζῴων σαρξὶν ἀλλὰ μάζῃ. Τρέφεται δὲ πᾶς
							κεστρεὺς <lb/>φυκίοις καὶ ἄμμῳ. Ἔστι δ’ ὁ μὲν κέφαλος, ὃν <lb/>καλοῦσί τινες χελῶνα,
							πρόσγειος, ὁ δὲ περαίας οὔ· βόσκεται <lb/>δ’ ὁ περαίας τὴν ἀφ’ αὑτοῦ μύξαν, διὸ καὶ
							νῆστίς <lb/>ἐστιν ἀεί. Οἱ δὲ κέφαλοι νέμονται τὴν ἰλύν, διὸ καὶ βαρεῖς <lb/>καὶ
							βλεννώδεις εἰσίν, ἰχθὺν δ’ ὅλως οὐκ ἐσθίουσιν· <pb n="263"/> διά τε τὸ ἐν τῇ ἰλύϊ
							διατρίβειν ἐξανακολυμβῶσι πολλάκις, <lb/>ἵνα περιπλύνωνται τὸ βλέννος. Τὸν δὲ γόνον
							αὐτῶν <lb/>οὐδὲν ἐσθίει τῶν θηρίων, διὸ γίγνονται πολλοί· ἀλλ’ ὅταν <lb/>αὐξηθῶσι,
							τότε κατεσθίονται ὑπό τε τῶν ἄλλων ἰχθύων <lb/>καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ ἀχάρνου. Λαίμαργος
							δὲ μάλιστα <lb/>τῶν ἰχθύων ὁ κεστρεύς ἐστι καὶ ἄπληστος, διὸ ἡ κοιλία
							<lb/>περιτείνεται, καὶ ὅταν ᾖ μὴ νῆστις, φαῦλος· ὅταν δὲ φοβηθῇ, <lb/>κρύπτει τὴν
							κεφαλὴν ὡς ὅλον τὸ σῶμα κρύπτων. <lb/>Σαρκοφαγεῖ δὲ καὶ ὁ σινόδων, καὶ τὰ μαλάκια
							κατεσθίει. <lb/>Πολλάκις δὲ καὶ οὗτος καὶ ἡ χάννα ἐκβάλλουσι τὰς κοιλίας
							<lb/>διώκοντες τοὺς ἐλάττους ἰχθῦς, διὰ τὸ πρὸς τῷ στόματι <lb/>τὰς κοιλίας τῶν ἰχθύων
							εἶναι καὶ στόμαχον μὴ ἔχειν. Τὰ <lb/>μὲν οὖν, ὥσπερ εἴρηται, σαρκοφάγα μόνον ἐστίν,
							οἷον δελφὶς <lb/>καὶ σινόδων καὶ χρύσοφρυς καὶ οἱ σελαχώδεις τῶν ἰχθύων <lb/>καὶ τὰ
							μαλάκια· τὰ δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ νέμονται μὲν τὸν <lb/>πηλὸν καὶ τὸ φῦκος καὶ τὸ βρύον
							καὶ τὸ καλούμενον καυλίον <lb/>καὶ τὴν φυομένην ὕλην, οἷον φυκὶς καὶ κωβιὸς καὶ οἱ
							πετραῖοι· <lb/>ἡ δὲ φυκὶς ἄλλης μὲν σαρκὸς οὐχ ἅπτεται, τῶν <lb/>δὲ καρίδων. Πολλάκις
							δὲ καὶ ἀλλήλων ἅπτονται, καθάπερ <lb/>εἴρηται, καὶ τῶν ἐλαττόνων οἱ μείζους. Σημεῖον
							δ’ ὅτι <lb/>σαρκοφαγοῦσιν· ἁλίσκονται γὰρ τοιούτοις δελέασιν. Καὶ <lb/>ἄμια δὲ καὶ
							θυννὶς καὶ λάβραξ τὰ μὲν πολλὰ σαρκοφαγοῦσιν, <lb/>ἅπτονται δὲ καὶ φυκίων. Ὁ δὲ σάργος
							ἐπινέμεται <lb/>τῇ τρίγλῃ, καὶ ὅταν ἡ τρίγλη κινήσασα τὸν πηλὸν <lb/>ἀπέλθῃ (δύναται
							γὰρ ὀρύττειν), ἐπικαταβὰς νέμεται καὶ τοὺς <lb/>ἀσθενεστέρους ἑαυτοῦ κωλύει
							συνεπιβαίνειν. Δοκεῖ δὲ τῶν <pb n="264"/> ἰχθύων ὁ καλούμενος σκάρος μηρυκάζειν ὥσπερ
							τὰ τετράποδα <lb/>μόνος. Τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις ἰχθύσιν ἡ θήρα τῶν ἡττόνων
							<lb/>καταντικρὺ γίνεται τοῖς στόμασιν, ὅνπερ πεφύκασι <lb/>τρόπον νεῖν· οἱ δὲ
							σελαχώδεις καὶ οἱ δελφῖνες καὶ πάντες <lb/>οἱ κητώδεις ὕπτιοι ἀναπίπτοντες
							λαμβάνουσιν· κάτω γὰρ <lb/>τὸ στόμα ἔχουσιν. Διὸ σώζονται μᾶλλον οἱ ἐλάττους· εἰ
							<lb/>δὲ μή, πάμπαν ἂν ὀλίγοι δοκοῦσιν εἶναι· καὶ γὰρ ἡ τοῦ <lb/>δελφῖνος ὀξύτης καὶ
							δύναμις τοῦ φαγεῖν δοκεῖ εἶναι θαυμαστή. <lb/>Τῶν δ’ ἐγχελύων τρέφονται ὀλίγαι μέν
							τινες καὶ <lb/>ἐνιαχοῦ καὶ τῇ ἰλύϊ καὶ σιτίοις, ἄν τις παραβάλλῃ, αἱ <lb/>μέντοι
							πλεῖσται τῷ ποτίμῳ ὕδατι· καὶ τοῦτο τηροῦσιν οἱ <lb/>ἐγχελυοτρόφοι ὅπως ὅτι μάλιστα
							καθαρὸν ᾖ, ἀπορρέον <lb/>ἀεὶ καὶ ἐπιρρέον ἐπὶ πλαταμώνων· ἢ κονιῶνται τοὺς ἐγχελεῶνας.
							<lb/>Ἀποπνίγονται γὰρ ταχύ, ἐὰν μὴ καθαρὸν ᾖ τὸ <lb/>ὕδωρ· ἔχουσι γὰρ τὰ βράγχια
							μικρά. Διόπερ ὅταν θηρεύωσι, <lb/>ταράττουσι τὸ ὕδωρ· καὶ ἐν τῷ Στρυμόνι δὲ περὶ
							<lb/>Πλειάδας ἁλίσκονται· τότε γὰρ ἀναθολοῦται τὸ ὕδωρ καὶ <lb/>ὁ πηλὸς ὑπὸ πνευμάτων
							γινομένων ἐναντίων· εἰ δὲ μή, συμφέρει <lb/>ἡσυχίαν ἔχειν. Ἀποθανοῦσαι δ’ αἱ ἐγχέλυς
							οὐκ <lb/>ἐπιπολάζουσιν οὐδὲ φέρονται ἄνω, ὥσπερ οἱ πλεῖστοι τῶν <lb/>ἰχθύων· ἔχουσι
							γὰρ τὴν κοιλίαν μικράν. Δημὸν δ’ ὀλίγαι <lb/>μὲν ἔχουσιν, αἱ δὲ πλεῖσται οὐκ ἔχουσιν.
							Ζῶσι δ’ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγροῦ ἀφαιρούμεναι ἡμέρας καὶ πέντε καὶ ἕξ, καὶ βορείων <lb/>μὲν
							ὄντων πλείους, νοτίων δ’ ἐλάττους. Καὶ μεταβαλλόμεναι <lb/>τοῦ θέρους εἰς τοὺς
							ἐγχελυῶνας ἐκ τῶν λιμνῶν ἀποθνήσκουσι, <lb/>χειμῶνος δ’ οὔ. Καὶ τὰς μεταβολὰς δ’ οὐχ
							ὑπομένουσι <pb n="265"/> τὰς ἰσχυράς, οἷον καὶ τοῖς φέρουσιν ἐὰν βάπτωσιν εἰς
							<lb/>ψυχρόν· ἀπόλλυνται γὰρ ἀθρόαι πολλάκις. Ἀποπνίγονται <lb/>δὲ καὶ ἐὰν ὀλίγῳ ὕδατι
							τρέφωνται. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων συμβαίνει ἰχθύων· ἀποπνίγονται γὰρ
							<lb/>ἐν τῷ αὐτῷ ὕδατι καὶ ὀλίγῳ ἀεὶ ὄντες, ὥσπερ καὶ τὰ <lb/>ἀναπνέοντα, ἐὰν
							περιπωμασθῇ ὀλίγος ἀήρ. Ζῶσι δ’ ἔνιαι <lb/>ἐγχέλυς καὶ ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἔτη. Τροφῇ δὲ καὶ
							οἱ ποτάμιοι <lb/>χρῶνται ἀλλήλους τ’ ἐσθίοντες καὶ βοτάνας καὶ ῥίζας, <lb/>κἄν τι ἐν
							τῷ βορβόρῳ λάβωσιν. Νέμονται δὲ μᾶλλον τῆς <lb/>νυκτός, τὴν δ’ ἡμέραν εἰς τὰ βαθέα
							ὑποχωροῦσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν τῶν ἰχθύων τροφὴν τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον. Τῶν δ’ ὀρνίθων
							ὅσοι μὲν γαμψώνυχες, σαρκοφάγοι <lb/>πάντες εἰσί, σῖτον δ’ οὐδ’ ἐάν τις ψωμίζῃ
							δύνανται <lb/>καταπιεῖν, οἷον τά τε τῶν ἀετῶν γένη πάντα καὶ ἰκτῖνοι <lb/>καὶ ἱέρακες
							ἄμφω, ὅ τε φαβοτύπος καὶ ὁ σπιζίας (διαφέρουσι <lb/>δ’ οὗτοι τὸ μέγεθος πολὺ ἀλλήλων),
							καὶ ὁ τριόρχης· <lb/>ἔστι δ’ ὁ τριόρχης τὸ μέγεθος ὅσον ἰκτῖνος, καὶ φαίνεται
							<lb/>οὗτος διὰ παντός. Ἔτι φήνη καὶ γύψ· ἔστι δ’ ἡ <lb/>μὲν φήνη τὸ μέγεθος ἀετοῦ
							μείζων, τὸ δὲ χρῶμα σποδοειδές, <lb/>τῶν δὲ γυπῶν δύο ἐστὶν εἴδη, ὁ μὲν μικρὸς καὶ
							ἐκλευκότερος, <lb/>ὁ δὲ μείζων καὶ σποδοειδέστερος. Ἔτι τῶν <lb/>νυκτερινῶν ἔνιοι
							γαμψώνυχές εἰσιν, οἷον νυκτικόραξ, γλαύξ, <lb/>βρύας. Ἔστι δ’ ὁ βρύας τὴν μὲν ἰδέαν
							ὅμοιος γλαυκί, <lb/>τὸ δὲ μέγεθος ἀετοῦ οὐδὲν ἐλάττων. Ἔτι δ’ ἐλεὸς καὶ <lb/>αἰγώλιος
							καὶ σκώψ. Τούτων δ’ ὁ μὲν ἐλεὸς μείζων ἀλεκτρυόνος, <pb n="266"/> όνος, ὁ δ’ αἰγώλιος
							παραπλήσιος, ἀμφότεροι δὲ θηρεύουσι <lb/>τὰς κίττας· ὁ δὲ σκὼψ ἐλάττων γλαυκός· πάντα
							δὲ ταῦτα <lb/>τρία ὄντα ὅμοια τὰς ὄψεις καὶ σαρκοφάγα πάντα. Εἰσὶ <lb/>δὲ καὶ τῶν μὴ
							γαμψωνύχων ἔνιοι σαρκοφάγοι, οἷον ἡ χελιδών. <lb/>Τὰ δὲ σκωληκοφάγα, οἷον σπίζα,
							στρουθός, βατίς, <lb/>χλωρίς, αἰγιθαλός. Ἔστι δὲ τῶν αἰγιθαλῶν εἴδη τρία, ὁ <lb/>μὲν
							σπιζίτης μέγιστος (ἔστι γὰρ ὅσον σπίζα), ἕτερος δ’ <lb/>ὀρεινὸς διὰ τὸ διατρίβειν ἐν
							τοῖς ὄρεσιν, οὐραῖον μακρὸν ἔχων· <lb/>ὁ δὲ τρίτος ὅμοιος μὲν τούτοις, διαφέρει δὲ
							κατὰ τὸ μέγεθος· <lb/>ἔστι γὰρ ἐλάχιστος. Ἔτι δὲ συκαλίς, μελαγκόρυφος,
							<lb/>πυρρούλας, ἐρίθακος, ἐπιλαΐς, οἶστρος, τύραννος· οὗτος <lb/>τὸ μέγεθος μικρῷ
							μείζων ἀκρίδος, ἔστι δὲ φοινικοῦν λόφον <lb/>ἔχων, καὶ ἄλλως εὔχαρι τὸ ὀρνίθιον καὶ
							εὔρυθμον. <lb/>Ἄνθος· οὗτος τὸ μέγεθος ὅσον σπίζα. Ὀρόσπιζος· οὗτος <lb/>σπίζῃ ὅμοιος
							καὶ τὸ μέγεθος παραπλήσιος, πλὴν ἔχει <lb/>τὸν αὐχένα κυανοῦν, καὶ διατρίβει ἐν τοῖς
							ὄρεσιν. Ἔτι βασιλεύς, <lb/>σπερμολόγος. Ταῦτα μὲν οὖν καὶ τὰ τοιαῦτα τὰ μὲν <lb/>ὅλως
							τὰ δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ σκωληκοφάγα, τὰ δὲ τοιάδε ἀκανθοφάγα, <lb/>ἀκανθίς, θραυπίς, ἔτι
							ἡ καλουμένη χρυσομῆτρις. <lb/>Ταῦτα γὰρ πάντα ἐπὶ τῶν ἀκανθῶν νέμεται, σκωλήκα <lb/>δ’
							οὐδὲν οὐδ’ ἔμψυχον οὐδέν· ἐν ταὐτῷ δὲ καθεύδει καὶ νέμεται <lb/>ταῦτα. Ἄλλα δ’ ἐστὶ
							σκνιποφάγα, ἃ τοὺς σκνῖπας <lb/>θηρεύοντα ζῇ μάλιστα, οἷον πιπὼ ἥ τε μείζων καὶ ἡ
							<lb/>ἐλάττων· καλοῦσι δέ τινες ἀμφότερα ταῦτα δρυοκολάπτας· <lb/>ὅμοια δ’ ἀλλήλοις,
							καὶ φωνὴν ἔχουσιν ὁμοίαν, πλὴν <pb n="267"/> μείζω τὸ μεῖζον· νέμεται δ’ ἀμφότερα
							ταῦτα πρὸς τὰ <lb/>ξύλα προσπετόμενα. Ἔτι κελεός· ἔστι δ’ ὁ κελεὸς τὸ <lb/>μέγεθος
							ὅσον τρυγών, τὸ δὲ χρῶμα χλωρὸς ὅλος· ἔστι δὲ <lb/>ξυλοκόπος σφόδρα, καὶ νέμεται ἐπὶ
							τῶν ξύλων τὰ πολλά, <lb/>φωνήν τε μεγάλην ἔχει· γίνεται δὲ μάλιστα τὸ ὄρνεον
							<lb/>τοῦτο περὶ Πελοπόννησον. Ἄλλος ὃς καλεῖται κνιπολόγος, <lb/>τὸ μέγεθος μικρὸς
							ὅσον ἀκανθυλλίς, τὴν δὲ <lb/>χρόαν σποδοειδὴς καὶ κατάστικτος· φωνεῖ δὲ μικρόν· ἔστι
							<lb/>δὲ καὶ τοῦτο ξυλοκόπον. Ἄλλα δ’ ἔστιν ἃ ζῇ καρποφαγοῦντα <lb/>καὶ ποοφαγοῦντα,
							οἷον φάψ, φάττα, περιστερά, <lb/>οἰνάς, τρυγών. Φάττα μὲν οὖν καὶ περιστερὰ <lb/>ἀεὶ
							φαίνονται, τρυγὼν δὲ τοῦ θέρους· τοῦ γὰρ χειμῶνος <lb/>ἀφανίζεται· φωλεῖ γάρ. Οἰνὰς δὲ
							τοῦ φθινοπώρου καὶ <lb/>φαίνεται μάλιστα καὶ ἁλίσκεται· ἔστι δὲ τὸ μέγεθος ἡ οἰνὰς
							<lb/>μείζων μὲν περιστερᾶς, ἐλάττων δὲ φαβός· ἡ δ’ ἅλωσις <lb/>αὐτῆς γίνεται μάλιστα
							καπτούσης τὸ ὕδωρ. Ἀφικνοῦνται <lb/>δ’ εἰς τοὺς τόπους τούτους ἔχουσαι νεοττούς· τὰ δ’
							ἄλλα <lb/>πάντα τοῦ θέρους ἀφικνούμενα νεοττεύει ἐνταῦθα, καὶ <lb/>ἐκτρέφει τὰ πλεῖστα
							ζῴοις, πλὴν τῶν περιστεροειδῶν. <lb/>Πάντων δ’ ὡς εἰπεῖν τῶν ὀρνίθων οἱ μὲν πεζεύουσι
							περὶ τὴν <lb/>τροφήν, οἱ δὲ περὶ ποταμοὺς καὶ λίμνας βιοτεύουσιν, οἱ δὲ <lb/>περὶ τὴν
							θάλατταν, ὅσοι μὲν στεγανόποδες, ἐν αὐτῷ τῷ <lb/>ὕδατι ποιούμενοι τὴν πλείστην
							διατριβήν, ὅσοι δὲ σχιζόποδες, <lb/>περὶ αὐτὸ τὸ ὕδωρ· καὶ τούτων ἔνιοι διὰ τῶν
							δυομένων <lb/>τρεφόμενοι, ὅσοι μὴ σαρκοφάγοι, οἷον περὶ μὲν <pb n="268"/> τὰς λίμνας
							καὶ τοὺς ποταμοὺς ἐρωδιὸς καὶ ὁ λευκερωδίος· <lb/>ἔστι δ’ οὗτος τὸ μέγεθος ἐκείνου
							ἐλάττων, καὶ ἔχει τὸ <lb/>ῥύγχος πλατὺ καὶ μακρόν. Ἔτι πελαργὸς καὶ λάρος· ὁ <lb/>δὲ
							λάρος τὸ χρῶμα σποδοειδής. Καὶ σχοινίλος καὶ κίγκλος <lb/>καὶ πύγαργος· οὗτος μέγιστος
							τῶν ἐλαττόνων <lb/>τούτων· ἔστι γὰρ ὅσον κίχλη. Πάντες δ’ οὗτοι τὸ <lb/>οὐραῖον
							κινοῦσιν. Ἔτι σκαλίδρις· ἔστι δὲ τοῦτο τὸ ὄρνεον <lb/>ποικιλίαν ἔχον, τὸ δ’ ὅλον
							σποδοειδές. Καὶ τὸ τῶν ἁλκυόνων <lb/>δὲ γένος πάρυδρόν ἐστιν. Τυγχάνει δ’ αὐτῶν ὄντα
							<lb/>δύο εἴδη, καὶ ἡ μὲν φθέγγεται, καθιζάνουσα ἐπὶ τῶν <lb/>δονάκων, ἡ δ’ ἄφωνος·
							ἔστι δ’ αὕτη μείζων· τὸν δὲ νῶτον <lb/>ἀμφότεραι κυανοῦν ἔχουσιν. Καὶ τροχίλος. Περὶ
							δὲ <lb/>τὴν θάλατταν καὶ ἁλκυὼν καὶ κήρυλος. Καὶ αἱ κορῶναι <lb/>δὲ νέμονται ἁπτόμεναι
							τῶν ἐκπιπτόντων ζῴων· παμφάγον <lb/>γάρ ἐστιν. Ἔτι δὲ λάρος ὁ λευκὸς καὶ κέπφος,
							αἴθυια, <lb/>χαραδριός. Τῶν δὲ στεγανοπόδων τὰ μὲν βαρύτερα περὶ <lb/>ποταμοὺς καὶ
							λίμνας ἐστίν, οἷον κύκνος, νῆττα, φαλαρίς, <lb/>κολυμβίς, ἔτι βόσκας, ὅμοιος μὲν
							νήττῃ, τὸ δὲ μέγεθος <lb/>ἐλάττων, καὶ ὁ καλούμενος κόραξ· οὗτος δ’ ἐστὶ τὸ μὲν
							μέγεθος <lb/>οἷον πελαργός, πλὴν τὰ σκέλη ἔχει ἐλάττω, στεγανόπους <lb/>δὲ καὶ
							νευστικός, τὸ δὲ χρῶμα μέλας· καθίζει δὲ <lb/>οὗτος ἐπὶ τῶν δένδρων καὶ νεοττεύει
							ἐνταῦθα μόνος τῶν τοιούτων. <lb/>Ἔτι χήν, καὶ ὁ μικρὸς χὴν ὁ ἀγελαῖος, καὶ χηναλώπηξ
							<lb/>καὶ αἲξ καὶ πηνέλοψ. Ὁ δ’ ἁλιαίετος καὶ περὶ <pb n="269"/> τὴν θάλατταν διατρίβει
							καὶ τὰ λιμναῖα κόπτει. Πολλοὶ <lb/>δὲ καὶ παμφάγοι τῶν ὀρνίθων εἰσίν. Οἱ δὲ γαμψώνυχοι
							<lb/>καὶ τῶν ἄλλων ἅπτονται ζῴων, ὅσων ἂν κρατῶσι, καὶ τῶν <lb/>ὀρνέων· πλὴν οὐκ
							ἀλληλοφάγοι τοῦ γένους τοῦ οἰκείου <lb/>εἰσίν, ὥσπερ οἱ ἰχθύες ἅπτονται πολλάκις καὶ
							ἑαυτῶν. <lb/>Ἔστι δὲ τὸ τῶν ὀρνίθων γένος πᾶν μὲν ὀλιγόποτον, οἱ <lb/>δὲ γαμψώνυχες
							καὶ ἄποτοι πάμπαν, εἰ μή τι ὀλίγον <lb/>γένος καὶ ὀλιγάκις. Μάλιστα δὲ τοιοῦτον ἡ
							κεγχρίς. Καὶ <lb/>ἰκτῖνος ὀλιγάκις μέν, ὦπται δὲ πίνων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Τὰ δὲ φολιδωτὰ τῶν ζῴων, οἷον σαῦρός τε καὶ τὰ <lb/>τετράποδα τἆλλα καὶ οἱ ὄφεις,
							παμφάγα ἐστίν· καὶ γὰρ <lb/>σαρκοφάγα, καὶ πόαν ἐσθίουσιν. Οἱ δ’ ὄφεις καὶ λιχνότατοι
							<lb/>τῶν ζῴων εἰσίν. Ἔστι μὲν οὖν ὀλιγόποτα καὶ ταῦτα <lb/>καὶ τἆλλα ὅσα ἔχει τὸν
							πλεύμονα σομφόν· ἔχουσι δὲ <lb/>σομφὸν τὰ ὀλίγαιμα πάντα καὶ τὰ ᾠοτόκα. Οἱ δ’ ὄφεις
							<lb/>καὶ πρὸς τὸν οἶνόν εἰσιν ἀκρατεῖς, διὸ θηρεύουσί τινες καὶ <lb/>τοὺς ἔχεις εἰς
							ὀστράκια διατιθέντες οἶνον εἰς τὰς αἱμασιάς· <lb/>λαμβάνονται γὰρ μεθύοντες.
							Σαρκοφάγοι δ’ ὄντες <lb/>οἱ ὄφεις, ὅ τι ἂν λάβωσι ζῷον, ἐξικμάζοντες ὅλα κατὰ τὴν
							<lb/>ὑποχώρησιν προΐενται. Σχεδὸν δὲ καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα, <lb/>οἷον οἱ ἀράχναι· ἀλλ’
							ἔξω οἱ ἀράχναι ἐκχυμίζουσιν, οἱ <lb/>δ’ ὄφεις ἐν τῇ κοιλίᾳ. Λαμβάνει μὲν οὖν ὁ ὄφις
							ὅθεν ἂν <lb/>τύχῃ τὸ διδόμενον (ἐσθίει γὰρ καὶ ὀρνίθια καὶ θηρία, καὶ <lb/>ᾠὰ
							καταπίνει), λαβὼν δ’ ἐπανάγει, ἕως ἂν ἐπὶ τὸ ἄκρον <lb/>ἐλθὼν εἰς εὐθὺ καταστήσῃ,
							κἄπειθ’ οὕτω συνάγει ἑαυτὸν <lb/>καὶ συστέλλει εἰς μικρὸν ὥστ’ ἐκταθέντος κάτω
							γίνεσθαι τὸ <pb n="270"/> καταποθέν. Ταῦτα δὲ ποιεῖ διὰ τὸ τὸν στόμαχον εἶναι
							<lb/>λεπτὸν καὶ μακρόν. Δύναται δ’ ἄσιτα καὶ τὰ φαλάγγια <lb/>καὶ οἱ ὄφεις πολὺν
							χρόνον ζῆν· ἔστι δὲ τοῦτο θεωρῆσαι ἐκ <lb/>τῶν παρὰ τοῖς φαρμακοπώλαις τρεφομένων.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Τῶν δὲ τετραπόδων καὶ ζῳοτόκων τὰ μὲν ἄγρια καὶ <lb/>καρχαρόδοντα πάντα σαρκοφάγα·
							πλὴν τοὺς λύκους φασίν, <lb/>ὅταν πεινῶσιν, ἐσθίειν τινὰ γῆν, μόνον δὴ τοῦτο τῶν ζῴων·
							<lb/>πόας δ’ ἄλλοτε μὲν οὐχ ἅπτονται, ὅταν δὲ κάμνωσι, καθάπερ <lb/>καὶ αἱ κύνες
							ἐσθίουσαι ἀνεμοῦσι καὶ καθαίρονται. <lb/>Ἀνθρωποφαγοῦσι δ’ οἱ μονοπεῖραι τῶν λύκων
							μᾶλλον <lb/>[αὐτῶν] ἢ τὰ κυνηγέσια. Ὃν δὲ καλοῦσιν οἱ μὲν γλάνον <lb/>οἱ δ’ ὕαιναν,
							ἔστι μὲν τὸ μέγεθος οὐκ ἐλάττων λύκου, <lb/>χαίτην δ’ ἔχει ὥσπερ ἵππος, καὶ ἔτι
							σκληροτέρας καὶ <lb/>βαθυτέρας τὰς τρίχας, καὶ καθ’ ὅλης τῆς ῥάχεως· ἐπιβουλεύει
							<lb/>δὲ καὶ θηρεύει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δὲ κύνας καὶ <lb/>ἐμοῦσα θηρεύει ὥσπερ οἱ
							ἄνθρωποι· καὶ τυμβωρυχεῖ δὲ <lb/>ἐφιέμενον τῆς σαρκοφαγίας τῆς τοιαύτης. Ἡ δ’ ἄρκτος
							<lb/>παμφάγον ἐστί. Καὶ γὰρ καρπὸν ἐσθίει, καὶ ἀναβαίνει <lb/>ἐπὶ τὰ δένδρα διὰ τὴν
							ὑγρότητα τοῦ σώματος, καὶ τοὺς <lb/>καρποὺς τοὺς χέδροπας· ἐσθίει δὲ καὶ μέλι τὰ σμήνη
							<lb/>καταγνύουσα, καὶ καρκίνους καὶ μύρμηκας, καὶ σαρκοφαγεῖ. <lb/>Διὰ γὰρ τὴν ἰσχὺν
							ἐπιτίθεται οὐ μόνον τοῖς ἐλάφοις <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῖς ἀγρίοις ὑσίν, ἐὰν δύνηται λαθεῖν
							ἐπιπεσοῦσα, <lb/>καὶ τοῖς ταύροις· ὁμόσε χωρήσασα γὰρ τῷ ταύρῳ κατὰ <lb/>πρόσωπον
							ὑπτία καταπίπτει, καὶ τοῦ ταύρου τύπτειν ἐπιχειροῦντος <lb/>τοῖς μὲν βραχίοσι τὰ
							κέρατα περιλαμβάνει, <pb n="271"/> τῷ δὲ στόματι τὴν ἀκρωμίαν δακοῦσα καταβάλλει τὸν
							<lb/>ταῦρον. Βαδίζει δ’ ἐπί τινα χρόνον ὀλίγον καὶ τοῖν δυοῖν <lb/>ποδοῖν ὀρθή. Τὰ δὲ
							κρέα πάντα κατεσθίει προσήπουσα <lb/>πρῶτον. Ὁ δὲ λέων σαρκοφάγον μέν ἐστιν, ὥσπερ καὶ
							<lb/>τἆλλα ὅσα ἄγρια καὶ καρχαρόδοντα, τῇ δὲ βρώσει χρῆται <lb/>λάβρως, καὶ καταπίνει
							πολλὰ ὅλα οὐ διαιρῶν, εἶθ’ ἡμέρας <lb/>δύο ἢ τρεῖς ἀσιτεῖ· δύναται γὰρ διὰ τὸ
							ὑπερπληροῦσθαι. <lb/>Ὀλιγόποτον δ’ ἐστίν. Τὸ δὲ περίττωμα προΐεται σπανίως· <lb/>διὰ
							τρίτης γὰρ ἢ ὅπως ἂν τύχῃ προχωρεῖ, καὶ τοῦτο ξηρὸν <lb/>καὶ ἐξικμασμένον, ὅμοιον
							κυνί. Προΐεται δὲ καὶ τὴν φῦσαν <lb/>σφόδρα δριμεῖαν καὶ τὸ οὖρον ἔχον ὀσμήν, διόπερ
							οἱ <lb/>κύνες ὀσφραίνονται τῶν δένδρων· οὐρεῖ γὰρ αἴρων τὸ σκέλος <lb/>ὥσπερ οἱ κύνες.
							Ἐμποιεῖ δὲ καὶ ὀσμὴν βαρεῖαν ἐν τοῖς <lb/>ἐσθιομένοις καταπνέων· καὶ γὰρ ἀνοιχθέντος
							αὐτοῦ τὰ ἔσω <lb/>ἀτμίδα ἀφίησι βαρεῖαν. Ἔνια δὲ τῶν τετραπόδων καὶ <lb/>ἀγρίων ζῴων
							ποιεῖται τὴν τροφὴν περὶ λίμνας καὶ ποταμούς· <lb/>περὶ δὲ τὴν θάλατταν οὐδὲν ἔξω
							φώκης. Τοιαῦτα <lb/>δ’ ἐστὶν ὅ τε καλούμενος κάστωρ-καὶ τὸ σαθέριον καὶ τὸ
							<lb/>σατύριον καὶ ἐνυδρὶς καὶ ἡ καλουμένη λάταξ· ἔστι δὲ τοῦτο <lb/>πλατύτερον τῆς
							ἐνυδρίδος, καὶ ὀδόντας ἔχει ἰσχυρούς· ἐξιοῦσα <lb/>γὰρ νύκτωρ πολλάκις τὰς περὶ τὸν
							ποταμὸν κερκίδας <lb/>ἐκτέμνει τοῖς ὀδοῦσιν. Δάκνει δὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ
							<lb/>ἐνυδρίς, καὶ οὐκ ἀφίησιν, ὡς λέγουσι, μέχρι ἂν ὀστοῦ <lb/>ψόφον ἀκούσῃ. Τὸ δὲ
							τρίχωμα ἔχει ἡ λάταξ σκληρόν, <lb/>καὶ τὸ εἶδος μεταξὺ τοῦ τῆς φώκης τριχώματος καὶ
							τοῦ τῆς <lb/>ἐλάφου. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Πίνει δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν καρχαρόδοντα λάπτοντα· <lb/>ἔνια δὲ καὶ τῶν μὴ
							καρχαροδόντων, οἷον οἱ μύες. Τὰ δὲ <pb n="272"/> συνόδοντα σπάσει, οἷον ἵπποι καὶ
							βόες. Ἡ δ’ ἄρκτος οὔτε <lb/>σπάσει οὔτε λάψει, ἀλλὰ κάψει. Καὶ τῶν ὀρνέων δὲ τὰ μὲν
							<lb/>ἄλλα σπάσει, πλὴν τὰ μὲν μακραύχενα διαλείποντα καὶ <lb/>αἴροντα τὴν κεφαλήν, ὁ
							δὲ πορφυρίων μόνος κάψει.</p>
						<p>Τὰ δὲ κερατώδη τῶν ζῴων, καὶ ἥμερα καὶ ἄγρια, καὶ <lb/>ὅσα μὴ καρχαρόδοντα, πάντα
							καρποφάγα καὶ ποηφάγα <lb/>ἐστί, μὴ λίαν κατεχόμενα τῷ πεινῆν, ἔξω τῆς ὑός· αὕτη δ’
							<lb/>ἥκιστα ποηφάγον καὶ καρποφάγον ἐστίν· ῥιζοφάγον <lb/>δὲ μάλιστα ἡ ὗς ἐστὶ τῶν
							ζῴων διὰ τὸ εὖ πεφυκέναι τὸ <lb/>ῥύγχος πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ εὐχερέστατον
							πρὸς <lb/>πᾶσαν τροφὴν τῶν ζῴων ἐστίν. Τάχιστα δὲ καὶ ἐπιδίδωσιν <lb/>εἰς παχύτητα ὡς
							κατὰ μέγεθος· πιαίνεται γὰρ ἐν ἑξήκοντα <lb/>ἡμέραις· ὅσον δ’ ἐπιδίδωσιν, γινώσκουσιν
							οἱ περὶ ταῦτα <lb/>πραγματευόμενοι νῆστιν ἱστάντες. Πιαίνεται δὲ προλιμοκτονηθεῖσα
							<lb/>ἡμέρας τρεῖς· σχεδὸν δὲ καὶ τἆλλα πάντα <lb/>προλιμοκτονούμενα πιαίνεται. Μετὰ δὲ
							τὰς τρεῖς ἡμέρας <lb/>εὐωχοῦσιν ἤδη οἱ πιαίνοντες τὰς ὗς. Οἱ δὲ Θρᾷκες πιαίνουσι
							<lb/>τῇ μὲν πρώτῃ πιεῖν διδόντες, εἶτα διαλείπουσιν ἡμέραν μίαν <lb/>τὸ πρῶτον, μετὰ
							δὲ ταῦτα δύο, εἶτα τρεῖς καὶ τέτταρας <lb/>μέχρι τῶν ἑπτά. Πιαίνεται δὲ τὸ ζῷον τοῦτο
							κριθαῖς, <lb/>κέγχροις, σύκοις, ἀκύλοις, ἀχράσι, σικύοις. Μάλιστα δὲ <lb/>καὶ ταῦτα
							καὶ τἆλλα τὰ ἔχοντα κοιλίαν θερμὴν ἡ ἀτρεμία <lb/>πιαίνει· τὰς δ’ ὗς καὶ τὸ λούεσθαι
							ἐν πηλῷ. Νέμεσθαι δὲ <lb/>βούλονται κατὰ τὰς ἡλικίας. Μάχεται δὲ ὗς καὶ λύκῳ.
							Ἀπογίνεται <lb/>δ’ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ, ὅσον ἕλκει ζῶσα, τὸ ἕκτον <lb/>μέρος εἰς τρίχας
							καὶ αἷμα καὶ τὰ τοιαῦτα. Θηλαζόμεναι δὲ <pb n="273"/> καὶ αἱ ὕες καὶ τἆλλα πάντα
							λεπτότερα γίνεται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ταῦτα μὲν <lb/>οὖν τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. <lb/>Οἱ δὲ βόες εἰσὶ μὲν καὶ καρποφάγοι
							<lb/>καὶ ποηφάγοι, πιαίνονται δὲ τοῖς τε φυσητικοῖς, <lb/>οἷον ὀρόβοις καὶ κυάμοις
							ἐρηριγμένοις καὶ χλόῃ κυάμων, καὶ <lb/>ἐάν τις τὸ δέρμα ἐντεμὼν φυσήσῃ καὶ μετὰ ταῦτα
							παράσχῃ <lb/>τὴν τροφὴν τοῖς πρεσβυτέροις, ἔτι δὲ κριθαῖς καὶ <lb/>ἁπλῶς καὶ
							ἐπτισμέναις, καὶ τοῖς γλυκέσιν, οἷον σύκοις καὶ <lb/>ἀσταφίσι καὶ οἴνῳ καὶ τοῖς
							φύλλοις τῆς πτελέας· μάλιστα <lb/>δ’ οἱ ἥλιοι καὶ τὰ λουτρὰ τὰ θερμά. Τὰ δὲ κέρατα τῶν
							<lb/>νέων χλιαινόμενα τῷ κηρῷ ἄγεται ῥᾳδίως ὅπου ἄν τις ἐθέλῃ· <lb/>καὶ τοὺς πόδας δ’
							ἧττον ἀλγοῦσιν, ἐάν τις τὰ κέρατα <lb/>ἀλείφῃ κηρῷ ἢ πίττῃ ἢ ἐλαίῳ. Πονοῦσι δ’ αἱ
							ἀγελαῖαι <lb/>μᾶλλον ὑπὸ τῆς πάχνης μετανιστάμεναι ἢ ὑπὸ χιόνος. Αὐξάνονται <lb/>δὲ
							ὅταν πλείω ἔτη ἀνόχευτοι ὦσιν· διὸ οἱ ἐν τῇ <lb/>Ἠπείρῳ τὰς καλουμένας Πυρρίχας βοῦς
							ἐννέα ἔτη διατηροῦσιν <lb/>ἀνοχεύτους καὶ καλοῦσιν ἀποταύρους, ὅπως αὐξάνωνται.
							<lb/>Τούτων δὲ τὸ μὲν πλῆθος εἶναί φασι περὶ τετρακοσίας, <lb/>ἰδίους τῶν βασιλέων, ἐν
							ἄλλῃ δὲ ζῆν χώρᾳ οὐ δύνασθαι· <lb/>καίτοι πεπειρᾶσθαι τινάς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Ἵπποι δὲ καὶ ὀρεῖς καὶ ὄνοι καρποφάγοι <lb/>μέν εἰσι καὶ ποηφάγοι, μάλιστα δὲ
							πιαίνεται τῷ <lb/>ποτῷ· ὡς γὰρ ἂν πίνῃ τὰ ὑποζύγια τὸ ὕδωρ, οὕτω καὶ <lb/>πρὸς τὴν
							ἀπόλαυσιν ἔχει τῆς τροφῆς, καὶ ὅπου δ’ ἂν ἧττον <lb/>δυσχεραίνῃ τὸ ποτόν, τοῦτο μᾶλλον
							εὔχορτόν ἐστιν. Ἡ <lb/>δὲ κράστις λειοτριχεῖν ποιεῖ, ὅταν ἔγκυος ᾖ· ὅταν δ’ ἀθέρας <pb n="274"/> ἔχῃ σκληρούς, οὐκ ἀγαθή. Τῆς δὲ πόας τῆς Μηδικῆς <lb/>ἥ τε πρωτόκουρος
							φαύλη, καὶ ὅπου ἂν ὕδωρ δυσῶδες <lb/>ἐπάγηται· ὄζει γὰρ τῆς πόας. Πίνειν δ’ οἱ μὲν
							βόες ζητοῦσι <lb/>καθαρόν, οἱ δ’ ἵπποι ὥσπερ αἱ κάμηλοι· ἡ δὲ κάμηλος <lb/>πίνει ἥδιον
							θολερὸν καὶ παχύ, οὐδ’ ἀπὸ τῶν ποταμῶν πρότερον <lb/>πίνει ἢ συνταράξαι. Δύναται δ’
							ἄποτος ἀνέχεσθαι <lb/>καὶ τέτταρας ἡμέρας· εἶτα μετὰ ταῦτα πίνει πολὺ πλῆθος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ὁ δ’ ἐλέφας ἐσθίει πλεῖστον μὲν μεδίμνους Μακεδονικοὺς <lb/>ἐννέα ἐπὶ μιᾶς ἐδωδῆς·
							ἐπικίνδυνον δὲ τὸ τοσοῦτον πλῆθος· <lb/>τὸ δ’ ἐπίπαν ἓξ μεδίμνους ἢ ἑπτά, ἀλφίτων δὲ
							πέντε μεδίμνους <lb/>καὶ οἴνου πέντε μάρεις (ἔστι δ’ ὁ μάρις ἓξ κοτύλαι). <lb/>Ἤδη δέ
							τις ἔπιεν ἐλέφας μετρητὰς ὕδατος Μακεδονικοὺς <lb/>εἰσάπαξ δέκα καὶ τέτταρας, καὶ
							πάλιν τῆς δείλης ἄλλους <lb/>ὀκτώ. Ζῶσι δ’ αἱ μὲν πολλαὶ τῶν καμήλων περὶ ἔτη
							<lb/>τριάκοντα, ἔνιαι δὲ πολλῷ πλείω· καὶ γὰρ εἰς ἔτη ἑκατὸν <lb/>ζῶσιν. Τὸν δ’
							ἐλέφαντα ζῆν οἱ μὲν περὶ ἔτη διακόσιά φασιν, <lb/>οἱ δὲ τριακόσια. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Πρόβατα δὲ καὶ αἶγες εἰσὶ μὲν ποηφάγα, τὴν δὲ νομὴν <lb/>ποιοῦνται τὰ μὲν πρόβατα
							προσεδρεύοντα καὶ μονίμως, <lb/>αἱ δ’ αἶγες ταχὺ μεταβάλλουσαι καὶ τῶν ἄκρων ἁπτόμεναι
							<lb/>μόνον. Πιαίνει δὲ μάλιστα τὸ πρόβατον τὸ ποτόν, διὸ <lb/>καὶ τοῦ θέρους διδόασιν
							ἅλας διὰ πέντε ἡμερῶν μέδιμνον τοῖς <lb/>ἑκατόν· γίνεται γὰρ οὕτως ὑγιεινότερον καὶ
							πιότερον τὸ <lb/>ποιμνίον. Καὶ τὰ πολλὰ δὲ ἁλίζοντες διὰ τοῦτο προσφέρουσιν, <lb/>οἷον
							ἔν τε τοῖς ἀχύροις ἅλας πολλούς (διψῶντα <lb/>γὰρ πίνει μᾶλλον) καὶ τοῦ μετοπώρου τὴν
							κολοκύνθην ἁλὶ <lb/>πάττοντες· τοῦτο γὰρ καὶ γάλα ποιεῖ πλεῖον. Καὶ κινούμεναι <pb n="275"/> δὲ μεσημβρίας πίνουσι μᾶλλον πρὸς τὴν δείλην. <lb/>Πρός τε τοὺς τόκους
							ἁλιζόμεναι μείζω τὰ οὔθατα καθιᾶσιν. <lb/>Πιαίνει δὲ τὰ πρόβατα θαλλός, κότινος,
							ἀφάκη, ἄχυρα <lb/>ὁποῖα ἂν ᾖ· ἅπαντα δὲ μᾶλλον πιαίνει ἅλμῃ προσρανθέντα.
							<lb/>Παχύνεται δὲ καὶ ταῦτα μᾶλλον προλιμοκτονηθέντα <lb/>τρεῖς ἡμέρας. Ὕδωρ δὲ τοῖς
							προβάτοις τοῦ μετοπώρου <lb/>τὸ βόρειον τοῦ νοτίου ἄμεινον, καὶ αἱ νομαὶ αἱ πρὸς
							<lb/>ἑσπέραν συμφέρουσιν, λεπτύνουσι δ’ αἱ ὁδοὶ καὶ αἱ ταλαιπωρίαι. <lb/>Οἱ δὲ
							ποιμένες γινώσκουσι τὰς ἰσχυούσας τῶν <lb/>οἰῶν, ὅταν χειμὼν ᾖ, τῷ ἔχειν πάχνην, τὰς
							δὲ μὴ ἔχειν· <lb/>διὰ γὰρ τὴν ἀσθένειαν κινούμεναι ἀποβάλλουσιν αἱ μὴ ἰσχύουσαι.
							<lb/>Παντὸς δὲ τετράποδος τὰ κρέα χείρω, ὅπου ἑλώδη <lb/>χωρία νέμονται ἢ ὅπου
							μετεωρότερα. Εἰσὶ δ’ εὐχειμερώτεραι <lb/>αἱ πλατύκερκοι οἶες τῶν μακροκέρκων καὶ αἱ
							κολέραι <lb/>τῶν λασίων· δυσχείμεροι δὲ καὶ αἱ οὖλαι. Ὑγιεινότεραι <lb/>μὲν οὖν αἱ
							οἶες τῶν αἰγῶν, ἰσχύουσι δὲ μᾶλλον αἱ αἶγες <lb/>τῶν οἰῶν. Τῶν δὲ λυκοβρώτων προβάτων
							τὰ κώδια καὶ <lb/>τὰ ἔρια καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἱμάτια φθειρωδέστερα γίνεται πολὺ
							<lb/>μᾶλλον τῶν ἄλλων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Τῶν δ’ ἐντόμων τὰ μὲν ἔχοντα ὀδόντας παμφάγα ἐστί, <lb/>τὰ δὲ γλῶτταν μόνον τοῖς
							ὑγροῖς τρέφεται, πάντοθεν <lb/>ἐκχυλίζοντα ταύτῃ. Καὶ τούτων τὰ μὲν παμφάγα (πάντων
							<lb/>γὰρ γεύεται τῶν χυμῶν), οἷον αἱ μυῖαι, τὰ δ’ αἱμοβόρα, <lb/>καθάπερ μύωψ καὶ
							οἶστρος· τὰ δὲ φυτῶν καὶ καρπῶν <pb n="276"/> ζῇ χυλοῖς. Ἡ δὲ μέλιττα μόνον πρὸς οὐδὲν
							προσίζει <lb/>σαπρόν, οὐδὲ χρῆται τροφῇ οὐδεμιᾷ ἀλλ’ ἢ τῇ γλυκὺν <lb/>ἐχούσῃ χυμόν·
							καὶ ὕδωρ δ’ ἥδιστα εἰς ἑαυτὰς λαμβάνουσιν, <lb/>ὅπου ἂν καθαρὸν ἀναπηδᾷ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Τροφαῖς μὲν οὖν χρῶνται τὰ γένη τῶν ζῴων ταῖς εἰρημέναις. <lb/>Αἱ δὲ πράξεις αὐτῶν
							ἅπασαι περί τε τὰς ὀχείας <lb/>καὶ τὰς τεκνώσεις εἰσί, καὶ περὶ τὰς εὐπορίας τῆς
							τροφῆς, <lb/>καὶ πρὸς τὰ ψύχη καὶ τὰς ἀλέας πεπορισμέναι, καὶ πρὸς <lb/>τὰς μεταβολὰς
							τὰς τῶν ὡρῶν. Πάντα γὰρ τῆς κατὰ τὸ <lb/>θερμὸν καὶ ψυχρὸν μεταβολῆς αἴσθησιν ἔχει
							σύμφυτον, καὶ <lb/>καθάπερ τῶν ἀνθρώπων οἱ μὲν εἰς τὰς οἰκίας τοῦ χειμῶνος
							μεταβάλλουσιν, <lb/>οἱ δὲ πολλῆς χώρας κρατοῦντες θερίζουσι μὲν <lb/>ἐν τοῖς ψυχροῖς
							χειμάζουσι δ’ ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς, οὕτω καὶ <lb/>τῶν ζῴων τὰ δυνάμενα μεταβάλλειν τοὺς
							τόπους. Καὶ τὰ <lb/>μὲν ἐν αὐτοῖς τοῖς συνήθεσι τόποις εὑρίσκεται τὰς βοηθείας, τὰ
							<lb/>δ’ ἐκτοπίζει, μετὰ μὲν τὴν φθινοπωρινὴν ἰσημερίαν ἐκ τοῦ <lb/>Πόντου καὶ τῶν
							ψυχρῶν τόπων φεύγοντα τὸν ἐπιόντα <lb/>χειμῶνα, μετὰ δὲ τὴν ἐαρινὴν ἐκ τῶν θερμῶν εἰς
							τοὺς τόπους <lb/>τοὺς ψυχροὺς φοβούμενα τὰ καύματα, τὰ μὲν ἐκ τῶν ἐγγὺς <lb/>τόπων
							ποιούμενα τὰς μεταβολάς, τὰ δὲ καὶ ἐκ τῶν ἐσχάτων <lb/>ὡς εἰπεῖν, οἷον αἱ γέρανοι
							ποιοῦσιν· μεταβάλλουσι γὰρ ἐκ <lb/>τῶν Σκυθικῶν πεδίων εἰς τὰ ἕλη τὰ ἄνω τῆς Αἰγύπτου,
							<lb/>ὅθεν ὁ Νεῖλος ῥεῖ· οὗ καὶ λέγονται τοῖς Πυγμαίοις ἐπιχειρεῖν· <lb/>οὐ γάρ ἐστι
							τοῦτο μῦθος, ἀλλ’ ἔστι κατὰ τὴν ἀλήθειαν <pb n="277"/> γένος μικρὸν μέν, ὥσπερ
							λέγεται, καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ <lb/>ἵπποι, τρωγλοδύται δ’ εἰσὶ τὸν βίον. Καὶ οἱ πελεκᾶνες
							δ’ <lb/>ἐκτοπίζουσι, καὶ πέτονται ἀπὸ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ ἐπὶ <lb/>τὸν Ἴστρον, κἀκεῖ
							τεκνοποιοῦνται· ἀθρόοι δ’ ἀπέρχονται, <lb/>ἀναμένοντες οἱ πρότεροι τοὺς ὕστερον, διὰ
							τὸ ὅταν ὑπερπτῶνται <lb/>τὸ ὄρος ἀδήλους γίνεσθαι τοὺς προτέρους τοῖς <lb/>ὑστέροις.
							Καὶ οἱ ἰχθύες δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον οἱ μὲν ἐκ τοῦ <lb/>Πόντου καὶ εἰς τὸν Πόντον
							μεταβάλλουσιν, οἱ δ’ ἐν μὲν τῷ <lb/>χειμῶνι ἐκ τοῦ πελάγους πρὸς τὴν γῆν, τὴν ἀλέαν
							διώκοντες, <lb/>ἐν δὲ τῷ θέρει ἐκ τῶν προσγείων εἰς τὸ πέλαγος, <lb/>φεύγοντες τὴν
							ἀλέαν. Καὶ τὰ ἀσθενῆ δὲ τῶν ὀρνέων ἐν <lb/>μὲν τῷ χειμῶνι καὶ τοῖς πάγοις εἰς τὰ πεδία
							καταβαίνουσι <lb/>διὰ τὴν ἀλέαν, ἐν δὲ τῷ θέρει ἀποχωροῦσιν εἰς τὰ ὄρη ἄνω <lb/>διὰ τὰ
							καύματα. Ποιεῖται δ’ ἀεὶ τὰ ἀσθενέστερα πρῶτα <lb/>τὴν μετάστασιν καθ’ ἑκατέραν τὴν
							ὑπερβολήν, οἷον οἱ μὲν <lb/>σκόμβροι τῶν θύννων, οἱ δ’ ὄρτυγες τῶν γεράνων· τὰ μὲν
							<lb/>γὰρ μεταβάλλει τοῦ Βοηδρομιῶνος, τὰ δὲ τοῦ Μαιμακτηριῶνος. <lb/>Ἔστι δὲ πιότερα
							πάντα ὅταν ἐκ τῶν ψυχρῶν <lb/>τόπων μεταβάλλῃ ἢ ὅταν ἐκ τῶν θερμῶν, οἷον καὶ οἱ
							ὄρτυγες <lb/>τοῦ φθινοπώρου μᾶλλον ἢ τοῦ ἔαρος. Συμβαίνει δ’ ἐκ <lb/>τῶν ψυχρῶν τόπων
							ἅμα μεταβάλλειν καὶ ἐκ τῆς ὥρας τῆς <lb/>θερμῆς. Ἔχουσι δὲ καὶ πρὸς τὰς ὀχείας
							ὁρμητικώτερον <lb/>κατὰ τὴν ἐαρινὴν ὥραν καὶ ὅταν μεταβάλλωσιν ἐκ τῶν θερμῶν. <lb/>Τῶν
							μὲν οὖν ὀρνέων αἱ γέρανοι, καθάπερ εἴρηται <lb/>πρότερον, ἐκτοπίζουσιν εἰς τὰ ἔσχατα
							ἐκ τῶν ἐσχάτων. <lb/>Πέτονται δὲ πρὸς τὸ πνεῦμα. Τὸ δὲ περὶ τοῦ λίθου ψεῦδός
							<lb/>ἐστι· λέγεται γὰρ ὡς ἔχουσιν ἕρμα λίθον, ὃς γίνεται χρήσιμος <pb n="278"/> πρὸς
							τὰς τοῦ χρυσοῦ βασάνους, ὅταν ἀνεμέσωσιν. <lb/>Ἀπαίρουσι δὲ καὶ αἱ φάτται καὶ αἱ
							πελειάδες, καὶ οὐ χειμάζουσι, <lb/>καὶ αἱ χελιδόνες καὶ αἱ τρυγόνες· αἱ δὲ περιστεραὶ
							<lb/>καταμένουσιν. Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ὄρτυγες, ἐὰν μή τινες <lb/>ὑπολειφθῶσι καὶ τῶν
							τρυγόνων καὶ τῶν ὀρτύγων ἐν εὐείλοις <lb/>χωρίοις. Ἀγελάζονται δ’ αἵ τε φάτται καὶ αἱ
							τρυγόνες, <lb/>ὅταν τε παραγίνωνται καὶ πάλιν ὅταν ὥρα ᾖ πρὸς <lb/>τὴν ἀνακομιδήν. Οἱ
							δ’ ὄρτυγες ὅταν πέσωσιν, ἐὰν μὲν εὐδία <lb/>ἢ βόρειον ᾖ, συνδυάζονταί τε καὶ
							εὐημεροῦσιν, ἐὰν δὲ <lb/>νότος, χαλεπῶς ἔχουσι διὰ τὸ μὴ εἶναι πτητικοί· ὑγρὸς γὰρ
							<lb/>καὶ βαρὺς ὁ ἄνεμος· διὸ καὶ οἱ θηρεύοντες ἐπιχειροῦσι τοῖς <lb/>νοτίοις. Εὐδίας
							δ’ οὐ πέτονται διὰ τὸ βάρος· πολὺ γὰρ τὸ <lb/>σῶμα, διὸ καὶ βοῶντες πέτονται· πονοῦσι
							γάρ. Ὅταν μὲν <lb/>οὖν ἐκεῖθεν παραβάλλωσιν, οὐκ ἔχουσιν ἡγεμόνας· ὅταν δ’
							<lb/>ἐντεῦθεν ἀπαίρωσιν, ἥ τε γλωττὶς συναπαίρει καὶ ἡ ὀρτυγομήτρα <lb/>καὶ ὁ ὠτὸς καὶ
							ὁ κύχραμος, ὅσπερ αὐτοὺς καὶ ἀνακαλεῖται <lb/>νύκτωρ· καὶ ὅταν τούτου τὴν φωνὴν
							ἀκούσωσιν οἱ <lb/>θηρεύοντες, ἴσασιν ὅτι οὐ καταμένουσιν. Ἡ δ’ ὀρτυγομήτρα
							<lb/>παραπλήσιος τὴν μορφὴν τοῖς λιμναίοις ἐστί, καὶ ἡ γλωττὶς <lb/>γλῶτταν ἐξαγομένην
							ἔχουσα μέχρι πόρρω. Ὁ δ’ ὠτὸς <lb/>ὅμοιος ταῖς γλαυξὶ καὶ περὶ τὰ ὦτα πτερύγια ἔχων·
							ἔνιοι <lb/>δ’ αὐτὸν νυκτικόρακα καλοῦσιν. Ἔστι δὲ κόβαλος καὶ <lb/>μιμητής, καὶ
							ἀντορχούμενος ἁλίσκεται, περιελθόντος θατέρου <lb/>τῶν θηρευτῶν, καθάπερ ἡ γλαύξ. Ὅλως
							δὲ τὰ <lb/>γαμψώνυχα πάντα βραχυτράχηλα καὶ πλατύγλωττα καὶ <lb/>μιμητικά· καὶ γὰρ τὸ
							Ἰνδικὸν ὄρνεον ἡ ψιττάκη, τὸ λεγόμενον <pb n="279"/> ἀνθρωπόγλωττον, τοιοῦτόν ἐστι·
							καὶ ἀκολαστότερον <lb/>δὲ γίνεται, ὅταν πίῃ οἶνον. Ἀγελαῖοι δὲ τῶν ὀρνίθων <lb/>εἰσὶ
							γέρανος, κύκνος, πελεκάν, χὴν ὁ μικρός. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Τῶν δ’ ἰχθύων οἱ μέν, ὥσπερ εἴρηται, μεταβάλλουσι πρὸς <lb/>τὴν γῆν ἐκ τοῦ πελάγους
							καὶ εἰς τὸ πέλαγος ἀπὸ τῆς γῆς, <lb/>φεύγοντες τὰς ὑπερβολὰς τοῦ ψύχους καὶ τῆς ἀλέας.
