<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-model href="http://www.stoa.org/epidoc/schema/latest/tei-epidoc.rng" schematypens="http://relaxng.org/ns/structure/1.0"?>
<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0">
	<teiHeader xml:lang="eng">    
		<fileDesc>
			<titleStmt>
				<title xml:lang="lat">De anima</title>
				<author>Aristotle</author>
				<editor>Immanuel Bekker</editor>
				<funder>Andrew W. Mellon Foundation</funder>
				<respStmt>
					<resp>Published original versions of the electronic texts</resp>
					<orgName ref="http://www.graeco-arabic-studies.org/">A Digital Corpus for Graeco-Arabic
						Studies, funded by the Andrew W. Mellon Foundation</orgName>
					<persName>Mark Schiefsky, Harvard University</persName>
					<persName>Gregory R. Crane, Universität Leipzig</persName>
					<persName>Uwe Vagelpohl, University of Warwick</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Keyboarding</resp>
					<orgName xml:id="DDD">Digital Divide Data</orgName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Editor-in-Chief, Perseus Digital Library</resp>
					<persName>Gregory R. Crane</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Project Manager (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Matt Munson</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Project Assistant (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Annette Geßner</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Lead Developer (University of Leipzig)</resp>
					<persName>Thibault Clérice</persName>
				</respStmt>
				<respStmt>
					<resp>Technical Advisor</resp>
					<persName>Bruce Robertson</persName>
				</respStmt>
			</titleStmt>
			<publicationStmt>
				<authority>A Digital Corpus for Graeco-Arabic Studies, funded by the Andrew W. Mellon
					Foundation</authority>
				<publisher>University of Leipzig</publisher>
				<pubPlace>Germany</pubPlace>
				<idno type="filename">tlg0086.tlg002.1st1K-grc1.xml</idno>
				<availability>
					<licence target="https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0/">Available under a
						Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International License</licence>
				</availability>
				<date>2016</date>
			</publicationStmt>
			<sourceDesc>
				<biblStruct>
					<monogr>
						<title xml:lang="lat">Aristotelis Opera</title>
						<author>Aristotle</author>
						<editor>Immanuel Bekker</editor>
						<imprint>
							<publisher>Oxford University Press</publisher>
							<pubPlace>Oxford</pubPlace>
							<biblScope unit="vol">3</biblScope>
							<biblScope unit="pp" from="158" to="242">158-242</biblScope>
							<date>1837</date>
						</imprint>
					</monogr>
					<ref target="https://hdl.handle.net/2027/nyp.33433022674836?urlappend=%3Bseq=168">HathiTrust</ref>
				</biblStruct>
			</sourceDesc>
		</fileDesc>
		<encodingDesc>
			<p>The following text is encoded in accordance with EpiDoc standards and with the CTS/CITE
				Architecture.</p>
			  <refsDecl n="CTS">
				<cRefPattern matchPattern="(.+).(.+)" n="chapter" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1']/tei:div[@n='$2'])"/>
				<cRefPattern matchPattern="(.+)" n="book" replacementPattern="#xpath(/tei:TEI/tei:text/tei:body/tei:div/tei:div[@n='$1'])"/>
			</refsDecl>
		</encodingDesc>
		<profileDesc>
			<langUsage>
				<language ident="grc">Greek</language>
				<language ident="lat">Latin</language>
			</langUsage>
		</profileDesc>
	</teiHeader>
	<text>
		<body>

			<div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg002.1st1K-grc1">
				<pb n="158"/>

				<div type="textpart" subtype="book" n="1">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ Α.</head>
						<p>ΤΩΝ καλῶν καὶ τιμίων τὴν εἴδησιν ὑπολαμβάνοντες, μᾶλλον <lb/>δ’ ἑτέραν ἑτέρας ἢ κατ’
							ἀκρίβειαν ἢ τῷ βελτιόνων τε καὶ <lb/>θαυμασιωτέρων εἶναι, δι’ ἀμφότερα ταῦτα τὴν τῆς
							ψυχῆς <lb/>ἱστορίαν εὐλόγως ἂν ἐν πρώτοις τιθείημεν. Δοκεῖ δὲ καὶ <lb/>πρὸς ἀλήθειαν
							ἅπασαν ἡ γνῶσις αὐτῆς μεγάλα συμβάλλεσθαι, <lb/>μάλιστα δὲ πρὸς τὴν φύσιν· ἔστι γὰρ
							οἷον ἀρχὴ <lb/>τῶν ζῴων. Ἐπιζητοῦμεν δὲ θεωρῆσαι καὶ γνῶναι τήν τε <lb/>φύσιν αὐτῆς
							καὶ τὴν οὐσίαν, εἶθ’ ὅσα συμβέβηκε περὶ αὐτήν· <lb/>ὧν τὰ μὲν ἴδια πάθη τῆς ψυχῆς
							εἶναι δοκεῖ, τὰ δὲ δι’ <lb/>ἐκείνην καὶ τοῖς ζῴοις ὑπάρχειν. Πάντῃ δὲ πάντως ἐστὶ
							<lb/>τῶν χαλεπωτάτων λαβεῖν τινὰ πίστιν περὶ αὐτῆς. Καὶ <lb/>γὰρ ὄντος κοινοῦ τοῦ
							ζητήματος πολλοῖς ἑτέροις, λέγω δὲ <lb/>τοῦ περὶ τὴν οὐσίαν καὶ τοῦ τί ἐστι, τάχ’ ἄν
							τῳ δόξειε <lb/>μία τις εἶναι μέθοδος κατὰ πάντων περὶ ὧν βουλόμεθα γνῶναι <lb/>τὴν
							οὐσίαν, ὥσπερ καὶ τῶν κατὰ συμβεβηκὸς ἰδίων <lb/>ἀπόδειξιν, ὥστε ζητητέον ἂν εἴη τὴν
							μέθοδον ταύτην. Εἰ <lb/>δὲ μή ἐστι μία τις καὶ κοινὴ μέθοδος περὶ τὸ τί ἐστιν,
							<lb/>ἔτι χαλεπώτερον γίνεται τὸ πραγματευθῆναι· δεήσει <lb/>γὰρ λαβεῖν περὶ ἕκαστον
							τίς ὁ τρόπος, ἐὰν δὲ φανερὸν <pb n="159"/> ᾖ, πότερον ἀπόδειξίς τίς ἐστιν ἢ διαίρεσις
							ἢ καί τις ἄλλη <lb/>μέθοδος. Ἔτι δὲ πολλὰς ἀπορίας ἔχει καὶ πλάνας, ἐκ <lb/>τίνων δεῖ
							ζητεῖν· ἄλλαι γὰρ ἄλλων ἀρχαί, καθάπερ ἀριθμῶν <lb/>καὶ ἐπιπέδων. Πρῶτον δ’ ἴσως
							ἀναγκαῖον διελεῖν ἐν <lb/>τίνι τῶν γενῶν καὶ τί ἐστι, λέγω δὲ πότερον τόδε τι καὶ
							<lb/>οὐσία ἢ ποιὸν ἢ ποσὸν ἢ καί τις ἄλλη τῶν διαιρεθεισῶν <lb/>κατηγοριῶν, ἔτι δὲ
							πότερον τῶν ἐν δυνάμει ὄντων ἢ μᾶλλον <lb/>ἐντελέχειά τις· διαφέρει γὰρ οὔ τι σμικρόν.
							Σκεπτέον <lb/>δὲ καὶ εἰ μεριστὴ ἢ ἀμερής, καὶ πότερον ὁμοειδὴς <lb/>ἅπασα ψυχὴ ἢ οὔ·
							εἰ δὲ μὴ ὁμοειδής, πότερον εἴδει διαφέρουσιν <lb/>ἢ γένει. Νῦν μὲν γὰρ οἱ λέγοντες καὶ
							ζητοῦντες <lb/>περὶ ψυχῆς περὶ τῆς ἀνθρωπίνης μόνης ἐοίκασιν ἐπισκοπεῖν.
							<lb/>Εὐλαβητέον δ’ ὅπως μὴ λανθάνῃ πότερον ἑἷς ὁ λόγος <lb/>αὐτῆς ἐστί, καθάπερ ζῴου,
							ἢ καθ’ ἕκαστον ἕτερος, οἷον <lb/>ἵππου, κυνός, ἀνθρώπου, θεοῦ· τὸ δὲ ζῷον τὸ καθόλου
							ἤτοι <lb/>οὐθέν ἐστιν ἢ ὕστερον. Ὁμοίως δὲ κἂν εἴ τι κοινὸν ἄλλο <lb/>κατηγοροῖτο. Ἔτι
							δ’ εἰ μὴ πολλαὶ ψυχαὶ ἀλλὰ μόρια, <lb/>πότερον δεῖ ζητεῖν πρότερον τὴν ὅλην ψυχὴν ἢ τὰ
							μόρια. <lb/>Χαλεπὸν δὲ καὶ τούτων διορίσαι ποῖα πέφυκεν ἕτερα ἀλλήλων, <lb/>καὶ
							πότερον τὰ μόρια χρὴ ζητεῖν πρότερον ἢ τὰ <lb/>ἔργα αὐτῶν, οἷον τὸ νοεῖν ἢ τὸν νοῦν
							καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι ἢ <lb/>τὸ αἰσθητικόν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Εἰ δὲ τὰ
							<lb/>ἔργα πρότερον, πάλιν ἄν τις ἀπορήσειεν εἰ τὰ ἀντικείμενα <lb/>πρότερον τούτων
							ζητητέον, οἷον τὸ αἰσθητὸν τοῦ αἰσθητικοῦ <lb/>καὶ τὸ νοητὸν τοῦ νοητικοῦ. Ἔοικε δ’ οὐ
							μόνον τὸ <lb/>τί ἐστι γνῶναι χρήσιμον εἶναι πρὸς τὸ θεωρῆσαι τὰς αἰτίας <lb/>τῶν
							συμβεβηκότων ταῖς οὐσίαις, ὥσπερ ἐν τοῖς μαθήμασι <pb n="160"/> τί τὸ εὐθὺ καὶ
							καμπύλον ἢ τί γραμμὴ καὶ ἐπίπεδον πρὸς <lb/>τὸ κατιδεῖν πόσαις ὀρθαῖς αἱ τοῦ τριγώνου
							γωνίαι ἴσαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἀνάπαλιν τὰ συμβεβηκότα συμβάλλεται μέγα <lb/>μέρος πρὸς τὸ
							εἰδέναι τὸ τί ἐστιν· ἐπειδὰν γὰρ ἔχωμεν <lb/>ἀποδιδόναι κατὰ τὴν φαντασίαν περὶ τῶν
							συμβεβηκότων, <lb/>ἢ πάντων ἢ τῶν πλείστων, τότε καὶ περὶ τῆς οὐσίας ἕξομεν
							<lb/>λέγειν κάλλιστα· πάσης γὰρ ἀποδείξεως ἀρχὴ τὸ <lb/>τί ἐστιν, ὥστε καθ’ ὅσους τῶν
							ὁρισμῶν μὴ συμβαίνει τὰ <lb/>συμβεβηκότα γνωρίζειν, ἀλλὰ μηδ’ εἰκάσαι περὶ αὐτῶν
							εὐμαρές, <lb/>δῆλον ὅτι διαλεκτικῶς εἴρηνται καὶ κενῶς ἅπαντες. <lb/>Ἀπορίαν δ’ ἔχει
							καὶ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, πότερόν ἐστι <lb/>πάντα κοινὰ καὶ τοῦ ἔχοντος ἢ ἐστί τι καὶ τῆς
							ψυχῆς <lb/>ἴδιον αὐτῆς· τοῦτο γὰρ λαβεῖν μὲν ἀναγκαῖον, οὐ ῥᾴδιον δέ. <lb/>Φαίνεται δὲ
							τῶν πλείστων οὐθὲν ἄνευ σώματος πάσχειν <lb/>οὐδὲ ποιεῖν, οἷον ὀργίζεσθαι, θαρρεῖν,
							ἐπιθυμεῖν, ὅλως αἰσθάνεσθαι. <lb/>Μάλιστα δ’ ἔοικεν ἴδιον τὸ νοεῖν· εἰ δ’ ἐστὶ
							<lb/>καὶ τοῦτο φαντασία τις ἢ μὴ ἄνευ φαντασίας, οὐκ ἐνδέχοιτ’ <lb/>ἂν οὐδὲ τοῦτ’ ἄνευ
							σώματος εἶναι. Εἰ μὲν οὖν ἐστί τι <lb/>τῶν τῆς ψυχῆς ἔργων ἢ παθημάτων ἴδιον,
							ἐνδέχοιτ’ ἂν αὐτὴν <lb/>χωρίζεσθαι· εἰ δὲ μηθέν ἐστιν ἴδιον αὐτῆς, οὐκ ἂν εἴη χωριστή,
							<lb/>ἀλλὰ καθάπερ τῷ εὐθεῖ, ᾗ εὐθύ, πολλὰ συμβαίνει, <lb/>οἷον ἅπτεσθαι τῆς χαλκῆς
							σφαίρας κατὰ στιγμήν, οὐ μέντοι <lb/>γ’ ἅψεται τούτου χωρισθὲν τὸ εὐθύ· ἀχώριστον γάρ,
							<lb/>εἴπερ ἀεὶ μετὰ σώματός τινός ἐστιν. Ἔοικε δὲ καὶ τὰ τῆς <lb/>ψυχῆς πάθη πάντα
							εἶναι μετὰ σώματος, θυμός, πραότης, <lb/>φόβος, ἔλεος, θάρσος, ἔτι χαρὰ καὶ τὸ φιλεῖν
							τε καὶ μισεῖν· <pb n="161"/> σεῖν· ἅμα γὰρ τούτοις πάσχει τι τὸ σῶμα. Μηνύει δὲ
							<lb/>τὸ ποτὲ μὲν ἰσχυρῶν καὶ ἐναργῶν παθημάτων συμβαινόντων <lb/>μηδὲν παροξύνεσθαι ἢ
							φοβεῖσθαι, ἐνίοτε δ’ ὑπὸ μικρῶν καὶ <lb/>ἀμαυρῶν κινεῖσθαι, ὅταν ὀργᾷ τὸ σῶμα καὶ
							οὕτως ἔχῃ <lb/>ὥσπερ ὅταν ὀργίζηται. Ἔτι δὲ τοῦτο μᾶλλον φανερόν· <lb/>μηθενὸς γὰρ
							φοβεροῦ συμβαίνοντος ἐν τοῖς πάθεσι γίνονται <lb/>τοῖς τοῦ φοβουμένου. Εἰ δ’ οὕτως
							ἔχει, δῆλον ὅτι τὰ <lb/>πάθη λόγοι ἔνυλοί εἰσιν. Ὥστε οἱ ὅροι τοιοῦτοι οἷον τὸ
							<lb/>ὀργίζεσθαι κίνησίς τις τοῦ τοιουδὶ σώματος ἢ μέρους ἢ <lb/>δυνάμεως ὑπὸ τοῦδε
							ἕνεκα τοῦδε. Καὶ διὰ ταῦτα ἤδη φυσικοῦ <lb/>τὸ θεωρῆσαι περὶ ψυχῆς, ἢ πάσης ἢ τῆς
							τοιαύτης. <lb/>Διαφερόντως δ’ ἂν ὁρίσαιντο φυσικός τε καὶ διαλεκτικὸς <lb/>ἕκαστον
							αὐτῶν, οἷον ὀργὴ τί ἐστίν· ὁ μὲν γὰρ ὄρεξιν ἀντιλυπήσεως <lb/>ἤ τι τοιοῦτον, ὁ δὲ
							ζέσιν τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος <lb/>καὶ θερμοῦ. Τούτων δὲ ὁ μὲν τὴν ὕλην ἀποδίδωσιν,
							<lb/>ὁ δὲ τὸ εἶδος καὶ τὸν λόγον. Ὁ μὲν γὰρ λόγος εἶδος τοῦ <lb/>πράγματος, ἀνάγκη δ’
							εἶναι τοῦτον ἐν ὕλῃ τοιᾳδί, εἰ ἔσται, <lb/>ὥσπερ οἰκίας ὁ μὲν λόγος τοιοῦτος, ὅτι
							σκέπασμα κωλυτικὸν <lb/>φθορᾶς ὑπ’ ἀνέμων καὶ ὄμβρων καὶ καυμάτων, ὁ δὲ <lb/>φήσει
							λίθους καὶ πλίνθους καὶ ξύλα, ἕτερος δ’ ἐν τούτοις <lb/>τὸ εἶδος, ἕνεκα τωνδί. Τίς οὖν
							ὁ φυσικὸς τούτων; Πότερον <lb/>ὁ περὶ τὴν ὕλην, τὸν δὲ λόγον ἀγνοῶν, ἢ ὁ περὶ τὸν
							λόγον <lb/>μόνον; Ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ ἀμφοῖν; Ἐκείνων δὲ δὴ τίς ἑκάτερος; <lb/>Ἢ οὐκ ἔστι
							τις ὁ περὶ τὰ πάθη τῆς ὕλης τὰ μὴ <lb/>χωριστά, μηδ’ ᾗ χωριστά, ἀλλ’ ὁ φυσικὸς περὶ
							ἅπανθ’ ὅσα <pb n="162"/> τοῦ τοιουδὶ σώματος καὶ τῆς τοιαύτης ὕλης ἔργα καὶ πάθη·
							<lb/>ὁπόσα δὲ μὴ ᾖ τοιαῦτα, ἄλλος, καὶ περὶ τινῶν μὲν τεχνίτης, <lb/>ἐὰν τύχῃ, οἷον
							τέκτων ἢ ἰατρός, τῶν δὲ μὴ χωριστῶν <lb/>μέν, ᾗ δὲ μὴ τοιούτου σώματος πάθη καὶ ἐξ
							ἀφαιρέσεως, ὁ <lb/>μαθηματικός, ᾗ δὲ κεχωρισμένα, ὁ πρῶτος φιλόσοφος. Ἀλλ’
							<lb/>ἐπανιτέον ὅθεν ὁ λόγος. Ἐλέγομεν δ’ ὅτι τὰ πάθη τῆς <lb/>ψυχῆς ἀχώριστα τῆς
							φυσικῆς ὕλης τῶν ζῴων, ᾗ δὴ τοιαῦθ’ <lb/>ὑπάρχει, θυμὸς καὶ φόβος, καὶ οὐχ ὥσπερ
							γραμμὴ καὶ <lb/>ἐπίπεδον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ἐπισκοποῦντας δὲ περὶ ψυχῆς ἀναγκαῖον ἅμα διαποροῦντας <lb/>περὶ ὧν εὐπορεῖν δεῖ,
							προελθόντας τὰς τῶν προτέρων <lb/>δόξας συμπαραλαμβάνειν ὅσοι τι περὶ αὐτῆς
							ἀπεφήναντο, <lb/>ὅπως τὰ μὲν καλῶς εἰρημένα λάβωμεν, εἰ δέ τι μὴ <lb/>καλῶς, τοῦτ’
							εὐλαβηθῶμεν. Ἀρχὴ δὲ τῆς ζητήσεως προθέσθαι <lb/>τὰ μάλιστα δοκοῦνθ’ ὑπάρχειν αὐτῇ
							κατὰ φύσιν. Τὸ <lb/>ἔμψυχον δὴ τοῦ ἀψύχου δυοῖν μάλιστα διαφέρειν δοκεῖ, <lb/>κινήσει
							τε καὶ τῷ αἰσθάνεσθαι. Παρειλήφαμεν δὲ καὶ παρὰ <lb/>τῶν προγενεστέρων σχεδὸν δύο
							ταῦτα περὶ ψυχῆς· φασὶ <lb/>γὰρ ἔνιοι καὶ μάλιστα καὶ πρώτως ψυχὴν εἶναι τὸ κινοῦν.
							<lb/>Οἰηθέντες δὲ τὸ μὴ κινούμενον αὐτὸ μὴ ἐνδέχεσθαι κινεῖν <lb/>ἕτερον, τῶν
							κινουμένων τι τὴν ψυχὴν ὑπέλαβον εἶναι. Ὅθεν <lb/>Δημόκριτος μὲν πῦρ τι καὶ θερμόν
							φησιν αὐτὴν εἶναι· ἀπείρων <lb/>γὰρ ὄντων σχημάτων καὶ ἀτόμων τὰ σφαιροειδῆ πῦρ
							<lb/>καὶ ψυχὴν λέγει, οἷον ἐν τῷ ἀέρι τὰ καλούμενα ξύσματα, α <lb/>φαίνεται ἐν ταῖς
							διὰ τῶν θυρίδων ἀκτῖσιν, ὧν τὴν πανσπερμίαν <lb/>στοιχεῖα λέγει τῆς ὅλης φύσεως.
							Ὁμοίως δὲ καὶ <pb n="163"/> Λεύκιππος. Τούτων δὲ τὰ σφαιροειδῆ ψυχήν, διὰ τὸ
							<lb/>μάλιστα διὰ παντὸς δύνασθαι διαδύνειν τοὺς τοιούτους ῥυσμούς, <lb/>καὶ κινεῖν τὰ
							λοιπὰ κινούμενα καὶ αὐτά, ὑπολαμβάνοντες <lb/>τὴν ψυχὴν εἶναι τὸ παρέχον τοῖς ζῴοις
							τὴν κίνησιν. <lb/>Διὸ καὶ τοῦ ζῆν ὅρον εἶναι τὴν ἀναπνοήν· συνάγοντος γὰρ <lb/>τοῦ
							περιέχοντος τὰ σώματα, καὶ ἐκθλίβοντος τῶν σχημάτων <lb/>τὰ παρέχοντα τοῖς ζῴοις τὴν
							κίνησιν διὰ τὸ μηδ’ αὐτὰ ἠρεμεῖν <lb/>μηδέποτε, βοήθειαν γίγνεσθαι θύραθεν ἐπεισιόντων
							<lb/>ἄλλων τοιούτων ἐν τῷ ἀναπνεῖν· κωλύειν γὰρ αὐτὰ καὶ <lb/>τὰ ἐνυπάρχοντα ἐν τοῖς
							ζῴοις ἐκκρίνεσθαι, συνανείργοντα τὸ <lb/>συνάγον καὶ πηγνύον· καὶ ζῆν δὲ ἕως ἂν
							δύνωνται τοῦτο ποιεῖν. <lb/>Ἔοικε δὲ καὶ τὸ παρὰ τῶν Πυθαγορείων λεγόμενον <lb/>τὴν
							αὐτὴν ἔχειν διάνοιαν· ἔφασαν γάρ τινες αὐτῶν ψυχὴν <lb/>εἶναι τὰ ἐν τῷ ἀέρι ξύσματα,
							οἱ δὲ τὸ ταῦτα κινοῦν. Περὶ <lb/>δὲ τούτων εἴρηται, διότι συνεχῶς φαίνεται κινούμενα,
							κἂν <lb/>ᾖ νηνεμία παντελής. Ἐπὶ ταὐτὸ δὲ φέρονται καὶ ὅσοι λέγουσι <lb/>τὴν ψυχὴν τὸ
							αὑτὸ κινοῦν· ἐοίκασι γὰρ οὗτοι <lb/>πάντες ὑπειληφέναι τὴν κίνησιν οἰκειότατον εἶναι
							τῇ ψυχῇ, <lb/>καὶ τὰ μὲν ἄλλα πάντα κινεῖσθαι διὰ τὴν ψυχήν, ταύτην δ’ <lb/>ὑφ’
							ἑαυτῆς, διὰ τὸ μηθὲν ὁρᾶν κινοῦν ὃ μὴ καὶ αὐτὸ κινεῖται. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ Ἀναξαγόρας
							ψυχὴν εἶναι λέγει <lb/>τὴν κινοῦσαν, καὶ εἴ τις ἄλλος εἴρηκεν ὡς τὸ πᾶν ἐκίνησε
							<lb/>νοῦς, οὐ μὴν παντελῶς γ’ ὥσπερ Δημόκριτος. Ἐκεῖνος <lb/>μὲν γὰρ ἁπλῶς ταὐτὸν
							ψυχὴν καὶ νοῦν· τὸ γὰρ ἀληθὲς <lb/>εἶναι τὸ φαινόμενον· διὸ καλῶς ποιῆσαι τὸν Ὅμηρον
							ὡς <lb/>Ἕκτωρ κεῖτ’ ἀλλοφρονέων. Οὐ δὴ χρῆται τῷ νῷ ὡς δυνάμει <lb/>τινὶ περὶ τὴν
							ἀλήθειαν, ἀλλὰ ταὐτὸ λέγει ψυχὴν καὶ νοῦν. <pb n="164"/> Ἀναξαγόρας δ’ ἦττον διασαφεῖ
							περὶ αὐτῶν· πολλαχοῦ <lb/>μὲν γὰρ τὸ αἴτιον τοῦ καλῶς καὶ ὀρθῶς τὸν νοῦν λέγει,
							<lb/>ἑτέρωθι δὲ τοῦτον εἶναι τὴν ψυχήν· ἐν ἅπασι γὰρ ὑπάρχειν <lb/>αὐτὸν τοῖς ζῴοις,
							καὶ μεγάλοις καὶ μικροῖς, καὶ τιμίοις καὶ <lb/>ἀτιμοτέροις. Οὐ φαίνεται δ’ ὅ γε κατὰ
							φρόνησιν λεγόμενος <lb/>νοῦς πᾶσιν ὁμοίως ὑπάρχειν τοῖς ζῴοις, ἀλλ’ οὐδὲ τοῖς
							<lb/>ἀνθρώποις πᾶσιν. Ὅσοι μὲν οὖν ἐπὶ τὸ κινεῖσθαι τὸ ἔμψυχον <lb/>ἀπέβλεψαν, οὗτοι
							τὸ κινητικώτατον ὑπέλαβον τὴν <lb/>ψυχήν· ὅσοι δ’ ἐπὶ τὸ γινώσκειν καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι
							τῶν <lb/>ὄντων, οὗτοι δὲ λέγουσι τὴν ψυχὴν τὰς ἀρχάς, οἱ μὲν <lb/>πλείους ποιοῦντες,
							οἱ δὲ μίαν ταύτην, ὥσπερ Ἐμπεδοκλῆς <lb/>μὲν ἐκ τῶν στοιχείων πάντων εἶναι δὲ καὶ
							ἕκαστον ψυχὴν <lb/>τούτων, λέγων οὕτω</p>
						<lg>
							<l>γαίῃ μὲν γὰρ γαῖαν ὀπώπαμεν, ὕδατι δ’ ὕδωρ,</l>
							<l>αἰθέρι δ’ αἰθέρα δῖαν, ἀτὰρ πυρὶ πῦρ ἀΐδηλον,</l>
							<l>στοργῇ δὲ στοργήν, νεῖκος δέ τε νείκεϊ λυγρῷ.</l>
						</lg>
						<p>Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ Πλάτων ἐν τῷ Τιμαίῳ τὴν ψυχὴν <lb/>ἐκ τῶν στοιχείων ποιεῖ·
							γινώσκεσθαι γὰρ τῷ ὁμοίῳ τὸ <lb/>ὅμοιον, τὰ δὲ πράγματα ἐκ τῶν ἀρχῶν εἶναι. Ὁμοίως δὲ
							<lb/>καὶ ἐν τοῖς περὶ φιλοσοφίας λεγομένοις διωρίσθη, αὐτὸ μὲν <lb/>τὸ ζῷον ἐξ αὐτῆς
							τῆς τοῦ ἑνὸς ἰδέας καὶ τοῦ πρώτου μήκους <lb/>καὶ πλάτους καὶ βάθους, τὰ δ’ ἄλλα
							ὁμοιοτρόπως. Ἔτι <lb/>δὲ καὶ ἄλλως, νοῦν μὲν τὸ ἕν, ἐπιστήμην δὲ τὰ δύο· μοναχῶς
							<lb/>γὰρ ἐφ’ ἕν· τὸν δὲ τοῦ ἐπιπέδου ἀριθμὸν δόξαν, αἴσθησιν <pb n="165"/> δὲ τὸν τοῦ
							στερεοῦ· οἱ μὲν γὰρ ἀριθμοὶ τὰ εἴδη αὐτὰ καὶ <lb/>αἱ ἀρχαὶ ἐλέγοντο, εἰσὶ δ’ ἐκ τῶν
							στοιχείων. Κρίνεται δὲ <lb/>τὰ πράγματα τὰ μὲν νῷ, τὰ δ’ ἐπιστήμῃ, τὰ δὲ δόξῃ, τὰ δ’
							<lb/>αἰσθήσει· εἴδη δ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι τῶν πραγμάτων. Ἐπεὶ <lb/>δὲ καὶ κινητικὸν
							ἐδόκει ἡ ψυχὴ εἶναι καὶ γνωριστικόν, οὕτως <lb/>ἔνιοι συνέπλεξαν ἐξ ἀμφοῖν,
							ἀποφηνάμενοι τὴν ψυχὴν <lb/>ἀριθμὸν κινοῦνθ’ ἑαυτόν. Διαφέρονται δὲ περὶ τῶν ἀρχῶν,
							τίνες <lb/>καὶ πόσαι, μάλιστα μὲν οἱ σωματικὰς ποιοῦντες τοῖς ἀσωμάτοις, <lb/>τούτοις
							δ’ οἱ μίξαντες καὶ ἀπ’ ἀμφοῖν τὰς ἀρχὰς ἀποφηνάμενοι. <lb/>Διαφέρονται δὲ καὶ περὶ τὸ
							πλῆθος· οἱ μὲν γὰρ <lb/>μίαν οἱ δὲ πλείους λέγουσιν. Ἑπομένως δὲ τούτοις καὶ τὴν
							<lb/>ψυχὴν ἀποδιδόασιν· τό τε γὰρ κινητικὸν τὴν φύσιν τῶν <lb/>πρώτων ὑπειλήφασιν, οὐκ
							ἀλόγως. Ὅθεν ἔδοξέ τισι πῦρ <lb/>εἶναι· καὶ γὰρ τοῦτο λεπτομερέστατόν τε καὶ μάλιστα
							τῶν <lb/>στοιχείων ἀσώματον, ἔτι δὲ κινεῖταί τε καὶ κινεῖ τὰ ἄλλα <lb/>πρώτως.
							Δημόκριτος δὲ καὶ γλαφυρωτέρως εἴρηκεν ἀποφηνάμενος <lb/>διὰ τί τούτων ἑκάτερον· ψυχὴν
							μὲν γὰρ εἶναι <lb/>ταὐτὸ καὶ νοῦν, τοῦτο δ’ εἶναι τῶν πρώτων καὶ ἀδιαιρέτων
							<lb/>σωμάτων, κινητικὸν δὲ διὰ μικρομέρειαν καὶ τὸ σχῆμα· τῶν <lb/>δὲ σχημάτων
							εὐκινητότατον τὸ σφαιροειδὲς λέγει· τοιοῦτον <lb/>δ’ εἶναι τόν τε νοῦν καὶ τὸ πῦρ.
							Ἀναξαγόρας δ’ ἔοικε <lb/>μὲν ἕτερον λέγειν ψυχήν τε καὶ νοῦν, ὥσπερ εἴπομεν καὶ
							<lb/>πρότερον, χρῆται δ’ ἀμφοῖν ὡς μιᾷ φύσει, πλὴν ἀρχήν γε <lb/>τὸν νοῦν τίθεται
							μάλιστα πάντων· μόνον γοῦν φησὶν αὐτὸν <lb/>τῶν ὄντων ἁπλοῦν εἶναι καὶ ἀμιγῆ τε καὶ
							καθαρόν. Ἀποδίδωσι <lb/>δ’ ἄμφω τῇ αὐτῇ ἀρχῇ, τό τε γινώσκειν καὶ τὸ κινεῖν, <pb n="166"/> λέγων νοῦν κινῆσαι τὸ πᾶν. Ἔοικε δὲ καὶ Θαλῆς ἐξ ὧν <lb/>ἀπομνημονεύουσι
							κινητικόν τι τὴν ψυχὴν ὑπολαβεῖν, εἴπερ <lb/>τὸν λίθον ἔφη ψυχὴν ἔχειν, ὅτι τὸν
							σίδηρον κινεῖ. Διογένης <lb/>δ’ ὥσ περ καὶ ἕτεροί τινες, ἀέρα τοῦτον οἰηθεὶς πάντων
							<lb/>λεπτομερέστατον εἶναι καὶ ἀρχήν· καὶ διὰ τοῦτο γινώσκειν <lb/>τε καὶ κινεῖν τὴν
							ψυχήν, ᾗ μὲν πρῶτόν ἐστι, καὶ ἐκ τούτου <lb/>τὰ λοιπά, γινώσκειν, ᾗ δὲ λεπτότατον,
							κινητικὸν εἶναι. <lb/>Καὶ Ἡράκλειτος δὲ τὴν ἀρχὴν εἶναί φησι ψυχήν, εἴπερ <lb/>τὴν
							ἀναθυμίασιν, ἐξ ἧς τἆλλα συνίστησιν· καὶ ἀσωματώτατον <lb/>δὴ καὶ ῥέον ἀεί· τὸ δὲ
							κινούμενον κινουμένῳ γινώσκεσθαι. <lb/>Ἐν κινήσει δ’ εἶναι τὰ ὄντα κἀκεῖνος ᾤετο καὶ
							<lb/>οἱ πολλοί. Παραπλησίως δὲ τούτοις καὶ Ἀλκμαίων ἔοικεν <lb/>ὑπολαβεῖν περὶ ψυχῆς·
							φησὶ γὰρ αὐτὴν ἀθάνατον εἶναι <lb/>διὰ τὸ ἐοικέναι τοῖς ἀθανάτοις, τοῦτο δ’ ὑπάρχειν
							αὐτῇ ὡς <lb/>ἀεὶ κινουμένῃ· κινεῖσθαι γὰρ καὶ τὰ θεῖα πάντα συνεχῶς <lb/>ἀεί, σελήνην,
							ἥλιον, τοὺς ἀστέρας καὶ τὸν οὐρανὸν ὅλον. <lb/>Τῶν δὲ φορτικωτέρων καὶ ὕδωρ τινὲς
							ἀπεφήναντο, καθάπερ <lb/>Ἵππων. Πεισθῆναι δ’ ἐοίκασιν ἐκ τῆς γονῆς, ὅτι πάντων
							<lb/>ὑγρά· καὶ γὰρ ἐλέγχει τοὺς αἷμα φάσκοντας τὴν ψυχήν, <lb/>ὅτι ἡ γονὴ οὐχ αἷμα·
							ταύτην δ’ εἶναι τὴν πρώτην ψυχήν. <lb/>Ἕτεροι δ’ αἷμα, καθάπερ Κριτίας, τὸ αἰσθάνεσθαι
							<lb/>ψυχῆς οἰκειότατον ὑπολαμβάνοντες, τοῦτο δ’ ὑπάρχειν διὰ <lb/>τὴν τοῦ αἵματος
							φύσιν. Πάντα γὰρ τὰ στοιχεῖα κριτὴν <lb/>εἴληφε, πλὴν τῆς γῆς· ταύτην δ’ οὐθεὶς
							ἀποπέφανται, πλὴν <lb/>εἴ τις αὐτὴν εἴρηκεν ἐκ πάντων εἶναι τῶν στοιχείων ἢ πάντα.