							Ἀμείνους <lb/>δ’ εἰσὶν οἱ πρόσγειοι τῶν πελαγίων· πλείω γὰρ καὶ <lb/>βελτίω νομὴν
							ἔχουσιν· ὅπου γὰρ ἂν ὁ ἥλιος ἐπιβάλλῃ, <lb/>πλείω φύεται καὶ βελτίω καὶ ἁπαλώτερα,
							οἷον ἐν κήποις. <lb/>Καὶ ὁ θὶς ὁ μέλας φύεται πρὸς τῇ γῇ, ὁ δ’ ἄλλος ὅμοιός <lb/>ἐστι
							τοῖς ἀγρίοις. Ἔτι δὲ καὶ κεκραμένοι τυγχάνουσι <lb/>καλῶς τῷ θερμῷ καὶ τῷ ψυχρῷ οἱ
							τόποι οἱ πρόσγειοι τῆς <lb/>θαλάττης· διὸ καὶ αἱ σάρκες συνεστᾶσι μᾶλλον τῶν τοιούτων
							<lb/>ἰχθύων, τῶν δὲ πελαγίων ὑγραί εἰσι καὶ κεχυμέναι. Εἰσὶ <lb/>δὲ πρόσγειοι σινώδων,
							κάνθαρος, ὀρφός, χρύσοφρυς, κεστρεύς, <lb/>τρίγλη, κίχλη, δράκων, καλλιώνυμος, κωβιὸς
							καὶ <lb/>τὰ πετραῖα πάντα· πελάγιοι δὲ τρυγὼν καὶ τὰ σελάχη καὶ <lb/>γόγγροι οἱ
							λευκοί, χάννη, ἐρυθρῖνος, γλαῦκος· φάγροι <lb/>δὲ καὶ σκορπίοι καὶ γόγγροι οἱ μέλανες
							καὶ μύραιναι καὶ <lb/>κόκκυγες ἐπαμφοτερίζουσιν. Εἰσὶ δὲ διαφοραὶ τούτων καὶ <lb/>κατὰ
							τοὺς τόπους, οἷον περὶ Κρήτην οἱ κωβιοὶ καὶ τὰ πετραῖα <lb/>πάντα πίονα γίνεται.
							Γίνεται δὲ καὶ ὁ θύννος ἀγαθὸς <lb/>πάλιν μετ’ Ἀρκτοῦρον· ἤδη γὰρ οἰστρῶν παύεται
							ταύτην <lb/>τὴν ὥραν· διὰ γὰρ τοῦτο ἐν τῷ θέρει χείρων ἐστίν. Γίνονται <lb/>δὲ καὶ ἐν
							ταῖς λιμνοθαλάτταις πολλοὶ τῶν ἰχθύων, οἷον <lb/>σάλπαι, χρύσοφρυς, τρίγλη καὶ τῶν
							ἄλλων σχεδὸν οἱ <pb n="280"/> πλεῖστοι. Γίνονται δὲ καὶ ἄμιαι, οἷον περὶ
							Ἀλωπεκόννησον· <lb/>καὶ ἐν τῇ Βιστωνίδι λίμνῃ ἔνεστι τὰ πλεῖστα γένη <lb/>τῶν ἰχθύων.
							Τῶν δὲ κολιῶν οἱ πολλοὶ εἰς μὲν τὸν <lb/>Πόντον οὐκ ἐμβάλλουσιν, ἐν δὲ τῇ Προποντίδι
							θερίζουσι <lb/>καὶ ἐκτίκτουσι, χειμάζουσι δ’ ἐν τῷ Αἰγαίῳ. Θυννίδες <lb/>δὲ καὶ
							πηλαμύδες καὶ ἄμιαι εἰς τὸν Πόντον ἐμβάλλουσι <lb/>τοῦ ἔαρος καὶ θερίζουσιν, σχεδὸν δὲ
							καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν <lb/>ῥυάδων καὶ ἀγελαίων ἰχθύων. Εἰσὶ δ’ οἱ πλεῖστοι ἀγελαῖοι.
							<lb/>Ἔχουσι δ’ οἱ ἀγελαῖοι ἡγεμόνας πάντες. Εἰσπλέουσι <lb/>δ’ εἰς τὸν Πόντον διά τε
							τὴν τροφήν (ἡ γὰρ νομὴ <lb/>καὶ πλείων καὶ βελτίων διὰ τὸ πότιμον), καὶ τὰ θηρία δὲ
							<lb/>τὰ μεγάλα ἐλάττω· ἔξω γὰρ δελφῖνος καὶ φωκαίνης οὐδέν <lb/>ἐστιν ἐν τῷ Πόντῳ, καὶ
							ὁ δελφὶς μικρός· ἔξω δ’ εὐθὺς <lb/>προελθόντι μεγάλοι. Διά τε δὴ τὴν τροφὴν εἰσπλέουσι
							<lb/>καὶ διὰ τὸν τόκον· τόποι γάρ εἰσιν ἐπιτήδειοι ἐντίκτειν, <lb/>καὶ τὸ πότιμον καὶ
							τὸ γλυκύτερον ὕδωρ ἐκτρέφει τὰ κυήματα. <lb/>Ὅταν δὲ τέκωσι καὶ τὰ γενόμενα αὐξηθῇ,
							ἐκπλέουσιν <lb/>εὐθὺς μετὰ Πλειάδα. Ἂν μὲν οὖν νότιος ὁ χειμὼν ᾖ, <lb/>βραδύτερον
							ἐκπλέουσιν, ἂν δὲ βόρειος, θᾶττον διὰ τὸ τὸ <lb/>πνεῦμα συνεπουρίζειν· καὶ ὁ γόνος δὲ
							τότε μικρὸς ἁλίσκεται <lb/>περὶ Βυζάντιον ἅτ’ οὐ γενομένης πολλῆς ἐν τῷ Πόντῳ
							<lb/>διατριβῆς. Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι καὶ ἐκπλέοντες καὶ εἰσπλέοντες <lb/>δῆλοί εἰσιν, οἱ
							δὲ τριχίαι μόνοι εἰσπλέοντες μὲν ἁλίσκονται, <lb/>ἐκπλέοντες δ’ οὐχ ὁρῶνται, ἀλλὰ καὶ
							ὅταν ληφθῇ τις <lb/>περὶ Βυζάντιον, οἱ ἁλιεῖς τὰ δίκτυα περικαθαίρουσι διὰ τὸ <pb n="281"/> μὴ εἰωθέναι ἐκπλεῖν. Αἴτιον δ’ ὅτι οὗτοι μόνοι ἀναπλέουσιν <lb/>εἰς τὸν
							Ἴστρον, εἶθ’ ᾗ σχίζεται, καταπλέουσιν εἰς τὸν <lb/>Ἀδρίαν. Σημεῖον δέ, ἐκεῖ γὰρ
							συμβαίνει τοὐναντίον· <lb/>εἰσπλέοντες μὲν γὰρ οὐχ ἁλίσκονται εἰς τὸν Ἀδρίαν,
							<lb/>ἐκπλέοντες δ’ ἁλίσκονται. Εἰσπλέουσι δ’ οἱ θύννοι ἐπὶ δεξιὰ <lb/>ἐχόμενοι τῆς
							γῆς, ἐκπλέουσι δ’ ἐπ’ ἀριστερά· τοῦτο δέ φασί <lb/>τινες ποιεῖν ὅτι τῷ δεξιῷ ὀξύτερον
							ὁρῶσι, φύσει οὐκ ὀξὺ <lb/>βλέποντες. Τὴν μὲν οὖν ἡμέραν οἱ ῥυάδες κομίζονται, τὴν
							<lb/>δὲ νύκτα ἡσυχάζουσι καὶ νέμονται, ἐὰν μὴ σελήνη ᾖ· τότε <lb/>δὲ κομίζονται καὶ
							οὐχ ἡσυχάζουσιν. Λέγουσι δέ τινες τῶν <lb/>περὶ τὴν θάλατταν ὡς ὅταν τροπαὶ χειμεριναὶ
							γίνωνται, <lb/>οὐκέτι κινοῦνται ἀλλ’ ἡσυχάζουσιν, ὅπου ἂν τύχωσι καταληφθέντες,
							<lb/>μέχρι ἰσημερίας. Οἱ μὲν οὖν κολίαι εἰσπλέοντες <lb/>ἁλίσκονται, ἐξιόντες δ’
							ἦττον· ἄριστοι δ’ εἰσὶν ἐν τῇ <lb/>Προποντίδι πρὸ τοῦ τίκτειν. Οἱ δ’ ἄλλοι ῥυάδες
							ἐξιόντες <lb/>ἐκ τοῦ Πόντου ἁλίσκονται μᾶλλον καὶ ἄριστοι τότε εἰσίν· <lb/>ὅταν δὲ
							εἰσπλέωσιν, ἐγγύτατα τοῦ αἰγιαλοῦ πιότατοι ἁλίσκονται, <lb/>ὅσα δ’ ἀνωτέρω, ἀεὶ
							λεπτότεροι. Πολλάκις δὲ καὶ <lb/>ὅταν πνεῦμα ἀντικόψῃ νότιον ἐκπλέουσι τοῖς κολίαις
							<lb/>καὶ τοῖς σκόμβροις, κάτω ἁλίσκονται μᾶλλον ἢ περὶ <lb/>Βυζάντιον.</p>
						<p>Τοὺς μὲν οὖν ἐκτοπισμοὺς τοῦτον ποιοῦνται τὸν τρόπον. <lb/>Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει
							πάθος καὶ ἐπὶ τῶν χερσαίων <lb/>κατὰ τὴν φωλείαν· τοῦ μὲν γὰρ χειμῶνος ὁρμῶσι πρὸς τὴν
							<lb/>φωλείαν, ἀπαλλάττονται δὲ κατὰ τὴν θερμοτέραν ὥραν. <lb/>Ποιοῦνται δὲ τὰ ζῷα καὶ
							τὰς φωλείας πρὸς τὴν βοήθειαν <pb n="282"/> καὶ τὰς ὑπερβολὰς τῆς ὥρας ἑκατέρας. Φωλεῖ
							δὲ τῶν <lb/>μὲν ὅλον τὸ γένος, ἐνίων δὲ τὰ μὲν τὰ δ’ οὔ. Τὰ μὲν γὰρ <lb/>ὀστρακόδερμα
							πάντα φωλεῖ, οἷον τά τε ἐν τῇ θαλάττῃ, <lb/>πορφύραι καὶ κήρυκες καὶ πᾶν τὸ τοιοῦτον
							γένος· ἀλλὰ τῶν <lb/>μὲν ἀπολελυμένων ἐπιδηλότερός ἐστιν ἡ φωλεία (κρύπτουσι <lb/>γὰρ
							αὑτά, οἷον οἱ κτένες, τὰ δ’ ἴσχει ἐπιπολῆς ἐπικάλυμμα, <lb/>οἷον οἱ χερσαῖοι κοχλίαι),
							τῶν δ’ ἀναπολύτων ἄδηλος ἡ μεταβολή. <lb/>Φωλοῦσι δ’ οὐ τὴν αὐτὴν ὥραν, ἀλλ’ οἱ μὲν
							κοχλίαι <lb/>τοῦ χειμῶνος, αἱ δὲ πορφύραι καὶ οἱ κήρυκες ὑπὸ κύνα περὶ <lb/>ἡμέρας
							τριάκοντα, καὶ οἱ κτένες περὶ τὸν αὐτὸν χρόνον. Τὰ <lb/>δὲ πλεῖστα αὐτῶν φωλεῖ καὶ ἐν
							τοῖς σφόδρα ψύχεσι καὶ ἐν <lb/>ταῖς σφόδρα ἀλέαις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Τὰ δ’ ἔντομα σχεδὸν ἅπαντα φωλεῖ, <lb/>πλὴν εἴ τι ἐν ταῖς οἰκήσεσι συνανθρωπεύεται
							αὐτῶν, καὶ <lb/>ὅσα φθείρεται καὶ μὴ διετίζει. Ταῦτα δὲ φωλεῖ τοῦ χειμῶνος. <lb/>Φωλεῖ
							δὲ τὰ μὲν πλείους ἡμέρας, τὰ δὲ τὰς χειμεριωτάτας, <lb/>οἷον αἱ μέλιτται· καὶ γὰρ
							αὗται φωλοῦσιν. Σημεῖον <lb/>δ’ ὅτι οὐδὲν φαίνονται γευόμεναι τῆς παρακειμένης
							<lb/>τροφῆς· κἄν τις αὐτῶν ἐξερπύσῃ, φαίνεται διαφανής, <lb/>καὶ οὐθὲν ἐν τῇ κοιλίᾳ
							ἐνὸν δῆλον. Ἡσυχάζει δ’ ἀπὸ Πλειάδος <lb/>δύσεως μέχρι τοῦ ἔαρος. Ποιεῖται δὲ τὰ ζῷα
							τὰς φωλείας <lb/>ἀποκρυπτόμενα ἐν ἀλεεινοῖς καὶ ἐν οἷς εἴωθε τόποις
							<lb/>ἐπικοιτάζεσθαι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Φωλεῖ δὲ καὶ τῶν ἐναίμων πολλά, οἷον <lb/>τά τε φολιδωτά, ὄφεις τε καὶ σαῦραι καὶ
							ἀσκαλαβῶται <lb/>καὶ κροκόδειλοι οἱ ποτάμιοι, τέτταρας μῆνας τοὺς χειμεριωτάτους,
							<lb/>καὶ οὐκ ἐσθίουσιν οὐδέν. Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι ὄφεις ἐν <lb/>τῇ γῇ φωλοῦσιν, αἱ δ’
							ἔχιδναι ὑπὸ τὰς πέτρας ἀποκρύπτουσιν <lb/>ἑαυτάς. Φωλοῦσι δὲ πολλοὶ καὶ τῶν ἰχθύων,
								<pb n="283"/> ἐπιφανέστατα δ’ ἵππουρος καὶ κορακῖνος τοῦ χειμῶνος· <lb/>οὗτοι γὰρ
							μόνοι οὐχ ἁλίσκονται οὐδαμοῦ πλὴν κατά τινας <lb/>χρόνους τακτοὺς καὶ τοὺς αὐτοὺς ἀεί,
							τὰ δὲ λοιπὰ πάντα <lb/>σχεδόν. Φωλεῖ δὲ καὶ μύραινα καὶ ὀρφὸς καὶ γόγγρος. <lb/>Κατὰ
							συζυγίας δ’ οἱ πετραῖοι φωλοῦσιν οἱ ἄρρενες τοῖς <lb/>θήλεσιν, ὥσπερ καὶ νεοττεύουσιν,
							οἷον κίχλαι, κόττυφοι, <lb/>πέρκαι. Φωλοῦσι δὲ καὶ οἱ θύννοι τοῦ χειμῶνος ἐν τοῖς
							<lb/>βάθεσι, καὶ γίνονται πιότατοι μετὰ τὴν φωλείαν, καὶ ἄρχονται <lb/>θηρεύεσθαι ἀπὸ
							Πλειάδος ἀνατολῆς μέχρι Ἀρκτούρου <lb/>δύσεως τὸ ἔσχατον· τὸν δ’ ἄλλον χρόνον ἡσυχίαν
							ἔχουσι <lb/>φωλοῦντες. Ἁλίσκονται δ’ ἔνιοι περὶ τὸν χρόνον τῆς φωλείας <lb/>καὶ τούτων
							καὶ τῶν ἄλλων τινὲς τῶν φωλούντων κινούμενοι, <lb/>ἂν ἀλεεινὸς ᾖ ὁ τόπος καὶ
							ἐπιγίνωνται εὐδῖαι <lb/>παράλογοι· ἀπὸ γὰρ τῆς θαλάμης προέρχονται μικρὸν <lb/>ἐπὶ
							νομήν· καὶ ταῖς πανσελήνοις. Εἰσὶ δ’ οἱ πολλοὶ φωλοῦντες <lb/>ἥδιστοι. Αἱ δὲ πριμάδες
							κρύπτουσιν ἑαυτὰς ἐν τῷ <lb/>βορβόρῳ· σημεῖον δὲ τό τε μὴ ἁλίσκεσθαι καὶ ἰλὺν ἐχούσας
							<lb/>ἐπὶ τοῦ νώτου φαίνεσθαι πολλὴν καὶ τὰ πτερύγια ἐντεθλιμμένα. <lb/>Κατὰ δὲ τὴν
							ἐαρινὴν ὥραν κινοῦνται καὶ <lb/>προέρχονται πρὸς τὴν γῆν ὀχευόμεναι καὶ τίκτουσαι, καὶ
							<lb/>ἁλίσκονται κύουσαι· καὶ τότε δοκοῦσιν ὡραῖοι εἶναι, οἱ δὲ <lb/>μετοπωρινοὶ καὶ
							χειμερινοὶ χείρους· ἅμα δὲ καὶ οἱ ἄρρενες <lb/>φαίνονται πλήρεις ὄντες θοροῦ. Ὅταν μὲν
							οὖν μικρὰ τὰ <lb/>κυήματ’ ἔχωσι, δυσάλωτοί εἰσιν, ὅταν δὲ μείζω, πολλοὶ ἁλίσκονται
							<lb/>διὰ τὸ οἰστρᾶν. Φωλεῖ δὲ τὰ μὲν ἐν τῇ ἄμμῳ τὰ <lb/>δ’ ἐν τῷ πηλῷ, ὑπερέχοντα τὸ
							στόμα μόνον. Τὰ μὲν πλεῖστα <pb n="284"/> φωλεῖ μόνον τοῦ χειμῶνος, τὰ δὲ μαλακόστρακα
							καὶ <lb/>τῶν ἰχθύων οἱ πετραῖοι καὶ βάτοι καὶ τὰ σελαχώδη τὰς <lb/>χειμεριωτάτας
							ἡμέρας· δηλοῖ δὲ τὸ μὴ ἁλίσκεσθαι ὅταν ᾖ <lb/>ψύχη. Ἔνιοι δὲ τῶν ἰχθύων φωλοῦσι καὶ
							τοῦ θέρους, οἷον <lb/>γλαῦκος· οὗτος γὰρ τοῦ θέρους φωλεῖ περὶ ἑξήκονθ’ ἡμέρας.
							<lb/>Φωλεῖ δὲ καὶ ὁ ὄνος καὶ ὁ χρύσοφρυς· σημεῖον δὲ δοκεῖ <lb/>εἶναι τοῦ τὸν ὄνον
							πλεῖστον φωλεῖν χρόνον τὸ διὰ πλείστου <lb/>χρόνου ἁλίσκεσθαι. Τοῦ δὲ καὶ θέρους τοὺς
							ἰχθῦς <lb/>φωλεῖν δοκεῖ σημεῖον εἶναι τὸ ἐπὶ τοῖς ἄστροις γίνεσθαι <lb/>τὰς ἁλώσεις,
							καὶ μάλιστα ἐπὶ κυνί· τηνικαῦτα γὰρ ἀνατρέπεσθαι <lb/>τὴν θάλατταν. Ὅπερ ἐν τῷ Βοσπόρῳ
							γνωριμώτατόν <lb/>ἐστιν· ἡ γὰρ ἰλὺς ἐπάνω γίνεται καὶ ἐπιφέρονται οἱ <lb/>ἰχθύες. Φασὶ
							δὲ καὶ πολλάκις τριβομένου τοῦ βυθοῦ ἁλίσκεσθαι <lb/>πλείους ἐν τῷ αὐτῷ βόλῳ τὸ
							δεύτερον ἢ τὸ πρῶτον. <lb/>Καὶ ἐπειδὰν ὄμβροι γένωνται μεγάλοι, πολλὰ φαίνεται
							<lb/>ζῷα τῶν πρότερον ἢ ὅλως οὐχ ἑωραμένων ἢ οὐ πολλάκις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Φωλοῦσι δὲ πολλοὶ καὶ τῶν ὀρνίθων, καὶ οὐχ ὥς τινες <lb/>οἴονται, εἰς ἀλεεινοὺς
							τόπους ἀπέρχονται πάντες· ἀλλ’ οἱ <lb/>μὲν πλησίον ὄντες τοιούτων τόπων, ἐν οἷς ἀεὶ
							διαμένουσι, καὶ <lb/>ἰκτῖνοι καὶ χελιδόνες, ἀποχωροῦσιν ἐνταῦθα, οἱ δὲ πορρωτέρω
							<lb/>ὄντες τῶν τοιούτων οὐκ ἐκτοπίζουσιν ἀλλὰ κρύπτουσιν <lb/>ἑαυτούς. Ἤδη γὰρ ὠμμέναι
							πολλαὶ χελιδόνες εἰσὶν ἐν <lb/>ἀγγείοις ἐψιλωμέναι πάμπαν, καὶ ἰκτῖνοι ἐκ τοιούτων
							ἐκπετόμενοι <lb/>χωρίων, ὅταν φαίνωνται τὸ πρῶτον. Φωλοῦσι δ’ <lb/>οὐθὲν διακεκριμένως
							καὶ τῶν γαμψωνύχων καὶ τῶν εὐθυωνύχων· <lb/>φωλεῖ γὰρ καὶ πελαργὸς καὶ κόττυφος καὶ
							τρυγὼν <pb n="285"/> καὶ κόρυδος, καὶ ἥ γε τρυγὼν ὁμολογουμένως μάλιστα <lb/>πάντων·
							οὐθεὶς γὰρ ὡς εἰπεῖν λέγεται τρυγόνα ἰδεῖν οὐθαμοῦ <lb/>χειμῶνος. Ἄρχεται δὲ τῆς
							φωλείας σφόδρα πίειρα <lb/>οὖσα, καὶ πτερορρυεῖ μὲν ἐν τῇ φωλείᾳ, παχεῖα μέντοι
							διατελεῖ <lb/>οὖσα. Τῶν δὲ φασσῶν ἔνιαι μὲν φωλοῦσιν, ἔνιαι δ’ <lb/>οὐ φωλοῦσιν,
							ἀπέρχονται δ’ ἅμα ταῖς χελιδόσιν. Φωλεῖ δὲ <lb/>καὶ ἡ κίχλη καὶ ὁ ψάρος, καὶ τῶν
							γαμψωνύχων ἰκτῖνος ὀλίγας <lb/>ἡμέρας καὶ ἡ γλαύξ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Τῶν δὲ ζῳοτόκων καὶ τετραπόδων <lb/>φωλοῦσιν οἵ τε ὕστριχες καὶ αἱ ἄρκτοι. Ὅτι
							<lb/>μὲν οὖν φωλοῦσιν αἱ ἄγριαι ἄρκτοι, φανερόν ἐστι, πότερον <lb/>δὲ διὰ ψῦχος ἢ δι’
							ἄλλην αἰτίαν, ἀμφισβητεῖται. Γίνονται <lb/>γὰρ περὶ τὸν χρόνον τοῦτον οἱ ἄρρενες καὶ
							αἱ θήλειαι πιότατοι, <lb/>ὥστε μὴ εὐκίνητοι εἶναι. Ἡ δὲ θήλεια καὶ τίκτει περὶ
							<lb/>τοῦτον τὸν καιρόν, καὶ φωλεῖ ἕως ἂν ἐζάγειν ὥρα ᾖ τοὺς <lb/>σκύμνους· τοῦτο δὲ
							ποιεῖ τοῦ ἔαρος περὶ τρίτον μῆνα ἀπὸ <lb/>τροπῶν. Τὸ δ’ ἐλάχιστον φωλεῖ περὶ
							τετταράκονθ’ ἡμέρας· <lb/>τούτων δὲ δὶς ἑπτὰ λέγουσιν ἐν αἷς οὐδὲν κινεῖται, ἐν δὲ
							<lb/>ταῖς πλείοσι ταῖς μετὰ ταῦτα φωλεῖ μὲν κινεῖται δὲ καὶ <lb/>ἐγείρεται. Κύουσα δ’
							ἄρκτος ἢ ὑπ’ οὐθενὸς ἢ πάνυ ὑπ’ <lb/>ὀλίγων εἴληπται. Ἐν δὲ τῷ χρόνῳ τούτῳ φανερόν
							ἐστιν <lb/>ὅτι οὐθὲν ἐσθίουσιν· οὔτε γὰρ ἐξέρχονται, ὅταν τε ληφθῶσι, <lb/>κενὰ
							φαίνεται ἥ τε κοιλία καὶ τὰ ἔντερα. Λέγεται <lb/>δὲ καὶ διὰ τὸ μηδὲν προσφέρεσθαι τὸ
							ἔντερον ὀλίγου <lb/>συμφύεσθαι αὐτῇ, καὶ διὰ τοῦτο πρῶτον ἐξιοῦσαν γεύεσθαι <lb/>τοῦ
							ἄρου πρὸς τὸ ἀφιστάναι τὸ ἔντερον καὶ διευρύνειν. <lb/>Φωλεῖ δὲ καὶ ὁ ἐλειὸς ἐν αὐτοῖς
							τοῖς δένδρεσι, καὶ γίνεται <lb/>τότε παχύτατος· καὶ ὁ μῦς ὁ Ποντικὸς ὁ λευκός.</p>

						<pb n="286"/>

						<p>Τῶν δὲ φωλούντων ἔνιοι τὸ καλούμενον γῆρας ἐκδύνουσιν· <lb/>ἔστι δὲ τοῦτο τὸ ἔσχατον
							δέρμα καὶ τὸ περὶ τὰς γενέσεις <lb/>κέλυφος. Τῶν μὲν οὖν πεζῶν καὶ ζῳοτόκων περὶ τῆς
							ἄρκτου <lb/>ἀμφισβητεῖται ἡ αἰτία τῆς φωλείας, καθάπερ ἐλέχθη πρότερον· <lb/>τὰ δὲ
							φολιδωτὰ φωλεῖ μὲν σχεδὸν τὰ πλεῖστα, ἐκδύνει <lb/>δὲ τὸ γῆρας ὅσων τὸ δέρμα μαλακὸν
							μὴ ὀστρακῶδες <lb/>ὥσπερ τῆς χελώνης (καὶ γὰρ ἡ χελώνη τῶν φολιδωτῶν ἐστὶ <lb/>καὶ ὁ
							ἐμύς), ἀλλ’ οἷον ἀσκαλαβώτης τε καὶ σαῦρος καὶ μάλιστα <lb/>πάντων οἱ ὄφεις· ἐκδύνουσι
							γὰρ καὶ τοῦ ἔαρος, ὅταν <lb/>ἐξίωσι, καὶ τοῦ μετοπώρου πάλιν. Ἐκδύνουσι δὲ καὶ οἱ
							<lb/>ἔχεις τὸ γῆρας καὶ τοῦ ἔαρος καὶ τοῦ μετοπώρου, καὶ οὐχ <lb/>ὥσπερ φασί τινες
							τοῦτο τὸ γένος τῶν ὄφεων μὴ ἐκδύεσθαι <lb/>μόνον. Ὅταν δὲ ἄρχωνται ἐκδύνειν οἱ ὄφεις,
							ἀπὸ τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν ἀφίσταται πᾶσι πρῶτον, ὥστε δοκεῖν γίνεσθαι <lb/>τυφλοὺς τοῖς μὴ
							συννοοῦσι τὸ πάθος· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπὸ <lb/>τῆς κεφαλῆς, καὶ λευκὴ φαίνεται πάντων. Ἐν
							νυκτὶ δὲ σχεδὸν <lb/>καὶ ἡμέρᾳ πᾶν ἀποδύεται τὸ γῆρας, ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ἀρξάμενον
							<lb/>μέχρι τῆς κέρκου. Γίνεται δὲ ἐκδυομένου τὰ ἐντὸς ἐκτός· <lb/>ἐκδύεται γὰρ ὥσπερ
							τὰ ἔμβρυα ἐκ τῶν χορίων. Τὸν αὐτὸν <lb/>δὲ τρόπον καὶ τῶν ἐντόμων ἐκδύνει τὸ γῆρας ὅσα
							ἐκδύνει, <lb/>οἷον σίλφη καὶ ἐμπὶς καὶ τὰ κολεόπτερα, οἷον κάνθαρος. <lb/>Πάντα δὲ
							μετὰ τὴν γένεσιν ἐκδύεται· ὥσπερ γὰρ τοῖς ζῳοτοκουμένοις <lb/>τὸ χόριον καὶ τοῖς
							σκωληκοτοκουμένοις περιρρήγνυται <lb/>τὸ κέλυφος, ὁμοίως καὶ μελίτταις καὶ ἀκρίσιν.
							<lb/>Οἱ δὲ τέττιγες ὄταν ἐξέλθωσι, καθιζάνουσιν ἐπί τε τὰς <lb/>ἐλαίας καὶ καλάμους.
							Περιρραγέντος δὲ τοῦ κελύφους ἐξέρχονται <lb/>ἐγκαταλιπόντες ὑγρότητα μικράν, καὶ μετ’
							οὐ πολὺν <pb n="287"/> χρόνον ἀναπέτονται καὶ ᾄδουσιν. Τῶν δὲ θαλαττίων οἱ
							<lb/>κάραβοι καὶ ἀστακοὶ ἐκδύνουσιν ὁτὲ μὲν τοῦ ἔαρος ὁτὲ δὲ τοῦ <lb/>μετοπώρου μετὰ
							τοὺς τόκους. Ἤδη δ’ εἰλημμέναι ἔνιοί <lb/>εἰσι τῶν καράβων τὰ μὲν περὶ τὸν θώρακα
							μαλακὰ ἔχοντες <lb/>διὰ τὸ περιερρωγέναι τὸ ὄστρακον, τὰ δὲ κάτω σκληρὰ διὰ <lb/>τὸ
							μήπω περιερρωγέναι· τὴν γὰρ ἔκδυσιν ποιοῦνται <lb/>οὐχ ὁμοίαν τοῖς ὄφεσιν. Φωλοῦσι δ’
							οἱ κάραβοι περὶ πέντε <lb/>μῆνας. Ἐκδύνουσι δὲ καὶ οἱ καρκίνοι τὸ γῆρας, οἱ μὲν
							μαλακόστρακοι <lb/>ὁμολογουμένως, φασὶ δὲ καὶ τοὺς ὀστρακοδέρμους, <lb/>οἷον τὰς
							μαίας. Ὅταν δ’ ἐκδύνωσι, μαλακὰ γίνεται <lb/>πάμπαν τὰ ὄστρακα, καὶ οἵ γε καρκίνοι
							βαδίζειν οὐ <lb/>σφόδρα δύνανται. Ἐκδύνει δὲ τὰ τοιαῦτα οὐχ ἅπαξ ἀλλὰ
							<lb/>πολλάκις.</p>
						<p>Ὅσα μὲν οὖν φωλεῖ καὶ πότε καὶ πῶς, ἔτι δὲ ποῖα καὶ <lb/>πότε ἐκδύνει τὸ γῆρας,
							εἴρηται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="18">
						<p>Εὐημεροῦσι δὲ τὰ ζῷα <lb/>κατὰ τὰς ὥρας οὐ τὰς αὐτάς, οὐδ’ ἐν ταῖς ὑπερβολαῖς ὁμοίως
							<lb/>ἁπάσαις· ἔτι δ’ ὑγίειαι καὶ νόσοι κατὰ τὰς ὥρας τοῖς ἑτερογενέσιν <lb/>ἕτεραι καὶ
							τὸ σύνολον οὐχ αἱ αὐταὶ πᾶσιν. Τοῖς <lb/>μὲν οὖν ὄρνισιν οἱ αὐχμοὶ συμφέρουσι καὶ πρὸς
							τὴν ἄλλην <lb/>ὑγίειαν καὶ πρὸς τοὺς τόκους, καὶ οὐχ ἥκιστα ταῖς φάτταις, <lb/>τοῖς δ’
							ἰχθύσιν ἔξω τινῶν ὀλίγων αἱ ἐπομβρίαι. Ἀσύμφορα <lb/>δὲ τοὐναντίον ἑκατέροις, τοῖς μὲν
							ὄρνισι τὰ ἔπομβρα <lb/>ἔτη (οὐδὲ γὰρ ὅλως συμφέρει τὸ πολὺ πίνειν), τοῖς δ’
							<lb/>ἰχθύσιν οἱ αὐχμοί. Τὰ μὲν οὖν γαμψώνυχα, καθάπερ εἴρηται <lb/>πρότερον, ὡς ἁπλῶς
							εἰπεῖν ἄποτα πάμπαν ἐστίν (ἀλλ’ <lb/>Ἡσίοδος ἡγνόει τοῦτο· πεποίηκε γὰρ τὸν τῆς
							μαντείας <pb n="288"/> πρόεδρον ἀετὸν ἐν τῇ διηγήσει τῇ περὶ τὴν πολιορκίαν τὴν
							<lb/>Νίνου πίνοντα)· τὰ δ’ ἄλλα πίνει μέν, οὐ πολύποτα δ’ <lb/>ἐστίν· ὁμοίως δ’ οὐδ’
							ἄλλ’ οὐθὲν τῶν πνεύμονα ἐχόντων <lb/>σομφὸν καὶ ᾠοτόκων. Τῶν δ’ ὀρνίθων ἐν ταῖς
							ἀρρωστίαις <lb/>ἐπίδηλος ἡ πτέρωσις γίνεται· ταράττεται γάρ, καὶ οὐ τὴν <lb/>αὐτὴν
							ἔχει κατάστασιν ἥνπερ ὑγιαινόντων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="19">
						<p>Τῶν δ’ ἰχθύων τὸ πλεῖστον γένος εὐθηνεῖ μᾶλλον, ὥσπερ <lb/>εἴρηται πρότερον, ἐν τοῖς
							ἐπομβρίοις ἔτεσιν· οὐ γὰρ <lb/>μόνον τότε πλείω τροφὴν ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ ὅλως τὸ
							<lb/>ὄμβριον συμφέρει, καθάπερ καὶ τοῖς ἐκ τῆς γῆς φυομένοις· <lb/>καὶ γὰρ τὰ λάχανα
							καίπερ ἀρδευόμενα ὅμως ἐπιδίδωσιν ὑόμενα <lb/>πλέον. Τὸ δ’ αὐτὸ καὶ οἱ κάλαμοι
							πάσχουσιν οἱ <lb/>πεφυκότες ἐν ταῖς λίμναις· οὐθὲν γὰρ ὡς εἰπεῖν αὐξάνονται <lb/>μὴ
							γινομένων ὑδάτων. Σημεῖον δὲ καὶ τὸ τοὺς πλείστους <lb/>τῶν ἰχθύων εἰς τὸν Πόντον
							ἐκτοπίζειν θεριοῦντας· διὰ γὰρ <lb/>τὸ πλῆθος τῶν ποταμῶν γλυκύτερον τὸ ὕδωρ, καὶ
							τροφὴν <lb/>οἱ ποταμοὶ καταφέρουσι πολλήν. Ἔτι δὲ καὶ εἰς τοὺς <lb/>ποταμοὺς
							ἀναπλέουσι πολλοὶ τῶν ἰχθύων, καὶ εὐθηνοῦσιν ἐν <lb/>τοῖς ποταμοῖς καὶ ἐν ταῖς
							λίμναις, οἷον ἄμια καὶ κεστρεύς. <lb/>Γίνονται δὲ καὶ οἱ κωβιοὶ πίονες ἐν τοῖς
							ποταμοῖς· καὶ <lb/>ὅλως τὰ εὔλιμνα τῶν χωρίων ἀρίστους ἔχει ἰχθῦς. Αὐτῶν <lb/>δὲ τῶν
							ὑδάτων οἱ θερινοὶ ὄμβροι μᾶλλον συμφέρουσι τοῖς <lb/>πλείστοις ἰχθύσι, καὶ ὅταν τὸ ἔαρ
							καὶ τὸ θέρος καὶ τὸ φθινόπωρον <lb/>γένηται ἔπομβρον, ὁ δὲ χειμὼν εὐδιεινός. Ὡς
							<lb/>δ’ εἰπεῖν ὅλως ὅταν καὶ κατὰ τοὺς ἀνθρώπους εὐετηρία ᾖ, <lb/>καὶ τοῖς πλείστοις
							ἰχθύσι συμβαίνει εὐημερεῖν. Ἐν δὲ <pb n="289"/> τοῖς ψυχροῖς τόποις οὐκ εὐθηνοῦσιν.
							Μάλιστα δὲ πονοῦσιν <lb/>ἐν τοῖς χειμῶσιν οἱ ἔχοντες λίθον ἐν τῇ κεφαλῇ, οἷον χρόμις,
							<lb/>λάβραξ, σκίαινα, φάγρος· διὰ γὰρ τὸν λίθον ὑπὸ <lb/>τοῦ ψύχους καταπήγνυνται καὶ
							ἐκπίπτουσιν. Τοῖς μὲν <lb/>οὖν πλείστοις ἰχθύσι συμφέρει μᾶλλον, κεστρεῖ δὲ καὶ κεφάλῳ
							<lb/>καὶ ὃν καλοῦσί τινες μύρινον τοὐναντίον· ὑπὸ γὰρ τῶν <lb/>ὀμβρίων ὑδάτων
							ἀποτυφλοῦνται οἱ πολλοὶ αὐτῶν θᾶττον, <lb/>ἂν λίαν ὑπερβάλλωσιν. Εἰώθασι γὰρ πάσχειν
							αὐτὸ οἱ <lb/>κέφαλοι ἐν τοῖς χειμῶσι μᾶλλον· γίνεται γὰρ τὰ ὄμματα <lb/>αὐτῶν λευκά,
							καὶ ἁλίσκονται τότε λεπτοί, καὶ τέλος <lb/>ἀπόλλυνται πάμπαν. Ἔοικε δ’ οὐ διὰ τὴν
							ὑπερομβρίαν <lb/>τοῦτο πάσχειν μᾶλλον, ἀλλὰ διὰ τὸ ψῦχος· ἤδη γοῦν καὶ <lb/>ἄλλοθι καὶ
							περὶ Ναυπλίαν τῆς Ἀργείας περὶ τὸ τέναγος <lb/>πολλοὶ τυφλοὶ ἐλήφθησαν ἰσχυροῦ
							γενομένου ψύχους· <lb/>ἐλήφθησαν δὲ πολλοὶ καὶ λευκὴν ἔχοντες τὴν ὄψιν. Πονεῖ <lb/>δὲ
							τοῦ χειμῶνος καὶ ὁ χρύσοφρυς, τοῦ δὲ θέρους ὁ ἀχάρνας, <lb/>καὶ γίνεται λεπτός.
							Συμφέρει δὲ τοῖς κορακίνοις ὡς <lb/>εἰπεῖν παρὰ τοὺς ἄλλους ἰχθῦς τὰ αὐχμώδη μᾶλλον
							τῶν ἐτῶν· <lb/>καὶ τούτοις δὲ διὰ τὸ συμβαίνειν ἀλέαν μᾶλλον ἐν τοῖς αὐχμοῖς.
							<lb/>Τόποι δ’ ἑκάστοις συμφέρουσι πρὸς εὐθηνίαν, ὅσα <lb/>μέν ἐστι φύσει παράγεια ἢ
							πελάγια, ἐν ἑκατέρῳ τούτων, <lb/>ὅσα δ’ ἐπαμφοτερίζει, ἐν ἀμφοτέροις· εἰσὶ δέ τινες
							καὶ <lb/>ἴδιοι τόποι ἑκάστοις ἐν οἷς εὐθηνοῦσιν. Ὡς δ’ ἁπλῶς εἰπεῖν <lb/>οἱ φυκώδεις
							συμφέρουσιν· πιότεροι γοῦν ἐν τοῖς τοιούτοις <lb/>ἁλίσκονται, ὅσοι παντοδαποὺς
							νέμονται τόπους· οἱ <pb n="290"/> μὲν γὰρ φυκιοφάγοι τροφῆς εὐποροῦσιν, οἱ δὲ
							σαρκοφάγοι <lb/>πλείοσιν ἐντυγχάνουσιν ἰχθύσιν. Διαφέρουσι δὲ καὶ τὰ βόρεια <lb/>καὶ
							τὰ νότια· τὰ γὰρ μακρὰ μᾶλλον εὐθηνεῖ ἐν τοῖς <lb/>βορείοις, καὶ τοῦ θέρους ἁλίσκονται
							ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χωρίου <lb/>πλείους τοῖς βορείοις τῶν μακρῶν καὶ τῶν πλατέων. Οἱ <lb/>δὲ
							θύννοι καὶ οἱ ξιφίαι οἰστρῶσι περὶ κυνὸς ἐπιτολήν· <lb/>ἔχουσι γὰρ ἀμφότεροι τηνικαῦτα
							παρὰ τὰ πτερύγια οἷον <lb/>σκωλήκιον τὸ καλούμενον οἶστρον, ὅμοιον μὲν σκορπίῳ,
							μέγεθος <lb/>δ’ ἡλίκον ἀράχνης· ποιοῦσι δὲ ταῦτα πόνον τοιοῦτον <lb/>ὥστ’ ἐξάλλεσθαι
							οὐκ ἔλαττον ἐνίοτε τὸν ξιφίαν τοῦ δελφῖνος, <lb/>διὸ καὶ τοῖς πλοίοις πολλάκις
							ἐμπίπτουσιν. Χαίρουσι <lb/>δ’ οἱ θύννοι μάλιστα τῶν ἰχθύων τῇ ἀλέᾳ, καὶ πρὸς τὴν ἄμμον
							<lb/>τὴν πρὸς τῇ γῇ προσχωροῦσι τῆς ἀλέας ἕνεκεν, ὅτι <lb/>θερμαίνονται, καὶ ἄνω
							ἐπιπολάζουσιν. Τὰ δὲ μικρὰ τῶν <lb/>ἰχθυδίων σώζεται διὰ τὸ παρορασθαι· διώκουσι γὰρ
							τὰ <lb/>μείζω οἱ μεγάλοι. Τῶν δ’ ᾠῶν καὶ τοῦ γόνου διαφθείρεται <lb/>τὸ πολὺ διὰ τὰς
							ἀλέας· οὗ γὰρ ἂν ἐφάψωνται, πᾶν τοῦτο <lb/>λυμαίνονται. Ἁλίσκονται δὲ μάλιστα οἱ
							ἰχθύες πρὸ ἡλίου <lb/>ἀνατολῆς καὶ μετὰ τὴν δύσιν, ὅλως δὲ περὶ δυσμὰς ἡλίου <lb/>καὶ
							ἀνατολάς· οὗτοι γὰρ λέγονται εἶναι ὡραῖοι βόλοι, διὸ <lb/>καὶ τὰ δίκτυα ταύτην τὴν
							ὥραν ἀναιροῦνται οἱ ἁλιεῖς. Μάλιστα <lb/>γὰρ ἀπατῶνται οἱ ἰχθύες τῇ ὄψει κατὰ τούτους
							τοὺς <lb/>καιρούς· τῆς μὲν γὰρ νυκτὸς ἡσυχάζουσι, πλείονος δὲ γινομένου <lb/>τοῦ φωτὸς
							μᾶλλον ὁρῶσιν. Νόσημα δὲ λοιμῶδες <lb/>μὲν οὐδὲν εἰς τοὺς ἰχθῦς φαίνεται ἐμπῖπτον,
							οἷον ἐπὶ <lb/>τῶν ἀνθρώπων συμβαίνει πολλάκις καὶ τῶν ζῳοτόκων καὶ τετραπόδων <lb/>εἰς
							ἵππους καὶ βοῦς, καὶ τῶν ἄλλων εἰς ἔνια καὶ <pb n="291"/> ἥμερα καὶ ἄγρια· νοσεῖν
							μέντοι γε δοκοῦσιν· τεκμαίρονται <lb/>δ’ οἱ ἁλιεῖς τῷ ἐνίους ἁλίσκεσθαι λεπτοὺς καὶ
							ἠσθενηκόσιν <lb/>ὁμοίους καὶ τὸ χρῶμα μεταβεβληκότας ἐν πολλοῖς καὶ πίοσιν
							<lb/>ἑαλωκότας καὶ τῷ γένει τῷ αὐτῷ. Περὶ μὲν οὖν τῶν θαλαττίων <lb/>τοῦτον ἔχει τὸν
							τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="20">
						<p>τοῖς δὲ ποταμίοις καὶ λιμναίοις <lb/>λοιμῶδες μὲν οὐδὲ τούτοις οὐθὲν γίνεται, ἐνίοις
							δ’ <lb/>αὐτῶν ἴδια νοσήματα ἐμπίπτει, οἷον γλάνις ὑπὸ κύνα μάλιστα <lb/>διὰ τὸ
							μετέωρος νεῖν ἀστροβλής τε γίνεται καὶ <lb/>ὑπὸ βροντῆς νεανικῆς καροῦται. Πάσχει δέ
							ποτε τοῦτο <lb/>καὶ κυπρῖνος, ἧττον δέ. Οἱ δὲ γλάνεις ἐν τοῖς βραχέσι καὶ <lb/>ὑπὸ
							δράκοντος τοῦ ὄφεως τυπτόμενοι ἀπόλλυνται πολλοί. <lb/>Ἐν δὲ τῷ βαλλιρῷ καὶ τίλωνι
							ἑλμὶς ἐγγινομένη ὑπὸ κύνα <lb/>μετεωρίζει τε καὶ ἀσθενῆ ποιεῖ· μετέωρος δὲ γινόμενος
							<lb/>ὑπὸ τοῦ καύματος ἀπόλλυται. Τῇ δὲ χαλκίδι νόσημα ἐμπίπτει <lb/>νεανικόν· φθεῖρες
							ὑπὸ τὰ βράγχια γιγνόμενοι πολλοὶ <lb/>ἀναιροῦσιν. Τῶν δ’ ἄλλων ἰχθύων οὐθενὶ οὐθὲν
							τοιοῦτόν <lb/>ἐστι νόσημα. Ἀποθνήσκουσι δὲ οἱ ἰχθῦς τῷ πλόμῳ· <lb/>διὸ καὶ θηρεύουσιν
							οἱ μὲν ἄλλοι τοὺς ἐν τοῖς ποταμοῖς καὶ <lb/>λίμναις πλομίζοντες, οἱ δὲ Φοίνικες καὶ
							τοὺς ἐν τῇ θαλάττῃ. <lb/>Ποιοῦνται δέ τινες καὶ δύ’ ἄλλας θήρας τῶν <lb/>ἰχθύων. Διὰ
							γὰρ τὸ φεύγειν ἐν τῷ χειμῶνι τὰ βαθέα ἐν <lb/>τοῖς ποταμοῖς (καὶ γὰρ ἄλλως τὸ πότιμον
							ὕδωρ ψυχρόν) <lb/>ὀρύττουσι τάφρον εἰς τὸν ποταμὸν διὰ ξηροῦ· εἶτα ταύτην
							<lb/>καταστεγάσαντες χόρτῳ καὶ λίθοις οἷον γωλεὸν ποιοῦσιν, <lb/>ἔκδυσιν ἔχοντα ἐκ τοῦ
							ποταμοῦ· καὶ ὅταν πάγος ᾖ, ἐκ <lb/>τούτου κύρτῳ θηρεύουσι τοὺς ἰχθῦς. Καὶ ἄλλην δὲ
							θήραν <pb n="292"/> ποιοῦνται ὁμοίως θέρους καὶ χειμῶνος· ἐν μέσῳ τῷ ποταμῷ
							<lb/>φρυγάνοις καὶ λίθοις περιφράξαντες ὅσον στόμα καταλείπουσιν· <lb/>ἐν τούτῳ κύρτον
							ἐνθέντες θηρεύουσιν, περιελόντες <lb/>τοὺς λίθους.</p>
						<p>Τῶν δ’ ὀστρακοδέρμων συμφέρει τοῖς ἄλλοις τὰ ἔπομβρα <lb/>ἔτη, πλὴν ταῖς πορφύραις.
							Σημεῖον δέ· ὅταν γὰρ τεθῇ <lb/>οὗ ποταμὸς ἐξερεύγεται, καὶ γεύσωνται τοῦ ὕδατος,
							ἀποθνήσκουσιν <lb/>αὐθημερόν. Καὶ ζῇ δ’ ἡ πορφύρα, ὅταν θηρευθῇ, <lb/>περὶ ἡμέρας
							πεντήκοντα. Τρέφονται δ’ ὑπ’ ἀλλήλων· ἐπιγίνεται <lb/>γὰρ ἐπὶ τοῖς ὀστράκοις ὥσπερ
							φῦκός τι καὶ βρύον. <lb/>Ἃ δ’ ἐμβάλλουσιν εἰς τροφὴν αὐταῖς, τοῦ σταθμοῦ φασὶ
							<lb/>χάριν εἶναι πρὸς τὸ πλέον ἕλκειν. Τοῖς δ’ ἄλλοις οἱ <lb/>αὐχμοὶ ἀσύμφοροι· ἐλάττω
							γὰρ καὶ χείρω γίνεται, καὶ οἱ <lb/>πυρροὶ τότε γίνονται μᾶλλον κτένες. Ἐν δὲ τῷ
							Πυρραίῳ <lb/>ποτ’ εὐρίπῳ ἐξέλιπον οἱ κτένες οὐ μόνον διὰ τὸ ὄργανον <lb/>ᾧ θηρεύοντες
							ἀνέξυον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς αὐχμούς. Καὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις δ’ ὀστρακοδέρμοις τὰ ἔπομβρα
							ἔτη συμφέρει διὰ <lb/>τὸ γλυκυτέραν γίγνεσθαι τὴν θάλατταν. Ἐν δὲ τῷ Πόντῳ <lb/>διὰ τὸ
							ψῦχος οὐ γίγνονται, οὐδ’ ἐν τοῖς ποταμοῖς ἀλλ’ <lb/>ἢ ὀλίγα τῶν διθύρων· τὰ δὲ
							μονόθυρα μάλιστα ἐν τοῖς <lb/>πάγοις ἐμπήγνυται.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τὰ ἔνυδρα τῶν ζῴων τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="21">
						<p>τῶν δὲ τετραπόδων αἱ μὲν ὕες νοσήμασι μὲν κάμνουσι <lb/>τρισίν, ὧν ἓν μὲν καλεῖται
							βράγχος, ἐν ᾧ μάλιστα τὰ <lb/>περὶ τὰ βράγχια καὶ τὰς σιαγόνας φλεγμαίνει. Γίνεται
							<lb/>δὲ καὶ ὅπου ἂν τύχῃ τοῦ σώματος· πολλάκις γὰρ τοῦ ποδὸς <pb n="293"/> λαμβάνεται,
							ὁτὲ δ’ ἐν τῷ ὠτί. Γίνεται δὲ σαπρὸν εὐθὺς <lb/>καὶ τὸ ἐχόμενον, ἕως ἂν ἔλθῃ πρὸς τὸν
							πλεύμονα· τότε δ’ <lb/>ἀποθνήσκει. Ταχὺ δ’ αὐξάνεται· καὶ οὐθὲν ἐσθίει, ὅταν ἄρξηται
							<lb/>τὸ πάθος κἂν ὁσονοῦν. Ἰῶνται δ’ οἱ ὑοβοσκοί, ὅταν <lb/>αἴσθωνται μικρὸν ὄν, ἄλλον
							μὲν οὐθένα τρόπον, ἀποτέμνουσι <lb/>δ’ ὅλον. Δύο δ’ ἄλλ’ ἐστί, λέγεται δὲ κραυρᾶν
							ἄμφω· ὧν <lb/>τὸ μὲν ἕτερόν ἐστι κεφαλῆς πόνος καὶ βάρος, ᾧ αἱ πλεῖσται
							<lb/>ἁλίσκονται, τὸ δ’ ἕτερον, ἡ κοιλία ῥεῖ. Καὶ τοῦτο μὲν δοκεῖ <lb/>εἶναι ἀνίατον,
							θατέρῳ δὲ βοηθοῦσιν οἶνον προσφέροντες πρὸς <lb/>τοὺς μυκτῆρας καὶ κλύζοντες τοὺς
							μυκτῆρας οἴνῳ. Διαφυγεῖν <lb/>δὲ καὶ τοῦτο χαλεπόν· ἀναιρεῖ μὲν γὰρ ἐν ἡμέραις τρισὶν
							ἢ <lb/>τέτταρσιν. Βραγχῶσι δὲ μάλιστα, ὅταν τὸ θέρος ἐνέγκῃ <lb/>εὖ καὶ πιόταται ὦσιν·
							βοηθεῖ δὲ τά τε συκάμινα διδόμενα <lb/>καὶ τὸ λουτρὸν ἐὰν ᾖ πολὺ καὶ θερμόν, καὶ ἐάν
							τις σχάσῃ <lb/>ὑπὸ τὴν γλῶτταν. Χαλαζώδεις δ’ εἰσὶ τῶν ὑῶν αἱ ὑγρόσαρκοι <lb/>τά τε
							περὶ τὰ σκέλη καὶ τὰ περὶ τὸν τράχηλον <lb/>καὶ τοὺς ὤμους, ἐν οἷς μέρεσι καὶ πλεῖσται
							γίνονται χάλαζαι· <lb/>κἂν μὲν ὀλίγας ἔχῃ, γλυκυτέρα ἡ σάρξ, ἂν δὲ πολλάς, <lb/>ὑγρὰ
							λίαν καὶ διάχυλος γίνεται. Δῆλαι δ’ εἰσὶν αἱ <lb/>χαλαζῶσαι· ἔν τε γὰρ τῇ γλώττῃ τῇ
							κάτω ἔχουσι μάλιστα <lb/>τὰς χαλάζας, καὶ ἐάν τις τρίχας ἐκτίλλῃ ἐκ τῆς <lb/>λοφιᾶς,
							ὕφαιμοι φαίνονται· ἔτι δὲ τὰ χαλαζῶντα τοὺς ὀπισθίους <lb/>πόδας οὐ δύνανται
							ἡσυχάζειν. Οὐκ ἔχουσι δὲ χαλάζας, <lb/>ἕως ἂν ὦσι γαλαθηναὶ μόνον. Ἐκβάλλουσι δὲ τὰς
							χαλάζας <lb/>ταῖς τιφαῖς· ὃ καὶ πρὸς τὴν τροφήν ἐστι χρήσιμον. <lb/>Ἄριστον δὲ πρὸς τὸ
							πιαίνειν καὶ τρέφειν οἱ ἐρέβινθοι καὶ <lb/>τὰ σῦκα, τὸ δ’ ὅλον μὴ ποιεῖν ἁπλῆν τὴν
							τροφὴν ἀλλὰ <pb n="294"/> ποικίλην· χαίρει γὰρ μεταβάλλουσα καθάπερ καὶ τἆλλα
							<lb/>ζῷα, καὶ ἅμα φασὶ τὸ μὲν ἐμφυσᾶν τὸ δὲ σαρκοῦν τὸ <lb/>δὲ πιαίνειν τῶν
							προσφερομένων, τὰς δὲ βαλάνους ἡδέως μὲν <lb/>ἐσθίειν, ποιεῖν δ’ ὑγρὰν τὴν σάρκα· καὶ
							ἐὰν κύουσαι πλείους <lb/>ἐσθίωσιν, ἐκβάλλουσιν ὥσπερ καὶ τὰ πρόβατα· ταῦτα γὰρ
							<lb/>ἐπιδηλοτέρως τοῦτο πάσχει διὰ τὰς βαλάνους. Χαλαζᾷ <lb/>δὲ μόνον τῶν ζῴων ὧν
							ἴσμεν ὗς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="22">
						<p>Οἱ δὲ κύνες κάμνουσι νοσήμασι τρισίν· ὀνομάζεται δὲ <lb/>ταῦτα λύττα, κυνάγχη,
							ποδάγρα. Τούτων ἡ λύττα ἐμποιεῖ <lb/>μανίαν, καὶ ὅταν δάκῃ, λυττῶσιν ἅπαντα τὰ
							δηχθέντα <lb/>πλὴν ἀνθρώπου· καὶ ἀναιρεῖ δὲ τὸ νόσημα τοῦτο τάς <lb/>τε κύνας καὶ ἄν
							τι δηχθῇ ὑπὸ λυττώσης πλὴν ἀνθρώπου. <lb/>Ἀναιρεῖ δὲ καὶ ἡ κυνάγχη τὰς κύνας· ὀλίγαι
							δὲ καὶ ἐκ τῆς <lb/>ποδάγρας περιφεύγουσιν. Λαμβάνει δ’ ἡ λύττα καὶ τὰς <lb/>καμήλους.
							Τοὺς δ’ ἐλέφαντας πρὸς μὲν τὰ ἄλλα ἀρρωστήματα <lb/>ἀνόσους εἶναί φασιν, ἐνοχλεῖσθαι
							δ’ ὑπὸ φυσῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="23">
						<p>Οἱ δὲ βόες οἱ ἀγελαῖοι νοσοῦσι δύο νόσους, ὧν τὸ μὲν <lb/>ποδάγρα τὸ δὲ κραῦρος
							καλεῖται. Ἐν μὲν οὖν τῇ ποδάγρᾳ <lb/>τοὺς πόδας οἰδοῦσιν, οὐκ ἀποθνήσκουσι δ’ οὐδὲ τὰς
							ὁπλὰς <lb/>ἀποβάλλουσιν· βέλτιον δ’ ἴσχουσι τῶν κεράτων ἀλειφομένων <lb/>πίσσῃ θερμῇ.
							Ὅταν δὲ κραυρᾷ, τὸ πνεῦμα γίνεται <lb/>θερμὸν καὶ πυκνόν· καὶ ὅ ἐστιν ἐν τοῖς
							ἀνθρώποις <lb/>πυρετός, τοῦτό ἐστιν ἐν τοῖς βουσὶ τὸ κραυρᾶν. Σημεῖον δὲ <lb/>τῆς
							ἀρρωστίας τὰ ὦτα καταβάλλουσι καὶ οὐ δύνανται ἐσθίειν. <lb/>Ἀποθνήσκουσι δὲ ταχέως,
							καὶ ἀνοιχθέντων ὁ πλεύμων φαίνεται <lb/>σαπρός. </p>
					</div>
					<pb n="295"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="24">
						<p>Τῶν δ’ ἵππων αἱ μὲν φορβάδες ἄνοσοι τῶν ἄλλων <lb/>ἀρρωστημάτων εἰσὶ πλὴν ποδάγρας,
							ταύτην δὲ κάμνουσι, <lb/>καὶ ἐνίοτε ἀποβάλλουσι τὰς ὁπλάς· ὅταν δ’ ἀποβάλωσι,
							<lb/>πάλιν φύουσιν εὐθύς· γίνεται γὰρ ἅμα τῆς ἑτέρας ὑποφυομένης <lb/>ἡ τῆς ἑτέρας
							ὁπλῆς ἀποβολή. Σημεῖον δὲ τῆς <lb/>ἀρρωστίας· ὁ γὰρ ὄρχις ἅλλεται ὁ δεξιός, ἢ κατὰ
							μέσον <lb/>ὀλίγον κάτωθεν τῶν μυκτήρων ἔγκοιλον γίνεται καὶ ῥυτιδῶδες. <lb/>Οἱ δὲ
							τροφίαι ἵπποι πλείστοις ἀρρωστήμασι κάμνουσιν. <lb/>Λαμβάνει γὰρ καὶ εἰλεός· σημεῖον
							δὲ τῆς ἀρρωστίας <lb/>τὰ ὀπίσθια σκέλη ἐφέλκουσιν ἐπὶ τὰ ἐμπρόσθια καὶ ὑποφέρουσιν,
							<lb/>ὥστε ὀλίγου συγκρούειν. Ἐὰν δ’ ἀσιτήσας τὰς <lb/>ἔμπροσθεν ἡμέρας εἶτα μανῇ, αἷμα
							ἀφαιροῦντες βοηθοῦσι <lb/>καὶ ἐκτέμνοντες. Λαμβάνει δὲ καὶ τέτανος· σημεῖον δ’ αἱ
							<lb/>φλέβες τέτανται πᾶσαι καὶ κεφαλὴ καὶ αὐχήν, καὶ προβαίνει <lb/>εὐθέσι τοῖς
							σκέλεσιν. Γίγνονται δὲ καὶ ἔμπυοι οἱ ἵπποι. <lb/>Λαμβάνει δὲ καὶ ἄλλος αὐτοὺς πόνος,
							καλεῖται δὲ <lb/>τοῦτο κριθιᾶν· σημεῖον δὲ τοῦ ἀρρωστήματος μαλακὸς γίνεται <lb/>ὁ
							οὐρανὸς καὶ θερμὸν πνεῖ. Ἀνίατα δέ, ἐὰν μὴ αὐτόματα <lb/>καταστῇ. Τό τε νυμφιᾶν
							καλούμενον, ἐν ᾧ συμβαίνει <lb/>κατέχεσθαι ὅταν αὐλῇ τις, καὶ κατωπιᾶν· καὶ ὅταν
							<lb/>ἀναβῇ τις, τροχάζει, ἕως ἂν μέλλῃ κατά τινας θεῖν· κατηφεῖ <lb/>δ’ ἀεί, κἂν
							λυττήσῃ. Σημεῖον δὲ καὶ τούτου τὰ ὦτα <lb/>καταβάλλει πρὸς τὴν χαίτην καὶ πάλιν
							προτείνει, καὶ ἐκλείπει, <lb/>καὶ πνεῖ. Ἀνίατα δὲ καὶ τάδε, ἐὰν καρδίαν ἀλγήσῃ
							<lb/>(σημεῖον δὲ λαπαρὸς ὢν ἀλγεῖ), καὶ ἐὰν ἡ κύστις μεταστῇ <pb n="296"/> (σημεῖον δὲ
							καὶ τούτου τὸ μὴ δύνασθαι οὐρεῖν, καὶ <lb/>τὰς ὁπλὰς καὶ τὰ ἰσχία ἐφέλκει). Καὶ ἐὰν
							σταφύλινον <lb/>περιχάνῃ· τοῦτο δ’ ἐστὶν ἡλίκον σφονδύλη. Τὰ δὲ δήγματα <lb/>τῆς
							μυγαλῆς καὶ τοῖς ἄλλοις ὑποζυγίοις χαλεπά· γίνονται <lb/>δὲ φλύκταιναι. Χαλεπώτερον δὲ
							τὸ δῆγμα, ἐὰν κύουσα <lb/>δάκῃ· ἐκρήγνυνται γὰρ αἱ φλύκταιναι, εἰ δὲ μή, οὔ.
							Ἀποκτείνει <lb/>δὲ δάκνουσα ἢ σφόδρα ποιεῖ ἀλγεῖν καὶ ἡ καλουμένη <lb/>χαλκὶς ὑπὸ
							τινῶν, ὑπὸ δ’ ἐνίων ζιγνίς· ἔστι δ’ ὅμοιον <lb/>ταῖς μικραῖς σαύραις, τὸ δὲ χρῶμα τοῖς
							τυφλίνοις ὄφεσιν. <lb/>Ὅλως δέ φασιν οἱ ἔμπειροι, σχεδὸν ὅσαπερ ἀρρωστεῖ ἄνθρωπος
							<lb/>ἀρρωστήματα, καὶ ἵππον ἀρρωστεῖν καὶ πρόβατον. <lb/>Ὑπὸ φαρμάκου δὲ διαφθείρεται
							καὶ ἵππος καὶ πᾶν ὑποζύγιον <lb/>σανδαράκης· δίδοται δ’ ἐν ὕδατι καὶ διηθεῖται. Καὶ
							ἐκβάλλει <lb/>δὲ κύουσα ἵππος ὀσμὴν λύχνου ἀποσβεννυμένου· συμβαίνει <lb/>δὲ τοῦτο καὶ
							γυναιξὶν ἐνίαις κυούσαις. Περὶ μὲν οὖν τὰς <lb/>νόσους τῶν ἵππων τοῦτον ἔχει τὸν
							τρόπον, τὸ δ’ ἱππομανὲς <lb/>καλούμενον ἐπιφύεται μέν, ὥσπερ λέγεται, τοῖς πώλοις,
							<lb/>αἱ δ’ ἵπποι περιλείχουσαι καὶ καθαίρουσαι ἀποτρώγουσιν <lb/>αὐτό· τὰ δ’
							ἐπιμυθευόμενα πέπλασται μᾶλλον ὑπὸ γυναικῶν <lb/>καὶ τῶν περὶ τὰς ἐπῳδάς.
							Ὁμολογουμένως δὲ καὶ τὸ <lb/>καλούμενον πώλιον αἱ ἵπποι προεκβάλλουσι πρὸ τοῦ πώλου.
							<lb/>Γινώσκουσι δ’ οἱ ἵπποι καὶ τὴν φωνὴν ἀκούοντες τῶν <lb/>ἵππων, οἷς ἂν μαχεσάμενοι
							τύχωσιν. Χαίρουσι δ’ οἱ ἵπποι <lb/>τοῖς λειμῶσι καὶ τοῖς ἕλεσιν· καὶ γὰρ τῶν ὑδάτων τὰ
							θολερὰ <pb n="297"/> πίνουσι, κἂν ᾖ καθαρά, ἀνατρέπουσιν αὐτὰ οι ἵπποι ταῖς
							<lb/>ὁπλαῖς, εἶτα πιοῦσαι λούονται. Καὶ γὰρ ὅλως ἐστὶ φιλόλουτρον <lb/>τὸ ζῷον καὶ
							φίλυδρον· διὸ καὶ ἡ τοῦ ποταμίου <lb/>ἵππου φύσις οὕτω συνέστηκεν. Ὁ δὲ βοῦς
							τοὐναντίον τοῦ <lb/>ἵππου· ἂν γὰρ μὴ καθαρὸν ᾖ τὸ ὕδωρ καὶ ψυχρὸν καὶ ἀκέραιον,
							<lb/>οὐκ ἐθέλει πιεῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="25">
						<p>Οἱ δ’ ὄνοι νοσοῦσι μάλιστα νόσον μίαν, ἣν καλοῦσι μηλίδα. <lb/>Γίνεται δὲ περὶ τὴν
							κεφαλὴν πρῶτον, καὶ ῥεῖ φλέγμα <lb/>κατὰ τοὺς μυκτῆρας παχὺ καὶ πυρρόν· ἐὰν δὲ πρὸς
							<lb/>τὸν πλεύμονα καταβῇ, ἀποκτείνει· τὰ δὲ περὶ τὴν κεφαλὴν <lb/>πρῶτον οὐ θανάσιμα.
							Δυσριγότατον δ’ ἐστὶ τῶν <lb/>τοιούτων ζῴων· διὸ καὶ περὶ τὸν Πόντον καὶ τὴν Σκυθικὴν
							<lb/>οὐ γίνονται ὄνοι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="26">
						<p>Οἱ δ’ ἐλέφαντες κάμνουσι τοῖς φυσώδεσι νοσήμασιν· διὸ <lb/>οὔτε τὸ ὑγρὸν περίττωμα
							προΐεσθαι δύνανται οὔτε τὸ τῆς <lb/>κοιλίας. Καὶ ἐὰν γῆν ἐσθίῃ, μαλακίζεται, ἐὰν μὴ
							συνεχῶς· <lb/>εἰ δὲ συνεχῶς, οὐδὲν βλάπτεται. Καταπίνει δὲ καὶ <lb/>λίθους ἐνίοτε.
							Ἁλίσκεται δὲ καὶ διαρροίᾳ· ὅταν δ’ ἁλῷ, ἰατρεύουσιν <lb/>ὕδωρ θερμὸν διδόντες πίνειν,
							καὶ τὸν χόρτον εἰς <lb/>μέλι βάπτοντες διδόασιν ἐσθίειν, καὶ ἵστησιν ἑκάτερον τούτων.
							<lb/>Ὅταν δὲ κοπιάσωσι διὰ τὸ μὴ κοιμηθῆναι, ἁλὶ τριβόμενοι <lb/>καὶ ἐλαίῳ καὶ ὕδατι
							θερμῷ τοὺς ὤμους ὑγιάζονται. <lb/>Καὶ ὅταν τοὺς ὤμους ἀλγῇ, ὕεια κρέα ὀπτήσαντες
							προστιθέασι, <lb/>καὶ βοηθεῖ αὐτοῖς. Ἔλαιον δ’ οἱ μὲν πίνουσιν οἱ δ’ οὒ <lb/>τῶν
							ἐλεφάντων· κἂν τύχῃ σιδήριόν τι ἐν τῷ σώματι ἐνόν, <pb n="298"/> τὸ ἔλαιον ἐκβάλλει,
							ὅταν πίωσιν, ὡς φασί· τοῖς δὲ μὴ <lb/>πίνουσι ῥίζαν ἑψήσαντες ἐν ἐλαίῳ διδόασιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="27">
						<p>Περὶ μὲν οὖν τῶν τετραπόδων ζῴων τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, <lb/>τῶν δ’ ἐντόμων τὰ
							πλεῖστα εὐθηνεῖ ἐν ᾗπερ ὥρᾳ καὶ <lb/>γίνεται, ὅταν τοιοῦτον ᾖ τὸ ἔτος οἷον τὸ ἔαρ,
							ὑγρὸν καὶ <lb/>ἀλεεινόν. Ταῖς δὲ μελίτταις ἐγγίνεται ἐν τοῖς σμήνεσι θηρία <lb/>ἃ
							λυμαίνεται τὰ κηρία, τό τε σκωλήκιον τὸ ἀραχνιοῦν <lb/>καὶ λυμαινόμενον τὰ κηρία
							(καλεῖται δὲ κλῆρος, οἱ δὲ πυραύστην <lb/>καλοῦσιν· ὃς ἐντίκτει ἐν τῷ κηρίῳ ὅμοιον
							ἑαυτῷ <lb/>οἷον ἀράχνιον, καὶ νοσεῖν ποιεῖ τὸ σμῆνος), καὶ ἄλλο θηρίον, <lb/>οἷον ὁ
							ἡπίολος ὁ περὶ τὸν λύχνον πετόμενος· οὗτος ἐντίκτει <lb/>τι χνοῦ ἀνάπλεων, καὶ οὐ
							κεντεῖται ὑπὸ τῶν μελιττῶν, <lb/>ἀλλὰ μόνον φεύγει καπνιζόμενος. Ἐγγίνονται δὲ
							<lb/>καὶ κάμπαι ἐν τοῖς σμήνεσιν, ἃς καλοῦσι τερηδόνας· ἃς οὐκ <lb/>ἀμύνονται αἱ
							μέλιτται. Νοσοῦσι δὲ μάλιστα ὅταν ἐρυσιβώδη <lb/>τὰ ἄνθη ἡ ὕλη ἐνέγκῃ, καὶ ἐν τοῖς
							αὐχμηροῖς ἔτεσιν. <lb/>Πάντα δὲ τὰ ἔντομα ἀποθνήσκει ἐλαιούμενα· τάχιστα δ’, <lb/>ἄν
							τις τὴν κεφαλὴν ἀλείψας ἐν τῷ ἡλίῳ θῇ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="28">
						<p>Διαφέρει δὲ τὰ ζῷα καὶ κατὰ τοὺς τόπους· ὥσπερ γὰρ <lb/>ἔν τισιν ἔνια οὐ γίνεται
							παντάπασιν, οὕτως ἐν ἐνίοις τόποις <lb/>γίνεται μὲν ἐλάττω δὲ καὶ ὀλιγοβιώτερα, καὶ
							οὐκ εὐημερεῖ. <lb/>Καὶ ἐνίοτε ἐν τοῖς πάρεγγυς τόποις ἡ διαφορὰ γίνεται <lb/>τῶν
							τοιούτων, οἷον τῆς Μιλησίας ἐν τόποις γειτνιῶσιν ἀλλήλοις <pb n="299"/> ἔνθα μὲν
							γίνονται τέττιγες ἔνθα δ’ οὐ γίγνονται, καὶ <lb/>ἐν Κεφαληνίᾳ ποταμὸς διείργει, οὗ ἐπὶ
							τάδε μὲν γίγνονται <lb/>τέττιγες, ἐπ’ ἐκεῖνα δ’ οὐ γίνονται. Ἐν δὲ Πορδοσελήνῃ
							<lb/>ὁδὸς διείργει, ἧς ἐπ’ ἐκεῖνα μὲν γαλῆ γίνεται, ἐπὶ θάτερα δ’ <lb/>οὐ γίνεται. Καὶ
							ἐν τῇ Βοιωτίᾳ ἀσπάλακες περὶ μὲν τὸν <lb/>Ὀρχομενὸν πολλοὶ γίγνονται, ἐν δὲ τῇ
							Λεβαδιακῇ γειτνιώσῃ <lb/>οὐκ εἰσίν, οὐδ’ ἄν τις κομίσῃ, ἐθέλουσιν ὀρύττειν. <lb/>Ἐν
							Ἰθάκῃ δ’ οἱ δασύποδες, ἐάν τις ἀφῇ κομίσας, οὐ δύνανται <lb/>ζῆν, ἀλλὰ φαίνονται
							τεθνεῶτες πρὸς τῇ θαλάττῃ ἐστραμμένοι, <lb/>ᾗπερ ἂν εἰσαχθῶσιν. Καὶ ἐν μὲν Σικελίᾳ
							ἱππομύρμηκες <lb/>οὐκ εἰσίν, ἐν δὲ Κυρήνῃ οἱ φωνοῦντες βάτραχοι <lb/>πρότερον οὐκ
							ἦσαν. Ἐν δὲ Λιβύῃ πάσῃ οὔτε σῦς <lb/>ἄγριός ἐστιν οὔτ’ ἔλαφος οὔτ’ αἲξ ἄγριος· ἐν δὲ
							τῇ Ἰνδικῇ, <lb/>ὡς φησὶ Κτησίας οὐκ ὢν ἀξιόπιστος, οὔτ’ ἄγριος οὔτε <lb/>ἥμερος ὗς, τὰ
							δ’ ἄναιμα καὶ τὰ φωλοῦντα πάντα μεγάλα. <lb/>Καὶ ἐν μὲν τῷ Πόντῳ οὔτε τὰ μαλάκια
							γίνεται οὔτε τὰ <lb/>ὀστρακόδερμα, εἰ μὴ ἔν τισι τόποις ὀλίγα· ἐν δὲ τῇ ἐρυθρᾷ
							<lb/>θαλάττῃ ὑπερμεγέθη τὰ ὀστρακόδερμα πάντα. Ἐν δὲ Συρίᾳ <lb/>τὰ πρόβατα τὰς οὐρὰς
							ἔχει τὸ πλάτος πήχεως, τὰ δ’ ὦτα αἱ <lb/>αἶγες σπιθαμῆς καὶ παλαιστῆς, καὶ ἔνιαι
							συμβάλλουσι κάτω <lb/>τὰ ὦτα πρὸς τὴν γῆν· καὶ οἱ βόες, ὥσπερ αἱ κάμηλοι, <lb/>χαίτας
							ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ἀκρωμίων. Καὶ ἐν Λυκίᾳ αἱ αἶγες <lb/>κείρονται, ὥσπερ τὰ πρόβατα παρὰ
							τοῖς ἄλλοις. Καὶ ἐν <pb n="300"/> μὲν Λιβύῃ εὐθὺς γίνεται κέρατα ἔχοντα τὰ κερατώδη
							<lb/>τῶν κριῶν, οὐ μόνον οἱ ἄρνες, ὥσπερ Ὅμηρός φησιν, <lb/>ἀλλὰ καὶ τἆλλα· ἐν δὲ τῷ
							Πόντῳ περὶ τὴν Σκυθικὴν τοὐναντίον· <lb/>ἀκέρατα γὰρ γίνονται. Καὶ ἐν Αἰγύπτῳ τὰ μὲν
							<lb/>ἄλλα μείζω ἢ ἐν τῇ Ἑλλάδι, καθάπερ οἱ βόες καὶ τὰ πρόβατα, <lb/>τὰ δ’ ἐλάττω,
							οἷον οἱ κύνες καὶ λύκοι καὶ λαγωοὶ <lb/>καὶ ἀλώπεκες καὶ κόρακες καὶ ἱέρακες, τὰ δὲ
							παραπλήσια, <lb/>οἷον κορῶναι καὶ αἶγες. Αἰτιῶνται δὲ τὰς τροφάς, ὅτι τοῖς <lb/>μὲν
							ἄφθονος τοῖς δὲ σπανία, οἷον τοῖς λύκοις καὶ τοῖς <lb/>ἱέραξι, τοῖς δὲ σαρκοφάγοις
							ὀλίγη· σπάνια γὰρ τὰ μικρὰ <lb/>ὄρνεα· τοῖς δὲ δασύποσι, καὶ ὅσα μὴ σαρκοφάγα, ὅτι
							οὔτ’ <lb/>ἀκρόδρυα οὔτ’ ὀπώρα χρόνιος. Πολλαχοῦ δὲ καὶ ἡ κρᾶσις <lb/>αἰτία, οἷον ἐν τῇ
							Ἰλλυρίδι καὶ τῇ Θρᾴκῃ καὶ τῇ Ἠπείρῳ <lb/>οἱ ὄνοι μικροί, ἐν δὲ τῇ Σκυθικῇ καὶ Κελτικῇ
							ὅλως οὐ <lb/>γίγνονται· δυσχείμερα γὰρ ταῦτα. Ἐν δ’ Ἀραβίᾳ σαῦραι <lb/>μείζους
							πηχυαίων γίνονται καὶ μύες πολὺ μείζους τῶν <lb/>ἀρουραίων, τὰ μὲν ἔμπροσθεν σκέλη
							ἔχοντες καὶ σπιθαμῆς, <lb/>τὰ δ’ ὀπίσθια ὅσον ἄχρι τῆς πρώτης καμπῆς τῶν δακτύλων.
							<lb/>Ἐν δὲ τῇ Λιβύῃ τὸ τῶν ὄφεων μέγεθος γίνεται ἄπλατον, <lb/>ὥσπερ καὶ λέγεται· ἤδη
							γάρ φασί τινες προσπλεύσαντες <lb/>ἰδεῖν ὀστᾶ βοῶν πολλῶν, ἃ δῆλον γενέσθαι αὐτοῖς
							<lb/>ὅτι ὑπ’ ὄφεων ἦν κατεδηδεσμένα· ἀναγομένων γὰρ ταχὺ <pb n="301"/> διώκειν τὰς
							τριήρεις αὐτούς, καὶ ἐνίους αὐτῶν ἐμβαλεῖν <lb/>ἀνατρέψαντας τὴν τριήρη. Ἔτι δὲ
							λέοντες μὲν ἐν τῇ <lb/>Εὐρώπῃ μᾶλλον, καὶ τῆς Εὐρώπης ἐν τῷ μεταξὺ τόπῳ τοῦ
							<lb/>Ἀχελῴου καὶ Νέσσου· παρδάλεις δ’ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἐν δὲ τῇ <lb/>Εὐρώπῃ οὐ γίγνονται.
							Ὅλως δὲ τὰ μὲν ἄγρια ἀγριώτερα <lb/>ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἀνδρειότερα δ’ ἐν τῇ Εὐρώπῃ πάντα,
							πολυμορφότατα <lb/>δ’ ἐν τῇ Λιβύῃ· καὶ λέγεται δέ τις παροιμία, <lb/>ὅτι “ἀεὶ Λιβύη
							φέρει τι καινόν.” Διὰ γὰρ τὴν ἀνομβρίαν <lb/>μίσγεσθαι δοκεῖ ἀπαντῶντα πρὸς τὰ ὑδάτια
							καὶ τὰ μὴ <lb/>ὁμόφυλα, καὶ ἐκφέρειν ὧν οἱ χρόνοι οἱ τῆς κυήσεως οἱ αὐτοὶ <lb/>καὶ τὰ
							μεγέθη μὴ πολὺ ἀπ’ ἀλλήλων· πρὸς ἄλληλα δὲ <lb/>πραΰνεται διὰ τὴν τοῦ ποτοῦ χρείαν.
							Καὶ γὰρ καὶ δέονται <lb/>τοῦ πίνειν τοὐναντίον τῶν ἄλλων τοῦ χειμῶνος μᾶλλον ἢ
							<lb/>τοῦ θέρους· διὰ γὰρ τὸ μὴ εἰωθέναι ὕδατα γίνεσθαι τοῦ θέρους <lb/>ἀσύνηθες αὐτοῖς
							τὸ πίνειν ἐστίν. Καὶ οἵ γε μύες ὅταν <lb/>πίωσιν, ἀποθνήσκουσιν. Γίνεται δὲ καὶ ἄλλα
							ἐκ μίξεως μὴ <lb/>ὁμοφύλων, ὥσπερ καὶ ἐν Κυρήνῃ οἱ λύκοι μίσγονται ταῖς <lb/>κυσὶ καὶ
							γεννῶσι, καὶ ἐξ ἀλώπεκος καὶ κυνὸς οἱ Λακωνικοί. <lb/>Φασὶ δὲ καὶ ἐκ τοῦ τίγριος καὶ
							κυνὸς γίνεσθαι <lb/>τοὺς Ἰνδικούς, οὐκ εὐθὺς δὲ ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τρίτης μίξεως· <lb/>τὸ
							γὰρ πρῶτον γεννηθὲν θηριῶδες γίνεσθαί φασιν. Ἄγοντες <lb/>δὲ δεσμεύουσιν εἰς τὰς
							ἐρημίας τὰς κύνας· καὶ πολλαὶ <lb/>κατεσθίονται, ἐὰν μὴ τύχῃ ὀργῶν πρὸς τὴν ὀχείαν τὸ
							<lb/>θηρίον. </p>
					</div>
					<pb n="302"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="29">
						<p>Ποιοῦσι δ’ οἱ τόποι διαφέροντα καὶ τὰ ἤθη, οἷον οἱ <lb/>ὀρεινοὶ καὶ τραχεῖς τῶν ἐν
							τοῖς πεδινοῖς καὶ μαλακοῖς· καὶ <lb/>γὰρ τὰς ὄψεις ἀγριώτερα καὶ ἀλκιμώτερα, καθάπερ
							καὶ <lb/>οἱ ἐν τῷ Ἄθῳ ὕες· τούτων γὰρ οὐδὲ τὰς θηλείας ὑπομένουσι <lb/>τῶν κάτω οἱ
							ἄρρενες. Καὶ πρὸς τὰ δήγματα δὲ τῶν <lb/>θηρίων μεγάλην ἔχουσιν αἱ χῶραι διαφοράν,
							οἷον περὶ μὲν <lb/>Φάρον καὶ ἄλλους τόπους οἱ σκορπίοι οὐ χαλεποί, ἐν ἄλλοις <lb/>δὲ
							τόποις καὶ ἐν τῇ Καρίᾳ πολλοὶ καὶ μεγάλοι καὶ χαλεποὶ <lb/>γίγνονται, κἄν τινα
							πατάξωσιν ἄνθρωπον ἢ θηρίον, <lb/>ἀποκτείνουσι, καὶ τὰς ὗς, αἳ ἥκιστα αἰσθάνονται τῶν
							ἄλλων <lb/>δηγμάτων, καὶ τούτων τὰς μελαίνας μᾶλλον ἀποκτείνουσιν· <lb/>τάχιστα δ’
							ἀπόλλυνται αἱ ὕες πληγεῖσαι, ἐὰν εἰς ὕδωρ <lb/>ἔλθωσιν. Τά τε τῶν ὄφεων δήγματα πολὺ
							διαφέρουσιν. <lb/>Ἥ τε γὰρ ἀσπὶς ἐν Λιβύῃ γίνεται, ἐξ οὖ ὄφεως ποιοῦσι <lb/>τὸ
							σηπτικόν, καὶ ἄλλως ἀνιάτως. Γίνεται δὲ καὶ ἐν τῷ <lb/>σιλφίῳ τι ὀφείδιον, οὗ καὶ
							λέγεται ἄκος εἶναι λίθος τις, <lb/>ὃν λαμβάνουσιν ἀπὸ τάφου βασιλέως τῶν ἀρχαίων καὶ
							ἐν <lb/>οἴνῳ ἀποβάψαντες πίνουσιν. Τῆς δ’ Ἰταλίας ἔν τισι τόποις <lb/>καὶ τὰ τῶν
							ἀσκαλαβωτῶν δήγματα θανάσιμά ἐστιν. <lb/>Πάντων δὲ χαλεπώτερά ἐστι τὰ δήγματα τῶν
							ἰοβόλων, <lb/>ἐὰν τύχῃ ἀλλήλων ἐδηδοκότα, οἷον σκορπίον ἔχις. Ἔστι <lb/>δὲ τοῖς
							πλείστοις αὐτῶν πολέμιον τὸ τοῦ ἀνθρώπου πτύελον. <lb/>Ἔστι δέ τι ὀφείδιον μικρόν, ὃ
							καλοῦσί τινες ἱερόν, <lb/>ὃ οἱ πάνυ μεγάλοι ὄφεις φεύγουσιν· γίνεται δὲ τὸ μέγιστον
							<lb/>πηχυαῖον, καὶ δασὺ ἰδεῖν· ὅ τι δ’ ἂν δάκῃ, εὐθὺς σήπεται <lb/>τὸ κύκλῳ. Ἔστι δὲ
							καὶ ἐν τῇ Ἰνδικῇ ὀφείδιόν τι, οὗ <lb/>μόνου φάρμακον οὐκ ἔχουσιν. </p>
					</div>
					<pb n="303"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="30">
						<p>Διαφέρει δὲ τὰ ζῷα τῷ εὐημερεῖν ἢ τοὐναντίον καὶ περὶ <lb/>τὰς κυήσεις. Τὰ μὲν γὰρ
							ὀστρακόδερμα, οἷον κτένες καὶ <lb/>ἅπαντα τὰ ὀστρεώδη καὶ τὰ μαλακόστρακα, ἄριστά
							ἐστιν <lb/>ὅταν κύῃ, οἷον τὰ καραβώδη. Λέγεται δὲ κύησις καὶ <lb/>τῶν ὀστρακοδέρμων·
							τὰ μὲν γὰρ μαλακόστρακα καὶ ὀχευόμενα <lb/>ὁρᾶται καὶ ἀποτίκτοντα, ἐκείνων δ’ οὐθέν.
							Καὶ τὰ <lb/>μαλάκια δὲ κύοντα ἄριστα, οἷον τευθίδες τε καὶ σηπίαι καὶ <lb/>πολύποδες.
							Οἱ δ’ ἰχθῦς ἀρχόμενοι μὲν κυΐσκεσθαι σχεδὸν <lb/>ἀγαθοὶ πάντες, προϊούσης δὲ τῆς
							κυήσεως οἱ μὲν οἱ δ’ οὔ. <lb/>Κύουσα μὲν οὖν ἀγαθὴ μαινίς· μορφὴ δὲ τῆς θηλείας
							<lb/>στρογγυλωτέρα, ὁ δ’ ἄρρην μακρότερος καὶ πλατύτερος· <lb/>συμβαίνει δ’ ἀρχομένης
							κυΐσκεσθαι τῆς θηλείας τοὺς ἄρρενας <lb/>μέλαν τὸ χρῶμα ἴσχειν καὶ ποικιλώτερον, καὶ
							φαγεῖν χειρίστους <lb/>εἶναι· καλοῦνται δ’ ὑπ’ ἐνίων τράγοι περὶ τοῦτον <lb/>τὸν
							χρόνον. Μεταβάλλουσι δὲ καὶ οὓς καλοῦσι κοττύφους <lb/>καὶ κίχλας καὶ ἡ καρὶς τὸ χρῶμα
							κατὰ τὰς ὥρας, <lb/>ὥσπερ ἔνια τῶν ὀρνέων· τοῦ μὲν γὰρ ἔαρος μέλανες γίνονται,
							<lb/>εἶτα ἐκ τοῦ ἔαρος λευκοὶ πάλιν. Μεταβάλλει δὲ καὶ ἡ <lb/>φυκὶς τὴν χρόαν· τὸν μὲν
							γὰρ ἄλλον χρόνον λευκή ἐστι, <lb/>τοῦ δ’ ἔαρος ποικίλη· μόνη δ’ αὕτη τῶν θαλαττίων
							ἰχθύων <lb/>στιβαδοποιεῖται, ὡς φασί, καὶ τίκτει ἐν τῇ στιβάδι. <lb/>Μεταβάλλει δὲ καὶ
							ἡ μαινίς, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ἡ σμαρίς, <lb/>καὶ ἐκ λευκοτέρων πάλιν ἐν τῷ θέρει
							καθίστανται καὶ γίνονται <lb/>μέλανες· μάλιστα δ’ ἐπίδηλός ἐστι περὶ τὰ πτερύγια
							<lb/>καὶ τὰ βράγχια. Καὶ κορακῖνος δ’ ἄριστός ἐστι κύων, <lb/>ὥσπερ καὶ ἡ μαινίς.
							Κεστρεὺς δὲ καὶ λάβραξ καὶ οἱ λοιποὶ <lb/>πλωτοὶ φαῦλοι κύοντες σχεδὸν πάντες. Ὅμοιοι
							δὲ <pb n="304"/> κύοντες καὶ μὴ ὀλίγοι, οἷον γλαῦκος. Φαῦλοι δὲ καὶ οἱ <lb/>γέροντες
							τῶν ἰχθύων, καὶ οἵ γε θύννοι καὶ εἰς ταριχείας <lb/>φαῦλοι οἱ γέροντες· πολὺ γὰρ
							συντήκεται τῆς σαρκός. <lb/>Τὸ δ’ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων συμβαίνει ἰχθύων. Δῆλοι
							<lb/>δ’ οἱ γέροντες αὐτῶν τῷ μεγέθει τῶν λεπίδων καὶ τῇ <lb/>σκληρότητι. Ἤδη δ’ ἐλήφθη
							γέρων θύννος οὗ σταθμὸς μὲν <lb/>ἦν τάλαντα πεντεκαίδεκα, τοῦ δ’ οὐραίου τὸ διάστημα
							πέντε <lb/>πήχεων ἦν καὶ σπιθαμῆς. Οἱ δὲ ποτάμιοι καὶ οἱ λιμναῖοι <lb/>ἄριστοι
							γίνονται μετὰ τὴν ἄφεσιν τοῦ κυήματος καὶ τοῦ <lb/>θοροῦ, ὅταν ἀνατραφῶσιν· κύοντες δ’
							ἔνιοι μὲν ἀγαθοί, <lb/>οἷον σαπερδίς, ἔνιοι δὲ φαῦλοι, οἷον γλάνις. Οἱ μὲν οὖν
							<lb/>ἄλλοι πάντες ἀμείνους οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν, γλάνις δ’ <lb/>ὁ θῆλυς τοῦ ἄρρενος
							ἀμείνων. Καὶ ἐν ταῖς ἐγχέλυσι δέ, <lb/>ἃς καλοῦσι θηλείας, ἀμείνους εἰσίν· οὐκ οὔσας
							δὲ θηλείας <lb/>καλοῦσιν, ἀλλὰ τῇ ὄψει διαφόρους. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="9">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Ι.</head>
						<p>Τὰ δ’ ἤθη τῶν ζῴων ἐστὶ τῶν μὲν ἀμαυροτέρων καὶ <lb/>βραχυβιωτέρων ἧττον ἡμῖν ἔνδηλα
							κατὰ τὴν αἴσθησιν, τῶν <lb/>δὲ μακροβιωτέρων ἐνδηλότερα. Φαίνονται γὰρ ἔχοντά
							<lb/>τινα δύναμιν περὶ ἕκαστον τῶν τῆς ψυχῆς παθημάτων <lb/>φυσικήν, περί τε φρόνησιν
							καὶ εὐήθειαν καὶ ἀνδρίαν καὶ <lb/>δειλίαν, περί τε πραότητα καὶ χαλεπότητα καὶ τὰς
							ἄλλας <lb/>τὰς τοιαύτας ἕξεις. Ἔνια δὲ κοινωνεῖ τινὸς ἅμα καὶ μαθήσεως <lb/>καὶ
							διδασκαλίας, τὰ μὲν παρ’ ἀλλήλων, τὰ δὲ καὶ <lb/>παρὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅσαπερ ἀκοῆς
							μετέχει, μὴ μόνον ὅσα <lb/>τῶν ψόφων, ἀλλ’ ὅσα καὶ τῶν σημείων διαισθάνεται τὰς <pb n="305"/> διαφοράς. Ἐν πᾶσι δ’ ὅσοις ἐστὶ γένεσι τὸ θῆλυ καὶ τὸ <lb/>ἄρρεν, σχεδὸν ἡ
							φύσις ὁμοίως διέστησε τὸ ἦθος τῶν θηλειῶν <lb/>πρὸς τὸ τῶν ἀρρένων. Μάλιστα δὲ φανερὸν
							ἐπί τε τῶν <lb/>ἀνθρώπων καὶ τῶν μέγεθος ἐχόντων καὶ τῶν ζῳοτόκων <lb/>τετραπόδων·
							μαλακώτερον γὰρ τὸ ἦθός ἐστι τὸ τῶν <lb/>θηλειῶν, καὶ τιθασσεύεται θᾶττον, καὶ
							προσίεται τὰς χεῖρας <lb/>μᾶλλον, καὶ μαθητικώτερον, οἷον καὶ αἱ Λάκαιναι κύνες αἱ
							<lb/>θήλειαι εὐφυέστεραι τῶν ἀρρένων εἰσίν. Τὸ δ’ ἐν τῇ Μολοττίᾳ <lb/>γένος τῶν κυνῶν
							τὸ μὲν θηρευτικὸν οὐδὲν διαφέρει <lb/>πρὸς τὸ παρὰ τοῖς ἄλλοις, τὸ δ’ ἀκόλουθον τοῖς
							προβάτοις <lb/>τῷ μεγέθει καὶ τῇ ἀνδρίᾳ τῇ πρὸς τὰ θηρία. Διαφέρουσι <lb/>δ’ οἱ ἐξ
							ἀμφοῖν ἀνδρίᾳ καὶ φιλοπονίᾳ, οἵ τε ἐκ τῶν ἐν τῇ <lb/>Μολοττίᾳ γιγνομένων κυνῶν καὶ ἐκ
							τῶν Λακωνικῶν. Ἀθυμότερα <lb/>δὲ τὰ θήλεα πάντα τῶν ἀρρένων πλὴν ἄρκτου καὶ
							<lb/>παρδάλεως· τούτων δ’ ἡ θήλεια δοκεῖ εἶναι ἀνδρειοτέρα. <lb/>Ἐν δὲ τοῖς ἄλλοις
							γένεσι τὰ θήλεα μαλακώτερα καὶ κακουργότερα <lb/>καὶ ἧττον ἁπλᾶ καὶ προπετέστερα καὶ
							περὶ τὴν <lb/>τῶν τέκνων τροφὴν φροντιστικώτερα, τὰ δ’ ἄρρενα ἐναντίως
							<lb/>θυμωδέστερα καὶ ἀγριώτερα καὶ ἁπλούστερα καὶ ἧττον <lb/>ἐπίβουλα. Τούτων δ’ ἴχνη
							μὲν τῶν ἠθῶν ἐστὶν ἐν πᾶσιν <lb/>ὡς εἰπεῖν, μᾶλλον δὲ φανερώτερα ἐν τοῖς ἔχουσι μᾶλλον
							<lb/>ἦθος καὶ μάλιστα ἐν ἀνθρώπῳ· τοῦτο γὰρ ἔχει τὴν φύσιν <lb/>ἀποτετελεσμένην, ὥστε
							καὶ ταύτας τὰς ἕξεις εἶναι φανερωτέρας <lb/>ἐν αὐτοῖς. Διόπερ γυνὴ ἀνδρὸς
							ἐλεημονέστερον καὶ <lb/>ἀρίδακρυ μᾶλλον, ἔτι δὲ φθονερώτερον καὶ μεμψιμοιρότερον,
							<lb/>καὶ φιλολοίδορον τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος καὶ δύσελπι, <lb/>καὶ ἀναιδέστερον καὶ
							ψευδέστερον, εὐαπαητότερον δὲ καὶ <pb n="306"/> μνημονικώτερον, ἔτι δὲ ἀγρυπνότερον
							καὶ ὀκνηρότερον καὶ <lb/>ὅλως ἀκινητότερον τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος, καὶ τροφῆς ἐλάττονός
							<lb/>ἐστιν. Βοηθητικώτερον δέ, ὥσπερ ἐλέχθη, καὶ ἀνδρειότερον <lb/>τὸ ἄρρεν τοῦ θήλεός
							ἐστιν, ἐπεὶ καὶ ἐν τοῖς <lb/>μαλακίοις, ὅταν τῷ τριώδοντι πληγῇ ἡ σηπία, ὁ μὲν
							<lb/>ἄρρην βοηθεῖ τῇ θηλείᾳ, ἡ δὲ θήλεια φεύγει τοῦ ἄρρενος <lb/>πληγέντος.</p>
						<p>Πόλεμος μὲν οὖν πρὸς ἄλληλα τοῖς ζῴοις ἐστίν, ὅσα <lb/>τοὺς αὐτούς τε κατέχει τόπους
							καὶ ἀπὸ τῶν αὐτῶν ποιεῖται <lb/>τὴν ζωήν· ἐὰν γὰρ ᾖ σπάνιος ἡ τροφή, καὶ πρὸς ἄλληλα
							<lb/>τὰ ὁμόφυλα μάχεται, ἐπεὶ καὶ τὰς φώκας φασὶ πολεμεῖν <lb/>τὰς περὶ τὸν αὐτὸν
							τόπον, καὶ ἄρρενι ἄρρενα καὶ θηλείᾳ <lb/>θήλειαν, ἕως ἂν ἀποκτείνῃ ἢ ἐκβληθῇ θάτερον
							ὑπὸ θατέρου· <lb/>καὶ τὰ σκυμνία ὡσαύτως πάντα. Ἔτι δὲ τοῖς ὠμοφάγοις <lb/>ἅπαντα
							πολεμεῖ, καὶ ταῦτα τοῖς ἄλλοις· ἀπὸ γὰρ <lb/>τῶν ζῴων ἡ τροφὴ αὐτοῖς· ὅθεν καὶ τὰς
							διεδρίας καὶ τὰς <lb/>συνεδρίας οἱ μάντεις λαμβάνουσι, δίεδρα μὲν τὰ πολέμια
							<lb/>τιθέντες, σύνεδρα δὲ τὰ εἰρηνοῦντα πρὸς ἄλληλα. Κινδυνεύει <lb/>δέ, εἰ ἀφθονία
							τροφῆς εἴη, πρός τε τοὺς ἀνθρώπους <lb/>ἂν ἔχειν τιθασσῶς τὰ νῦν φοβούμενα αὐτῶν καὶ
							ἀγριαίνοντα, <lb/>καὶ πρὸς ἄλληλα τὸν αὐτὸν τρόπον. Δῆλον δὲ ποιεῖ <lb/>τοῦτο ἡ περὶ
							Αἴγυπτον ἐπιμέλεια τῶν ζῴων· διὰ γὰρ τὸ <lb/>τροφὴν ὑπάρχειν καὶ μὴ ἀπορεῖν μετ’
							ἀλλήλων ζῶσι καὶ <lb/>αὐτὰ τὰ ἀγριώτατα· διὰ τὰς ὠφελείας γὰρ ἡμεροῦται, <lb/>οἷον
							ἐνιαχοῦ τὸ τῶν κροκοδείλων γένος πρὸς τὸν ἱερέα διὰ <lb/>τὴν ἐπιμέλειαν τὴν τῆς
							τροφῆς. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτ’ ἔστιν <lb/>ἰδεῖν καὶ περὶ τὰς ἄλλας χώρας γινόμενον, καὶ κατὰ
							μόρια <lb/>τούτων. Ἔστι δ’ ἀετὸς καὶ δράκων πολέμια· τροφὴν γὰρ <lb/>ποιεῖται τοὺς
							ὄφεις ὁ ἀετός. Καὶ ἰχνεύμων καὶ φάλαγξ· <lb/>θηρεύει γὰρ τοὺς φάλαγγας ὁ ἰχνεύμων. Τῶν
							δ’ ὀρνίθων <pb n="307"/> ποικιλίδες καὶ κορυδῶνες καὶ πίπρα καὶ χλωρεύς· τὰ γὰρ
							<lb/>ᾠὰ κατεσθίουσιν ἀλλήλων. Καὶ κορώνη καὶ γλαύξ· ἡ μὲν <lb/>γὰρ τῆς μεσημβρίας, διὰ
							τὸ μὴ ὀξὺ βλέπειν τὴν γλαῦκα τῆς <lb/>ἡμέρας, κατεσθίει ὑφαρπάζουσα αὐτῆς τὰ ᾠά, ἡ δὲ
							γλαὺξ <lb/>τῆς νυκτὸς τὰ τῆς κορώνης, καὶ κρείττων ἡ μὲν τῆς ἡμέρας ἡ <lb/>δὲ τῆς
							νυκτός ἐστιν. Καὶ γλαὺξ δὲ καὶ ὄρχιλος πολέμια· <lb/>τὰ γὰρ ᾠὰ κατεσθίει καὶ οὗτος τῆς
							γλαυκός. Τῆς δὲ ἡμέρας <lb/>καὶ τὰ ἄλλα ὀρνίθια τὴν γλαῦκα περιπέταται, ὃ καλεῖται
							<lb/>θαυμάζειν, καὶ προσπετόμενα τίλλουσιν· διὸ οἱ ὀρνιθοθῆραι <lb/>θηρεύουσιν αὐτῇ
							παντοδαπὰ ὀρνίθια. Πολέμιος δὲ <lb/>καὶ ὁ πρέσβυς καλούμενος καὶ γαλῆ καὶ κορώνη· τὰ
							γὰρ ᾠὰ <lb/>καὶ τοὺς νεοττοὺς κατεσθίουσιν αὐτῆς. Καὶ τρυγὼν καὶ <lb/>πυραλλίς· τόπος
							γὰρ τῆς νομῆς καὶ βίος ὁ αὐτός. Καὶ <lb/>κελεὸς καὶ λιβυός. Ἰκτῖνος δὲ καὶ κόραξ·
							ὑφαιρεῖται γὰρ <lb/>τοῦ κόρακος ὁ ἰκτῖνος ὅ τι ἂν ἔχῃ διὰ τὸ κρείττων εἶναι <lb/>τοῖς
							ὄνυξι καὶ τῇ πτήσει, ὥστε ἡ τροφὴ ποιεῖ πολεμίους <lb/>καὶ τούτους. Ἔτι οἱ ἀπὸ τῆς
							θαλάττης ζῶντες ἀλλήλοις, <lb/>οἷον βρένθος καὶ λάρος καὶ ἅρπη. Τριόρχης δὲ καὶ φρῦνος
							<lb/>καὶ ὄφις· κατεσθίει γὰρ ὁ τριόρχης αὐτούς. Τρυγὼν δὲ καὶ <lb/>χλωρεύς· ἀποκτείνει
							γὰρ τὴν τρυγόνα ὁ χλωρεύς, καὶ ἡ κορώνη <lb/>τὸν καλούμενον τύπανον. Τὸν δὲ κάλαριν ὁ
							αἰγωλιὸς καὶ <lb/>οἱ ἄλλοι γαμψώνυχες κατεσθίουσιν· ὅθεν ὁ πόλεμος αὐτοῖς.
							<lb/>Πόλεμος δὲ καὶ ἀσκαλαβώτῃ καὶ ἀράχνῃ· κατεσθίει γὰρ <lb/>τοὺς ἀράχνας ὁ
							ἀσκαλαβώτης. Πίπῳ δὲ καὶ ἐρωδιῷ· <lb/>τὰ γὰρ ᾠὰ κατεσθίει καὶ τοὺς νεοττοὺς τοῦ
							ἐρωδιοῦ. Αἰγίθῳ <lb/>δὲ καὶ ὄνῳ πόλεμος διὰ τὸ παριόντα τὸν ὄνον κνήθεσθαι <lb/>εἰς
							τὰς ἀκάνθας τὰ ἕλκη· διά τε οὖν τοῦτο, κἂν <lb/>ὀγκήσηται, ἐκβάλλει τὰ ᾠὰ καὶ τοὺς
							νεοττούς· φοβούμενοι <pb n="308"/> γὰρ ἐκπίπτουσιν· ὁ δὲ διὰ τὴν βλάβην ταύτην
							κολάπτει <lb/>ἐπιπετόμενος τὰ ἕλκη αὐτοῦ. Λύκος δ’ ὄνῳ καὶ ταύρῳ καὶ <lb/>ἀλώπεκι
							πολέμιος· ὠμοφάγος γὰρ ὢν ἐπιτίθεται τοῖς βουσὶ <lb/>καὶ τοῖς ὄνοις καὶ τῇ ἀλώπεκι.
							Καὶ ἀλώπηξ δὲ καὶ κίρκος <lb/>διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν· γαμψώνυχος γὰρ ὢν καὶ ὠμοφάγος
							<lb/>ἐπιτίθεται καὶ ἕλκη ποιεῖ κόπτων. Καὶ κόραξ ταύρῳ καὶ <lb/>ὄνῳ πολέμιος διὰ τὸ
							τύπτειν ἐπιπετόμενος αὐτοὺς καὶ τὰ <lb/>ὄμματα κολάπτειν αὐτῶν. Πολεμεῖ δὲ καὶ ἀετὸς
							καὶ <lb/>ἐρωδιός· γαμψώνυχος γὰρ ὢν ὁ ἀετὸς ἐπιτίθεται, ὁ δ’ <lb/>ἀποθνήσκει
							ἀμυνόμενος. Καὶ αἰσάλων δ’ αἰγυπιῷ πολέμιος, <lb/>καὶ κρὲξ ἐλεῷ καὶ κοττύφῳ καὶ
							χλωρίωνι, ὃν ἔνιοι <lb/>μυθολογοῦσι γενέσθαι ἐκ πυρκαϊᾶς· καὶ γὰρ αὐτοὺς βλάπτει
							<lb/>καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν. Καὶ σίττη καὶ τροχίλος ἀετῷ <lb/>πολέμια· ἡ γὰρ σίττη
							καταγνύει τὰ ᾠὰ τοῦ ἀετοῦ, ὁ δ’ <lb/>ἀετὸς καὶ διὰ τοῦτο καὶ διὰ τὸ ὠμοφάγος εἶναι
							πολέμιός <lb/>ἐστι πᾶσιν. Ἄνθος δ’ ἵππῳ πολέμιος· ἐξελαύνει γὰρ ὁ <lb/>ἵππος ἐκ τῆς
							νομῆς· πόαν γὰρ νέμεται ὁ ἄνθος, ἐπάργεμος <lb/>δ’ ἐστὶ καὶ οὐκ ὀξυωπός· μιμεῖται γὰρ
							τοῦ ἵππου τὴν φωνήν, <lb/>καὶ φοβεῖ ἐπιπετόμενος καὶ ἐξελαύνει, ὅταν δὲ λάβῃ,
							<lb/>κτείνει αὐτόν. Οἰκεῖ δ’ ὁ ἄνθος παρὰ ποταμὸν καὶ ἕλη, <lb/>χρόαν δ’ ἔχει καλὴν
							καὶ εὐβίοτος. Κωλωτῇ δ’ ὄνος <lb/>πολέμιος· κοιμᾶται γὰρ ἐν τῇ φάτνῃ αὐτοῦ, καὶ κωλύει
							ἐσθίειν <lb/>εἰς τοὺς μυκτῆρας ἐνδυόμενος. Τῶν δ’ ἐρωδιῶν ἐστὶ τρία <lb/>γένη, ὅ τε
							πέλλος καὶ ὁ λευκὸς καὶ ὁ ἀστερίας καλούμενος. <lb/>Τούτων ὁ πέλλος χαλεπῶς εὐνάζεται
							καὶ ὀχεύει· κράζει τε <lb/>γὰρ καὶ αἷμα, ὡς φασίν, ἀφίησιν ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν ὀχεύων,
							<lb/>καὶ τίκτει φαύλως καὶ ὀδυνηρῶς. Πολεμεῖ δὲ τοῖς βλάπτουσιν, <pb n="309"/> ἀετῷ
							(ἁρπάζει γὰρ αὐτόν) καὶ ἀλώπεκι (φθείρει γὰρ <lb/>αὐτὸν τῆς νυκτός) καὶ κορύδῳ (τὰ γὰρ
							ᾠὰ αὐτοῦ κλέπτει). <lb/>Ὄφις δὲ γαλῇ καὶ ὑῒ πολέμιον, τῇ μὲν γαλῇ, κατ’ οἰκίαν
							<lb/>ὅταν ὦσιν ἀμφότερα· ἀπὸ γὰρ τῶν αὐτῶν ζῶσιν· ἡ δ’ ὗς <lb/>ἐσθίει τοὺς ὄφεις. Καὶ
							αἰσάλων ἀλώπεκι πολέμιος· τύπτει <lb/>γὰρ καὶ τίλλει αὐτήν, καὶ τὰ τέκνα ἀποκτείνει·
							γαμψώνυχος <lb/>γάρ ἐστιν. Κόραξ δὲ καὶ ἀλώπηξ ἀλλήλοις φίλοι· πολεμεῖ <lb/>γὰρ τῷ
							αἰσάλωνι ὁ κόραξ· διὸ βοηθεῖ τυπτομένῃ αὐτῇ. <lb/>Καὶ αἰγυπιὸς δὲ καὶ αἰσάλων πολέμιοι
							σφίσιν αὐτοῖς· <lb/>ἀμφότεροι γὰρ γαμψώνυχοι. Μάχεται δὲ καὶ ἀετῷ αἰγυπιὸς <lb/>καὶ
							κύκνος· κρατεῖ δ’ ὁ κύκνος πολλάκις· εἰσὶ δ’ οἱ <lb/>κύκνοι καὶ ἀλληλοφάγοι μάλιστα
							τῶν ὀρνέων. Ἔστι δὲ <lb/>τῶν θηρίων τὰ μὲν ἀεὶ πολέμια ἀλλήλοις, τὰ δ’ ὥσπερ ἄνθρωποι,
							<lb/>ὅταν τύχωσιν. Ὄνος δὲ καὶ ἀκανθίδες πολέμιοι· <lb/>αἱ μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν ἀκανθῶν
							βιοτεύουσιν, ὁ δ’ ἁπαλὰς οὔσας <lb/>κατεσθίει τὰς ἀκάνθας. Καὶ ἄνθος καὶ ἀκανθὶς καὶ
							<lb/>αἴγιθος· λέγεται δ’ ὅτι αἰγίθου καὶ ἄνθου αἷμα οὐ συμμίγνυται <lb/>ἀλλήλοις.
							Κορώνη δὲ καὶ ἐρωδιὸς φίλοι, καὶ <lb/>σχοινίων καὶ κόρυδος, καὶ λαεδὸς καὶ κελεός· ὁ
							μὲν γὰρ <lb/>κελεὸς παρὰ ποταμὸν οἰκεῖ καὶ λόχμας, ὁ δὲ λαεδὸς πέτρας <lb/>καὶ ὄρη,
							καὶ φιλοχωρεῖ οὗ ἂν οἰκῇ. Καὶ πίφιγξ καὶ ἅρπη <lb/>καὶ ἰκτῖνος φίλοι, καὶ ἀλώπηξ καὶ
							ὄφις (ἄμφω γὰρ τρωγλοδύται), <lb/>καὶ κόττυφος καὶ τρυγών. Πολέμιοι δὲ καὶ ὁ <lb/>λέων
							καὶ ὁ θὼς ἀλλήλοις· ὠμοφάγοι γὰρ ὄντες ἀπὸ τῶν αὐτῶν <lb/>ζῶσιν. Μάχονται δὲ καὶ
							ἐλέφαντες σφοδρῶς πρὸς ἀλλήλους, <lb/>καὶ τύπτουσι τοῖς ὀδοῦσι σφᾶς αὐτούς· ὁ δὲ
							ἡττηθεὶς <lb/>δουλοῦται ἰσχυρῶς, καὶ οὐχ ὑπομένει τὴν τοῦ νικήσαντος <lb/>φωνήν.