							<lb/>Ὁρίζονται δὲ πάντες τὴν ψυχὴν τρισὶν ὡς εἰπεῖν, κινήσει, <pb n="167"/> αἰσθήσει,
							τῷ ἀσωμάτῳ· τούτων δ’ ἕκαστον ἀνάγεται πρὸς <lb/>τὰς ἀρχάς. Διὸ καὶ οἱ τῷ γινώσκειν
							ὁριζόμενοι αὐτὴν ἢ <lb/>στοιχεῖον ἢ ἐκ τῶν στοιχείων ποιοῦσι, λέγοντες παραπλησίως
							<lb/>ἀλλήλοις, πλὴν ἑνός· φασὶ γὰρ γινώσκεσθαι τὸ ὅμοιον <lb/>τῷ ὁμοίῳ· ἐπειδὴ γὰρ ἡ
							ψυχὴ πάντα γιγνώσκει, συνιστᾶσιν <lb/>αὐτὴν ἐκ πασῶν τῶν ἀρχῶν. Ὅσοι μὲν οὖν μίαν
							<lb/>τινὰ λέγουσιν αἰτίαν καὶ στοιχεῖον ἕν, καὶ τὴν ψυχὴν ἓν <lb/>τιθέασιν, οἷον πῦρ ἢ
							ἀέρα· οἱ δὲ πλείους λέγοντες τὰς <lb/>ἀρχὰς καὶ τὴν ψυχὴν πλείω ποιοῦσιν. Ἀναξαγόρας
							δὲ <lb/>μόνος ἀπαθῆ φησὶν εἶναι τὸν νοῦν, καὶ κοινὸν οὐθὲν οὐθενὶ <lb/>τῶν ἄλλων
							ἔχειν. Τοιοῦτος δ’ ὢν πῶς γνωριεῖ καὶ διὰ τίν’ <lb/>αἰτίαν, οὔτ’ ἐκεῖνος εἴρηκεν οὔτ’
							ἐκ τῶν εἰρημένων συμφανές <lb/>ἐστιν. Ὅσοι δ’ ἐναντιώσεις ποιοῦσιν ἐν ταῖς ἀρχαῖς, καὶ
							<lb/>τὴν ψυχὴν ἐκ τῶν ἐναντίων συνιστᾶσιν· οἱ δὲ θάτερον τῶν <lb/>ἐναντίων, οἷον
							θερμὸν ἢ ψυχρὸν ἤ τι τοιοῦτον ἄλλο, καὶ <lb/>τὴν ψυχὴν ὁμοίως ἕν τι τούτων τιθέασιν.
							Διὸ καὶ τοῖς <lb/>ὀνόμασιν ἀκολουθοῦσιν, οἱ μὲν τὸ θερμὸν λέγοντες, ὅτι <lb/>διὰ τοῦτο
							καὶ τὸ ζῆν ὠνόμασται, οἱ δὲ τὸ ψυχρὸν διὰ τὴν <lb/>ἀναπνοὴν καὶ τὴν κατάψυξιν
							καλεῖσθαι ψυχήν. Τὰ μὲν οὖν <lb/>παραδεδομένα περὶ ψυχῆς, καὶ δι’ ἃς αἰτίας λέγουσιν
							οὕτω, <lb/>ταῦτ’ ἐστίν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Ἐπισκεπτέον δὲ πρῶτον μὲν περὶ κινήσεως· ἴσως γὰρ οὐ <lb/>μόνον ψεῦδός ἐστι τὸ τὴν
							οὐσίαν αὐτῆς τοιαύτην εἶναι <lb/>οἵαν φασὶν οἱ λέγοντες ψυχὴν εἶναι τὸ κινοῦν ἑαυτὸ ἢ
							<lb/>δυνάμενον κινεῖν, ἀλλ’ ἕν τι τῶν ἀδυνάτων τὸ ὑπάρχειν <lb/>αὐτῇ κίνησιν. Ὅτι μὲν
							οὖν οὐκ ἀναγκαῖον τὸ κινοῦν καὶ <lb/>αὐτὸ κινεῖσθαι, πρότερον εἴρηται. Διχῶς δὲ
							κινουμένου <pb n="168"/> παντός (ἢ γὰρ καθ’ ἕτερον ἢ καθ’ αὑτό· καθ’ ἕτερον δὲ
							<lb/>λέγομεν, ὅσα κινεῖται τῷ ἐν κινουμένῳ εἶναι, οἷον πλωτῆρες· <lb/>οὐ γὰρ ὁμοίως
							κινοῦνται τῷ πλοίῳ· τὸ μὲν γὰρ καθ’ αὑτὸ <lb/>κινεῖται, οἱ δὲ τῷ ἐν κινουμένῳ εἶναι.
							Δῆλον δ’ ἐπὶ τῶν <lb/>μορίων· οἰκεία μὲν γάρ ἐστι κίνησις ποδῶν βάδισις, αὕτη <lb/>δὲ
							καὶ ἀνθρώπων· οὐχ ὑπάρχει δὲ τοῖς πλωτῆρσι τότε) <lb/>διχῶς δὲ λεγομένου τοῦ
							κινεῖσθαι, νῦν ἐπισκοποῦμεν περὶ <lb/>τῆς ψυχῆς εἰ καθ’ αὑτὴν κινεῖται καὶ μετέχει
							κινήσεως. <lb/>Τεσσάρων δὲ κινήσεων οὐσῶν, φορᾶς ἀλλοιώσεως φθίσεως <lb/>αὐξήσεως, ἢ
							μίαν τούτων κινοῖτ’ ἂν ἢ πλείους ἢ πάσας. <lb/>Εἰ δὲ κινεῖται μὴ κατὰ συμβεβηκός,
							φύσει ἂν ὑπάρχοι κίνησις <lb/>αὐτῇ· εἰ δὲ τοῦτο, καὶ τόπος· πᾶσαι γὰρ αἱ λεχθεῖσαι
							<lb/>κινήσεις ἐν τόπῳ. Εἰ δ’ ἐστὶν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς τὸ κινεῖν <lb/>ἑαυτήν, οὐ κατὰ
							συμβεβηκὸς αὐτῇ τὸ κινεῖσθαι ὑπάρξει, <lb/>ὥσπερ τῷ λευκῷ ἢ τῷ τριπήχει· κινεῖται γὰρ
							καὶ <lb/>ταῦτα, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· ᾧ γὰρ ὑπάρχουσιν, ἐκεῖνο <lb/>κινεῖται τὸ σῶμα.
							Διὸ καὶ οὐκ ἔστι τόπος αὐτῶν· τῆς <lb/>δὲ ψυχῆς ἔσται, εἴπερ φύσει κινήσεως μετέχει.
							Ἔτι δ’ εἰ <lb/>φύσει κινεῖται, κἂν βίᾳ κινηθείη· κἂν εἰ βίᾳ, καὶ φύσει. <lb/>Τὸν αὐτὸν
							δὲ τρόπον ἔχει καὶ περὶ ἠρεμίας· εἰς ὃ γὰρ κινεῖται <lb/>φύσει, καὶ ἠρεμεῖ ἐν τούτῳ
							φύσει· ὁμοίως δὲ καὶ εἰς ὃ <lb/>κινεῖται βίᾳ, καὶ ἠρεμεῖ ἐν τούτῳ βίᾳ. Ποῖαι δὲ βίαιοι
							τῆς <lb/>ψυχῆς κινήσεις ἔσονται καὶ ἠρεμίαι, οὐδὲ πλάττειν βουλομένοις <lb/>ῥᾴδιον
							ἀποδοῦναι. Ἔτι δ’ εἰ μὲν ἄνω κινήσεται, πῦρ <lb/>ἔσται, εἰ δὲ κάτω, γῆ· τούτων γὰρ τῶν
							σωμάτων αἱ κινήσεις <lb/>αὗται. Ὁ δ’ αὐτὸς λόγος καὶ περὶ τῶν μεταξύ. <lb/>Ἔτι δ’ ἐπεὶ
							φαίνεται κινοῦσα τὸ σῶμα, ταύτας εὔλογον <pb n="169"/> κινεῖν τὰς κινήσεις ἃς καὶ αὐτὴ
							κινεῖται. Εἰ δὲ τοῦτο, καὶ <lb/>ἀντιστρέψασιν εἰπεῖν ἀληθὲς ὅτι ἣν τὸ σῶμα κινεῖται,
							ταύτην <lb/>καὶ αὐτή. Τὸ δὲ σῶμα κινεῖται φορᾷ· ὥστε καὶ ἡ <lb/>ψυχὴ μεταβάλλοι ἂν
							κατὰ τὸ σῶμα ἢ ὅλη ἢ κατὰ μόρια <lb/>μεθισταμένη. Εἰ δὲ τοῦτ’ ἐνδέχεται, καὶ
							ἐξελθοῦσαν <lb/>εἰσιέναι πάλιν ἐνδέχοιτ’ ἄν· τούτῳ δ’ ἕποιτ’ ἂν τὸ ἀνίστασθαι <lb/>τὰ
							τεθνεῶτα τῶν ζῴων. Τὴν δὲ κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>κίνησιν κἂν ὑφ’ ἑτέρου κινοῖτο· ὠσθείη
							γὰρ ἂν βίᾳ τὸ <lb/>ζῷον. Οὐ δεῖ δὲ ᾧ τὸ ὑφ’ ἑαυτοῦ κινεῖσθαι ἐν τῇ οὐσίᾳ, <lb/>τοῦθ’
							ὑπ’ ἄλλου κινεῖσθαι, πλὴν εἰ μὴ κατὰ συμβεβηκός, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ τὸ καθ’ αὑτὸ ἀγαθὸν ἢ
							δι’ αὑτό, τὸ μὲν δι’ ἄλλο <lb/>εἶναι, τὸ δ’ ἑτέρου ἕνεκεν. Τὴν δὲ ψυχὴν μάλιστα φαίη
							<lb/>τις ἂν ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν κινεῖσθαι, εἴπερ κινεῖται. Ἀλλὰ <lb/>μὴν καὶ εἰ κινεῖ γε
							αὐτὴ αὑτήν, καὶ αὐτὴ κινοῖτ’ ἄν, ὥστ’ <lb/>εἰ πᾶσα κίνησις ἔκστασίς ἐστι τοῦ
							κινουμένου ᾗ κινεῖται, καὶ <lb/>ἡ ψυχὴ ἐξίσταιτ’ ἂν ἐκ τῆς οὐσίας, εἰ μὴ κατὰ
							συμβεβηκὸς <lb/>αὑτὴν κινεῖ. Ἀλλ’ ἔστιν ἡ κίνησις τῆς οὐσίας αὐτῆς <lb/>καθ’ αὑτήν.
							Ἔνιοι δὲ καὶ κινεῖν φασὶ τὴν ψυχὴν τὸ σῶμα <lb/>ἐν ᾧ ἐστίν, ὡς αὐτὴ κινεῖται, οἷον
							Δημόκριτος, παραπλησίως <lb/>λέγων Φιλίππῳ τῷ κωμῳδοδιδασκάλῳ. Φησὶ γὰρ <lb/>τὸν
							Δαίδαλον κινουμένην ποιῆσαι τὴν ξυλίνην Ἀφροδίτην, <lb/>ἐγχέαντ’ ἄργυρον χυτόν. Ὁμοίως
							δὲ καὶ Δημόκριτος <lb/>λέγει· κινουμένας γάρ φησι τὰς ἀδιαιρέτους σφαίρας διὰ <lb/>τὸ
							πεφυκέναι μηδέποτε μένειν, συνεφέλκειν καὶ κινεῖν τὸ <lb/>σῶμα πᾶν. Ἡμεῖς δ’
							ἐρωτήσομεν εἰ καὶ ἠρέμησιν ποιεῖ <pb n="170"/> ταὐτὰ ταῦτα. Πῶς δὲ ποιήσει, χαλεπὸν ἢ
							καὶ ἀδύνατον <lb/>εἰπεῖν. Ὅλως δ’ οὐχ οὕτω φαίνεται κινεῖν ἡ ψυχὴ <lb/>τὸ ζῷον, ἀλλὰ
							διὰ προαιρέσεώς τινος καὶ νοήσεως. Τὸν <lb/>αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ὁ Τίμαιος φυσιολογεῖ
							τὴν ψυχὴν κινεῖν <lb/>τὸ σῶμα· τῷ γὰρ κινεῖσθαι αὐτὴν καὶ τὸ σῶμα κινεῖν διὰ τὸ
							<lb/>συμπεπλέχθαι πρὸς αὐτό. Συνεστηκυῖαν γὰρ ἐκ τῶν <lb/>στοιχείων, καὶ μεμερισμένην
							κατὰ τοὺς ἁρμονικοὺς ἀριθμούς, <lb/>ὅπως αἴσθησίν τε σύμφυτον ἁρμονίας ἔχῃ καὶ τὸ πᾶν
							<lb/>φέρηται συμφώνους φοράς, τὴν εὐθυωρίαν εἰς κύκλον κατέκαμψεν· <lb/>καὶ διελὼν ἐκ
							τοῦ ἑνὸς δύο κύκλους δισσαχῇ συνημμένους <lb/>πάλιν τὸν ἕνα διεῖλεν εἰς ἑπτὰ κύκλους,
							ὡς οὔσας <lb/>τὰς τοῦ οὐρανοῦ φορὰς τὰς τῆς ψυχῆς κινήσεις. Πρῶτον <lb/>μὲν οὖν οὐ
							καλῶς τὸ λέγειν τὴν ψυχὴν μέγεθος εἶναι· τὴν <lb/>γὰρ τοῦ παντὸς δῆλον ὅτι τοιαύτην
							εἶναι βούλεται οἷόν ποτ’ <lb/>ἐστὶν ὁ καλούμενος νοῦς· οὐ γὰρ δὴ οἷόν γ’ ἡ αἰσθητική,
							<lb/>οὐδ’ οἷον ἡ ἐπιθυμητική· τούτων γὰρ ἡ κίνησις οὐ κυκλοφορία. <lb/>Ὁ δὲ νοῦς εἷς
							καὶ συνεχής, ὥσπερ καὶ ἡ νόησις· ἡ <lb/>δὲ νόησις τὰ νοήματα· ταῦτα δὲ τῷ ἐφεξῆς ἕν,
							ὡς ἀριθμός, <lb/>ἀλλ’ οὐχ ὡς τὸ μέγεθος. Διόπερ οὐδ’ ὁ νοῦς οὕτω συνεχής, <lb/>ἀλλ’
							ἤτοι ἀμερὴς ἢ οὐχ ὡς μέγεθός τι συνεχής· πῶς γὰρ δὴ <lb/>καὶ νοήσει μέγεθος ὢν ὁτῳοῦν
							τῶν μορίων τῶν αὑτοῦ; <lb/>μορίων δ’ ἤτοι κατὰ μέγεθος ἢ κατὰ στιγμήν, εἰ δεῖ καὶ
							<lb/>τοῦτο μόριον εἰπεῖν. Εἰ μὲν οὖν κατὰ στιγμήν, αὗται δ’ <lb/>ἄπειροι, δῆλον ὡς
							οὐδέποτε διέξεισιν, εἰ δὲ κατὰ μέγεθος, <lb/>πολλάκις ἢ ἀπειράκις νοήσει τὸ αὐτό.
							Φαίνεται δὲ καὶ <lb/>ἅπαξ ἐνδεχόμενον. Εἰ δ’ ἱκανὸν θιγεῖν ὁτῳοῦν τῶν μορίων, <lb/>τί
							δεῖ κύκλῳ κινεῖσθαι ἢ καὶ ὅλως μέγεθος ἔχειν; Εἰ <pb n="171"/> δ’ ἀναγκαῖον νοῆσαι τῷ
							ὅλῳ κύκλῳ θιγόντα, τίς ἐστιν ἡ <lb/>τοῖς μορίοις θίξις; Ἔτι δὲ πῶς νοήσει τὸ μεριστὸν
							ἀμερεῖ <lb/>καὶ τὸ ἀμερὲς μεριστῷ; Ἀναγκαῖον δὲ τὸν νοῦν <lb/>εἶναι τὸν κύκλον τοῦτον.
							Νοῦ μὲν γὰρ κίνησις νόησις, <lb/>κύκλου δὲ περιφορά. Εἰ οὖν ἡ νόησις περιφορά, καὶ
							νοῦς <lb/>ἂν εἴη ὁ κύκλος, οὗ ἡ τοιαύτη περιφορὰ νόησις. Ἀεὶ δὲ <lb/>δή τι νοήσει· δεῖ
							γάρ, εἴπερ ἀΐδιος ἡ περιφορά· τῶν μὲν <lb/>γὰρ πρακτικῶν νοήσεων ἔστι πέρατα (πᾶσαι
							γὰρ ἑτέρου <lb/>χάριν), αἱ δὲ θεωρητικαὶ τοῖς λόγοις ὁμοίως ὁρίζονται. <lb/>Λόγος δὲ
							πᾶς ὁρισμὸς ἢ ἀπόδειξις. Αἱ δ’ ἀποδείξεις καὶ <lb/>ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ ἔχουσί πως τέλος τὸν
							συλλογισμὸν ἢ τὸ <lb/>συμπέρασμα· εἰ δὲ μὴ περατοῦνται, ἀλλ’ οὐκ ἀνακάμπτουσί <lb/>γε
							πάλιν ἐπ’ ἀρχήν, προσλαμβάνουσαι δ’ ἀεὶ μέσον καὶ <lb/>ἄκρον εὐθυποροῦσιν· ἡ δὲ
							περιφορὰ πάλιν ἐπ’ ἀρχὴν ἀνακάμπτει. <lb/>Οἱ δ’ ὁρισμοὶ πάντες πεπερασμένοι. Ἔτι εἰ ἡ
							<lb/>αὐτὴ περιφορὰ πολλάκις, δεήσει πολλάκις νοεῖν τὸ αὐτό. <lb/>Ἔτι δ’ ἡ νόησις
							ἔοικεν ἠρεμήσει τινὶ καὶ ἐπιστάσει μᾶλλον <lb/>ἢ κινήσει· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ὁ
							συλλογισμός. <lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ μακάριόν γε τὸ μὴ ῥᾴδιον ἀλλὰ βίαιον· εἰ <lb/>δ’ ἐστὶν
							ἡ κίνησις αὐτῆς μὴ οὐσία, παρὰ φύσιν ἂν κινοῖτο. <lb/>Ἐπίπονον δὲ καὶ τὸ μεμῖχθαι τῷ
							σώματι μὴ δυνάμενον <lb/>ἀπολυθῆναι, καὶ προσέτι φευκτόν, εἴπερ βέλτιον τῷ νῷ μὴ
							<lb/>μετὰ σώματος εἶναι, καθάπερ εἴωθέ τε λέγεσθαι καὶ πολλοῖς <lb/>συνδοκεῖ. Ἄδηλος
							δὲ καὶ τοῦ κύκλῳ φέρεσθαι τὸν <lb/>οὐρανὸν ἡ αἰτία· οὔτε γὰρ τῆς ψυχῆς ἡ οὐσία αἰτία
							τοῦ <lb/>κύκλῳ φέρεσθαι, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκὸς οὕτω κινεῖται, οὔτε <lb/>τὸ σῶμα αἴτιον,
							ἀλλ’ ἡ ψυχὴ μᾶλλον ἐκείνῳ. Ἀλλὰ μὴν <lb/>οὐδ’ ὅτι βέλτιον λέγεται· καίτοι γ’ ἐχρῆν διὰ
							τοῦτο τὸν <pb n="172"/> θεὸν κύκλῳ ποιεῖν φέρεσθαι τὴν ψυχήν, ὅτι βέλτιον αὐτῇ <lb/>τὸ
							κινεῖσθαι τοῦ μένειν, κινεῖσθαι δ’ οὕτως ἢ ἄλλως. Ἐπεὶ <lb/>δ’ ἐστὶν ἡ τοιαύτη σκέψις
							ἑτέρων λόγων οἰκειοτέρα, ταύτην <lb/>μὲν ἀφῶμεν τὸ νῦν. Ἐκεῖνο δὲ ἄτοπον συμβαίνει καὶ
							<lb/>τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ τοῖς πλείστοις τῶν περὶ ψυχῆς· συνάπτουσι <lb/>γὰρ καὶ τιθέασιν
							εἰς σῶμα τὴν ψυχήν, οὐθὲν προσδιορίσαντες <lb/>διὰ τίν’ αἰτίαν καὶ πῶς ἔχοντος τοῦ
							σώματος. <lb/>Καίτοι δόξειεν ἂν τοῦτ’ ἀναγκαῖον εἶναι· διὰ γὰρ τὴν κοινωνίαν <lb/>τὸ
							μὲν ποιεῖ τὸ δὲ πάσχει καὶ τὸ μὲν κινεῖται τὸ δὲ <lb/>κινεῖ, τούτων δ’ οὐθὲν ὑπάρχει
							πρὸς ἄλληλα τοῖς τυχοῦσιν. <lb/>Οἱ δὲ μόνον ἐπιχειροῦσι λέγειν ποῖόν τι ἡ ψυχή, περὶ
							δὲ <lb/>τοῦ δεξομένου σώματος οὐθὲν ἔτι προσδιορίζουσιν, ὥσπερ <lb/>ἐνδεχόμενον κατὰ
							τοὺς Πυθαγορικοὺς μύθους τὴν τυχοῦσαν <lb/>ψυχὴν εἰς τὸ τυχὸν ἐνδύεσθαι σῶμα· δοκεῖ
							γὰρ ἕκαστον <lb/>ἴδιον ἔχειν εἶδος καὶ μορφήν. Παραπλήσιον δὲ λέγουσιν <lb/>ὥσπερ εἴ
							τις φαίη τὴν τεκτονικὴν εἰς αὐλοὺς ἐνδύεσθαι· <lb/>δεῖ γὰρ τὴν μὲν τέχνην χρῆσθαι τοῖς
							ὀργάνοις, τὴν δὲ ψυχὴν <lb/>τῷ σώματι. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Καὶ ἄλλη δέ τις δόξα παραδέδοται περὶ ψυχῆς, πιθανὴ <lb/>μὲν πολλοῖς οὐδεμιᾶς ἧττον
							τῶν λεγομένων, λόγους δ’ <lb/>ὥσπερ εὐθύνας δεδωκυῖα καὶ τοῖς ἐν κοινῷ γινομένοις
							λόγοις· <lb/>ἁρμονίαν γάρ τινα αὐτὴν λέγουσι· καὶ γὰρ τὴν ἁρμονίαν <lb/>κρᾶσιν καὶ
							σύνθεσιν ἐναντίων εἶναι, καὶ τὸ σῶμα <lb/>συγκεῖσθαι ἐξ ἐναντίων. Καίτοι γε ἡ μὲν
							ἁρμονία λόγος <lb/>τίς ἐστι τῶν μιχθέντων ἢ σύνθεσις, τὴν δὲ ψυχὴν οὐδέτερον <lb/>οἷόν
							τ’ εἶναι τούτων. Ἔτι δὲ τὸ κινεῖν οὐκ ἔστιν ἁρμονίας, <pb n="173"/> ψυχῇ δὲ πάντες
							ἀπονέμουσι τοῦτο μάλισθ’ ὡς εἰπεῖν. <lb/>Ἁρμόζει δὲ μᾶλλον καθ’ ὑγιείας λέγειν
							ἁρμονίαν, καὶ <lb/>ὅλως τῶν σωματικῶν ἀρετῶν, ἢ κατὰ ψυχῆς. Φανερώτατον <lb/>δ’ εἴ τις
							ἀποδιδόναι πειραθείη τὰ πάθη καὶ τὰ ἔργα <lb/>τῆς ψυχῆς ἁρμονίᾳ τινί· χαλεπὸν γὰρ
							ἐφαρμόζειν. Ἔτι <lb/>δ’ εἰ λέγοιμεν τὴν ἁρμονίαν εἰς δύο ἀποβλέποντες, κυριώτατα
							<lb/>μὲν τῶν μεγεθῶν ἐν τοῖς ἔχουσι κίνησιν καὶ θέσιν τὴν <lb/>σύνθεσιν αὐτῶν, ἐπειδὰν
							οὕτω συναρμόζωσιν ὥστε μηδὲν <lb/>συγγενὲς παραδέχεσθαι, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸν τῶν
							μεμιγμένων <lb/>λόγον. Οὐδετέρως μὲν οὖν εὔλογον, ἡ δὲ σύνθεσις τῶν <lb/>τοῦ σώματος
							μερῶν λίαν εὐεξέταστος· πολλαί τε γὰρ αἱ <lb/>συνθέσεις τῶν μερῶν καὶ πολλαχῶς· τίνος
							οὖν ἢ πῶς ὑπολαβεῖν <lb/>τὸν νοῦν χρὴ σύνθεσιν εἶναι, ἢ καὶ τὸ αἰσθητικὸν <lb/>ἢ
							ὀρεκτικόν; Ὁμοίως δὲ ἄτοπον καὶ τὸν λόγον τῆς <lb/>μίξεως εἶναι τὴν ψυχήν· οὐ γὰρ τὸν
							αὐτὸν ἔχει λόγον ἡ <lb/>μίξις τῶν στοιχείων καθ’ ἣν σὰρξ καὶ καθ’ ἣν ὀστοῦν.
							Συμβήσεται <lb/>οὖν πολλάς τε ψυχὰς ἔχειν καὶ κατὰ πᾶν τὸ σῶμα, <lb/>εἴπερ πάντα μὲν
							ἐκ τῶν στοιχείων μεμιγμένων, ὁ δὲ τῆς <lb/>μίξεως λόγος ἁρμονία καὶ ψυχή. Ἀπαιτήσειε
							δ’ ἄν τις <lb/>τοῦτό γε καὶ παρ’ Ἐμπεδοκλέους· ἕκαστον γὰρ αὐτῶν <lb/>λόγῳ τινί φησιν
							εἶναι· πότερον οὖν ὁ λόγος ἐστὶν ἡ ψυχή, <lb/>ἢ μᾶλλον ἕτερόν τι οὖσα ἐγγίνεται τοῖς
							μέλεσιν; Ἔτι <lb/>δὲ πότερον ἡ φιλία τῆς τυχούσης αἰτία μίξεως ἢ τῆς κατὰ <lb/>τὸν
							λόγον; Καὶ αὕτη πότερον ὁ λόγος ἐστὶν ἢ παρὰ τὸν <lb/>λόγον ἕτερόν τι; Ταῦτα μὲν οὖν
							ἔχει τοιαύτας ἀπορίας· <lb/>εἰ δ’ ἐστὶν ἕτερον ἡ ψυχὴ τῆς μίξεως, τί δή ποτε ἅμα τῷ
							<lb/>σαρκὶ εἶναι ἀναιρεῖται καὶ τῷ τοῖς ἄλλοις μορίοις τοῦ ζῴου; <pb n="174"/> Πρὸς δὲ
							τούτοις εἴπερ μὴ ἕκαστον τῶν μορίων ψυχὴν ἔχει, εἰ <lb/>μή ἐστιν ἡ ψυχὴ ὁ λόγος τῆς
							μίξεως, τί ἐστιν ὃ φθείρεται τῆς <lb/>ψυχῆς ἀπολειπούσης; Ὅτι μὲν οὖν οὔθ’ ἁρμονίαν
							οἷόν τ’ εἶναι <lb/>τὴν ψυχὴν οὔτε κύκλῳ περιφέρεσθαι, δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων.
							<lb/>Κατὰ συμβεβηκὸς δὲ κινεῖσθαι, καθάπερ εἴπομεν, <lb/>ἔστι καὶ κινεῖν ἑαυτήν, οἷον
							κινεῖσθαι μὲν ἐν ᾧ ἐστί, τοῦτο <lb/>δὲ κινεῖσθαι ὑπὸ τῆς ψυχῆς· ἄλλως δ’ οὐχ οἷόν τε
							κινεῖσθαι <lb/>κατὰ τόπον αὐτήν. Εὐλογώτερον δ’ ἀπορήσειεν ἄν τις περὶ <lb/>αὐτῆς ὡς
							κινουμένης, εἰς τὰ τοιαῦτα ἀποβλέψας. Φαμὲν <lb/>γὰρ τὴν ψυχὴν λυπεῖσθαι χαίρειν,
							θαρρεῖν φοβεῖσθαι, ἔτι δὲ <lb/>ὀργίζεσθαί τε καὶ αἰσθάνεσθαι καὶ διανοεῖσθαι· ταῦτα δὲ
							<lb/>πάντα κινήσεις εἶναι δοκοῦσιν. Ὅθεν οἰηθείη τις ἂν αὐτὴν <lb/>κινεῖσθαι· τὸ δ’
							οὐκ ἔστιν ἀναγκαῖον· εἰ γὰρ καὶ ὅτι μάλιστα <lb/>τὸ λυπεῖσθαι ἢ χαίρειν ἢ διανοεῖσθαι
							κινήσεις εἰσί, καὶ <lb/>ἕκαστον κινεῖσθαι τούτων, τὸ δὲ κινεῖσθαί ἐστιν ὑπὸ τῆς
							<lb/>ψυχῆς, οἷον τὸ ὀργίζεσθαι ἢ φοβεῖσθαι τῷ τὴν καρδίαν <lb/>ὡδὶ κινεῖσθαι, τὸ δὲ
							διανοεῖσθαι ἢ τοιοῦτον ἴσως ἢ ἕτερόν <lb/>τι· τούτων δὲ συμβαίνει τὰ μὲν κατὰ φορὰν
							τινῶν κινουμένων, <lb/>τὰ δὲ κατ’ ἀλλοίωσιν. Ποῖα δὲ καὶ πῶς, ἕτερός ἐστι <lb/>λόγος.
							Τὸ δὲ λέγειν ὀργίζεσθαι τὴν ψυχὴν ὅμοιον κἂν <lb/>εἴ τις λέγοι τὴν ψυχὴν ὑφαίνειν ἢ
							οἰκοδομεῖν· βέλτιον γὰρ <lb/>ἴσως μὴ λέγειν τὴν ψυχὴν ἐλεεῖν ἢ μανθάνειν ἢ
							διανοεῖσθαι, <lb/>ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον τῇ ψυχῇ. Τοῦτο δὲ μὴ ὡς ἐν ἐκείνῃ <lb/>τῆς
							κινήσεως οὔσης, ἀλλ’ ὁτὲ μὲν μέχρι ἐκείνης, ὁτὲ δ’ <lb/>ἀπ’ ἐκείνης, οἷον ἡ μὲν
							αἴσθησις ἀπὸ τωνδί, ἡ δ’ ἀνάμνησις <lb/>ἀπ’ ἐκείνης ἐπὶ τὰς ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις
							κινήσεις ἢ μονάς. <lb/>Ὁ δὲ νοῦς ἔοικεν ἐγγίνεσθαι οὐσία τις οὖσα, καὶ οὐ φθείρεσθαι.