							Διαφέρουσι δὲ καὶ τῇ ἀνδρίᾳ ἀλλήλων οἱ ἐλέφαντες <pb n="310"/> θαυμαστὸν ὅσον. Χρῶνται
							δ’ οἱ Ἰνδοὶ πολεμιστηρίοις, καθάπερ <lb/>τοῖς ἄρρεσι, καὶ ταῖς θηλείαις· εἰσὶ μέντοι
							καὶ ἐλάττονες <lb/>αἱ θήλειαι καὶ ἀψυχότεραι πολύ. Τοὺς δὲ τοίχους <lb/>καταβάλλει ὁ
							ἐλέφας τοὺς ὀδόντας τοὺς μεγάλους προσβάλλων· <lb/>τοὺς δὲ φοίνικας τῷ μετώπῳ, ἕως ἂν
							κατακλίνῃ, <lb/>ἔπειτα τοῖς ποσὶν ἐπιβαίνων κατατείνει ἐπὶ τῆς γῆς. Ἔστι <lb/>δὲ καὶ ἡ
							θήρα τῶν ἐλεφάντων τοιάδε· ἀναβάντες ἐπί τινας <lb/>τῶν τιθασσῶν καὶ ἀνδρείων
							διώκουσι, καὶ ὅταν καταλάβωσι, <lb/>τύπτειν προστάττουσι τούτοις, ἕως ἂν ἐκλύσωσιν·
							<lb/>τότε δ’ ὁ ἐλεφαντιστὴς ἐπιπηδήσας κατευθύνει τῷ δρεπάνῳ. <lb/>Ταχέως δὲ μετὰ
							ταῦτα τιθασσεύεταί τε καὶ πειθαρχεῖ. <lb/>Ἐπιβεβηκότος μὲν οὖν τοῦ ἐλεφαντιστοῦ
							ἅπαντες πραεῖς <lb/>εἰσίν, ὅταν δ’ ἀποβῇ, οἱ μὲν οἱ δ’ οὔ· ἀλλὰ τῶν ἐξαγριουμένων
							<lb/>τὰ ἐμπρόσθια σκέλη δεσμεύουσι σειραῖς, ἵν’ ἡσυχάζωσιν. <lb/>Ἔστι δ’ ἡ θήρα καὶ
							μεγάλων ἤδη ὄντων καὶ πώλων. <lb/>Αἱ μὲν οὖν φιλίαι καὶ οἱ πόλεμοι τοῖς θηρίοις
							τούτοις διὰ <lb/>τὰς τροφὰς καὶ τὸν βίον συμβαίνουσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Τῶν δ’ ἰχθύων οἱ μὲν συναγελάζονται μετ’ ἀλλήλων καὶ <lb/>φίλοι εἰσίν, οἱ δὲ μὴ
							συναγελαζόμενοι πολέμιοι. Ἀγελάζονται <lb/>δ’ οἱ μὲν κυοῦντες, ἔνιοι δ’ ὅταν
							ἐκτέκωσιν. Ὅλως δ’ <lb/>ἀγελαῖά ἐστι τὰ τοιάδε, θυννίδες, μαινίδες, κωβιοί, βῶκες,
							<lb/>σαῦροι, κορακῖνοι, σινόδοντες, τρίγλαι, σφύραιναι, ἀνθίαι, <lb/>ἐλεγῖνοι,
							ἀθερῖνοι, σαργῖνοι, βελόναι, τευθοί, ἰουλίδες, <lb/>πηλαμύδες, σκόμβροι, κολίαι.
							Τούτων δ’ ἔνιά ἐστιν οὐ <lb/>μόνον ἀγελαῖα ἀλλὰ καὶ σύζυγα· τὰ γὰρ λοιπὰ συνδυάζεται
							<lb/>μὲν ἅπαντα, τὰς δ’ ἀγέλας ποιοῦνται κατ’ ἐνίους καιρούς, <lb/>ὥσπερ εἴρηται, ὅταν
							κύωσιν, ἔνια δὲ καὶ ὅταν τέκωσιν. <pb n="311"/> Λάβραξ δὲ καὶ κεστρεὺς πολεμιώτατοι
							ὄντες κατ’ ἐνίους καιροὺς <lb/>συναγελάζονται ἀλλήλοις· συναγελάζονται γὰρ πολλάκις
							<lb/>οὐ μόνον τὰ ὁμόγονα, ἀλλὰ καὶ οἷς ἡ αὐτὴ καὶ ἡ <lb/>παραπλήσιός ἐστι νομή, ἂν ᾖ
							ἄφθονος. Ζῶσι δὲ πολλάκις <lb/>ἀφῃρημένοι οἱ κεστρεῖς τὴν κέρκον καὶ οἱ γόγγροι μέχρι
							τῆς <lb/>ἐξόδου τῆς περιττώσεως· ἀπεσθίεται δ’ ὁ μὲν κεστρεὺς ὑπὸ <lb/>λάβρακος, ὁ δὲ
							γόγγρος ὑπὸ μυραίνης. Ὁ δὲ πόλεμός <lb/>ἐστι τοῖς κρείττοσι πρὸς τοὺς ἥττους·
							κατεσθίει γὰρ ὁ <lb/>κρείττων. Καὶ περὶ μὲν τῶν θαλαττίων ταῦτα. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Τὰ δ’ ἤθη τῶν ζῴων, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, διαφέρει <lb/>κατά τε δειλίαν καὶ
							πραότητα καὶ ἀνδρίαν καὶ ἡμερότητα καὶ <lb/>νοῦν τε καὶ ἄνοιαν. Τό τε γὰρ τῶν προβάτων
							ἦθος, ὥσπερ <lb/>λέγεται, εὔηθες καὶ ἀνόητον· πάντων γὰρ τῶν τετραπόδων <lb/>κάκιστόν
							ἐστι, καὶ ἕρπει εἰς τὰς ἐρημίας πρὸς οὐδέν, <lb/>καὶ πολλάκις χειμῶνος ὄντος ἐξέρχεται
							ἔνδοθεν, καὶ ὅταν <lb/>ὑπὸ νιφετοῦ ληφθῶσιν, ἂν μὴ κινήσῃ ὁ ποιμήν, οὐκ ἐθέλουσιν
							<lb/>ἀπιέναι, ἀλλ’ ἀπόλλυνται καταλειπόμενα, ἐὰν μὴ ἄρρενας <lb/>κομίσωσιν οἱ
							ποιμένες· τότε δ’ ἀκολουθοῦσιν. Τῶν δ’ <lb/>αἰγῶν ὅταν τις μιᾶς λάβῃ τὸ ἄκρον τοῦ
							ἠρύγγου (ἔστι δ’ <lb/>οἷον θρίξ), αἱ ἄλλαι ἑστᾶσιν ὥσπερ μεμωρωμέναι βλέπουσαι
							<lb/>εἰς ἐκείνην. Ἐγκαθεύδειν δὲ ψυχρότεραι ὄϊες αἰγῶν· <lb/>αἱ γὰρ αἶγες μᾶλλον
							ἡσυχάζουσι καὶ προσέρχονται πρὸς <lb/>τοὺς ἀνθρώπους· εἰσὶ δ’ αἱ αἶγες δυσριγότεραι
							τῶν ὀΐων. <lb/>Διδάσκουσι δ’ οἱ ποιμένες τὰ πρόβατα συνθεῖν ὅταν ψοφήσῃ· <lb/>ἐὰν γὰρ
							βροντήσαντος ὑπολειφθῇ τις καὶ μὴ συνδράμῃ, <lb/>ἐκτιτρώσκει, ἐὰν τύχῃ κύουσα· διὸ ἐὰν
							ψοφῇ, ἐν <lb/>τῇ οἰκίᾳ συνθέουσι διὰ τὸ ἔθος. Ἀπόλλυνται δὲ καὶ οἱ <pb n="312"/>
							ταῦροι, ὅταν ἀτιμαγελήσαντες ἀποπλανηθῶσιν, ὑπὸ θηρίων. <lb/>Κατάκεινται δ’ αἱ ὄϊες
							καὶ αἱ αἶγες ἀθρόαι κατὰ συγγένειαν· <lb/>ὅταν δ’ ὁ ἥλιος τραπῇ θᾶττον, φασὶν οἱ
							ποιμένες <lb/>οὐκέτι ἀντιβλεπούσας κατακεῖσθαι τὰς αἶγας, ἀλλ’ ἀπεστραμμένας <lb/>ἀπ’
							ἀλλήλων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Αἱ δὲ βόες καὶ νέμονται καθ’ <lb/>ἑταιρείας καὶ συνηθείας, κἂν μία ἀποπλανηθῇ,
							ἀκολουθοῦσιν <lb/>αἱ ἄλλαι· διὸ καὶ οἱ βουκόλοι, ἐὰν μίαν μὴ εὕρωσιν, εὐθὺς <lb/>πάσας
							ἐπιζητοῦσιν. Τῶν δ’ ἵππων αἱ σύννομοι, ὅταν ἡ <lb/>ἑτέρα ἀπόληται, ἐκτρέφουσι τὰ πωλία
							ἀλλήλων. Καὶ <lb/>ὅλως γε δοκεῖ τὸ τῶν ἵππων γένος εἷναι φύσει φιλόστοργον.
							<lb/>Σημεῖον δέ· πολλάκις γὰρ αἱ στέριφαι ἀφαιρούμεναι τὰς <lb/>μητέρας τὰ πωλία αὐταὶ
							στέργουσι, διὰ δὲ τὸ μὴ ἔχειν γάλα <lb/>διαφθείρουσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Τῶν δ’ ἀγρίων καὶ τετραπόδων ἡ ἔλαφος οὐχ ἥκιστα <lb/>δοκεῖ εἶναι φρόνιμον, τῷ τε
							τίκτειν παρὰ τὰς ὁδούς (τὰ <lb/>γὰρ θηρία διὰ τοὺς ἀνθρώπους οὐ προσέρχεται), καὶ ὅταν
							<lb/>τέκῃ, ἐσθίει τὸ χόριον πρῶτον. Καὶ ἐπὶ τὴν σέσελιν δὲ <lb/>τρέχουσι, καὶ φαγοῦσαι
							οὕτως ἔρχονται πρὸς τὰ τέκνα <lb/>πάλιν. Ἔτι δὲ τὰ τέκνα ἄγει ἐπὶ τοὺς σταθμούς,
							ἐθίζουσα <lb/>οὗ δεῖ ποιεῖσθαι τὰς ἀποφυγάς· ἔστι δὲ τοῦτο πέτρα <lb/>ἀπορρώξ, μίαν
							ἔχουσα εἴσοδον, οὗ δὴ καὶ ἀμύνεσθαι ἤδη <lb/>φασὶν ὑπομένουσαν. Ἔτι δὲ ὁ ἄρρην ὅταν
							γένηται παχύς <lb/>(γίνεται δὲ σφόδρα πίων ὀπώρας οὔσης), οὐδαμοῦ ποιεῖ <lb/>αὑτὸν
							φανερὸν ἀλλ’ ἐκτοπίζει ὡς διὰ τὴν παχύτητα εὐάλωτος <lb/>ὤν. Ἀποβάλλουσι δὲ καὶ τὰ
							κέρατα ἐν τόποις <lb/>χαλεποῖς καὶ δυσεξευρέτοις· ὅθεν καὶ ἡ παροιμία γέγονεν <lb/>“οὗ
							αἱ ἔλαφοι τὰ κέρατα ἀποβάλλουσιν·” ὥσπερ γὰρ <lb/>τὰ ὅπλα ἀποβεβληκυῖαι φυλάττονται
							ὁρᾶσθαι. Λέγεται <lb/>δ’ ὡς τὸ ἀριστερὸν κέρας οὐδείς πω ἑώρακεν· ἀποκρύπτειν <pb n="313"/> γὰρ αὐτὸ ὡς ἔχον τινὰ φαρμακείαν. Οἱ μὲν οὖν <lb/>ἐνιαύσιοι οὐ φύουσι
							κέρατα, πλὴν ὥσπερ σημείου χάριν ἀρχήν <lb/>τινα· τοῦτο δ’ ἐστὶ βραχὺ καὶ δασύ. Φύουσι
							δὲ διετεῖς <lb/>πρῶτον τὰ κέρατα εὐθέα, καθάπερ παττάλους· διὸ καὶ καλοῦσι <lb/>τότε
							πατταλίας αὐτούς. Τῷ δὲ τρίτῳ ἔτει δίκρουν <lb/>φύουσι, τῷ δὲ τετάρτῳ τραχύτερον· καὶ
							τοῦτον τὸν τρόπον <lb/>ἀεὶ ἐπιδιδόασι μέχρι ἓξ ἐτῶν. Ἀπὸ τούτου δὲ ὅμοια ἀεὶ
							<lb/>ἀναφύουσιν, ὥστε μηκέτι ἂν γνῶναι τὴν ἡλικίαν τοῖς κέρασιν, <lb/>ἀλλὰ τοὺς
							γέροντας γνωρίζουσι μάλιστα δυοῖν σημείοιν· <lb/>ὀδόντας τε γὰρ οἱ μὲν οὐκ ἔχουσιν οἱ
							δ’ ὀλίγους, <lb/>καὶ τοὺς ἀμυντῆρας οὐκέτι φύουσιν. Καλοῦνται δ’ ἀμυντῆρες <lb/>τὰ
							προνενευκότα τῶν φυομένων κεράτων εἰς τὸ πρόσθεν, <lb/>οἷς ἀμύνεται· ταῦτα δ’ οἱ
							γέροντες οὐκ ἔχουσιν, ἀλλ’ <lb/>εἰς τὸ ὀρθὸν γίνεται ἡ αὔξησις αὐτοῖς τῶν κεράτων.
							<lb/>Ἀποβάλλουσι δ’ ἀνὰ ἕκαστον ἐνιαυτὸν τὰ κέρατα, ἀποβάλλουσι <lb/>δὲ περὶ τὸν
							Θαργηλιῶνα μῆνα. Ὅταν δ’ ἀποβάλωσι, <lb/>κρύπτουσιν αὑτοὺς τὴν ἡμέραν, ὥσπερ εἴρηται·
							<lb/>κρύπτουσι δ’ ἐν τοῖς δασέσιν, εὐλαβούμενοι τὰς μυίας. <lb/>Νέμονται δὲ τὸν χρόνον
							τοῦτον νύκτωρ, μέχριπερ ἂν ἐκφύσωσι <lb/>τὰ κέρατα. Φύεται δ’ ὥσπερ ἐν δέρματι τὸ
							πρῶτον, <lb/>καὶ γίνονται δασέα· ὅταν δ’ αὐξηθῶσιν, ἡλιάζονται, ἵν’ <lb/>ἐκπέψωσι καὶ
							ξηράνωσι τὸ κέρας. Ὅταν δὲ μηκέτι πονῶσι <lb/>πρὸς τὰ δένδρα κνώμενοι αὐτά, τότ’
							ἐκλείπουσι τοὺς <lb/>τόπους τούτους διὰ τὸ θαρρεῖν ὡς ἔχοντες ᾧ ἀμυνοῦνται. <lb/>Ἤδη
							δ’ εἴληπται ἀχαΐνης ἔλαφος ἐπὶ τῶν κεράτων ἔχων <lb/>κιττὸν πολὺν πεφυκότα χλωρόν, ὡς
							ἁπαλῶν ὄντων τῶν <lb/>κεράτων ἐμφύντα ὥσπερ ἐν ξύλῳ χλωρῷ. Ὅταν δὲ δηχθῶσιν <lb/>αἱ
							ἔλαφοι ὑπὸ φαλαγγίου ἤ τινος τοιούτου, τοὺς <pb n="314"/> καρκίνους συλλέγουσαι
							ἐσθίουσιν· δοκεῖ δὲ καὶ ἀνθρώπῳ <lb/>ἀγαθὸν εἶναι τοῦτο πίνειν, ἀλλ’ ἔστιν ἀηδές. Αἱ
							δὲ θήλειαι <lb/>τῶν ἐλάφων ὅταν τέκωσιν, εὐθὺς κατεσθίουσι τὸ χόριον, <lb/>καὶ οὐκ
							ἔστι λαβεῖν· πρὸ γὰρ τοῦ χαμαὶ βαλεῖν <lb/>αὐταὶ ἅπτονται· δοκεῖ δὲ τοῦτ’ εἶναι
							φάρμακον. Ἁλίσκονται <lb/>δὲ θηρευόμεναι αἱ ἔλαφοι συριττόντων καὶ ᾀδόντων, <lb/>καὶ
							κατακλίνονται ὑπὸ τῆς ἡδονῆς. Δύο δ’ ὄντων ὁ μὲν <lb/>φανερῶς ᾄδει ἢ συρίττει, ὁ δ’ ἐκ
							τοῦ ὄπισθεν βάλλει, ὅταν <lb/>οὗτος σημήνῃ τὸν καιρόν. Ἐὰν μὲν οὖν τύχῃ ὀρθὰ τὰ
							<lb/>ὦτα ἔχουσα, ὀξὺ ἀκούει καὶ οὐκ ἔστι λαθεῖν· ἐὰν δὲ καταβεβληκυῖα <lb/>τύχῃ,
							λανθάνει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Αἱ δ’ ἄρκτοι ὅταν φεύγωσι, τὰ σκυμνία προωθοῦσι καὶ <lb/>ἀναλαβοῦσαι φέρουσιν· ὅταν
							δ’ ἐπικαταλαμβάνωνται, ἐπὶ <lb/>τὰ δένδρα ἀναπηδῶσιν. Καὶ ὅταν ἐκ τοῦ φωλεοῦ ἐξέλθωσι,
							<lb/>πρῶτον τὸ ἄρον ἐσθίουσιν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, <lb/>καὶ τὰ ξύλα διαμασῶνται
							ὥσπερ ὀδοντοφυοῦσαι. Πολλὰ <lb/>δὲ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν τετραπόδων ποιεῖ πρὸς
							βοήθειαν <lb/>αὑτοῖς φρονίμως, ἐπεὶ καὶ ἐν Κρήτῃ φασὶ τὰς <lb/>αἶγας τὰς ἀγρίας, ὅταν
							τοξευθῶσι, ζητεῖν τὸ δίκταμνον· <lb/>δοκεῖ δὲ τοῦτο ἐκβλητικὸν εἶναι τῶν τοξευμάτων ἐν
							τῷ <lb/>σώματι. Καὶ αἱ κύνες δ’ ὅταν τι πονῶσιν, ἔμετον ποιοῦνται <lb/>φαγοῦσαί τινα
							πόαν. Ἡ δὲ πάρδαλις ὅταν φάγῃ <lb/>τὸ φάρμακον τὸ παρδαλιαγχές, ζητεῖ τὴν τοῦ ἀνθρώπου
							<lb/>κόπρον· βοηθεῖ γὰρ αὐτῇ. Διαφθείρει δὲ τοῦτο τὸ φάρμακον <lb/>καὶ λέοντας. Διὸ
							καὶ οἱ κυνηγοὶ κρεμαννύουσιν ἐν <lb/>ἀγγείῳ ἔκ τινος δένδρου τὴν κόπρον, ὅπως μὴ
							ἀποχωρῇ μακρὰν <lb/>τὸ θηρίον· αὐτοῦ γὰρ προσαλλομένη ἡ πάρδαλις καὶ <lb/>ἐλπίζουσα
							λήψεσθαι τελευτᾷ. Λέγουσι δὲ καὶ κατανενοηκυῖαν <pb n="315"/> τὴν πάρδαλιν ὅτι τῇ ὀσμῇ
							αὐτῆς χαίρουσι τὰ θηρία, <lb/>ἀποκρύπτουσαν ἑαυτὴν θηρεύειν· προσιέναι γὰρ ἐγγύς,
							<lb/>καὶ λαμβάνειν οὕτω καὶ τὰς ἐλάφους. Ὁ δ’ ἰχνεύμων ὁ <lb/>ἐν Αἰγύπτῳ ὅταν ἴδῃ τὸν
							ὄφιν τὴν ἀσπίδα καλουμένην, οὐ <lb/>πρότερον ἐπιτίθεται πρὶν συγκαλέσῃ βοηθοὺς ἄλλους·
							<lb/>πρὸς δὲ τὰς πληγὰς καὶ τὰ δήγματα πηλῷ καταπλάττουσιν <lb/>ἑαυτούς· βρέξαντες γὰρ
							ἐν τῷ ὕδατι πρῶτον, οὕτω <lb/>καλινδοῦνται ἐν τῇ γῇ. Τῶν δὲ κροκοδείλων χασκόντων οἱ
							<lb/>τροχίλοι καθαίρουσιν εἰσπετόμενοι τοὺς ὀδόντας, καὶ αὐτοὶ <lb/>μὲν τροφὴν
							λαμβάνουσιν, ὁ δ’ ὠφελούμενος αἰσθάνεται καὶ <lb/>οὐ βλάπτει, ἀλλ’ ὅταν ἐξελθεῖν
							βούληται, κινεῖ τὸν αὐχένα, <lb/>ἵνα μὴ συνδάκῃ. Ἡ δὲ χελώνη ὅταν ἔχεως φάγῃ, ἐπεσθίει
							<lb/>τὴν ὀρίγανον· καὶ τοῦτο ὦπται. Καὶ ἤδη κατιδών <lb/>τις τοῦτο πολλάκις ποιοῦσαν
							αὐτὴν καὶ ὅτε σπάσαι τῆς <lb/>ὀριγάνου πάλιν ἐπὶ τὸν ἔχιν πορευομένην, ἐξέτιλε τὴν
							<lb/>ὀρίγανον· τούτου δὲ συμβάντος ἀπέθανεν ἡ χελώνη. Ἡ δὲ <lb/>γαλῆ ὅταν ὄφει
							μάχηται, ἐπεσθίει τὸ πήγανον· πολεμία <lb/>γὰρ ἡ ὀσμὴ τοῖς ὄφεσιν. Ὁ δὲ δράκων ὅταν
							ὀπωρίζῃ, τὸν <lb/>ὀπὸν τῆς πικρίδος ἐκροφεῖ, καὶ τοῦθ’ ἑώραται ποιῶν. Αἱ <lb/>δὲ κύνες
							ὅταν ἑλμινθιῶσιν, ἐσθίουσι τοῦ σίτου τὸ λήϊον, <lb/>Οἱ δὲ πελαργοὶ καὶ οἱ ἄλλοι τῶν
							ὀρνίθων, ὅταν ἑλκωθῇ τι <lb/>μαχομένοις, ἐπιτιθέασι τὴν ὀρίγανον. Πολλοὶ δὲ καὶ τὴν
							<lb/>ἀκρίδα ἑωράκασιν ὅτι, ὅταν μάχηται τοῖς ὄφεσι, λαμβάνεται <lb/>τοῦ τραχήλου τῶν
							ὄφεων. Φρονίμως δὲ δοκεῖ καὶ ἡ <lb/>γαλῆ χειροῦσθαι τοὺς ὄρνιθας· σφάζει γὰρ ὥσπερ οἱ
							<lb/>λύκοι τὰ πρόβατα. Μάχεται δὲ καὶ τοῖς ὄφεσι μάλιστα <lb/>τοῖς μυοθήραις διὰ τὸ
							καὶ αὐτὴν τοῦτο τὸ ζῷον θηρεύειν. <lb/>Περὶ δὲ τῆς τῶν ἐχίνων αἰσθήσεως συμβέβηκε
							πολλαχοῦ <lb/>τεθεωρῆσθαι ὅτι μεταβαλλόντων βορέων καὶ νότων οἱ μὲν <pb n="316"/> ἐν
							τῇ γῇ τὰς ὀπὰς αὑτῶν μεταμείβουσιν, οἱ δ’ ἐν ταῖς <lb/>οἰκίαις τρεφόμενοι μεταβάλλουσι
							πρὸς τοὺς τοίχους, ὥστ’ <lb/>ἐν Βυζαντίῳ γέ τινά φασι προλέγοντα λαβεῖν δόξαν ἐκ τοῦ
							<lb/>κατανενοηκέναι ποιοῦντα ταῦτα τὸν ἐχῖνον. Ἡ δ’ ἴκτις <lb/>ἔστι μὲν τὸ μέγεθος
							ἡλίκον Μελιταῖον κυνίδιον τῶν μικρῶν, <lb/>τὴν δὲ δασύτητα καὶ τὴν ὄψιν καὶ τὸ λευκὸν
							τὸ ὑποκάτω <lb/>καὶ τοῦ ἤθους τὴν κακουργίαν ὅμοιον γαλῇ, καὶ τιθασσὸν <lb/>δὲ γίνεται
							σφόδρα, τὰ δὲ σμήνη κακουργεῖ· τῷ γὰρ μέλιτι <lb/>χαίρει. Ἔστι δὲ καὶ ὀρνιθοφάγον
							ὥσπερ αἱ αἴλουροι. <lb/>Τὸ δ’ αἰδοῖον αὐτῆς ἔστι μέν, ὥσπερ εἴρηται, ὀστοῦν, δοκεῖ
							<lb/>δ’ εἶναι φάρμακον στραγγουρίας τὸ τοῦ ἄρρενος· διδόασι δ’ <lb/>ἐπιξύοντες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ὅλως δὲ περὶ τοὺς βίους πολλὰ ἂν θεωρηθείη μιμήματα <lb/>τῶν ἄλλων ζῴων τῆς
							ἀνθρωπίνης ζωῆς, καὶ μᾶλλον ἐπὶ τῶν <lb/>ἐλαττόνων ἢ μειζόνων ἴδοι τις ἂν τὴν τῆς
							διανοίας ἀκρίβειαν, <lb/>οἷον πρῶτον ἐπὶ τῶν ὀρνίθων ἡ τῆς χελιδόνος σκηνοπηγία·
							<lb/>τῇ γὰρ περὶ τὸν πηλὸν ἀχυρώσει τὴν αὐτὴν ἔχει <lb/>τάξιν. Συγκαταπλέκει γὰρ τοῖς
							κάρφεσι πηλόν· κἂν <lb/>ἀπορῆται πηλοῦ, βρέχουσα αὑτὴν καλινδεῖται τοῖς πτεροῖς
							<lb/>πρὸς τὴν κόνιν. Ἔτι δὲ στιβαδοποιεῖται καθάπερ οἱ ἄνθρωποι, <lb/>τὰ σκληρὰ πρῶτα
							ὑποτιθεῖσα καὶ τῷ μεγέθει σύμμετρον <lb/>ποιοῦσα πρὸς αὑτήν. Περί τε τὴν τροφὴν τῶν
							<lb/>τέκνων ἐκπονεῖται ἀμφότερα· δίδωσι δ’ ἑκατέρῳ διατηροῦσά <lb/>τινι συνηθείᾳ τὸ
							προειληφός, ὅπως μὴ δὶς λάβῃ. Καὶ τὴν <lb/>κόπρον τὸ μὲν πρῶτον αὐταὶ ἐκβάλλουσιν,
							ὅταν δ’ αὐξηθῶσι, <lb/>μεταστρέφοντας ἔξω διδάσκουσι τοὺς νεοττοὺς προΐεσθαι.
							<lb/>Περί τε τὰς περιστερὰς ἔστιν ἕτερα τοιαύτην ἔχοντα <lb/>τὴν θεωρίαν· οὔτε γὰρ
							συνδυάζεσθαι θέλουσι πλείοσιν, <pb n="317"/> οὔτε προαπολείπουσι τὴν κοινωνίαν, πλὴν
							ἐὰν χῆρος ἢ χήρα <lb/>γένηται. Ἔτι δὲ περὶ τὴν ὠδῖνα δεινὴ ἡ τοῦ ἄρρενος <lb/>θεραπεία
							καὶ συναγανάκτησις· ἐάν τ’ ἀπομαλακίζηται <lb/>πρὸς τὴν εἴσοδον τῆς νεοττιᾶς διὰ τὴν
							λοχείαν, τύπτει <lb/>καὶ ἀναγκάζει εἰσιέναι. Γενομένων δὲ τῶν νεοττῶν τῆς
							<lb/>ἁλμυριζούσης μάλιστα γῆς διαμασησάμενος εἰσπτύει τοῖς <lb/>νεοττοῖς διοιγνὺς τὸ
							στόμα, προπαρασκευάζων πρὸς τὴν <lb/>τροφήν. Ὅταν δ’ ἐκ τῆς νεοττιᾶς ἐξάγειν μέλλῃ,
							πάντας <lb/>ὁ ἄρρην ὀχεύει. Ὡς μὲν οὖν ἐπὶ τὸ πολὺ τοῦτον τὸν <lb/>τρόπον στέργουσιν
							ἀλλήλας, παροχεύονται δέ ποτε καὶ τῶν <lb/>τοὺς ἄρρενας ἐχουσῶν τινές. Ἔστι δὲ μάχιμον
							τὸ ζῷον, <lb/>καὶ ἐνοχλοῦσιν ἀλλήλαις, καὶ εἰς τὰς νεοττιὰς παραδύονται <lb/>τὰς
							ἀλλήλων, ὀλιγάκις μέντοι· καὶ γὰρ ἂν ἄποθεν <lb/>ἧττον ᾖ, ἀλλὰ παρά γε τὴν νεοττιὰν
							διαμάχονται ἐσχάτως. <lb/>Ἴδιον δὲ ταῖς περιστεραῖς δοκεῖ συμβεβηκέναι καὶ <lb/>ταῖς
							φαψὶ καὶ τρυγόσι τὸ μὴ ἀνακύπτειν πινούσας, ἐὰν <lb/>μὴ ἱκανὸν πίωσιν. Ἔχει δὲ τὸν
							ἄρρενα ἡ τρυγὼν τὸν <lb/>αὐτὸν καὶ φάττα, καὶ ἄλλον οὐ προσίενται· καὶ ἐπῳάζουσιν
							<lb/>ἀμφότεροι καὶ ὁ ἄρρην καὶ ἡ θήλεια. Διαγνῶναι δ’ οὐ <lb/>ῥᾴδιον τὴν θήλειαν καὶ
							τὸν ἄρρενα, ἀλλ’ ἢ τοῖς ἐντός. <lb/>Ζῶσι δ’ αἱ φάτται πολὺν χρόνον· καὶ γὰρ εἴκοσιν
							ἔτη <lb/>καὶ πέντε καὶ τριάκοντα ὠμμέναι εἰσίν, ἔνιαι δὲ καὶ τετταράκοντα <lb/>ἔτη.
							Πρεσβυτέρων δὲ γινομένων αὐτῶν οἱ ὄνυχες <lb/>αὐξάνονται· ἀλλ’ ἀποτέμνουσιν οἱ
							τρέφοντες. Ἄλλο <pb n="318"/> δ’ οὐδὲν βλάπτονται ἐπιδήλως γηράσκουσαι. Καὶ αἱ
							τρυγόνες <lb/>δὲ καὶ αἱ περιστεραὶ ζῶσι καὶ ὀκτὼ ἔτη αἱ τετυφλωμέναι <lb/>ὑπὸ τῶν
							παλευτρίας τρεφόντων αὐτάς. Ζῶσι <lb/>δὲ καὶ οἱ πέρδικες περὶ πεντεκαίδεκ’ ἔτη.
							Νεοττεύουσι δὲ <lb/>καὶ αἱ φάβες καὶ αἱ τρυγόνες ἐν τοῖς αὐτοῖς τόποις ἀεί.
							<lb/>Πολυχρονιώτερα δ’ ὅλως μέν ἐστι τὰ ἄρρενα τῶν θηλέων, <lb/>ἐπὶ δὲ τούτων τελευτᾶν
							φασί τινες πρότερον τὰ ἄρρενα <lb/>τῶν θηλέων, τεκμαιρόμενοι ἐκ τῶν κατ’ οἰκίαν
							τρεφομένων <lb/>παλευτριῶν. Λέγουσι δέ τινες καὶ τῶν στρουθίων ἐνιαυτὸν <lb/>μόνον ζῆν
							τοὺς ἄρρενας, ποιούμενοι σημεῖον ὅτι τοῦ <lb/>ἔαρος οὐ φαίνονται ἔχοντες εὐθὺς τὰ περὶ
							τὸν πώγωνα μέλανα, <lb/>ὕστερον δ’ ἴσχουσιν, ὡς οὐδενὸς σωζομένου τῶν προτέρων·
							<lb/>τὰς δὲ θηλείας μακροβιωτέρας εἶναι τῶν στρουθίων· <lb/>ταύτας γὰρ ἁλίσκεσθαι ἐν
							τοῖς νέοις, καὶ διαδήλας εἶναι τῷ <lb/>ἔχειν τὰ περὶ τὰ χείλη σκληρά. Διάγουσι δ’ αἱ
							μὲν τρυγόνες <lb/>τοῦ θέρους ἐν τοῖς χειμερίοις, τοῦ δὲ χειμῶνος ἐν <lb/>τοῖς
							ἀλεεινοῖς, αἱ δὲ σπίζαι τοῦ μὲν θέρους ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς, <lb/>τοῦ δὲ χειμῶνος ἐν τοῖς
							ψυχροῖς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Οἱ δὲ βαρεῖς τῶν ὀρνίθων οὐ ποιοῦνται νεοττιάς (οὐ συμφέρει <lb/>γὰρ μὴ πτητικοῖς
							οὖσιν), οἷον ὄρτυγες καὶ πέρδικες <lb/>καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα τῶν ὀρνέων· ἀλλ’ ὅταν
							ποιήσωνται <lb/>ἐν τῷ λείῳ κονίστραν (ἐν ἄλλῳ γὰρ τόπῳ οὐθενὶ τίκτει),
							<lb/>ἐπηλυγασάμενοι ἄκανθάν τινα καὶ ὕλην τῆς περὶ τοὺς <lb/>ἱέρακας ἕνεκα καὶ τοὺς
							ἀετοὺς ἀλεώρας, ἐνταῦθα τίκτουσι <lb/>καὶ ἐπῳάζουσιν. Ἔπειτα ἐκλέψαντες εὐθὺς ἐξάγουσι
							τοὺς <lb/>νεοττοὺς διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τῇ πτήσει πορίζειν αὐτοῖς τροφήν.
							<lb/>Ἀναπαύονται δ’ ὑφ’ ἑαυτοὺς ἀγόμενοι τοὺς νεοττοὺς <lb/>καὶ οἱ ὄρτυγες καὶ οἱ
							πέρδικες, ὥσπερ αἱ ἀλεκτορίδες. Καὶ <pb n="319"/> οὐκ ἐν τῷ αὐτῷ τίκτουσι καὶ
							ἐπῳάζουσιν, ἵνα μή τις κατανοήσῃ <lb/>τὸν τόπον πλείω χρόνον προσεδρευόντων. Ὅταν δέ
							<lb/>τις θηρεύῃ περιπεσὼν τῇ νεοττιᾷ, προκυλινδεῖται ἡ πέρδιξ <lb/>τοῦ θηρεύοντος ὡς
							ἐπίληπτος οὖσα, καὶ ἐπισπᾶται ὡς <lb/>ληψόμενον ἐφ’ ἑαυτήν, ἕως ἂν διαδράσῃ τῶν
							νεοττῶν ἕκαστος· <lb/>μετὰ δὲ ταῦτα ἀναπτᾶσα αὐτὴ ἀνακαλεῖται πάλιν. <lb/>Τίκτει μὲν
							οὖν ᾠὰ ἡ πέρδιξ οὐκ ἐλάττω ἢ δέκα, πολλάκις <lb/>δ’ ἑκκαίδεκα· ὥσπερ δ’ εἴρηται,
							κακόηθες τὸ ὄρνεόν ἐστι καὶ <lb/>πανοῦργον. Τοῦ δ’ ἔαρος ἐκ τῆς ἀγέλης ἐκκρίνονται δι’
							<lb/>ᾠδῆς καὶ μάχης κατὰ ζεύγη μετὰ θηλείας, ἣν ἂν λάβῃ ἕκαστος. <lb/>Διὰ δὲ τὸ εἶναι
							ἀφροδισιαστικοί, ὅπως μὴ ἐπῳάζῃ <lb/>ἡ θήλεια, οἱ ἄρρενες τὰ ᾠὰ διακυλινδοῦσι καὶ
							συντρίβουσιν, <lb/>ἐὰν εὕρωσιν· ἡ δὲ θήλεια ἀντιμηχανωμένη ἀποδιδράσκουσα <lb/>τίκτει,
							καὶ πολλάκις διὰ τὸ ὀργᾶν τεκεῖν, ὅπου ἂν τύχῃ, <lb/>ἐκβάλλει, ἂν μὴ παρῇ ὁ ἄρρην· καὶ
							ὅπως σώζηται ἀθρόα, <lb/>οὐκ ἔρχεται πρὸς αὐτά. Καὶ ἐὰν ὑπ’ ἀνθρώπου ὀφθῇ, <lb/>ὥσπερ
							περὶ τοὺς νεοττούς, οὕτω καὶ ἀπὸ τῶν ᾠῶν ὑπάγει, <lb/>πρὸ ποδῶν φαινομένη τοῦ
							ἀνθρώπου, ἕως ἂν ἀπαγάγῃ. <lb/>Ὅταν δ’ ἀποδρᾶσα ἐπῳάζῃ, οἱ ἄρρενες κεκράγασι καὶ
							μάχονται <lb/>συνιόντες· καλοῦσι δὲ τούτους χήρους. Ὁ δ’ ἡττηθεὶς <lb/>μαχόμενος
							ἀκολουθεῖ τῷ νικήσαντι, ὑπὸ τούτου <lb/>ὀχευόμενος μόνου. Ἐὰν δὲ κρατηθῇ τις ὑπὸ τοῦ
							δευτέρου ἢ <lb/>ὁποιουοῦν, οὗτος λάθρᾳ ὀχεύεται ὑπὸ τοῦ κρατιστεύοντος. <lb/>Γίνεται
							δὲ τοῦτο οὐκ ἀεί, ἀλλὰ καθ’ ὥραν τινὰ τοῦ ἔτους· <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ὀρτύγων ὡσαύτως.
							Ἐνίοτε δὲ συμβαίνει τοῦτο <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἀλεκτρυόνων· ἐν μὲν γὰρ τοῖς ἱεροῖς, ὅπου
							<lb/>ἄνευ θηλειῶν ἀνάκεινται, τὸν ἀνατιθέμενον πάντες εὐλόγως <lb/>ὀχεύουσιν. Καὶ τῶν
							περδίκων δ’ οἱ τιθασσοὶ τοὺς ἀγρίους <pb n="320"/> πέρδικας ὀχεύουσι καὶ ἐπικορίζουσι
							καὶ ὑβρίζουσιν. <lb/>Ἐπὶ δὲ τὸν θηρευτὴν πέρδικα ὠθεῖται τῶν ἀγρίων ὁ ἡγεμὼν
							<lb/>ἀντᾴσας ὡς μαχούμενος. Τούτου δ’ ἁλόντος ἐν ταῖς <lb/>πηκταῖς πάλιν προσέρχεται
							ἄλλος, ἀντᾴσας τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον. Ἐὰν μὲν οὖν ἄρρην ᾖ ὁ θηρεύων, τοῦτο ποιοῦσιν·
							<lb/>ἐὰν δὲ θήλεια ἡ θηρεύουσα ᾖ καὶ ᾄδουσα, ἀντᾴσῃ δ’ ὁ <lb/>ἡγεμὼν αὐτῇ, οἱ ἄλλοι
							ἀθροισθέντες τύπτουσι τοῦτον καὶ <lb/>ἀποδιώκουσιν ἀπὸ τῆς θηλείας, ὅτι ἐκείνῃ ἀλλ’
							οὐκ αὐτοῖς <lb/>προσέρχεται. Ὁ δὲ πολλάκις διὰ ταῦτα σιωπῇ προσέρχεται, <lb/>ὅπως μὴ
							ἄλλος τῆς φωνῆς ἀκούσας ἔλθῃ μαχούμενος <lb/>αὐτῷ. Ἐνίοτε δέ φασιν οἱ ἔμπειροι τὸν
							ἄρρενα <lb/>προσιόντα τὴν θήλειαν κατασιγάζειν, ὅπως μὴ ἀκουσάντων <lb/>τῶν ἀρρένων
							ἀναγκασθῇ διαμάχεσθαι πρὸς αὐτούς. Οὐ <lb/>μόνον δ’ ᾄδει ὁ πέρδιξ, ἀλλὰ καὶ τριγμὸν
							ἀφίησι καὶ ἄλλας <lb/>φωνάς. Πολλάκις δὲ καὶ ἡ θήλεια ἐπῳάζουσα ἀνίσταται, <lb/>ὅταν
							τῇ θηρευούσῃ θηλείᾳ αἴσθηται προσέχοντα τὸν ἄρρενα, <lb/>καὶ ἀντᾴσασα ὑπομένει, ἵν’
							ὀχευθῇ καὶ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῆς <lb/>θηρευούσης. Οὕτω δὲ σφόδρα καὶ οἱ πέρδικες καὶ οἱ
							ὄρτυγες <lb/>ἐπτόηνται περὶ τὴν ὀχείαν, ὥστ’ εἰς τοὺς θηρεύοντας <lb/>ἐμπίπτουσι καὶ
							πολλάκις καθιζάνουσιν ἐπὶ τὰς κεφαλάς.</p>
						<p>Περὶ μὲν οὖν τὴν ὀχείαν καὶ θήραν τῶν περδίκων τοιαῦτα <lb/>συμβαίνει, καὶ περὶ τὴν
							ἄλλην τοῦ ἤθους πανουργίαν. <lb/>Νεοττεύουσι δ’ ἐπὶ τῆς γῆς, ὥσπερ εἴρηται, οἵ τε
							ὄρτυγες <lb/>καὶ οἱ πέρδικες καὶ τῶν ἄλλων ἔνιοι τῶν πτητικῶν. Ἔτι δὲ <lb/>τῶν
							τοιούτων ὁ μὲν κόρυδος καὶ ὁ σκολόπαξ καὶ ὄρτυξ <lb/>ἐπὶ δένδρου οὐ καθίζουσιν, ἀλλ’
							ἐπὶ τῆς γῆς, </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>ὁ δὲ δρυοκολάπτης <lb/>οὐ καθίζει ἐπὶ τῆς γῆς· κόπτει δὲ τὰς δρῦς τῶν <lb/>σκωλήκων
							καὶ σκνιπῶν ἕνεκεν, ἵν’ ἐξίωσιν. Ἀναλέγεται <pb n="321"/> γὰρ ἐξελθόντας αὐτοὺς τῇ
							γλώττῃ· πλατεῖαν δ’ ἔχει καὶ <lb/>μεγάλην. Καὶ πορεύεται ἐπὶ τοῖς δένδρεσι ταχέως
							πάντα <lb/>τρόπον, καὶ ὕπτιος, καθάπερ οἱ ἀσκαλαβῶται. Ἔχει δὲ <lb/>καὶ τοὺς ὄνυχας
							βελτίους τῶν κολοιῶν πεφυκότας πρὸς τὴν <lb/>ἀσφάλειαν τῆς ἐπὶ τοῖς δένδρεσιν
							ἐφεδρείας· τούτους γὰρ <lb/>ἐμπηγνὺς πορεύεται. Ἔστι δὲ τῶν δρυοκολαπτῶν ἓν μὲν
							<lb/>γένος ἔλαττον τοῦ κοττύφου, ἔχει δ’ ὑπέρυθρα μικρά, ἕτερον <lb/>δὲ γένος μεῖζον ἢ
							κόττυφος. Τὸ δὲ τρίτον γένος <lb/>αὐτῶν οὐ πολλῷ ἔλαττόν ἐστιν ἀλεκτορίδος θηλείας.
							Νεοττεύει <lb/>δ’ ἐπὶ τῶν δένδρων, ὥσπερ εἴρηται, ἐν ἄλλοις τε τῶν <lb/>δένδρων καὶ ἐν
							ἐλαίαις. Βόσκεται δὲ τούς τε μύρμηκας καὶ <lb/>τοὺς σκώληκας τοὺς ἐκ τῶν δένδρων.
							Θηρεύοντα δὲ τοὺς <lb/>σκώληκας οὕτω σφόδρα φασὶ κοιλαίνειν, ὥστε καταβάλλειν <lb/>τὰ
							δένδρα. Καὶ τιθασσευόμενος δέ τις ἤδη ἀμύγδαλον <lb/>εἰς ῥωγμὴν ξύλου ἐνθείς, ὅπως
							ἐναρμοσθὲν ὑπομείνειεν αὐτοῦ <lb/>τὴν πληγήν, ἐν τῇ τρίτῃ πληγῇ διέκοψε καὶ κατήσθιε
							τὸ <lb/>μαλακόν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Φρόνιμα δὲ πολλὰ καὶ περὶ τὰς γεράνους δοκεῖ συμβαίνειν· <lb/>ἐκτοπίζουσί τε γὰρ
							μακράν, καὶ εἰς ὕψος πέτονται <lb/>πρὸς τὸ καθορᾶν τὰ πόρρω, καὶ ἐὰν ἴδωσι νέφη καὶ
							<lb/>χειμέρια, καταπτᾶσαι ἡσυχάζουσιν. Ἔτι δὲ τὸ ἔχειν ἡγεμόνα <lb/>τε καὶ τοὺς
							ἐπισυρίττοντας ἐν τοῖς ἐσχάτοις, ὥστε <lb/>κατακούεσθαι τὴν φωνήν. Ὅταν δὲ καθίζωνται,
							αἱ μὲν <lb/>ἄλλαι ὑπὸ τῇ πτέρυγι τὴν κεφαλὴν ἔχουσαι καθεύδουσιν <lb/>ἐπὶ ἑνὸς ποδὸς
							ἐναλλάξ, ὁ δ’ ἡγεμὼν γυμνὴν ἔχων τὴν κεφαλὴν <lb/>προορᾷ, καὶ ὅταν αἴσθηταί τι,
							σημαίνει βοῶν. Οἱ δὲ <lb/>πελεκᾶνες οἱ ἐν τοῖς ποταμοῖς γινόμενοι καταπίνουσι τὰς
							<lb/>μεγάλας κόγχας καὶ λείας· ὅταν δ’ ἐν τῷ πρὸ τῆς κοιλίας <pb n="322"/> τόπῳ
							πέψωσιν, ἐξεμοῦσιν, ἵνα χασκουσῶν τὰ κρέα ἐξαιροῦντες <lb/>ἐσθίωσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Τῶν δ’ ἀγρίων ὀρνέων αἵ τ’ οἰκήσεις μεμηχάνηνται πρὸς <lb/>τοὺς βίους καὶ τὰς
							σωτηρίας τῶν τέκνων. Εἰσὶ δ’ οἱ μὲν <lb/>εὔτεκνοι αὐτῶν καὶ ἐπιμελεῖς τῶν τέκνων, οἱ
							δὲ τοὐναντίον, <lb/>καὶ οἱ μὲν εὐμήχανοι πρὸς τὸν βίον, οἱ δ’ ἀμηχανώτεροι. <lb/>Τὰς
							δ’ οἰκήσεις οἱ μὲν περὶ τὰς χαράδρας καὶ χηραμοὺς <lb/>ποιοῦνται καὶ πέτρας, οἷον ὁ
							καλούμενος χαραδριός· ἔστι <lb/>δ’ ὁ χαραδριὸς καὶ τὴν χρόαν καὶ τὴν φωνὴν φαῦλος,
							φαίνεται <lb/>δὲ νύκτωρ, ἡμέρας δ’ ἀποδιδράσκει. Ἐν ἀποτόμοις δὲ <lb/>καὶ ὁ ἱέραξ
							νεοττεύει· ὠμοφάγος δ’ ὤν, ὧν ἂν κρατήσῃ ὀρνέων, <lb/>τὴν καρδίαν οὐ κατεσθίει· καὶ
							τοῦτό τινες ἑωράκασι καὶ <lb/>ἐπ’ ὄρτυγος καὶ ἐπὶ κίχλης καὶ ἕτεροι ἐφ’ ἑτέρων. Ἔτι δὲ
							<lb/>καὶ περὶ τὸ θηρεύειν μεταβάλλουσιν· οὐ γὰρ ἁρπάζουσιν <lb/>ὁμοίως τοῦ θέρους.
							Γυπὸς δὲ λέγεται ὑπό τινων ὡς οὐδεὶς <lb/>ἑώρακεν οὔτε νεοττὸν οὔτε νεοττιάν· ἀλλὰ διὰ
							τοῦτο ἔφη <lb/>Ἡρόδωρος ὁ Βρύσωνος τοῦ σοφιστοῦ πατὴρ ἀπό τινος <lb/>αὐτὸς ἑτέρας
							εἶναι μετεώρου γῆς, τεκμήριον τοῦτο λέγων <lb/>καὶ τὸ φαίνεσθαι ταχὺ πολλούς, ὅθεν δέ,
							μηδενὶ εἶναι δῆλον. <lb/>Τούτου δ’ αἴτιον ὅτι τίκτει ἐν πέτραις ἀπροσβάτοις· <lb/>ἔστι
							δ’ οὐδὲ πολλαχοῦ ἐπιχώριος ὁ ὄρνις. Τίκτει δ’ <lb/>ἓν ᾠὸν ἢ δύο τὰ πλεῖστα. Ἔνιοι δὲ
							τῶν ὀρνίθων ἐν τοῖς <lb/>ὄρεσι καὶ τῇ ὕλῃ κατοικοῦσιν, οἷον ἔποψ καὶ βρένθος·
							<lb/>οὗτος δ’ ὁ ὄρνις εὐβίοτος καὶ ᾠδικός. Ὁ δὲ τροχίλος <lb/>καὶ λόχμας καὶ τρώγλας
							οἰκεῖ· δυσάλωτος δὲ καὶ δραπέτης <lb/>καὶ τὸ ἦθος ἀσθενής, εὐβίοτος δὲ καὶ τεχνικός.
							Καλεῖται <lb/>δὲ πρέσβυς καὶ βασιλεύς· διὸ καὶ τὸν ἀετὸν αὐτῷ <lb/>φασὶ πολεμεῖν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Εἰσὶ δέ τινες οἳ περὶ τὴν θάλατταν βιοῦσιν, <pb n="323"/> οἷον κίγκλος. Ἔστι δὲ τὸ
							ἦθος ὁ κίγκλος πανοῦργος <lb/>καὶ δυσθήρατος, ὅταν δὲ ληφθῇ, τιθασσότατος. Τυγχάνει
							<lb/>δ’ ὢν καὶ ἀνάπηρος· ἀκρατὴς γὰρ τῶν ὄπισθέν ἐστιν. <lb/>Ζῶσι δὲ περὶ θάλατταν καὶ
							ποταμοὺς καὶ λίμνας οἱ μὲν <lb/>στεγανόποδες ἅπαντες· ἡ γὰρ φύσις αὐτὴ ζητεῖ τὸ
							πρόσφορον· <lb/>πολλοὶ δὲ καὶ τῶν σχιζοπόδων περὶ τὰ ὕδατα καὶ <lb/>τὰ ἕλη
							βιοτεύουσιν, οἷον ἄνθος περὶ τοὺς ποταμούς· ἔχει <lb/>δὲ τὴν χρόαν καλὴν καὶ ἔστιν
							εὐβίοτον. Ὁ δὲ καταρράκτης <lb/>ζῇ μὲν περὶ θάλατταν, ὅταν δὲ καθῇ αὑτὸν εἰς τὸ
							<lb/>βαθύ, μένει χρόνον οὐκ ἐλάττονα ἢ ὅσον πλέθρον διέλθοι <lb/>τις· ἔστι δ’ ἔλαττον
							ἱέρακος τὸ ὄρνεον. Καὶ οἱ κύκνοι δ’ <lb/>εἰσὶ μὲν τῶν στεγανοπόδων, καὶ βιοτεύουσι
							περὶ λίμνας καὶ <lb/>ἕλη, εὐβίοτοι δὲ καὶ εὐήθεις καὶ εὔτεκνοι καὶ εὔγηροι, καὶ
							<lb/>τὸν ἀετόν, ἐὰν ἄρξηται, ἀμυνόμενοι νικῶσιν, αὐτοὶ δ’ οὐκ <lb/>ἄρχουσι μάχης.
							Ὠιδικοὶ δέ, καὶ περὶ τὰς τελευτὰς μάλιστα <lb/>ᾄδουσιν· ἀναπέτονται γὰρ καὶ εἰς τὸ
							πέλαγος, καί τινες ἤδη <lb/>πλέοντες παρὰ τὴν Λιβύην περιέτυχον ἐν τῇ θαλάττῃ πολλοῖς
							<lb/>ᾄδουσι φωνῇ γοώδει, καὶ τούτων ἑώρων ἀποθνήσκοντας <lb/>ἐνίους. Ἡ δὲ κύμινδις
							ὀλιγάκις μὲν φαίνεται (οἰκεῖ γὰρ <lb/>ὄρη), ἔστι δὲ μέλαν καὶ μέγεθος ὅσον ἱέραξ ὁ
							φασσοφόνος <lb/>καλούμενος, καὶ τὴν ἰδέαν μακρὸς καὶ λεπτός. Κύμινδιν <lb/>δὲ καλοῦσιν
							Ἴωνες αὐτήν· ἧς καὶ Ὅμηρος μέμνηται <lb/>ἐν τῇ Ἰλιάδι εἰπὼν</p>
						<l>χαλκίδα κικλήσκουσι θεοί, ἄνδρες δὲ κύμινδιν.</l>
						<p>Ἡ δ’ ὑβρίς, φασὶ δέ τινες εἶναι τὸν αὐτὸν τοῦτον ὄρνιθα <pb n="324"/> τῷ πτυγγί,
							οὗτος ἡμέρας μὲν οὖν φαίνεται διὰ τὸ μὴ βλέπειν <lb/>ὀξύ, τὰς δὲ νύκτας θηρεύει ὥσπερ
							οἱ ἀετοί· καὶ μάχονται <lb/>δὲ πρὸς τὸν ἀετὸν οὕτω σφόδρα ὥστ’ ἄμφω λαμβάνεσθαι
							<lb/>πολλάκις ζῶντας ὑπὸ τῶν νομέων. Τίκτει μὲν οὖν δύο ᾠά, <lb/>νεοττεύει δὲ καὶ
							οὗτος ἐν πέτραις καὶ σπηλαίοις. Μάχιμοι <lb/>δὲ καὶ αἱ γέρανοί εἰσι πρὸς ἀλλήλας οὕτω
							σφόδρα ὥστε <lb/>καὶ λαμβάνεσθαι μαχομένας· ὑπομένουσι γάρ. Τίκτει δὲ <lb/>γέρανος δύο
							ᾠά. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Ἡ δὲ κίττα φωνὰς μὲν μεταβάλλει πλείστας <lb/>(καθ’ ἑκάστην γὰρ ὡς εἰπεῖν ἡμέραν
							ἄλλην ἀφίησι), <lb/>τίκτει δὲ περὶ ἐννέα ᾠά, ποιεῖται δὲ τὴν νεοττιὰν ἐπὶ τῶν
							<lb/>δένδρων ἐκ τριχῶν καὶ ἐρίων· ὅταν δ’ ὑπολίπωσιν αἱ βάλανοι, <lb/>ἀποκρύπτουσα
							ταμιεύεται. Περὶ μὲν οὖν τῶν πελαργῶν, <lb/>ὅτι ἀντεκτρέφονται, θρυλεῖται παρὰ
							πολλοῖς· φασὶ δέ <lb/>τινες καὶ τοὺς μέροπας ταὐτὸ τοῦτο ποιεῖν, καὶ ἀντεκτρέφεσθαι
							<lb/>ὑπὸ τῶν ἐκγόνων οὐ μόνον γηράσκοντας ἀλλὰ καὶ <lb/>εὐθύς, ὅταν οἷοί τ’ ὦσιν· τὸν
							δὲ πατέρα καὶ τὴν μητέρα μένειν <lb/>ἔνδον. Ἡ δ’ ἰδέα τοῦ ὄρνιθος τῶν πτερῶν ἐστὶ τὰ
							μὲν ὑποκάτω <lb/>ὠχρόν, τὰ δὲ ἐπάνω ὥσπερ τῆς ἁλκυόνος κυάνεον, τὰ δ’ <lb/>ἐπ’ ἄκρων
							τῶν πτερυγίων ἐρυθρά. Τίκτει δὲ περὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ <lb/>ὑπὸ τὴν ὀπώραν, ἐν τοῖς κρημνοῖς
							τοῖς μαλακοῖς· εἰσδύεται <lb/>δ’ εἴσω καὶ τέτταρας πήχεις. Ἡ δὲ καλουμένη χλωρὶς διὰ
							<lb/>τὸ τὰ κάτω ἔχειν ὠχρά, ἔστι μὲν ἡλίκον κόρυδος, τίκτει δ’ <lb/>ᾠὰ τέτταρα ἢ
							πέντε, τὴν δὲ νεοττιὰν ποιεῖται μὲν ἐκ τοῦ <lb/>συμφύτου ἕλκουσα πρόσριζον, στρώματα
							δ’ ὑποβάλλει <lb/>τρίχας καὶ ἔρια. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο ποιεῖ καὶ ὁ κόττυφος <lb/>καὶ ἡ
							κίττα, καὶ τὰ ἐντὸς τῆς νεοττιᾶς ἐκ τούτων ποιοῦνται. <lb/>Τεχνικῶς δὲ καὶ ἡ τῆς
							ἀκανθυλλίδος ἔχει νεοττιά· <pb n="325"/> πέπλεκται γὰρ ὥσπερ σφαῖρα λινῆ, ἔχουσα τὴν
							εἴσδυσιν <lb/>μικράν. Φασὶ δὲ καὶ τὸ κιννάμωμον ὄρνεον εἶναι οἱ ἐκ <lb/>τῶν τόπων
							ἐκείνων, καὶ τὸ καλούμενον κιννάμωμον φέρειν <lb/>ποθὲν τοῦτο τὸ ὄρνεον, καὶ τὴν
							νεοττιὰν ἐξ αὐτοῦ ποιεῖσθαι. <lb/>Νεοττεύει δ’ ἐφ’ ὑψηλῶν δένδρων καὶ ἐν τοῖς θαλλοῖς
							τῶν <lb/>δένδρων· ἀλλὰ τοὺς ἐγχωρίους μόλυβδον πρὸς τοῖς ὀϊστοῖς <lb/>προσαρτῶντας
							τοξεύοντας καταβάλλειν, καὶ οὕτω συνάγειν <lb/>ἐκ τοῦ φορυτοῦ τὸ κιννάμωμον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="14">
						<p>Ἡ δ’ ἁλκυὼν ἔστι μὲν οὐ πολλῷ μείζων στρουθοῦ, τὸ δὲ <lb/>χρῶμα καὶ κυανοῦν ἔχει καὶ
							χλωρὸν καὶ ὑποπόρφυρον· μεμιγμένως <lb/>δὲ τοιοῦτον τὸ σῶμα πᾶν καὶ αἱ πτέρυγες καὶ τὰ
							<lb/>περὶ τὸν τράχηλον, οὐ χωρὶς ἕκαστον τῶν χρωμάτων· τὸ δὲ <lb/>ῥύγχος ὑπόχλωρον
							μέν, μακρὸν δὲ καὶ λεπτόν. Τὸ μὲν οὖν <lb/>εἶδος ἔχει τοιοῦτον, ἡ δὲ νεοττιὰ παρομοία
							ταῖς σφαίραις <lb/>ταῖς θαλαττίαις ἐστὶ καὶ ταῖς καλουμέναις ἁλοσάχναις, <lb/>πλὴν τοῦ
							χρώματος· τὴν δὲ χρόαν ὑπόπυρρον ἔχουσιν, τὸ <lb/>δὲ σχῆμα παραπλήσιον ταῖς σικύαις
							ταῖς ἐχούσαις τοὺς τραχήλους <lb/>μακρούς. Τὸ δὲ μέγεθος αὐτῶν ἐστὶ τῆς μεγίστης
							<lb/>σπογγιᾶς μεῖζον· εἰσὶ γὰρ καὶ μείζους καὶ ἐλάττους· κατάστεγοι <lb/>δέ, καὶ τὸ
							στερεὸν ἔχουσι συχνὸν καὶ τὸ κοῖλον. Καὶ <lb/>κόπτοντι μὲν σιδηρίῳ ὀξεῖ οὐ ταχὺ
							διακόπτεται, ἅμα δὲ <lb/>κόπτοντι καὶ ταῖς χερσὶ θραύοντι παχὺ διαθραύεται, ὥσπερ
							<lb/>ἡ ἁλοσάχνη. Τὸ δὲ στόμα στενὸν ὅσον εἴσδυσιν μικράν, <lb/>ὥστ’ οὐδ’ ἂν ἀνατραπῇ ἡ
							θάλαττα, οὐκ εἰσέρχεται. Τὰ <lb/>δὲ κοῖλα παραπλήσια ἔχει τοῖς τῶν σπόγγων. Ἀπορεῖται
							<lb/>δ’ ἐκ τίνος συντίθησι τὴν νεοττιάν, δοκεῖ δὲ μάλιστα ἐκ τῶν <lb/>ἀκανθῶν τῆς
							βελόνης· ζῇ γὰρ ἰχθυοφαγοῦσα. Ἀναβαίνει <lb/>δὲ καὶ ἀνὰ τοὺς ποταμούς. Τίκτει δὲ περὶ
							πέντε μάλιστα <lb/>ᾠά. Λοχεύεται δὲ διὰ βίου, ἄρχεται δὲ τετράμηνος. </p>
					</div>
					<pb n="326"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="15">
						<p>Ὁ δ’ ἔποψ τὴν νεοττιὰν μάλιστα ποιεῖται ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης <lb/>κόπρου· τὴν δ’ ἰδέαν
							μεταβάλλει τοῦ θέρους καὶ <lb/>τοῦ χειμῶνος, ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων ἀγρίων τὰ πλεῖστα.