							<lb/>Μάλιστα γὰρ ἐφθείρετ’ ἂν ὑπὸ τῆς ἐν τῷ γήρᾳ <pb n="175"/> ἀμαυρώσεως, νῦν δ’ ἴσως
							ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων συμβαίνει· <lb/>εἰ γὰρ λάβοι ὁ πρεσβύτης ὄμμα τοιονδί, βλέποι
							ἂν <lb/>ὥσπερ καὶ ὁ νέος. Ὥστε τὸ γῆρας οὐ τῷ τὴν ψυχήν τι <lb/>πεπονθέναι, ἀλλ’ ἐν ᾧ,
							καθάπερ ἐν μέθαις καὶ νόσοις. Καὶ <lb/>τὸ νοεῖν δὴ καὶ τὸ θεωρεῖν μαραίνεται ἄλλου
							τινὸς ἔσω <lb/>φθειρομένου, αὐτὸ δὲ ἀπαθές ἐστιν. Τὸ δὲ διανοεῖσθαι καὶ <lb/>φιλεῖν ἢ
							μισεῖν οὐκ ἔστιν ἐκείνου πάθη, ἀλλὰ τουδὶ τοῦ <lb/>ἔχοντος ἐκεῖνο, ᾗ ἐκεῖνο ἔχει. Διὸ
							καὶ τούτου φθειρομένου <lb/>οὔτε μνημονεύει οὔτε φιλεῖ· οὐ γὰρ ἐκείνου ἦν, ἀλλὰ τοῦ
							<lb/>κοινοῦ, ὃ ἀπόλωλεν· ὁ δὲ νοῦς ἴσως θειότερόν τι καὶ ἀπαθές <lb/>ἐστιν. Ὅτι μὲν
							οὖν οὐχ οἷόν τε κινεῖσθαι τὴν ψυχήν, φανερὸν <lb/>ἐκ τούτων· εἰ δ’ ὅλως μὴ κινεῖται,
							δῆλον ὡς οὐδ’ ὑφ’ <lb/>ἑαυτῆς. Πολὺ δὲ τῶν εἰρημένων ἀλογώτατον τὸ λέγειν <lb/>ἀριθμὸν
							εἶναι τὴν ψυχὴν κινοῦνθ’ ἑαυτόν· ὑπάρχει γὰρ αὐτοῖς <lb/>ἀδύνατα πρῶτα μὲν τὰ ἐκ τοῦ
							κινεῖσθαι συμβαίνοντα, <lb/>ἰδίᾳ δ’ ἐκ τοῦ λέγειν αὐτὴν ἀριθμόν· πῶς γὰρ χρὴ νοῆσαι
							<lb/>μονάδα κινουμένην, καὶ ὑπὸ τίνος, καὶ πῶς, ἀμερῆ καὶ ἀδιάφορον <lb/>οὖσαν; Εἰ γάρ
							ἐστι κινητικὴ καὶ κινητή, διαφέρειν <lb/>δεῖ. Ἔτι δ’ ἐπεί φασι κινηθεῖσαν γραμμὴν
							ἐπίπεδον ποιεῖν, <lb/>στιγμὴν δὲ γραμμήν, καὶ αἱ τῶν μονάδων κινήσεις γραμμαὶ
							<lb/>ἔσονται· ἡ γὰρ στιγμὴ μονάς ἐστι θέσιν ἔχουσα· ὁ δ’ <lb/>ἀριθμὸς τῆς ψυχῆς ἤδη
							πού ἐστι καὶ θέσιν ἔχει. Ἔτι δ’ <lb/>ἀριθμοῦ μὲν ἐὰν ἀφέλῃ τις ἀριθμὸν ἢ μονάδα,
							λείπεται <lb/>ἄλλος ἀριθμός· τὰ δὲ φυτὰ καὶ τῶν ζῴων πολλὰ διαιρούμενα <lb/>ζῇ, καὶ
							δοκεῖ τὴν αὐτὴν ψυχὴν ἔχειν τῷ εἴδει. Δόξειε δ’ <lb/>ἂν οὐθὲν διαφέρειν μονάδας λέγειν
							ἢ σωμάτια μικρά· καὶ <lb/>γὰρ ἐκ τῶν Δημοκρίτου σφαιρίων ἐὰν γένωνται στιγμαί,
							<lb/>μόνον δὲ μένῃ τὸ ποσόν, ἔσται τι ἐν αὐτῷ τὸ μὲν κινοῦν τὸ <pb n="176"/> δὲ
							κινούμενον, ὥσπερ ἐν τῷ συνεχεῖ· οὐ γὰρ διὰ τὸ μεγέθει <lb/>διαφέρειν ἢ μικρότητι
							συμβαίνει τὸ λεχθέν, ἀλλ’ ὅτι ποσόν. <lb/>Διὸ ἀναγκαῖον εἶναί τι τὸ κινῆσον τὰς
							μονάδας. Εἰ <lb/>δ’ ἐν τῷ ζῴῳ τὸ κινοῦν ἡ ψυχή, καὶ ἐν τῷ ἀριθμῷ, ὥστε οὐ <lb/>τὸ
							κινοῦν καὶ τὸ κινούμενον ἡ ψυχή, ἀλλὰ τὸ κινοῦν μόνον. <lb/>Ἑνδέχεται δὲ δή πως μονάδα
							ταύτην εἶναι· δεῖ γὰρ ὑπάρχειν <lb/>τινὰ αὐτῇ διαφορὰν πρὸς τὰς ἄλλας· στιγμῆς δὲ
							<lb/>μοναδικῆς τίς ἂν εἴη διαφορὰ πλὴν θέσις; Εἰ μὲν οὖν εἰσὶν <lb/>ἕτεραι αἱ ἐν τῷ
							σώματι μονάδες καὶ αἱ στιγμαί, ἐν τῷ <lb/>αὐτῷ ἔσονται αἱ μονάδες· καθέξει γὰρ χώραν
							στιγμῆς. <lb/>Καίτοι τί κωλύει ἐν τῷ αὐτῷ εἶναι, εἰ δύο, καὶ ἀπείρους; <lb/>Ὧν γὰρ ὁ
							τόπος ἀδιαίρετος, καὶ αὐτά. Εἰ δ’ αἱ ἐν τῷ <lb/>σώματι στιγμαὶ ὁ ἀριθμὸς ὁ τῆς ψυχῆς,
							ἢ εἰ ὁ ἐκ τῶν <lb/>ἐν τῷ σώματι στιγμῶν ἀριθμὸς ἡ ψυχή, διὰ τί οὐ πάντα <lb/>ψυχὴν
							ἔχουσι τὰ σώματα; Στιγμαὶ γὰρ ἐν ἅπασι δοκοῦσιν <lb/>εἶναι καὶ ἄπειροι. Ἔτι δὲ πῶς
							οἷόν τε χωρίζεσθαι τὰς <lb/>ψυχὰς καὶ ἀπολύεσθαι τῶν σωμάτων, εἴ γε μὴ διαιροῦνται
							<lb/>αἱ γραμμαὶ εἰς στιγμάς; </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Συμβαίνει δέ, καθάπερ εἴπομεν, τῇ μὲν ταὐτὸ λέγειν <lb/>τοῖς σῶμά τι λεπτομερὲς αὐτὴν
							τιθεῖσι, τῇ δ’, ὥσπερ Δημόκριτος <lb/>κινεῖσθαί φησιν ὑπὸ τῆς ψυχῆς, ἴδιον τὸ ἄτοπον·
							<lb/>εἴ περ γάρ ἐστιν ἡ ψυχὴ ἐν παντὶ τῷ αἰσθανομένῳ σώματι, <lb/>ἀναγκαῖον ἐν τῷ αὐτῷ
							δύο εἶναι σώματα, εἰ σῶμά τι ἡ <lb/>ψυχή· τοῖς δ’ ἀριθμὸν λέγουσιν, ἐν τῇ μιᾷ στιγμῇ
							πολλὰς <lb/>στιγμὰς ἢ πᾶν σῶμα ψυχὴν ἔχειν, εἰ μὴ διαφέρων τις ἀριθμὸς <lb/>ἐγγίνεται
							καὶ ἄλλος τις τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῷ σώματι <pb n="177"/> στιγμῶν. Συμβαίνει τε
							κινεῖσθαι τὸ ζῷον ὑπὸ <lb/>τοῦ ἀριθμοῦ, καθάπερ καὶ Δημόκριτον ἔφαμεν αὐτὸ κινεῖν·
							<lb/>τί γὰρ διαφέρει σφαίρας λέγειν σμικρὰς ἢ μονάδας μεγάλας, <lb/>ἢ ὅλως μονάδας
							φερομένας; Ἀμφοτέρως γὰρ ἀναγκαῖον <lb/>κινεῖν τὸ ζῷον τῷ κινεῖσθαι ταύτας. Τοῖς δὴ
							συμπλέξασιν <lb/>εἰς τὸ αὐτὸ κίνησιν καὶ ἀριθμὸν ταῦτά τε συμβαίνει <lb/>καὶ πολλὰ
							ἕτερα τοιαῦτα· οὐ γὰρ μόνον ὁρισμὸν ψυχῆς <lb/>ἀδύνατον τοιοῦτον εἶναι, ἀλλὰ καὶ
							συμβεβηκός. Δῆλον δ’ <lb/>εἴ τις ἐπιχειρήσειεν ἐκ τοῦ λόγου τούτου τὰ πάθη καὶ τὰ
							<lb/>ἔργα τῆς ψυχῆς ἀποδιδόναι, οἷον λογισμούς, αἰσθήσεις, ἡδονάς, <lb/>λύπας, ὅσα
							ἄλλα τοιαῦτα· ὥσπερ γὰρ εἴπομεν πρότερον, <lb/>οὐδὲ μαντεύσασθαι ῥᾴδιον ἐξ αὐτῶν.
							Τριῶν δὲ τρόπων <lb/>παραδεδομένων καθ’ οὓς ὁρίζονται τὴν ψυχήν, οἱ μὲν τὸ
							κινητικώτατον <lb/>ἀπεφήναντο τῷ κινεῖν ἑαυτό, οἱ δὲ σῶμα τὸ <lb/>λεπτομερέστατον ἢ τὸ
							ἀσωματώτατον τῶν ἄλλων. Ταῦτα <lb/>δὲ τίνας ἀπορίας τε καὶ ὑπεναντιώσεις ἔχει,
							διεληλύθαμεν <lb/>σχεδόν. Λείπεται δ’ ἐπισκέψασθαι πῶς λέγεται τὸ ἐκ τῶν
							<lb/>στοιχείων αὐτὴν εἶναι. Λέγουσι μὲν γάρ, ἵν’ αἰσθάνηταί <lb/>τε τῶν ὄντων καὶ
							ἕκαστον γνωρίζῃ, ἀναγκαῖον δὲ συμβαίνειν <lb/>πολλὰ καὶ ἀδύνατα τῷ λόγῳ· τίθενται γὰρ
							γνωρίζειν <lb/>τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, ὥσπερ ἂν εἰ τὴν ψυχὴν τὰ πράγματα <lb/>τιθέντες.
							Οὐκ ἔστι δὲ μόνα ταῦτα, πολλὰ δὲ καὶ ἕτερα, <lb/>μᾶλλον δ’ ἴσως ἄπειρα τὸν ἀριθμόν, τὰ
							ἐκ τούτων. Ἐξ ὧν <lb/>μὲν οὖν ἐστὶν ἕκαστον τούτων, ἔστω γινώσκειν τὴν ψυχὴν <lb/>καὶ
							αἰσθάνεσθαι· ἀλλὰ τὸ σύνολον τίνι γνωριεῖ ἢ αἰσθήσεται, <lb/>οἷον τί θεὸς ἢ ἄνθρωπος ἢ
							σὰρξ ἢ ὀστοῦν; Ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ἄλλο ὁτιοῦν τῶν συνθέτων· οὐ γὰρ ὁπωσοῦν ἔχοντα <pb n="178"/> τὰ στοιχεῖα τούτων ἕκαστον, ἀλλὰ λόγῳ τινὶ καὶ συνθέσει, <lb/>καθάπερ φησὶ
							καὶ Ἐμπεδοκλῆς τὸ ὀστοῦν.</p>
						<lg>
							<l>Ἡ δὲ χθὼν ἐπίηρος ἐν εὐστέρνοις χοάνοισιν</l>
							<l>τὰ δύο τῶν ὀκτὼ μερέων λάχε νήστιδος αἴγλης,</l>
							<l>τέσσαρα δ’ Ἡφαίστοιο· τὰ δ’ ὀστέα λεύκ’ ἐγένοντο.</l>
						</lg>
						<p>Οὐδὲν οὖν ὄφελος εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐν τῇ ψυχῇ, εἰ μὴ καὶ <lb/>οἱ λόγοι ἐνέσονται καὶ
							ἡ σύνθεσις· γνωριεῖ γὰρ ἕκαστον τὸ <lb/>ὅμοιον, τὸ δ’ ὀστοῦν ἢ τὸν ἄνθρωπον οὐθέν, εἰ
							μὴ καὶ ταῦτ’ <lb/>ἐνέσται. Τοῦτο δ’ ὅτι ἀδύνατον, οὐθὲν δεῖ λέγειν· τίς γὰρ <lb/>ἂν
							ἀπορήσειεν εἰ ἔνεστιν ἐν τῇ ψυχῇ λίθος ἢ ἄνθρωπος; <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ
							μὴ ἀγαθόν. Τὸν αὐτὸν <lb/>δὲ τρόπον καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Ἔτι δὲ πολλαχῶς λεγομένου
							<lb/>τοῦ ὄντος (σημαίνει γὰρ τὸ μὲν τόδε τι, τὸ δὲ ποσὸν <lb/>ἢ ποιὸν ἢ καί τινα ἄλλην
							τῶν διαιρεθεισῶν κατηγοριῶν) πότερον <lb/>ἐξ ἁπάντων ἔσται ἡ ψυχὴ ἢ οὔ; Ἀλλ’ οὐ δοκεῖ
							<lb/>κοινὰ πάντων εἶναι στοιχεῖα. Ἆρ’ οὖν ὅσα τῶν οὐσιῶν <lb/>ἐκ τούτων μόνον; Πῶς οὖν
							γινώσκει καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον; <lb/>Ἢ φήσουσιν ἑκάστου γένους εἶναι στοιχεῖα καὶ
							ἀρχὰς <lb/>ἰδίας, ἐξ ὧν τὴν ψυχὴν συνεστάναι; Ἔσται ἄρα ποσὸν <lb/>καὶ ποιὸν καὶ
							οὐσία. Ἀλλ’ ἀδύνατον ἐκ τῶν τοῦ ποσοῦ <lb/>στοιχείων οὐσίαν εἶναι καὶ μὴ ποσόν. Τοῖς
							δὴ λέγουσιν <lb/>ἐκ πάντων ταῦτά τε καὶ τοιαῦθ’ ἕτερα συμβαίνει. Ἄτοπον <lb/>δὲ καὶ τὸ
							φάναι μὲν ἀπαθὲς εἶναι τὸ ὅμοιον ὑπὸ τοῦ ὁμοίου, <lb/>αἰσθάνεσθαι δὲ τὸ ὅμοιον τοῦ
							ὁμοίου καὶ γινώσκειν τῷ ὁμοίῳ <lb/>τὸ ὅμοιον. Τὸ δ’ αἰσθάνεσθαι πάσχειν τι καὶ
							κινεῖσθαι <lb/>τιθέασιν· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ νοεῖν τε καὶ γινώσκειν. Πολλὰς <lb/>δ’
							ἀπορίας καὶ δυσχερείας ἔχοντος τοῦ λέγειν, καθάπερ <pb n="179"/> Ἐμπεδοκλῆς, ὡς τοῖς
							σωματικοῖς στοιχείοις ἕκαστα γνωρίζεται <lb/>καὶ πρὸς τὸ ὅμοιον, μαρτυρεῖ τὸ νῦν
							λεχθέν· ὅσα <lb/>γὰρ ἔνεστιν ἐν τοῖς τῶν ζῴων σώμασιν ἁπλῶς γῆς, οἷον <lb/>ὀστᾶ νεῦρα
							τρίχες, οὐθενὸς αἰσθάνεσθαι δοκεῖ, ὥστ’ οὐδὲ <lb/>τῶν ὁμοίων. Καίτοι προσῆκεν. Ἔτι δ’
							ἑκάστῃ τῶν ἀρχῶν <lb/>ἄγνοια πλείων ἢ σύνεσις ὑπάρξει· γνώσεται μὲν γὰρ <lb/>ἓν
							ἕκαστον, πολλὰ δ’ ἀγνοήσει· πάντα γὰρ τἆλλα. Συμβαίνει <lb/>δ’ Ἐμπεδοκλεῖ γε καὶ
							ἀφρονέστατον εἶναι τὸν θεόν· <lb/>μόνος γὰρ τῶν στοιχείων ἓν οὐ γνωριεῖ, τὸ νεῖκος, τὰ
							δὲ <lb/>θνητὰ πάντα· ἐκ πάντων γὰρ ἕκαστον. Ὅλως τε διὰ τίν’ <lb/>αἰτίαν οὐχ ἅπαντα
							ψυχὴν ἔχει τὰ ὄντα, ἐπειδὴ πᾶν ἢ στοιχεῖον <lb/>ἢ ἐκ στοιχείου ἑνὸς ἢ πλειόνων ἢ
							πάντων; Ἀναγκαῖον <lb/>γάρ ἐστιν ἕν τι γινώσκειν ἢ τινὰ ἢ πάντα. Ἀπορήσειε <lb/>δ’ ἄν
							τις καὶ τί ποτ’ ἐστὶ τὸ ἑνοποιοῦν αὐτά· ὕλῃ γὰρ <lb/>ἔοικε τά γε στοιχεῖα· κυριώτατον
							γὰρ ἐκεῖνο τὸ συνέχον <lb/>ὅ τί ποτ’ ἐστίν· τῆς δὲ ψυχῆς εἶναί τι κρεῖττον καὶ ἄρχον
							<lb/>ἀδύνατον· ἀδυνατώτερον δ’ ἔτι τοῦ νοῦ· εὔλογον γὰρ <lb/>τοῦτον εἶναι
							προγενέστατον καὶ κύριον κατὰ φύσιν, τὰ <lb/>δὲ στοιχεῖά φασι πρῶτα τῶν ὄντων εἶναι.
							Πάντες δὲ καὶ <lb/>οἱ διὰ τὸ γνωρίζειν καὶ αἰσθάνεσθαι τὰ ὄντα τὴν ψυχὴν ἐκ <lb/>τῶν
							στοιχείων λέγοντες αὐτήν, καὶ οἱ τὸ κινητικώτατον, οὐ <lb/>περὶ πάσης λέγουσι ψυχῆς·
							οὔτε γὰρ τὰ αἰσθανόμενα πάντα <lb/>κινητικά· φαίνεται γὰρ εἶναί τινα μόνιμα τῶν ζῴων
							κατὰ <pb n="180"/> τόπον. Καίτοι δοκεῖ γε ταύτην μόνην τῶν κινήσεων κινεῖν <lb/>ἡ ψυχὴ
							τὸ ζῷον. Ὁμοίως δὲ καὶ ὅσοι τὸν νοῦν καὶ τὸ αἰσθητικὸν <lb/>ἐκ τῶν στοιχείων ποιοῦσιν·
							φαίνεται γὰρ τά τε <lb/>φυτὰ ζῆν οὐ μετέχοντα φορᾶς οὐδ’ αἰσθήσεως, καὶ τῶν ζῴων
							<lb/>πολλὰ διάνοιαν οὐκ ἔχειν. Εἰ δέ τις καὶ ταῦτα παραχωρήσειε, <lb/>καὶ θείη τὸν
							νοῦν μέρος τι τῆς ψυχῆς, ὁμοίως δὲ καὶ τὸ <lb/>αἰσθητικόν, οὐδ’ ἂν οὕτω λέγοιεν
							καθόλου περὶ πάσης ψυχῆς <lb/>οὐδὲ περὶ ὅλης οὐδὲ μιᾶς. Τοῦτο δὲ πέπονθε καὶ ὁ ἐν
							<lb/>τοῖς Ὀρφικοῖς ἔπεσι καλουμένοις λόγος· φησὶ γὰρ τὴν <lb/>ψυχὴν ἐκ τοῦ ὅλου
							εἰσιέναι ἀναπνεόντων, φερομένην ὑπὸ τῶν <lb/>ἀνέμων. Οὐχ οἷόν τε δὴ τοῖς φυτοῖς τοῦτο
							συμβαίνειν οὐδὲ <lb/>τῶν ζῴων ἐνίοις, εἴπερ μὴ πάντα ἀναπνέουσιν. Τοῦτο δὲ <lb/>λέληθε
							τοὺς οὕτως ὑπειληφότας. Εἴτε δεῖ τὴν ψυχὴν ἐκ <lb/>τῶν στοιχείων ποιεῖν, οὐθὲν δεῖ ἐξ
							ἁπάντων· ἱκανὸν γὰρ <lb/>θάτερον μέρος τῆς ἐναντιώσεως ἑαυτό τε κρίνειν καὶ τὸ
							ἀντικείμενον. <lb/>Καὶ γὰρ τῷ εὐθεῖ καὶ αὐτὸ καὶ τὸ καμπύλον <lb/>γινώσκομεν· κριτὴς
							γὰρ ἀμφοῖν ὁ κανών, τὸ δὲ καμπύλον <lb/>οὔθ’ ἑαυτοῦ οὔτε τοῦ εὐθέος. καὶ ἐν τῷ ὅλῳ δέ
							τινες αὐτὴν <lb/>μεμῖχθαί φασιν, ὅθεν ἴσως καὶ Θαλῆς ᾠήθη πάντα πλήρη <lb/>θεῶν εἶναι.
							Τοῦτο δ’ ἔχει τινὰς ἀπορίας· διὰ τίνα γὰρ <lb/>αἰτίαν ἐν μὲν τῷ ἀέρι ἢ τῷ πυρὶ οὖσα ἡ
							ψυχὴ οὐ ποιεῖ <lb/>ζῷον, ἐν δὲ τοῖς μικτοῖς, καὶ ταῦτα βελτίων ἐν τούτοις <lb/>εἶναι
							δοκοῦσα; Ἐπιζητήσειε γὰρ ἄν τις καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν <lb/>ἡ ἐν τῷ ἀέρι ψυχὴ τῆς ἐν τοῖς
							ζῴοις βελτίων ἐστὶ καὶ ἀθανατωτέρα. <lb/>Συμβαίνει δ’ ἀμφοτέρως ἄτοπον καὶ παράλογον·
							<lb/>καὶ γὰρ τὸ λέγειν ζῷον τὸ πῦρ ἢ τὸν ἀέρα τῶν παραλογωτέρων <pb n="181"/> ἐστί,
							καὶ τὸ μὴ λέγειν ζῷα ψυχῆς ἐνούσης ἄτοπον. <lb/>Ὑπολαβεῖν δ’ ἐοίκασιν εἶναι τὴν ψυχὴν
							ἐν τούτοις, <lb/>ὅτι τὸ ὅλον τοῖς μορίοις ὁμοειδές. Ὥστ’ ἀναγκαῖον <lb/>αὐτοῖς λέγειν
							καὶ τὴν ψυχὴν ὁμοειδῆ τοῖς μορίοις εἶναι, <lb/>εἰ τῷ ἀπολαμβάνεσθαί τι τοῦ περιέχοντος
							ἐν τοῖς <lb/>ζῴοις ἔμψυχα τὰ ζῷα γίνεται. Εἰ δ’ ὁ μὲν ἀὴρ διασπώμενος <lb/>ὁμοειδής, ἡ
							δὲ ψυχὴ ἀνομοιομερής, τὸ μέν τι αὐτῆς <lb/>ὑπάρξει δῆλον ὅτι, τὸ δ’ οὐχ ὑπάρξει.
							Ἀναγκαῖον οὖν <lb/>αὐτὴν ἢ ὁμοιομερῆ εἶναι ἢ μὴ ἐνυπάρχειν ἐν ὁτῳοῦν μορίῳ <lb/>τοῦ
							παντός. Φανερὸν οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων ὡς οὔτε τὸ <lb/>γινώσκειν ὑπάρχει τῇ ψυχῇ διὰ τὸ
							ἐκ τῶν στοιχείων εἷναι, <lb/>οὔτε τὸ κινεῖσθαι αὐτὴν καλῶς οὐδ’ ἀληθῶς λέγεται.
							<lb/>Ἐπεὶ δὲ τὸ γινώσκειν τῆς ψυχῆς ἐστὶ καὶ τὸ αἰσθάνεσθαί <lb/>τε καὶ τὸ δοξάζειν,
							ἔτι δὲ τὸ ἐπιθυμεῖν καὶ βούλεσθαι <lb/>καὶ ὅλως αἱ ὀρέξεις, γίνεται δὲ καὶ ἡ κατὰ
							τόπον <lb/>κίνησις τοῖς ζῴοις ὑπὸ τῆς ψυχῆς, ἔτι δ’ αὔξη τε καὶ <lb/>ἀκμὴ καὶ φθίσις,
							πότερον ὅλῃ τῇ ψυχῇ τούτων ἕκαστον <lb/>ὑπάρχει, καὶ πάσῃ νοοῦμέν τε καὶ αἰσθανόμεθα
							καὶ τῶν <lb/>ἄλλων ἕκαστον ποιοῦμέν τε καὶ πάσχομεν, ἢ μορίοις ἑτέροις <lb/>ἕτερα; Καὶ
							τὸ ζῆν δὴ πότερον ἔν τινι τούτων ἐστὶν ἑνὶ <lb/>ἢ καὶ ἐν πλείοσιν ἢ πᾶσιν, ἢ καὶ ἄλλο
							τι αἴτιον; Λέγουσι <lb/>δή τινες μεριστὴν αὐτήν, καὶ ἄλλῳ μὲν νοεῖν <lb/>ἄλλῳ δὲ
							ἐπιθυμεῖν. Τί οὖν δή ποτε συνέχει τὴν ψυχήν, <lb/>εἰ μεριστὴ πέφυκεν; Οὐ γὰρ δὴ τό γε
							σῶμα· δοκεῖ γὰρ <pb n="182"/> τοὐναντίον μᾶλλον ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα συνέχειν· ἐξελθούσης
							<lb/>γοῦν διαπνεῖται καὶ σήπεται. Εἰ οὖν ἕτερόν τι μίαν <lb/>αὐτὴν ποιεῖ, ἐκεῖνο
							μάλιστ’ ἂν εἴη ψυχή. Δεήσει δὲ <lb/>καὶ πάλιν κἀκεῖνο ζητεῖν, πότερον ἓν ἢ πολυμερές.
							Εἰ μὲν <lb/>γὰρ ἕν, διὰ τί οὐκ εὐθέως καὶ ἡ ψυχὴ ἕν; Εἰ δὲ μεριστόν, <lb/>πάλιν ὁ
							λόγος ζητήσει τί τὸ συνέχον ἐκεῖνο, καὶ οὕτω δὴ <lb/>πρόεισιν ἐπὶ τὸ ἄπειρον.
							Ἀπορήσειε δ’ ἄν τις καὶ περὶ <lb/>τῶν μορίων αὐτῆς, τίν’ ἔχει δύναμιν ἕκαστον ἐν τῷ
							σώματι. <lb/>Εἰ γὰρ ἡ ὅλη ψυχὴ πᾶν τὸ σῶμα συνέχει, προσήκει καὶ <lb/>τῶν μορίων
							ἕκαστον συνέχειν τι τοῦ σώματος. Τοῦτο δ’ <lb/>ἔοικεν ἀδυνάτῳ· ποῖον γὰρ μόριον ἢ πῶς
							ὁ νοῦς συνέξει, <lb/>χαλεπὸν καὶ πλάσαι. Φαίνεται δὲ καὶ τὰ φυτὰ διαιρούμενα <lb/>ζῆν
							καὶ τῶν ζῴων ἔνια τῶν ἐντόμων, ὡς τὴν αὐτὴν <lb/>ἔχοντα ψυχὴν τῷ εἴδει, εἰ καὶ μὴ
							ἀριθμῷ· ἑκάτερον γοῦν <lb/>τῶν μορίων αἴσθησιν ἔχει καὶ κινεῖται κατὰ τόπον ἐπί τινα
							<lb/>χρόνον. Εἰ δὲ μὴ διατελοῦσιν, οὐθὲν ἄτοπον· ὄργανα γὰρ <lb/>οὐκ ἔχουσιν ὥστε
							σώζειν τὴν φύσιν. Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐν <lb/>ἑκατέρῳ τῶν μορίων ἅπαντ’ ἐνυπάρχει τὰ
							μόρια τῆς ψυχῆς, <lb/>καὶ ὁμοειδῆ εἰσὶν ἀλλήλοις καὶ τῇ ὅλῃ, ἀλλήλων μὲν ὡς <lb/>οὐ
							χωριστὰ ὄντα, τῆς δ’ ὅλης ψυχῆς ὡς διαιρετῆς οὔσης. <lb/>Ἔοικε δὲ καὶ ἡ ἐν τοῖς φυτοῖς
							ἀρχὴ ψυχή τις εἶναι· <lb/>μόνης γὰρ ταύτης κοινωνεῖ καὶ ζῷα καὶ φυτά. Καὶ <lb/>αὕτη
							μὲν χωρίζεται τῆς αἰσθητικῆς ἀρχῆς, αἴσθησιν δ’ <lb/>οὐθὲν ἄνευ ταύτ ς ἔχει. </p>
					</div>
				</div>
				<pb n="183"/>

				<div type="textpart" subtype="book" n="2">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Β.</head>
						<p>Τὰ μὲν δὴ ὑπὸ τῶν πρότερον παραδεδομένα περὶ ψυχῆς <lb/>εἰρήσθω· πάλιν δ’ ὥσπερ ἐξ
							ὑπαρχῆς ἐπανίωμεν, πειρώμενοι <lb/>διορίσαι τί ἐστι ψυχὴ καὶ τίς ἂν εἴη κοινότατος
							<lb/>λόγος αὐτῆς. Λέγομεν δὴ γένος ἕν τι τῶν ὄντων <lb/>τὴν οὐσίαν, ταύτης δὲ τὸ μὲν
							ὡς ὕλην, ὃ καθ’ αὑτὸ μὲν οὐκ <lb/>ἔστι τόδε τι, ἕτερον δὲ μορφὴν καὶ εἶδος, καθ’ ἣν
							ἤδη λέγεται <lb/>τόδε τι, καὶ τρίτον τὸ ἐκ τούτων. Ἔστι δ’ ἡ μὲν ὕλη <lb/>δύναμις, τὸ
							δ’ εἶδος ἐντελέχεια, καὶ τοῦτο διχῶς, τὸ μὲν ὡς <lb/>ἐπιστήμη, τὸ δ’ ὡς τὸ θεωρεῖν.
							Οὐσίαι δὲ μάλιστ’ εἶναι <lb/>δοκοῦσι τὰ σώματα, καὶ τούτων τὰ φυσικά· ταῦτα γὰρ τῶν
							<lb/>ἄλλων ἀρχαί. Τῶν δὲ φυσικῶν τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δ’ <lb/>οὐκ ἔχει· ζωὴν δὲ
							λέγομεν τὴν δι’ αὐτοῦ τροφήν τε καὶ <lb/>αὔξησιν καὶ φθίσιν. Ὥστε πᾶν σῶμα φυσικὸν
							μετέχον <lb/>ζωῆς οὐσία ἂν εἴη, οὐσία δ’ οὕτως ὡς συνθέτη. Ἐπεὶ <lb/>δ’ ἐστὶ σῶμα
							τοιόνδε, ζωὴν γὰρ ἔχον, οὐκ ἂν εἴη τὸ <lb/>σῶμα ψυχή· οὐ γάρ ἐστι τῶν καθ’ ὑποκειμένου
							τὸ σῶμα, <pb n="184"/> μᾶλλον δ’ ὡς ὑποκείμενον καὶ ὕλη. Ἀναγκαῖον ἄρα τὴν <lb/>ψυχὴν
							οὐσίαν εἶναι ὡς εἶδος σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν <lb/>ἔχοντος. Ἡ δ’ οὐσία
							ἐντελέχεια. Τοιούτου ἄρα σώματος <lb/>ἐντελέχεια. Αὕτη δὲ λέγεται διχῶς, ἡ μὲν ὡς
							ἐπιστήμη, ἡ <lb/>δ’ ὡς τὸ θεωρεῖν. Φανερὸν οὖν ὅτι ὡς ἐπιστήμη· ἐν γὰρ <lb/>τῷ
							ὑπάρχειν τὴν ψυχὴν καὶ ὕπνος καὶ ἐγρήγορσίς ἐστιν, <lb/>ἀνάλογον δ’ ἡ μὲν ἐγρήγορσις
							τῷ θεωρεῖν, ὁ δ’ ὕπνος τῷ <lb/>ἔχειν καὶ μὴ ἐνεργεῖν. Προτέρα δὲ τῇ γενέσει ἐπὶ τοῦ
							<lb/>αὐτοῦ ἡ ἐπιστήμη. Διὸ ψυχή ἐστιν ἐντελέχεια ἡ πρώτη <lb/>σώματος φυσικοῦ δυνάμει
							ζωὴν ἔχοντος. Τοιοῦτο δέ, ὃ <lb/>ἂν ᾖ ὀργανικόν. Ὄργανα δὲ καὶ τὰ τῶν φυτῶν μέρη, ἀλλὰ
							<lb/>παντελῶς ἁπλᾶ, οἷον τὸ φύλλον περικαρπίου σκέπασμα, τὸ <lb/>δὲ περικάρπιον
							καρποῦ. Αἱ δὲ ῥίζαι τῷ στόματι ἀνάλογον· <lb/>ἄμφω γὰρ ἕλκει τὴν τροφήν. Εἰ δή τι
							κοινὸν ἐπὶ <lb/>πάσης ψυχῆς δεῖ λέγειν, εἴη ἂν ἐντελέχεια ἡ πρώτη σώματος <lb/>φυσικοῦ
							ὀργανικοῦ. Διὸ καὶ οὐ δεῖ ζητεῖν εἰ ἓν ἡ <lb/>ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὥσπερ οὐδὲ τὸν κηρὸν
							καὶ τὸ σχῆμα, <lb/>οὐδ’ ὅλως τὴν ἑκάστου ὕλην καὶ τὸ οὗ ὕλη· τὸ γὰρ ἓν καὶ <lb/>τὸ
							εἶναι ἐπεὶ πλεοναχῶς λέγεται, τὸ κυρίως ἡ ἐντελέχειά <lb/>ἐστιν. Καθόλου μὲν οὖν
							εἴρηται τί ἐστιν ἡ ψυχή· οὐσία <lb/>γὰρ ἡ κατὰ τὸν λόγον. Τοῦτο δὲ τὸ τί ἦν εἶναι τῷ
							τοιῳδὶ <lb/>σώματι, καθάπερ εἴ τι τῶν ὀργάνων φυσικὸν ἦν σῶμα, <lb/>οἷον πέλεκυς· ἦν
							γὰρ ἂν τὸ πελέκει εἶναι ἡ οὐσία αὐτοῦ, <lb/>καὶ ἡ ψυχὴ τοῦτο· χωρισθείσης γὰρ ταύτης
							οὐκ ἂν ἔτι <lb/>πέλεκυς ἦν, ἀλλ’ ἢ ὁμωνύμως. Νῦν δ’ ἐστὶ πέλεκυς· οὐ γὰρ <lb/>τοιούτου
							σώματος τὸ τί ἦν εἶναι καὶ ὁ λόγος ἡ ψυχή, ἀλλὰ <lb/>φυσικοῦ τοιουδὶ ἔχοντος ἀρχὴν
							κινήσεως καὶ στάσεως ἐν <pb n="185"/> ἑαυτῷ. Θεωρεῖν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μερῶν δεῖ τὸ
							λεχθέν. Εἰ <lb/>γὰρ ἦν ὁ ὀφθαλμὸς ζῷον, ψυχὴ ἂν ἦν αὐτοῦ ἡ ὄψις· <lb/>αὕτη γὰρ οὐσία
							ὀφθαλμοῦ ἡ κατὰ τὸν λόγον. Ὁ δ’ <lb/>ὀφθαλμὸς ὕλη ὄψεως, ἧς ἀπολειπούσης οὐκ ἔστιν
							ὀφθαλμός, <lb/>πλὴν ὁμωνύμως, καθάπερ ὁ λίθινος καὶ ὁ γεγραμμένος. <lb/>Δεῖ δὴ λαβεῖν
							τὸ ἐπὶ μέρους ἐφ’ ὅλου τοῦ ζῶντος <lb/>σώματος· ἀνάλογον γὰρ ἔχει ὡς τὸ μέρος πρὸς τὸ
							μέρος, <lb/>οὕτως ἡ ὅλη αἴσθησις πρὸς τὸ ὅλον σῶμα τὸ αἰσθητικόν, <lb/>ᾗ τοιοῦτο. Ἔστι
							δὲ οὐ τὸ ἀποβεβληκὸς τὴν ψυχὴν τὸ <lb/>δυνάμει ὂν ὥστε ζῆν, ἀλλὰ τὸ ἔχον. Τὸ δὲ σπέρμα
							καὶ ὁ <lb/>καρπὸς τὸ δυνάμει τοιονδὶ σῶμα. Ὡς μὲν οὖν ἡ τμῆσις καὶ <lb/>ἡ ὅρασις, οὕτω
							καὶ ἡ ἐγρήγορσις ἐντελέχεια, ὡς δ’ ἡ ὄψις <lb/>καὶ ἡ δύναμις τοῦ ὀργάνου, ἡ ψυχή· τὸ
							δὲ σῶμα τὸ δυνάμει <lb/>ὄν· ἀλλ’ ὥσπερ ὁ ὀφθαλμὸς ἡ κόρη καὶ ἡ ὄψις, κἀκεῖ ἡ <lb/>ψυχὴ
							καὶ τὸ σῶμα τὸ ζῷον. Ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἔστιν ἡ <lb/>ψυχὴ χωριστὴ τοῦ σώματος, ἢ μέρη
							τινὰ αὐτῆς, εἰ μεριστὴ <lb/>πέφυκεν, οὐκ ἄδηλον· ἐνίων γὰρ ἡ ἐντελέχεια τῶν μερῶν
							<lb/>ἐστὶν αὐτῶν. Οὐ μὴν ἀλλ’ ἔνιά γε οὐθὲν κωλύει, διὰ τὸ <lb/>μηθενὸς εἶναι σώματος
							ἐντελεχείας. Ἔτι δὲ ἄδηλον εἰ <lb/>οὕτως ἐντελέχεια τοῦ σώματος ἡ ψυχὴ ὥσπερ πλωτὴρ
							<lb/>πλοίου. Τύπῳ μὲν οὖν ταύτῃ διωρίσθω καὶ ὑπογεγράφθω <lb/>περὶ ψυχῆς. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ἐπεὶ δ’ ἐκ τῶν ἀσαφῶν μὲν φανερωτέρων δὲ γίγνεται <lb/>τὸ σαφὲς καὶ κατὰ τὸν λόγον
							γνωριμώτερον, πειρατέον <lb/>πάλιν οὕτως ἐπελθεῖν περὶ αὐτῆς· οὐ γὰρ μόνον τὸ ὅτι δεῖ
							<lb/>τὸν ὁριστικὸν λόγον δηλοῦν, ὥσπερ οἱ πλεῖστοι τῶν ὅρων <lb/>λέγουσιν, ἀλλὰ καὶ
							τὴν αἰτίαν ἐνυπάρχειν καὶ ἐμφαίνεσθαι. <pb n="186"/> Νῦν δ’ ὥσπερ συμπεράσμαθ’ οἱ
							λόγοι τῶν ὅρων εἰσίν· οἷον <lb/>τί ἐστι τετραγωνισμός; Τὸ ἴσον ἑτερομήκει ὀρθογώνιον
							<lb/>εἶναι ἰσόπλευρον. Ὁ δὲ τοιοῦτος ὅρος λόγος τοῦ συμπεράσματος. <lb/>Ὁ δὲ λέγων ὅτι
							ἐστὶν ὁ τετραγωνισμὸς <lb/>μέσης εὕρεσις, τοῦ πράγματος λέγει τὸ αἴτιον. Λέγομεν
							<lb/>οὖν ἀρχὴν λαβόντες τῆς σκέψεως, διωρίσθαι τὸ ἔμψυχον <lb/>τοῦ ἀψύχου τῷ ζῆν.
							Πλεοναχῶς δὲ τοῦ ζῆν λεγομένου, <lb/>κἂν ἕν τι τούτων ἐνυπάρχῃ μόνον, ζῆν αὐτό φαμεν,
							<lb/>οἷον νοῦς, αἴσθησις, κίνησις καὶ στάσις ἡ κατὰ τόπον, ἔτι <lb/>κίνησις ἡ κατὰ
							τροφὴν καὶ φθίσις τε καὶ αὔξησις. Διὸ <lb/>καὶ τὰ φυόμενα πάντα δοκεῖ ζῆν· φαίνεται
							γὰρ ἐν αὑτοῖς <lb/>ἔχοντα δύναμιν καὶ ἀρχὴν τοιαύτην, δι’ ἧς αὔξησίν τε καὶ
							<lb/>φθίσιν λαμβάνουσι κατὰ τοὺς ἐναντίους τόπους· οὐ γὰρ <lb/>ἄνω μὲν αὔξεται, κάτω
							δ’ οὔ, ἀλλ’ ὁμοίως ἐπ’ ἄμφω καὶ <lb/>πάντοσε καὶ τρέφεται καὶ ζῇ διὰ τέλους, ἕως ἂν
							δύνηται <lb/>λαμβάνειν τροφήν. Χωρίζεσθαι δὲ τοῦτο μὲν τῶν ἄλλων <lb/>δυνατόν, τὰ δ’
							ἄλλα τούτου ἀδύνατον ἐν τοῖς θνητοῖς. Φανερὸν <lb/>δ’ ἐπὶ τῶν φυομένων· οὐδεμία γὰρ
							αὐτοῖς ὑπάρχει <lb/>δύναμις ἄλλη ψυχῆς. Τὸ μὲν οὖν ζῆν διὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην
							<lb/>ὑπάρχει τοῖς ζῶσι, τὸ δὲ ζῷον διὰ τὴν αἴσθησιν πρώτως· <lb/>καὶ γὰρ τὰ μὴ
							κινούμενα μηδ’ ἀλλάττοντα τόπον, ἔχοντα <lb/>δ’ αἴσθησιν ζῷα λέγομεν καὶ οὐ ζῆν μόνον.
							Αἰσθήσεως δὲ <lb/>πρῶτον ὑπάρχει πᾶσιν ἁφή. Ὥσπερ δὲ τὸ θρεπτικὸν <lb/>δύναται
							χωρίζεσθαι τῆς ἁφῆς καὶ πάσης αἰσθήσεως, οὕτως ἡ <lb/>ἁφὴ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων.
							Θρεπτικὸν δὲ λέγομεν τὸ τοιοῦτον <lb/>μόριον τῆς ψυχῆς οὗ καὶ τὰ φυτὰ μετέχει· τὰ δὲ
								<pb n="187"/> ζῷα πάντα φαίνεται τὴν ἁπτικὴν αἴσθησιν ἔχοντα· δι’ ἣν <lb/>δ’ αἰτίαν
							ἑκάτερον τούτων συμβέβηκεν, ὕστερον ἐροῦμεν. <lb/>Νῦν δ’ ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω μόνον,
							ὅτι ἐστὶν ἡ ψυχὴ τῶν <lb/>εἰρημένων τούτων ἀρχὴ καὶ τούτοις ὥρισται, θρεπτικῷ,
							αἰσθητικῷ, <lb/>διανοητικῷ, κινήσει. Πότερον δὲ τούτων ἕκαστόν <lb/>ἐστι ψυχὴ ἢ μόριον
							ψυχῆς, καὶ εἰ μόριον, πότερον οὕτως <lb/>ὥστ’ εἶναι χωριστὸν λόγῳ μόνον ἢ καὶ τόπῳ,
							περὶ μὲν <lb/>τινῶν τούτων οὐ χαλεπὸν ἰδεῖν, ἔνια δὲ ἀπορίαν ἔχει. <lb/>Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ
							τῶν φυτῶν ἔνια διαιρούμενα φαίνεται <lb/>ζῶντα καὶ χωριζόμενα ἀπ’ ἀλλήλων, ὡς οὔσης
							τῆς ἐν τούτοις <lb/>ψυχῆς ἐντελεχείᾳ μὲν μιᾶς ἐν ἑκάστῳ φυτῷ, δυνάμει <lb/>δὲ
							πλειόνων, οὕτως ὁρῶμεν καὶ περὶ ἑτέρας διαφορὰς τῆς <lb/>ψυχῆς συμβαῖνον ἐπὶ τῶν
							ἐντόμων ἐν τοῖς διατεμνομένοις· <lb/>καὶ γὰρ αἴσθησιν ἑκάτερον τῶν μερῶν ἔχει καὶ
							κίνησιν <lb/>τὴν κατὰ τόπον, εἰ δ’ αἴσθησιν, καὶ φαντασίαν καὶ <lb/>ὄρεξιν· ὅπου μὲν
							γὰρ αἴσθησις, καὶ λύπη τε καὶ ἡδονή, <lb/>ὅπου δὲ ταῦτα, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐπιθυμία. Περὶ
							δὲ τοῦ νοῦ <lb/>καὶ τῆς θεωρητικῆς δυνάμεως οὐδέν πω φανερόν, ἀλλ’ ἔοικε <lb/>ψυχῆς
							γένος ἕτερον εἶναι, καὶ τοῦτο μόνον ἐνδέχεται χωρίζεσθαι, <lb/>καθάπερ τὸ ἀΐδιον τοῦ
							φθαρτοῦ. Τὰ δὲ λοιπὰ <lb/>μόρια τῆς ψυχῆς φανερὸν ἐκ τούτων ὅτι οὐκ ἔστι χωριστά,
							<lb/>καθάπερ τινές φασιν· τῷ δὲ λόγῳ ὅτι ἕτερα, φανερόν· <lb/>αἰσθητικῷ γὰρ εἶναι καὶ
							δοξαστικῷ ἕτερον, εἴπερ καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι <lb/>τοῦ δοξάζειν. Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἄλλων
							ἕκαστον <lb/>τῶν εἰρημένων. Ἔτι δ’ ἐνίοις μὲν τῶν ζῴων ἅπανθ’ ὑπάρχει <lb/>ταῦτα, τισὶ
							δέ τινα τούτων, ἑτέροις δὲ ἓν μόνον. Τοῦτο <lb/>δὲ ποιεῖ διαφορὰν τῶν ζῴων· διὰ τίνα
							δ’ αἰτίαν, ὕστερον <pb n="188"/> ἐπισκεπτέον. Παραπλήσιον δὲ καὶ περὶ τὰς αἰσθήσεις
							<lb/>συμβέβηκεν· τὰ μὲν γὰρ ἔχει πάσας, τὰ δὲ τινάς, τὰ δὲ <lb/>μίαν τὴν
							ἀναγκαιοτάτην, ἁφήν. Ἐπεὶ δὲ ᾧ ζῶμεν καὶ αἰσθανόμεθα <lb/>διχῶς λέγεται, καθάπερ ᾧ
							ἐπιστάμεθα, λέγομεν <lb/>δὲ τὸ μὲν ἐπιστήμην τὸ δὲ ψυχήν· ἑκατέρῳ γὰρ τούτων
							<lb/>φαμὲν ἐπίστασθαι· ὁμοίως δὲ καὶ ᾧ ὑγιαίνομεν, τὸ μὲν <lb/>ὑγίεια, τὸ δὲ μορίῳ
							τινὶ τοῦ σώματος ἢ καὶ ὅλῳ. Τούτων <lb/>δ’ ἡ μὲν ἐπιστήμη τε καὶ ὑγίεια μορφὴ καὶ
							εἶδός τι καὶ <lb/>λόγος καὶ οἷον ἐνέργεια τοῦ δεκτικοῦ, ἡ μὲν τοῦ ἐπιστημονικοῦ,
							<lb/>ἡ δὲ τοῦ ὑγιαστικοῦ (δοκεῖ γὰρ ἐν τῷ πάσχοντι <lb/>καὶ διατιθεμένῳ ἡ τῶν
							ποιητικῶν ὑπάρχειν ἐνέργεια), ἡ <lb/>ψυχὴ δὲ τοῦτο ᾧ ζῶμεν καὶ αἰσθανόμεθα καὶ
							διανοούμεθα <lb/>πρώτως, ὥστε λόγος τις ἂν εἴη καὶ εἶδος, ἀλλ’ οὐχ ὕλη καὶ <lb/>τὸ
							ὑποκείμενον. Τριχῶς γὰρ λεγομένης τῆς οὐσίας, καθάπερ <lb/>εἴπομεν, ὧν τὸ μὲν εἶδος,
							τὸ δὲ ὕλη, τὸ δὲ ἐξ ἀμφοῖν· <lb/>τούτων δ’ ἡ μὲν ὕλη δύναμις, τὸ δὲ εἶδος ἐντελέχεια·
							ἐπεὶ <lb/>δὲ τὸ ἐξ ἀμφοῖν ἔμψυχον, οὐ τὸ σῶμά ἐστιν ἐντελέχεια <lb/>ψυχῆς, ἀλλ’ αὕτη
							σώματός τινος. Καὶ διὰ τοῦτο καλῶς <lb/>ὑπολαμβάνουσιν οἷς δοκεῖ μήτ’ ἄνευ σώματος
							εἶναι μήτε σῶμά <lb/>τι ἡ ψυχή· σῶμα μὲν γὰρ οὐκ ἔστι, σώματος δέ τι, καὶ <lb/>διὰ
							τοῦτο ἐν σώματι ὑπάρχει, καὶ ἐν σώματι τοιούτῳ, καὶ <lb/>οὐχ ὥσπερ οἱ πρότερον εἰς
							σῶμα ἐνήρμοζον αὐτήν, οὐθὲν <lb/>προσδιορίζοντες ἐν τίνι καὶ ποίῳ, καίπερ οὐδὲ
							φαινομένου <lb/>τοῦ τυχόντος δέχεσθαι τὸ τυχόν. Οὕτω δὲ γίνεται καὶ <lb/>κατὰ λόγον·
							ἑκάστου γὰρ ἡ ἐντελέχεια ἐν τῷ δυνάμει ὑπάρχοντι <lb/>καὶ τῇ οἰκείᾳ ὕλῃ πέφυκεν
							ἐγγίνεσθαι. Ὅτι μὲν οὖν <lb/>ἐντελέχειά τίς ἐστι καὶ λόγος τοῦ δύναμιν ἔχοντος εἶναι
							<lb/>τοιούτου, φανερὸν ἐκ τούτων. </p>
					</div>
					<pb n="189"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Τῶν δὲ δυνάμεων τῆς ψυχῆς αἱ λεχθεῖσαι τοῖς μὲν ὑπάρχουσι <lb/>πᾶσαι, καθάπερ
							εἴπομεν, τοῖς δὲ τινὲς αὐτῶν, ἐνίοις <lb/>δὲ μία μόνη. Δυνάμεις δ’ εἴπομεν θρεπτικόν,
							ὀρεκτικόν, <lb/>αἰσθητικόν, κινητικὸν κατὰ τόπον, διανοητικόν. Ὑπάρχει <lb/>δὲ τοῖς
							μὲν φυτοῖς τὸ θρεπτικὸν μόνον, ἑτέροις δὲ τοῦτό <lb/>τε καὶ τὸ αἰσθητικόν. Εἰ δὲ τὸ
							αἰσθητικόν, καὶ τὸ ὀρεκτικόν· <lb/>ὄρεξις μὲν γὰρ ἐπιθυμία καὶ θυμὸς καὶ βούλησις, τὰ
							<lb/>δὲ ζῷα πάντ’ ἔχουσι μίαν γε τῶν αἰσθήσεων, τὴν ἁφήν· ᾧ <lb/>δ’ αἴσθησις ὑπάρχει,
							τούτῳ ἡδονή τε καὶ λύπη καὶ τὸ ἡδύ <lb/>τε καὶ λυπηρόν, οἷς δὲ ταῦτα, καὶ ἡ ἐπιθυμία·
							τοῦ γὰρ <lb/>ἡδέος ὄρεξις αὕτη. Ἔτι δὲ τῆς τροφῆς αἴσθησιν ἔχουσιν· <lb/>ἡ γὰρ ἁφὴ τῆς
							τροφῆς αἴσθησις· ξηροῖς γὰρ καὶ ὑγροῖς <lb/>καὶ θερμοῖς καὶ ψυχροῖς τρέφεται τὰ ζῷα
							πάντα, τούτων <lb/>δ’ αἴσθησις ἁφή· τῶν δ’ ἄλλων αἰσθητῶν κατὰ συμβεβηκός· <lb/>οὐθὲν
							γὰρ εἰς τροφὴν συμβάλλεται ψόφος οὐδὲ χρῶμα <lb/>οὐδὲ ὀσμή. Ὁ δὲ χυμὸς ἕν τι τῶν ἁπτῶν
							ἐστίν. Πεῖνα δὲ <lb/>καὶ δίψα ἐπιθυμία, καὶ ἡ μὲν πεῖνα ξηροῦ καὶ θερμοῦ, ἡ <lb/>δὲ
							δίψα ψυχροῦ καὶ ὑγροῦ· ὁ δὲ χυμὸς οἷον ἥδυσμά τι <lb/>τούτων ἐστίν. Διασαφητέον δὲ
							περὶ αὐτῶν ὕστερον, νῦν δ’ <lb/>ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω, ὅτι τῶν ζῴων τοῖς ἔχουσιν ἁφὴν
							καὶ <lb/>ὄρεξις ὑπάρχει. Περὶ δὲ φαντασίας ἄδηλον, ὕστερον δ’ ἐπισκεπτέον. <lb/>Ἐνίοις
							δὲ πρὸς τούτοις ὑπάρχει καὶ τὸ κατὰ <lb/>τόπον κινητικόν, ἑτέροις δὲ καὶ τὸ
							διανοητικόν τε καὶ νοῦς, <lb/>οἷον ἀνθρώποις καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἕτερόν ἐστιν ἢ καὶ
							<lb/>τιμιώτερον. Δῆλον οὖν ὅτι τὸν αὐτὸν τρόπον εἷς ἂν εἴη <lb/>λόγος ψυχῆς τε καὶ
							σχήματος· οὔτε γὰρ ἐκεῖ σχῆμα παρὰ <pb n="190"/> τὸ τρίγωνόν ἐστι καὶ τὰ ἐφεξῆς, οὔτ’
							ἐνταῦθα ψυχὴ παρὰ <lb/>τὰς εἰρημένας. Γένοιτο δ’ ἂν καὶ ἐπὶ τῶν σχημάτων <lb/>λόγος
							κοινός, ὃς ἐφαρμόσει μὲν πᾶσιν, ἴδιος δ’ οὐδενὸς ἔσται <lb/>σχήματος. Ὁμοίως δὲ καὶ
							ἐπὶ ταῖς εἰρημέναις ψυχαῖς. Διὸ <lb/>γελοῖον ζητεῖν τὸν κοινὸν λόγον καὶ ἐπὶ τούτων
							καὶ ἐφ’ ἑτέρων, <lb/>ὃς οὐδενὸς ἔσται τῶν ὄντων ἴδιος λόγος, οὐδὲ κατὰ <lb/>τὸ οἰκεῖον
							καὶ ἄτομον εἶδος, ἀφέντας τὸν τοιοῦτον. Παραπλησίως <lb/>δ’ ἔχει τῷ περὶ τῶν σχημάτων
							καὶ τὰ κατὰ <lb/>ψυχήν· ἀεὶ γὰρ ἐν τῷ ἐφεξῆς ὑπάρχει δυνάμει τὸ πρότερον <lb/>ἐπί τε
							τῶν σχημάτων καὶ ἐπὶ τῶν ἐμψύχων, οἷον ἐν τετραγώνῳ <lb/>μὲν τρίγωνον, ἐν αἰσθητικῷ δὲ
							τὸ θρεπτικόν. Ὥστε <lb/>καθ’ ἕκαστον ζητητέον, τίς ἑκάστου ψυχή, οἷον τίς φυτοῦ
							<lb/>καὶ τίς ἀνθρώπου ἢ θηρίου. Διὰ τίνα δ’ αἰτίαν τῷ ἐφεξῆς <lb/>οὕτως ἔχουσι,
							σκεπτέον. Ἄνευ μὲν γὰρ τοῦ θρεπτικοῦ <lb/>τὸ αἰσθητικὸν οὐκ ἔστιν· τοῦ δ’ αἰσθητικοῦ
							χωρίζεται τὸ <lb/>θρεπτικὸν ἐν τοῖς φυτοῖς. Πάλιν δ’ ἄνευ μὲν τοῦ ἁπτικοῦ <lb/>τῶν
							ἄλλων αἰσθήσεων οὐδεμία ὑπάρχει, ἁφὴ δ’ ἄνευ τῶν <lb/>ἄλλων ὑπάρχει· πολλὰ γὰρ τῶν
							ζῴων οὔτ’ ὄψιν οὔτ’ <lb/>ἀκοὴν ἔχουσιν οὔτ’ ὀσμῆς ὅλως αἴσθησιν. Καὶ τῶν αἰσθητικῶν
							<lb/>δὲ τὰ μὲν ἔχει τὸ κατὰ τόπον κινητικόν, τὰ δ’ οὐκ <lb/>ἔχει. Τελευταῖον δὲ καὶ
							ἐλάχιστα λογισμὸν καὶ διάνοιαν· <lb/>οἷς μὲν γὰρ ὑπάρχει λογισμὸς τῶν φθαρτῶν, τούτοις
							<lb/>καὶ τὰ λοιπὰ πάντα, οἷς δ’ ἐκείνων ἕκαστον, οὐ πᾶσι λογισμός, <lb/>ἀλλὰ τοῖς μὲν
							οὐδὲ φαντασία, τὰ δὲ ταύτῃ μόνῃ <lb/>ζῶσιν. Περὶ δὲ τοῦ θεωρητικοῦ νοῦ ἕτερος λόγος.
							Ὅτι <lb/>μὲν οὖν ὁ περὶ τούτων ἑκάστου λόγος οὗτος οἰκειότατος καὶ <lb/>περὶ ψυχῆς,
							δῆλον. </p>
					</div>
					<pb n="191"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Ἀναγκαῖον δὲ τὸν μέλλοντα περὶ τούτων σκέψιν ποιεῖσθαι <lb/>λαβεῖν ἕκαστον αὐτῶν τί
							ἐστιν, εἶθ’ οὕτως περὶ τῶν <lb/>ἐχομένων ἢ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπιζητεῖν. Εἰ δὲ χρὴ
							λέγειν <lb/>τί ἕκαστον αὐτῶν, οἷον τί τὸ νοητικὸν ἢ τὸ αἰσθητικὸν <lb/>ἢ τὸ θρεπτικόν,
							πρότερον ἔτι λεκτέον τί τὸ νοεῖν καὶ <lb/>τί τὸ αἰσθάνεσθαι· πρότερον γάρ εἰσι τῶν
							δυνάμεων αἱ ἐνέργειαι <lb/>καὶ αἱ πράξεις κατὰ τὸν λόγον. Εἰ δ’ οὕτως, τούτων <lb/>δ’
							ἔτι πρότερα τὰ ἀντικείμενα δεῖ τεθεωρηκέναι, <lb/>περὶ ἐκείνων πρῶτον ἂν δέοι διορίσαι
							διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, <lb/>οἷον περὶ τροφῆς καὶ αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ. Ὥστε πρῶτον
							<lb/>περὶ τροφῆς καὶ γεννήσεως λεκτέον· ἡ γὰρ θρεπτικὴ ψυχὴ <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις
							ὑπάρχει, καὶ πρώτη καὶ κοινοτάτη δύναμίς <lb/>ἐστι ψυχῆς, καθ’ ἣν ὑπάρχει τὸ ζῆν
							ἅπασιν. Ἧς ἐστὶν <lb/>ἔργα γεννῆσαι καὶ τροφῇ χρῆσθαι· φυσικώτατον γὰρ <lb/>τῶν ἔργων
							τοῖς ζῶσιν, ὅσα τέλεια καὶ μὴ πηρώματα, ἢ τὴν <lb/>γένεσιν αὐτομάτην ἔχει, τὸ ποιῆσαι
							ἕτερον οἷον αὐτό, ζῷον <lb/>μὲν ζῷον, φυτὸν δὲ φυτόν, ἵνα τοῦ ἀεὶ καὶ τοῦ θείου
							μετέχωσιν <lb/>ᾗ δύνανται· πάντα γὰρ ἐκείνου ὀρέγεται, κἀκείνου <lb/>ἕνεκα πράττει ὅσα
							πράττει κατὰ φύσιν. Τὸ δ’ οὗ ἕνεκα, <lb/>διττόν, τὸ μὲν οὗ, τὸ δὲ ᾧ. Ἐπεὶ οὖν
							κοινωνεῖν ἀδυνατεῖ <lb/>τοῦ ἀεὶ καὶ τοῦ θείου τῇ συνεχείᾳ, διὰ τὸ μηδὲν ἐνδέχεσθαι
							<lb/>τῶν φθαρτῶν ταὐτὸ καὶ ἓν ἀριθμῷ διαμένειν, ᾗ δύναται <lb/>μετέχειν ἕκαστον,
							κοινωνεῖ ταύτῃ, τὸ μὲν μᾶλλον τὸ δ’ ἧττον· <lb/>καὶ διαμένει οὐκ αὐτὸ ἀλλ’ οἷον αὐτό,
							ἀριθμῷ μὲν οὐχ <pb n="192"/> ἕν, εἴδει δ’ ἕν. Ἔστι δὲ ἡ ψυχὴ τοῦ ζῶντος σώματος
							<lb/>αἰτία καὶ ἀρχή. Ταῦτα δὲ πολλαχῶς λέγεται. Ὁμοίως <lb/>δ’ ἡ ψυχὴ κατὰ τοὺς
							διωρισμένους τρόπους τρεῖς αἰτία· <lb/>καὶ γὰρ ὅθεν ἡ κίνησις αὐτή, καὶ οὗ ἕνεκα, καὶ
							ὡς ἡ οὐσία <lb/>τῶν ἐμψύχων σωμάτων ἡ ψυχὴ αἰτία. Ὅτι μὲν οὖν ὡς <lb/>οὐσία, δῆλον· τὸ
							γὰρ αἴτιον τοῦ εἶναι πᾶσιν ἡ οὐσία, τὸ δὲ <lb/>ζῆν τοῖς ζῶσι τὸ εἶναί ἐστιν, αἰτία δὲ
							καὶ ἀρχὴ τούτων ἡ <lb/>ψυχή. Ἔτι τοῦ δυνάμει ὄντος λόγος ἡ ἐντελέχεια. Φανερὸν <lb/>δ’
							ὡς καὶ οὗ ἕνεκεν ἡ ψυχὴ αἰτία· ὥσπερ γὰρ ὁ <lb/>νοῦς ἕνεκά του ποιεῖ, τὸν αὐτὸν τρόπον
							καὶ ἡ φύσις, καὶ <lb/>τοῦτ’ ἔστιν αὐτῇ τέλος. Τοιοῦτον δ’ ἐν τοῖς ζῴοις ἡ <lb/>ψυχὴ
							καὶ κατὰ φύσιν· πάντα γὰρ τὰ φυσικὰ σώματα τῆς <lb/>ψυχῆς ὄργανα, καὶ καθάπερ τὰ τῶν
							ζῴων, οὕτω καὶ τὰ <lb/>τῶν φυτῶν, ὡς ἕνεκα τῆς ψυχῆς ὄντα. Διττῶς δὲ τὸ οὗ <lb/>ἕνεκα,
							τό τε οὗ καὶ τὸ ᾧ. Ἀλλὰ μὴν καὶ ὅθεν πρῶτον ἡ <lb/>κατὰ τόπον κίνησις, ψυχή· οὐ πᾶσι
							δ’ ὑπάρχει τοῖς ζῶσιν <lb/>ἡ δύναμις αὕτη. Ἔστι δὲ καὶ ἀλλοίωσις καὶ αὔξησις <lb/>κατὰ
							ψυχήν· ἡ μὲν γὰρ αἴσθησις ἀλλοίωσίς τις εἶναι δοκεῖ, <lb/>αἰσθάνεται δ’ οὐθὲν ὃ μὴ
							ἔχει ψυχήν. Ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>περὶ αὐξήσεώς τε καὶ φθίσεως ἔχει· οὐδὲν γὰρ φθίνει
							οὐδ’ <lb/>αὔξεται φυσικῶς μὴ τρεφόμενον, τρέφεται δ’ οὐθὲν ὃ μὴ <lb/>κοινωνεῖ ζωῆς.
							Ἐμπεδοκλῆς δ’ οὐ καλῶς εἴρηκε τοῦτο, <pb n="193"/> προστιθεὶς τὴν αὔξησιν συμβαίνειν
							τοῖς φυτοῖς κάτω μὲν <lb/>συρριζουμένοις διὰ τὸ τὴν γῆν οὕτω φέρεσθαι κατὰ φύσιν,
							<lb/>ἄνω δὲ διὰ τὸ πῦρ ὡσαύτως. Οὔτε γὰρ τὸ ἄνω καὶ κάτω <lb/>καλῶς λαμβάνει· οὐ γὰρ
							ταὐτὸ πᾶσι τὸ ἄνω καὶ κάτω καὶ <lb/>τῷ παντί, ἀλλ’ ὡς ἡ κεφαλὴ τῶν ζῴων, οὕτως αἱ
							ῥίζαι τῶν <lb/>φυτῶν, εἰ χρὴ τὰ ὄργανα λέγειν ἕτερα καὶ ταὐτὰ τοῖς ἔργοις. <lb/>Πρὸς
							δὲ τούτοις τί τὸ συνέχον εἰς τἀναντία φερόμενα <lb/>τὸ πῦρ καὶ τὴν γῆν; Διασπασθήσεται
							γάρ, εἰ μή τι <lb/>ἔσται τὸ κωλῦσον· εἰ δ’ ἔσται, τοῦτ’ ἐστὶν ἡ ψυχὴ καὶ <lb/>τὸ
							αἴτιον τοῦ αὐξάνεσθαι καὶ τρέφεσθαι. Δοκεῖ δέ τισιν ἡ <lb/>τοῦ πυρὸς φύσις ἁπλῶς αἰτία
							τῆς τροφῆς καὶ τῆς αὐξήσεως <lb/>εἶναι· καὶ γὰρ αὐτὸ φαίνεται μόνον τῶν σωμάτων ἢ τῶν
							<lb/>στοιχείων τρεφόμενον καὶ αὐξόμενον. Διὸ καὶ ἐν τοῖς φυτοῖς <lb/>καὶ ἐν τοῖς ζῴοις
							ὑπολάβοι τις ἂν τοῦτο εἶναι τὸ ἐργαζόμενον. <lb/>Τὸ δὲ συναίτιον μέν πώς ἐστιν, οὐ μὴν
							ἁπλῶς <lb/>γε αἴτιον, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ψυχή· ἡ μὲν γὰρ τοῦ πυρὸς <lb/>αὔξησις εἰς
							ἄπειρον, ἕως ἂν ᾖ τὸ καυστόν, τῶν δὲ φύσει συνισταμένων <lb/>πάντων ἐστὶ πέρας καὶ
							λόγος μεγέθους τε καὶ <lb/>αὐξήσεως· ταῦτα δὲ ψυχῆς, ἀλλ’ οὐ πυρός, καὶ λόγου
							<lb/>μᾶλλον ἢ ὕλης. Ἐπεὶ δ’ ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς ψυχῆς θρεπτικὴ <lb/>καὶ γεννητική, περὶ
							τροφῆς ἀναγκαῖον διωρίσθαι πρῶτον· <lb/>ἀφορίζεται γὰρ πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις τῷ ἔργῳ
							τούτῳ. <lb/>Δοκεῖ δ’ εἶναι ἡ τροφὴ τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ, οὐ πᾶν δὲ <lb/>παντί, ἀλλ’
							ὅσα τῶν ἐναντίων μὴ μόνον γένεσιν ἐξ ἀλλήλων <lb/>ἔχουσιν ἀλλὰ καὶ αὔξησιν· γίνεται
							γὰρ πολλὰ ἐξ ἀλλήλων, <lb/>ἀλλ’ οὐ πάντα ποσά, οἷον ὑγιὲς ἐκ κάμνοντος. Φαίνεται
							<lb/>δ’ οὐδ’ ἐκεῖνα τὸν αὐτὸν τρόπον ἀλλήλοις εἶναι τροφή, <pb n="194"/> ἀλλὰ τὸ μὲν
							ὕδωρ τῷ πυρὶ τροφή, τὸ δὲ πῦρ οὐ τρέφει τὸ <lb/>ὕδωρ. Ἐν μὲν οὖν τοῖς ἁπλοῖς σώμασι
							ταῦτ’ εἶναι δοκεῖ <lb/>μάλιστα τὸ μὲν τροφὴ τὸ δὲ τρεφόμενον. Ἀπορίαν δ’ <lb/>ἔχει·
							φασὶ γὰρ οἱ μὲν τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ τρέφεσθαι, καθάπερ <lb/>καὶ αὐξάνεσθαι, τοῖς δ’
							ὥσπερ εἴπομεν τοὔμπαλιν δοκεῖ, <lb/>τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ, ὡς ἀπαθοῦς ὄντος τοῦ
							ὁμοίου ὑπὸ <lb/>τοῦ ὁμοίου, τὴν δὲ τροφὴν μεταβάλλειν καὶ πέττεσθαι· ἡ δὲ
							<lb/>μεταβολὴ πᾶσιν εἰς τὸ ἀντικείμενον ἢ τὸ μεταξύ. Ἔτι <lb/>πάσχει τι ἡ τροφὴ ὑπὸ
							τοῦ τρεφομένου, ἀλλ’ οὐ τοῦτο ὑπὸ <lb/>τῆς τροφῆς, ὥσπερ οὐδ’ ὁ τέκτων ὑπὸ τῆς ὕλης,
							ἀλλ’ ὑπ’ <lb/>ἐκείνου αὕτη· ὁ δὲ τέκτων μεταβάλλει μόνον εἰς ἐνέργειαν ἐξ <lb/>ἀργίας.
							Πότερον δ’ ἐστὶν ἡ τροφὴ τὸ τελευταῖον προσγινόμενον <lb/>ἢ τὸ πρῶτον, ἔχει διαφοράν.