							<lb/>Ὁ δ’ αἰγίθαλος τίκτει μὲν ᾠὰ πλεῖστα, ὡς φασίν. Ἔνιοι <lb/>δὲ καὶ τὸν
							μελαγκόρυφον καλούμενόν φασι πλεῖστα τίκτειν <lb/>μετά γε τὸν ἐν Λιβύῃ στρουθόν·
							ἑώραται μὲν γὰρ καὶ <lb/>ἑπτακαίδεκα, τίκτει μέντοι καὶ πλείω ἢ εἴκοσιν. Τίκτει
							<lb/>δ’ ἀεὶ περιττά, ὡς φασίν. Νεοττεύει δὲ καὶ οὗτος ἐν τοῖς <lb/>δένδρεσι, καὶ
							βόσκεται τοὺς σκώληκας. Ἴδιον δὲ τούτῳ <lb/>καὶ ἀηδόνι παρὰ τοὺς ἄλλους ὄρνιθας τὸ μὴ
							ἔχειν τῆς <lb/>γλώττης τὸ ὀξύ. Ὁ δ’ αἴγιθος εὐβίοτος καὶ πολύτεκνος, <lb/>τὸν δὲ πόδα
							χωλός ἐστιν. Χλωρίων δὲ μαθεῖν μὲν ἀγαθὸς <lb/>καὶ βιομήχανος, κακοπέτης δέ, καὶ χρόαν
							ἔχει μοχθηράν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="16">
						<p>Ἡ δ’ ἐλέα, ὥσπερ ἄλλος τις τῶν ὀρνίθων, εὐβίοτος, καὶ <lb/>καθίζει θέρους μὲν ἐν
							προσηνέμῳ καὶ σκιᾷ, χειμῶνος δ’ ἐν <lb/>εὐηλίῳ καὶ ἐπισκεπεῖ ἐπὶ τῶν δονάκων περὶ τὰ
							ἕλη. Ἔστι <lb/>δὲ τὸ μὲν μέγεθος βραχύς, φωνὴν δ’ ἔχει ἀγαθήν. Καὶ ὁ <lb/>γνάφαλος
							καλούμενος τήν τε φωνὴν ἔχει ἀγαθὴν καὶ τὸ χρῶμα <lb/>καλός, καὶ βιομήχανος, καὶ τὸ
							εἶδος εὐπρεπής. Δοκεῖ δ’ <lb/>εἶναι ξενικὸς ὄρνις· ὀλιγάκις γὰρ φαίνεται ἐν τοῖς μὴ
							οἰκείοις <lb/>τόποις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="17">
						<p>Ἡ δὲ κρὲξ τὸ μὲν ἦθος μάχιμος, τὴν δὲ διάνοιαν <lb/>εὐμήχανος πρὸς τὸν βίον, ἄλλως δὲ
							κακόποτμος ὄρνις. Ἡ <lb/>δὲ καλουμένη σίττη τὸ μὲν ἦθος μάχιμος, τὴν δὲ διάνοιαν
							<lb/>εὔθικτος καὶ εὐθήμων καὶ εὐβίοτος, καὶ λέγεται φαρμάκεια <lb/>εἶναι διὰ τὸ
							πολύιδρις εἶναι· πολύγονος δὲ καὶ εὔτεκνος, <lb/>καὶ ζῇ ὑλοκοποῦσα. Αἰγωλιὸς δ’ ἐστὶ
							νυκτινόμος καὶ ἡμέρας <lb/>ὀλιγάκις φαίνεται, καὶ οἰκεῖ καὶ οὗτος πέτρας καὶ
							σπήλυγγας· <pb n="327"/> ἔστι γὰρ δίθαλλος, τὴν δὲ διάνοιαν βιωτικὸς καὶ
							<lb/>εὐμήχανος. Ἔστι δέ τι ὀρνίθιον μικρὸν ὃ καλεῖται κέρθιος· <lb/>οὗτος τὸ μὲν ἦθος
							θρασύς, καὶ οἰκεῖ περὶ δένδρα, καὶ <lb/>ἔστι θριποφάγος, τὴν δὲ διάνοιαν εὐβίοτος, καὶ
							τὴν φωνὴν <lb/>ἔχει λαμπράν. Αἱ δ’ ἀκανθίδες κακόβιοι καὶ κακόχροοι, <lb/>φωνὴν μέντοι
							λιγυρὰν ἔχουσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="18">
						<p>Τῶν δ’ ἐρωδιῶν ὁ μὲν πέλλος, ὥσπερ εἴρηται, ὀχεύει μὲν <lb/>χαλεπῶς, εὐμήχανος δὲ καὶ
							δειπνοφόρος καὶ ἔπαγρος, ἐργάζεται <lb/>δὲ τὴν ἡμέραν· τὴν μέντοι χρόαν ἔχει φαύλην
							καὶ τὴν <lb/>κοιλίαν ἀεὶ ὑγράν. Τῶν δὲ λοιπῶν δύο (τρία γὰρ γένη <lb/>ἐστὶν αὐτῶν) ὁ
							μὲν λευκὸς τήν τε χρόαν ἔχει καλήν, καὶ <lb/>ὀχεύει ἀσινῶς, καὶ νεοττεύει καὶ τίκτει
							καλῶς ἐπὶ τῶν δένδρων, <lb/>νέμεται δ’ ἕλη καὶ λίμνας καὶ πεδία καὶ λειμῶνας. <lb/>Ὁ
							δ’ ἀστερίας ὁ ἐπικαλούμενος ὄκνος μυθολογεῖται μὲν <lb/>γενέσθαι ἐκ δούλων τὸ ἀρχαῖον,
							ἔστι δὲ κατὰ τὴν ἐπωνυμίαν <lb/>τούτων ἀργότατος.</p>
						<p>Οἱ μὲν οὖν ἐρωδιοὶ τοῦτον βιοῦσι τὸν τρόπον, ἡ δὲ καλουμένη <lb/>φῶϋξ ἴδιον ἔχει πρὸς
							τἆλλα· μάλιστα γάρ ἐστι <lb/>ὀφθαλμοβόρος τῶν ὀρνίθων. Πολέμιος δὲ τῇ ἅρπῃ· καὶ
							<lb/>γὰρ ἐκείνη ὁμοιοβίοτος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="19">
						<p>Τῶν δὲ κοττύφων δύο γένη <lb/>ἐστίν, ὁ μὲν ἕτερος μέλας καὶ πανταχοῦ ὤν, ὁ δ’ ἕτερος
							<lb/>ἔκλευκος, τὸ δὲ μέγεθος ἴσος ἐκείνῳ, καὶ ἡ φωνὴ παραπλησία <lb/>ἐκείνῳ· ἔστι δ’
							οὗτος ἐν Κυλλήνῃ τῆς Ἀρκαδίας, <lb/>ἄλλοθι δ’ οὐδαμοῦ. Τούτων ὅμοιος τῷ μέλανι κοττύφῳ
							<lb/>ἐστὶ λαιός, τὸ μέγεθος μικρῷ ἐλάττων· οὗτος ἐπὶ τῶν <lb/>πετρῶν καὶ ἐπὶ τῶν
							κεράμων τὰς διατριβὰς ποιεῖται, τὸ δὲ <lb/>ῥύγχος οὐ φοινικοῦν ἔχει καθάπερ ὁ
							κόττυφος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="20">
						<p>Κιχλῶν <pb n="328"/> δ’ εἴδη τρία, ἡ μὲν ἰξοβόρος· αὕτη δ’ οὐκ ἐσθίει ἀλλ’ ἢ
							<lb/>ἰξὸν καὶ ῥητίνην, τὸ δὲ μέγεθος ὅσον κίττα ἐστίν. Ἑτέρα <lb/>τριχάς· αὕτη δ’ ὀξὺ
							φθέγγεται, τὸ δὲ μέγεθος ὅσον <lb/>κόττυφος. Ἄλλη δ’ ἣν καλοῦσί τινες ἰλιάδα, ἐλαχίστη
							<lb/>τε τούτων καὶ ἧττον ποικίλη. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="21">
						<p>Ἔστι δέ τις πετραῖος ᾧ ὄνομα κύανος· οὗτος ὁ ὄρνις ἐν <lb/>Νισύρῳ μάλιστά ἐστι,
							ποιεῖται δ’ ἐπὶ τῶν πετρῶν τὰς διατριβάς. <lb/>Τὸ δὲ μέγεθος κοττύφου μὲν ἐλάττων,
							σπίζης <lb/>δὲ μείζων μικρῷ. Μεγαλόπους δέ, καὶ πρὸς τὰς πέτρας <lb/>προσαναβαίνει.
							Κυανοῦς ὅλος· τὸ δὲ ῥύγχος ἔχει λεπτὸν <lb/>καὶ μακρόν, σκέλη δὲ βραχέα τῇ πίπῳ
							παρόμοια. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="22">
						<p>Ὁ δὲ <lb/>χλωρίων χλωρὸς ὅλος· οὗτος τὸν χειμῶνα οὐχ ὁρᾶται, περὶ <lb/>δὲ τὰς τροπὰς
							τὰς θερινὰς φανερὸς μάλιστα γίνεται, <lb/>ἀπαλλάττεται δ’ ὅταν Ἀρκτοῦρος ἐπιτέλλῃ. Τὸ
							δὲ μέγεθός <lb/>ἐστιν ὅσον τρυγών. Ὁ δὲ μαλακοκρανεὺς ἀεὶ ἐπὶ <lb/>τὸ αὐτὸ καθιζάνει,
							καὶ ἁλίσκεται ἐνταῦθα. Τὸ δὲ εἶδος, <lb/>κεφαλὴ μὲν μεγάλη χονδρότυπος, τὸ δὲ μέγεθος
							ἐλάττων <lb/>κίχλης μικρῷ· στόμα δ’ εὔρωστον, μικρόν, στρογγύλον· τὸ <lb/>δὲ χρῶμα
							σποδοειδὴς ὅλος· εὔπους δὲ καὶ κακόπτερος. <lb/>Ἁλίσκεται δὲ μάλιστα γλαυκί. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="23">
						<p>Ἔστι δὲ καὶ πάρδαλος. Τοῦτο δὲ τὸ ὄρνεόν ἐστιν <lb/>ἀγελαῖον ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ οὐκ
							ἔστι κατὰ ἕνα ἰδεῖν· τὸ <lb/>δὲ χρῶμα σποδοειδὴς ὅλος, μέγεθος δὲ παραπλήσιος
							<lb/>ἐκείνοις, εὔπους δὲ καὶ οὐ κακόπτερος, φωνὴ δὲ πολλὴ καὶ <lb/>οὐ βαρεῖα.
							Κολλυρίων δὲ τὰ αὐτὰ ἐσθίει τῷ κοττύφῳ· τὸ <lb/>δὲ μέγεθος καὶ τούτου ταὐτὸν τοῖς
							πρότερον· ἁλίσκεται δὲ <pb n="329"/> κατὰ χειμῶνα μάλιστα. Ταῦτα δὲ πάντα διὰ παντὸς
							φανερά <lb/>ἐστιν. Ἔτι δὲ τὰ κατὰ πόλεις εἰωθότα μάλιστα ζῆν, <lb/>κόραξ καὶ κορώνη·
							καὶ γὰρ ταῦτ’ ἀεὶ φανερά, καὶ οὐ μεταβάλλει <lb/>τοὺς τόπους οὐδὲ φωλεύει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="24">
						<p>Κολοιῶν δ’ ἐστὶν εἴδη τρία, ἓν μὲν ὁ κορακίας· οὗτος ὅσον <lb/>κορώνη, φοινικόρυγχος·
							ἄλλος ὁ λύκος καλούμενος· ἔτι <lb/>δ’ ὁ μικρός, ὁ βωμολόχος. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλο γένος
							<lb/>κολοιῶν περὶ τὴν Λυδίαν καὶ Φρυγίαν, ὃ στεγανόπουν <lb/>ἐστίν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="25">
						<p>Κορυδάλων δ’ ἐστὶ δύο γένη, ἡ μὲν ἑτέρα ἐπίγειος <lb/>καὶ λόφον ἔχουσα, ἡ δ’ ἑτέρα
							ἀγελαία καὶ οὐ σπορὰς <lb/>ὥσπερ ἐκείνη, τὸ μέντοι χρῶμα ὅμοιον τῇ ἑτέρᾳ ἔχουσα, τὸ
							<lb/>δὲ μέγεθος ἔλαττον· καὶ λόφον οὐκ ἔχει· ἐσθίεται δέ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="26">
						<p>Ἀσκαλώπας δ’ ἐν τοῖς κήποις ἁλίσκεται ἕρκεσιν· τὸ μέγεθος <lb/>ὅσον ἀλεκτορίς, τὸ
							ῥύγχος μακρόν, τὸ χρῶμα ὅμοιον <lb/>ἀτταγῆνι· τρέχει δὲ ταχύ, καὶ φιλάνθρωπόν ἐστιν
							ἐπιεικῶς. <lb/>Ὁ δὲ ψάρος ἐστὶ ποικίλος· μέγεθος δ’ ἐστὶν ἡλίκον <lb/>κόττυφος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="27">
						<p>Αἱ δ’ ἴβιες αἱ ἐν Αἰγύπτῳ εἰσὶ μὲν διτταί, <lb/>αἱ μὲν λευκαὶ αὐτῶν, αἱ δὲ μέλαιναι.
							Ἐν μὲν οὖν τῇ <lb/>ἄλλῃ Αἰγύπτῳ αἱ λευκαί· εἰσι, πλὴν ἐν Πηλουσίῳ οὐ γίνονται· <lb/>αἱ
							δὲ μέλαιναι ἐν τῇ ἄλλῃ Αἰγύπτῳ οὐκ εἰσίν, ἐν Πηλουσίῳ <lb/>δ’ εἰσίν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="28">
						<p>Σκῶπες δ’ οἱ μὲν ἀεὶ πᾶσαν ὥραν εἰσί, <lb/>καὶ καλοῦνται ἀεισκῶπες, καὶ οὐκ ἐσθίονται
							διὰ τὸ ἄβρωτοι <lb/>εἶναι· ἕτεροι δὲ γίνονται ἐνίοτε τοῦ φθινοπώρου, φαίνονται <lb/>δ’
							ἐφ’ ἡμέραν μίαν ἢ δύο τὸ πλεῖστον, καὶ εἰσὶν ἐδώδιμοι καὶ <lb/>σφόδρα εὐδοκιμοῦσιν.
							Καὶ διαφέρουσι τῶν ἀεισκωπῶν καλουμένων <lb/>οὗτοι ἄλλῳ μὲν ὡς εἰπεῖν οὐδενί, τῷ δὲ
							πάχει· <lb/>καὶ οὗτοι μέν εἰσιν ἄφωνοι, ἐκεῖνοι δὲ φθέγγονται. Περὶ <pb n="330"/> δὲ
							γενέσεως αὐτῶν ἥτις ἐστίν, οὐθὲν ὦπται, πλὴν ὅτι τοῖς <lb/>ζεφυρίοις φαίνονται· τοῦτο
							δὲ φανερόν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="29">
						<p>Ὁ δὲ κόκκυξ, ὥσπερ εἴρηται ἐν ἑτέροις, οὐ ποιεῖ νεοττιάν, <lb/>ἀλλ’ ἐν ἀλλοτρίαις
							τίκτει νεοττιαῖς, μάλιστα μὲν ἐν <lb/>ταῖς τῶν φαβῶν καὶ ἐν ὑπολαΐδος καὶ κορύδου
							χαμαί, <lb/>ἐπὶ δένδρου δ’ ἐν τῇ τῆς χλωρίδος καλουμένης νεοττιᾷ. <lb/>Τίκτει μὲν οὖν
							ἓν ᾠόν, ἐπῳάζει δ’ οὐκ αὐτός, ἀλλ’ ἐν οὗ αν <lb/>τέκῃ νεοττιᾷ, οὗτος ὁ ὄρνις
							ἐκκολάπτει καὶ τρέφει, καὶ ὡς <lb/>φασίν, ὅταν αὐξάνηται ὁ τοῦ κόκκυγος νεοττός,
							ἐκβάλλει τὰ <lb/>αὑτῆς, καὶ ἀπόλλυνται οὕτως. Οἱ δὲ λέγουσιν ὡς καὶ <lb/>ἀποκτείνασα ἡ
							τρέφουσα δίδωσι καταφαγεῖν· διὰ γὰρ <lb/>τὸ καλὸν εἶναι τὸν τοῦ κόκκυγος νεοττὸν
							ἀποδοκιμάζει τὰ <lb/>αὑτῆς. Τὰ μὲν οὖν πλεῖστα τούτων ὁμολογοῦσιν αὐτόπται
							<lb/>γεγενημένοι τινές· περὶ δὲ τῆς φθορᾶς τῆς τῶν νεοττῶν τῆς <lb/>ὄρνιθος οὐχ
							ὡσαύτως πάντες λέγουσιν, ἀλλ’ οἱ μέν φασιν <lb/>αὐτὸν ἐπιφοιτῶντα τὸν κόκκυγα
							κατεσθίειν τὰ τῆς ὑποδεξαμένης <lb/>ὄρνιθος νεόττια, οἱ δὲ διὰ τὸ τῷ μεγέθει ὑπερέχειν
							<lb/>τὸν νεοττὸν τοῦ κόκκυγος ὑποκάπτοντα τὰ προσφερόμενα <lb/>φθάνειν, ὥστε λιμῷ τοὺς
							ἑτέρους· ἀπόλλυσθαι νεοττούς, οἱ <lb/>δὲ κρείττω ὄντα ἀποκτιννύναι συντρεφόμενον
							αὐτοῖς. Δοκεῖ <lb/>δ’ ὁ κόκκυξ φρόνιμον ποιεῖσθαι τὴν τέκνωσιν· διὰ γὰρ <lb/>τὸ
							συνειδέναι αὑτῷ τὴν δειλίαν καὶ ὅτι οὐκ ἂν δύναιτο βοηθῆσαι, <lb/>διὰ τοῦτο ὥσπερ
							ὑποβολιμαίους ποιεῖ τοὺς ἑαυτοῦ <lb/>νεοττούς, ἵνα σωθῶσιν. Τὴν γὰρ δειλίαν ὑπερβάλλει
							τοῦτο <lb/>τὸ ὄρνεον· τίλλεται γὰρ ὑπὸ τῶν μικρῶν ὀρνέων, καὶ φεύγει <lb/>αὐτά. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="30">
						<p>Οἱ δ’ ἄποδες, οὓς καλοῦσί τινες κυψέλους, ὅτι μὲν <pb n="331"/> ὅμοιοι ταῖς χελιδόσιν
							εἰσίν, εἴρηται πρότερον· οὐ γὰρ ῥᾴδιον <lb/>γνῶναι πρὸς τὴν χελιδόνα, πλὴν τῷ τὴν
							κνήμην ἔχειν δασεῖαν. <lb/>Οὗτοι νεοττεύουσιν ἐν κυψελίσιν ἐκ πηλοῦ πεπλασμέναις
							<lb/>μακραῖς, ὅσον εἴσδυσιν ἐχούσαις. Ἐν στεγνῷ <lb/>δὲ ποιεῖται τὰς νεοττιὰς ὑπὸ
							πέτραις καὶ σπηλαίοις, ὥστε <lb/>καὶ τὰ θηρία καὶ τοὺς ἀνθρώπους διαφεύγειν. Ὁ δὲ
							καλούμενος <lb/>αἰγοθήλας ἔστι μὲν ὀρεινός, τὸ δὲ μέγεθος κοττύφου <lb/>μὲν μικρῷ
							μείζων, κόκκυγος δ’ ἐλάττων. Τίκτει <lb/>μὲν οὖν ᾠὰ δύο ἢ τρία τὸ πλεῖστον, τὸ δὲ ἦθός
							ἐστι <lb/>βλακικός. Θηλάζει δὲ τὰς αἶγας προσπετόμενος, ὅθεν <lb/>καὶ τοὔνομ’ εἴληφεν·
							φασὶ δ’, ὅταν θηλάσῃ τὸν μαστόν, <lb/>ἀποσβέννυσθαί τε καὶ τὴν αἶγα ἀποτυφλοῦσθαι.
							Ἔστι <lb/>δ’ οὐκ ὀξυωπὸς τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ τῆς νυκτὸς βλέπει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="31">
						<p>Οἱ <lb/>δὲ κόρακες ἐν τοῖς μικροῖς χωρίοις, καὶ ὅπου μὴ ἱκανὴ τροφὴ <lb/>πλείοσι, δύο
							μόνοι γίνονται· καὶ τοὺς ἑαυτῶν νεοττούς, <lb/>ὅταν οἷοί τ’ ὦσιν ἤδη πέτεσθαι, τὸ μὲν
							πρῶτον ἐκβάλλουσιν, <lb/>ὕστερον δὲ καὶ ἐκ τοῦ τόπου ἐκδιώκουσιν. Τίκτει <lb/>δ’ ὁ
							κόραξ καὶ τέτταρα καὶ πέντε. Περὶ δὲ τοὺς <lb/>χρόνους ἐν οἷς ἀπώλοντο οἱ Μηδίου ξένοι
							ἐν Φαρσάλῳ, <lb/>ἐρημία ἐν τοῖς τόποις τοῖς περὶ Ἀθήνας καὶ Πελοπόννησον <lb/>ἐγένετο
							κοράκων, ὡς ἐχόντων αἴσθησίν τινα τῆς παρ’ ἀλλήλων <lb/>δηλώσεως. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="32">
						<p>Τῶν δ’ ἀετῶν ἐστὶ πλείονα γένη, ἓν μὲν ὁ καλούμενος <lb/>πύγαργος· οὗτος κατὰ τὰ
							πεδία καὶ τὰ ἄλση καὶ περὶ τὰς <lb/>πόλεις γίνεται· ἔνιοι δὲ καλοῦσιν νεβροφόνον
							αὐτόν. Πέτεται <lb/>δὲ καὶ εἰς τὰ ὄρη καὶ εἰς τὴν ὕλην διὰ τὸ θάρσος· τὰ <lb/>δὲ λοιπὰ
							γένη ὀλιγάκις εἰς πεδία καὶ εἰς ἄλση φοιτᾷ. Ἕτερον <lb/>δὲ γένος ἀετοῦ ἐστὶν ὃ πλάγγος
							καλεῖται, δεύτερος <pb n="332"/> μεγέθει καὶ ῥώμῃ· οἰκεῖ δὲ βήσσας καὶ ἄγκη καὶ
							λίμνας, <lb/>ἐπικαλεῖται δὲ νηττοφόνος καὶ μορφνός· οὗ καὶ Ὅμηρος <lb/>μέμνηται ἐν τῇ
							τοῦ Πριάμου ἐξόδῳ. Ἕτερος δὲ μέλας τὴν <lb/>χρόαν καὶ μέγεθος ἐλάχιστος, κράτιστος
							τούτων· οὗτος οἰκεῖ <lb/>ὄρη καὶ ὕλας, καλεῖται δὲ μελανάετος καὶ λαγωφόνος.
							<lb/>Ἐκτρέφει δὲ μόνος τὰ τέκνα οὗτος καὶ ἐξάγει. Ἔστι δὲ <lb/>ὠκυβόλος καὶ εὐθήμων
							καὶ ἄφθονος καὶ ἄφοβος καὶ μάχιμος <lb/>καὶ εὔφημος· οὐ γὰρ μινυρίζει οὐδὲ λέληκεν.
							Ἔτι δ’ <lb/>ἕτερον γένος περκνόπτερος, λευκὴ κεφαλή, μεγέθει δὲ μέγιστος, <lb/>πτερὰ
							δὲ βραχύτατα καὶ οὐροπύγιον πρόμηκες, γυπὶ <lb/>ὅμοιος· ὀρειπέλαργος καλεῖται καὶ
							ὑπάετος. Οἰκεῖ δ’ ἄλση, <lb/>τὰ μὲν κακὰ ταὐτὰ ἔχων τοῖς ἄλλοις, τῶν δ’ ἀγαθῶν οὐδέν·
							<lb/>ἁλίσκεται γὰρ καὶ διώκεται ὑπὸ κοράκων καὶ τῶν ἄλλων· <lb/>βαρὺς γὰρ καὶ κακόβιος
							καὶ τὰ τεθνεῶτα φέρων, πεινῇ δ’ <lb/>ἀεὶ καὶ βοᾷ καὶ μινυρίζει. Ἕτερον δὲ γένος ἐστὶν
							ἀετῶν <lb/>οἱ καλούμενοι ἁλιάετοι. Οὗτοι δ’ ἔχουσιν αὐχένα τε μέγαν <lb/>καὶ παχὺν καὶ
							πτερὰ καμπύλα, οὐροπύγιον δὲ πλατύ· οἰκοῦσι <lb/>δὲ περὶ θάλατταν καὶ ἀκτάς,
							ἁρπάζοντες δὲ καὶ οὐ δυνάμενοι <lb/>φέρειν πολλάκις καταφέρονται εἰς βυθόν. Ἔτι δ’
							<lb/>ἄλλο γένος ἐστὶν ἀετῶν οἱ καλούμενοι γνήσιοι. Φασὶ δὲ <lb/>τούτους μόνους καὶ τῶν
							ἄλλων ὀρνίθων γνησίους εἶναι· τὰ <lb/>γὰρ ἄλλα γένη μέμικται καὶ μεμοίχευται ὑπ’
							ἀλλήλων, καὶ <lb/>τῶν ἀετῶν καὶ τῶν ἱεράκων καὶ τῶν ἐλαχίστων. Ἔστι <lb/>δ’ οὗτος
							μέγιστος τῶν ἀετῶν ἁπάντων, μείζων τε τῆς <lb/>φήνης, τῶν δ’ ἀετῶν καὶ ἡμιόλιος, χρῶμα
							ξανθός. Φαίνεται <lb/>δ’ ὀλιγάκις, ὥσπερ ἡ καλουμένη κύμινδις. Ὥρα δὲ τοῦ <pb n="333"/> ἐργάζεσθαι ἀετῷ καὶ πέτεσθαι ἀπ’ ἀρίστου μέχρι δείλης· <lb/>τὸ γὰρ ἕωθεν κάθηται
							μέχρι ἀγορᾶς πληθυούσης. Γηράσκουσι <lb/>δὲ τοῖς ἀετοῖς τὸ ῥύγχος αὐξάνεται τὸ ἄνω
							γαμψούμενον <lb/>ἀεὶ μᾶλλον, καὶ τέλος λιμῷ ἀποθνήσκουσιν. Ἐπιλέγεται <lb/>δέ τις καὶ
							μῦθος, ὡς τοῦτο πάσχει διότι ἄνθρωπός <lb/>ποτ’ ὢν ἠδίκησε ξένον. Ἀποτίθεται δὲ τὴν
							περιττεύουσαν <lb/>τροφὴν τοῖς νεοττοῖς· διὰ γὰρ τὸ μὴ εὔπορον εἶναι καθ’ <lb/>ἑκάστην
							ἡμέραν αὐτὴν πορίζεσθαι, ἐνίοτε οὐκ ἔχουσιν ἔξωθεν <lb/>κομίζειν. Τύπτουσι δὲ ταῖς
							πτέρυξι καὶ τοῖς ὄνυξιν ἀμύττουσιν, <lb/>ἄν τινα λάβωσι σκευωρούμενον περὶ τὰς
							νεοττιάς. <lb/>Ποιοῦνται δ’ αὐτὰς οὐκ ἐν πεδινοῖς τόποις ἀλλ’ ἐν ὑψηλοῖς, <lb/>μάλιστα
							μὲν ἐν πέτραις ἀποκρήμνοις, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐπὶ <lb/>δένδρων. Τρέφουσι δὲ τοὺς
							νεοττοὺς ἕως ἂν δυνατοὶ γένωνται <lb/>πέτεσθαι· τότε δ’ ἐκ τῆς νεοττιᾶς αὐτοὺς
							ἐκβάλλουσι <lb/>καὶ ἐκ τοῦ τόπου τοῦ περὶ αὐτὴν παντὸς ἀπελαύνουσιν. <lb/>Ἐπέχει γὰρ
							ἓν ζεῦγος ἀετῶν πολὺν τόπον· διό περ οὐκ ἐᾷ <lb/>πλησίον αὑτῶν ἄλλους αὐλισθῆναι. Τὴν
							δὲ θήραν ποιεῖται <lb/>οὐκ ἐκ τῶν σύνεγγυς τόπων τῆς νεοττιᾶς, ἀλλὰ συχνὸν
							<lb/>ἀποπτάς. Ὅταν δὲ κυνηγήσῃ καὶ ἄρῃ, τίθησι καὶ οὐκ εὐθὺς <lb/>φέρει, ἀλλ’
							ἀποπειραθεὶς τοῦ βάρους ἀφίησιν. Καὶ τοὺς <lb/>δασύποδας δ’ οὐκ εὐθὺς λαμβάνει, ἀλλ’
							εἰς τὸ πεδίον ἐάσας <lb/>προελθεῖν· καὶ καταβαίνει δ’ οὐκ εὐθὺς εἰς τὸ ἔδαφος, ἀλλ’
							<lb/>ἀεὶ ἀπὸ τοῦ μείζονος ἐπὶ τὸ ἔλαττον κατὰ μικρόν. Ἄμφω <lb/>δὲ ταῦτα ποιεῖ πρὸς
							ἀσφάλειαν τοῦ μὴ ἐνεδρεύεσθαι. Καὶ <lb/>ἐφ’ ὑψηλῶν καθίζει διὰ τὸ βραδέως αἴρεσθαι ἀπὸ
							τῆς γῆς. <lb/>Ὑψοῦ δὲ πέτεται, ὅπως ἐπὶ πλεῖστον τόπον καθορᾷ· <lb/>διόπερ θεῖον οἱ
							ἄνθρωποί φασιν εἶναι μόνον τῶν ὀρνέων. <pb n="334"/> Πάντες δ’ οἱ γαμψώνυχοι ἥκιστα
							καθιζάνουσιν ἐπὶ πέτραις <lb/>διὰ τὸ τῇ γαμψότητι ἐμπόδιον εἶναι τὴν σκληρότητα.
							<lb/>Θηρεύει δὲ λαγὼς καὶ νεβροὺς καὶ ἀλώπεκας καὶ τὰ λοιπά, <lb/>ὅσων κρατεῖν οἷός τ’
							ἐστίν. Μακρόβιος δ’ ἐστίν· δῆλον <lb/>δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ τὴν νεοττιὰν τὴν αὐτῶν ἐπὶ πολὺ
							<lb/>διαμένειν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="33">
						<p>Ἐν δὲ Σκύθαις ὀρνίθων γένος ἐστὶν οὐκ ἔλαττον ὠτίδος· <lb/>τοῦτο τίκτει δύο νεοττούς,
							οὐκ ἐπικάθηται δέ, ἀλλ’ ἐν <lb/>δέρματι λαγωοῦ ἢ ἀλώπεκος ἐγκρύψαν ἐᾷ· ἐπ’ ἄκρῳ δὲ
							<lb/>τῷ δένδρῳ φυλάττει, ὅταν μὴ τύχῃ θηρεύων· κἄν τις ἀναβαίνῃ, <lb/>μάχεται καὶ
							τύπτει ταῖς πτέρυξιν, ὥσπερ οἱ ἀετοί. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="34">
						<p>Γλαῦκες δὲ καὶ νυκτικόρακες, καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα τῆς ἡμέρας <lb/>ἀδυνατεῖ βλέπειν, τῆς
							νυκτὸς μὲν θηρεύοντα τὴν τροφὴν <lb/>αὑτοῖς πορίζεται, οὐ κατὰ πᾶσαν δὲ τὴν νύκτα
							τοῦτο ποιεῖ, <lb/>ἀλλ’ ἄχρι ἑσπερίου καὶ περὶ ὄρθρον· θηρεύει δὲ μῦς καὶ <lb/>σαύρας
							καὶ σφονδύλας καὶ τοιαῦτ’ ἄλλα ζῳδάρια. Ἡ δὲ <lb/>καλουμένη φήνη ἐστὶν εὔτεκνος καὶ
							εὐβίοτος καὶ δειπνοφόρος <lb/>καὶ ἤπιος, καὶ τὰ τέκνα ἐκτρέφει καὶ τὰ αὑτῆς καὶ τὰ τοῦ
							<lb/>ἀετοῦ. Καὶ γὰρ ταῦθ’ ὅταν ἐκβάλλῃ ἐκεῖνος, ἀναλαβοῦσα <lb/>τρέφει· ἐκβάλλει γὰρ ὁ
							ἀετὸς πρὸ ὥρας, ἔτι βίου δεόμενα <lb/>καὶ οὔπω δυνάμενα πέτεσθαι. Ἐκβάλλειν δὲ δοκεῖ ὁ
							<lb/>ἀετὸς τοὺς νεοττοὺς διὰ φθόνον· φύσει γάρ ἐστι φθονερὸς <lb/>καὶ ὀξύπεινος, ἔτι
							δὲ ὀξυλαβής. Λαμβάνει δὲ μέγα, ὅταν <lb/>λάβῃ. Φθονεῖ οὖν τοῖς νεοττοῖς ἁδρυνομένοις,
							ὅτι φαγεῖν <lb/>ἀγαθοὶ γίνονται, καὶ σπᾷ τοῖς ὄνυξιν. Μάχονται δὲ καὶ οἱ <lb/>νεοττοὶ
							ἑαυτοῖς περὶ τῆς ἕδρας καὶ τῆς τροφῆς· ὁ δ’ ἐκβάλλει <pb n="335"/> καὶ κόπτει αὐτούς·
							οἱ δ’ ἐκβαλλόμενοι βοῶσι, καὶ <lb/>οὕτως ὑπολαμβάνει αὐτοὺς ἡ φήνη. Ἡ δὲ φήνη
							ἐπάργεμός <lb/>τ’ ἐστὶ καὶ πεπήρωται τοὺς ὀφθαλμούς· ὁ δ’ ἁλιάετος <lb/>ὀξυωπέστατος
							μέν ἐστι, καὶ τὰ τέκνα ἀναγκάζει ἔτι ψιλὰ <lb/>ὄντα πρὸς τὸν ἥλιον βλέπειν, καὶ τὸν μὴ
							βουλόμενον κόπτει <lb/>καὶ στρέφει, καὶ ὁποτέρου ἂν ἔμπροσθεν οἱ ὀφθαλμοὶ δακρύσωσιν,
							<lb/>τοῦτον ἀποκτείνει, τὸν δ’ ἕτερον ἐκτρέφει. Διατρίβει <lb/>δὲ περὶ θάλατταν, καὶ
							ζῇ θηρεύων τοὺς περὶ τὴν θάλατταν <lb/>ὄρνιθας, ὥσπερ εἴρηται. Θηρεύει δ’ ἀπολαμβάνων
							<lb/>καθ’ ἕνα, παρατηρῶν ἀναδυόμενον ἐκ τῆς θαλάττης. Ὅταν <lb/>δ’ ἴδῃ ὁ ὄρνις
							ἀνακύπτων τὸν ἁλιάετον, πάλιν φοβηθεὶς καταδύεται <lb/>ὡς ἑτέρᾳ ἀνακύψων· ὁ δὲ διὰ τὸ
							ὀξὺ ὁρᾶν ἀεὶ <lb/>πέτεται, ἕως ἂν ἀποπνίξῃ ἢ λάβῃ μετέωρον. Ἀθρόαις γὰρ <lb/>οὐκ
							ἐπιχειρεῖ· ῥαίνουσαι γὰρ ἀπερύκουσι ταῖς πτέρυξιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="35">
						<p>Οἱ δὲ κέπφοι ἁλίσκονται τῷ ἀφρῷ· κάπτουσι γὰρ <lb/>αὐτόν, διὸ προσραίνοντες
							θηρεύουσιν. Ἔχει δὲ τὴν μὲν <lb/>ἄλλην σάρκα εὐώδη, τὸ δὲ πυγαῖον μόνον θινὸς ὄζει.
							Γίνονται <lb/>δὲ πίονες. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="36">
						<p>Τῶν δ’ ἱεράκων κράτιστος μὲν ὁ τριόρχης, δεύτερος δ’ <lb/>ὁ αἰσάλων, τρίτος ὁ κίρκος.
							Ὁ δὲ ἀστερίας καὶ ὁ φασσοφόνος <lb/>καὶ ὁ πτέρνις ἀλλοῖοι. Οἱ δὲ πλατύτεροι ἱέρακες
							<lb/>ὑποτριόρχαι καλοῦνται, ἄλλοι δὲ πέρκοι καὶ σπιζίαι, οἱ δὲ <lb/>λεῖοι καὶ οἱ
							φρυνολόγοι· οὗτοι εὐβιώτατοι καὶ χθαμαλοπτῆται. <lb/>Γένη δὲ τῶν ἱεράκων φασί τινες
							εἶναι οὐκ ἐλάττω <lb/>τῶν δέκα, διαφέρουσι δ’ ἀλλήλων· οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ἐπὶ <lb/>τῆς
							γῆς καθημένην τύπτουσι τὴν περιστερὰν καὶ συναρπάζουσι, <lb/>πετομένης δ’ οὐ
							θιγγάνουσιν· οἱ δ’ ἐπὶ δένδρου μὲν ἤ <lb/>τινος ἄλλου καθημένην θηρεύουσιν, ἐπὶ τῆς
							γῆς δ’ οὔσης ἢ μετεώρου <pb n="336"/> οὐχ ἅπτονται· οἱ δ’ οὔτ’ ἐπὶ τῆς γῆς οὔτ’ ἐπ’
							ἄλλου <lb/>καθημένης θιγγάνουσιν, ἀλλὰ πετομένην πειρῶνται λαμβάνειν. <lb/>Φασὶ δὲ καὶ
							τὰς περιστερὰς γινώσκειν ἕκαστον τούτων <lb/>τῶν γενῶν, ὥστε προσπετομένων, ἐὰν μὲν ᾖ
							τῶν μετεωροθήρων, <lb/>μένειν ὅπου ἂν καθήμεναι τύχωσιν, ἐὰν δ’ ᾖ τῶν χαμαιτύπων
							<lb/>ὁ προσπετόμενος, οὐχ ὑπομένειν ἀλλ’ ἀναπέτεσθαι. <lb/>Ἐν δὲ Θρᾴκῃ τῇ καλουμένῃ
							ποτὲ Κεδρειπόλει ἐν τῷ <lb/>ἕλει θηρεύουσιν οἱ ἄνθρωποι τὰ ὀρνίθια κοινῇ μετὰ τῶν
							ἱεράκων· <lb/>οἱ μὲν γὰρ ἔχοντες ξύλα σοβοῦσι τὸν κάλαμον καὶ <lb/>τὴν ὕλην, ἵνα
							πέτωνται τὰ ὀρνίθια, οἱ δ’ ἱέρακες ἄνωθεν <lb/>ὑπερφαινόμενοι καταδιώκουσιν· ταῦτα δὲ
							φοβούμενα κάτω <lb/>πέτονται πάλιν πρὸς τὴν γῆν· οἱ δ’ ἄνθρωποι τύπτοντες <lb/>τοῖς
							ξύλοις λαμβάνουσι, καὶ τῆς θήρας μεταδιδόασιν αὐτοῖς· <lb/>ῥίπτουσι γὰρ τῶν ὀρνίθων,
							οἱ δὲ ὑπολαμβάνουσιν. <lb/>Καὶ περὶ τὴν Μαιῶτιν δὲ λίμνην τοὺς λύκους φασὶ συνήθεις
							<lb/>εἶναι τοῖς ποιουμένοις τὴν θήραν τῶν ἰχθύων· ὅταν δὲ <lb/>μὴ μεταδιδῶσι,
							διαφθείρειν αὐτῶν τὰ δίκτυα ξηραινόμενα <lb/>ἐν τῇ γῇ.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς ὄρνιθας τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="37">
						<p>ἔστι δὲ καὶ ἐν τοῖς θαλαττίοις ζῴοις πολλὰ τεχνικὰ θεωρῆσαι <lb/>πρὸς τοὺς ἑκάστων
							βίους. Τά τε γὰρ θρυλούμενα περὶ τὸν <lb/>βάτραχον τὸν ἁλιέα καλούμενόν ἐστιν ἀληθῆ,
							καὶ τὰ περὶ <lb/>τὴν νάρκην. Ὁ μὲν γὰρ βάτραχος τοῖς πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν
							<lb/>ἀποκρεμαμένοις, ὦν τὸ μὲν μῆκός ἐστι τριχοειδές, ἐπ’ ἄκρου δὲ <lb/>στρογγύλον,
							ὥσπερ προσκείμενον ἑκατέρῳ δελέατος χάριν· <lb/>ὅταν οὖν ἐν τοῖς ἀμμώδεσιν ἢ θολώδεσιν
							ἀναταράξας κρύψῃ <lb/>ἑαυτόν, ἐπαίρει τὰ τριχώδη, κοπτόντων δὲ τῶν ἰχθυδίων
							<lb/>συγκατάγει μέχριπερ ἂν πρὸς τὸ στόμα προσαγάγῃ. Ἥ <lb/>τε νάρκη ναρκᾶν ποιοῦσα ὧν
							ἂν κρατήσειν μέλλῃ ἰχθύων, <pb n="337"/> τῷ τρόπῳ ὃν ἔχει ἐν τῷ στόματι λαμβάνουσα,
							τρέφεται <lb/>τούτοις, κατακρύπτεται δ’ εἰς τὴν ἄμμον καὶ πηλόν, λαμβάνει <lb/>δὲ τὰ
							ἐπινέοντα, ὅσα ἂν ναρκήσῃ ἐπιφερόμενα τῶν <lb/>ἰχθύων· καὶ τούτου αὐτόπται γεγένηνταί
							τινες. Κατακρύπτει <lb/>δὲ καὶ ἡ τρυγὼν αὑτήν, πλὴν οὐχ ὁμοίως. Σημεῖον δ’ <lb/>ὅτι
							τοῦτον τὸν τρόπον ζῶσιν· ἁλίσκονται γὰρ ἔχοντες κεστρέας <lb/>πολλάκις ὄντες αὐτοὶ
							βραδύτατοι, τὸν τάχιστον τῶν <lb/>ἰχθύων. Ἔπειτα ὁ μὲν βάτραχος, ὅταν μηκέτ’ ἔχῃ τὰ
							ἐπὶ <lb/>ταῖς θριξίν, ἁλίσκεται λεπτότερος· ἡ δὲ νάρκη φανερά ἐστι <lb/>καὶ τοὺς
							ἀνθρώπους ποιοῦσα ναρκᾶν. Καθαμμίζουσι δ’ ἑαυτὰ <lb/>καὶ ὄνος καὶ βάτος καὶ ψῆττα καὶ
							ῥίνη, καὶ ὅταν ποιήσῃ <lb/>ἑαυτὰ ἄδηλα, εἶτα ῥαβδεύεται τοῖς ἐν τῷ στόματι, ἃ καλοῦσιν
							<lb/>οἱ ἁλιεῖς ῥαβδία· προσέρχονται δ’ ὡς πρὸς φυκία <lb/>ἀφ’ ὧν τρέφονται. Ὅπου δ’ ἂν
							ἀνθίας ὁραθῇ, οὐκ ἔστι θηρίον· <lb/>ᾧ καὶ σημείῳ χρώμενοι κατακολυμβῶσιν οἱ σπογγεῖς,
							καὶ <lb/>καλοῦσιν ἱεροὺς ἰχθῦς τούτους· ἔοικε δὲ συμπτώματι, καθάπερ <lb/>ὅπου ἂν ᾖ
							κοχλίας, σῦς οὐκ ἔστιν οὐδὲ πέρδιξ· κατεσθίουσι <lb/>γὰρ ἄμφω τοὺς κοχλίας. Ὁ δ’ ὄφις
							ὁ θαλάττιος τὸ μὲν <lb/>χρῶμα παραπλήσιον ἔχει τῷ γόγγρῳ καὶ τὸ σῶμα, πλήν <lb/>ἐστιν
							ἀμαυρότερος καὶ σφοδρότερος· ἐὰν δὲ ληφθῇ καὶ <lb/>ἀφεθῇ, εἰς τὴν ἄμμον καταδύεται
							ταχὺ τῷ ῥύγχει διατρυπήσας· <lb/>ἔχει δ’ ὀξύτερον τὸ στόμα τῶν ὄφεων. Ἣν δὲ καλοῦσι
							<lb/>σκολόπενδραν, ὅταν καταπίῃ τὸ ἄγκιστρον, ἐκτρέπεται τὰ <lb/>ἐντὸς ἐκτός, ἕως ἂν
							ἐκβάλῃ τὸ ἄγκιστρον· εἶθ’ οὕτως εἰστρέπεται <lb/>πάλιν ἐντός. Βαδίζουσι δ’ αἱ
							σκολόπενδραι πρὸς <lb/>τὰ κνισώδη, ὥσπερ καὶ αἱ χερσαῖαι. Τῷ μὲν οὖν στόματι <lb/>οὐ
							δάκνουσι, τῇ δὲ ἅψει καθ’ ὅλον τὸ σῶμα, ὥσπερ αἱ καλούμεναι <lb/>κνῖδαι. Τῶν δ’ ἰχθύων
							αἱ ὀνομαζόμεναι ἀλώπεκες <pb n="338"/> ὅταν αἴσθωνται ὅτι τὸ ἄγκιστρον καταπεπώκασι,
							βοηθοῦσι <lb/>πρὸς τοῦτο ὥσπερ καὶ ἡ σκολόπενδρα· ἀναδραμοῦσαι <lb/>γὰρ ἐπὶ πολὺ πρὸς
							τὴν ὁρμιὰν ἀποτρώγουσιν αὐτῆς· ἁλίσκονται <lb/>γὰρ περὶ ἐνίους τόπους πολυαγκίστροις
							ἐν ῥοώδεσι <lb/>καὶ βαθέσι τόποις. Συστρέφονται δὲ καὶ αἱ ἄμιαι, ὅταν τι <lb/>θηρίον
							ἴδωσι, καὶ κύκλῳ αὐτῶν περινέουσιν αἱ μέγισται, κἂν <lb/>ἅπτηταί τινος, ἀμύνουσιν·
							ἔχουσι δ’ ὀδόντας ἰσχυρούς, καὶ <lb/>ἤδη ὦπται καὶ ἄλλα καὶ λάμια ἐμπεσοῦσα καὶ
							καθελκωθεῖσα. <lb/>Τῶν δὲ ποταμίων ὁ γλάνις ὁ ἄρρην περὶ τὰ τέκνα <lb/>ποιεῖται
							ἐπιμέλειαν πολλήν· ἡ μὲν γὰρ θήλεια τεκοῦσα <lb/>ἀπαλλάττεται, ὁ δ’ ἄρρην, οὗ ἂν
							πλεῖστον συστῇ τοῦ κυήματος, <lb/>ᾠοφυλακεῖ παραμένων, οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἄλλην
							παρεχόμενος <lb/>πλὴν ἐρύκων τἆλλα ἰχθύδια μὴ διαρπάσωσι τὸν γόνον· <lb/>καὶ τοῦτο
							ποιεῖ ἡμέρας καὶ τετταράκοντα καὶ πεντήκοντα, <lb/>ἕως ἂν αὐξηθεὶς ὁ γόνος δύνηται
							διαφεύγειν ἀπὸ τῶν <lb/>ἄλλων ἰχθύων. Γινώσκεται δ’ ὑπὸ τῶν ἁλιέων οὗ ἂν τύχῃ
							<lb/>ᾠοφυλακῶν· ἐρύκων γὰρ τὰ ἰχθύδια ἄττει καὶ ἦχον ποιεῖ καὶ <lb/>μυγμόν. Οὕτω δὲ
							φιλοστόργως μένει πρὸς τοῖς ᾠοῖς, <lb/>ὥστε οἱ ἁλιεῖς ἑκάστοτε, ἐὰν ἐν βαθείαις ῥίζαις
							τὰ ᾠὰ <lb/>προσῇ, ἀνάγουσιν ὡς ἂν δύνωνται εἰς βραχύτατον· ὁ δ’ <lb/>ὁμοίως οὐκ
							ἀπολείπει τὸν γόνον, ἀλλ’ ἐὰν μὲν τύχῃ, ταχέως <lb/>ὑπὸ τοῦ ἀγκίστρου ἑάλω διὰ τὸ
							ἁρπάζειν τὰ προσιόντα τῶν <lb/>ἰχθυδίων, ἐὰν δ’ ᾖ συνήθης καὶ ἀγκιστροφάγος, λείπει
							μὲν <lb/>οὐδ’ ὣς τὸν γόνον, τῷ δ’ ὀδόντι τῷ σκληροτάτῳ συνδάκνων <lb/>διαφθείρει τὰ
							ἄγκιστρα. Ἅπαντα δὲ καὶ τὰ πλωτὰ <lb/>καὶ τὰ μόνιμα τούτους νέμεται τοὺς τόπους ἐν οἷς
							ἂν φυῶσι, <lb/>καὶ τοὺς ὁμοίους τούτοις· ἡ γὰρ οἰκεία τροφὴ ἑκάστων ἐν <lb/>τούτοις
							ἐστίν. Πλανᾶται δὲ μάλιστα τὰ σαρκοφάγα· <pb n="339"/> πάντα δὲ σχεδόν ἐστι σαρκοφάγα
							πλὴν ὀλίγων, οἷον κεστρέως <lb/>καὶ σάλπης καὶ τρίγλης καὶ χαλκίδος. Τῇ δὲ
							<lb/>καλουμένῃ φωλίδι ἡ μύξα, ἣν ἀφίησι, περιπλάττεται περὶ <lb/>αὐτὴν καὶ γίνεται
							καθάπερ θαλάμη. Τῶν δ’ ὀστρακοδέρμων <lb/>καὶ ἀπόδων ὁ κτεὶς μάλιστα καὶ πλεῖστον
							κινεῖται δι’ αὑτοῦ <lb/>πετόμενος· ἡ γὰρ πορφύρα ἐπὶ μικρότατον προέρχεται, <lb/>καὶ
							τὰ ὅμοια ταύτῃ. Ἐκ δὲ τοῦ εὐρίπου τοῦ ἐν Πύρρᾳ <lb/>οἱ ἰχθύες χειμῶνος μὲν ἐκπλέουσιν
							ἔξω, πλὴν κωβιοῦ, διὰ <lb/>τὸ ψῦχος (ψυχρότερος γάρ ἐστιν ὁ εὔριπος), ἅμα δὲ τῷ
							<lb/>ἔαρι πάλιν εἰσπλέουσιν. Οὐ γίνεται δ’ ἐν τῷ εὐρίπῳ οὔτε <lb/>σκάρος οὔτε θρίττα
							οὔτε ἄλλο τῶν ἀκανθηροτέρων οὐθέν, <lb/>οὐδὲ γαλεοὶ οὐδὲ ἀκανθίαι οὐδὲ κάραβοι οὐδὲ
							πολύποδες οὐδὲ <lb/>βολίταιναι οὐδ’ ἄλλ’ ἄττα· τῶν δ’ ἐν τῷ εὐρίπῳ φυομένων <lb/>οὐκ
							ἔστι πελάγιος ὁ λευκὸς κωβιός. Ἀκμάζουσι δὲ τῶν <lb/>ἰχθύων οἱ μὲν ᾠοφόροι τοῦ ἔαρος,
							μέχρι οὗ ἂν ἐκτέκωσιν, <lb/>οἱ δὲ ζῳοτόκοι τοῦ μετοπώρου, καὶ πρὸς τούτοις κεστρεῖς
							<lb/>καὶ τρίγλαι καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα πάντα. Περὶ δὲ τὴν <lb/>Λέσβον καὶ τὰ πελάγια
							πάντα καὶ τὰ εὐριπώδη τίκτει ἐν <lb/>τῷ εὐρίπῳ· ὀχεύονται μὲν γὰρ τοῦ μετοπώρου,
							τίκτουσι δὲ <lb/>τοῦ ἔαρος. Ἔστι δὲ καὶ τὰ σελάχη κατὰ μὲν τὸ μετόπωρον <lb/>ἀναμὶξ τὰ
							ἄρρενα τοῖς θήλεσι κατὰ τὴν ὀχείαν, τοῦ δ’ ἔαρος <lb/>εἰσπλέουσι διακεκριμένα, μέχρι
							οὗ ἂν ἐκτέκωσιν· κατὰ δὲ <lb/>τὴν ὀχείαν ἁλίσκεται πολλὰ συνεζευγμένα. Τῶν δὲ μαλακίων
							<lb/>πανουργότατον μὲν ἡ σηπία, καὶ μόνον χρῆται τῷ <lb/>θόλῳ κρύψεως χάριν, καὶ οὐ
							μόνον φοβουμένη· ὁ δὲ πολύπους <lb/>καὶ ἡ τευθὶς διὰ φόβον ἀφίησι τὸν θόλον. Ἀφίησι
							<lb/>δὲ ταῦτα πάντα οὐδέποτε ἀθρόον τὸν θόλον· καὶ ὅταν ἀφῇ, <pb n="340"/> αὐξάνεται
							πάλιν. Ἡ δὲ σηπία, ὥσπερ εἴρηται, τῷ τε <lb/>θόλῳ πολλάκις χρῆται κρύψεως χάριν, καὶ
							προδείξασα <lb/>εἰς τὸ πρόσθεν ἀναστρέφεται εἰς τὸν θόλον· ἔτι δὲ θηρεύει <lb/>τοῖς
							μακροῖς τοῖς ἀποτείνουσιν οὐ μόνον τὰ μικρὰ τῶν <lb/>ἰχθυδίων, ἀλλὰ καὶ κεστρέας
							πολλάκις. Ὁ δὲ πολύπους <lb/>ἀνόητον μέν ἐστι (καὶ γὰρ πρὸς τὴν χεῖρα βαδίζει τοῦ
							ἀνθρώπου <lb/>καθιεμένην), οἰκονομικὸς δ’ ἐστίν· πάντα γὰρ συλλέγει <lb/>μὲν εἰς τὴν
							θαλάμην, οὗ τυγχάνει κατοικῶν, ὅταν δὲ <lb/>καταναλώσῃ τὰ χρησιμώτατα, ἐκβάλλει τὰ
							ὄστρακα καὶ τὰ <lb/>κελύφια τῶν καρκίνων καὶ κογχυλίων καὶ τὰς ἀκάνθας τῶν
							<lb/>ἰχθυδίων· καὶ θηρεύει τοὺς ἰχθῦς τὸ χρῶμα μεταβάλλων καὶ <lb/>ποιῶν ὅμοιον οἷς ἂν
							πλησιάζῃ λίθοις. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο <lb/>ποιεῖ καὶ φοβηθείς. Λέγεται δ’ ὑπό τινων ὡς καὶ
							ἡ σηπία <lb/>τοῦτο ποιεῖ· παρόμοιον γάρ φασι τὸ χρῶμα ποιεῖν τὸ <lb/>αὑτῆς τῷ τόπῳ
							περὶ ὃν διατρίβει. Τῶν δ’ ἰχθύων τοῦτο <lb/>ποιεῖ μόνον ῥίνη· μεταβάλλει γὰρ τὴν χρόαν
							ὥσπερ ὁ <lb/>πολύπους. Τὸ μὲν οὖν πλεῖστον γένος τῶν πολυπόδων οὐ <lb/>διετίζει· καὶ
							γὰρ φύσει συντηκτικόν ἐστιν· σημεῖον δ’ ἐστίν, <lb/>πιλούμενος γὰρ ἀφίησιν ἀεί τι καὶ
							τέλος ἀφανίζεται. Αἱ <lb/>δὲ θήλειαι μετὰ τὸν τόκον τοῦτο πάσχουσι μᾶλλον, καὶ
							<lb/>γίνονται μωραί, καὶ οὔτε κυματιζόμεναι αἰσθάνονται, λαβεῖν <lb/>τε τῇ χειρὶ
							κατακολυμβήσαντα ῥᾴδιον· βλεννώδεις τε γίνονται, <lb/>καὶ οὐδὲ θηρεύουσιν ἔτι
							προσκαθήμεναι. Οἱ δ’ ἄρρενες <lb/>σκυτώδεις τε γίνονται καὶ γλίσχροι. Σημεῖον δὲ
							<lb/>δοκεῖ εἶναι τοῦ μὴ διετίζειν, ὅτι μετὰ τὴν γένεσιν τῶν πολυποδίων <lb/>ἔν γε τῷ
							θέρει καὶ πρὸς τὸ φθινόπωρον μέγαν <lb/>πολύπουν οὐκέτι ῥᾴδιόν ἐστιν ἰδεῖν, μικρὸν δὲ
							πρὸ τούτου <pb n="341"/> τοῦ καιροῦ μέγιστοί εἰσιν οἱ πολύποδες. Ὅταν δὲ τὰ ᾠὰ
							<lb/>ἐκτέκωσιν, οὕτω καταγηράσκειν καὶ ἀσθενεῖς γίνεσθαι ἀμφοτέρους <lb/>φασὶν ὥστε
							ὑπὸ τῶν ἰχθυδίων κατεσθίεσθαι καὶ ῥᾳδίως <lb/>ἀποσπᾶσθαι ἀπὸ τῶν φωλεῶν· πρότερον δὲ
							τοιοῦτον <lb/>οὐδὲν πάσχειν. Ἔτι δὲ τοὺς μικροὺς καὶ νέους τῶν πολυπόδων <lb/>μετὰ τὴν
							γένεσιν οὐθέν φασι τοιοῦτον πάσχειν, ἀλλ’ <lb/>ἰσχυροτέρους εἶναι τῶν μειζόνων. Οὐ
							διετίζουσι δ’ οὐδ’ αἱ <lb/>σηπίαι. Εἰς δὲ τὸ ξηρὸν ἐξέρχεται μόνον τῶν μαλακίων <lb/>ὁ
							πολύπους· πορεύεται δ’ ἐπὶ τοῦ τραχέος, τὸ δὲ λεῖον φεύγει. <lb/>Ἔστι δὲ τὰ μὲν ἄλλα
							ἰσχυρὸν τὸ ζῷον, τὸν δὲ τράχηλον <lb/>ἀσθενές, ὅταν πιεσθῇ. Περὶ μὲν οὖν τῶν μαλακίων
							<lb/>τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· τὰς δὲ κόγχας φασὶ τὰς <lb/>λεπτὰς καὶ τραχείας ποιεῖσθαι
							περὶ αὑτὰς οἷον θώρακα <lb/>σκληρόν, καὶ τοῦτον μείζονα, ὅταν γίνωνται μείζους, καὶ ἐκ
							<lb/>τούτου ἐξιέναι ὥσπερ ἐκ φωλεοῦ τινὸς ἢ οἰκίας. Ἔστι δὲ <lb/>καὶ ὁ ναυτίλος
							πολύπους τῇ τε φύσει καὶ οἷς ποιεῖ περιττός· <lb/>ἐπιπλεῖ γὰρ ἐπὶ τῆς θαλάττης, τὴν
							ἀναφορὰν ποιησάμενος <lb/>κάτωθεν ἐκ τοῦ βυθοῦ, καὶ ἀναφέρεται μὲν κατεστραμμένῳ
							<lb/>τῷ ὀστράκῳ, ἵνα ῥᾷόν γε ἀνέλθῃ καὶ κενῷ ναυτίλληται, <lb/>ἐπιπολάσας δὲ
							μεταστρέφει. Ἔχει δὲ μεταξὺ <lb/>τῶν πλεκτανῶν ἐπί τι συνυφές, ὅμοιον τοῖς στεγανόποσι
							<lb/>τὸ μεταξὺ τῶν δακτύλων· πλὴν ἐκείνοις μὲν παχύ, τούτοις δὲ <lb/>λεπτὸν τοῦτο καὶ
							ἀραχνιῶδές ἐστιν. Χρῆται δ’ αὐτῷ, ὅταν <lb/>πνεῦμά τι ᾖ, ἱστίῳ· ἀντὶ πηδαλίων δὲ τῶν
							πλεκτανῶν παρακαθίησιν· <lb/>ἂν δὲ φοβηθῇ, καταδύνει τῆς θαλάττης μεστώσας <lb/>τὸ
							ὄστρακον. Περὶ δὲ γενέσεως καὶ συναυξήσεως τοῦ ὀστράκου <lb/>ἀκριβῶς μὲν οὔπω ὦπται,
							δοκεῖ δ’ οὐκ ἐξ ὀχείας γίνεσθαι, <lb/>ἀλλὰ φύεσθαι ὥσπερ τἆλλα κογχύλια. Οὐ δῆλον δέ
							πω <lb/>οὐδ’ εἰ ἀποδυόμενος δύναται ζῆν. </p>
					</div>
					<pb n="342"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="38">
						<p>Τῶν δ’ ἐντόμων ἐργατικώτατον ζῴων ἐστί, σχεδὸν δὲ <lb/>καὶ πρὸς τἆλλα συγκρίνεσθαι
							πάντα, τό τε τῶν μυρμήκων <lb/>γένος καὶ τὸ τῶν μελιττῶν, ἔτι δ’ ἀνθρῆναι καὶ σφῆκες
							<lb/>καὶ πάνθ’ ὡς εἰπεῖν τὰ συγγενῆ τούτοις. Εἰσὶ δὲ καὶ τῶν <lb/>ἀραχνίων οἱ
							γλαφυρώτατοι καὶ λαγαρώτατοι καὶ τεχνικώτεροι <lb/>περὶ τὸν βίον. Ἡ μὲν οὖν τῶν
							μυρμήκων ἐργασία <lb/>πᾶσίν ἐστιν ἐπιπολῆς ἰδεῖν, καὶ ὡς ἀεὶ μίαν ἀτραπὸν πάντες
							<lb/>βαδίζουσι, καὶ τὴν ἀπόθεσιν τῆς τροφῆς καὶ ταμιείαν· <lb/>ἐργάζονται γὰρ καὶ τὰς
							νύκτας τὰς πανσελήνους. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="39">
						<p>Τῶν δ’ <lb/>ἀραχνίων καὶ τῶν φαλαγγίων ἔστι μὲν πολλὰ γένη, τῶν <lb/>μὲν δηκτικῶν
							φαλαγγίων δύο, τὸ μὲν ἕτερον ὅμοιον τοῖς <lb/>καλουμένοις λύκοις, μικρὸν καὶ ποικίλον
							καὶ ὀξὺ καὶ πηδητικόν· <lb/>καλεῖται δὲ ψύλλα· τὸ δ’ ἕτερον μεῖζον, τὸ μὲν χρῶμα
							<lb/>μέλαν, τὰ δὲ σκέλη τὰ πρόσθια μακρὰ ἔχον, καὶ τῇ κινήσει <lb/>νωθρὸν καὶ βαδίζον
							ἠρέμα καὶ οὐ κρατερὸν καὶ οὐ πηδῶν. Τὰ <lb/>δ’ ἄλλα πάντα, ὅσα παρατίθενται οἱ
							φαρμακοπῶλαι, τὰ <lb/>μὲν οὐδεμίαν τὰ δ’ ἀσθενῆ ποιεῖ τὴν δῆξιν. Ἄλλο δ’ ἐστὶ <lb/>τῶν
							καλουμένων λύκων γένος. Τοῦτο μὲν οὖν τὸ μικρὸν οὐχ <lb/>ὑφαίνει ἀράχνιον, τὸ δὲ
							μεῖζον τραχὺ καὶ φαῦλον πρὸς τῇ <lb/>γῇ· καὶ ταῖς αἱμασιαῖς· ἐπὶ τοῖς στομίοις δ’ ἀεὶ
							ποιεῖ τὸ <lb/>ἀράχνιον, καὶ ἔνδον ἔχον τὰς ἀρχὰς τηρεῖ, ἕως ἂν ἐμπεσόν <lb/>τι κινηθῇ·
							ἔπειτα προσέρχεται. Τὸ δὲ ποικίλον ὑπὸ τοῖς <lb/>δένδρεσι ποιεῖται μικρὸν καὶ φαῦλον
							ἀράχνιον. Ἄλλο δ’ <lb/>ἐστὶ τρίτον τούτων σοφώτατον καὶ γλαφυρώτατον· ὑφαίνει <lb/>γὰρ
							πρῶτον μὲν διατεῖναν πρὸς τὰ πέρατα πανταχόθεν, <lb/>εἶτα στημονίζεται ἀπὸ τοῦ μέσου
							(λαμβάνει δὲ τὸ μέσον <lb/>ἱκανῶς), ἐπὶ δὲ τούτοις ὥσπερ κρόκας ἐμβάλλει, εἶτα
							συνυφαίνει. <pb n="343"/> Τὴν μὲν οὖν κοίτην καὶ τὴν ἀπόθεσιν τῆς θήρας ἄλλοθι
							<lb/>ποιεῖται, τὴν δὲ θήραν ἐπὶ τοῦ μέσου τηροῦσα· <lb/>κἄπειθ’ ὅταν ἐμπέσῃ τι,
							κινηθέντος τοῦ μέσου πρῶτον <lb/>μὲν περιδεῖ καὶ περιελίττει τοῖς ἀραχνίοις, ἕως ἂν
							ἀχρεῖον <lb/>ποιήσῃ, μετὰ δὲ ταῦτ’ ἀπήνεγκεν ἀραμένη, καὶ ἐὰν μὲν τύχῃ <lb/>πεινῶσα,
							ἐξεχύλισεν (αὕτη γὰρ ἡ ἀπόλαυσις), εἰ δὲ μή, πάλιν <lb/>ὁρμᾷ πρὸς τὴν θήραν, ἀκεσαμένη
							πρῶτον τὸ διερρωγός· <lb/>ἐὰν δέ τι μεταξὺ ἐμπέσῃ, πρῶτον ἐπὶ τὸ μέσον βαδίζει,
							<lb/>κἀκεῖθεν ἐπανέρχεται πρὸς τὸ ἐμπεσὸν ὥσπερ ἀπ’ ἀρχῆς. <lb/>Ἐὰν δέ τις λυμήνηται
							τοῦ ἀραχνίου, πάλιν ἄρχεται τῆς <lb/>ὑφῆς καταφερομένου τοῦ ἡλίου ἢ ἀνατέλλοντος διὰ
							τὸ μάλιστα <lb/>ἐν ταύταις ταῖς ὥραις ἐμπίπτειν τὰ θηρία. Ἐργάζεται <lb/>δὲ καὶ
							θηρεύει ἡ θήλεια· ὁ δ’ ἄρρην συναπολαύει. Τῶν <lb/>δ’ ἀραχνίων τῶν γλαφυρῶν καὶ
							ὑφαινόντων ἀράχνιον πυκνὸν <lb/>δύο ἐστὶ γένη, τὸ μὲν μεῖζον τὸ δ’ ἔλαττον. Τὸ μὲν οὖν
							<lb/>μακροσκελέστερον κάτωθεν κρεμάμενον τηρεῖ, ὅπως ἂν μὴ <lb/>φοβούμενα τὰ θηρία
							εὐλαβῆται ἀλλ’ ἐμπίπτῃ ἄνω (διὰ <lb/>γὰρ τὸ μέγεθος οὐκ εὐκρυφές ἐστι), τὸ δὲ
							συμμετρότερον <lb/>ἄνωθεν ἐπηλυγισάμενον τοῦ ἀραχνίου ὀπὴν μικράν. Δύνανται <lb/>δ’
							ἀφιέναι οἱ ἀράχναι τὸ ἀράχνιον εὐθὺς γενόμενοι, <lb/>οὐκ ἔσωθεν ὡς ὂν περίττωμα,
							καθάπερ φησὶ Δημόκριτος, <lb/>ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σώματος οἷον φλοιόν, ἢ τὰ βάλλοντα ταῖς
							<lb/>θριξίν, οἷον αἱ ὕστριχες. Περιτίθεται δὲ καὶ περιελίττεται <lb/>καὶ τοῖς μείζοσι
							ζῴοις, ἐπεὶ καὶ ταῖς σαύραις ταῖς <lb/>μικραῖς ἐπιβάλλον περὶ τὸ στόμα περιθέον
							ἀφίησιν, ἕως ἂν <lb/>συλλάβῃ τὸ στόμα· τότε δ’ ἤδη δάκνει προσελθόν.</p>

						<pb n="344"/>

						<p>Καὶ περὶ μὲν τούτων τῶν ζῴων τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="40">
						<p>Ἔστι δέ τι γένος τῶν ἐντόμων, ὃ ἑνὶ μὲν ὀνόματι <lb/>ἀνώνυμόν ἐστιν, ἔχει δὲ πάντα
							τὴν μορφὴν συγγενικήν· <lb/>ἔστι δὲ ταῦτα ὅσα κηριοποιά, οἷον μέλιτται καὶ τὰ
							παραπλήσια <lb/>τὴν μορφήν. Τούτων δ’ ἐστὶ γένη ἐννέα, ὧν τὰ μὲν <lb/>ἓξ ἀγελαῖα,
							μέλιττα, βασιλεῖς τῶν μελιττῶν, κηφὴν ὁ ἐν <lb/>ταῖς μελίτταις, σφὴξ ὁ ἐπέτειος, ἔτι
							δ’ ἀνθρήνη καὶ τενθρηδών· <lb/>μοναδικὰ δὲ τρία, σειρὴν ὁ μικρός, φαιός, ἄλλος
							<lb/>σειρὴν ὁ μείζων, ὁ μέλας καὶ ποικίλος, τρίτος δ’ ὁ καλούμενος <lb/>βομβύλιος,
							μέγιστος τούτων. Οἱ μὲν οὖν μύρμηκες <lb/>θηρεύουσι μὲν οὐδέν, τὰ δὲ πεποιημένα
							συλλέγουσιν· οἱ δ’ <lb/>ἀράχναι ποιοῦσι μὲν οὐδὲν οὐδ’ ἀποτίθενται, θηρεύουσι δὲ
							<lb/>μόνον τὴν τροφήν· τῶν δ’ ἐννέα γενῶν τῶν εἰρημένων περὶ <lb/>μὲν τῶν λοιπῶν
							ὕστερον λεχθήσεται, αἱ δὲ μέλιτται θηρεύουσι <lb/>μὲν οὐδέν, αὐταὶ δὲ ποιοῦνται καὶ
							ἀποτίθενται· ἔστι <lb/>γὰρ αὐταῖς τὸ μέλι τροφή. Δῆλον δὲ ποιοῦσιν, ὅταν τὰ <lb/>κηρία
							ἐπιχειρῶσιν οἱ μελιττουργοὶ ἐξαιρεῖν· θυμιώμεναι <lb/>γὰρ καὶ σφόδρα πονοῦσαι ὑπὸ τοῦ
							καπνοῦ τότε μάλιστα <lb/>τὸ μέλι ἐσθίουσιν, ἐν δὲ τῷ ἄλλῳ χρόνῳ οὐ σφόδρα ὁρῶνται,
							<lb/>ὡς φειδόμεναι καὶ ἀποτιθέμεναι τροφῆς χάριν. Ἔστι δ’ <lb/>αὐταῖς καὶ ἄλλη τροφή,
							ἣν καλοῦσί τινες κήρινθον· ἔστι <lb/>δὲ τοῦτο ὑποδεέστερον καὶ γλυκύτητα συκώδη ἔχον,
							κομίζουσι <lb/>δὲ τοῦτο τοῖς σκέλεσι καθάπερ καὶ τὸν κηρόν. Ἔστι <lb/>δὲ περὶ τὴν
							ἐργασίαν αὐτῶν καὶ τὸν βίον πολλὴ. ποικιλία. <lb/>Ἐπειδὰν γὰρ παραδοθῇ αὐταῖς καθαρὸν
							τὸ σμῆνος, οἰκοδομοῦσι <lb/>τὰ κηρία, φέρουσαι τῶν τ’ ἄλλων ἀνθέων καὶ ἀπὸ <lb/>τῶν
							δένδρων τὰ δάκρυα, ἰτέας τε καὶ πτελέας καὶ ἄλλων <pb n="345"/> τῶν κολλωδεστάτων.
							Τούτῳ δὲ καὶ τὸ ἔδαφος διαχρίουσι <lb/>τῶν ἄλλων θηρίων ἕνεκεν· καλοῦσι δ’ οἱ
							μελιττουργοὶ τοῦτο <lb/>κόνισιν. Καὶ τὰς εἰσόδους δὲ παροικοδομοῦσιν, ἐὰν εὐρεῖαι
							<lb/>ὦσιν. Πλάττουσι δὲ κηρία πρῶτον ἐν οἷς αὐταὶ γίνονται, <lb/>εἶτ’ ἐν οἷς οἱ
							καλούμενοι βασιλεῖς καὶ τὰ κηφήνια. Τὰ μὲν <lb/>οὖν αὑτῶν ἀεὶ πλάττουσι, τὰ δὲ τῶν
							βασιλέων ὅταν ᾖ πολυγονία, <lb/>τὰ δὲ κηφήνια ἐὰν μέλιτος ἀφθονία ἐπισημαίνῃ.
							<lb/>Πλάττουσι δὲ τὰ μὲν τῶν βασιλέων πρὸς τοῖς αὑτῶν (μικρὰ <lb/>δ’ ἐστὶ ταῦτα), τὰ
							δὲ κηφήνια πρὸς αὐτά· ἐλάττω δ’ ἐστὶ <lb/>ταῦτα τῷ μεγέθει τῶν μελιττίων. Ἄρχονται δὲ
							τῶν ἱστῶν <lb/>ἄνωθεν ἀπὸ τῆς ὀροφῆς τοῦ σμήνους, καὶ κάτω συνυφεῖς <lb/>ποιοῦσιν ἕως
							τοῦ ἐδάφους ἱστοὺς πολλούς. Αἱ δὲ θυρίδες <lb/>καὶ αἱ τοῦ μέλιτος καὶ τῶν σχαδόνων
							ἀμφίστομοι· περὶ γὰρ <lb/>μίαν βάσιν δύο θυρίδες εἰσίν, ὥσπερ ἡ τῶν ἀμφικυπέλλων, ἡ
							<lb/>μὲν ἐντὸς ἡ δ’ ἐκτός. Αἱ δὲ περὶ τὰς ἀρχὰς τῶν κηρίων <lb/>πρὸς τὰ σμήνη
							συνύφειαι, ὅσον ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς στίχους <lb/>κύκλῳ, βραχεῖαι καὶ κεναὶ μέλιτος·
							πληρέστερα δὲ τῶν κηρίων <lb/>τὰ μάλιστα τῷ κηρῷ καταπεπλασμένα. Περὶ δὲ τὸ στόμα
							<lb/>τοῦ σμήνους τὸ μὲν πρῶτον τῆς εἰσδύσεως περιαλήλιπται <lb/>μίτυϊ· τοῦτο δ’ ἐστὶ
							μέλαν ἱκανῶς, ὥσπερ ἀποκάθαρμ’ αὐταῖς <lb/>τοῦ κηροῦ, καὶ τὴν ὀσμὴν δριμύ, φάρμακον δ’
							ἐστὶ τυμμάτων <lb/>καὶ τῶν τοιούτων ἐμπυημάτων· ἡ δὲ συνεχὴς ἀλοιφὴ <lb/>τούτῳ
							πισσόκηρος, ἀμβλύτερον καὶ ἧττον φαρμακῶδες τῆς <lb/>μίτυος. Λέγουσι δέ τινες τοὺς
							κηφῆνας κηρία μὲν πλάττειν <lb/>καθ’ αὑτοὺς καὶ ἐν τῷ αὐτῷ σμήνει καὶ ἐν τῷ ἑνὶ κηρίῳ
							<lb/>μεριζομένους πρὸς τὰς μελίττας, μελιττουργεῖν μέντοι <lb/>οὐθέν, ἀλλὰ τρέφεσθαι
							τῷ τῶν μελιττῶν καὶ αὐτοὺς καὶ <lb/>τοὺς νεοττούς. Διατρίβουσι δ’ οἱ κηφῆνες τὰ μὲν
							πολλὰ <pb n="346"/> ἔνδον, ἐὰν δ’ ἐκπετασθῶσι, προσφέρονται ῥύβδην ἄνω πρὸς <lb/>τὸν
							οὐρανόν, ἐπιδινοῦντες αὑτοὺς καὶ ὥσπερ ἀπογυμνάζοντες· <lb/>ὅταν δὲ τοῦτο δράσωσι,
							πάλιν εἰσελθόντες εὐωχοῦνται. Οἱ <lb/>δὲ βασιλεῖς οὐ πέτονται ἔξω, ἐὰν μὴ μετὰ ὅλου
							τοῦ ἐσμοῦ, <lb/>οὔτ’ ἐπὶ βοσκὴν οὔτ’ ἄλλως. Φασὶ δὲ καὶ ἐὰν ἀποπλανηθῇ <lb/>ὁ ἀφεσμός,
							ἀνιχνευούσας μεταθεῖν ἕως ἂν εὕρωσι τὸν ἡγεμόνα <lb/>τῇ ὀσμῇ. Λέγεται δὲ καὶ φέρεσθαι
							αὐτὸν ὑπὸ τοῦ <lb/>ἐσμοῦ, ὅταν πέτεσθαι μὴ δύνηται· καὶ ἐὰν ἀπόληται, ἀπόλλυσθαι
							<lb/>τὸν ἀφεσμόν· ἐὰν δ’ ἄρα χρόνον τινὰ διαμείνωσι <lb/>καὶ κηρία ποιήσωσι, μέλι οὐκ
							ἐγγίνεσθαι καὶ αὐτὰς ταχὺ <lb/>ἀπόλλυσθαι. Τὸν δὲ κηρὸν ἀναλαμβάνουσιν αἱ μέλισσαι
							<lb/>ἀριχώμεναι πρὸς τὰ βρύα ὀξέως τοῖς ἔμπροσθεν ποσί· <lb/>τούτους δ’ ἐκμάττουσιν
							εἰς τοὺς μέσους, τοὺς δὲ μέσους εἰς <lb/>τὰ βλαισὰ τῶν ὀπισθίων· καὶ οὕτω γεμισθεῖσαι
							ἀποπέτονται, <lb/>καὶ δῆλαί εἰσι βαρυνόμεναι. Καθ’ ἑκάστην δὲ <lb/>πτῆσιν οὐ βαδίζει ἡ
							μέλιττα ἐφ’ ἕτερα τῷ εἴδει ἄνθη, οἷον <lb/>ἀπὸ ἴου ἐπὶ ἴον, καὶ οὐ θιγγάνει ἄλλου γε,
							ἕως ἂν εἰς τὸ <lb/>σμῆνος εἰσπετασθῇ. Ὅταν δ’ εἰς τὸ σμῆνος ἀφίκωνται,
							<lb/>ἀποσείονται, καὶ παρακολουθοῦσιν ἑκάστῃ τρεῖς ἢ τέτταρες. <lb/>Τὸ δὲ λαμβανόμενον
							οὐ ῥᾴδιόν ἐστιν ἰδεῖν· οὐδὲ τὴν <lb/>ἐργασίαν ὅντινα τρόπον ποιοῦνται, οὐκ ὦπται· τοῦ
							δὲ κηροῦ <lb/>ἡ ἀνάληψις τεθεώρηται ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν, διὰ πυκνότητα <lb/>τῶν φύλλων ἐν
							ταὐτῷ διαμενουσῶν πλείω χρόνον. Μετὰ <lb/>δὲ τοῦτο νεοττεύουσιν. Οὐθὲν δὲ κωλύει ἐν τῷ
							αὐτῷ κηρίῳ <lb/>εἶναι νεοττοὺς καὶ μέλι καὶ κηφῆνας. Ἐὰν μὲν οὖν ὁ <lb/>ἡγεμὼν ζῇ,
							χωρίς φασι τοὺς κηφῆνας γίγνεσθαι, εἰ δὲ μή, <pb n="347"/> ἐν τοῖς τῶν μελιττῶν
							κυττάροις γεννᾶσθαι ὑπὸ τῶν μελιττῶν, <lb/>καὶ γίγνεσθαι τούτους θυμικωτέρους· διὸ καὶ
							καλεῖσθαι <lb/>κεντρωτούς, οὐκ ἔχοντας κέντρον, ἀλλ’ ὅτι βούλονται μὲν <lb/>οὐ
							δύνανται δὲ βάλλειν. Εἰσὶ δὲ μείζους οἱ τῶν κηφήνων <lb/>κύτταροι. Ἀναπλάττουσι δὲ ὁτἔ
							μὲν καὶ αὐτὰ καθ’ αὑτὰ <lb/>τὰ κηρία τὰ τῶν κηφήνων, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δ’ ἐν τοῖς τῶν
							<lb/>μελιττῶν· διὸ καὶ ἀποτέμνουσιν. Εἰσὶ δὲ γένη τῶν μελιττῶν <lb/>πλείω, καθάπερ
							εἴρηται πρότερον, δύο μὲν ἡγεμόνων, <lb/>ὁ μὲν βελτίων πυρρός, ὁ δ’ ἕτερος μέλας καὶ
							ποικιλώτερος, <lb/>τὸ δὲ μέγεθος διπλάσιος τῆς χρηστῆς μελίττης· ἡ δ’ ἀρίστη
							<lb/>μικρά, στρογγύλη καὶ ποικίλη, ἄλλη μακρά, ὁμοία τῇ ἀνθρήνῃ. <lb/>Ἕτερος ὁ φὼρ
							καλούμενος, μέλας, πλατυγάστωρ. <lb/>Ἔτι δ’ ὁ κηφήν· οὗτος μέγιστος πάντων, ἄκεντρος
							δὲ καὶ <lb/>νωθρός. Διαφέρουσι δ’ αἱ γινόμεναι τῶν μελιττῶν αἵτ’ ἀπὸ <lb/>τῶν τὰ ἥμερα
							νεμομένων καὶ ἀπὸ τῶν τὰ ὀρεινά· εἰσὶ γὰρ <lb/>αἱ ἀπὸ τῶν ὑλονόμων δασύτεραι καὶ
							ἐλάττους καὶ ἐργατικώτεραι <lb/>καὶ χαλεπώτεραι. Αἱ μὲν οὖν χρησταὶ μέλιτται
							<lb/>ἐργάζονται τά τε κηρία ὁμαλὰ καὶ τὰ ἐπιπολῆς κάλυμμα <lb/>πᾶν λεῖον, ἔτι δ’ ἓν
							εἶδος τοῦ κηρίου, οἷον ἅπαν μέλι ἢ νεοττοὺς <lb/>ἢ κηφῆνας· ἂν δὲ συμβῇ ὥστ’ ἐν τῷ
							αὐτῷ κηρίῳ ἅπαντα <lb/>ποιεῖν αὐτά, ἔσται ἐφεξῆς ἓν εἶδος εἰργασμένον δι’ ἀντλίας.
							<lb/>Αἱ δὲ μακραὶ τά τε κηρία ποιοῦσιν ἀνώμαλα καὶ τὸ <lb/>κάλυμμα ἀνῳδηκός, ὅμοιον τῷ
							τῆς ἀνθρήνης, ἔτι δὲ τὸν <lb/>γόνον καὶ τἆλλα οὐ τεταγμένα ἀλλ’ ὡς ἂν τύχῃ· γίνονται
							<lb/>δ’ ἐξ αὐτῶν οἵ τε πονηροὶ ἡγεμόνες καὶ κηφῆνες πολλοὶ <lb/>καὶ οἱ φῶρες
							καλούμενοι, μέλι δ’ ἢ πάνυ βραχὺ ἢ οὐδέν. <lb/>Ἐπικάθηνται δ’ ἐπὶ τοῖς κηρίοις αἱ
							μέλιτται καὶ συμπέττουσιν· <lb/>ἐὰν δὲ τοῦτο μὴ ποιῶσι, φθείρεσθαί φασι τὰ κηρία <pb n="348"/> καὶ ἀραχνιοῦσθαι. Καὶ ἐὰν μὲν τὸ λοιπὸν δύνωνται κατέχειν
							<lb/>ἐπικαθήμεναι, τοῦθ’ ὥσπερ ἔκβρωμα γίνεται, εἰ δὲ μή, ἀπόλλυται <lb/>ὅλα. Γίνεται
							δὲ σκωλήκια ἐν τοῖς φθειρομένοις, ἃ <lb/>πτερούμενα ἐκπέταται. Καὶ τὰ πίπτοντα δὲ τῶν
							κηρίων <lb/>ὀρθοῦσιν αἱ μέλιτται, καὶ ὑφιστᾶσιν ἐρείσματα, ὅπως ἂν <lb/>δύνωνται
							ὑπιέναι· ὅταν γὰρ μὴ ἔχωσιν ὁδὸν ᾗ προσπορεύσονται, <lb/>οὐ προσκαθίζουσιν, εἶτ’
							ἀραχνιοῦται. Τοῦ δὲ φωρὸς <lb/>καὶ κηφῆνος γενομένων οὐδέν ἐστιν ἔργον, τὰ δὲ τῶν
							<lb/>ἄλλων βλάπτουσιν. Ἁλισκόμενοι δὲ θνήσκουσιν ὑπὸ τῶν <lb/>χρηστῶν μελιττῶν.
							Κτείνουσι δ’ αὗται σφόδρα καὶ τῶν <lb/>ἡγεμόνων τοὺς πολλούς, καὶ μᾶλλον τοὺς
							πονηρούς, ἵνα μὴ <lb/>πολλοὶ ὄντες διασπῶσι τὸν ἐσμόν. Κτείνουσι δὲ μάλιστα, <lb/>ὅταν
							μὴ πολύγονον ᾖ τὸ σμῆνος μηδὲ ἀφέσεις μέλλωσι <lb/>γίγνεσθαι· ἐν γὰρ τούτοις τοῖς
							καιροῖς καὶ τὰ κηρία διαφθείρουσι <lb/>τὰ τῶν βασιλέων, ἐὰν ᾖ παρεσκευασμένα, ὡς
							ἐξαγωγέων <lb/>ὄντων. Διαφθείρουσι δὲ καὶ τὰ τῶν κηφήνων, ἐὰν <lb/>ὑποφαίνῃ ἀπορία
							μέλιτος καὶ μὴ εὐμελιτῇ τὰ σμήνη· <lb/>καὶ τοῖς ἐξαιροῦσι περὶ τοῦ μέλιτος τότε
							μάχονται μάλιστα, <lb/>καὶ τοὺς ὑπάρχοντας τῶν κηφήνων ἐκβάλλουσι, καὶ πολλάκις
							<lb/>ὁρῶνται ἐν τῷ τεύχει ἀποκαθήμεναι. Πολεμοῦσι δὲ σφόδρα <lb/>αἱ μικραὶ τῷ γένει τῷ
							μακρῷ, καὶ πειρῶνται ἐκβάλλειν ἐκ <lb/>τῶν σμηνῶν· κἂν ἐπικρατήσωσι, τοῦτο δοκεῖ
							ὑπερβολῇ <lb/>γίγνεσθαι ἀγαθὸν σμῆνος. Αἱ δ’ ἕτεραι αν γένωνται αὐταὶ <lb/>ἐφ’ ἑαυτῶν,
							ἀργοῦσί τε καὶ τέλεως οὐθὲν ποιοῦσιν ἀγαθόν, <lb/>ἀπόλλυνται δὲ καὶ αὐταὶ πρὸ τοῦ
							φθινοπώρου. Ὅσας δὲ <lb/>κτείνουσιν αἱ χρησταὶ μέλιτται, πειρῶνται μὲν ἔξω τοῦ σμήνους
							<lb/>τοῦτο πράττειν· ἐὰν δ’ ἔσω τις ἀποθάνῃ, ἐξάγουσιν <lb/>ὁμοίως. Οἱ δὲ φῶρες
							καλούμενοι κακουργοῦσι μὲν καὶ τὰ <pb n="349"/> παρ’ αὑτοῖς κηρία, εἰσέρχονται δέ, ἐὰν
							λάθωσι, καὶ εἰς <lb/>τὰ ἀλλότρια· ἐὰν δὲ ληφθῶσι, θνήσκουσιν. Ἔργον δ’ ἐστὶ
							<lb/>λαθεῖν· ἐπί τε γὰρ εἰσόδῳ ἑκάστῃ φύλακές εἰσιν, αὐτός <lb/>τε ἐὰν εἰσελθὼν λάθῃ,
							διὰ τὸ ὑπερπεπλῆσθαι οὐ δύναται πέτεσθαι, <lb/>ἀλλὰ πρὸ τοῦ σμήνους κυλίεται, ὥστ’
							ἔργον ἐστὶν <lb/>αὐτῷ ἐκφυγεῖν. Οἱ δὲ βασιλεῖς αὐτοὶ μὲν οὐχ ὁρῶνται ἔξω <lb/>ἄλλως ἢ
							μετ’ ἀφέσεως· ἐν δὲ ταῖς ἀφέσεσιν αἱ λοιπαὶ περὶ <lb/>τοῦτον συνεσπειραμέναι
							φαίνονται. Ὅταν δ’ ἄφεσις μέλλῃ <lb/>γίγνεσθαι, φωνὴ μονῶτις καὶ ἴδιος γίνεται ἐπί
							τινας ἡμέρας, <lb/>καὶ πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὀλίγαι πέτονται περὶ τὸ σμῆνος· <lb/>εἰ
							δὲ γίνεται καὶ ὁ βασιλεὺς ἐν ταύταις, οὐκ ὦπταί πωδιὰ <lb/>τὸ μὴ ῥᾴδιον εἶναι. Ὅταν δ’
							ἀθροισθῶσιν, ἀποπέτονται <lb/>καὶ χωρίζονται καθ’ ἕκαστον τῶν βασιλέων αἱ ἄλλαι·
							<lb/>ἐὰν δὲ τύχωσιν ὀλίγαι πολλαῖς ἐγγὺς καθεζόμεναι, μετανίστανται <lb/>αἱ ὀλίγαι
							πρὸς τὰς πολλάς, καὶ τὸν βασιλέα ὃν <lb/>ἀπέλιπον, ἐὰν συνακολουθήσῃ, διαφθείρουσιν.
							Τὰ μὲν οὖν <lb/>περὶ τὴν ἀπόλειψιν καὶ ἄφεσιν τοῦτον συμβαίνει γίνεσθαι <lb/>τὸν
							τρόπον. Εἰσὶ δ’ αὐταῖς τεταγμέναι ἐφ’ ἕκαστον τῶν <lb/>ἔργων, οἷον αἱ μὲν
							ἀνθοφοροῦσιν, αἱ δ’ ὑδροφοροῦσιν, αἱ δὲ <lb/>λεαίνουσι καὶ κατορθοῦσι τὰ κηρία. Φέρει
							δ’ ὕδωρ, ὅταν <lb/>τεκνοτροφῇ. Πρὸς σάρκα δ’ οὐθενὸς καθίζει, οὐδ’ ὀψοφαγεῖ.
							<lb/>Χρόνος δ’ αὐταῖς οὐκ ἔστιν εἰθισμένος ἀφ’ ὅτου ἄρχονται <lb/>ἐργάζεσθαι· ἀλλ’ ἐὰν
							τἀπιτήδεια ἔχωσι καὶ εὖ <lb/>διάγωσι, μᾶλλον ἐν ὥρᾳ τοῦ ἔτους ἐγχειροῦσι τῇ ἐργασίᾳ,
							<lb/>καὶ ὅταν εὐδία ᾖ, συνεχῶς ἐργάζονται. Καὶ εὐθὺς δὲ νέα <lb/>οὖσα, ὅταν ἐκδύῃ,
							ἐργάζεται τριταία, ἐὰν ἔχῃ τροφήν. <lb/>Καὶ ὅταν ἐσμὸς προκάθηται, ἀποτρέπονται ἔνιαι
							ἐπὶ τροφήν, <lb/>εἶτ’ ἐπανέρχονται πάλιν. Ἐν δὲ τοῖς εὐθηνοῦσι τῶν <pb n="350"/>
							σμηνῶν ἐκλείπει ὁ γόνος τῶν μελιττῶν περὶ τετταράκονθ’ <lb/>ἡμέρας μόνον τὰς μετὰ
							χειμερινὰς τροπάς. Ἐπειδὰν δ’ <lb/>ηὐξημένοι ὦσιν οἱ νεοττοί, τροφὴν αὐτοῖς παραθεῖσαι
							καταχρίουσιν· <lb/>ὅταν δ’ ᾖ δυνατός, αὐτὸς διελὼν τὸ κάλυμμα ἐξέρχεται. <lb/>Τὰ δὲ
							γινόμενα θηρία ἐν τοῖς σμήνεσι καὶ λυμαινόμενα <lb/>τὰ κηρία αἱ μὲν χρησταὶ μέλιτται
							ἐκκαθαίρουσιν, <lb/>αἱ δ’ ἕτεραι διὰ κακίαν περιορῶσιν ἀπολλύμενα τὰ ἔργα. <lb/>Ὅταν
							δὲ τὰ κηρία ἐξαιρῶσιν οἱ μελιττουργοί, ἀπολείπουσιν <lb/>αὐταῖς τροφὴν διὰ χειμῶνος, ἣ
							ἐὰν μὲν διαρκὴς ᾖ, σώζεται <lb/>τὸ σμῆνος, εἰ δὲ μή, ἐὰν μὲν χειμὼν ᾖ, αὐτοῦ
							θνήσκουσιν, <lb/>εὐδιῶν δ’ οὐσῶν ἐκλείπουσι τὸ σμῆνος. Τροφῇ δὲ <lb/>χρῶνται μέλιτι
							καὶ θέρους καὶ χειμῶνος· τίθενται δὲ καὶ <lb/>ἄλλην τροφὴν ἐμφερῆ τῷ κηρῷ τὴν
							σκληρότητα, ἣν ὀνομάζουσί <lb/>τινες σανδαράκην. Ἀδικοῦσι δ’ αὐτὰς μάλιστα οἵ τε
							<lb/>σφῆκες καὶ οἱ αἰγίθαλοι καλούμενοι τὰ ὄρνεα, ἔτι δὲ χελιδὼν <lb/>καὶ μέροψ.
							Θηρεύουσι δὲ καὶ οἱ τελματιαῖοι βάτραχοι <lb/>πρὸς τὸ ὕδωρ αὐτὰς ἀπαντώσας· διόπερ καὶ
							τούτους οἱ μελισσεῖς <lb/>ἐκ τῶν τελμάτων, ἀφ’ ὧν ὑδρεύονται αἱ μέλιτται,
							<lb/>θηρεύουσι, καὶ τὰς σφηκίας καὶ τὰς χελιδόνας τὰς πλησίον <lb/>τῶν σμηνῶν
							ἐξαιροῦσι, καὶ τὰς τῶν μερόπων νεοττιάς. Οὐδὲν <lb/>δὲ φεύγουσι τῶν ζῴων ἀλλ’ ἢ
							ἑαυτάς. Ἡ δὲ μάχη <lb/>αὐτῶν ἐστὶ καὶ πρὸς αὑτὰς καὶ πρὸς τοὺς σφῆκας· καὶ <lb/>ἔξω
							μὲν οὔτε ἀλλήλας ἀδικοῦσιν οὔτε τῶν ἄλλων οὐθέν, τὰ <lb/>δὲ πρὸς τῷ σμήνει
							ἀποκτείνουσιν, ὧν ἂν κρατήσωσιν. Αἱ δὲ <lb/>τύπτουσαι ἀπόλλυνται διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὸ
							κέντρον ἄνευ <lb/>τοῦ ἐντέρου ἐξαιρεῖσθαι· πολλάκις γὰρ σώζεται, ἐὰν ὁ πληγεὶς
							<lb/>ἐπιμελῆται καὶ τὸ κέντρον ἐκθλίψῃ· τὸ δὲ κέντρον <lb/>ἀποβαλοῦσα ἡ μέλιττα
							ἀποθνήσκει. Κτείνουσι δὲ βάλλουσαι <pb n="351"/> τὰ μεγάλα τῶν ζῴων, καὶ ἵππος ἤδη
							ἀπέθανεν ὑπὸ <lb/>μελιττῶν. Ἥκιστα δὲ χαλεπαίνουσιν οἱ ἡγεμόνες καὶ <lb/>τύπτουσιν.
							Τὰς δ’ ἀποθνησκούσας τῶν μελιττῶν ἐκκομίζουσιν <lb/>ἔξω. Καὶ τἆλλα δὲ καθαριώτατόν
							ἐστι τὸ ζῷον· <lb/>διὸ καὶ τὸ περίττωμα πολλάκις ἀφιᾶσιν ἀποπετόμεναι, <lb/>διὰ τὸ
							δυσῶδες εἶναι. Δυσχεραίνουσι δ’, ὥσπερ εἴρηται, ταῖς <lb/>δυσώδεσιν ὀσμαῖς καὶ ταῖς
							τῶν μύρων· διὸ καὶ τοὺς χρωμένους <lb/>αὐτοῖς τύπτουσιν. Ἀπόλλυνται δὲ διά τε ἄλλα
							συμπτώματα, <lb/>καὶ ὅταν οἱ ἡγεμόνες πολλοὶ γενόμενοι ἕκαστος αὐτῶν <lb/>μέρος
							ἀπαγάγῃ. Ἀπόλλυσι δὲ καὶ ὁ φρῦνος τὰς μελίττας· <lb/>ἐπὶ τὰς εἰσόδους γὰρ ἐλθὼν φυσᾷ
							τε καὶ ἐπιτηρῶν <lb/>ἐκπετομένας κατεσθίει· ὑπὸ μὲν οὖν τῶν μελιττῶν οὐθὲν <lb/>κακὸν
							δύναται πάσχειν, ὁ δ’ ἐπιμελόμενος τῶν σμηνῶν <lb/>κτείνει αὐτόν. Τὸ δὲ γένος τὸ τῶν
							μελιττῶν ὃ εἴρηται ὅτι <lb/>πονηρόν τε καὶ τραχέα τὰ κηρία ἐργάζεται, εἰσί τινες
							<lb/>τῶν μελιττουργῶν οἵ φασι τὰς νέας μάλιστα τοῦτο ποιεῖν <lb/>δι’ ἀνεπιστημοσύνην·
							νέαι δ’ εἰσὶν αἱ ἐπέτειοι. Οὐχ ὁμοίως <lb/>δ’ οὐδὲ κεντοῦσιν αἱ νέαι· διὸ οἱ ἐσμοὶ
							φέρονται· εἰσὶ γὰρ <lb/>νέων μελιττῶν. Ὅταν δ’ ὑπολίπῃ τὸ μέλι, τοὺς κηφῆνας
							ἐκβάλλουσι, <lb/>καὶ παραβάλλουσι σῦκα καὶ τὰ γλυκέα αὐταῖς. <lb/>Τῶν δὲ μελιττῶν αἱ
							μὲν πρεσβύτεραι τὰ εἴσω ἐργάζονται, <lb/>καὶ δασεῖαί εἰσι διὰ τὸ εἴσω μένειν, αἱ δὲ
							νέαι ἔξωθεν φέρουσι <lb/>καὶ εἰσὶ λειότεραι. Καὶ τοὺς κηφῆνας δὲ ἀποκτείνουσιν,
							<lb/>ὅταν μηκέτι χωρῇ αὐταῖς ἐργαζομέναις· εἰσὶ δ’ ἐν μυχῷ <lb/>τοῦ σμήνους. Ἤδη δὲ
							νοσήσαντός τινος σμήνους ἦλθόν τινες <lb/>ἐπ’ ἀλλότριον, καὶ μαχόμεναι νικῶσαι
							ἐξέφερον τὸ μέλι· ἐπεὶ <lb/>δ’ ἀπέκτεινεν ὁ μελιττουργός, οὕτως ἐπεξῄεσαν αἱ ἕτεραι
								<pb n="352"/> καὶ ἠμύνοντο, καὶ τὸν ἄνθρωπον οὐκ ἔτυπτον. Τὰ δὲ νοσήματα
							<lb/>ἐμπίπτει μάλιστα εἰς τὰ εὐθηνοῦντα τῶν σμηνῶν, ὅ <lb/>τε καλούμενος κλῆρος· τοῦτο
							γίνεται ἐν τῷ ἐδάφει σκωλήκια <lb/>μικρά, ἀφ’ ὧν αὐξανομένων ὥσπερ ἀράχνια κατίσχει
							<lb/>ὅλον τὸ σμῆνος, καὶ σήπεται τὰ κηρία· ἄλλο δὲ νόσημα οἷον <lb/>ἀργία τις γίνεται
							τῶν μελιττῶν καὶ δυσωδία τῶν σμηνῶν. <lb/>Νομὴ δὲ τῶν μελιττῶν τὸ θύμον· ἄμεινον δὲ τὸ
							λευκὸν τοῦ <lb/>ἐρυθροῦ. Τόπος δ’ ἐν τῷ πνίγει μὴ ἀλεεινός, ἐν δὲ τῷ <lb/>χειμῶνι
							ἀλεεινός. Νοσοῦσι δὲ μάλιστα, ὅταν ἐρυσιβώδη ἐργάζωνται <lb/>ὕλην. Ὅταν δ’ ἄνεμος ᾖ
							μέγας, φέρουσι λίθον ἐφ’ <lb/>ἑαυταῖς ἕρμα πρὸς τὸ πνεῦμα. Πίνουσι δ’, ἂν μὲν ᾖ
							ποταμὸς <lb/>πλησίον, οὐδαμόθεν ἄλλοθεν ἢ ἐντεῦθεν, θέμεναι τὸ <lb/>ἄχθος πρῶτον· ἐὰν
							δὲ μὴ ᾖ, ἑτέρωθεν πίνουσαι ἀνεμοῦσι <lb/>τὸ μέλι, καὶ εὐθὺς ἐπ’ ἔργον πορεύονται. Τῇ
							δὲ τοῦ μέλιτος <lb/>ἐργασίᾳ διττοὶ καιροί εἰσίν, ἔαρ καὶ μετόπωρον· ἥδιον <lb/>δὲ καὶ
							λευκότερον καὶ τὸ σύνολον κάλλιόν ἐστι τὸ ἐαρινὸν <lb/>τοῦ μετοπωρινοῦ. Μέλι δὲ
							κάλλιον γίνεται ἐκ νέου κηροῦ <lb/>καὶ ἐκ μόσχου· τὸ δὲ πυρρὸν αἴσχιον διὰ τὸ κηρίον·
							διαφθείρεται <lb/>γὰρ ὥσπερ οἶνος ὑπ’ ἀγγείου· διὸ δεῖ ξηραίνειν <lb/>αὐτό. Ὅταν δὲ τὸ
							θύμον ἀνθῇ καὶ πλῆρες γίνηται τὸ κηρίον, <lb/>οὐ πήγνυται τοῦτο. Ἔστι δὲ καλὸν τὸ
							χρυσοειδές· <lb/>τὸ δὲ λευκὸν οὐκ ἐκ θύμου εἰλικρινοῦς, ἀγαθὸν δὲ πρὸς ὀφθαλμοὺς
							<lb/>καὶ ἕλκη. Τοῦ δὲ μέλιτος τὸ μὲν ἀσθενὲς ἀεὶ ἄνω <lb/>ἐπιπολάζει, ὃ δεῖ ἀφαιρεῖν,
							τὸ δὲ καθαρὸν κάτω. Ὅταν δ’ <lb/>ἡ ὕλη ἀνθῇ, κηρὸν ἐργάζονται· διὸ ἐκ τοῦ σίμβλου τότ’
							ἐξαιρετέον <lb/>τὸν κηρόν· ἐργάζονται γὰρ εὐθύς. Ἀφ’ ὧν δὲ <lb/>φέρουσιν, ἔστι τάδε,
							ἀτρακτυλλίς, μελίλωτον, ἀσφόδελος, <pb n="353"/> μυρρίνη, φλεώς, ἄγνος, σπάρτον. Ὅταν
							δὲ τὸ θύμον <lb/>ἐργάζωνται, ὕδωρ μιγνύουσι πρὶν τὸ κηρίον καταλείφειν.
							<lb/>Ἀφοδεύουσι δ’ αἱ μέλιτται πᾶσαι ἢ ἀποπετόμεναι, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, ἢ εἰς ἓν
							κηρίον. Εἰσὶ δ’ αἱ μικραὶ ἐργάτιδες μᾶλλον <lb/>τῶν μεγάλων, ὥσπερ εἴρηται, ἔχουσι δὲ
							τὰ πτερὰ περιτετριμμένα <lb/>καὶ χροιὰν μέλαιναν, καὶ ἐπικεκαυμέναι· αἱ δὲ <lb/>φαναὶ
							καὶ λαμπραί, ὥσπερ γυναῖκες ἀργαί. Δοκοῦσι δὲ <lb/>χαίρειν αἱ μέλιτται καὶ τῷ κρότῳ,
							διὸ καὶ κροτοῦντές φασιν <lb/>ἀθροίζειν αὐτὰς εἰς τὸ σμῆνος ὀστράκοις τε καὶ ψήφοις·
							<lb/>ἔστι μέντοι ἄδηλον ὅλως εἰ ἀκούουσιν, καὶ πότερον δι’ ἡδονὴν <lb/>τοῦτο ποιοῦσιν
							ἢ διὰ φόβον. Ἐξελαύνουσι δὲ καὶ τὰς <lb/>ἀργὰς αἱ μέλιτται καὶ τὰς μὴ φειδομένας.
							Διῄρηνται δὲ <lb/>τὰ ἔργα, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, καὶ αἱ μὲν κηρία ἐργάζονται,
							<lb/>αἱ δὲ τὸ μέλι, αἱ δ’ ἐριθάκην· καὶ αἱ μὲν πλάττουσι <lb/>κηρία, αἱ δὲ ὕδωρ
							φέρουσιν εἰς τοὺς κυττάρους καὶ μιγνύουσι <lb/>τῷ μέλιτι, αἱ δ’ ἐπ’ ἔργον ἔρχονται.
							Ὄρθριαι δὲ σιωπῶσιν, <lb/>ἕως ἂν μία ἐγείρῃ βομβήσασα δὶς ἢ τρίς· τότε δ’ ἐπ’
							<lb/>ἔργον ἀθρόαι πέτονται, καὶ ἐλθοῦσαι πάλιν θορυβοῦσι τὸ <lb/>πρῶτον, κατὰ μικρὸν
							δ’ ἧττον, ἕως ἂν μία περιπετομένη <lb/>βομβήσῃ, ὥσπερ σημαίνουσα καθεύδειν· εἶτ’
							ἐξαπίνης σιωπῶσιν. <lb/>Διαγινώσκεται δ’ ἰσχύειν τὸ σμῆνος τῷ τὸν ψόφον <lb/>εἶναι
							πολὺν καὶ κινεῖσθαι ἐξιούσας καὶ εἰσιούσας· τότε <lb/>γὰρ σχαδόνας ἐργάζονται. Πεινῶσι
							δὲ μάλισθ’ ἡνίκ’ <lb/>ἂν ἄρχωνται ἐκ τοῦ χειμῶνος. Ἀργότεραι δὲ γίνονται, <lb/>ἐὰν
							πλεῖόν τις καταλίπῃ μέλι βλίττων· ἀλλὰ δεῖ πρὸς τὸ <lb/>πλῆθος καταλείπειν τὰ κηρία·
							ἀθυμότερον δ’ ἐργάζονται <lb/>κἂν ἐλάττω καταλειφθῇ. Ἀργότεραι δὲ γίνονται κἂν μέγα
								<pb n="354"/> τὸ κυψέλιον ᾖ· ἀθυμότερον γὰρ πονοῦσιν. Βλίττεται <lb/>δὲ σμῆνος χοᾶ ἢ
							τρία ἡμίχοα, τὰ δ’ εὐθηνοῦντα δύο χοᾶς <lb/>ἢ πέντε ἡμίχοα· τρεῖς δὲ χοᾶς ὀλίγα.
							Πολέμιον δὲ πρόβατον <lb/>ταῖς μελίτταις, καὶ οἱ σφῆκες, ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον·
							<lb/>θηρεύουσι δὲ τούτους καὶ οἱ μελιττουργοί, λοπάδα <lb/>τιθέντες καὶ κρέας εἰς
							αὐτὴν ἐμβάλλοντες· ὅταν δὲ πολλοὶ <lb/>ἐμπίπτωσιν, ἐπὶ τὸ πῦρ πωμάσαντες ἐπιτιθέασιν.