							Εἰ δ’ ἄμφω, ἀλλ’ <lb/>ἡ μὲν ἄπεπτος ἡ δὲ πεπεμμένη, ἀμφοτέρως ἂν ἐνδέχοιτο <lb/>τὴν
							τροφὴν λέγειν· ᾗ μὲν γὰρ ἄπεπτος, τὸ ἐναντίον τῷ <lb/>ἐναντίῳ τρέφεται, ᾗ δὲ
							πεπεμμένη, τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ. <lb/>Ὥστε φανερὸν ὅτι λέγουσί τινα τρόπον ἀμφότεροι καὶ
							ὀρθῶς <lb/>καὶ οὐκ ὀρθῶς. Ἐπεὶ δ’ οὐθὲν τρέφεται μὴ μετέχον <lb/>ζωῆς, τὸ ἔμψυχον ἂν
							εἴη σῶμα τὸ τρεφόμενον, ᾗ ἔμψυχον, <lb/>ὥστε καὶ ἡ τροφὴ πρὸς ἔμψυχόν ἐστι καὶ οὐ κατὰ
							συμβεβηκός. <lb/>Ἔστι δ’ ἕτερον τροφῇ καὶ αὐξητικῷ εἶναι· ᾗ μὲν <lb/>γὰρ ποσόν τι τὸ
							ἔμψυχον, αὐξητικόν, ᾗ δὲ τόδε τι καὶ οὐσία, <lb/>τροφή· σώζει γὰρ τὴν οὐσίαν, καὶ
							μέχρι τούτου ἐστὶν <lb/>ἕως ἂν καὶ τρέφηται· καὶ γενέσεως ποιητικὸν οὐ τοῦ τρεφομένου,
							<lb/>ἀλλ’ οἷον τὸ τρεφόμενον· ἤδη γάρ ἐστιν αὐτὴ <lb/>ἡ οὐσία, γεννᾷ δ’ οὐθὲν αὐτὸ
							ἑαυτό, ἀλλὰ σώζει. Ὥσθ’ ἡ <lb/>μὲν τοιαύτη τῆς ψυχῆς ἀρχὴ δύναμίς ἐστιν οἵα σώζειν τὸ
							<lb/>ἔχον αὐτὴν ᾗ τοιοῦτον, ἡ δὲ τροφὴ παρασκευάζει ἐνεργεῖν. <lb/>Διὸ στερηθὲν τροφῆς
							οὐ δύναται εἶναι. Ἐπεὶ δ’ ἐστὶ τρία, <pb n="195"/> τὸ τρεφόμενον καὶ ᾧ τρέφεται καὶ τὸ
							τρέφον, τὸ μὲν τρέφον <lb/>ἐστὶν ἡ πρώτη ψυχή, τὸ δὲ τρεφόμενον τὸ ἔχον αὐτὴν
							<lb/>σῶμα, ᾧ δὲ τρέφεται, ἡ τροφή. Ἐπεὶ δὲ ἀπὸ τοῦ τέλους <lb/>ἅπαντα προσαγορεύειν
							δίκαιον, τέλος δὲ τὸ γεννῆσαι οἷον <lb/>αὐτό, εἴη ἂν ἡ πρώτη ψυχὴ γεννητικὴ οἷον αὐτό.
							Ἔστι δὲ <lb/>ᾧ τρέφεται διττόν, ὥσπερ καὶ ᾦ κυβερνᾷ, ἡ χεὶρ καὶ τὸ <lb/>πηδάλιον, τὸ
							μὲν κινοῦν καὶ κινούμενον, τὸ δὲ κινοῦν μόνον. <lb/>Πᾶσαν δ’ ἀναγκαῖον τροφὴν δύνασθαι
							πέττεσθαι, ἐργάζεται <lb/>δὲ τὴν πέψιν τὸ θερμόν· διὸ πᾶν ἔμψυχον ἔχει θερμότητα.
							<lb/>Τύπῳ μὲν οὖν ἡ τροφὴ τί ἐστιν εἴρηται· διασαφητέον δ’ <lb/>ἐστὶν ὕστερον περὶ
							αὐτῆς ἐν τοῖς οἰκείοις λόγοις. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Διωρισμένων δὲ τούτων λέγωμεν κοινῇ περὶ πάσης αἰσθήσεως. <lb/>Ἡ δ’ αἴσθησις ἐν τῷ
							κινεῖσθαί τε καὶ πάσχειν <lb/>συμβαίνει, καθάπερ εἴρηται· δοκεῖ γὰρ ἀλλοίωσίς τις
							εἶναι. <lb/>Φασὶ δέ τινες καὶ τὸ ὅμοιον ὑπὸ τοῦ ὁμοίου πάσχειν. <lb/>Τοῦτο δὲ πῶς
							δυνατὸν ἢ ἀδύνατον, εἰρήκαμεν ἐν τοῖς καθόλου <lb/>λόγοις περὶ τοῦ ποιεῖν καὶ πάσχειν.
							Ἔχει δ’ ἀπορίαν <lb/>διὰ τί καὶ τῶν αἰσθήσεων αὐτῶν οὐ γίνεται αἴσθησις, καὶ <lb/>διὰ
							τί ἄνευ τῶν ἔξω οὐ ποιοῦσιν αἴσθησιν, ἐνόντος πυρὸς καὶ <lb/>γῆς καὶ τῶν ἄλλων
							στοιχείων, ὧν ἐστὶν ἡ αἴσθησις καθ’ <lb/>αὑτὰ ἢ τὰ συμβεβηκότα τούτοις. Δῆλον οὖν ὅτι
							τὸ αἰσθητικὸν <lb/>οὐκ ἔστιν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ δυνάμει μόνον. Διὸ καθάπερ <lb/>τὸ καυστὸν
							οὐ καίεται αὐτὸ καθ’ αὑτὸ ἄνευ τοῦ <lb/>καυστικοῦ· ἔκαιε γὰρ ἂν ἑαυτό, καὶ οὐθὲν
							ἐδεῖτο τοῦ ἐντελεχείᾳ <lb/>πυρὸς ὄντος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ αἰσθάνεσθαι λέγομεν <pb n="196"/>
							διχῶς (τό τε γὰρ δυνάμει ἀκοῦον καὶ ὁρῶν ἀκούειν καὶ <lb/>ὁρᾶν λέγομεν, κἂν τύχῃ
							καθεῦδον, καὶ τὸ ἤδη ἐνεργοῦν), διχῶς <lb/>ἂν λέγοιτο καὶ ἡ αἴσθησις, ἡ μὲν ὡς
							δυνάμει, ἡ δὲ ὡς <lb/>ἐνεργείᾳ. Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι, τό τε δυνάμει ὂν
							<lb/>καὶ τὸ ἐνεργείᾳ. Πρῶτον μὲν οὖν ὡς τοῦ αὐτοῦ ὄντος τοῦ <lb/>πάσχειν καὶ τοῦ
							κινεῖσθαι καὶ τοῦ ἐνεργεῖν λέγωμεν· καὶ <lb/>γὰρ ἔστιν ἡ κίνησις ἐνέργειά τις, ἀτελὴς
							μέντοι, καθάπερ <lb/>ἐν ἑτέροις εἴρηται. Πάντα δὲ πάσχει καὶ κινεῖται ὑπὸ <lb/>τοῦ
							ποιητικοῦ καὶ ἐνεργείᾳ ὄντος. Διὸ ἔστι μὲν ὡς ὑπὸ τοῦ <lb/>ὁμοίου πάσχει, ἔστι δὲ ὡς
							ὑπὸ τοῦ ἀνομοίου, καθάπερ εἴπομεν· <lb/>πάσχει μὲν γὰρ τὸ ἀνόμοιον, πεπονθὸς δ’ ὅμοιόν
							<lb/>ἐστιν. Διαιρετέον δὲ καὶ περὶ δυνάμεως καὶ ἐντελεχείας· <lb/>νῦν γὰρ ἁπλῶς
							λέγομεν περὶ αὐτῶν. Ἔστι μὲν γὰρ οὕτως <lb/>ἐπιστῆμόν τι ὡς ἂν εἴποιμεν ἄνθρωπον
							ἐπιστήμονα, ὅτι <lb/>ὁ ἄνθρωπος τῶν ἐπιστημόνων καὶ ἐχόντων ἐπιστήμην· <lb/>ἔστι δ’ ὡς
							ἤδη λέγομεν ἐπιστήμονα τὸν ἔχοντα τὴν γραμματικήν. <lb/>Ἑκάτερος δὲ τούτων οὐ τὸν
							αὐτὸν τρόπον δυνατός <lb/>ἐστιν, ἀλλ’ ὁ μὲν ὅτι τὸ γένος τοιοῦτον καὶ ἡ ὕλη, ὁ δ’
							<lb/>ὅτι βουληθεὶς δυνατὸς θεωρεῖν, ἂν μή τι κωλύσῃ τῶν ἔξωθεν· <lb/>ὁ δ’ ἤδη θεωρῶν
							ἐντελεχείᾳ ὢν καὶ κυρίως ἐπιστάμενος <lb/>τόδε τὸ Α. Ἀμφότεροι μὲν οὖν οἱ πρῶτοι κατὰ
							δύναμιν <lb/>ἐπιστήμονες, ἀλλ’ ὁ μὲν διὰ μαθήσεως ἀλλοιωθεὶς καὶ πολλάκις <lb/>ἐξ
							ἐναντίας μεταβαλὼν ἕξεως, ὁ δ’ ἐκ τοῦ ἔχειν τὴν <lb/>αἴσθησιν ἢ τὴν γραμματικήν, μὴ
							ἐνεργεῖν δ’ εἰς τὸ ἐνεργεῖν <lb/>ἄλλον τρόπον. Οὐκ ἔστι δ’ ἁπλοῦν οὐδὲ τὸ πάσχειν,
							ἀλλὰ <lb/>τὸ μὲν φθορά τις ὑπὸ τοῦ ἐναντίου, τὸ δὲ σωτηρία μᾶλλον <pb n="197"/> τοῦ
							δυνάμει ὄντος ὑπὸ τοῦ ἐντελεχείᾳ ὄντος καὶ ὁμοίου, <lb/>οὕτως ὡς δύναμις ἔχει πρὸς
							ἐντελέχειαν· θεωροῦν γὰρ γίγνεται <lb/>τὸ ἔχον τὴν ἐπιστήμην, ὅπερ ἢ οὐκ ἔστιν
							ἀλλοιοῦσθαι <lb/>(εἰς αὐτὸ γὰρ ἡ ἐπίδοσις καὶ εἰς ἐντελέχειαν) ἢ ἕτερον <lb/>γένος
							ἀλλοιώσεως. Διὸ οὐ καλῶς ἔχει λέγειν τὸ φρονοῦν, <lb/>ὅταν φρονῇ, ἀλλοιοῦσθαι, ὥσπερ
							οὐδὲ τὸν οἰκοδόμον ὅταν <lb/>οἰκοδομῇ. Τὸ μὲν οὖν εἰς ἐντελέχειαν ἄγον ἐκ δυνάμει
							ὄντος <lb/>κατὰ τὸ νοοῦν καὶ φρονοῦν οὐ διδασκαλίαν ἀλλ’ ἑτέραν <lb/>ἐπωνυμίαν ἔχειν
							δίκαιον· τὸ δ’ ἐκ δυνάμει ὄντος μανθάνον <lb/>καὶ λαμβάνον ἐπιστήμην ὑπὸ τοῦ
							ἐντελεχείᾳ ὄντος καὶ διδασκαλικοῦ <lb/>ἤτοι οὐδὲ πάσχειν φατέον, ὥσπερ εἴρηται, ἢ
							<lb/>δύο τρόπους εἶναι ἀλλοιώσεως, τήν τε ἐπὶ τὰς στερητικὰς <lb/>διαθέσεις μεταβολὴν
							καὶ τὴν ἐπὶ τὰς ἕξεις καὶ τὴν φύσιν. <lb/>Τοῦ δ’ αἰσθητικοῦ ἡ μὲν πρώτη μεταβολὴ
							γίνεται ὑπὸ τοῦ <lb/>γεννῶντος, ὅταν δὲ γεννηθῇ, ἔχει ἤδη ὥσπερ ἐπιστήμην καὶ <lb/>τὸ
							αἰσθάνεσθαι. Καὶ τὸ κατ’ ἐνέργειαν δὲ ὁμοίως λέγεται <lb/>τῷ θεωρεῖν· διαφέρει δέ, ὅτι
							τοῦ μὲν τὰ ποιητικὰ τῆς <lb/>ἐνεργείας ἔξωθεν, τὸ ὁρατὸν καὶ τὸ ἀκουστόν, ὁμοίως δὲ
							καὶ <lb/>τὰ λοιπὰ τῶν αἰσθητῶν. Αἴτιον δ’ ὅτι τῶν καθ’ ἕκαστον <lb/>ἡ κατ’ ἐνέργειαν
							αἴσθησις, ἡ δ’ ἐπιστήμη τῶν καθόλου· ταῦτα <lb/>δ’ ἐν αὐτῇ πώς ἐστι τῇ ψυχῇ. Διὸ
							νοῆσαι μὲν ἐπ’ αὐτῷ, <lb/>ὁπόταν βούληται, αἰσθάνεσθαι δ’ οὐκ ἐπ’ αὐτῷ· ἀναγκαῖον
							<lb/>γὰρ ὑπάρχειν τὸ αἰσθητόν. Ὁμοίως δὲ τοῦτ’ ἔχει κἀν ταῖς <lb/>ἐπιστήμαις ταῖς τῶν
							αἰσθητῶν, καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, <lb/>ὅτι τὰ αἰσθητὰ τῶν καθ’ ἕκαστα καὶ τῶν
							ἔξωθεν. Ἀλλὰ <lb/>περὶ μὲν τούτων διασαφῆσαι καιρὸς γένοιτ’ ἂν καὶ εἰσαῦθις. <lb/>Νῦν
							δὲ διωρίσθω τοσοῦτον, ὅτι οὐχ ἁπλοῦ ὄντος τοῦ δυνάμει <lb/>λεγομένου, ἀλλὰ τοῦ μὲν
							ὥσπερ ἂν εἴποιμεν τὸν παῖδα <pb n="198"/> δύνασθαι στρατηγεῖν, τοῦ δὲ ὡς τὸν ἐν ἡλικίᾳ
							ὄντα, οὕτως <lb/>ἔχει τὸ αἰσθητικόν. Ἐπεὶ δ’ ἀνώνυμος αὐτῶν ἡ διαφορά, <lb/>διώρισται
							δὲ περὶ αὐτῶν ὅτι ἕτερα καὶ πῶς ἕτερα, χρῆσθαι <lb/>ἀναγκαῖον τῷ πάσχειν καὶ
							ἀλλοιοῦσθαι ὡς κυρίοις <lb/>ὀνόμασιν· τὸ δ’ αἰσθητικὸν δυνάμει ἐστὶν οἷον τὸ αἰσθητὸν
							<lb/>ἤδη ἐντελεχείᾳ, καθάπερ εἴρηται. Πάσχει μὲν οὖν οὐχ <lb/>ὅμοιον ὄν, πεπονθὸς δ’
							ὡμοίωται καὶ ἔστιν οἷον ἐκεῖνο. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Λεκτέον δὲ καθ’ ἑκάστην αἴσθησιν· περὶ τῶν αἰσθητῶν <lb/>πρῶτον. Λέγεται δὲ τὸ
							αἰσθητὸν τριχῶς, ὧν δύο μὲν <lb/>καθ’ αὑτά φαμεν αἰσθάνεσθαι, τὸ δὲ ἓν κατὰ
							συμβεβηκός. <lb/>Τῶν δὲ δύο τὸ μὲν ἴδιόν ἐστιν ἑκάστης αἰσθήσεως, τὸ δὲ <lb/>κοινὸν
							πασῶν. Λέγω δ’ ἴδιον μὲν ὃ μὴ ἐνδέχεται ἑτέρᾳ αἰσθήσει <lb/>αἰσθάνεσθαι, καὶ περὶ ὃ μὴ
							ἐνδέχεται ἀπατηθῆναι, <lb/>οἷον ὄψις χρώματος καὶ ἀκοὴ ψόφου καὶ γεῦσις χυμοῦ. Ἡ
							<lb/>δ’ ἁφὴ πλείους μὲν ἔχει διαφοράς· ἀλλ’ ἑκάστη γε κρίνει <lb/>περὶ τούτων, καὶ οὐκ
							ἀπατᾶται ὅτι χρῶμα οὐδ’ ὅτι ψόφος, <lb/>ἀλλὰ τί τὸ κεχρωσμένον ἢ ποῦ, ἢ τί τὸ ψοφοῦν ἢ
							ποῦ. <lb/>Τὰ μὲν οὖν τοιαῦτα λέγεται ἴδια ἑκάστου, κοινὰ δὲ κίνησις, <lb/>ἠρεμία,
							ἀριθμός, σχῆμα, μέγεθος· τὰ γὰρ τοιαῦτα οὐδεμιᾶς <lb/>ἐστὶν ἴδια, ἀλλὰ κοινὰ πάσαις·
							καὶ γὰρ ἁρῇ κίνησίς τίς <lb/>ἐστιν αἰσθητὴ καὶ ὄψει. Κατὰ συμβεβηκὸς δὲ λέγεται
							<lb/>αἰσθητόν, οἷον εἰ τὸ λευκὸν εἴη Διάρους υἱός· κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>γὰρ τούτου
							αἰσθάνεται, ὅτι τῷ λευκῷ συμβέβηκε <lb/>τοῦτο οὗ αἰσθάνεται. Διὸ καὶ οὐδὲν πάσχει ᾗ
							τοιοῦτον <lb/>ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ. Τῶν δὲ καθ’ αὑτὰ αἰσθητῶν τὰ ἴδια <lb/>κυρίως ἐστὶν
							αἰσθητά, καὶ πρὸς ἃ ἡ οὐσία πέφυκεν ἑκάστης <lb/>αἰσθήσεως. </p>
					</div>
					<pb n="199"/>

					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Οὗ μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ὄψις, τοῦτ’ ἐστὶν ὁρατόν. Ὁρατὸν <lb/>δ’ ἔστιν χρῶμά τε, καὶ ὃ
							λόγῳ μὲν ἔστιν εἰπεῖν, ἀνώνυμον <lb/>δὲ τυγχάνει ὄν· δῆλον δὲ ἔσται ὃ λέγομεν
							προελθοῦσι <lb/>μάλιστα. Τὸ γὰρ ὁρατόν ἐστι χρῶμα. Τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶ τὸ ἐπὶ τοῦ καθ’
							αὑτὸ ὁρατοῦ· καθ’ αὑτὸ δὲ οὐ τῷ <lb/>λόγῳ, ἀλλ’ ὅτι ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὸ αἴτιον τοῦ εἶναι
							ὁρατόν. <lb/>Πᾶν δὲ χρῶμα κινητικόν ἐστι τοῦ κατ’ ἐνέργειαν διαφανοῦς, <lb/>καὶ τοῦτ’
							ἔστιν αὐτοῦ ἡ φύσις. Διόπερ οὐχ ὁρατὸν ἄνευ <lb/>φωτός, ἀλλὰ πᾶν τὸ ἑκάστου χρῶμα ἐν
							φωτὶ ὁρατόν. <lb/>Διὸ περὶ φωτὸς πρῶτον λεκτέον τί ἐστιν. Ἔστι δή τι <lb/>διαφανές.
							Διαφανὲς δὲ λέγω ὃ ἔστι μὲν ὁρατόν, οὐ καθ’ <lb/>αὑτὸ δὲ ὁρατὸν ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν, ἀλλὰ
							δι’ ἀλλότριον χρῶμα. <lb/>Τοιοῦτον δέ ἐστιν ἀὴρ καὶ ὕδωρ καὶ πολλὰ τῶν στερεῶν·
							<lb/>οὐ γὰρ ᾗ ὕδωρ οὐδ’ ᾗ ἀήρ, διαφανές, ἀλλ’ ὅτι ἐστὶ φύσις <lb/>ἐνυπάρχουσα ἡ αὐτὴ
							ἐν τούτοις ἀμφοτέροις καὶ ἐν τῷ ἀϊδίῳ <lb/>τῷ ἄνω σώματι. Φῶς δέ ἐστιν ἡ τούτου
							ἐνέργεια τοῦ διαφανοῦς <lb/>ᾗ διαφανές. Δυνάμει δὲ ἐν ᾧ τοῦτ’ ἐστί, καὶ τὸ
							<lb/>σκότος. Τὸ δὲ φῶς οἷον χρῶμά ἐστι τοῦ διαφανοῦς, ὅταν <lb/>ᾗ ἐντελεχείᾳ διαφανὲς
							ὑπὸ πυρὸς ἢ τοιούτου οἷον τὸ ἄνω <lb/>σῶμα· καὶ γὰρ τούτῳ τι ὑπάρχει ἓν καὶ ταὐτόν. Τί
							μὲν <lb/>οὖν τὸ διαφανὲς καὶ τί τὸ φῶς, εἴρηται, ὅτι οὔτε πῦρ οὔθ’ <lb/>ὅλως σῶμα οὐδ’
							ἀπορροὴ σώματος οὐδενός (εἴη γὰρ ἂν σῶμά <lb/>τι καὶ οὕτως), ἀλλὰ πυρὸς ἢ τοιούτου
							τινὸς παρουσία <lb/>ἐν τῷ διαφανεῖ· οὐδὲ γὰρ δύο σώματα ἅμα δυνατὸν ἐν <lb/>τῷ αὐτῷ
							εἶναι. Δοκεῖ δὲ τὸ φῶς ἐναντίον εἶναι τῷ σκότει· <pb n="200"/> ἔστι δὲ τὸ σκότος
							στέρησις τῆς τοιαύτης ἕξεως ἐκ <lb/>διαφανοῦς, ὥστε δῆλον ὅτι καὶ ἡ τούτου παρουσία τὸ
							φῶς <lb/>ἐστίν. Καὶ οὐκ ὀρθῶς Ἐμπεδοκλῆς, οὐδ’ εἴ τις ἄλλος <lb/>οὕτως εἴρηκεν, ὡς
							φερομένου τοῦ φωτὸς καὶ γιγνομένου <lb/>ποτὲ μεταξὺ τῆς γῆς καὶ τοῦ περιέχοντος, ἡμᾶς
							δὲ λανθάνοντος· <lb/>τοῦτο γάρ ἐστι καὶ παρὰ τὴν ἐν τῷ λόγῳ ἀλήθειαν <lb/>καὶ παρὰ τὰ
							φαινόμενα· ἐν μικρῷ μὲν γὰρ διαστήματι <lb/>λάθοι ἄν, ἀπ’ ἀνατολῆς δ’ ἐπὶ δυσμὰς τὸ
							λανθάνειν <lb/>μέγα λίαν τὸ αἴτημα. Ἔστι δὲ χρώματος μὲν <lb/>δεκτικὸν τὸ ἄχρουν,
							ψόφου δὲ τὸ ἄψοφον. Ἄχρουν <lb/>δ’ ἐστὶ τὸ διαφανὲς καὶ τὸ ἀόρατον ἢ τὸ μόλις
							ὁρώμενον, <lb/>οἷον δοκεῖ τὸ σκοτεινόν. Τοιοῦτον δὲ τὸ διαφανὲς <lb/>μέν, ἀλλ’ οὐχ
							ὅταν ᾖ ἐντελεχείᾳ διαφανές, ἀλλ’ ὅταν δυνάμει· <lb/>ἡ γὰρ αὐτὴ φύσις ὁτὲ μὲν σκότος
							ὁτὲ δὲ φῶς <lb/>ἐστίν. Οὐ πάντα δὲ ὁρατὰ ἐν φωτί ἐστιν, ἀλλὰ μόνον <lb/>ἑκάστου τὸ
							οἰκεῖον χρῶμα· ἔνια γὰρ ἐν μὲν τῷ φωτὶ οὐχ <lb/>ὁρᾶται, ἐν δὲ τῷ σκότει ποιεῖ
							αἴσθησιν, οἷον τὰ πυρώδη <lb/>φαινόμενα καὶ λάμποντα (ἀνώνυμα δ’ ἐστὶ ταῦτα ἑνὶ
							ὀνόματι), <lb/>οἷον μύκης, κέρας, κεφαλαὶ ἰχθύων καὶ λεπίδες καὶ <lb/>ὀφθαλμοί· ἀλλ’
							οὐδενὸς ὁρᾶται τούτων τὸ οἰκεῖον χρῶμα. <lb/>Δι’ ἣν μὲν οὖν αἰτίαν ταῦτα ὁρᾶται, ἄλλος
							λόγος· νῦν δ’ <lb/>ἐπὶ τοσοῦτον φανερόν ἐστιν, ὅτι τὸ μὲν ἐν φωτὶ ὁρώμενον <lb/>χρῶμα.
							Διὸ καὶ οὐχ ὁρᾶται ἄνευ φωτός· τοῦτο γὰρ ἦν <lb/>αὐτῷ τὸ χρώματι εἶναι τὸ κινητικῷ
							εἶναι τοῦ κατ’ ἐνέργειαν <lb/>διαφανοῦς· ἡ δ’ ἐντελέχεια τοῦ διαφανοῦς φῶς ἐστίν.
							<lb/>Σημεῖον δὲ τούτου φανερόν· ἐὰν γάρ τις θῇ τὸ ἔχον χρῶμα <pb n="201"/> ἐπ’ αὐτὴν
							τὴν ὄψιν, οὐκ ὄψεται· ἀλλὰ τὸ μὲν χρῶμα κινεῖ <lb/>τὸ διαφανές, οἷον τὸν ἀέρα, ὑπὸ
							τούτου δὲ συνεχοῦς ὄντος <lb/>κινεῖται τὸ αἰσθητήριον. Οὐ γὰρ καλῶς τοῦτο λέγει
							Δημόκριτος <lb/>οἰόμενος, εἰ γένοιτο κενὸν τὸ μεταξύ, ὁρᾶσθαι ἂν <lb/>ἀκριβῶς καὶ εἰ
							μύρμηξ ἐν τῷ οὐρανῷ εἴη· τοῦτο γὰρ ἀδύνατόν <lb/>ἐστιν. Πάσχοντος γάρ τι τοῦ
							αἰσθητικοῦ γίνεται <lb/>τὸ ὁρᾶν· ὑπ’ αὐτοῦ μὲν οὖν τοῦ ὁρωμένου χρώματος ἀδύνατον,
							<lb/>λείπεται δὲ ὑπὸ τοῦ μεταξύ, ὥστ’ ἀναγκαῖόν τι εἶναι <lb/>μεταξύ· κενοῦ δὲ
							γενομένου οὐχ ὅτι ἀκριβῶς, ἀλλ’ ὅλως οὐθὲν <lb/>ὀφθήσεται. Δι’ ἣν μὲν οὖν αἰτίαν τὸ
							χρῶμα ἀναγκαῖον ἐν <lb/>φωτὶ ὁρᾶσθαι, εἴρηται. Πῦρ δὲ ἐν ἀμφοῖν ὁρᾶται, καὶ ἐν
							<lb/>σκότει καὶ ἐν φωτί, καὶ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης· τὸ γὰρ διαφανὲς <lb/>ὑπὸ τούτου γίνεται
							διαφανές. Ὁ δ’ αὐτὸς λόγος καὶ περὶ <lb/>ψόφου καὶ ὀσμῆς ἐστίν· οὐθὲν γὰρ αὐτῶν
							ἁπτόμενον τοῦ <lb/>αἰσθητηρίου ποιεῖ τὴν αἴσθησιν, ἀλλ’ ὑπὸ μὲν ὀσμῆς καὶ ψόφου
							<lb/>τὸ μεταξὺ κινεῖται, ὑπὸ δὲ τούτου τῶν αἰσθητηρίων ἑκάτερον· <lb/>ὅταν δ’ ἐπ’ αὐτό
							τις ἐπιθῇ τὸ αἰσθητήριον τὸ ψοφοῦν <lb/>ἢ τὸ ὄζον, οὐδεμίαν αἴσθησιν ποιήσει. Περὶ δὲ
							ἁφῆς <lb/>καὶ γεύσεως ἔχει μὲν ὁμοίως, οὐ φαίνεται δέ· δι’ ἣν δ’ αἰτίαν, <lb/>ὕστερον
							ἔσται δῆλον. Τὸ δὲ μεταξὺ ψόφων μὲν ἀήρ, ὀσμῆς <lb/>δ’ ἀνώνυμον· κοινὸν γὰρ δή τι
							πάθος ἐπ’ ἀέρος καὶ ὕδατός <lb/>ἐστιν, ὥσπερ τὸ διαφανὲς χρώματι, οὕτω τῷ ἔχοντι ὀσμὴν
							<lb/>ὃ ἐν ἀμφοτέροις ὑπάρχει τούτοις· φαίνεται γὰρ καὶ τὰ <lb/>ἔνυδρα τῶν ζῴων ἔχειν
							αἴσθησιν ὀσμῆς. Ἀλλ’ ὁ μὲν ἄνθρωπος <lb/>καὶ τῶν πεζῶν ὅσα ἀναπνεῖ, ἀδυνατεῖ ὀσμᾶσθαι
							μὴ <lb/>ἀναπνέοντα. Ἡ δ’ αἰτία καὶ περὶ τούτων ὕστερον <lb/>λεχθήσεται. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Νῦν δὲ πρῶτον περὶ ψόφου καὶ ἀκοῆς διορίσωμεν. <pb n="202"/> Ἔστι δὲ διττὸς ὁ ψόφος·
							ὁ μὲν γὰρ ἐνέργειά τις, ὁ δὲ δύναμις· <lb/>τὰ μὲν γὰρ οὔ φαμεν ἔχειν ψόφον, οἷον
							σπόγγον, <lb/>ἔρια, τὰ δ’ ἔχειν, οἷον χαλκὸν καὶ ὅσα στερεὰ καὶ λεῖα, ὅτι <lb/>δύναται
							ψοφῆσαι. Τοῦτο δ’ ἐστὶν αὐτοῦ μεταξὺ καὶ τῆς <lb/>ἀκοῆς ἐμποιῆσαι ψόφον ἐνεργείᾳ.
							Γίνεται δ’ ὁ κατ’ ἐνέργειαν <lb/>ψόφος ἀεί τινος πρός τι καὶ ἔν τινι· πληγὴ γάρ ἐστιν
							<lb/>ἡ ποιοῦσα. Διὸ καὶ ἀδύνατον ἑνὸς ὄντος γενέσθαι ψόφον· <lb/>ἕτερον γὰρ τὸ τύπτον
							καὶ τὸ τυπτόμενον· ὥστε τὸ ψοφοῦν <lb/>πρός τι ψοφεῖ. Πληγὴ δ’ οὐ γίνεται ἄνευ φορᾶς.