							Κηφῆνες <lb/>δ’ ὀλίγοι ἐνόντες ὠφελοῦσι τὸ σμῆνος· ἐργατικωτέρας <lb/>γὰρ ποιοῦσι τὰς
							μελίττας. Προγινώσκουσι δὲ καὶ χειμῶνα <lb/>καὶ ὕδωρ αἱ μέλιτται· σημεῖον δέ, οὐκ
							ἀποπέτονται <lb/>γὰρ ἀλλ’ ἐν τῇ εὐδίᾳ αὐτοῦ ἀνειλοῦνται, ᾧ γινώσκουσιν οἱ
							<lb/>μελιττουργοὶ ὅτι χειμῶνα προσδέχονται. Ὅταν δὲ κρέμωνται <lb/>ἐξ ἀλλήλων ἐν τῷ
							σμήνει, σημεῖον γίνεται τοῦτο ὅτι <lb/>ἀπολείψει τὸ σμῆνος. Ἀλλὰ καταφυσῶσι τὸ σμῆνος
							οἴνῳ <lb/>γλυκεῖ ὁ μελιττουργοί, ὅταν τοῦτ’ αἴσθωνται. Φυτεύειν <lb/>δὲ συμφέρει περὶ
							τὰ σμήνη ἀχράδας, κυάμους, πόαν Μηδικήν, <lb/>Συρίαν, ὤχρους, μυρρίνην, μήκωνα,
							ἕρπυλλον, ἀμυγδαλῆν. <lb/>Γινώσκουσι δέ τινες τῶν μελιττουργῶν τὰς ἑαυτῶν <lb/>ἐν τῷ
							νομῷ ἄλευρα καταπάσαντες. Ἐὰν δ’ ἔαρ ὄψιον <lb/>γένηται ἢ αὐχμός, καὶ ὅταν ἐρυσίβη,
							ἔλαττον ἐργάζονται <lb/>αἱ μέλιτται τὸν γόνον.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τὰς μελίττας τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="41">
						<p>τῶν δὲ σφηκῶν ἐστὶ δύο γένη. Τούτων δ’ οἱ μὲν ἄγριοι <lb/>σπάνιοι, γίνονται δ’ ἐν
							τοῖς ὄρεσι, καὶ τίκτουσιν οὐ κατὰ <lb/>γῆς ἀλλ’ ἐν ταῖς δρυσί, τὴν μὲν μορφὴν μείζους
							καὶ προμηκέστεροι <lb/>καὶ μελαγχρῶτες τῶν ἑτέρων μᾶλλον, ποικίλοι <pb n="355"/> δὲ
							καὶ ἔγκεντροι πάντες καὶ ἀλκιμώτεροι, καὶ τὸ πλῆγμα <lb/>ὀδυνηρότερον αὐτῶν ἢ ἐκείνων·
							καὶ γὰρ τὸ κέντρον ἀνάλογον <lb/>μεῖζον τὸ τούτων. Οὗτοι μὲν οὖν διετίζουσι, καὶ
							ὁρῶνται <lb/>καὶ τοῦ χειμῶνος ἐκ δρυῶν κοπτομένων ἐκπετόμενοι, ζῶσι δὲ <lb/>φωλοῦντες
							τὸν χειμῶνα· ἡ δὲ διατριβὴ ἐν τοῖς ξύλοις. Εἰσὶ δ’ <lb/>αὐτῶν οἱ μὲν μῆτραι οἱ δ’
							ἐργάται, ὥσπερ καὶ τῶν ἡμερωτέρων· <lb/>τίς δ’ ἡ φύσις τοῦ ἐργάτου καὶ τῆς μήτρας, ἐπὶ
							τῶν <lb/>ἡμερωτέρων ἔσται δῆλον. Ἔστι γὰρ καὶ τῶν ἡμέρων σφηκῶν <lb/>δύο γένη, οἱ μὲν
							ἡγεμόνες, οὓς καλοῦσι μήτρας, οἱ δ’ <lb/>ἐργάται. Εἰσὶ δὲ μείζους οἱ ἡγεμόνες πολὺ καὶ
							πραότεροι. <lb/>Καὶ οἱ μὲν ἐργάται οὐ διετίζουσιν, ἀλλὰ πάντες ἀποθνήσκουσιν,
							<lb/>ὅταν χειμὼν ἐπιπέσῃ (φανερὸν δ’ ἐστὶ τοῦτο· τοῦ <lb/>γὰρ χειμῶνος ἀρχομένου μὲν
							μωροὶ γίνονται οἱ ἐργάται αὐτῶν, <lb/>περὶ τροπὰς δ’ οὐ φαίνονται ὅλως), οἱ δ’
							ἡγεμόνες οἱ <lb/>καλούμενοι μῆτραι ὁρῶνται δι’ ὅλου τοῦ χειμῶνος καὶ κατὰ <lb/>γῆς
							φωλεύουσιν· ἀροῦντες γὰρ καὶ σκάπτοντες ἐν τῷ χειμῶνι <lb/>μήτρας μὲν πολλοὶ
							ἑωράκασιν, ἐργάτας δ’ οὐθείς. Ἡ <lb/>δὲ γένεσις τῶν σφηκῶν ἐστὶ τοιάδε. Οἱ ἡγεμόνες
							ὅταν <lb/>λάβωσι τόπον εὔσκοπον ἐπιόντος τοῦ θέρους, πλάττονται <lb/>τὰ κηρία καὶ
							συνίστανται οὓς καλοῦσι σφηκωνεῖς τοὺς μικρούς, <lb/>οἷον τετραθύρους ἢ ἐγγὺς τούτων,
							ἐν οἷς σφῆκες γίνονται <lb/>καὶ οὐ μῆτραι. Τούτων δ’ αὐξηθέντων πάλιν μετὰ
							<lb/>τούτους ἄλλους μείζους συνίστανται, καὶ πάλιν τούτων <lb/>αὐξηθέντων ἑτέρους,
							ὥστε τοῦ μετοπώρου τελευτῶντος πλεῖστα <lb/>καὶ μέγιστα γίνεσθαι σφηκία, ἐν οἷς ὁ
							ἡγεμών, ἡ καλουμένη <lb/>μήτρα, οὐκέτι σφῆκας γεννᾷ ἀλλὰ μήτρας. Γίνονται <lb/>δ’
							οὗτοι ἄνω ἐπὶ τοῦ σφηκίου ἐπιπολῆς μείζους σκώληκες ἐν <lb/>θυρίσι συνεχέσι τέτταρσιν
							ἢ μικρῷ πλείοσιν, παραπλησίως <lb/>δ’ ὥσπερ ἐν τοῖς κηρίοις τὰ τῶν ἡγεμόνων. Ἐπειδὰν
							δὲ <lb/>γένωνται οἱ ἐργάται σφῆκες ἐν τοῖς κηρίοις, οὐκέτι οἱ ἡγεμόνες <pb n="356"/>
							ἐργάζονται, ἀλλ’ οἱ ἐργάται αὐτοῖς τὴν τροφὴν <lb/>εἰσφέρουσιν· φανερὸν δ’ ἐστὶ τοῦτο
							τῷ μηκέτι τοὺς ἡγεμόνας <lb/>ἐκπέτεσθαι τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ἔνδον μένοντας
							<lb/>ἡσυχάζειν. Πότερον δ’ οἱ περυσινοὶ ἡγεμόνες, ὅταν νέους <lb/>ποιήσωσιν ἡγεμόνας,
							ἀποθνήσκουσιν ὑπὸ τῶν νέων σφηκῶν, <lb/>καὶ τοῦθ’ ὁμοίως συμβαίνει, ἢ καὶ πλείω χρόνον
							δύνανται <lb/>ζῆν, οὐδὲν ὦπταί πω· οὐδὲ γῆρας οὔτε μήτρας οὔτε τῶν <lb/>ἀγρίων σφηκῶν
							οὐδείς πω ὦπται ἑωρακώς, οὐδ’ ἄλλο τοιοῦτον <lb/>οὐδὲν πάθος. Ἔστι δ’ ἡ μήτρα πλατὺ
							καὶ βαρύ, <lb/>καὶ παχύτερον καὶ μεῖζον τοῦ σφηκός, καὶ πρὸς τὴν πτῆσιν <lb/>διὰ τὸ
							βάρος οὐκ ἄγαν ἰσχυρόν· οὐδὲ δύνανται ἐπὶ τὸ πολὺ <lb/>πέτεσθαι· διὸ καὶ κάθηνται ἐν
							τοῖς σφηκίοις ἀεί, συμπλάττουσαι <lb/>καὶ διοικοῦσαι τὰ ἔνδον. Ἐν δὲ τοῖς πλείστοις
							<lb/>σφηκίοις ἔνεισιν αἱ μῆτραι καλούμεναι. Ἀμφισβητεῖται <lb/>δὲ πότερον ἔγκεντροί
							εἰσιν ἢ ἄκεντροι· ἐοίκασι δ’, ὥσπερ οἱ <lb/>τῶν μελιττῶν ἡγεμόνες, ἔχειν μέν, οὐκ
							ἐξιέναι δὲ οὐδὲ βάλλειν. <lb/>Τῶν δὲ σφηκῶν οἱ μὲν ἄκεντροί εἰσιν ὥσπερ κηφῆνες,
							<lb/>οἱ δ’ ἔχουσι κέντρον. Εἰσὶ δ’ οἱ ἄκεντροι ἐλάττους καὶ <lb/>ἀμενηνότεροι, καὶ οὐκ
							ἀμύνονται, οἱ δ’ ἔχοντες τὰ κέντρα <lb/>μείζους καὶ ἄλκιμοι· καὶ καλοῦσι τούτους ἔνιοι
							μὲν ἄρρενας, <lb/>τοὺς δ’ ἀκέντρους θηλείας. Πρὸς δὲ τὸν χειμῶνα ἀποβάλλειν
							<lb/>δοκοῦσι πολλοὶ τῶν ἐχόντων τὰ κέντρα· αὐτόπτῃ δ’ οὔπω <lb/>ἐντετυχήκαμεν.
							Γίνονται δ’ οἱ σφῆκες μᾶλλον ἐν τοῖς αὐχμοῖς <lb/>καὶ ἐν ταῖς χώραις ταῖς τραχείαις,
							γίνονται δ’ ὑπὸ γῆν, <lb/>καὶ τὰ κηρία πλάττουσιν ἐκ φορυτοῦ καὶ γῆς, ἀπὸ μιᾶς
							<lb/>ἀρχῆς ἕκαστον ὥσπερ ἀπὸ ῥίζης. Τροφῇ δὲ χρῶνται μὲν <lb/>καὶ ἀπ’ ἀνθῶν τινῶν καὶ
							καρπῶν, τὴν δὲ πλείστην ἀπὸ ζῳοφαγίας. <lb/>Ὠμμένοι δ’ εἰσὶν ὀχευόμενοι ἤδη καὶ τῶν
							ἄλλων <pb n="357"/> τινές· εἰ δ’ ἄκεντροι ἄμφω ἢ κέντρα ἔχοντες, ἢ ὁ μὲν ὁ δ’ <lb/>οὔ,
							οὔπω ὦπται. Καὶ τῶν ἀγρίων ὀχευόμενοι ὠμμένοι, <lb/>καὶ ὁ ἕτερος ἔχων κέντρον· περὶ
							θατέρου δ’ οὐκ ὤφθη. Ὁ <lb/>δὲ γόνος οὐ δοκεῖ ἐκ τοῦ τόκου γίνεσθαι, ἀλλ’ εὐθὺς μείζων
							<lb/>εἶναι ἢ ὡς σφηκὸς τόκος. Ἐὰν δὲ λάβῃ τις τῶν ποδῶν <lb/>σφῆκα καὶ τοῖς πτεροῖς ἐᾷ
							βομβεῖν, προσπέτονται οἱ ἄκεντροι, <lb/>οἱ δὲ τὰ κέντρα ἔχοντες οὐ προσπέτονται· ᾧ
							τινὲς <lb/>τεκμηρίῳ χρῶνται ὡς τῶν μὲν ἀρρένων ὄντων τῶν δὲ θηλειῶν. <lb/>Ἁλίσκονται
							δ’ ἐν τοῖς σπηλαίοις τοῦ χειμῶνος καὶ ἔχοντες <lb/>ἔνιοι κέντρα καὶ οὐκ ἔχοντες.
							Ἐργάζονται δ’ οἱ μὲν μικρὰ <lb/>καὶ ὀλίγα σφηκία, οἱ δὲ πολλὰ καὶ μεγάλα. Αἱ δὲ μῆτραι
							<lb/>καλούμεναι ἁλίσκονται τραπείσης τῆς ὥρας, αἱ πολλαὶ <lb/>περὶ τὰς πτελέας·
							συλλέγουσι γὰρ τὰ γλίσχρα καὶ κομμιώδη. <lb/>Γεγένηται δέ που μητρῶν πλῆθος γενομένων
							τῷ ἔμπροσθεν <lb/>ἔτει πολλῶν σφηκῶν καὶ ἐπομβρίας. Θηρεύονται <lb/>δὲ περὶ τοὺς
							κρημνοὺς καὶ τὰ ῥήγματα τῆς γῆς τὰ εἰς <lb/>ὀρθόν, καὶ πάντες φαίνονται ἔχοντες
							κέντρα. </p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς σφῆκας τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="42">
						<p>αἱ δ’ ἀνθρῆναι ζῶσι μὲν οὐκ ἀνθολογούμεναι ὥσπερ αἱ μέλιτται, <lb/>ἀλλὰ τὰ πολλὰ
							σαρκοφαγοῦσαι (διὸ καὶ περὶ τὴν <lb/>κόπρον διατρίβουσιν· θηρεύουσι γὰρ τὰς μεγάλας
							μυίας, καὶ <lb/>ὅταν καταλάβωσιν, ἀφελοῦσαι τὴν κεφαλὴν ἀποπέτονται <lb/>φέρουσαι τὸ
							σῶμα τὸ λοιπόν), ἅπτονται δὲ καὶ τῆς γλυκείας <lb/>ὀπώρας. Τροφῇ μὲν οὖν χρῶνται τῇ
							εἰρημένῃ, ἔχουσι <lb/>δ’ ἡγεμόνας ὥσπερ αἱ μέλιτται καὶ οἱ σφῆκες· καὶ οἱ
							<lb/>ἡγεμόνες οὗτοι μείζονές εἰσι τῷ μεγέθει κατὰ λόγον πρὸς <lb/>τὰς ἀνθρήνας ἢ ὁ τῶν
							σφηκῶν πρὸς τοὺς σφῆκας καὶ ὁ <lb/>τῶν μελιττῶν πρὸς τὰς μελίττας. Διατρίβει δ’ ἔσω
							καὶ <pb n="358"/> οὗτος, ὥσπερ ὁ τῶν σφηκῶν ἡγεμών. Ποιοῦσι δὲ τὸ σμῆνος <lb/>ὑπὸ γῆν
							αἱ ἀνθρῆναι, ἐκφέρουσαι τὴν γῆν ὥσπερ οἱ <lb/>μύρμηκες· ἀφεσμὸς γάρ, ὥσπερ τῶν
							μελιττῶν, οὐ γίνεται <lb/>οὔτε τούτων οὔτε τῶν σφηκῶν, ἀλλ’ ἀεὶ ἐπιγινόμεναι νεώτεραι
							<lb/>αὐτοῦ μένουσι καὶ τὸ σμῆνος μεῖζον ποιοῦσιν ἐκφέρουσαι <lb/>τὸν χοῦν. Γίνεται δὲ
							μεγάλα τὰ σμήνη· ἤδη γὰρ εὐθηνοῦντος <lb/>σμήνους κόφινοι τρεῖς καὶ τέτταρες ἐξῄρηνται
							κηρίων. <lb/>Ὀὐδὲ τροφὴν δ’, ὥσπερ αἱ μέλιτται, ἀποτίθενται, <lb/>ἀλλὰ φωλεύουσι τὸν
							χειμῶνα, αἱ δὲ πλεῖσται ἀποθνήσκουσιν· <lb/>εἰ δὲ καὶ πᾶσαι, οὔπω δῆλον. Οἱ δ’
							ἡγεμόνες πλείους <lb/>ἑνὸς οὐ γίνονται ἐν τοῖς σμήνεσιν, ὥσπερ ἐν τοῖς τῶν μελιττῶν,
							<lb/>οἳ διασπῶσι τὰ σμήνη τῶν μελιττῶν. Ὅταν δὲ πλανηθῶσί <lb/>τινες τῶν ἀνθρηνῶν ἀπὸ
							τοῦ σμήνους, συστραφεῖσαι <lb/>πρός τινα ὕλην ποιοῦσι κηρία, οἷάπερ καὶ ὁρᾶται
							ἐπιπολῆς <lb/>ὄντα πολλάκις, καὶ ἐν τούτῳ ἐργάζονται ἡγεμόνα <lb/>ἕνα· οὗτος δ’ ἐπὰν
							ἐξέλθῃ καὶ αὐξήσῃ, ἀπάγει λαβὼν καὶ <lb/>κατοικίζει μεθ’ αὑτοῦ εἰς σμῆνος. Περὶ δ’
							ὀχείας τῶν <lb/>ἀνθρηνῶν οὐδὲν ὦπταί πω, οὐδὲ πόθεν γίνεται ὁ γόνος. <lb/>Ἐν μὲν οὖν
							ταῖς μελίτταις ἄκεντροί εἰσι καὶ οἱ κηφῆνες καὶ <lb/>οἱ βασιλεῖς, καὶ τῶν σφηκῶν ἔνιοι
							ἄκεντροί εἰσι, καθάπερ <lb/>εἴρηται πρότερον· αἱ δ’ ἀνθρῆναι πᾶσαι φαίνονται κέντρον
							<lb/>ἔχουσαι. Ἐπισκεπτέον δὲ μᾶλλον καὶ περὶ τοῦ ἡγεμόνος, <lb/>εἰ κέντρον ἔχει ἢ μή.
						</p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="43">
						<p>Οἱ δὲ βομβύλιοι τίκτουσιν ὑπὸ πέτρας ἐπ’ αὐτῆς τῆς <lb/>γῆς, θυρίσι δυσὶν ἢ μικρῷ
							πλείοσιν· εὑρίσκεται δὲ καὶ μέλιτος <lb/>ἀρχὴ φαύλου τινὸς ἐν τούτοις. Ἡ δὲ τενθρηδὼν
							<lb/>προσεμφερὴς μέν ἐστι τῇ ἀνθρήνῃ, ποικίλον δέ, καὶ τὸ <lb/>πλάτος ὅμοιον τῇ
							μελίττῃ· λίχνον δ’ ὂν καὶ πρὸς τὰ <lb/>μαγειρεῖα καὶ τοὺς ἰχθύας καὶ τὴν τοιαύτην
							ἀπόλαυσιν κατὰ <pb n="359"/> μόνας προσπέταται· ἐκτίκτει δὲ κατὰ γῆς ὥσπερ οἱ σφῆκες,
							<lb/>πολύχουν δ’ ἐστί, καὶ τὸ τενθρήνιον αὐτῶν πολὺ μεῖζον <lb/>ἢ τῶν σφηκῶν καὶ
							προμηκέστερον.</p>
						<p>Τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν τῶν μελιττῶν καὶ τῶν σφηκῶν <lb/>καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων
							ἐργασίαν καὶ τὸν βίον τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="44">
						<p>Περὶ δὲ τὰ ἤθη τῶν ζῴων, ὥσπερ <lb/>εἴρηται καὶ πρότερον, ἔστι θεωρῆσαι διαφορὰς πρὸς
							ἀνδρίαν <lb/>μὲν μάλιστα καὶ δειλίαν, ἔπειτα καὶ πρὸς πραότητα <lb/>καὶ ἀγριότητα καὶ
							αὐτῶν τῶν ἀγρίων. Καὶ γὰρ ὁ λέων ἐν <lb/>τῇ βρώσει μὲν χαλεπώτατός ἐστι, μὴ πεινῶν δὲ
							καὶ βεβρωκὼς <lb/>πραότατος. Ἔστι δὲ τὸ ἦθος οὐχ ὑπόπτης <lb/>οὐδενὸς οὐδ’ ὑφορώμενος
							οὐδέν, πρός τε τὰ σύντροφα καὶ <lb/>συνήθη σφόδρα φιλοπαίγμων καὶ στερκτικός. Ἐν δὲ
							ταῖς <lb/>θήραις ὁρώμενος μὲν οὐδέποτε φεύγει οὐδὲ πτήσσει, ἀλλ’ <lb/>ἐὰν καὶ διὰ
							πλῆθος ἀναγκασθῇ τῶν θηρευόντων ὑπαγαγεῖν <lb/>βάδην ὑποχωρεῖ καὶ κατὰ σκέλος, κατὰ
							βραχὺ ἐπιστρεφόμενος· <lb/>ἐὰν μέντοι ἐπιλάβηται δασέος, φεύγει ταχέως, ἕως <lb/>ἂν
							καταστῇ εἰς φανερόν· τότε δὲ πάλιν ὑπάγει βάδην. <lb/>Ἐν δὲ τοῖς ψιλοῖς ἐάν ποτ’
							ἀναγκασθῇ εἰς φανερὸν διὰ <lb/>τὸ πλῆθος φεύγειν, τρέχει κατατείνας καὶ οὐ πηδᾷ. Τὸ
							<lb/>δὲ δρόμημα συνεχῶς ὥσπερ κυνός ἐστι κατατεταμένον· <lb/>διώκων μέντοι ἐπιρρίπτει
							ἑαυτόν, ὅταν ᾖ πλησίον. Ἀληθῆ <lb/>δὲ καὶ τὰ λεγόμενα, τό τε φοβεῖσθαι μάλιστα τὸ πῦρ,
							<lb/>ὥσπερ καὶ Ὅμηρος ἐποίησεν</p>
						<l>καιόμεναί τε δεταί, τάς τε τρεῖ ἐσσύμενός περ,</l>
						<p>καὶ τὸ τὸν βαλόντα τηρήσαντα ἵεσθαι ἐπὶ τοῦτον· ἐὰν <pb n="360"/> δέ τις βάλλῃ μὲν
							μή, ἐνοχλῇ δὲ αὐτόν, ἐὰν ἐπαΐξας συλλάβῃ, <lb/>ἀδικεῖ μὲν οὐδὲν οὐδὲ βλάπτει τοῖς
							ὄνυξι, σείσας δὲ <lb/>καὶ φοβήσας ἀφίησι πάλιν. Πρὸς δὲ τὰς πόλεις ἔρχονται
							<lb/>μάλιστα καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀδικοῦσιν, ὅταν γένωνται <lb/>πρεσβῦται, διά τε τὸ
							γῆρας ἀδύνατοι θηρεύειν ὄντες καὶ <lb/>διὰ τὸ πεπονηκέναι τοὺς ὀδόντας. Ἔτη δὲ ζῶσι
							πολλά, <lb/>καὶ ὁ ληφθεὶς λέων χωλὸς πολλοὺς τῶν ὀδόντων εἶχε κατεαγότας, <lb/>ᾧ
							τεκμηρίῳ ἐχρῶντό τινες ὅτι πόλλ’ ἔτη ζῶσιν· <lb/>τοῦτο γὰρ οὐκ ἂν συμπεσεῖν μὴ
							πολυχρονίῳ ὄντι. Γένη <lb/>δ’ ἐστὶ λεόντων δύο· τούτων δ’ ἐστὶ τὸ μὲν στρογγυλώτερον
							<lb/>καὶ οὐλοτριχώτερον δειλότερον, τὸ δὲ μακρότερον <lb/>καὶ εὐθύτριχον ἀνδρειότερον.
							Φεύγουσι δ’ ἐνίοτε κατατείναντες <lb/>τὴν κέρκον ὥσπερ κύνες. Ἤδη δ’ ὦπται λέων καὶ
							<lb/>ὑῒ ἐπιτίθεσθαι μέλλων, καὶ ὡς εἶδεν ἀντιφρίξαντα, φεύγων. <lb/>Ἔστι δὲ πρὸς τὰς
							πληγὰς εἰς μὲν τὰ κοῖλα ἀσθενής, κατὰ <lb/>δὲ τὸ ἄλλο σῶμα δέχεται πολλὰς καὶ κεφαλὴν
							ἔχει ἰσχυράν. <lb/>Ὅσα δ’ ἂν δάκῃ ἢ τοῖς ὄνυξιν ἑλκώσῃ, ἐκ τῶν ἑλκῶν ἰχῶρες
							<lb/>ῥέουσιν ὠχροὶ σφόδρα καὶ ἐκ τῶν ἐπιδέσμων καὶ σπόγγων <lb/>ὑπ’ οὐδενὸς δυνάμενοι
							ἐκκλύζεσθαι· ἡ δὲ θεραπεία ἡ αὐτὴ <lb/>καὶ τῶν κυνοδήκτων ἑλκῶν.</p>
						<p>Φιλάνθρωποι δ’ εἰσὶ καὶ οἱ θῶες, καὶ οὔτ’ ἀδικοῦσι τοὺς <lb/>ἀνθρώπους οὔτε φοβοῦνται
							σφόδρα, πολεμοῦσι δὲ τοῖς <lb/>κυσὶ καὶ τοῖς λέουσιν· διὸ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ οὐ γίνονται.
							<lb/>Ἄριστοι δ’ οἱ μικροὶ τῶν θώων. Γένη δ’ αὐτῶν οἱ μέν <lb/>φασιν εἶναι δύο, οἱ δὲ
							τρία· οὐ δοκεῖ δὲ πλείω εἶναι, ἀλλ’ <lb/>ὥσπερ τῶν ἰχθύων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν
							τετραπόδων ἔνια, <lb/>καὶ οἱ θῶες μεταβάλλουσι κατὰ τὰς ὥρας, καὶ τό τε χρῶμα
							<lb/>ἕτερον τοῦ χειμῶνος καὶ τοῦ θέρους ἴσχουσι, καὶ τοῦ μὲν θέρους <lb/>λεῖοι
							γίνονται τοῦ δὲ χειμῶνος δασεῖς. </p>
					</div>
					<pb n="361"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="45">
						<p>Ὁ δὲ βόνασος γίνεται μὲν ἐν τῇ Παιονίᾳ ἐν τῷ ὄρει <lb/>τῷ Μεσσαπίῳ, ὃ ὁρίζει τὴν
							Παιονικὴν καὶ τὴν Μαιδικὴν <lb/>χώραν, καλοῦσι δ’ αὐτὸν οἱ Παίονες μόναπον. Τὸ <lb/>δὲ
							μέγεθός ἐστιν ἡλίκον ταῦρος, καὶ ἔστιν ὀγκωδέστερον ἢ <lb/>βοῦς· οὐ γὰρ πρόμηκές
							ἐστιν. Τὸ δὲ δέρμα αὐτοῦ κατέχει <lb/>εἰς ἑπτάκλινον ἀποταθέν. Καὶ τὸ ἄλλο δὲ εἶδος
							ὅμοιον <lb/>βοΐ, πλὴν χαίτην ἔχει μέχρι τῆς ἀκρωμίας ὥσπερ ἵππος· <lb/>μαλακωτέρα δ’ ἡ
							θρὶξ τῆς τοῦ ἵππου, καὶ προσεσταλμένη <lb/>μᾶλλον. Χρῶμα δ’ ἔχει τοῦ τριχώματος
							ξανθόν· βαθεῖα <lb/>δὲ καὶ μέχρι τῶν ὀφθαλμῶν καθήκουσα ἡ χαίτη ἐστὶ <lb/>καὶ πυκνή.
							Τὸ δὲ χρῶμα ἔχει τι μέσον τεφροῦ καὶ <lb/>πυρροῦ, οὐχ οἷον αἱ παρῶαι ἵπποι καλούμεναι,
							ἀλλ’ αὐχμηροτέραν <lb/>τὴν τρίχα, κάτωθεν ἐριώδη· μέλανες δ’ ἢ πυρροὶ <lb/>σφόδρα οὐ
							γίνονται. Φωνὴν δ’ ὁμοίαν ἔχουσι βοΐ, κέρατα <lb/>δὲ γαμψά, κεκαμμένα πρὸς ἄλληλα καὶ
							ἄχρηστα πρὸς τὸ <lb/>ἀμύνεσθαι, τῷ μεγέθει σπιθαμιαῖα ἢ μικρῷ μείζω, πάχος <lb/>δ’
							ὥστε χωρῆσαι μὴ πολλῷ ἔλαττον ἡμίχουν ἑκάτερον· ἡ <lb/>δὲ μελανία καλὴ καὶ λιπαρὰ τοῦ
							κέρατος. Τὸ δὲ προκόμιον <lb/>καθήκει ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, ὥστ’ εἰς τὸ πλάγιον
							<lb/>παρορᾶν μᾶλλον ἢ εἰς τὸ πρόσθεν. Ὀδόντας δὲ τοὺς <lb/>ἄνωθεν οὐκ ἔχει, ὥσπερ οὐδὲ
							βοῦς οὐδ’ ἄλλο τῶν κερατοφόρων <lb/>οὐδέν, σκέλη δὲ δασέα· καὶ ἔστι διχαλόν· κέρκον
							<lb/>δ’ ἐλάττω ἢ κατὰ τὸ μέγεθος, ὁμοίαν τῇ τοῦ βοός. Καὶ <lb/>ἀναρρίπτει τὴν κόνιν
							καὶ ὀρύττει ὥσπερ ταῦρος. Δέρμα <lb/>δ’ ἔχει πρὸς τὰς πληγὰς ἰσχυρόν. Ἔστι δ’
							ἡδύκρεων, διὸ <lb/>καὶ θηρεύουσιν αὐτό. Ὅταν δὲ πληγῇ, φεύγει, καὶ ὑπομένει <pb n="362"/> ὅταν ἐξατονῇ. Ἀμύνεται δὲ λακτίζων καὶ προσαφοδεύων <lb/>καὶ εἰς τέτταρας
							ὀργυιὰς ἀφ’ ἑαυτοῦ ῥίπτων· <lb/>ῥᾳδίως δὲ χρῆται τούτῳ καὶ πολλάκις, καὶ ἐπικαίει ὥστε
							<lb/>ἀποψήχεσθαι τὰς τρίχας τῶν κυνῶν. Τεταραγμένου μὲν <lb/>οὖν καὶ φοβουμένου τοῦτο
							ποιεῖ ἡ κόπρος, ἀταράκτου δ’ ὄντος <lb/>οὐκ ἐπικαίει. Ἡ μὲν οὖν ἰδέα τοῦ θηρίου καὶ ἡ
							φύσις τοιαύτη <lb/>τίς ἐστιν· ὅταν δ’ ὥρα ᾖ τοῦ τίκτειν, ἀθρόοι τίκτουσιν ἐν <lb/>τοῖς
							ὄρεσιν. Περὶ δὲ τὸν τόπον ἀφοδεύουσι πρότερον πρὶν <lb/>τεκεῖν, καὶ ποιοῦσιν οἷον
							περίβολον· προΐεται γὰρ τὸ θηρίον <lb/>πολύ τι πλῆθος τούτου τοῦ περιττώματος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="46">
						<p>Πάντων δὲ τιθασσότατον καὶ ἡμερώτατον τῶν ἀγρίων <lb/>ἐστὶν ὁ ἐλέφας· πολλὰ γὰρ καὶ
							παιδεύεται καὶ ξυνίησιν, <lb/>ἐπεὶ καὶ προσκυνεῖν διδάσκονται τὸν βασιλέα. Ἔστι δὲ καὶ
							<lb/>εὐαίσθητον καὶ τῇ συνέσει τῇ ἄλλῃ ὑπερβάλλον. Ὃ δ’ <lb/>ἂν ὀχεύσῃ καὶ ἔγκυον
							ποιήσῃ, τούτου πάλιν οὐχ ἅπτεται. <lb/>Ζῆν δέ φασι τὸν ἐλέφαντα οἱ μὲν ἔτη διακόσια,
							οἱ δ’ ἑκατὸν <lb/>εἴκοσι, καὶ τὴν θήλειαν ἴσα σχεδὸν τῷ ἄρρενι, ἀκμάζειν <lb/>δὲ περὶ
							ἔτη ἑξήκοντα, πρὸς δὲ τοὺς χειμῶνας καὶ τὰ ψύχη <lb/>δύσριγον εἶναι. Ἔστι δὲ τὸ ζῷον
							παραποτάμιον, οὐ ποτάμιον. <lb/>Ποιεῖται δὲ καὶ διὰ τοῦ ὕδατος τὴν πορείαν, ἕως
							<lb/>τούτου δὲ προέρχεται ἕως ἂν ὁ μυκτὴρ ὑπερέχῃ αὐτοῦ· <lb/>ἀναφυσᾷ γὰρ διὰ τούτου
							καὶ τὴν ἀναπνοὴν ποιεῖται. Νεῖν <lb/>δ’ οὐ πάνυ δύναται διὰ τὸ τοῦ σώματος βάρος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="47">
						<p>Οἱ δὲ κάμηλοι οὐκ ἀναβαίνουσιν ἐπὶ τὰς μητέρας, ἀλλὰ <lb/>κἂν βιάζηταί τις, οὐ
							θέλουσιν. Ἤδη γάρ ποτε ἐπεὶ οὐκ <lb/>ἦν ὀχεῖον, ὁ ἐπιμελητὴς περικαλύψας τὴν μητέρα
							ἐφῆκε <lb/>τὸν πῶλον· ὡς δ’ ὀχεύσαντος ἀπέπεσε, τότε μὲν ἀπετέλεσε <lb/>τὴν συνουσίαν,
							μικρὸν δ’ ὕστερον δακὼν τὸν καμηλίτην <pb n="363"/> ἀπέκτεινεν. Λέγεται δὲ καὶ τῷ
							Σκυθῶν βασιλεῖ γενέσθαι <lb/>ἵππον γενναίαν, ἐξ ἧς ἅπαντας ἀγαθοὺς γίνεσθαι τοὺς
							<lb/>ἵππους· τούτων ἐκ τοῦ ἀρίστου βουλόμενον γεννῆσαι ἐκ τῆς <lb/>μητρὸς προσαγαγεῖν,
							ἵν’ ὀχεύσῃ· τὸν δ’ οὐ θέλειν· περικαλυφθείσης <lb/>δὲ λαθόντα ἀναβῆναι· ὡς δ’
							ὀχεύσαντος <lb/>ἀπεκαλύφθη τὸ πρόσωπον τῆς ἵππου, ἰδόντα τὸν ἵππον <lb/>φεύγειν καὶ
							ῥῖψαι ἑαυτὸν κατὰ τῶν κρημνῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="48">
						<p>Τῶν δὲ θαλασσίων πλεῖστα λέγεται σημεῖα περὶ τοῦς <lb/>δελφῖνας πραότητος καὶ
							ἡμερότητος, καὶ δὴ καὶ πρὸς παῖδας <lb/>ἔρωτες καὶ ἐπιθυμίαι καὶ περὶ Τάραντα καὶ
							Καρίαν καὶ <lb/>ἄλλους τόπους. Περὶ Καρίαν γὰρ ληφθέντος δελφῖνος <lb/>καὶ τραύματα
							λαβόντος ἀθρόον ἐλθεῖν λέγεται πλῆθος δελφίνων <lb/>εἰς τὸν λιμένα, μέχριπερ ὁ ἁλιεὺς
							ἀφῆκεν· τότε δὲ <lb/>πάλιν ἅμα πάντες ἀπῆλθον. Καὶ τοῖς μικροῖς δελφῖσιν
							<lb/>ἀκολουθεῖ τις ἀεὶ τῶν μεγάλων φυλακῆς χάριν. Ἤδη δ’ <lb/>ὦπται δελφίνων μεγάλων
							ἀγέλη ἅμα καὶ μικρῶν· τούτων <lb/>δ’ ἀπολειπόμενοί τινες δύο οὐ πολὺ ἐφάνησαν
							δελφινίσκον <lb/>μικρὸν τεθνηκότα, ὅτ’ εἰς βυθὸν φέροιτο, ὑπονέοντες καὶ
							<lb/>μετεωρίζοντες τῷ νώτῳ οἷον κατελεοῦντες, ὥστε μὴ καταβρωθῆναι <lb/>ὑπό τινος τῶν
							ἄλλων θηρίων. Λέγεται δὲ καὶ περὶ <lb/>ταχυτῆτος ἄπιστα τοῦ ζῴου· ἁπάντων γὰρ δοκεῖ
							εἶναι ζῴων <lb/>τάχιστον, καὶ τῶν ἐνύδρων καὶ τῶν χερσαίων, καὶ ὑπεράλλονται <lb/>δὲ
							πλοίων μεγάλων ἱστούς. Μάλιστα δὲ τοῦτ’ αὐτοῖς <lb/>συμβαίνει, ὅταν διώκωσί τινα ἰχθὺν
							τροφῆς χάριν· τότε <lb/>γάρ, ἐὰν ἀποφεύγῃ, συνακολουθοῦσιν εἰς βυθὸν διὰ τὸ πεινῆν,
								<pb n="364"/> ὅταν δ’ αὐτοῖς μακρὰ γίνηται ἡ ἀναστροφή, κατέχουσι <lb/>τὸ πνεῦμα
							ὥσπερ ἀναλογισάμενοι, καὶ συστρέψαντες <lb/>ἑαυτοὺς φέρονται ὥσπερ τόξευμα, τῇ
							ταχυτῆτι τὸ μῆκος διελθεῖν <lb/>βουλόμενοι πρὸς τὴν ἀναπνοήν, καὶ ὑπεράλλονται
							<lb/>τοὺς ἱστούς, ἐὰν παρατυγχάνῃ που πλοῖον. Ταὐτὸν δὲ <lb/>ποιοῦσι καὶ οἱ
							κατακολυμβηταί, ὅταν εἰς βυθὸν ἑαυτοὺς ἀφῶσιν· <lb/>κατὰ τὴν ἑαυτῶν γὰρ δύναμιν καὶ
							οὗτοι ἀναφέρονται <lb/>συστρέψαντες. Διατρίβουσι δὲ μετ’ ἀλλήλων κατὰ συζυγίας <lb/>οἱ
							ἄρρενες ταῖς θηλείαις. Διαπορεῖται δὲ περὶ αὐτῶν <lb/>διὰ τί ἐξοκέλλουσιν εἰς τὴν γῆν·
							ποιεῖν γάρ φασι τοῦτ’ αὐτοὺς <lb/>ἐνίοτε, ὅταν τύχωσι, δι’ οὐδεμίαν αἰτίαν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="49">
						<p>Ὥσπερ δὲ τὰς πράξεις κατὰ τὰ πάθη συμβαίνει ποιεῖσθαι <lb/>πᾶσι τοῖς ζῴοις, οὕτω
							πάλιν καὶ τὰ ἤθη μεταβάλλουσι <lb/>κατὰ τὰς πράξεις, πολλάκις δὲ καὶ τῶν μορίων ἔνια,
							οἷον <lb/>ἐπὶ τῶν ὀρνίθων συμβαίνει. Αἵ τε γὰρ ἀλεκτορίδες ὅταν <lb/>νικήσωσι τοὺς
							ἄρρενας, κοκκύζουσί τε μιμούμεναι τοὺς <lb/>ἄρρενας καὶ ὀχεύειν ἐπιχειροῦσι, καὶ τό τε
							κάλλαιον ἐξαίρεται <lb/>αὐταῖς καὶ τὸ οὐροπύγιον, ὥστε μὴ ῥᾳδίως ἂν ἐπιγνῶναι <lb/>ὅτι
							θήλειαί εἰσιν· ἐνίαις δὲ καὶ πλῆκτρά τινα μικρὰ <lb/>ἐπανέστη. Ἤδη δὲ καὶ τῶν ἀρρένων
							τινὲς ὤφθησαν <lb/>ἀπολομένης τῆς θηλείας αὐτοὶ περὶ τοὺς νεοττοὺς τὴν <lb/>τῆς
							θηλείας ποιούμενοι σκευωρίαν, περιάγοντές τε καὶ ἐκτρέφοντες <lb/>οὕτως ὥστε μήτε
							κοκκύζειν ἔτι μήτ’ ὀχεύειν ἐπιχειρεῖν. <lb/>Γίνονται δὲ καὶ θηλυδρίαι ἐκ γενετῆς τῶν
							ὀρνίθων <lb/>τινὲς οὕτως ὥστε καὶ ὑπομένειν τοὺς ἐπιχειροῦντας ὀχεύειν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="50">
						<p>Μεταβάλλει δὲ τὰ ζῷα οὐ μόνον τὰς μορφὰς ἔνια καὶ τὸ <pb n="365"/> ἦθος κατὰ τὰς
							ἡλικίας καὶ τὰς ὥρας, ἀλλὰ καὶ ἐκτεμνόμενα. <lb/>Ἐκτέμνεται δὲ τῶν ζῴων ὅσα ἔχει
							ὄρχεις. Ἔχουσι δ’ οἱ <lb/>μὲν ὄρνιθες τοὺς ὄρχεις ἐντὸς καὶ τὰ ᾠοτόκα τῶν τετραπόδων
							<lb/>πρὸς τῇ ὀσφύϊ, τὰ δὲ ζῳοτόκα καὶ πεζὰ τὰ μὲν πλεῖστα <lb/>ἐκτός, τὰ δ’ ἐντός,
							πάντα δὲ πρὸς τῷ τέλει τῆς γαστρός. <lb/>Ἐκτέμνονται δ’ οἱ μὲν ὄρνιθες κατὰ τὸ
							οὐροπύγιον, καθ’ <lb/>ὃ συμπίπτουσιν ὀχεύοντες· ἐνταῦθα γὰρ ἐὰν ἐπικαύσῃ τις
							<lb/>δυσὶν ἢ τρισὶ σιδηρίοις, ἐὰν μὲν ἤδη τέλειον ὄντα, τό τε <lb/>κάλλαιον ἔξωχρον
							γίνεται καὶ οὐκέτι κοκκύζει οὐδ’ ἐπιχειρεῖ <lb/>ὀχεύειν, ἐὰν δ’ ἔτι νεοττὸν ὄντα, οὐδὲ
							γίνεται τούτων <lb/>οὐδὲν αὐξανομένου. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐπὶ ἀνθρώπων· <lb/>ἐὰν
							μὲν γὰρ παῖδας ὄντας πηρώσῃ τις, οὔτε αἱ ὑστερογενεῖς <lb/>ἐπιγίνονται τρίχες οὔτε ἡ
							φωνὴ μεταβάλλει, ἀλλ’ <lb/>ὀξεῖα διατελεῖ· ἂν δ’ ἤδη ἡβῶντας, αἱ μὲν ὑστερογενεῖς
							τρίχες <lb/>ἀπολείπουσι πλὴν τῶν ἐπὶ τῆς ἥβης (αὗται δ’ ἐλάττους μέν, <lb/>μένουσι
							δέ), αἱ δ’ ἐκ γενετῆς τρίχες οὐκ ἀπολείπουσιν· οὐδεὶς <lb/>γὰρ γίνεται εὐνοῦχος
							φαλακρός. Μεταβάλλει δὲ καὶ ἡ φωνὴ <lb/>ἐπὶ τῶν τετραπόδων τῶν ἐκτεμνομένων ἁπάντων
							εἰς τὸ <lb/>θῆλυ. Τὰ μὲν οὖν ἄλλα τετράποδα ἐὰν μὴ νέα ἐκτέμνηται, <lb/>διαφθείρεται·
							ἐπὶ δὲ τῶν κάπρων μόνων οὐδὲν διαφέρει. <lb/>Πάντα δὲ ἐὰν μὲν νέα ἐκτμηθῇ, μείζω
							γίνεται τῶν <lb/>ἀτμήτων καὶ γλαφυρώτερα, ἐὰν δὲ καθεστηκότα ἤδη, οὐκέτι
							<lb/>αὐξάνεται ἐπὶ πλεῖον. Οἱ δ’ ἔλαφοι ἐὰν μὲν μή πω τὰ κέρατα <lb/>ἔχοντες διὰ τὴν
							ἡλικίαν ἐκτμηθῶσιν, οὐκέτι φύουσι <lb/>κέρατα· ἐὰν δ’ ἔχοντας ἐκτέμῃ τις, τό τε
							μέγεθος ταὐτὸν <lb/>μένει τῶν κεράτων, καὶ οὐκ ἀποβάλλουσιν. Οἱ μὲν οὖν μόσχοι <pb n="366"/> ἐκτέμνονται ἐνιαύσιοι, εἰ δὲ μή, αἰσχίους γίνονται καὶ <lb/>ἐλάττους· οἱ
							δὲ δαμάλαι ἐκτέμνονται τὸν τρόπον τοῦτον· κατακλίνοντες <lb/>καὶ ἀποτέμνοντες τῆς
							ὀσχέας κάτωθεν τοὺς ὄρχεις <lb/>ἀποθλίβουσιν, εἶτα ἀναστέλλουσι τὰς ῥίζας ἄνω ὡς
							μάλιστα, <lb/>καὶ τὴν τομὴν θριξὶ βύουσιν, ὅπως ὁ ἰχὼρ ῥέῃ ἔξω· <lb/>καὶ ἐὰν
							φλεγμαίνῃ, κατακαύσαντες τὴν ὀσχέαν ἐπιπάττουσιν. <lb/>Οἱ δ’ ἐνόρχαι τῶν βοῶν ἐὰν
							ἐκτμηθῶσι, τὸ φανερὸν <lb/>συγγεννῶσιν. Ἐκτέμνεται δὲ καὶ ἡ καπρία τῶν θηλειῶν
							<lb/>ὑῶν, ὥστε μηκέτι δεῖσθαι ὀχείας ἀλλὰ πιαίνεσθαι ταχέως. <lb/>Ἐκτέμνεται δὲ
							νηστεύσασα δύο ἡμέρας, ὅταν κρεμάσωσι τῶν <lb/>ὀπισθίων σκελῶν. Τέμνουσι δὲ τὸ ἦτρον,
							ᾗ τοῖς ἄρρεσιν <lb/>οἱ ὄρχεις μάλιστα φύονται· ἐνταῦθα γὰρ ἐπὶ ταῖς μήτραις
							<lb/>ἐπιπέφυκεν ἡ καπρία, ἧς μικρὸν ἀποτέμνοντες συρράπτουσιν. <lb/>Ἐκτέμνονται δὲ καὶ
							αἱ κάμηλοι αἱ θήλειαι, ὅταν εἰς πόλεμον <lb/>χρῆσθαι αὐταῖς βούλωνται, ἵνα μὴ ἐν
							γαστρὶ λάβωσιν. Κέκτηνται <lb/>δ’ ἔνιοι τῶν ἄνω καμήλους καὶ τρισχιλίας· θέουσι δὲ
							<lb/>θᾶσσον τῶν Νισαίων ἵππων πολύ, ἐὰν θέωσι, διὰ τὸ μέγεθος <lb/>τοῦ ὀρέγματος. Ὅλως
							δὲ μακρότερα γίνεται τὰ ἐκτεμνόμενα <lb/>ζῷα τῶν ἀτμήτων.</p>
						<p>Ὠφελοῦνται δὲ τὰ ζῷα καὶ χαίρουσι, καὶ μηρυκάζουσιν <lb/>ὥσπερ ἐσθίοντα ὅσα
							μηρυκάζει. Μηρυκάζει δὲ τὰ μὴ ἀμφώδοντα, <lb/>οἷον βόες καὶ πρόβατα καὶ αἶγες. Ἐπὶ δὲ
							τῶν <lb/>ἀγρίων οὐδέν πω συνῶπται, ὅσα μὴ συντρέφεται ἐνίοτε, οἷον <lb/>ἔλαφος· αὕτη
							δὲ μηρυκάζει. Πάντα δὲ κατακείμενα μηρυκάζουσι <lb/>μᾶλλον. Μάλιστα δὲ τοῦ χειμῶνος
							μηρυκάζουσιν, <lb/>τά τε κατ’ οἰκίαν τρεφόμενα σχεδὸν ἑπτὰ μῆνας τοῦτο <pb n="367"/>
							ποιεῖ· τὰ δ’ ἀγελαῖα καὶ ἧττον καὶ ἐλάττονα χρόνον μηρυκάζει <lb/>διὰ τὸ νέμεσθαι ἔξω.
							Μηρυκάζει δὲ καὶ τῶν ἀμφωδόντων <lb/>ἔνια, οἷον οἵ τε μύες οἱ Ποντικοὶ καὶ οἱ ἰχθύες,
							καὶ ὃν <lb/>καλοῦσιν ἔνιοι ἀπὸ τοῦ ἔργου μήρυκα. Ἔστι δὲ τὰ μὲν <lb/>μακροσκελῆ τῶν
							ζῴων ὑγροκοίλια, τὰ δ’ εὐρυστήθη ἐμετικὰ <lb/>μᾶλλον, καὶ ἐπὶ τῶν τετραπόδων καὶ ἐπ’
							ὀρνίθων καὶ ἐπ’ ἀνθρώπων <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="49b">
						<p>Τῶν δ’ ὀρνέων πολλὰ μεταβάλλουσι κατὰ τὰς ὥρας καὶ <lb/>τὸ χρῶμα καὶ τὴν φωνήν, οἷον
							ὁ κόττυφος ἀντὶ μέλανος <lb/>ξανθός, καὶ τὴν φωνὴν ἴσχει ἀλλοίαν· ἐν μὲν γὰρ τῷ
							<lb/>θέρει ᾄδει, τοῦ δὲ χειμῶνος παταγεῖ καὶ φθέγγεται θορυβῶδες. <lb/>Μεταβάλλει δὲ
							καὶ ἡ κίχλη τὸ χρῶμα· τοῦ μὲν γὰρ <lb/>χειμῶνος ψαρὰ τοῦ δὲ θέρους ποικίλα τὰ περὶ τὸν
							αὐχένα <lb/>ἴσχει· τὴν μέντοι φωνὴν οὐδὲν μεταβάλλει. Ἡ δ’ <lb/>ἀηδὼν ᾄδει μὲν συνεχῶς
							ἡμέρας καὶ νύκτας δεκαπέντε, ὅταν τὸ <lb/>ὄρος ἤδη δασύνηται· μετὰ δὲ ταῦτα ᾄδει μέν,
							συνεχῶς δ’ <lb/>οὐκέτι. Τοῦ δὲ θέρους προϊόντος ἄλλην ἀφίησι φωνὴν καὶ <lb/>οὐκέτι
							παντοδαπὴν οὐδὲ τραχεῖαν καὶ ἐπιστρεφῆ ἀλλ’ ἁπλῆν, <lb/>καὶ τὸ χρῶμα μεταβάλλει, καὶ
							ἔν γε Ἰταλίᾳ τὸ ὄνομα <lb/>ἕτερον καλεῖται περὶ τὴν ὥραν ταύτην. Φαίνεται δ’ οὐ πολὺν
							<lb/>χρόνον· φωλεῖ γάρ. Μεταβάλλουσι δὲ καὶ οἱ ἐρίθακοι <lb/>καὶ οἱ καλούμενοι
							φοινίκουροι ἐξ ἀλλήλων· ἔστι δ’ ὁ μὲν <lb/>ἐρίθακος χειμερινόν, οἱ δὲ φοινίκουροι
							θερινοί, διαφέρουσι <lb/>δ’ ἀλλήλων οὐθὲν ὡς εἰπεῖν ἀλλ’ ἢ τῇ χρόᾳ μόνον. Ὡσαύτως
							<lb/>δὲ καὶ αἱ συκαλίδες καὶ οἱ μελαγκόρυφοι· καὶ γὰρ <lb/>οὗτοι μεταβάλλουσιν εἰς
							ἀλλήλους. Γίνεται δ’ ἡ μὲν συκαλὶς <lb/>περὶ τὴν ὀπώραν, ὁ δὲ μελαγκόρυφος εὐθέως μετὰ
								<pb n="368"/> τὸ φθινόπωρον. Διαφέρουσι δὲ καὶ οὗτοι οὐθὲν ἀλλήλων <lb/>πλὴν τῇ χρόᾳ
							καὶ τῇ φωνῇ. Ὅτι δ’ ὁ αὐτός ἐστιν ὄρνις, <lb/>ἤδη ὦπται περὶ τὴν μεταβολὴν ἑκάτερον τὸ
							γένος τοῦτο, <lb/>οὔπω δὲ τελέως μεταβεβληκότα οὐδ’ ἐν θατέρῳ εἴδει ὄντα. <lb/>Οὐδὲν
							δ’ ἄτοπον εἰ ἐπὶ τούτων αἱ φωναὶ μεταβάλλουσιν ἢ τὰ <lb/>χρώματα, ἐπεὶ καὶ ἡ φάττα τοῦ
							μὲν χειμῶνος οὐ φθέγγεται <lb/>(πλὴν ἤδη ποτὲ εὐδίας ἐκ χειμῶνος σφοδροῦ γενομένης
							<lb/>ἐφθέγξατο καὶ ἐθαυμαστώθη ὑπὸ τῶν ἐμπείρων), ἀλλ’ ὅταν <lb/>ἔαρ γένηται, τότε
							ἄρχεται φωνεῖν. Τὸ δ’ ὅλον τὰ ὄρνεα <lb/>καὶ μάλιστα καὶ πλείστας ἀφίησι φωνάς, ὅταν
							ὦσι περὶ <lb/>τὴν ὀχείαν. Μεταβάλλει δὲ καὶ ὁ κόκκυξ τὸ χρῶμα καὶ <lb/>τῇ φωνῇ οὐ
							σαφηνίζει, ὅταν μέλλῃ ἀφανίζεσθαι· ἀφανίζεται <lb/>δ’ ὑπὸ κύνα, φανερὸς δὲ γίνεται ἀπὸ
							τοῦ ἔαρος ἀρξάμενος <lb/>μέχρι κυνὸς ἐπιτολῆς. Ἀφανίζεται δὲ καὶ ἣν καλοῦσί <lb/>τινες
							οἰνάνθην ἀνίσχοντος τοῦ σειρίου, δυομένου δὲ φαίνεται· <lb/>φεύγει δὲ ὁτὲ μὲν τὰ ψύχη
							ὁτὲ δὲ τὴν ἀλέαν. Μεταβάλλει <lb/>δὲ καὶ ὁ ἔποψ τὸ χρῶμα καὶ τὴν ἰδέαν, ὥσπερ
							πεποίηκεν <lb/>Αἰσχύλος ἐν τοῖσδε.</p>
						<lg>
							<l>Τοῦτον δ’ ἐπόπτην ἔποπα τῶν αὑτοῦ κακῶν</l>
							<l>πεποικίλωκε, κἀποδηλώσας ἔχει</l>
							<l>θρασὺν πετραῖον ὄρνιν ἐν παντευχίᾳ,</l>
							<l>ὃς ἦρι μὲν φαίνοντι διαπάλλει πτερόν</l>
							<l>κίρκου λεπάργου. Δύο γὰρ οὖν μορφὰς φανεῖ,</l>
							<l>παιδός τε χαὑτοῦ νηδύος μιᾶς ἄπο.</l>
							<l>Νέας δ’ ὀπώρας ἡνίκ’ ἂν ξανθῇ στάχυς,</l>

							<pb n="369"/>

							<l>στικτή νιν αὖθις ἀμφινωμήει πτέρυξ.</l>
							<l>ἀεὶ δὲ μίσει τῶνδ’ ἄπ’ ἄλλον εἰς τόπον</l>
							<l>δρυμοὺς ἐρήμους καὶ πάγους ἀποικίσει.</l>
						</lg>
						<p>Εἰσὶ δὲ τῶν ὀρνίθων οἱ μὲν κονιστικοί, οἱ δὲ λοῦσται, <lb/>οἱ δ’ οὔτε κονιστικοὶ οὔτε
							λοῦσται. Ὅσοι μὲν μὴ πτητικοὶ <lb/>ἀλλ’ ἐπίγειοι, κονιστικοί, οἷον ἀλεκτορίς, πέρδιξ,
							ἀτταγήν, <lb/>κορύδαλος, φασιανός· τῶν δ’ εὐθυωνύχων ἔνιοι, καὶ ὅσοι <lb/>περὶ ποταμὸν
							ἢ ἕλη ἢ θάλασσαν διατρίβουσι, λοῦνται· οἱ <lb/>δ’ ἄμφω, καὶ κονίονται καὶ λοῦνται,
							οἷον περιστερὰ καὶ <lb/>στρουθός· τῶν δὲ γαμψωνύχων οἱ πολλοὶ οὐδέτερον. Ταῦτα
							<lb/>μὲν οὖν τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, ἴδιον δ’ ἐνίοις συμβαίνει <lb/>τῶν ὀρνιθίων τὸ
							ἀποψοφεῖν, οἷον καὶ ταῖς τρυγόσιν· ποιοῦνται <lb/>δὲ καὶ περὶ τὴν ἕδραν κίνησιν οἱ
							τοιοῦτοι ἰσχυρὰν ἅμα <lb/>τῇ φωνῇ. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="10">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Κ.</head>
						<p>Προϊούσης δὲ τῆς ἡλικίας ἀνδρὶ καὶ γυναικί, τοῦ μὴ <lb/>γεννᾶν ἀλλήλοις συνόντας τὸ
							αἴτιον ὁτὲ μὲν ἐν ἀμφοῖν <lb/>ἐστίν, ὁτὲ δ’ ἐν θατέρῳ μόνον. Πρῶτον μὲν οὖν ἐπὶ τοῦ
							<lb/>θήλεος δεῖ θεωρεῖν τὰ περὶ τὰς ὑστέρας ὅπως ἔχει, ἵν’ εἰ μὲν <lb/>ἐν ταύταις τὸ
							αἴτιον, αὗται τυγχάνωσι θεραπείας, εἰ δὲ μὴ <lb/>ἐν ταύταις, περὶ ἕτερόν τι τῶν αἰτίων
							ποιῶνται τὴν ἐπιμέλειαν. <lb/>Ἔστι δ’, ὥσπερ καὶ περὶ ἄλλο μέρος, φανερὸν εἰ <pb n="370"/> ὑγιαίνει, ὅταν τὸ ἔργον τὸ αὑτοῦ ἱκανῶς ἀποτελῇ καὶ ἄλυπόν <lb/>τε ᾖ καὶ
							μετὰ τὰς ἐργασίας ἄκοπον, οἷον ὀφθαλμὸς ὅταν λήμην <lb/>τε μηδεμίαν ποιῇ καὶ ὁρᾷ καὶ
							μετὰ τὴν ὅρασιν μὴ ταράττηται <lb/>μηδ’ ἀδυνατῇ ὁρᾶν πάλιν. Οὕτω καὶ ὑστέρα ἡ
							<lb/>πόνον τε μὴ παρέχουσα, καὶ ὃ ἐκείνης ἐστί, τοῦθ’ ἱκανῶς <lb/>ἀπεργαζομένη, καὶ
							μετὰ τὰ ἔργα μὴ ἀδύνατος ἀλλ’ ἄκοπος. <lb/>Λέγεται δὲ καὶ μὴ καλῶς ἔχουσαν τὴν ὑστέραν
							ὅμως πρὸς τὸ <lb/>ἔργον τὸ αὑτῆς ἔχειν καλῶς καὶ ἀλύπως, ἂν μὴ ταύτης <lb/>χεῖρον τὸ
							ἔργον ἐστὶν αὐτῆς ἔχειν, ὥσπερ ὄμμα οὐδὲν κωλύει <lb/>αὐτὸ ὁρᾶν ἀκριβῶς, μὴ ἔχοντος
							τοῦ ὀφθαλμοῦ καλῶς πάντα <lb/>τὰ μόρια, ἢ εἰ φῦμά τι ὄν. Ὁμοίως δὲ καὶ ὑστέρα, εἰ εὖ
							<lb/>ἔχει τοῦ ἐπικαίρου τόπου, οὐθὲν ἂν πρὸς τοῦτο βλάπτοι. <lb/>Δεῖ δὴ τὴν ἔχουσαν
							καλῶς ὑστέραν πρῶτον μὲν τῷ τόπῳ <lb/>μὴ ἐν ἄλλῳ καὶ ἄλλῳ εἶναι, ἀλλ’ ὁμοίως τῇ θέσει·
							πλὴν <lb/>γίγνεσθαι τὸ πορρώτερον ἄνευ πάθους καὶ λύπης, καὶ μηδὲν <lb/>ἀναισθητοτέρας
							εἶναι θιγγανομένας. Τοῦτο δὲ κρίνειν οὐ <lb/>χαλεπόν. Ὅτι δὲ δεῖ τοιαύτας εἶναι, ἐκ
							τῶνδε φανερόν. <lb/>Εἴτε γὰρ μὴ πλησίον προσίασιν, οὐκ ἔσονται ἅμα σπαστικαί·
							<lb/>πόρρω γὰρ αὐταῖς ἔσται ὁ τόπος ὅθεν δεῖ ἀναλαβεῖν. <lb/>Εἰ δὲ μὴ πλησίον μένουσι
							καὶ μὴ οἷαι ἐπανιέναι πορρωτέρω, <lb/>κωφότεραι ἔσονται. Διαθιγγάνεσθαι δ’ ἀεί, ὥστε
							μὴ ταχὺ <lb/>ἀνοίγεσθαι, δεῖ τοῦτο σφόδρα ποιεῖν καὶ εὐηκόους εἶναι. <lb/>Ταῦτά τε οὖν
							χρὴ ὑπάρχειν, ὅσαις τε μὴ ὑπάρχει, αὗται θεραπείας <lb/>δέονται τινός· καὶ τὰ
							καταμήνια γίνεσθαι καλῶς, <lb/>τοῦτο δ’ ἐστὶ δι’ ἴσων χρόνων καὶ μὴ πεπλανημένως,
							ὑγιαίνοντος <lb/>τοῦ σώματος. Σημαίνει γὰρ οὕτω γινόμενα καλῶς <lb/>ἔχειν ἀνοίγεσθαι
							καὶ δέχεσθαι τὴν ἐκ τοῦ σώματος ὑγρότητα, <lb/>ὅταν τὸ σῶμα διδῷ. Ὅταν δὲ πλεονάκις ἢ
							ἐλαττονάκις <lb/>ἢ πεπλανημένως ἀφιῶσι, τοῦ ἄλλου σώματος μὴ συναιτίου <lb/>ὄντος ἀλλ’
							ὑγιαίνοντος, ἀνάγκη τοῦτο συμβαίνειν δι’ <pb n="371"/> αὐτάς. Καὶ διὰ κωφότητα οὐκ
							ἀνοίγονται δ’ ἐν τοῖς καιροῖς, <lb/>ὥστ’ ὀλίγα δέχονται, ἢ μᾶλλον ἐπισπῶνται τὸ ὑγρὸν
							διά <lb/>τινα φλεγμασίαν αὐτῶν, ὥστε θεραπείας σημαίνουσι δεόμεναι, <lb/>ὥσπερ καὶ
							ὀφθαλμοὶ καὶ κύστις καὶ κοιλία καὶ τἆλλα· <lb/>πάντες γὰρ οἱ τόποι φλεγμαίνοντες
							ἕλκουσιν ὑγρότητα τοιαύτην, <lb/>ἣ πέφυκεν ἐκκρίνεσθαι εἰς ἕκαστον τόπον, ἀλλ’ οὐ
							<lb/>τοιαύτη ἢ τοσαύτη. Ὁμοίως δὲ καὶ ἡ ὑστέρα πλείω ἀποδιδοῦσα <lb/>σημαίνει
							φλεγματικόν τι πάθος, ἐὰν ὅμοια μὲν πλείω <lb/>δ’ ἀποδιδῷ. Ἐὰν δ’ ἀνόμοια καὶ
							σεσημμένα μᾶλλον, οἷα <lb/>ταῖς ὑγιαινούσαις προέρχεται, τοῦτο μὲν ἤδη πάθος καὶ
							ἐπίδηλον <lb/>γίνεται· ἀνάγκη γὰρ καὶ πόνους τινὰς ἐπισημαίνειν <lb/>ἐχούσης ὡς οὐ
							δεῖ. Ταῖς δ’ ὑγιαινούσαις τὰ λευκὰ καὶ σεσημμένα <lb/>προέρχεται, ταῖς μὲν καὶ
							ἀρχομένων, ταῖς δὲ πλείσταις <lb/>ληγόντων τῶν καταμηνίων. Ὅσαις μὲν οὖν σεσημμένα
							<lb/>μᾶλλον γίνεται ἢ ταῖς ὑγιαινούσαις, ἢ ἄτακτα, πλείω ἢ ἐλάττω, <lb/>μᾶλλον δέονται
							θεραπείας ὡς ἐμποδιζόντων πρὸς τὴν <lb/>τέκνωσιν. Ὅσαις δὲ τοῖς χρόνοις μόνον
							ἀνωμάλοις καὶ μὴ <lb/>δι’ ἴσου, ἧττον μὲν διακωλυτικὸν τὸ πάθος, διασημαίνει μέντοι
							<lb/>τῆς ὑστέρας τὴν ἕξιν κινουμένην καὶ οὐκ ἀεὶ ὁμοίως μένουσαν. <lb/>Ἔστι δὲ τοῦτο
							τὸ πάθος οἷον μὲν βλάψαι τὰς εὐφυεῖς <lb/>πρὸς τὴν σύλληψιν, οὐ μέντοι νόσος, ἀλλὰ
							τοιοῦτόν τι <lb/>πάθος οἷον καθίστασθαι καὶ ἄνευ θεραπείας, ἂν μή τι προσεξαμαρτάνῃ
							<lb/>αὐτή. Ἔαν δὲ μεταβάλλωσι τῇ τάξει ἢ τῷ <lb/>πλήθει, τοῦ ἄλλου σώματος μὴ ὁμοίως
							ἔχοντος ἀλλ’ ὁτὲ <lb/>μὲν ὑγροτέρου ὁτὲ δὲ ξηροτέρου, οὐθὲν αἴτιαι αἱ ὑστέραι,
							<lb/>ἀλλὰ δεῖ καὶ ἀκολουθεῖν αὐτὰς τῇ τοῦ σώματος ἕξει, δεχομένας <lb/>καὶ ἀφιείσας
							κατὰ λόγον. Ἐὰν μὲν οὖν ὑγιαίνοντος τοῦ <lb/>σώματος μεταβάλλοντος δὲ τοῦτο ποιῶσιν,
							οὐθὲν αὐταὶ δέονται <lb/>θεραπείας· ἐὰν δὲ νοσοῦντος, ἢ ἐλάττω ἀποδίδωσι διὰ τὸ
							<lb/>ἄλλοθί που ἀναλίσκεσθαι τὸ περίττωμα, ἢ κάμνει τὸ σῶμα. <lb/>Ἐὰν δὲ πλείω ἀφιῶσι
							διὰ τὸ δεῦρο ἐξερεύγεσθαι τὸ σῶμα, <pb n="372"/> οὐδὲ τοῦτο σημαίνει αὐτάς γε τὰς
							ὑστέρας δεῖσθαι θεραπείας, <lb/>ἀλλὰ τὸ σῶμα. Ὡς ὅσαις συμμεταβάλλει ταῖς ἕξεσι τοῦ
							<lb/>σώματος τὰ γυναικεῖα, δηλοῖ ὅτι οὐθὲν αἴτιον ἐν ταῖς ὑστέραις <lb/>ἐστίν, ὅτι
							ὑγιαίνουσαι διατελοῦσιν. Αὐταὶ δ’ αὑτῶν <lb/>ὁτὲ μὲν ἀρρωστότεραι, ὁτὲ δὲ ἰσχύουσι
							μᾶλλον, καὶ ὁτὲ μὲν <lb/>ὑγρότεραι, ὁτὲ δὲ ξηρότεραι. Καὶ φοιτᾷ αὐταῖς, ὅταν μὲν
							<lb/>πλεῖον τὸ σῶμα αὑτοῦ, πλείω, ὅταν δ’ ἔλαττον, ἐλάττω, καὶ <lb/>ἐὰν μὲν ὑγρόν,
							ὑδαρέστερα, ἐὰν δὲ ξηρόν, ἐναιμότερα. Καὶ <lb/>ἄρχονται μὲν ἐκ λευκῶν γαλακτοειδῶν,
							ἀνόσμων μενουσῶν· <lb/>τὰ δὲ φοινικᾶ μέν, ἀπολήγοντα δὲ λευκότερα, ἐσχάτης καταμίξεως.