							Ὥσπερ <lb/>δ’ εἴπομεν, οὐ τῶν τυχόντων πληγὴ ὁ ψόφος· οὐθένα γὰρ <lb/>ποιεῖ ψόφον ἔρια
							ἂν πληγῇ, ἀλλὰ χαλκὸς καὶ ὅσα λεῖα <lb/>καὶ κοῖλα, ὁ μὲν χαλκός, ὅτι λεῖος· τὰ δὲ
							κοῖλα τῇ ἀνακλάσει <lb/>πολλὰς ποιεῖ πληγὰς μετὰ τὴν πρώτην, ἀδυνατοῦντος
							<lb/>ἐξελθεῖν τοῦ κινηθέντος. Ἔτι ἀκούεται ἐν ἀέρι καὶ ὕδατι, <lb/>ἀλλ’ ἧττον. Οὐκ
							ἔστι δὲ ψόφου κύριος ὁ ἀὴρ οὐδὲ τὸ <lb/>ὕδωρ· ἀλλὰ δεῖ στερεῶν πληγὴν γενέσθαι πρὸς
							ἄλληλα καὶ <lb/>πρὸς τὸν ἀέρα. Τοῦτο δὲ γίνεται, ὅταν ὑπομένῃ πληγεὶς <lb/>ὁ ἀὴρ καὶ
							μὴ διαχυθῇ. Διὸ ἐὰν ταχέως καὶ σφοδρῶς πληγῇ, <lb/>ψοφεῖ· δεῖ γὰρ φθάσαι τὴν κίνησιν
							τοῦ ῥαπίζοντος τὴν <lb/>θρύψιν τοῦ ἀέρος, ὥσπερ ἂν εἰ σωρὸν ἢ ὁρμαθὸν ψάμμου
							<lb/>τύπτοι τις φερόμενον ταχύ. Ἠχὼ δὲ γίνεται, ὅταν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἀέρος ἑνὸς γενομένου
							διὰ τὸ ἀγγεῖον τὸ διορίσαν καὶ <lb/>κωλῦσαν θρυφθῆναι πάλιν ὁ ἀὴρ ἀπωσθῇ, ὥσπερ
							σφαῖρα. <lb/>Ἔοικε δ’ ἀεὶ γίνεσθαι ἠχώ, ἀλλ’ οὐ σαφής, ἐπεὶ συμβαίνει <lb/>γε ἐπὶ τοῦ
							ψόφου καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ φωτός· καὶ γὰρ τὸ <lb/>φῶς ἀεὶ ἀνακλᾶται (οὐδὲ γὰρ ἂν
							ἐγίνετο πάντῃ φῶς, ἀλλὰ <lb/>σκότος ἔξω τοῦ ἡλιουμένου), ἀλλ’ οὐχ οὕτως ἀνακλᾶται
							<lb/>ὥσπερ ἀφ’ ὕδατος ἢ χαλκοῦ ἢ καί τινος ἄλλου τῶν λείων, <pb n="203"/> ὥστε σκιὰν
							ποιεῖν, ᾗ τὸ φῶς ὁρίζομεν. Τὸ δὲ κενὸν ὀρθῶς <lb/>λέγεται κύριον τοῦ ἀκούειν. Δοκεῖ
							γὰρ εἶναι κενὸν ὁ ἀήρ, <lb/>οὗτος δ’ ἐστὶν ὁ ποιῶν ἀκούειν, ὅταν κινηθῇ συνεχὴς καὶ
							εἷς. <lb/>Ἀλλὰ διὰ τὸ ψαθυρὸς εἶναι οὐ γεγωνεῖ, ἂν μὴ λεῖον ᾖ <lb/>τὸ πληγέν. Τότε δὲ
							εἷς γίνεται ἅμα διὰ τὸ ἐπίπεδον· ἓν <lb/>γὰρ τὸ τοῦ λείου ἐπίπεδον. Ψοφητικὸν μὲν οὖν
							τὸ κινητικὸν <lb/>ἑνὸς ἀέρος συνεχείᾳ μέχρις ἀκοῆς, ἀκοὴ δὲ συμφυὴς ἀέρι. <lb/>Διὰ δὲ
							τὸ ἐν ἀέρι εἶναι, κινουμένου τοῦ ἔξω τὸ εἴσω κινεῖ. <lb/>Διόπερ οὐ πάντῃ τὸ ζῷον
							ἀκούει, οὐδὲ πάντῃ διέρχεται ὁ <lb/>ἀήρ· οὐ γὰρ πάντῃ ἔχει ἀέρα τὸ κινησόμενον μέρος
							καὶ ἔμψυχον. <lb/>Αὐτὸ μὲν δὴ ἄψοφον ὁ ἀὴρ διὰ τὸ εὔθρυπτον· <lb/>ὅταν δὲ κωλυθῇ
							θρύπτεσθαι, ἡ τούτου κίνησις ψόφος. Ὁ <lb/>δ’ ἐν τοῖς ὠσὶν ἐγκατῳκοδόμηται πρὸς τὸ
							ἀκίνητος εἶναι, <lb/>ὅπως ἀκριβῶς αἰσθάνηται πάσας τὰς διαφορὰς τῆς κινήσεως. <lb/>Διὰ
							ταῦτα δὲ καὶ ἐν ὕδατι ἀκούομεν, ὅτι οὐκ εἰσέρχεται πρὸς <lb/>αὐτὸν τὸν συμφυῆ ἀέρα·
							ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸ οὖς διὰ τὰς ἕλικας. <lb/>Ὅταν δὲ τοῦτο συμβῇ, οὐκ ἀκούει· οὐδ’ ἂν ἡ
							μῆνιγξ κάμῃ, <lb/>ὥσπερ τὸ ἐπὶ τῇ κόρῃ δέρμα ὅταν κάμῃ. Ἀλλὰ καὶ σημεῖον <lb/>τοῦ
							ἀκούειν ἢ μὴ τὸ ἠχεῖν αἰεὶ τὸ οὖς ὥσπερ τὸ κέρας· <lb/>ἀεὶ γὰρ οἰκείαν τινὰ κίνησιν ὁ
							ἀὴρ κινεῖται ὁ ἐν τοῖς ὠσίν· <lb/>ἀλλ’ ὁ ψόφος ἀλλότριος καὶ οὐκ ἴδιος. Καὶ διὰ τοῦτό
							<lb/>φασιν ἀκούειν τῷ κενῷ καὶ ἠχοῦντι, ὅτι ἀκούομεν τῷ ἔχοντι <lb/>ὡρισμένον τὸν
							ἀέρα, Πότερον δὲ ψοφεῖ τὸ τυπτόμενον ἢ <lb/>τὸ τύπτον; ἢ καὶ ἄμφω, τρόπον δ’ ἕτερον·
							ἔστι γὰρ ὁ <lb/>ψόφος κίνησις τοῦ δυναμένου κινεῖσθαι τὸν τρόπον τοῦτον <lb/>ὅνπερ τὰ
							ἀφαλλόμενα ἀπὸ τῶν λείων, ὅταν τις κρούσῃ. <lb/>Οὐ δὴ πᾶν, ὥσ περ εἴρηται, ψοφεῖ
							τυπτόμενον καὶ τύπτον, <pb n="204"/> οἷον ἐὰν πατάξῃ βελόνη βελόνην· ἀλλὰ δεῖ τὸ
							τυπτόμενον <lb/>ὁμαλὸν εἶναι, ὥστε τὸν ἀέρα ἀθροῦν ἀφάλλεσθαι καὶ σείεσθαι. <lb/>Αἱ δὲ
							διαφοραὶ τῶν ψοφούντων ἐν τῷ κατ’ ἐνέργειαν <lb/>ψόφῳ δηλοῦνται· ὥσπερ γὰρ ἄνευ φωτὸς
							οὐχ ὁρᾶται <lb/>τὰ χρώματα, οὕτως οὐδ’ ἄνευ ψόφου τὸ ὀξὺ καὶ τὸ βαρύ. <lb/>Ταῦτα δὲ
							λέγεται κατὰ μεταφορὰν ἀπὸ τῶν ἁπτῶν· τὸ μὲν <lb/>γὰρ ὀξὺ κινεῖ τὴν αἴσθησιν ἐν ὀλίγῳ
							χρόνῳ ἐπὶ πολύ, τὸ δὲ <lb/>βαρὺ ἐν πολλῷ ἐπ’ ὀλίγον. Οὐ δὴ ταχὺ τὸ ὀξύ, τὸ δὲ
							<lb/>βαρὺ βραδύ, ἀλλὰ γίνεται τοῦ μὲν διὰ τὸ τάχος ἡ κίνησις <lb/>τοιαύτη, τοῦ δὲ διὰ
							βραδυτῆτα. Καὶ ἔοικεν ἀνάλογον <lb/>ἔχειν τῷ περὶ τὴν ἁφὴν ὀξεῖ καὶ ἀμβλεῖ· τὸ μὲν γὰρ
							ὀξὺ <lb/>οἷον κεντεῖ, τὸ δ’ ἀμβλὺ οἷον ὠθεῖ διὰ τὸ κινεῖν, τὸ μὲν ἐν <lb/>ὀλίγῳ, τὸ δὲ
							ἐν πολλῷ, ὥστε συμβαίνει τὸ μὲν ταχὺ τὸ δὲ <lb/>βραδὺ εἶναι. Περὶ μὲν οὖν ψόφου ταύτῃ
							διωρίσθω. Ἡ δὲ <lb/>φωνὴ ψόφος τίς ἐστιν ἐμψύχου· τῶν γὰρ ἀψύχων οὐθὲν <lb/>φωνεῖ,
							ἀλλὰ καθ’ ὁμοιότητα λέγεται φωνεῖν, οἷον αὐλὸς <lb/>καὶ λύρα καὶ ὅσα ἄλλα τῶν ἀψύχων
							ἀπότασιν ἔχει καὶ μέλος <lb/>καὶ διάλεκτον· ἔοικε γὰρ ὅτι καὶ ἡ φωνὴ ταῦτ’ ἔχει, πολλὰ
							<lb/>δὲ τῶν ζῴων οὐκ ἔχουσι φωνήν, οἷον τά τε ἄναιμα καὶ τῶν <lb/>ἐναίμων ἰχθύες. Καὶ
							τοῦτ’ εὐλόγως, εἴπερ ἀέρος κίνησίς τίς <lb/>ἐστιν ὁ ψόφος. Ἀλλ’ οἱ λεγόμενοι φωνεῖν,
							οἷον ἐν τῷ <lb/>Ἀχελῴῳ, ψοφοῦσι τοῖς βραγχίοις ἤ τινι ἑτέρῳ τοιούτῳ. <lb/>Φωνὴ δ’ ἐστὶ
							ζῴου ψόφος, καὶ οὐ τῷ τυχόντι μορίῳ. Ἀλλ’ <lb/>ἐπεὶ πᾶν ψοφεῖ τύπτοντός τινος καί τι
							καὶ ἔν τινι, τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶν ἀήρ, εὐλόγως ἂν φωνοίη ταῦτα μόνα ὅσα δέχεται
							<lb/>τὸν ἀέρα. Ἤδη γὰρ τῷ ἀναπνεομένῳ καταχρῆται ἡ φύσις <lb/>ἐπὶ δύο ἔργα, καθάπερ τῇ
							γλώττῃ ἐπί τε τὴν γεῦσιν καὶ <lb/>τὴν διάλεκτον, ὧν ἡ μὲν γεῦσις ἀναγκαῖον (διὸ καὶ
							πλείοσιν <pb n="205"/> ὑπάρχει), ἡ δ’ ἑρμηνεία ἕνεκα τοῦ εὖ, οὕτω καὶ τῷ πνεύματι
							<lb/>πρός τε τὴν θερμότητα τὴν ἐντὸς ὡς ἀναγκαῖον (τὸ δ’ αἴτιον <lb/>ἐν ἑτέροις
							εἰρήσεται) καὶ πρὸς τὴν φωνήν, ὅπως ὑπάρχῃ <lb/>τὸ εὖ. Ὄργανον δὲ τῇ ἀναπνοῇ ὁ φάρυγξ·
							οὖ δ’ ἕνεκα <lb/>καὶ τὸ μόριόν ἐστι τοῦτο, πλεύμων· τούτῳ γὰρ τῷ μορίῳ <lb/>πλεῖστον
							ἔχει τὸ θερμὸν τὰ πεζὰ τῶν ἄλλων. Δεῖται δὲ <lb/>τῆς ἀναπνοῆς καὶ ὁ περὶ τὴν καρδίαν
							τόπος πρῶτος. Διὸ <lb/>ἀναγκαῖον εἴσω ἀναπνεομένου εἰσιέναι τὸν ἀέρα. Ὥστε ἡ
							<lb/>πληγὴ τοῦ ἀναπνεομένου ἀέρος ὑπὸ τῆς ἐν τούτοις τοῖς <lb/>μορίοις ψυχῆς πρὸς τὴν
							καλουμένην ἀρτηρίαν φωνή ἐστιν. <lb/>Οὐ γὰρ πᾶς ζῴου ψόφος φωνή, καθάπερ εἴπομεν (ἔστι
							γὰρ <lb/>καὶ τῇ γλώττῃ ψοφεῖν καὶ ὡς οἱ βήττοντες), ἀλλὰ δεῖ <lb/>ἔμψυχόν τε εἶναι τὸ
							τύπτον καὶ μετὰ φαντασίας τινός· <lb/>σημαντικὸς γὰρ δή τις ψόφος ἐστὶν ἡ φωνή, καὶ οὐ
							τοῦ <lb/>ἀναπνεομένου ἀέρος, ὥσπερ ἡ βήξ· ἀλλὰ τούτῳ τύπτει <lb/>τὸν ἐν τῇ ἀρτηρίᾳ
							πρὸς αὐτήν. Σημεῖον δὲ τὸ μὴ δύνασθαι <lb/>φωνεῖν ἀναπνέοντα μηδ’ ἐκπνέοντα, ἀλλὰ
							κατέχοντα· κινεῖ <lb/>γὰρ τοῦτο ὁ κατέχων. Φανερὸν δὲ καὶ διότι οἱ ἰχθύες <lb/>ἄφωνοι·
							οὐ γὰρ ἔχουσι φάρυγγα. Τοῦτο δὲ τὸ μόριον οὐκ <lb/>ἔχουσιν, ὅτι οὐ δέχονται τὸν ἀέρα
							οὐδ’ ἀναπνέουσιν. Δι’ <lb/>ἣν μὲν οὖν αἰτίαν, ἕτερός ἐστι λόγος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Περὶ δὲ ὀσμῆς καὶ ὀσφραντοῦ ἧττον εὐδιόριστόν ἐστι <lb/>τῶν εἰρημένων· οὐ γὰρ δῆλον
							ποῖόν τί ἐστιν ἡ ὀσμή, <lb/>οὕτως ὡς ὁ ψόφος ἢ τὸ χρῶμα. Αἴτιον δ’ ὅτι τὴν <pb n="206"/> αἴσθησιν ταύτην οὐκ ἔχομεν ἀκριβῆ, ἀλλὰ χείρω πολλῶν <lb/>ζῴων· φαύλως γὰρ ἄνθρωπος
							ὀσμᾶται, καὶ οὐθενὸς αἰσθάνεται <lb/>τῶν ὀσφραντῶν ἄνευ τοῦ λυπηροῦ ἢ τοῦ ἡδέος, ὡς
							οὐκ <lb/>ὄντος ἀκριβοῦς τοῦ αἰσθητηρίου. Εὔλογον δ’ οὕτω καὶ τὰ <lb/>σκληρόφθαλμα τῶν
							χρωμάτων αἰσθάνεσθαι, καὶ μὴ διαδήλους <lb/>αὐτοῖς εἶναι τὰς διαφορὰς τῶν χρωμάτων
							πλὴν τῷ <lb/>φοβερῷ καὶ ἀφόβῳ. Οὕτω δὲ καὶ τὰς ὀσμὰς τὸ τῶν ἀνθρώπων <lb/>γένος· ἔοικε
							μὲν γὰρ ἀνάλογον ἔχειν πρὸς τὴν <lb/>γεῦσιν καὶ ὁμοίως τὰ εἴδη τῶν χυμῶν τοῖς τῆς
							ὀσμῆς, ἀλλ’ <lb/>ἀκριβεστέραν ἔχομεν τὴν γεῦσιν διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν ἁφήν <lb/>τινα,
							ταύτην δ’ ἔχειν τὴν αἴσθησιν τὸν ἄνθρωπον ἀκριβεστάτην· <lb/>ἐν μὲν γὰρ ταῖς ἄλλαις
							λείπεται πολλῷ τῶν <lb/>ζῴων, κατὰ δὲ τὴν ἁφὴν πολλῶν τῶν ἄλλων διαφερόντως
							<lb/>ἀκριβοῖ. Διὸ καὶ φρονιμώτατόν ἐστι τῶν ζῴων. Σημεῖον <lb/>δὲ τὸ καὶ ἐν τῷ γένει
							τῶν ἀνθρώπων παρὰ τὸ αἰσθητήριον <lb/>τοῦτο εἶναι εὐφυεῖς καὶ ἀφυεῖς, παρ’ ἄλλο δὲ
							μηδέν· οἱ μὲν <lb/>γὰρ σκληρόσαρκοι ἀφυεῖς τὴν διάνοιαν, οἱ δὲ μαλακόσαρκοι
							<lb/>εὐφυεῖς. Ἔστι δ’, ὥσπερ χυμὸς ὁ μὲν γλυκὺς ὁ δὲ πικρός, <lb/>οὕτω καὶ ὀσμαί. Ἀλλὰ
							τὰ μὲν ἔχουσι τὴν ἀνάλογον <lb/>ὀσμὴν καὶ χυμόν, λέγω δὲ οἷον γλυκεῖαν ὀσμὴν καὶ
							γλυκὺν <lb/>χυμόν, τὰ δὲ τοὐναντίον. Ὁμοίως δὲ καὶ δριμεῖα καὶ <lb/>αὐστηρὰ καὶ ὀξεῖα
							καὶ λιπαρά ἐστιν ὀσμή. Ἀλλ’ ὥσπερ <lb/>εἴπομεν, διὰ τὸ μὴ σφόδρα διαδήλους εἶναι τὰς
							ὀσμὰς <lb/>ὥσπερ τοὺς χυμούς, ἀπὸ τούτων εἴληφε τὰ ὀνόματα καθ’ <lb/>ὁμοιότητα τῶν
							πραγμάτων· ἡ μὲν γὰρ γλυκεῖα ἀπὸ τοῦ <lb/>κρόκου καὶ τοῦ μέλιτος, ἡ δὲ δριμεῖα θύμου
							καὶ τῶν τοιούτων· <lb/>τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἔστι δ’ <pb n="207"/>
							ὥσπερ ἡ ἀκοὴ καὶ ἑκάστη τῶν αἰσθήσεων, ἡ μὲν τοῦ ἀκουστοῦ <lb/>καὶ ἀνηκούστου, ἡ δὲ
							τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου, καὶ <lb/>ἡ ὄσφρησις τοῦ ὀσφραντοῦ καὶ ἀνοσφράντου. Ἀνόσφραντον
							<lb/>δὲ τὸ μὲν παρὰ τὸ ὅλως ἀδύνατον ἔχειν ὀσμήν, <lb/>τὸ δὲ μικρὰν ἔχον καὶ φαύλην.
							Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ <lb/>ἄγευστον λέγεται. Ἔστι δὲ καὶ ἡ ὄσφρησις διὰ τοῦ <lb/>μεταξύ,
							οἷον ἀέρος ἢ ὕδατος· καὶ γὰρ τὰ ἔνυδρα δοκοῦσιν <lb/>ὀσμῆς αἰσθάνεσθαι. Ὁμοίως δὲ καὶ
							τὰ ἔναιμα καὶ τὰ <lb/>ἄναιμα, ὥσπερ καὶ τὰ ἐν τῷ ἀέρι· καὶ γὰρ τούτων ἔνια
							<lb/>πόρρωθεν ἀπαντᾷ πρὸς τὴν τροφὴν ὕποσμα γινόμενα. Διὸ <lb/>καὶ ἄπορον φαίνεται, εἰ
							πάντα μὲν ὁμοίως ὀσμᾶται, ὁ δ’ <lb/>ἄνθρωπος ἀναπνέων μέν, μὴ ἀναπνέων δὲ ἀλλ’ ἐκπνέων
							<lb/>ἢ κατέχων τὸ πνεῦμα οὐκ ὀσμᾶται, οὔτε πόρρωθεν οὔτ’ <lb/>ἐγγύθεν, οὐδ’ ἂν ἐπὶ τοῦ
							μυκτῆρος ἐντὸς τεθῇ. Καὶ τὸ μὲν <lb/>ἐπ’ αὐτῷ τιθέμενον τῷ αἰσθητηρίῳ ἀναίσθητον εἶναι
							κοινὸν <lb/>πάντων· ἀλλὰ τὸ ἄνευ τοῦ ἀναπνεῖν μὴ αἰσθάνεσθαι ἴδιον <lb/>ἐπὶ τῶν
							ἀνθρώπων· δῆλον δὲ πειρωμένοις. Ὥστε τὰ ἄναιμα, <lb/>ἐπειδὴ οὐκ ἀναπνέουσιν, ἑτέραν ἄν
							τιν’ αἴσθησιν ἔχοι παρὰ <lb/>τὰς λεγομένας. Ἀλλ’ ἀδύνατον, εἴπερ τῆς ὀσμῆς αἰσθάνεται·
							<lb/>ἡ γὰρ τοῦ ὀσφραντοῦ αἴσθησις καὶ δυσώδους καὶ <lb/>εὐώδους ὄσφρησίς ἐστιν. Ἔτι δὲ
							καὶ φθειρόμενα φαίνεται <lb/>ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν ὀσμῶν ὑφ’ ὧνπερ ἄνθρωπος, οἷον ἀσφάλτου
							<lb/>καὶ θείου καὶ τῶν τοιούτων. Ὀσφραίνεσθαι μὲν οὖν <lb/>ἀναγκαῖον, ἀλλ’ οὐκ
							ἀναπνέοντα. Ἔοικε δὲ τοῖς ἀνθρώποις <lb/>διαφέρειν τὸ αἰσθητήριον τοῦτο πρὸς τὸ τῶν
							ἄλλων <pb n="208"/> ζῴων, ὥσπερ τὰ ὄμματα πρὸς τὰ τῶν σκληροφθάλμων· τὰ <lb/>μὲν γὰρ
							ἔχει φράγμα καὶ ὥσπερ ἔλυτρον τὰ βλέφαρα, <lb/>ἃ μὴ κινήσας μηδ’ ἀνασπάσας οὐχ ὁρᾷ· τὰ
							δὲ σκληρόφθαλμα <lb/>οὐδὲν ἔχει τοιοῦτον, ἀλλ’ εὐθέως ὁρᾷ τὰ γινόμενα <lb/>ἐν τῷ
							διαφανεῖ. Οὕτως οὖν καὶ τὸ ὀσφραντικὸν αἰσθητήριον <lb/>τοῖς μὲν ἀκάλυφες εἶναι, ὥσπερ
							τὸ ὄμμα, τοῖς δὲ τὸν ἀέρα <lb/>δεχομένοις ἔχειν ἐπικάλυμμα, ὃ ἀναπνεόντων
							ἀποκαλύπτεσθαι, <lb/>διευρυνομένων τῶν φλεβίων καὶ τῶν πόρων. Καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τὰ
							ἀναπνέοντα οὐκ ὀσμᾶται ἐν τῷ ὑγρῷ· ἀναγκαῖον <lb/>γὰρ ὀσφραθνῆναι ἀναπνεύσαντα, τοῦτο
							δὲ ποιεῖν ἐν τῷ <lb/>ὑγρῷ ἀδύνατον. Ἔστι δ’ ἡ ὀσμὴ τοῦ ξηροῦ, ὥσπερ ὁ χυμὸς <lb/>τοῦ
							ὑγροῦ· τὸ δὲ ὀσφραντικὸν αἰσθητήριον δυνάμει <lb/>τοιοῦτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Τὸ δὲ γευστόν ἐστιν ἁπτόν τι· καὶ τοῦτ’ αἴτιον τοῦ μὴ <lb/>εἶναι αἰσθητὸν διὰ τοῦ
							μεταξὺ ἀλλοτρίου ὄντος σώματος· <lb/>οὐδὲ γὰρ ἡ ἁφή. Καὶ τὸ σῶμα δὲ ἐν ᾧ ὁ χυμός, τὸ
							γευστόν, <lb/>ἐν ὑγρῷ ὡς ὕλῃ· τοῦτο δ’ ἁπτόν τι. Διὸ κἂν εἰ ἐν <lb/>ὕδατι εἶμεν,
							αἰσθανοίμεθ’ ἂν ἐμβληθέντος τοῦ γλυκέος, <lb/>οὐκ ἦν δ’ ἂν ἡ αἴσθησις ἡμῖν διὰ τοῦ
							μεταξύ, ἀλλὰ τῷ <lb/>μιχθῆναι τῷ ὑγρῷ, καθάπερ ἐπὶ τοῦ ποτοῦ. Τὸ δὲ <lb/>χρῶμα οὐχ
							οὕτως ὁρᾶται τῷ μίγνυσθαι, οὐδὲ ταῖς ἀπορροίαις. <lb/>Ὡς μὲν οὖν τὸ μεταξὺ οὐθέν
							ἐστιν· ὡς δὲ χρῶμα <lb/>τὸ ὁρατόν, οὕτω τὸ γευστὸν ὁ χυμός. Οὐθὲν δὲ ποιεῖ <lb/>χυμοῦ
							αἴσθησιν ἄνευ ὑγρότητος, ἀλλ’ ἔχει ἐνεργείᾳ ἢ <lb/>δυνάμει ὑγρότητα, οἷον τὸ ἁλμυρόν·
							εὔτηκτόν τε γὰρ <lb/>αὐτὸ καὶ συντηκτικὸν γλώττης. Ὥσπερ δὲ καὶ ἡ ὄψις <pb n="209"/>
							ἐστὶ τοῦ τε ὁρατοῦ καὶ τοῦ ἀοράτου (τὸ γὰρ σκότος <lb/>ἀόρατον, κρίνει δὲ καὶ τοῦτο ἡ
							ὄψις), ἔτι τοῦ λίαν λαμπροῦ <lb/>(καὶ γὰρ τοῦτο ἀόρατον, ἄλλον δὲ τρόπον τοῦ σκότους),
							<lb/>ὁμοίως δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ ψόφου τε καὶ σιγῆς, ὧν τὸ μὲν ἀκουστὸν <lb/>τὸ δ’ οὐκ
							ἀκουστόν, καὶ μεγάλου ψόφου, καθάπερ ἡ <lb/>ὄψις τοῦ λαμπροῦ· ὥσπερ γὰρ ὁ μικρὸς ψόφος
							ἀνήκουστος <lb/>τρόπον τινά, καὶ ὁ μέγας τε καὶ ὁ βίαιος· ἀόρατον <lb/>δὲ τὸ μὲν ὅλως
							λέγεται, ὥσπερ καὶ ἐπ’ ἄλλων τὸ ἀδύνατον, <lb/>τὸ δ’, ἐὰν πεφυκὸς μὴ ἔχῃ ἢ φαύλως,
							ὥσπερ τὸ ἄπουν καὶ <lb/>τὸ ἀπύρηνον· οὕτω δὴ καὶ ἡ γεῦσις τοῦ γευστοῦ τε <lb/>καὶ
							ἀγεύστου· τοῦτο δὲ τὸ μικρὸν ἢ φαῦλον ἔχον χυμὸν <lb/>ἢ φθαρτικὸν τῆς γεύσεως. Δοκεῖ
							δ’ εἶναι ἀρχὴ τὸ ποτὸν <lb/>καὶ ἄποτον· γεῦσις γάρ τις ἀμφότερα· ἀλλὰ τὸ μὲν φαύλη
							<lb/>καὶ φθαρτικὴ τῆς γεύσεως, τὸ δὲ κατὰ φύσιν. Ἔστι δὲ <lb/>κοινὸν ἁφῆς καὶ γεύσεως
							τὸ ποτόν. Ἐπεὶ δ’ ὑγρὸν τὸ <lb/>γευστόν, ἀνάγκη καὶ τὸ αἰσθητήριον αὐτοῦ μήτε ὑγρὸν
							<lb/>εἶναι ἐντελεχείᾳ μήτε ἀδύνατον ὑγραίνεσθαι· πάσχει γάρ <lb/>τι ἡ γεῦσις ὑπὸ τοῦ
							γευστοῦ, ᾗ γευστόν. Ἀναγκαῖον ἄρα <lb/>ὑγρανθῆναι τὸ δυνάμενον μὲν ὑγραίνεσθαι
							σωζόμενον, μὴ <lb/>ὑγρὸν δέ, τὸ γευστικὸν αἰσθητήριον. Σημεῖον δὲ τὸ μήτε
							<lb/>κατάξηρον οὖσαν τὴν γλῶτταν αἰσθάνεσθαι μήτε λίαν <lb/>ὑγράν· αὕτη γὰρ ἁφὴ
							γίνεται τοῦ πρώτου ὑγροῦ, ὥσπερ <lb/>ὅταν προγευματίσας τις ἰσχυροῦ χυμοῦ γεύηται
							ἑτέρου· <lb/>καὶ οἷον τοῖς κάμνουσι πικρὰ πάντα φαίνεται διὰ τὸ τῇ <lb/>γλώττῃ πλήρει
							τοιαύτης ὑγρότητος αἰσθάνεσθαι. Τὰ δ’ <lb/>εἴδη τῶν χυμῶν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν χρωμάτων,
							ἁπλᾶ μὲν <lb/>τἀναντία, τὸ γλυκὺ καὶ τὸ πικρόν, ἐχόμενα δὲ τοῦ μὲν τὸ <lb/>λιπαρόν,
							τοῦ δὲ τὸ ἁλμυρόν· μεταξὺ δὲ τούτων τό τε δριμὺ <pb n="210"/> καὶ τὸ αὐστηρὸν καὶ
							στρυφνὸν καὶ ὀξύ· σχεδὸν γὰρ αὗται <lb/>δοκοῦσιν εἶναι διαφοραὶ χυμῶν. Ὥστε τὸ
							γευστικόν ἐστι <lb/>τὸ δυνάμει τοιοῦτον, γευστὸν δὲ τὸ ποιητικὸν ἐντελεχείᾳ
							<lb/>αὐτοῦ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Περὶ δὲ τοῦ ἁπτοῦ καὶ ἁφῆς ὁ αὐτὸς λόγος. Εἰ γὰρ <lb/>ἡ ἁφὴ μὴ μία ἐστὶν αἴσθησις
							ἀλλὰ πλείους, ἀναγκαῖον καὶ <lb/>τὰ ἁπτὰ αἰσθητὰ πλείω εἶναι. Ἔχει δ’ ἀπορίαν πότερον
							<lb/>πλείους εἰσὶν ἢ μία, καὶ τί τὸ αἰσθητήριον τὸ τοῦ ἁπτοῦ <lb/>ἁπτικόν, πότερον ἡ
							σὰρξ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις τὸ ἀνάλογον, <lb/>ἢ οὔ, ἀλλὰ τοῦτο μέν ἐστι τὸ μεταξύ, τὸ δὲ
							πρῶτον αἰσθητήριον <lb/>ἄλλο τί ἐστιν ἐντός. Πᾶσά τε γὰρ αἴσθησις <lb/>μιᾶς
							ἐναντιώσεως εἶναι δοκεῖ, οἷον ὄψις λευκοῦ καὶ μέλανος <lb/>καὶ ἀκοὴ ὀξέος καὶ βαρέος
							καὶ γεῦσις πικροῦ καὶ γλυκέος· <lb/>ἐν δὲ τῷ ἁπτῷ πολλαὶ ἔνεισιν ἐναντιώσεις, θερμὸν
							ψυχρόν, <lb/>ξηρὸν ὑγρόν, σκληρὸν μαλακόν, καὶ τῶν ἄλλων ὅσα τοιαῦτα. <lb/>Ἔχει δέ
							τινα λύσιν πρός γε ταύτην τὴν ἀπορίαν, ὅτι καὶ <lb/>ἐπὶ τῶν ἄλλων αἰσθήσεών εἰσιν
							ἐναντιώσεις πλείους, οἷον ἐν <lb/>φωνῇ οὐ μόνον ὀξύτης καὶ βαρύτης, ἀλλὰ καὶ μέγεθος
							καὶ <lb/>μικρότης καὶ λειότης καὶ τραχύτης φωνῆς καὶ τοιαῦθ’ ἕτερα. <lb/>Εἰσὶ δὲ καὶ
							περὶ χρῶμα διαφοραὶ τοιαῦται ἕτεραι. Ἀλλὰ <lb/>τί τὸ ἓν τὸ ὑποκείμενον, ὥσπερ ἀκοῇ
							ψόφος, οὕτω τῇ ἁφῇ, <lb/>οὐκ ἔστιν ἔνδηλον. Πότερον δ’ ἐστὶ τὸ αἰσθητήριον ἐντός,
							<lb/>ἢ οὔ, ἀλλ’ εὐθέως ἡ σάρξ; Οὐδὲν δοκεῖ σημεῖον εἶναι τὸ <lb/>γίνεσθαι τὴν αἴσθησιν
							ἅμα θιγγανομένων. Καὶ γὰρ νῦν <lb/>εἴ τις περὶ τὴν σάρκα περιτείνειεν οἷον ὑμένα
							ποιήσας, <lb/>ὁμοίως τὴν αἴσθησιν εὐθέως ἁψάμενος ἐνσημαίνει· καίτοι <lb/>δῆλον ὡς οὐκ
							ἔστιν ἐν τούτῳ τὸ αἰσθητήριον· εἰ δὲ καὶ συμφυὲς <pb n="211"/> γένοιτο, θᾶττον ἔτι
							διικνοῖτ’ ἂν ἡ αἴσθησις. Διὸ <lb/>τὸ τοιοῦτο μόριον τοῦ σώματος ἔοικεν οὕτως ἔχειν
							ὥσπερ <lb/>ἂν εἰ κύκλῳ ἡμῖν περιεπεφύκει ὁ ἀήρ· ἐδοκοῦμεν γὰρ ἂν ἑνί <lb/>τινι
							αἰσθάνεσθαι καὶ ψόφου καὶ χρώματος καὶ ὀσμῆς, καὶ <lb/>μία τις αἴσθησις εἶναι ὄψις
							ἀκοὴ ὄσφρησις. Νῦν δὲ <lb/>διὰ τὸ διωρίσθαι δι’ οὗ γίνονται αἱ κινήσεις, φανερὰ τὰ
							<lb/>εἰρημένα αἰσθητήρια ἕτερα ὄντα. Ἐπὶ δὲ τῆς ἁφῆς τοῦτο <lb/>νῦν ἄδηλον· ἐξ ἀέρος
							μὲν γὰρ ἢ ὕδατος ἀδύνατον συστῆναι <lb/>τὸ ἔμψυχον σῶμα· δεῖ γάρ τι στερεὸν εἶναι.
							Λείπεται <lb/>δὴ μικτὸν ἐκ γῆς καὶ τούτων εἶναι, οἷον βούλεται ἡ σὰρξ <lb/>καὶ τὸ
							ἀνάλογον· ὥστε ἀναγκαῖον καὶ τὸ σῶμα εἶναι <lb/>μεταξὺ τοῦ ἁπτικοῦ προσπεφυκός, δι’ οὗ
							γίνονται αἱ <lb/>αἰσθήσεις πλείους οὖσαι. Δηλοῖ δ’ ὅτι πλείους ἡ ἐπὶ τῆς <lb/>γλώττης
							ἁφή· ἁπάντων γὰρ τῶν ἁπτῶν αἰσθάνεται <lb/>κατὰ τὸ αὐτὸ μόριον καὶ χυμοῦ. Εἰ μὲν οὖν
							καὶ ἡ ἄλλη <lb/>σὰρξ ᾐσθάνετο τοῦ χυμοῦ, ἐδόκει ἂν ἡ αὐτὴ καὶ μία <lb/>εἶναι αἴσθησις
							ἡ γεῦσις καὶ ἡ ἁφή· νῦν δὲ δύο διὰ τὸ μὴ <lb/>ἀντιστρέφειν. Ἀπορήσειε δ’ ἄν τις, εἰ
							πᾶν σῶμα βάθος <lb/>ἔχει· τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ τρίτον μέγεθος· ὧν δ’ ἐστὶ δύο <lb/>σωμάτων
							μεταξὺ σῶμά τι, οὐκ ἐνδέχεται ταῦτα ἀλλήλων <lb/>ἅπτεσθαι. Τὸ δ’ ὑγρὸν οὐκ ἔστιν ἄνευ
							σώματος, οὐδὲ τὸ <lb/>διερόν, ἀλλ’ ἀναγκαῖον ὕδωρ εἶναι ἢ ἔχειν ὕδωρ. Τὰ δὲ
							<lb/>ἁπτόμενα ἀλλήλων ἐν τῷ ὕδατι, μὴ ξηρῶν τῶν ἄκρων ὄντων, <lb/>ἀναγκαῖον ὕδωρ ἔχειν
							μεταξύ, οὗ ἀνάπλεα τὰ ἔσχατα. <lb/>Εἰ δὲ τοῦτ’ ἀληθές, ἀδύνατον ἅψασθαι ἄλλο ἄλλου ἐν
								<pb n="212"/> ὕδατι. Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐν τῷ ἀέρι· ὁμοίως γὰρ <lb/>ἔχει ὁ ἀὴρ
							πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὸ ὕδωρ πρὸς τὰ ἐν τῷ <lb/>ὕδατι. Λανθάνει δὲ μᾶλλον ἡμᾶς, ὥσπερ
							καὶ τὰ ἐν τῷ <lb/>ὕδατι ζῷα, εἰ διερὸν διεροῦ ἅπτεται. Πότερον οὖν πάντων <lb/>ὁμοίως
							ἐστὶν ἡ αἴσθησις, ἢ ἄλλων ἄλλως, καθάπερ νῦν δοκεῖ <lb/>ἡ μὲν γεῦσις καὶ ἡ ἁφὴ τῷ
							ἅπτεσθαι, αἱ δ’ ἄλλαι ἄποθεν. <lb/>Τὸ δ’ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ τὸ σκληρὸν καὶ τὸ μαλακὸν
							δι’ <lb/>ἑτέρων αἰσθανόμεθα, ὥσπερ καὶ τὸ ψοφητικὸν καὶ τὸ <lb/>ὁρατὸν καὶ τὸ
							ὀσφραντόν· ἀλλὰ τὰ μὲν πόρρωθεν, τὰ δ’ <lb/>ἐγγύθεν. Διὸ λανθάνει, ἐπεὶ αἰσθανόμεθά γε
							πάντων διὰ <lb/>τοῦ μέσου· ἀλλ’ ἐπὶ τούτων λανθάνει. Καίτοι καθάπερ <lb/>εἴπαμεν καὶ
							πρότερον, κἂν εἰ δι’ ὑμένος αἰσθανοίμεθα τῶν <lb/>ἁπτῶν ἁπάντων λανθάνοντος ὅτι
							διείργει, ὁμοίως ἂν ἔχοιμεν <lb/>ὥσπερ καὶ νῦν ἐν τῷ ὕδατι καὶ ἐν τῷ ἀέρι· δοκοῦμεν
							γὰρ <lb/>αὐτῶν ἅπτεσθαι καὶ οὐδὲν εἶναι διὰ μέσου. Ἀλλὰ διαφέρει <lb/>τὸ ἁπτὸν τῶν
							ὁρατῶν καὶ τῶν ψοφητικῶν, ὅτι ἐκείνων <lb/>μὲν αἰσθανόμεθα τῷ τὸ μεταξὺ ποιεῖν τι
							ἡμᾶς, τῶν δὲ <lb/>ἁπτῶν οὐχ ὑπὸ τοῦ μεταξὺ ἀλλ’ ἅμα τῷ μεταξύ, ὥσπερ ὁ <lb/>δι’
							ἀσπίδος πληγείς· οὐ γὰρ ἡ ἀσπὶς πληγεῖσα ἐπάταξεν, <lb/>ἀλλ’ ἄμφω συνέβη πληγῆναι.