							<lb/>Ὀσμὴν δ’ ἔχει τὰ λευκὰ ταῦτα οὐ σηπεδόνος, <lb/>ἀλλὰ δριμυτέραν καὶ βαρυτέραν,
							οὔτε πύου· καὶ ἄνευ μὲν τήξεως, <lb/>μετὰ μέντοι θερμασίας, ὅταν οὗτος ᾖ ὁ τρόπος τῶν
							<lb/>σημείων. Ὅσαις μὲν οὖν οὕτω συμβαίνει, ταύταις ἔχουσιν <lb/>ὡς δεῖ τὰ περὶ τὰς
							ὑστέρας πρὸς τὴν τέκνωσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Καὶ πρῶτον ταῦτα σκεπτέον, εἰ καλῶς ἔχει, μετὰ δὲ <lb/>ταῦτα πῶς ἔχει τὸ στόμα τῶν
							ὑστερῶν. Δεῖ γὰρ εἰς ὀρθὸν <lb/>ἔχειν· εἰ δὲ μή, οὐχ ἕλξουσιν εἰς αὑτὰς τὸ σπέρμα.
							<lb/>Εἰς τὸ πρόσθεν γὰρ αὐτῶν καὶ ἡ γυνὴ προΐεται, ὡς δῆλον, <lb/>ὅταν ἐξονειρώττωσιν
							αὗται τελέως· τότε γὰρ οὗτος ὁ τόπος <lb/>θεραπείας δεῖται αὐταῖς ὑγρανθείς, ὥσπερ εἰ
							ἀνδρὶ συνεγίνετο, <lb/>ὡς προϊεμένων ἐνταῦθα καὶ τὸ παρὰ τοῦ ἀνδρός, εἰς <lb/>τὸν
							αὐτὸν τόπον καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ὑστέρας εἴσω. Ἀλλ’ ὅταν <lb/>ἐνταῦθα προϊῶνται, ἐντεῦθεν
							σπῶσι τῷ πνεύματι, οἷον αἱ <lb/>ῥῖνες, καὶ αἱ ὑστέραι τὸ σπέρμα. Διὸ καὶ παντὶ σχήματι
							<lb/>συνοῦσαι κυΐσκονται, ὅτι εἰς τὸ πρόσθεν παντελῶς ἐχούσης <lb/>γίγνεται καὶ αὐταῖς
							καὶ τοῖς ἀνδράσιν ἡ πρόεσις τοῦ σπέρματος· <lb/>εἰ δ’ εἰς αὐτήν, οὐκ ἂν πάντως
							συγγινόμεναι συνελάμβανον. <lb/>Ἐὰν δὲ μὴ εἰς ὀρθὸν βλέπωσιν αἱ ὑστέραι ἀλλ’ <lb/>ἢ
							πρὸς τὰ ἰσχία ἢ πρὸς τὴν ὀσφὺν ἢ πρὸς τὸ ὑπογάστριον, <pb n="373"/> ἀδύνατον συλλαβεῖν
							διὰ τὴν προειρημένην αἰτίαν, ὅτι ἀνελέσθαι <lb/>οὐκ ἂν δύναιντο τὸ σπέρμα. Ἐὰν μὲν οὖν
							ἰσχυρῶς <lb/>τῇ φύσει οὕτως ἔχωσιν ἢ ὑπὸ νόσου, ἀνίατον τὸ πάθος· ἐὰν <lb/>δ’ ᾖ ῥῆγμα
							ἢ φύσει ἢ ὑπὸ τῆς νόσου διὰ φλεγμασίαν συσπασάσης, <lb/>ἐπὶ θάτερα αὐτῇ τὸ πάθος. Ταῖς
							δὲ μελλούσαις <lb/>ἐγκύοις ἔσεσθαι δεῖ, καθάπερ εἴρηται, τὸ στόμα εἰς ὀρθὸν
							<lb/>εἶναι, καὶ πρὸς τούτοις ἀνοίγεσθαι καλῶς. Λέγω δὲ τὸ <lb/>καλῶς τοιοῦτον, ὅπως
							ὅταν ἄρχηται τὰ γυναικεῖα, θιγγανόμενον <lb/>ἔσται τὸ στόμα μαλακώτερον ἢ πρότερον,
							καὶ μὴ διεστομωμένον <lb/>φανερῶς. Ἀλλ’ εἰ οὕτως ἔχοντος, τὰ πρῶτα <lb/>σημεῖα τὰ
							λευκὰ φοιτάτω. Ὅταν δὲ σαρκικώτερα ᾖ τὴν <lb/>χρόαν τὰ σημεῖα, φανερῶς ἔσται
							ἀνεστομωμένη ἄνευ ἀλγήματος, <lb/>κἂν θιγγάνῃ κἂν μὴ θιγγάνῃ, καὶ μήτε κωφότητα
							<lb/>μήτε στόμα ἀλλοιότερον αὐτὸ αὑτοῦ. Ληξάντων δὲ τῶν <lb/>γυναικείων διεστομωμένον
							ἔστω σφόδρα καὶ ξηρόν, ἀλλὰ μὴ <lb/>σκληρόν, ἡμέραν ὅλην καὶ ἡμίσειαν ἢ καὶ δύο
							ἡμέρας. Ταῦτα <lb/>γὰρ σημαίνει οὕτω γιγνόμενα ὅτι καλῶς ἔχουσιν αἱ ὑστέραι <lb/>καὶ
							ποιοῦσι τὸ αὑτῶν ἔργον, τῷ μὲν μὴ εὐθὺς ἀνεστομῶσθαι <lb/>ἀλλὰ μαλακὸν τὸ στόμα
							γίνεσθαι, ὅτι ἅμα τῷ ἄλλῳ σώματι <lb/>λυομένῳ λύονται, καὶ οὐκ ἐμποδίζουσι, καὶ ἀφιᾶσι
							<lb/>πρῶτον τὰ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ στόματος, ὅταν δὲ πλείω τὸ <lb/>σῶμα προΐηται,
							ἀναστομοῦνται· ὅπερ ἐστὶ στόματος ὑγιεινῶς <lb/>ἔχοντος. Παυσαμένων δὲ τῶν σημείων τοῦ
							μὴ εὐθὺς <lb/>συμπίπτειν, σημαίνουσιν ὅτι, ἂν ἀπορήσῃ, κεναὶ καὶ ξηραὶ <lb/>γίνονται
							καὶ διψηραί, καὶ οὐκ ἔχουσι λείψανα περὶ τὴν <lb/>δίοδον. Προσσπαστικαὶ οὖν οὖσαι
							σημαίνουσι καλῶς ἔχειν <lb/>πρὸς τὸ συλλαβεῖν πλησιάσαντος, ὅταν οὕτως ἔχωσιν ἄνευ
							<lb/>ἄλγους καὶ μετὰ ἀναισθησίας. Τό τε μὴ ἀλλοιότερον ἔχειν <lb/>τὸ σῶμα ἀγαθόν· καὶ
							γὰρ τοῦτο σημαίνει ὅτι οὐδέν ἐστιν ὃ <lb/>κωλύει μὴ συμμύειν αὐτὰς ὅταν δέῃ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Περὶ μὲν οὖν τὸ στόμα τῶν ὑστερῶν ἐκ τούτων ἡ σκέψις <pb n="374"/> ἐστίν, εἰ ἔχει ὡς
							δεῖ ἢ μή. Περὶ αὐτὴν δὲ τὴν ὑστέραν δεῖ <lb/>συμβαίνειν τοιαῦτα μετὰ τὴν κάθαρσιν,
							πρῶτον μὲν ἐν τοῖς <lb/>ὕπνοις ὡς συγγινομένην τῷ ἀνδρὶ καὶ προϊεμένην, ὡς ἂν εἰ
							<lb/>παρεπλησίαζε, ῥᾳδίως· ἂν τοῦτο φαίνηται πλεονάκις πάσχουσα, <lb/>ἄμεινον. Καὶ
							ἀνισταμένην ὁτὲ μὲν δεῖσθαι θεραπείας <lb/>οἵας ὅταν πλησιάσῃ ἀνδρί, ὁτὲ δὲ ξηρασίας·
							τὴν δὲ <lb/>ξηρότητα ταύτην μὴ συνεχῆ, ἀλλ’ ὕστερον μετὰ τὴν ἔγερσιν
							<lb/>ἐξυγραίνεσθαι ὁτὲ μὲν θᾶττον ὁτὲ δ’ ὀψιαίτερον καὶ ὅσον <lb/>εἰς ἥμισυ τῆς ἡμέρας
							βραχείας προελθούσης. Ἡ δ’ ὑγρότης <lb/>ἔστω τοιαύτη οἵα ὅταν πλησιάσῃ τῷ ἀνδρί. Πάντα
							γὰρ <lb/>ταῦτα σημαίνει δεκτικὴν τὴν ὑστέραν εἶναι τοῦ διδομένου, καὶ
							<lb/>προσσπαστικὰς τὰς κοτυληδόνας, καὶ καθεκτικὰς ὧν λαμβάνουσι, <lb/>καὶ ἀκούσας
							ἀφιείσας. Ἔτι φύσας ἐγγίγνεσθαι <lb/>ἄνευ πάθους, ὥσπερ ἡ κοιλία, καὶ ἀφιέναι, καὶ
							μεγάλας γινομένας <lb/>καὶ ἐλάττους αὐτῶν, ἄνευ νόσου· καὶ γὰρ ταῦτ’ ἀποδηλοῖ
							<lb/>αὐτάς, ὅτι οὐδὲν στερεώτεραι τοῦ δέοντός εἰσιν, οὔτε <lb/>κωφαὶ οὔτε φύσει οὔτε
							νόσῳ, ἀλλὰ δύνανται, ὡς ἂν δέξωνται, <lb/>αὐξανομένῳ παρέχειν χώραν. Ἔχουσι δὲ καὶ
							διάτασιν. <lb/>Ὅταν δὲ τοῦτο μὴ γίγνηται, ἢ πυκνότεραί εἰσιν ἢ ἀναισθητότεραι <lb/>ἢ
							φύσει ἢ νόσῳ. Διὸ καὶ οὐ δύνανται τρέφειν, <lb/>ἀλλὰ καὶ διαφθείρουσι τὰ ἔμβρυα, ἐὰν
							μὲν σφόδρα τοιαῦται <lb/>ὦσιν, ἔτι μικρὰ ὄντα, ἐὰν δ’ ἧττον, μείζω· ἐὰν δὲ πάνυ
							<lb/>ἠρέμα, φαυλότερα ἐκτρέφουσι τὰ ἔκγονα καὶ οἷον ἐν ἀγγείῳ <lb/>φαύλῳ τραφέντα. Ἔτι
							δὲ θιγγανομένης τὰ ἐπὶ δεξιὰ <lb/>καὶ τὰ ἐπ’ ἀριστερὰ ὁμαλὰ αὐτῆς εἶναι, καὶ τἆλλα
							τούτοις <lb/>ὁμοίως. Καὶ ἐν τῇ πρὸς τὸν ἄνδρα συνουσίᾳ μεταξὺ ὑγραίνεσθαι, <lb/>μὴ
							πολλάκις δὲ μηδὲ σφόδρα. Ἔστι δὲ τοῦτο τὸ <lb/>πάθος οἷον ἵδρωμα τοῦ τόπου, ὥσπερ καὶ
							τῷ στόματι σιάλου <lb/>πολλαχοῦ μὲν καὶ πρὸς τὴν φορὰν τῶν σιτίων, καὶ ὅταν
							<lb/>λαλῶμεν καὶ ἐργαζώμεθα αὐτοὶ πλέον· καὶ τοῖς ὄμμασι <lb/>δακρύομεν πρὸς τὰ
							λαμπρότερα ὁρῶντες, καὶ ὑπὸ ψύχους <lb/>καὶ θερμότητος ἰσχυροτέρας, ἧς κρατεῖ τὰ μόρια
							ταῦτα, <pb n="375"/> ὅταν τύχῃ ὑγροτέρως ἔχοντα. Οὕτω καὶ αἱ ὑστέραι ὑγραίνονται
							<lb/>ἐργαζόμεναι, ὅταν τύχωσιν ὑγροτέρας διαθέσεως. <lb/>Πάσχουσι δὲ τοῦτο τὸ πάθος
							καὶ αἱ μάλιστα καλῶς πεφυκυῖαι. <lb/>Διὸ θεραπείας ἀεὶ δέονται αἱ γυναῖκες ἢ πλείονος
							ἢ <lb/>ἐλάττονος, ὥσπερ καὶ τὸ στόμα πτύσεως. Ἀλλ’ ἐνίαις <lb/>τοσαύτη ὑγρασία
							γίνεται, ὥστε μὴ δύνασθαι καθαρὸν τὸ τοῦ <lb/>ἀνδρὸς ἀνασπάσαι διὰ τὴν σύμμιξιν τῆς
							γιγνομένης ἀπὸ τῆς <lb/>γυναικὸς ὑγρότητος. Πρὸς δὲ τούτοις τοῖς πάθεσι καὶ
							<lb/>τοσόνδε δεῖ κατανοεῖν, εἰ συμβαίνει, ὅταν δόξῃ ἐν τῷ ὕπνῳ <lb/>πλησιάσαι τῷ
							ἀνδρί, πῶς ἔχουσα ἐξανίσταται, οἷον εἰ ἀσθενεστέρα, <lb/>καὶ εἰ ἀεί, μὴ ὁτὲ μὲν ὁτὲ δ’
							οὔ, ἢ ἐνίοτε καὶ <lb/>ἰσχυροτέρα· εἰ δὲ μὴ ξηροτέρα τὸ πρῶτον, εἶτα ἐφυγραίνεται.
							<lb/>Δεῖ γὰρ ταῦτα συμβαίνειν τῇ γονίμῳ γυναικί. Τὸ <lb/>μὲν γὰρ ἐκλύεσθαι σημαίνει
							προετικὸν εἶναι τὸ σῶμα <lb/>σπέρματος ἀεί, τήν τε ποιοῦσαν ποιεῖ· καὶ σωματωδῶν δ’
							<lb/>οὐσῶν ἀθενεστέρα. Τὸ δ’ ἀνόσως τοῦτο πάσχειν σημεῖον <lb/>ὅτι κατὰ φύσιν καὶ ὃν
							δεῖ τρόπον ἡ ἄφοδος τούτου γίνεται· <lb/>εἰ γὰρ μή, νοσώδης ἦν ἡ ἀρρωστία. Τὸ δέ ποτε
							καὶ <lb/>ἰσχύειν μᾶλλον, καὶ ξηρὰν εἶναι τὴν ὑστέραν, εἶτ’ ἐφυγραίνεσθαι, <lb/>σημεῖον
							ὅτι πᾶν τὸ σῶμα λαμβάνει καὶ ἀφανίζει, <lb/>καὶ οὐ μόνον ἡ ὑστέρα καὶ τὸ σῶμα ἰσχύει.
							Πνεύματί τε <lb/>γὰρ ἕλκει ἡ ὑστέρα τὸ προσελθὸν ἔξωθεν αὐτῇ, ὥσπερ πρότερον
							<lb/>εἴρηται. Οὐ γὰρ εἰς αὐτὴν προΐεται, ἀλλ’ οὗ καὶ ὁ <lb/>ἀνήρ. Ὅσα δὲ πνεύματι,
							πάντα ἰσχύϊ ἐργάζεται. Ὥστε <lb/>δῆλον ὅτι καὶ τὸ σῶμα προσσπαστικὸν τῆς τοιαύτης.</p>
						<p>Εἰσὶ δέ τινες αἳ πάσχουσί τι τοιοῦτον ὃ καλοῦσιν ἐξανεμοῦσθαι· <lb/>δεῖ δὴ καὶ τοῦτο
							μὴ πάσχειν. Ἔστι δὲ τὸ τοιοῦτον <lb/>πάθος· ὅταν συγγένωνται τῷ ἀνδρί, οὔτε προϊέμεναι
							<lb/>δῆλαι τὸ σπέρμα οὔτε κυΐσκονται, διὸ καὶ καλεῖται ἐξανεμοῦσθαι. <lb/>Αἴτιον δὲ
							τοῦ πάθους ἡ ὑστέρα, ὅταν ᾖ λίαν <lb/>ξηρά· ἑλκύσασα γὰρ πρὸς αὑτὴν τὸ ὑγρὸν ἀφίησιν
							ἔξω· τὸ <pb n="376"/> δὲ κατασκελετεύεται, καὶ μικρόν τι γινόμενον ἐξ αὐτοῦ ἀπέπεσέ
							<lb/>τε καὶ ἔλαθε διὰ μικρότητα ἐξιόν. Καὶ ὅταν μὲν <lb/>τοῦτο σφόδρα πάθῃ ἡ ὑστέρα
							καὶ γένηται ὑπέρξηρος, ταχύ <lb/>τε ἀπέβαλε καὶ ταχὺ δῆλον γίνεται ὅτι οὐ κύει· ἐὰν δὲ
							μὴ <lb/>σφόδρα ταχέως ταῦτα ποιῇ, ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ δοκεῖ κύειν, <lb/>ὃ ἂν ἔχῃ αὐτὴ
							πρὸς αὑτήν, ἕως ἂν ἀποβάλῃ. Καὶ ὅμοια <lb/>συμβαίνει ταχὺ ταύταις πάθη οἷα ταῖς ὀρθῶς
							κυούσαις, καὶ <lb/>ἐὰν γίγνηται πολὺς χρόνος, αἴρεται ἡ ὑστέρα, ὥστε φανερῶς
							<lb/>δοκεῖ κύειν, ἕως ἂν ἀποπέσῃ· τότε δ’ ὁμοία ἐγένετο οἵα πρὸ <lb/>τοῦ ἦν.
							Ἀναφέρουσι δὲ τοῦτο τὸ πάθος εἰς τὸ δαιμόνιον· <lb/>ὅ ἐστι θεραπευτόν, ἐὰν μὴ φύσει
							τοιαύτη ᾖ σφόδρα πάσχουσα <lb/>τὸ πάσχον. Σημεῖον δὲ τοῦ μὴ τοιαύτας εἶναι, ἐὰν
							<lb/>φαίνωνται μὴ προϊέμεναι, ὅταν λάβωσι παρὰ τοῦ ἀνδρὸς <lb/>καὶ μὴ συλλάβωσιν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Κωλύονται δὲ καὶ ἐὰν σπάσμα ἔχωσιν <lb/>αἱ ὑστέραι. Γίνονται δὲ σπάσματα ἐν ταῖς
							ὑστέραις ἢ <lb/>φλεγμασίᾳ διατεινομένης τῆς ὑστέρας, ἢ ἐν τῷ τόκῳ πληρώματος
							<lb/>πολλοῦ ἐξαπίνης ἐπιπεσόντος καὶ μὴ ἀνοιγομένου τοῦ <lb/>στόματος· τότε ὑπὸ τῆς
							διατάσεως γίνεται σπάσμα. Σημεῖον <lb/>δὲ τοῦ μὴ ἔχειν σπάσμα, ἐὰν μὴ φαίνηται εἰς
							φλεγμασίαν <lb/>ἀφικνουμένη ἐν τοῖς αὑτῆς ἔργοις ἡ ὑστέρα· ἔχουσα <lb/>γὰρ σπάσμα
							φλεγμαίνοι ἄν ποτε. Ἔτι δὲ ἐὰν φῦμα <lb/>ἐπὶ τοῦ στόματος ᾖ, πολλὰ ἑλκωθέντος,
							ἐμποδίζει πρὸς τὰς <lb/>συλλήψεις. Σημεῖον δὲ καὶ τοῦ ταῦτα μὴ ἔχειν, ἐὰν φαίνηται
							<lb/>ἀνοιγομένη καλῶς ἡ ὑστέρα καὶ συμμύουσα, ὅταν <lb/>γένηται αὐταῖς τὰ γυναικεῖα
							καὶ αἱ πρὸς τὸν ἄνδρα χρήσεις. <lb/>Ἔτι ἔστιν αἷς πως τὸ στόμα συμφύεται, ταῖς μὲν ἐκ
							<lb/>γενετῆς ταῖς δὲ διὰ νόσον. Γίνεται δὲ τοῦτο καὶ ἰατὸν καὶ <lb/>ἀνίατον. Οὐ
							χαλεπὸν δὲ τοῦτο γνῶναι, ἐὰν ᾖ· οὐ γὰρ οἷόν <lb/>τε οὔτε λαμβάνειν οὐθὲν ὧν δεῖ οὔτε
							προΐεσθαι. Ἐὰν οὖν <lb/>φαίνηται καὶ δεχομένη παρὰ τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀφιεῖσα, δῆλον
							<lb/>ὅτι κἂν ἔλεγχος εἴη τῷ πάθει. Ὅσαις δὲ τούτων μηδὲν <lb/>ἐμπόδιον ᾖ, ἀλλ’ ἔχουσιν
							ὃν τρόπον δὴ εἴρηται ἔχειν, ἂν μὴ <pb n="377"/> ὁ ἀνὴρ αἴτιος ᾖ τῆς ἀτεκνίας, ἢ
							ἀμφότεροι μὲν δύνωνται <lb/>τεκνοῦσθαι, πρὸς ἀλλήλους δὲ μὴ ὦσι σύμμετροι τῷ ἅμα
							<lb/>προΐεσθαι ἀλλὰ πολὺ διαφωνῶσιν, [οὐκ] ἔσονται τέκνα <lb/>τούτοις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Τοῦ μὲν οὖν εἶναι τὰ τοῦ ἀνδρὸς αἴτια ἔστι <lb/>μὲν καὶ ἄλλα σημεῖα λαβεῖν· ἃ δὲ ῥᾴω
							μάλιστ’ ἂν φαίνοιτο, <lb/>πρὸς ἄλλας πλησιάζων καὶ γεννῶν. Τὸ δὲ πρὸς <lb/>ἀλλήλους μὴ
							συνδρόμως ἔχειν, πάντων τῶν εἰρημένων ὑπαρξάντων <lb/>οὐ γεννῶσιν. Δηλοῖ γὰρ ὅτι τοῦτο
							αἴτιον μόνον. <lb/>Εἴπερ γὰρ καὶ ἡ γυνὴ συμβάλλεται εἰς τὸ σπέρμα καὶ τὴν
							<lb/>γένεσιν, δῆλον ὅτι δεῖ ἰσοδρομῆσαι παρ’ ἀμφοῖν. Ἐὰν <lb/>οὖν ὁ μὲν ταχὺ ἐκποιήσῃ
							ἡ δὲ μόλις (τὰ γὰρ πολλὰ αἱ <lb/>γυναῖκες βραδύτεραι), τοῦτο κωλύει· διὸ καὶ
							συζευγνύμενοι <lb/>γεννῶσι μετ’ ἀλλήλων· οὐ γεννῶντες δέ, ὅταν ἐντύχωσιν
							<lb/>ἰσοδρομοῦσι πρὸς τὴν συνουσίαν. Εἰ γὰρ ἡ μὲν ὀργῶσα <lb/>καὶ παρεσκευασμένη εἴη
							καὶ ἐννοίας ἔχουσα ἐπιτηδείας, ὁ <lb/>δὲ προλελυπημένος καὶ κατεψυγμένος, ἀνάγκη τότε
							ἰσοδρομῆσαι <lb/>αὐτοὺς ἀλλήλοις. Ἔτι δ’ ἐνίοτε γυναιξὶ καὶ <lb/>ἐξονειρωξάσαις καὶ
							ἀνδράσιν ἀφροδισιάσασι συμβαίνει εὐρωστοτέροις <lb/>εἶναι, μὴ ἰσχύϊ ἀλλ’ ὑγιείᾳ.
							Γίνεται δὲ τοῦτο, <lb/>ὅταν πολὺ τὸ σπέρμα ᾖ ἠθροισμένον ἐπὶ τὸν τόπον <lb/>ὅθεν
							προΐενται. Ἐὰν οὖν τότε ἀπέλθῃ, οὐδὲν ἀσθενέστεραι <lb/>γίνονται· οὐ γὰρ ἀεὶ ἐκλύονται
							ἀπελθόντων, ὅταν ἱκανὰ <lb/>ᾖ τὰ λειπόμενα· οὐδ’ ἂν εἰ ἐκεῖνα ἄχρηστα ᾖ ἅμα καὶ
							<lb/>ῥᾴω, οἷον πλησμονῆς ἀπαλλαγέντα· διὸ οὐκ ἰσχύϊ εὐρωστότεραι <lb/>ἀλλὰ κουφότητι
							γίνονται. Ἀλλ’ ὅταν ἀπὸ τοσούτων <lb/>ἐπίῃ ὧν τὸ σῶμα δεῖται, τότε ἀσθενεστέρας ποιεῖ.
							<lb/>Παύεται δὲ ταχύ, ἂν ἄλλως τις ὑγιάνῃ τὸ σῶμα καὶ ἐν <lb/>ἡλικίᾳ ᾖ, ἣ ταχὺ
							σπερμοποιεῖ· τῶν γὰρ αὐξανομένων τοῦτ’ <lb/>ἐστὶ ταχὺ καὶ τῶν αὐξητῶν. Καὶ λανθάνουσι
							τότε μάλιστα <lb/>κυϊσκόμεναι. Οὐ γὰρ οἴονται συνειληφέναι, ἐὰν μὴ αἴσθωνται. <pb n="378"/> Προϊέμεναι δὲ τυγχάνουσιν ὑπολαμβάνουσαι ὡς δεῖ ἀπ’ <lb/>ἀμφοῖν συμπεσεῖν
							ἅμα, καὶ ἀπὸ τῆς γυναικὸς καὶ ἀπὸ τοῦ <lb/>ἀνδρός. Μάλιστα δὲ λανθάνει, ὅσαι οἴονται
							ἀδύνατον εἶναι <lb/>συλλαβεῖν, ἐὰν μὴ ξηρανθῶσι καὶ ἐπιδήλως ἀφανισθῇ τὸ <lb/>δοθέν.
							Συμβαίνει δ’ ἐνίοτε πλέον προΐεσθαι καὶ αὐτὴν καὶ <lb/>τὸν ἄνδρα οὗ ἂν δύνηται
							ἀφανίσαι καὶ τοῦ ἱκανοῦ. Ὅταν <lb/>οὖν σπάσῃ μὲν ἱκανόν, λειφθῇ δὲ πολύ, τότε
							λανθάνουσι <lb/>κυϊσκόμεναι. Ὅτι δὲ τοιοῦτον ἐνδέχεται γίνεσθαι καὶ οὐκ <lb/>ἐξ
							ἅπαντος γίνεται τὸ πάθος, δηλοῖ ὅσα τῶν ζῴων ἀπὸ μιᾶς <lb/>ὀχείας πολλὰ τίκτει, καὶ ἡ
							τῶν διδύμων γένεσις, ὅταν ἀπὸ <lb/>μιᾶς γένηται· δῆλον γὰρ ὅτι ἐξ οὐχ ἅπαντος ἐγένετο,
							<lb/>ἀλλὰ μέρος τι αὐτοῦ ἔλαβε τόπος, τὸ δὲ περιελείπετο <lb/>πολλαπλάσιον. Ἔτι εἰ
							πολλὰ ἀπὸ μιᾶς ὀχείας γίνεται, <lb/>ὅπερ φαίνεται ἐπὶ τῶν ὑῶν καὶ τῶν διδύμων ἐνίοτε
							γιγνόμενον, <lb/>δῆλον ὅτι οὐκ ἀπὸ παντὸς ἔρχεται τὸ σπέρμα τοῦ <lb/>σώματος, ἀλλ’ ἐφ’
							ἑκάστου εἴδους ἐμερίζετο. Ἀπὸ παντὸς <lb/>μὲν γὰρ ἐνδέχεται ἀποχωρισθῆναι, καὶ τὸ πᾶν
							εἰς πολλά. <lb/>Ὥστε ἅμα καὶ κατὰ μέρος ἀδύνατον. Ἔτι ἡ γυνὴ προΐεται <lb/>εἰς τὸ
							πρόσθεν τοῦ στόματος τῶν ὑστερῶν, οὗ καὶ ὁ <lb/>ἀνήρ, ὅταν πλησιάσῃ. Ἐντεῦθεν γὰρ σπᾷ
							τῷ πνεύματι, <lb/>ὥσπερ τοῖς στόμασιν ἢ τοῖς μυκτῆρσιν. Πάντα γὰρ ὅσα <lb/>μὴ ὀργάνοις
							προσάγεται, ἢ εἴσφυσιν ἔχει ἄνωθεν κοῖλα <lb/>ὄντα, ἢ πνεύματι ἕλκονται ἐκ τούτου τοῦ
							τόπου. Διὸ ἐπιμελοῦνται <lb/>ὅπως γένηται ξηρὸς οὕτως, ὥσπερ πρὶν τοῦτο
							<lb/>συμβαίνειν. Πέφυκε δ’ οὕτως ἡ ὁδός, δι’ ἧς ἔρχεται, ταῖς <lb/>γυναιξίν. Ἔχουσι
							καυλόν, ὥσπερ καὶ οἱ ἄνδρες τὸ αἰδοῖον. <lb/>Ἀλλ’ ἐν τῷ στόματι ἀποπνέουσι διὰ τοῦτο
							μικρῷ τε πόρῳ <pb n="379"/> ἀνωτέρω, ᾗ οὐροῦσιν αἱ γυναῖκες. Διὸ καὶ ὅταν ὀργῶσιν
							<lb/>ἀφροδισιασθῆναι, οὗτος ὁ τόπος οὐκ ἔχει ὁμοίως καὶ πρὶν <lb/>ὀργᾶν. Ἀπὸ δὴ τούτου
							τοῦ καυλοῦ γίνεται ἔκπτωσις, καὶ <lb/>τὸ ἔμπροσθεν τῆς ὑστέρας πολλῷ μεῖζον ἢ καθ’ ἣν
							εἰς ἐκεῖνον <lb/>τὸν τόπον ἐκπίπτει. Ὅμοιον δ’ ἐστὶ τοῦτο κατὰ τοῦτο ταῖς <lb/>ῥισίν·
							καὶ γὰρ αἱ ῥῖνες ἔχουσιν εἴσω εἰς τὸν φάρυγγα πόρον <lb/>τινὰ καὶ εἰς τὸν ἔξω ἀέρα·
							οὕτω κἀκεῖνος καὶ ἔξω ἔχει πόρον <lb/>μικρόν τε πάνυ καὶ στενόν, ὅσον πνεύματι ἔξοδον,
							τὸν δ’ εἰς <lb/>τὸ πρόσθεν τῆς ὑστέρας εὐρύχωρον, εὔρουν, ὥσπερ αἱ ῥῖνες <lb/>τὸν εἰς
							τὸν ἀέρα μείζω τοῦ εἰς τὸ στόμα καὶ φάρυγγα. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ αἱ γυναῖκες μείζω τὸν
							εἰς τὸ ἔμπροσθεν τῶν <lb/>ὑστερῶν πόρον ἔχουσι, καὶ εὐρυχωρότερον τὸ ἔξω. Ὅ τι
							<lb/>συμβάλλεται, εἰς τοῦτο ποιεῖ τῶν αὐτῶν παθημάτων, ὅτι <lb/>καὶ ἡ γυνὴ γόνιμον
							προΐεται. Τὰ δ’ αὐτὰ αἴτια ταῦτα συμβαίνει. <lb/>Καὶ γὰρ οἷς ἢ νόσου ἢ θανάτου δοκεῖ
							ἑτέρου τὸ <lb/>αἴτιον, θεωροῦσι τὸ τελευταῖον ἐπὶ τὰς ἀρχάς, ὃ δεῖ ὁρᾶν. <lb/>Ταῖς μὲν
							γὰρ ταῦτα αἴτια τὰ πρῶτα, τοῖς δ’ οὐδέν, τῶν <lb/>δὲ τὰ μὲν τὰ δ’ οὔ. Ἀποδίδωσιν οὖν
							κατὰ λόγον καὶ τὰ <lb/>ἀποβαίνοντα· καὶ τοῖς μὲν διὰ πάντων συμβαίνει διελθεῖν
							<lb/>τῶν αὐτῶν παθημάτων, τοῖς δὲ διὰ πολλῶν, οἷς πολλά, τοῖς <lb/>δὲ δι’ ὀλίγων, τοῖς
							δὲ δι’ οὐθενός, ὅσοις μηδέν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Φανερὰ δὲ <lb/>τὰ ζῷά ἐστιν, ὅταν ὀχευθῆναι δέηται. Διώκει γὰρ τὰ ἄρρενα, <lb/>οἷον
							αἱ ἀλεκτορίδες διώκουσι καὶ ὑφιζάνουσιν αὐταί, <lb/>ἐὰν μὴ ὀργᾷ ὁ ἄρρην. Τοῦτο δὲ
							ποιεῖ καὶ ἄλλα ζῷα. Εἰ <lb/>δὴ ταὐτὰ πάθη πᾶσι τοῖς ζῴοις φαίνεται ὄντα περὶ τὴν
							<lb/>συνουσίαν, δῆλον ὅτι καὶ τὰ αἴτια συμβαίνοντα. Ἀλλὰ μὴν <lb/>ἥ γε ὄρνις οὐ μόνον
							τοῦ λαβεῖν ἐπιθυμίαν ἔχει, ἀλλὰ καὶ <lb/>τοῦ προέσθαι. Σημεῖον δὲ τούτου· ἐὰν γὰρ μὴ
							παρῇ ὁ <lb/>ἄρρην, πίπτει ὑπ’ αὐτὴν καὶ ἔγκυος γίγνεται καὶ τίκτει ὑπηνέμια, <lb/>ὡς
							ἐπιθυμοῦσα καὶ τοῦ ἀφεῖναι τότε, καὶ ἀφεῖσα, ὅταν <lb/>καὶ τῷ ἄρρενι ἀνὴρ συνῇ. Ποιεῖ
							δὲ τοῦτο καὶ τἆλλα, ἐπειδὴ <pb n="380"/> καὶ τῶν ᾀδουσῶν ἀκρίδων ἤδη τις ἐπειράθη
							τρέφουσα, ἔτι <lb/>ἁπαλὰς λαβοῦσα· καὶ ἐγένοντο αὐτόματοι ἔγκυοι. Ἐκ <lb/>δὴ τούτων
							δῆλον ὅτι συμβάλλεται εἰς τὸ σπέρμα πᾶν τὸ <lb/>θῆλυ, εἴ γε καὶ ἐφ’ ἑνὸς γένους
							φαίνεται τοῦτο γιγνόμενον. <lb/>Οὐδὲν γὰρ διαφέρει τὸ ζῷον τὸ ὑπηνέμιον τούτου, ἀλλὰ
							τῷ <lb/>μὴ γεννᾶν ζῷον. Τοῦτο δ’ ὅτι καὶ παρ’ ἀμφοῖν ἦλθεν. Διὸ <lb/>οὐδὲ τὰ ἀπὸ τοῦ
							ἄρρενος ἅπαντα γόνιμα φαίνεται, ἀλλ’ ἔνια <lb/>ἄγονα, ὅταν μὴ ἐξ ἀμφοῖν ὡς δεῖ
							συναρμοσθῇ. Ἔτι γυναῖκες <lb/>ἐξονειρώττουσι, καὶ ταύταις γίνεται, ὡς ὅταν συγγένωνται
							<lb/>ἀνδρί, ταὐτὰ παθήματα μετὰ τὸν ὀνειρωγμόν, διάλυσις <lb/>καὶ ἀδυναμία. Δῆλον
							τοίνυν, εἰ ἐν τῷ ἐξονειρωγμῷ <lb/>φαίνονται προϊέμεναι, καὶ τότε συμβάλλονται, ὅτι
							μετὰ <lb/>τοὺς ἐξονειρωγμοὺς ὁ αὐτὸς τόπος ἀφυγραίνεται, καὶ θεραπείας <lb/>δέονται
							τῆς αὐτῆς αὐταὶ ὑφ’ αὑτῶν, ὥσπερ ὅταν συγγένωνται <lb/>ἀνδρί. Ὥστε φανερὸν ὅτι παρ’
							ἀμφοῖν γίνεται <lb/>πρόεσις τοῦ σπέρματος, εἰ μέλλει γόνιμον ἔσεσθαι. Προΐενται
							<lb/>δ’ οὐκ εἰς αὑτὰς αἱ ὑστέραι, ἀλλ’ ἔξω, οὗ καὶ ὁ ἀνήρ· <lb/>εἶτ’ ἐκεῖθεν ἕλκει εἰς
							αὐτάς· ὧν τὰ μὲν γεννᾷ ἀφ’ αὑτῶν τὰ <lb/>θήλεα, οἷον ὄρνις τὰ ὑπηνέμια, τὰ δ’ οὐθέν,
							οἷον ἵπποι καὶ <lb/>πρόβατα. Ἢ ὅτι ἡ μὲν ὄρνις εἰς τὴν ὑστέραν προΐεται, <lb/>καὶ οὐκ
							ἔστιν ἔξω τόπος εἰς ὃν ἀφίησιν, οὐδὲ ὁ ἄρρην· διὸ <lb/>ἐὰν μὴ τύχῃ ὀχεύων, εἰς τὴν γῆν
							ἐκχεῖ· τοῖς δὲ τετράποσιν <lb/>ἔστιν ἔξω τόπος ἄλλος, εἰς ὃν καὶ τὸ θῆλυ προΐεται καὶ
							τὸ <lb/>ἄρρεν· ὅπερ τοῖς μὲν ἄλλοις μετὰ τῶν ἄλλων ὑγρῶν συγχεῖται, <lb/>καὶ οὐ
							συνίσταται ἐν τῇ ὑστέρᾳ διὰ τὸ μὴ εἰσιέναι, ταῖς <lb/>δ’ ὄρνισι λαβοῦσα ἡ ὑστέρα
							συμπέττει καὶ σῶμά τι ὄμοιον <lb/>τἆλλα, πλὴν οὐ ζῷον· διὸ δεῖ ἐξ ἀμφοῖν τὸ ζῷον
							εἶναι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Ἔστι δ’ ἐνστῆναι εἰ ἀληθῆ λέγουσι φάσκουσαι, ὅταν ἐξονειρώττωσι, <lb/>ξηραὶ
							ἀνίστασθαι. Δῆλον γὰρ ὅτι ἕλκει ἡ ὑστέρα <lb/>ἄνωθεν, ὥστε διὰ τί οὐ γεννᾷ αὐτὰ καθ’
							αὐτὰ τὰ θήλεα, <pb n="381"/> ἐπείπερ καὶ μιχθὲν ἕλκει τὸ τοῦ ἄρρενος; Διὰ τί οὐχὶ καὶ
							<lb/>αἱ αἶγες τὸ αὑτῆς ἕλκει, ὅπερ εἰς τὸ ἔξω διατείνει; αἷς γίνεται <lb/>τοῦτο τὸ
							πάθος κυούσαις ἔτη πολλά. Τίκτουσι γὰρ <lb/>ὃ καλοῦσι μύλην, οἷον συνέβη τινὶ γυναικί.
							Συγγενομένης <lb/>τῷ ἀνδρὶ καὶ δοξάσης συλλαβεῖν ὅ τ’ ὄγκος ηὐξάνετο τῆς <lb/>ὑστέρας
							καὶ τἆλλα ἐγίγνετο τὸ πρῶτον κατὰ λόγον. <lb/>Ἐπεὶ δ’ ὁ χρόνος ἦν τοῦ τόκου, οὔτε
							ἔτικτεν οὔτε ὁ ὄγκος <lb/>ἐλάττων ἐγίγνετο, ἀλλ’ ἔτη τρία ἢ τέτταρα οὕτω διετέλεσεν,
							<lb/>ἕως δυσεντερίας γενομένης καὶ κινδυνευσάσης αὐτῆς <lb/>ἔτεκε σάρκα εὐμεγέθη, ἣν
							καλοῦσι μύλην. Ἐνίαις δὲ καὶ <lb/>συγκαταγηράσκει τὸ πάθος καὶ συναποθνήσκει. Πότερον
							<lb/>δὲ διὰ θερμότητα γίνεται τὸ πάθος τοῦτο, ὅταν τύχῃ ἡ <lb/>ὑστέρα θερμὴ καὶ ξηρὰ
							οὖσα καὶ διὰ ταῦτα σπαστικὴ <lb/>πρὸς αὑτήν, καὶ οὕτως ὥστ’ ἔστιν ἀνελέσθαι καὶ
							φυλάξαι <lb/>πρὸς αὑτήν; Οὕτω γὰρ ἐχούσαις, ἐὰν μὴ μεμιγμένον ἐστὶ <lb/>τὸ ἀπ’ ἀμφοῖν,
							ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ὑπηνέμιον ἐνδέξαιτο ἀπὸ <lb/>θατέρου, τότε γίνεται ἡ καλουμένη μύλη,
							οὔτε ζῷον, διὰ τὸ <lb/>μὴ παρ’ ἀμφοῖν, οὔτε ἄψυχον, διὰ τὸ ἔμψυχον ληφθὲν εἶναι,
							<lb/>ὥσπερ τὰ ὑπηνέμια. Πολὺν δὲ χρόνον ἐμμένει διά τε τὴν <lb/>τῆς ὑστέρας διάθεσιν,
							καὶ διότι ἡ μὲν ὄρνις πολλὰ εἰς αὑτὴν <lb/>τίκτουσα, ὑπὸ τούτων γινομένης τῆς ὑστέρας,
							προσάγει καὶ <lb/>τίκτει· καὶ ὅταν ἅπαξ οἰχθῇ, καὶ τὸ τελευταῖον ἐξέρχεται. <lb/>Οὐ
							γάρ ἐστι τὸ εἶργον, ἀλλὰ κατὰ σῶμα προετικὸν γενόμενον, <lb/>ὅτε ἐπληροῦτο οὐκέτι τὴν
							ὑστέραν ποιεῖ ἀντισπαστικήν. <lb/>Ὅσα δὲ ζῳοφορεῖ, διὰ τὸ μεταβάλλειν τὴν δύναμιν
							<lb/>αὐξανομένου καὶ ἄλλοτε ἀλλοίας δεῖσθαι τροφῆς, ἐπιφλεγμαίνουσά <lb/>τι ἡ ὑστέρα
							ποιεῖ ταὐτὸν τόκον. Ἡ δὲ σάρξ, <lb/>διὰ τὸ μὴ ζῷον εἶναι, ἀεὶ τῶν ὁμαλῶν. Δεῖ γὰρ ὃ
							βαρύνει <lb/>τὴν ὑστέραν οὐδὲν οἴει φλεγμαίνειν. Ὡς ἐνίαις γε καὶ συναποθνήσκει
							<lb/>τὸ πάθος, ἐὰν μὴ δι’ εὐτύχημα ἀσθενήματος συμβῇ, <lb/>οἷον τῇ ληφθείσῃ ὑπὸ τῆς
							δυσεντερίας. Πότερον δ’ <pb n="382"/> ὥσπερ εἴρηται, διὰ θερμότητα γίνεται τὸ πάθος ἢ
							μᾶλλον <lb/>δι’ ὑγρότητα, ὅτι καὶ ἔστι τὸ πλήρωμα οἷον μύει, ἢ ὅταν μὴ <lb/>οὕτως ᾖ
							ψυχρὰ ἡ ὑστέρα ὥστε ἀφεῖναι, μηδ’ οὕτω θερμὴ <lb/>ὥστε πέψαι; Διὸ καὶ χρόνιον τὸ
							πάθος, ὥσπερ καὶ τὰ ἐν <lb/>ἑψήσει πολὺν χρόνον διαμένει. Τὰ δ’ ἑψόμενα πέρας ἔχει
							<lb/>καὶ ταχυτῆτα. Αἱ δὲ τοιαῦται ὑστέραι ἀκρόταται οὖσαι <lb/>τὸν χρόνον ποιοῦσι
							πολύν. Ἔτι δὲ τὸ μὴ ζῷον εἶναι μὴ <lb/>κινούμενον οὐ ποιεῖ τὴν ὠδῖνα· ἡ γὰρ κίνησις
							τῶν συνδέσμων <lb/>ὠδίς ἐστιν, ἣν διὰ τὸ ζῆν προΐεσθαι τὸ ἔμβρυον. Καὶ ἡ
							<lb/>σκληρότης δ’ ἡ γιγνομένη τοῦ πράγματος κωλύσεως ἔργον <lb/>ἐστίν. Οὕτω γὰρ
							γίνεται σκληρὸν ὥστε πελέκει οὐ δύνανται <lb/>διακόπτειν. Τὰ μὲν οὖν ἑφθὰ καὶ πάντα τὰ
							πεπεμμένα <lb/>μαλακὰ γίγνεται, τὰ δ’ ἀπολελυμένα ἄπεπτα καὶ σκληρά.</p>
						<p>Ὅτι πολλοὶ ἰατροὶ ἀγνοοῦντες δι’ ὁμοιότητα μύλας εἶναι <lb/>τὸ πάθος λέγουσιν, ἂν
							μόνον ἴδωσι τάς τε κοιλίας ἐπαιρομένας <lb/>ἄνευ ὕδρωπος καὶ τῶν ἐπιμηνίων σχέσιν,
							ὅταν χρονίζῃ <lb/>τοῦτο τὸ πάθος. Τὸ δ’ οὐκ ἔστιν, ἀλλ’ ὀλιγάκις γίνονται <lb/>αἱ
							γιγνόμεναι μύλαι. Ἄλλοτε μὲν σύρρους γίνεται ψυχρῶν <lb/>καὶ ὑγρῶν περιττωμάτων καὶ
							ὑδαρῶν, ἄλλοτε δὲ παχυτέρων, <lb/>εἰς τὸν περὶ τὴν κοιλίαν τόπον, ἐὰν τὴν φύσιν
							τοιαῦτα ᾖ <lb/>ἢ τὴν ἕξιν. Ταῦτα γὰρ οὔτε ὀδυνηρὰν παρέχει οὔτε θερμότητα <lb/>διὰ
							ψυχρότητα. Αὔξησιν δὲ λαβόντα τὰ μὲν μείζω <lb/>τὰ δ’ ἐλάττω, οὐδεμίαν ἄλλην
							ἐπισπῶνται νόσον παρ’ ἑαυτά, <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ πήρωμά τι ἡσυχάζει. Ἡ δ’ ἀπόλειψις τῶν
							<lb/>καταμηνίων γίνεται διὰ τὸ δεῦρο καταναλίσκεσθαι τὰ περιττώματα, <lb/>ὥσπερ καὶ
							ὅταν θηλάζωνται· καὶ γὰρ ταύταις <lb/>ἢ οὐ γίνεται ἢ ὀλίγα. Ἔστι δ’ ὅτε καὶ εἰς τὸν
							μεταξὺ <lb/>τόπον τῆς ὑστέρας καὶ τῆς κοιλίας συρρέον ἐκ τῆς σαρκὸς <lb/>δοκεῖ μύλη
							εἶναι, οὐκ οὖσα. Ἔστι δ’ οὐ χαλεπὸν γνῶναι, <lb/>ἂν μύλη θιγγάνουσα ᾖ τῆς ὑστέρας. Ἐὰν
							γὰρ ᾖ εὐσταλὴς <lb/>καὶ μὴ ἔχουσα αὔξησιν, δῆλον ὅτι οὐκ ἐν ἐκείνῃ τὸ πάθος. <pb n="383"/> Ἐὰν δὲ τοιαύτη ᾖ οἷον ὅτε παιδίον ἔχει μύλην, θερμή τε <lb/>καὶ ψυχρὰ καὶ
							ξηρὰ ἔσται διὰ τὸ εἴσω τετράφθαι τὰ ὑγρά, <lb/>καὶ τὸ στόμα τοιαύτη οἷον ὅταν κύωσιν.
							Ἐὰν δέ τι ἄλλο <lb/>ᾖ ὁ ὄγκος, ἔσται ψυχρὰ θιγγανομένη καὶ οὐ ξηρά, καὶ ἀεὶ <lb/>τὸ
							στόμα ὅμοιον. </p>
					</div>
				</div>
			</div>
		</body>
	</text>
</TEI>