							Ὅλως δ’ ἔοικεν ἡ σὰρξ καὶ <lb/>ἡ γλῶττα, ὡς ὁ ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ πρὸς τὴν ὄψιν καὶ τὴν
							<lb/>ἀκοὴν καὶ τὴν ὄσφρησιν ἔχουσιν, οὕτως ἔχειν πρὸς τὸ αἰσθητήριον <lb/>ὥσπερ
							ἐκείνων ἕκαστον. Αὐτοῦ δὲ τοῦ αἰσθητηρίου <lb/>ἁπτομένου οὔτ’ ἐκεῖ οὔτ’ ἐνταῦθα
							γένοιτ’ ἂν αἴσθησις, <lb/>οἷον εἴ τις σῶμα τὸ λευκὸν ἐπὶ τοῦ ὄμματος θείη τὸ
							<lb/>ἔσχατον. Ἧι καὶ δῆλον ὅτι ἐντὸς τὸ τοῦ ἁπτοῦ αἰσθητικόν. <pb n="213"/> Οὕτω γὰρ
							ἂν συμβαίνοι ὅπερ καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων· ἐπιτιθεμένων γὰρ ἐπὶ τὸ αἰσθητήριον οὐκ
							αἰσθάνεται, <lb/>ἐπὶ δὲ τὴν σάρκα ἐπιτιθεμένων αἰσθάνεται· ὥστε τὸ <lb/>μεταξὺ τοῦ
							ἁπτικοῦ ἡ σάρξ. Ἁπταὶ μὲν οὖν εἰσὶν αἱ <lb/>διαφοραὶ τοῦ σώματος ᾗ σῶμα· λέγω δὲ
							διαφορὰς αἳ τὰ <lb/>στοιχεῖα διορίζουσι, θερμὸν ψυχρόν, ξηρὸν ὑγρόν, περὶ ὧν
							<lb/>εἰρήκαμεν πρότερον ἐν τοῖς περὶ στοιχείων. Τὸ δὲ αἰσθητήριον <lb/>αὐτῶν τὸ
							ἁπτικόν, καὶ ἐν ᾧ ἡ καλουμένη ἁφὴ ὑπάρχει <lb/>πρώτῳ, τὸ δυνάμει τοιοῦτόν ἐστι μόριον·
							τὸ γὰρ αἰσθάνεσθαι <lb/>πάσχειν τι ἐστίν. Ὥστε τὸ ποιοῦν οἷον αὐτὸ ἐνεργείᾳ,
							<lb/>τοιοῦτον ἐκεῖνο ποιεῖ δυνάμει ὄν. Διὸ τοῦ ὁμοίως <lb/>θερμοῦ καὶ ψυχροῦ ἢ σκληροῦ
							καὶ μαλακοῦ οὐκ αἰσθανόμεθα, <lb/>ἀλλὰ τῶν ὑπερβολῶν, ὡς τῆς αἰσθήσεως οἷον μεστότητός
							<lb/>τινος οὔσης τῆς ἐν τοῖς αἰσθητοῖς ἐναντιώσεως. Καὶ <lb/>διὰ τοῦτο κρίνει τὰ
							αἰσθητά. Τὸ γὰρ μέσον κριτικόν· <lb/>γίνεται γὰρ πρὸς ἑκάτερον αὐτῶν θάτερον τῶν
							ἄκρων· καὶ <lb/>δεῖ ὥσπερ τὸ μέλλον αἰσθήσεσθαι λευκοῦ καὶ μέλανος μηδέτερον
							<lb/>αὐτῶν εἶναι ἐνεργείᾳ, δυνάμει δ’ ἄμφω, οὕτω δὴ καὶ <lb/>ἐπὶ τῶν ἄλλων καὶ ἐπὶ τῆς
							ἁφῆς μήτε θερμὸν μήτε ψυχρόν. <lb/>Ἔτι δ’ ὥσπερ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου ἦν πως ἡ ὄψις,
							ὁμοίως δὲ <lb/>καὶ αἱ λοιπαὶ τῶν ἀντικειμένων, οὕτω καὶ ἡ ἁφὴ τοῦ ἁπτοῦ <lb/>καὶ
							ἀνάπτου· ἄναπτον δ’ ἐστὶ τό τε μικρὰν ἔχον πάμπαν <lb/>διαφορὰν τῶν ἁπτῶν, οἷον
							πέπονθεν ὁ ἀήρ, καὶ τῶν ἁπτῶν <lb/>αἱ ὑπερβολαί, ὥσπερ τὰ φθαρτικά. Καθ’ ἑκάστην μὲν
							οὖν <lb/>τῶν αἰσθήσεων εἴρηται τύπῳ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Καθόλου δὲ περὶ πάσης αἰσθήσεως δεῖ λαβεῖν ὅτι ἡ μὲν <lb/>αἴσθησίς ἐστι τὸ δεκτικὸν
							τῶν αἰσθητῶν εἰδῶν ἄνευ τῆς <pb n="214"/> ὕλης, οἷον ὁ κηρὸς τοῦ δακτυλίου ἄνευ τοῦ
							σιδήρου καὶ τοῦ <lb/>χρυσοῦ δέχεται τὸ σημεῖον, λαμβάνει δὲ τὸ χρυσοῦν ἢ τὸ
							<lb/>χαλκοῦν σημεῖον, ἀλλ’ οὐχ ᾗ χρυσὸς ἢ χαλκός, ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ἡ αἴσθησις
							ἑκάστου ὑπὸ τοῦ ἔχοντος χρῶμα ἢ χυμὸν ἢ <lb/>ψόφον πάσχει, ἀλλ’ οὐχ ᾗ ἕκαστον ἐκείνων
							λέγεται, ἀλλ’ <lb/>ᾗ τοιονδί, καὶ κατὰ τὸν λόγον. Αἰσθητήριον δὲ πρῶτον <lb/>ἐν ᾧ ἡ
							τοιαύτη δύναμις. Ἔστι μὲν οὖν ταὐτόν, τὸ δ’ εἶναι <lb/>ἕτερον· μέγεθος μὲν γὰρ ἄν τι
							εἴη τὸ αἰσθανόμενον· οὐ <lb/>μὴν τό γε αἰσθητικῷ εἶναι, οὐδ’ ἡ αἴσθησις μέγεθός ἐστιν,
							<lb/>ἀλλὰ λόγος τις καὶ δύναμις ἐκείνου. Φανερὸν δ’ ἐκ τούτων <lb/>καὶ διὰ τί ποτε τῶν
							αἰσθητῶν αἱ ὑπερβολαὶ φθείρουσι τὰ <lb/>αἰσθητήρια· ἐὰν γὰρ ᾖ ἰσχυροτέρα τοῦ
							αἰσθητηρίου ἡ <lb/>κίνησις, λύεται ὁ λόγος· τοῦτο δ’ ἦν ἡ αἴσθησις, ὥσπερ <lb/>καὶ ἡ
							συμφωνία καὶ ὁ τόνος κρουομένων σφόδρα τῶν χορδῶν. <lb/>Καὶ διὰ τί ποτε τὰ φυτὰ οὐκ
							αἰσθάνεται, ἔχοντά τι <lb/>μόριον ψυχικὸν καὶ πάσχοντά τι ὑπὸ τῶν ἁπτῶν· καὶ <lb/>γὰρ
							ψύχεται καὶ θερμαίνεται· αἴτιον γὰρ τὸ μὴ ἔχειν μεσότητα, <lb/>μηδὲ τοιαύτην ἀρχὴν
							οἵαν τὰ εἴδη δέχεσθαι τῶν <lb/>αἰσθητῶν, ἀλλὰ πάσχειν μετὰ τῆς ὕλης. Ἀπορήσειε δ’
							<lb/>ἄν τις εἰ πάθοι ἄν τι ὑπ’ ὀσμῆς τὸ ἀδύνατον ὀσφρανθῆναι, <lb/>ἢ ὑπὸ χρώματος τὸ
							μὴ δυνάμενον ἰδεῖν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ <lb/>τῶν ἄλλων. Εἰ δὲ τὸ ὀσφραντὸν ὀσμή, εἴ τι
							ποιεῖ τὴν <lb/>ὄσφρησιν, ἡ ὀσμὴ ποιεῖ. Ὥστε τῶν ἀδυνάτων ὀσφρανθῆναι <lb/>οὐθὲν οἷόν
							τε πάσχειν ὑπ’ ὀδμῆς· ὁ δ’ αὐτὸς λόγος <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων· οὐδὲ τῶν δυνατῶν, ἀλλ’
							ᾗ αἰσθητικὸν <lb/>ἕκαστον. Ἅμα δὲ δῆλον καὶ οὕτως. Οὔτε γὰρ φῶς καὶ <lb/>σκότος οὔτε
							ψόφος οὔτε ὀσμὴ οὐδὲν ποιεῖ τὰ σώματα, ἀλλ’ <pb n="215"/> ἐν οἷς ἐστίν, οἷον ἀὴρ ὁ
							μετὰ βροντῆς διίστησι τὸ ξύλον. <lb/>Ἀλλὰ τὰ ἁπτὰ καὶ οἱ χυμοὶ ποιοῦσιν· εἰ γὰρ μή,
							ὑπὸ τίνος <lb/>ἂν πάσχοι τὰ ἄψυχα καὶ ἀλλοιοῖτο; Ἆρ’ οὖν κἀκεῖνα <lb/>ποιήσει; Ἢ οὐ
							πᾶν σῶμα παθητικὸν ὑπ’ ὀσμῆς καὶ ψόφου· <lb/>καὶ τὰ πάσχοντα ἀόριστα, καὶ οὐ μένει,
							οἷον ἀήρ· <lb/>ὄζει γὰρ ὥσπερ παθών τι. Τί οὖν ἐστὶ τὸ ὀσμᾶσθαι παρὰ <lb/>τὸ πάσχειν
							τι; Ἢ τὸ μὲν ὀσμᾶσθαι αἰσθάνεσθαι, ὁ δ’ ἀὴρ <lb/>παθὼν ταχέως αἰσθητὸς γίνεται. </p>
					</div>
				</div>
				<div type="textpart" subtype="book" n="3">
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="1">
						<head>Γ.</head>
						<p>Ὅτι δ’ οὐκ ἔστιν αἴσθησις ἑτέρα παρὰ τὰς πέντε (λέγω <lb/>δὲ ταύτας ὄψιν, ἀκοήν,
							ὄσφρησιν, γεῦσιν, ἁφήν), ἐκ τῶνδε <lb/>πιστεύσειεν ἄν τις. Εἰ γὰρ παντὸς οὗ ἐστὶν
							αἴσθησις ἁφή, <lb/>καὶ νῦν αἴσθησιν ἔχομεν (πάντα γὰρ τὰ τοῦ ἁπτοῦ ᾗ ἁπτὸν <lb/>πάθη
							τῇ ἁφῇ ἡμῖν αἰσθητά ἐστιν), ἀνάγκη τ’, εἴπερ <lb/>ἐκλείπει τις αἴσθησις, καὶ
							αἰσθητήριόν τι ἡμῖν ἐκλείπειν· <lb/>καὶ ὅσων μὲν αὐτῶν ἁπτόμενοι αἰσθανόμεθα, τῇ ἁφῇ
							αἰσθητά <lb/>ἐστιν, ἣν τυγχάνομεν ἔχοντες· ὅσα δὲ διὰ τῶν μεταξύ, καὶ <lb/>μὴ αὐτῶν
							ἁπτόμενοι τοῖς ἁπλοῖς, λέγω δ’ οἷον ἀέρι καὶ ὕδατι. <lb/>Ἔχει δ’ οὕτως, ὥστ’ εἰ μὲν
							δι’ ἑνὸς πλείω αἰσθητὰ ἕτερα ὄντα <lb/>ἀλλήλων τῷ γένει, ἀνάγκη τὸν ἔχοντα τὸ τοιοῦτον
							αἰσθητήριον <lb/>ἀμφοῖν αἰσθητικὸν εἶναι· οἷον εἰ ἐξ ἀέρος ἐστὶ τὸ αἰσθητήριον,
							<lb/>καὶ ἔστιν ὁ ἀὴρ καὶ ψόφου καὶ χρόας. Εἰ δὲ πλείω <lb/>τοῦ αὐτοῦ, οἷον χρόας καὶ
							ἀὴρ καὶ ὕδωρ (ἄμφω γὰρ διαφανῆ), <lb/>καὶ ὁ τὸ ἕτερον αὐτῶν ἔχων μόνον αἰσθήσεται
							ἀμφοῖν. <lb/>Τῶν δὲ ἁπλῶν ἐκ δύο τούτων αἰσθητήρια μόνον ἐστίν, <pb n="216"/> ἐξ ἀέρος
							καὶ ὕδατος· ἡ μὲν γὰρ κόρη ὕδατος, ἡ δ’ ἀκοὴ <lb/>ἀέρος, ἡ δ’ ὄσφρησις θατέρου τούτων.
							Τὸ δὲ πῦρ ἢ οὐθενὸς <lb/>ἢ κοινὸν πάντων· οὐθὲν γὰρ ἄνευ θερμότητος αἰσθητικόν.
							<lb/>Γῆ δὲ ἢ οὐθενός, ἢ ἐν τῇ ἁφῇ μάλιστα μέμικται ἰδίως. <lb/>Διὸ λείποιτ’ ἂν μηθὲν
							εἶναι αἰσθητήριον ἔξω ὕδατος καὶ <lb/>ἀέρος. Ταῦτα δὲ καὶ νῦν ἔχουσιν ἔνια ζῷα. Πᾶσαι
							ἄρα <lb/>αἱ αἰσθήσεις ἔχονται ὑπὸ τῶν μὴ ἀτελῶν μηδὲ πεπηρωμένων· <lb/>φαίνεται γὰρ
							καὶ ἡ σπάλαξ ὑπὸ τὸ δέρμα ἔχουσα <lb/>ὀφθαλμούς. Ὥστ’ εἰ μή τι ἕτερόν ἐστι σῶμα, καὶ
							πάθος ὃ <lb/>μηθενός ἐστι τῶν ἐνταῦθα σωμάτων, οὐδεμία ἂν ἐκλίποι <lb/>αἴσθησις. Ἀλλὰ
							μὴν οὐδὲ τῶν κοινῶν οἷόν τ’ εἶναι αἰσθητήριόν <lb/>τι ἴδιον, ὧν ἑκάστῃ αἰσθήσει
							αἰσθανόμεθα κατὰ συμβεβηκός, <lb/>οἷον κινήσεως, στάσεως, σχήματος, μεγέθους, ἀριθμοῦ
							<lb/>ἑνός· ταῦτα γὰρ πάντα κινήσει αἰσθανόμεθα, οἷον <lb/>μέγεθος κινήσει. Ὥστε καὶ
							σχῆμα· μέγεθος γάρ τι <lb/>τὸ σχῆμα. Τὸ δ’ ἠρεμοῦν τῷ μὴ κινεῖσθαι· ὁ δ’ ἀριθμὸς τῇ
							<lb/>ἀποφάσει τοῦ συνεχοῦς καὶ τοῖς ἰδίοις· ἑκάστη γὰρ ἓν αἰσθάνεται <lb/>αἴσθησις.
							Ὥστε δῆλον ὅτι ἀδύνατον ὁτουοῦν ἰδίαν <lb/>αἴσθησιν εἶναι τούτων, οἷον κινήσεως· οὕτω
							γὰρ ἔσται ὥσπερ <lb/>νῦν τῇ ὄψει τὸ γλυκὺ αἰσθανόμεθα. Τοῦτο δ’ ὅτι ἀμφοῖν
							<lb/>ἔχοντες τυγχάνομεν αἴσθησιν, ᾗ καὶ ὅταν συμπέσωσιν <lb/>ἀναγνωρίζομεν· εἰ δὲ μή,
							οὐδαμῶς ἂν ἀλλ’ ἢ κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>ᾐσθανόμεθα, οἷον τὸν Κλέωνος υἱὸν οὐχ ὅτι
							Κλέωνος <lb/>υἱός, ἀλλ’ ὅτι λευκός· τούτῳ δὲ συμβέβηκεν υἱῷ <lb/>Κλέωνος εἶναι. Τῶν δὲ
							κοινῶν ἤδη ἔχομεν αἴσθησιν κοινήν, <pb n="217"/> οὐ κατὰ συμβεβηκός· οὐκ ἄρ’ ἐστὶν
							ἰδία· οὐδαμῶς γὰρ ἂν <lb/>ᾐσθανόμεθα ἀλλ’ ἢ οὕτως ὥσπερ εἴρηται τὸν Κλέωνος <lb/>υἱὸν
							ἡμᾶς ὁρᾶν. Τὰ δ’ ἀλλήλων ἴδια κατὰ συμβεβηκὸς αἰσθάνονται <lb/>αἱ αἰσθήσεις, οὐχ ᾗ αἱ
							αὐταί, ἀλλ’ ᾗ μία, ὅταν <lb/>ἅμα γένηται ἡ αἴσθησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ, οἷον χολὴν ὅτι
							<lb/>πικρὰ καὶ ξανθή· οὐ γὰρ δὴ ἑτέρας γε τὸ εἰπεῖν ὅτι ἄμφω <lb/>ἕν· διὸ καὶ
							ἀπατᾶται, καὶ ἐὰν ᾖ ξανθόν, χολὴν οἴεται εἶναι. <lb/>Ζητήσειε δ’ ἄν τις τίνος ἕνεκα
							πλείους ἔχομεν αἰσθήσεις, <lb/>ἀλλ’ οὐ μίαν μόνην. Ἢ ὅπως ἧττον λανθάνῃ τὰ
							ἀκολουθοῦντα <lb/>καὶ κοινά, οἷον κίνησις καὶ μέγεθος καὶ ἀριθμός· εἰ <lb/>γὰρ ἦν ἡ
							ὄψις μόνη, καὶ αὐτὴ λευκοῦ, ἐλάνθανεν ἂν μᾶλλον <lb/>καὶ ἐδόκει ταὐτὸ εἶναι πάντα διὰ
							τὸ ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις <lb/>ἅμα χρῶμα καὶ μέγεθος. Νῦν δ’ ἐπεὶ καὶ ἐν ἑτέρῳ
							<lb/>αἰσθητῷ τὰ κοινὰ ὑπάρχει, δῆλον ποιεῖ ὅτι ἄλλο τι ἕκαστον <lb/>αὐτῶν. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="2">
						<p>Ἐπεὶ δ’ αἰσθανόμεθα ὅτι ὁρῶμεν καὶ ἀκούομεν, ἀνάγκη ἢ <lb/>τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαι ὅτι
							ὁρᾷ, ἢ ἑτέρᾳ. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἔσται <lb/>τῆς ὄψεως καὶ τοῦ ὑποκειμένου χρώματος. Ὥστε ἢ
							δύο τοῦ <lb/>αὐτοῦ ἔσονται ἢ αὐτὴ αὑτῆς. Ἔτι δ’ εἰ καὶ ἑτέρα εἴη <lb/>τῆς ὄψεως
							αἴσθησις, ἢ εἰς ἄπειρον εἶσιν ἢ αὐτή τις ἔσται <lb/>αὑτῆς. Ὥστ’ ἐπὶ τῆς πρώτης τοῦτο
							ποιητέον. Ἔχει δ’ <lb/>ἀπορίαν· εἰ γὰρ τὸ τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαί ἐστιν ὁρᾶν, ὁρᾶται
							<lb/>δὲ χρῶμα ἢ τὸ ἔχον, εἰ ὄψεταί τις τὸ ὁρῶν, καὶ <lb/>χρῶμα ἕξει τὸ ὁρῶν πρῶτον.
							Φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐχ ἓν τὸ <lb/>τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαι· καὶ γὰρ ὅταν μὴ ὁρῶμεν, τῇ ὄψει
							<lb/>κρίνομεν καὶ τὸ σκότος καὶ τὸ φῶς, ἀλλ’ οὐχ ὡσαύτως. <pb n="218"/> Ἔτι δὲ καὶ τὸ
							ὁρῶν ἔστιν ὡς κεχρωμάτισται· τὸ γὰρ αἰσθητήριον <lb/>δεκτικὸν τοῦ αἰσθητοῦ ἄνευ τῆς
							ὕλης ἕκαστον. Διὸ <lb/>καὶ ἀπελθόντων τῶν αἰσθητῶν ἔνεισιν αἱ αἰσθήσεις καὶ
							<lb/>φαντασίαι ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις. Ἡ δὲ τοῦ αἰσθητοῦ ἐνέργεια <lb/>καὶ τῆς αἰσθήσεως
							ἡ αὐτὴ μέν ἐστι καὶ μία, τὸ δ’ εἶναι <lb/>οὐ ταὐτὸν αὐταῖς· λέγω δ’ οἷον ψόφος ὁ κατ’
							ἐνέργειαν <lb/>καὶ ἀκοὴ ἡ κατ’ ἐνέργειαν· ἔστι γὰρ ἀκοὴν ἔχοντα μὴ ἀκούειν, <lb/>καὶ
							τὸ ἔχον ψόφον οὐκ ἀεὶ ψοφεῖ. Ὅταν δ’ ἐνεργῇ <lb/>τὸ δυνάμενον ἀκούειν καὶ ψοφῇ τὸ
							δυνάμενον ψοφεῖν, τότε <lb/>ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἀκοὴ ἅμα γίνεται καὶ ὁ κατ’ ἐνέργειαν
							ψόφος, <lb/>ὧν εἴπειεν ἄν τις τὸ μὲν εἶναι ἄκουσιν τὸ δὲ ψόφησιν. <lb/>Εἰ δ’ ἔστιν ἡ
							κίνησις καὶ ἡ ποίησις καὶ τὸ πάθος ἐν τῷ <lb/>ποιουμένῳ, ἀνάγκη καὶ τὸν ψόφον καὶ τὴν
							ἀκοὴν τὴν κατ’ <lb/>ἐνέργειαν ἐν τῇ κατὰ δύναμιν εἶναι· ἡ γὰρ τοῦ ποιητικοῦ <lb/>καὶ
							κινητικοῦ ἐνέργεια ἐν τῷ πάσχοντι ἐγγίνεται. Διὸ οὐκ <lb/>ἀνάγκη τὸ κινοῦν κινεῖσθαι.
							Ἡ μὲν οὖν τοῦ ψοφητικοῦ <lb/>ἐνέργειά ἐστι ψόφος ἢ ψόφησις, ἡ δὲ τοῦ ἀκουστικοῦ ἀκοὴ
							<lb/>ἢ ἄκουσις· διττὸν γὰρ ἡ ἀκοή, καὶ διττὸν ὁ ψόφος. Ὁ δ’ <lb/>αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ
							τῶν ἄλλων αἰσθήσεων καὶ αἰσθητῶν. <lb/>Ὥσπερ γὰρ ἡ ποίησις καὶ ἡ πάθησις ἐν τῷ
							πάσχοντι ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐν τῷ ποιοῦντι, οὕτω καὶ ἡ τοῦ αἰσθητοῦ ἐνέργεια καὶ ἡ <lb/>τοῦ
							αἰσθητικοῦ ἐν τῷ αἰσθητικῷ. Ἀλλ’ ἐπ’ ἐνίων μὲν ὠνόμασται, <lb/>οἷον ἡ ψόφησις καὶ ἡ
							ἄκουσις, ἐπὶ δ’ ἐνίων ἀνώνυμον <lb/>θάτερον· ὅρασις γὰρ λέγεται ἡ τῆς ὄψεως ἐνέργεια,
							<lb/>ἡ δὲ τοῦ χρώματος ἀνώνυμος, καὶ γεῦσις ἡ τοῦ γευστικοῦ, ἡ <lb/>δὲ τοῦ χυμοῦ
							ἀνώνυμος. Ἐπεὶ δὲ μία μέν ἐστιν ἐνέργεια <pb n="219"/> ἡ τοῦ αἰσθητοῦ καὶ ἡ τοῦ
							αἰσθητικοῦ, τὸ δ’ εἶναι ἕτερον, <lb/>ἀνάγκη ἅμα φθείρεσθαι καὶ σώζεσθαι τὴν οὕτω
							λεγομένην <lb/>ἀκοὴν καὶ ψόφον, καὶ χυμὸν δὴ καὶ γεῦσιν καὶ τὰ ἄλλα <lb/>ὁμοίως· τὰ δὲ
							κατὰ δύναμιν λεγόμενα οὐκ ἀνάγκη, ἀλλ’ οἱ <lb/>πρότερον φυσιολόγοι τοῦτο οὐ καλῶς
							ἔλεγον, οὐθὲν οἰόμενοι <lb/>οὔτε λευκὸν οὔτε μέλαν εἶναι ἄνευ ὄψεως, οὐδὲ χυμὸν
							<lb/>ἄνευ γεύσεως. Τῇ μὲν γὰρ ἔλεγον ὀρθῶς, τῇ δ’ οὐκ ὀρθῶς· <lb/>διχῶς γὰρ λεγομένης
							τῆς αἰσθήσεως καὶ τοῦ αἰσθητοῦ, τῶν <lb/>μὲν κατὰ δύναμιν τῶν δὲ κατ’ ἐνέργειαν, ἐπὶ
							τούτων μὲν <lb/>συμβαίνει τὸ λεχθέν, ἐπὶ δὲ τῶν ἑτέρων οὐ συμβαίνει. <lb/>Ἀλλ’ ἐκεῖνοι
							ἁπλῶς ἔλεγον περὶ τῶν λεγομένων οὐχ ἁπλῶς. <lb/>Εἰ δ’ ἡ συμφωνία φωνή τίς ἐστιν, ἡ δὲ
							φωνὴ καὶ ἡ ἀκοὴ <lb/>ἔστιν ὡς ἕν ἐστι καὶ ἔστιν ὡς οὐχ ἓν τὸ αὐτό, λόγος δ’ ἡ
							<lb/>συμφωνία, ἀνάγκη καὶ τὴν ἀκοὴν λόγον τινὰ εἶναι. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο καὶ φθείρει
							ἕκαστον ὑπερβάλλον, καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ <lb/>βαρύ, τὴν ἀκοήν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐν χυμοῖς
							τὴν γεῦσιν, καὶ ἐν <lb/>χρώμασι τὴν ὄψιν τὸ σφόδρα λαμπρὸν ἢ ζοφερόν, καὶ ἐν
							<lb/>ὀσφρήσει ἡ ἰσχυρὰ ὀσμὴ καὶ γλυκεῖα καὶ πικρά, ὡς λόγου <lb/>τινὸς ὄντος τῆς
							αἰσθήσεως. Διὸ καὶ ἡδέα μέν, ὅταν εἰλικρινῆ <lb/>καὶ ἀμιγῆ ἄγηται εἰς τὸν λόγον, οἷον
							τὸ ὀξὺ ἢ <lb/>γλυκὺ ἢ ἁλμυρόν· ἡδέα γὰρ τότε. Ὅλως δὲ μᾶλλον τὸ <lb/>μικτὸν συμφωνία ἢ
							τὸ ὀξὺ ἢ βαρύ. Ἁφὴ δὲ τὸ θερμαντὸν <lb/>ἢ ψυκτόν· ἡ δ’ αἴσθησις ὁ λόγος· ὑπερβάλλοντα
							δὲ <lb/>λυπεῖ ἢ φθείρει. Ἑκάστη μὲν οὖν αἴσθησις τοῦ ὑποκειμένου <lb/>αἰσθητοῦ ἐστίν,
							ὑπάρχουσα ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ ᾗ αἰσθητήριον, <pb n="220"/> καὶ κρίνει τὰς τοῦ ὑποκειμένου
							αἰσθητοῦ διαφοράς, οἷον λευκὸν <lb/>μὲν καὶ μέλαν ὄψις, γλυκὺ δὲ καὶ πικρὸν γεῦσις.
							Ὁμοίως <lb/>δ’ ἔχει τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ λευκὸν <lb/>καὶ τὸ γλυκὺ
							καὶ ἕκαστον τῶν αἰσθητῶν πρὸς ἕκαστον <lb/>κρίνομεν, τινὶ καὶ αἰσθανόμεθα ὅτι
							διαφέρει. Ἀνάγκη δὴ <lb/>αἰσθήσει· αἰσθητὰ γάρ ἐστιν. Ἧι καὶ δῆλον ὅτι ἡ σὰρξ <lb/>οὐκ
							ἔστι τὸ ἔσχατον αἰσθητήριον· ἀνάγκη γὰρ ἦν ἁπτόμενον <lb/>αὐτοῦ κρίνειν τὸ κρῖνον.
							Οὔτε δὴ κεχωρισμένοις ἐνδέχεται <lb/>κρίνειν ὅτι ἕτερον τὸ γλυκὺ τοῦ λευκοῦ, ἀλλὰ δεῖ
							ἑνί <lb/>τινι ἄμφω δῆλα εἶναι. Οὕτω μὲν γὰρ κἂν εἰ τοῦ μὲν ἐγὼ <lb/>τοῦ δὲ σὺ αἴσθοιο,
							δῆλον ἂν εἴη ὅτι ἕτερα ἀλλήλων. Δεῖ δὲ <lb/>τὸ ἓν λέγειν ὅτι ἕτερον· ἕτερον γὰρ τὸ
							γλυκὺ τοῦ λευκοῦ. <lb/>Λέγει ἄρα τὸ αὐτό. Ὥστε ὡς λέγει, οὕτω καὶ νοεῖ καὶ
							<lb/>αἰσθάνεται. Ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἷόν τε κεχωρισμένοις κρίνειν <lb/>τὰ κεχωρισμένα,
							δῆλον· ὅτι δ’ οὐδ’ ἐν κεχωρισμένῳ χρόνῳ, <lb/>ἐντεῦθεν. Ὥσπερ γὰρ τὸ αὐτὸ λέγει ὅτι
							ἕτερον τὸ ἀγαθὸν <lb/>καὶ τὸ κακόν, οὕτω καὶ ὅτε θάτερον λέγει ὅτι ἕτερον, <lb/>καὶ
							θάτερον, οὐ κατὰ συμβεβηκὸς τὸ ὅτε· λέγω δ’, οἷον <lb/>νῦν λέγω ὅτι ἕτερον, οὐ μέντοι
							ὅτι νῦν ἕτερον. Ἀλλ’ οὕτω <lb/>λέγει, καὶ νῦν, καὶ ὅτι νῦν· ἅμα ἄρα. Ὥστε ἀχώριστον
							<lb/>καὶ ἐν ἀχωρίστῳ χρόνῳ. Ἀλλὰ μὴ ἀδύνατον ἅμα τὰς ἐναντίας <lb/>κινήσεις κινεῖσθαι
							τὸ αὐτὸ ᾗ ἀδιαίρετον καὶ ἐν ἀδιαιρέτῳ <lb/>χρόνῳ. Εἰ γὰρ τὸ γλυκύ, ὡδὶ κινεῖ τὴν
							αἴσθησιν <lb/>ἢ τὴν νόησιν, τὸ δὲ πικρὸν ἐναντίως, καὶ τὸ λευκὸν ἑτέρως. <lb/>Ἆρ’ οὖν
							ἅμα μὲν καὶ ἀριθμῷ ἀδιαίρετον καὶ ἀχώριστον <lb/>τὸ κρῖνον, τῷ εἶναι δὲ κεχωρισμένον;
							Ἔστι δή πως ὡς τὸ <lb/>διαιρετὸν τῶν διῃρημένων αἰσθάνεται, ἔστι δ’ ὡς ᾗ ἀδιαίρετον·
								<pb n="221"/> τῷ εἶναι μὲν γὰρ διαιρετόν, τόπῳ δὲ καὶ ἀριθμῷ <lb/>ἀδιαίρετον. Ἣ οὐχ
							οἷόν τε; Δυνάμει μὲν γὰρ τὸ αὐτὸ <lb/>καὶ ἀδιαίρετον τἀναντία, τῷ δ’ εἶναι οὔ, ἀλλὰ τῷ
							ἐνεργεῖσθαι <lb/>διαιρετόν, καὶ οὐχ οἷόν τε· ἅμα λευκὸν καὶ μέλαν <lb/>εἶναι. Ὥστ’
							οὐδὲ τὰ εἴδη πάσχειν αὐτῶν, εἰ τοιοῦτον ἡ αἴσθησις <lb/>καὶ ἡ νόησις, ἀλλ’ ὥσπερ ἣν
							καλοῦσί τινες στιγμήν, <lb/>ᾗ μία καὶ ᾗ δύο, ταύτῃ καὶ διαιρετή. Ἧι μὲν οὖν
							ἀδιαίρετον, <lb/>ἓν τὸ κρῖνόν ἐστι καὶ ἅμα, ᾗ δὲ διαιρετὸν ὑπάρχει, <lb/>δὶς τῷ αὐτῷ
							χρῆται σημείῳ ἅμα. Ἧι μὲν οὖν δυσὶ χρῆται, <lb/>τῷ πέρατι δύο κρίνει, καὶ κεχωρισμένα
							ἐστὶν ὡς κεχωρισμένων· <lb/>ᾗ δ’ ἕν, ἑνὶ καὶ ἅμα. Περὶ μὲν οὖν τῆς <lb/>ἀρχῆς ᾗ φαμὲν
							τὸ ζῷον αἰσθητικὸν εἶναι, διωρίσθω τὸν <lb/>τρόπον τοῦτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="3">
						<p>Ἐπεὶ δὲ δύο διαφοραῖς ὁρίζονται μάλιστα τὴν ψυχήν, <lb/>κινήσει τε τῇ κατὰ τόπον καὶ
							τῷ νοεῖν καὶ τῷ κρίνειν καὶ <lb/>αἰσθάνεσθαι, δοκεῖ δὲ καὶ τὸ νοεῖν καὶ τὸ φρονεῖν
							ὥσπερ <lb/>αἰσθάνεσθαί τι εἶναι· ἐν ἀμφοτέροις γὰρ τούτοις κρίνει τι <lb/>ἡ ψυχὴ καὶ
							γνωρίζει τῶν ὄντων, καὶ οἵ γε ἀρχαῖοι τὸ <lb/>φρονεῖν καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι ταὐτὸν εἶναί
							φασιν, ὥσπερ καὶ <lb/>Ἐμπεδοκλῆς εἴρηκε</p>
						<l>πρὸς παρεὸν γὰρ μῆτις ἀέξεται ἀνθρώποισιν</l>
						<p>καὶ ἐν ἄλλοις</p>
						<lg>
							<l>ὅθεν σφίσιν αἰεὶ</l>
							<l>καὶ τὸ φρονεῖν ἀλλοῖα παρίσταται.</l>
						</lg>

						<pb n="222"/>

						<p>Τὸ δ’ αὐτὸ τούτοις βούλεται καὶ τὸ Ὁμήρου</p>
						<l>τοῖος γὰρ νόος ἐστίν.</l>
						<p>Πάντες γὰρ οὗτοι τὸ νοεῖν σωματικὸν ὥσπερ τὸ αἰσθάνεσθαι <lb/>ὑπολαμβάνουσιν, καὶ
							αἰσθάνεσθαί τε καὶ φρονεῖν τῷ <lb/>ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς κατ’ ἀρχὰς
							λόγοις διωρίσαμεν. <lb/>Καίτοι ἔδει ἅμα καὶ περὶ τοῦ ἠπατῆσθαι αὐτοὺς <lb/>λέγειν·
							οἰκειότερον γὰρ τοῖς ζῴοις, καὶ πλείω χρόνον ἐν <lb/>τούτῳ διατελεῖ ἡ ψυχή. Διὸ ἀνάγκη
							ἤτοι ὥσπερ ἔνιοι <lb/>λέγουσι, πάντα τὰ φαινόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἢ τὴν τοῦ ἀνομοίου
							<lb/>θίξιν ἀπάτην εἶναι· τοῦτο γὰρ ἐναντίον τῷ τῷ <lb/>ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον γνωρίζειν·
							δοκεῖ δὲ καὶ ἡ ἀπάτη καὶ ἡ <lb/>ἐπιστήμη τῶν ἐναντίων ἡ αὐτὴ εἶναι. Ὅτι μὲν οὖν οὐ
							ταὐτόν <lb/>ἐστι τὸ αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ φρονεῖν, φανερόν· τοῦ μὲν <lb/>γὰρ πᾶσι
							μέτεστι, τοῦ δὲ ὀλίγοις τῶν ζῴων. Ἀλλ’ οὐδὲ <lb/>τὸ νοεῖν, ἐν ᾧ ἐστὶ τὸ ὀρθῶς καὶ τὸ
							μὴ ὀρθῶς, τὸ μὲν <lb/>ὀρθῶς φρόνησις καὶ ἐπιστήμη καὶ δόξα ἀληθής, τὸ δὲ μὴ <lb/>ὀρθῶς
							τἀναντία τούτων· οὐδὲ τοῦτο δ’ ἐστὶ ταὐτὸ τῷ αἰσθάνεσθαι· <lb/>ἡ μὲν γὰρ αἴσθησις τῶν
							ἰδίων ἀεὶ ἀληθής, καὶ πᾶσιν <lb/>ὑπάρχει τοῖς ζῴοις, διανοεῖσθαι δ’ ἐνδέχεται καὶ
							ψευδῶς, καὶ <lb/>οὐδενὶ ὑπάρχει ᾧ μὴ καὶ λόγος· φαντασία γὰρ ἕτερον καὶ <lb/>αἰσθήσεως
							καὶ διανοίας· αὐτή τε οὐ γίγνεται ἄνευ αἰσθήσεως, <lb/>καὶ ἄνευ ταύτης οὐκ ἔστιν
							ὑπόληψις. Ὅτι δ’ οὐκ <lb/>ἔστιν ἡ αὐτὴ νόησις καὶ ὑπόληψις, φανερόν. Τοῦτο μὲν
							<lb/>γὰρ τὸ πάθος ἐφ’ ἡμῖν ἐστίν, ὅταν βουλώμεθα (πρὸ ὀμμάτων <lb/>γὰρ ἔστι
							ποιήσασθαι, ὥσπερ οἱ ἐν τοῖς μνημονικοῖς <lb/>τιθέμενοι καὶ εἰδωλοποιοῦντες), δοξάζειν
							δ’ οὐκ ἐφ’ ἡμῖν· <lb/>ἀνάγκη γὰρ ἢ ψεύδεσθαι ἢ ἀληθεύειν. Ἔτι δὲ ὅταν <pb n="223"/>
							μὲν δοξάσωμεν δεινόν τι ἢ φοβερόν, εὐθὺς συμπάσχομεν, <lb/>ὁμοίως δὲ κἂν θαρραλέον·
							κατὰ δὲ τὴν φαντασίαν ὡσαύτως <lb/>ἔχομεν ὥσ περ ἂν οἱ θεώμενοι ἐν γραφῇ τὰ δεινὰ ἢ
							θαρραλέα. <lb/>Εἰσὶ δὲ καὶ αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως διαφοραί, ἐπιστήμη <lb/>καὶ δόξα καὶ
							φρόνησις καὶ τἀναντία τούτων, περὶ <lb/>ὧν τῆς διαφορᾶς ἕτερος ἔστω λόγος. Περὶ δὲ τοῦ
							νοεῖν, <lb/>ἐπεὶ ἕτερον τοῦ αἰσθάνεσθαι, τούτου δὲ τὸ μὲν φαντασία <lb/>δοκεῖ εἶναι τὸ
							δὲ ὑπόληψις, περὶ φαντασίας διορίσαντας <lb/>οὕτω περὶ θατέρου λεκτέον. Εἰ δή ἐστιν ἡ
							φαντασία καθ’ <lb/>ἣν λέγομεν φάντασμά τι ἡμῖν γίγνεσθαι καὶ μὴ εἴ τι <lb/>κατὰ
							μεταφορὰν λέγομεν, μία τίς ἐστι τούτων δύναμις <lb/>ἤ ἕξις, καθ’ ἣν κρίνομεν καὶ
							ἀληθεύομεν ἢ ψευδόμεθα. <lb/>Τοιαῦται δ’ εἰσὶν αἴσθησις, δόξα, ἐπιστήμη, νοῦς. Ὅτι
							<lb/>μὲν οὖν οὐκ ἔστιν αἴσθησις, δῆλον ἐκ τῶνδε. Αἴσθησις <lb/>μὲν γὰρ ἤτοι δύναμις ἢ
							ἐνέργεια, οἷον ὄψις καὶ ὅρασις, <lb/>φαίνεται δέ τι καὶ μηδετέρου ὑπάρχοντος τούτων,
							οἷον τὰ <lb/>ἐν τοῖς ὕπνοις. Εἶτα αἴσθησις μὲν ἀεὶ πάρεστι, φαντασία <lb/>δ’ οὔ. Εἰ δὲ
							τῇ ἐνεργείᾳ τὸ αὐτό, πᾶσιν ἂν ἐνδέχοιτο τοῖς <lb/>θηρίοις φαντασίαν ὑπάρχειν· δοκεῖ δ’
							οὔ, οἷον μύρμηκι ἢ <lb/>μελίττῃ ἢ σκώληκι. Εἶτα αἱ μὲν ἀληθεῖς αἰεί, αἱ δὲ φαντασίαι
							<lb/>γίνονται αἱ πλείους ψευδεῖς. Ἔπειτ’ οὐδὲ λέγομεν, <lb/>ὅταν ἐνεργῶμεν ἀκριβῶς
							περὶ τὸ αἰσθητόν, ὅτι φαίνεται <lb/>τοῦτο ἡμῖν ἄνθρωπος· ἀλλὰ μᾶλλον ὅταν μὴ ἐναργῶς
							αἰσθανώμεθα, <lb/>τότε ἢ ἀληθὴς ἢ ψευδής. Καὶ ὅπερ δὲ <lb/>ἐλέγομεν πρότερον, φαίνεται
							καὶ μύουσιν ὁράματα. Ἀλλὰ <pb n="224"/> μὴν οὐδὲ τῶν ἀεὶ ἀληθευόντων οὐδεμία ἔσται,
							οἷον ἐπιστήμη <lb/>ἢ νοῦς· ἔστι γὰρ φαντασία καὶ ψευδής. Λείπεται <lb/>ἄρα ἰδεῖν εἰ
							δόξα· γίνεται γὰρ δόξα καὶ ἀληθὴς καὶ ψευδής. <lb/>Ἀλλὰ δόξῃ μὲν ἕπεται πίστις (οὐκ
							ἐνδέχεται γὰρ δοξάζοντα <lb/>οἶς δοκεῖ μὴ πιστεύειν), τῶν δὲ θηρίων οὐθενὶ ὑπάρχει
							<lb/>πίστις, φαντασία δὲ πολλοῖς. Ἔτι πάσῃ μὲν δόξῃ <lb/>ἀκολουθεῖ πίστις, πίστει δὲ
							τὸ πεπεῖσθαι, πειθοῖ δὲ λόγος· <lb/>τῶν δὲ θηρίων ἐνίοις φαντασία μὲν ὑπάρχει, λόγος
							δ’ οὔ. <lb/>Φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐδὲ δόξα μετ’ αἰσθήσεως, οὐδὲ δι’ <lb/>αἰσθήσεως, οὐδὲ
							συμπλοκὴ δόξης καὶ αἰσθήσεως φαντασία ἂν <lb/>εἴη, διά τε ταῦτα καὶ δῆλον ὅτι οὐκ
							ἄλλου τινός ἐστιν ἡ <lb/>δόξα, ἀλλ’ ἐκείνου ἐστὶν οὗ καὶ αἴσθησις· λέγω δ’, ἐκ
							<lb/>τῆς τοῦ λευκοῦ δόξης καὶ αἰσθήσεως ἡ συμπλοκὴ φαντασία <lb/>ἐστίν· οὐ γὰρ δὴ ἐκ
							τῆς δόξης μὲν τῆς τοῦ ἀγαθοῦ, αἰσθήσεως <lb/>δὲ τῆς τοῦ λευκοῦ. Τὸ οὖν φαίνεσθαί ἐστι
							τὸ δοξάζειν <lb/>ὅπερ αἰσθάνεται μὴ κατὰ συμβεβηκός. Φαίνεται δὲ καὶ <lb/>ψευδῆ, περὶ
							ὧν ἅμα ὑπόληψιν ἀληθῆ ἔχει, οἷον φαίνεται <lb/>μὲν ὁ ἥλιος ποδιαῖος, πεπίστευται δ’
							εἶναι μείζων τῆς <lb/>οἰκουμένης· συμβαίνει οὖν ἤτοι ἀποβεβληκέναι τὴν ἑαυτοῦ
							<lb/>ἀληθῆ δόξαν, ἣν εἶχε, σωζομένου τοῦ πράγματος, μὴ ἐπιλαθόμενον <lb/>μηδὲ
							μεταπεισθέντα, ἢ. εἰ ἔτι ἔχει, ἀνάγκη τὴν <lb/>αὐτὴν ἀληθῆ εἶναι καὶ ψευδῆ. Ἀλλὰ
							ψευδὴς ἐγένετο, <lb/>ὅτε λάθοι μεταπεσὸν τὸ πρᾶγμα. Οὔτ’ ἄρα ἕν τι <lb/>τούτων ἐστὶν
							οὔτ’ ἐκ τούτων ἡ φαντασία. Ἀλλ’ ἐπειδή <lb/>ἐστι κινηθέντος τουδὶ κινεῖσθαι ἕτερον ὑπὸ
							τούτου, ἡ δὲ <pb n="225"/> φαντασία κίνησίς τις δοκεῖ εἶναι καὶ οὐκ ἄνευ αἰσθήσεως
							<lb/>γίγνεσθαι ἀλλ’ αἰσθανομένοις καὶ ὧν αἴσθησις ἐστίν, ἔστι <lb/>δὲ γίνεσθαι κίνησιν
							ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς αἰσθήσεως, καὶ <lb/>ταύτην ὁμοίαν ἀνάγκη εἶναι τῇ αἰσθήσει, εἴη
							ἂν αὕτη ἡ <lb/>κίνησις οὔτε ἄνευ αἰσθήσεως ἐνδεχομένη οὔτε μὴ αἰσθανομένοις
							<lb/>ὑπάρχειν, καὶ πολλὰ κατ’ αὐτὴν καὶ ποιεῖν καὶ πάσχειν <lb/>τὸ ἔχον, καὶ εἶναι καὶ
							ἀληθῆ καὶ ψευδῆ. Τοῦτο δὲ <lb/>συμβαίνει διὰ τάδε. Ἡ αἴσθησις τῶν μὲν ἰδίων ἀληθής
							<lb/>ἐστιν ἢ ὅτι ὀλίγιστον ἔχουσα τὸ ψεῦδος. Δεύτερον δὲ <lb/>τοῦ συμβεβηκέναι ταῦτα·
							καὶ ἐνταῦθα ἤδη ἐνδέχεται διαψεύδεσθαι· <lb/>ὅτι μὲν γὰρ λευκόν, οὐ ψεύδεται, εἰ δὲ
							τοῦτο <lb/>τὸ λευκὸν ἢ ἄλλο τι, ψεύδεται. Τρίτον δὲ τῶν κοινῶν <lb/>καὶ ἑπομένων τοῖς
							συμβεβηκόσιν, οἷς ὑπάρχει τὰ ἴδια· λέγω <lb/>δ’ οἷον κίνησις καὶ μέγεθος, ἃ συμβέβηκε
							τοῖς αἰσθητοῖς, <lb/>περὶ ἃ μάλιστα ἤδη ἔστιν ἀπατηθῆναι κατὰ τὴν αἴσθησιν. <lb/>Ἡ δὲ
							κίνησις ἡ ὑπὸ τῆς ἐνεργείας γινομένη διοίσει τῆς <lb/>αἰσθήσεως τῆς ἀπὸ τούτων τῶν
							τριῶν αἰσθήσεων. Καὶ ἡ <lb/>μὲν πρώτη παρούσης τῆς αἰσθήσεως ἀληθής, αἱ δ’ ἕτεραι καὶ
							<lb/>παρούσης καὶ ἀπούσης εἶεν ἂν ψευδεῖς, καὶ μάλιστα ὅταν <lb/>πόρρω τὸ αἰσθητὸν ᾖ.
							Εἰ οὖν μηθὲν μὲν ἄλλο ἔχει τὰ <lb/>εἰρημένα ἢ μὴ φαντασίαν, τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ λεχθέν, ἡ
							φαντασία <lb/>ἂν εἴη κίνησις ὑπὸ τῆς αἰσθήσεως τῆς κατ’ ἐνέργειαν <lb/>γιγνομένης.
							Ἐπεὶ δ’ ἡ ὄψις μάλιστα αἴσθησίς ἐστι, καὶ <lb/>τὸ ὄνομα ἀπὸ τοῦ φάους εἴληφεν, ὅτι
							ἄνευ φωτὸς οὐκ ἔστιν <lb/>ἰδεῖν. Καὶ διὰ τὸ ἐμμένειν καὶ ὁμοίως εἶναι ταῖς αἰσθήσεσι,
								<pb n="226"/> πολλὰ κατ’ αὐτὰς πράττει τὰ ζῷα, τὰ μὲν διὰ τὸ μὴ <lb/>ἔχειν νοῦν,
							οἷον τὰ θηρία, τὰ δὲ διὰ τὸ ἐπικαλύπτεσθαι τὸν <lb/>νοῦν ἐνίοτε πάθει ἢ νόσοις ἢ ὕπνῳ,
							οἷον οἱ ἄνθρωποι. Περὶ <lb/>μὲν οὖν φαντασίας, τί ἐστι καὶ διὰ τί ἐστιν, εἰρήσθω ἐπὶ
							<lb/>τοσοῦτον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="4">
						<p>Περὶ δὲ τοῦ μορίου τοῦ τῆς ψυχῆς ᾧ γινώσκει τε ἡ <lb/>ψυχὴ καὶ φρονεῖ, ε τε χωριστοῦ
							ὄντος εἴτε καὶ μὴ χωριστοῦ <lb/>κατὰ μέγεθος ἀλλὰ κατὰ λόγον, σκεπτέον τίν’ ἔχει
							διαφοράν, <lb/>καὶ πῶς ποτὲ γίνεται τὸ νοεῖν. Εἰ δή ἐστι τὸ <lb/>νοεῖν ὥσπερ τὸ
							αἰσθάνεσθαι, ἢ πάσχειν τι ἂν εἴη ὑπὸ τοῦ <lb/>νοητοῦ ἤ τι τοιοῦτον ἕτερον. Ἀπαθὲς ἄρα
							δεῖ εἶναι, δεκτικὸν <lb/>δὲ τοῦ εἴδους καὶ δυνάμει τοιοῦτον ἀλλὰ μὴ τοῦτο, καὶ
							<lb/>ὁμοίως ἔχειν, ὥσπερ τὸ αἰσθητικὸν πρὸς τὰ αἰσθητά, οὕτω <lb/>τὸν νοῦν πρὸς τὰ
							νοητά. Ἀνάγκη ἄρα, ἐπεὶ πάντα νοεῖ, <lb/>ἀμιγῆ εἶναι, ὥσπερ φησὶν Ἀναξαγόρας, ἵνα
							κρατῇ, τοῦτο <lb/>δ’ ἐστὶν ἵνα γνωρίζῃ· παρεμφαινόμενον γὰρ κωλύει τὸ ἀλλότριον
							<lb/>καὶ ἀντιφράττει, ὥστε μηδ’ αὐτοῦ εἶναι φύσιν μηδεμίαν <lb/>ἀλλ’ ἢ ταύτην, ὅτι
							δυνατόν. Ὁ ἄρα καλούμενος τῆς <lb/>ψυχῆς νοῦς (λέγω δὲ νοῦν ᾧ διανοεῖται καὶ
							ὑπολαμβάνει ἡ <lb/>ψυχή) οὐθέν ἐστιν ἐνεργείᾳ τῶν ὄντων πρὶν νοεῖν. Διὸ οὐδὲ
							<lb/>μεμῖχθαι εὔλογον αὐτὸν τῷ σώματι· ποιός τις γὰρ ἂν <lb/>γίγνοιτο, ψυχρὸς ἢ
							θερμός, ἢ κἂν ὄργανόν τι εἴη, ὥσπερ <lb/>τῷ αἰσθητικῷ· νῦν δ’ οὐθέν ἐστιν. Καὶ εὖ δὴ
							οἱ λέγοντες <lb/>τὴν ψυχὴν εἶναι τόπον εἰδῶν, πλὴν ὅτι οὔτε ὅλη ἀλλ’ ἡ <lb/>νοητική,
							οὔτε ἐντελεχείᾳ ἀλλὰ δυνάμει τὰ εἴδη. Ὅτι δ’ οὐχ <lb/>ὁμοία ἡ ἀπάθεια τοῦ αἰσθητικοῦ
							καὶ τοῦ νοητικοῦ, φανερὸν <lb/>ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων καὶ τῆς αἰσθήσεως. Ἡ μὲν γὰρ
							αἴσθησις <pb n="227"/> οὐ δύναται αἰσθάνεσθαι ἐκ τοῦ σφόδρα αἰσθητοῦ, <lb/>οἷον ψόφου
							ἐκ τῶν μεγάλων ψόφων, οὐδ’ ἐκ τῶν ἰσχυρῶν <lb/>χρωμάτων καὶ ὀσμῶν οὔτε ὁρᾶν οὔτε
							ὀσμᾶσθαι· ἀλλ’ ὁ <lb/>νοῦς ὅταν τι νοήσῃ σφόδρα νοητόν, οὐχ ἦττον νοεῖ τὰ ὑποδεέστερα,
							<lb/>ἀλλὰ καὶ μᾶλλον· τὸ μὲν γὰρ αἰσθητικὸν οὐκ <lb/>ἄνευ σώματος, ὁ δὲ χωριστός. Ὅταν
							δ’ οὕτως ἕκαστα γένηται <lb/>ὡς ἐπιστήμων λέγεται ὁ κατ’ ἐνέργειαν (τοῦτο δὲ
							<lb/>συμβαίνει, ὅταν δύνηται ἐνεργεῖν δι’ αὑτοῦ), ἔστι μὲν <lb/>ὁμοίως καὶ τότε
							δυνάμει πως, οὐ μὴν ὁμοίως καὶ πρὶν μαθεῖν <lb/>ἢ εὑρεῖν· καὶ αὐτὸς δὲ αὑτὸν τότε
							δύναται νοεῖν. Ἐπεὶ <lb/>δ’ ἄλλο ἐστὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸ μεγέθει εἶναι καὶ ὕδωρ
							<lb/>καὶ ὕδατι εἶναι· οὕτω δὲ καὶ ἐφ’ ἑτέρων πολλῶν, ἀλλ’ <lb/>οὐκ ἐπὶ πάντων· ἐπ’
							ἐνίων γὰρ ταὐτόν ἐστι τὸ σαρκὶ εἶναι <lb/>καὶ σάρκα· ἢ ἄλλῳ ἢ ἄλλως ἔχοντι κρίνει· ἡ
							γὰρ σὰρξ <lb/>οὐκ ἄνευ τῆς ὕλης, ἀλλ’ ὥσπερ τὸ σιμὸν τόδε ἐν τῷδε. Τῷ <lb/>μὲν οὖν
							αἰσθητικῷ τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν κρίνει, καὶ <lb/>ὧν λόγος τις ἡ σάρξ· ἄλλῳ δὲ ἤτοι
							χωριστῷ, ἢ ὡς ἡ <lb/>κεκλασμένη ἔχει πρὸς αὑτὴν ὅταν ἐκταθῇ, τὸ σαρκὶ εἶναι
							<lb/>κρίνει. Πάλιν δ’ ἐπὶ τῶν ἐν ἀφαιρέσει ὄντων τὸ εὐθὺ ὡς <lb/>τὸ σιμόν· μετὰ
							συνεχοῦς γάρ· τὸ δὲ τί ἦν εἶναι, εἰ ἔστιν <lb/>ἕτερον τὸ εὐθεῖ εἶναι καὶ τὸ εὐθὺ ἄλλῳ·
							ἔστω γὰρ δυάς. <lb/>Ἑτέρῳ ἄρα ἢ ἑτέρως ἔχοντι κρίνει. Καὶ ὅλως ἄρα ὡς <lb/>χωριστὰ τὰ
							πράγματα τῆς ὕλης, οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν νοῦν. <lb/>Ἀπορήσειε δ’ ἄν τις, εἰ ὁ νοῦς
							ἁπλοῦν ἐστὶ καὶ ἀπαθὲς καὶ <lb/>μηθενὶ μηθὲν ἔχει κοινόν, ὥσπερ φησὶν Ἀναξαγόρας, πῶς
								<pb n="228"/> νοήσει, εἰ τὸ νοεῖν πάσχειν τί ἐστιν. Ἧι γάρ τι κοινὸν <lb/>ἀμφοῖν
							ὑπάρχει, τὸ μὲν ποιεῖν δοκεῖ τὸ δὲ πάσχειν. Ἔτι <lb/>δ’ εἰ νοητὸς καὶ αὐτός. Ἢ γὰρ
							τοῖς ἄλλοις ὁ νοῦς ὑπάρξει, <lb/>εἰ μὴ κατ’ ἄλλο αὐτὸς νοητός, ἓν δέ τι τὸ νοητὸν
							εἴδει, ἢ <lb/>μεμιγμένον τι ἕξει, ὃ ποιεῖ νοητὸν αὐτὸν ὥσπερ τἆλλα. <lb/>Ἢ τὸ μὲν
							πάσχειν κατὰ κοινόν τι διῄρηται πρότερον, ὅτι <lb/>δυνάμει πώς ἐστι τὰ νοητὰ ὁ νοῦς,
							ἀλλ’ ἐντελεχείᾳ οὐδέν, <lb/>πρὶν ἂν νοῇ. Δεῖ δ’ οὕτως ὥσπερ ἐν γραμματείῳ ᾧ μηθὲν
							<lb/>ὑπάρχει ἐντελεχείᾳ γεγραμμένον. Ὅπερ συμβαίνει ἐπὶ <lb/>τοῦ νοῦ. Καὶ αὐτὸς δὲ
							νοητός ἐστιν ὥσπερ τὰ νοητά. Ἐπὶ <lb/>μὲν γὰρ τῶν ἄνευ ὕλης τὸ αὐτό ἐστι τὸ νοοῦν καὶ
							τὸ νοούμενον· <lb/>ἡ γὰρ ἐπιστήμη ἡ θεωρητικὴ καὶ τὸ οὕτως ἐπιστητὸν <lb/>τὸ αὐτό
							ἐστιν· τοῦ δὲ μὴ ἀεὶ νοεῖν τὸ αἴτιον ἐπισκεπτέον. <lb/>Ἐν δὲ τοῖς ἔχουσιν ὕλην δυνάμει
							ἕκαστόν ἐστι <lb/>τῶν νοητῶν. Ὥστ’ ἐκείνοις μὲν οὐχ ὑπάρξει νοῦς (ἄνευ γὰρ <lb/>ὕλης
							δύναμις ὁ νοῦς τῶν τοιούτων), ἐκείνῳ δὲ τὸ νοητὸν <lb/>ὑπάρξει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="5">
						<p>Ἐπεὶ δ’ ὥσπερ ἐν ἁπάσῃ τῇ φύσει ἐστί τι τὸ μὲν <lb/>ὕλη ἑκάστῳ γένει (τοῦτο δὲ ὃ
							πάντα δυνάμει ἐκεῖνα), <lb/>ἕτερον δὲ τὸ αἴτιον καὶ ποιητικόν, τῷ ποιεῖν πάντα, οἷον
							<lb/>ἡ τέχνη πρὸς τὴν ὕλην πέπονθεν, ἀνάγκη καὶ ἐν τῇ ψυχῇ <lb/>ὑπάρχειν ταύτας τὰς
							διαφοράς. Καὶ ἔστιν ὁ μὲν τοιοῦτος <lb/>νοῦς τῷ πάντα γίνεσθαι, ὁ δὲ τῷ πάντα ποιεῖν,
							ὡς ἕξις τις, <lb/>οἷον τὸ φῶς· τρόπον γάρ τινα καὶ τὸ φῶς ποιεῖ τὰ δυνάμει <lb/>ὄντα
							χρώματα ἐνεργείᾳ χρώματα. Καὶ οὗτος ὁ νοῦς <lb/>χωριστὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀμιγὴς τῇ
							οὐσίᾳ ὢν ἐνεργείᾳ. <pb n="229"/> Ἀεὶ γὰρ τιμιώτερον τὸ ποιοῦν τοῦ πάσχοντος καὶ ἡ ἀρχὴ
							<lb/>τῆς ὕλης. Τὸ δ’ αὐτό ἐστιν ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἐπιστήμη <lb/>τῷ πράγματι· ἡ δὲ κατὰ
							δύναμιν χρόνῳ προτέρα ἐν τῷ ἑνί, <lb/>ὅλως δὲ οὐ χρόνῳ· ἀλλ’ οὐχ ὁτὲ μὲν νοεῖ ὁτὲ δ’
							οὐ νοεῖ. <lb/>Χωρισθεὶς δ’ ἐστὶ μόνον τοῦθ’ ὅπερ ἐστί, καὶ τοῦτο μόνον <lb/>ἀθάνατον
							καὶ ἀΐδιον. Οὐ μνημονεύομεν δέ, ὅτι τοῦτο μὲν <lb/>ἀπαθές, ὁ δὲ παθητικὸς νοῦς
							φθαρτός, καὶ ἄνευ τούτου οὐθὲν <lb/>νοεῖ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="6">
						<p>Ἡ μὲν οὖν τῶν ἀδιαιρέτων νόησις ἐν τούτοις, περὶ ἃ οὐκ <lb/>ἔστι τὸ ψεῦδος· ἐν οἷς δὲ
							καὶ τὸ ψεῦδος καὶ τὸ ἀληθές, <lb/>σύνθεσίς τις ἤδη νοημάτων ὥσπερ ἓν ὄντων, καθάπερ
							<lb/>Ἐμπεδοκλῆς ἔφη</p>
						<l>ᾗ πολλῶν μὲν κόρσαι ἀναύχενες ἐβλάστησαν,</l>
						<p>ἔπειτα συντίθεσθαι τῇ φιλίᾳ. Οὕτω καὶ ταῦτα κεχωρισμένα <lb/>συντίθεται, οἷον τὸ
							ἀσύμμετρον καὶ ἡ διάμετρος. Ἂν δὲ <lb/>γινομένων ἢ ἐσομένων, τὸν χρόνον προσεννοῶν καὶ
							συντιθείς. <lb/>Τὸ γὰρ ψεῦδος ἐν συνθέσει ἀεί· καὶ γὰρ ἂν τὸ <lb/>λευκὸν μὴ λευκόν, τὸ
							μὴ λευκὸν συνέθηκεν. Ἐνδέχεται δὲ <lb/>καὶ διαίρεσιν φάναι πάντα. Ἀλλ’ οὖν ἔστι γε οὐ
							μόνον <lb/>τὸ ψεῦδος ἢ ἀληθές, ὅτι λευκὸς Κλέων ἐστίν, ἀλλὰ καὶ ὅτι <lb/>ἦν ἢ ἔσται.
							Τὸ δὲ ἓν ποιοῦν, τοῦτο ὁ νοῦς ἕκαστον. Τὸ <lb/>δ’ ἀδιαίρετον ἐπεὶ διχῶς, ἢ δυνάμει ἢ
							ἐνεργείᾳ, οὐθὲν κωλύει <lb/>νοεῖν τὸ ἀδιαίρετον, ὅταν νοῇ τὸ μῆκος· ἀδιαίρετον γὰρ
							ἐνεργείᾳ <lb/>καὶ ἐν χρόνῳ ἀδιαιρέτῳ· ὁμοίως γὰρ ὁ χρόνος διαιρετὸς <lb/>καὶ
							ἀδιαίρετος τῷ μήκει. Οὔκουν ἔστιν εἰπεῖν ἐν τῷ ἡμίσει <lb/>τί ἐννοεῖ ἑκατέρῳ· οὐ γάρ
							ἐστιν, ἂν μὴ διαιρεθῇ, ἀλλ’ ἢ <pb n="230"/> δυνάμει. Χωρὶς δ’ ἑκάτερον νοῶν τῶν
							ἡμίσεων διαιρεῖ καὶ <lb/>τὸν χρόνον ἅμα· τότε δ’ οἱονεὶ μήκη. Εἰ δ’ ὡς ἐξ ἀμφοῖν,
							<lb/>καὶ ἐν τῷ χρόνῳ τῷ ἐπ’ ἀμφοῖν. Τὸ δὲ μὴ κατὰ <lb/>ποσὸν ἀδιαίρετον ἀλλὰ τῷ εἴδει
							νοεῖ ἐν ἀδιαιρέτῳ χρόνῳ <lb/>καὶ ἀδιαιρέτῳ τῆς ψυχῆς· κατὰ συμβεβηκὸς δέ, καὶ οὐχ ᾗ
							<lb/>ἐκεῖνα διαιρετά, ᾧ νοεῖ καὶ ἐν ᾧ χρόνῳ, ἀλλ’ ᾗ ἀδιαίρετα· <lb/>ἔνεστι γὰρ κἀν
							τούτοις τι ἀδιαίρετον, ἀλλ’ ἴσως οὐ χωριστόν, <lb/>ὃ ποιεῖ ἕνα τὸν χρόνον καὶ τὸ
							μῆκος. Καὶ τοῦθ’ <lb/>ὁμοίως ἐν ἅπαντί ἐστι τῷ συνεχεῖ καὶ χρόνῳ καὶ μήκει. Ἡ <lb/>δὲ
							στιγμὴ καὶ πᾶσα διαίρεσις, καὶ τὸ οὕτως ἀδιαίρετον, <lb/>δηλοῦται ὥσπερ ἡ στέρησις.
							Καὶ ὅμοιος ὁ λόγος ἐπὶ τῶν <lb/>ἄλλων, οἷον πῶς τὸ κακὸν γνωρίζει ἢ τὸ μέλαν· τῷ
							ἐναντίῳ <lb/>γάρ πως γνωρίζει. Δεῖ δὲ δυνάμει εἶναι τὸ γνωρίζον καὶ <lb/>ἐνεῖναι ἐν
							αὐτῷ. Εἰ δέ τινι μή ἐστιν ἐναντίον τῶν αἰτίων, <lb/>αὐτὸ ἑαυτὸ γινώσκει καὶ ἐνεργείᾳ
							ἐστὶ καὶ χωριστόν. <lb/>Ἔστι δ’ ἡ μὲν φάσις τι κατά τινος, ὥσπερ ἡ κατάφασις, <lb/>καὶ
							ἀληθὴς ἢ ψευδὴς πᾶσα· ὁ δὲ νοῦς οὐ πᾶς, ἀλλ’ ὁ τοῦ <lb/>τί ἐστι κατὰ τὸ τί ἦν εἶναι
							ἀληθής, καὶ οὐ τὶ κατά τινος· <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ὁρᾶν τοῦ ἰδίου ἀληθές, εἰ δ’ ἄνθρωπος
							τὸ <lb/>λευκὸν ἢ μή, οὐκ ἀληθὲς ἀεί, οὕτως ἔχει ὅσα ἄνευ <lb/>ὕλης. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="7">
						<p>Τὸ δ’ αὐτό ἐστιν ἡ κατ’ ἐνέργειαν ἐπιστήμη τῷ πράγματι. <lb/>Ἡ δὲ κατὰ δύναμιν χρόνῳ
							προτέρα ἐν τῷ ἑνί, <lb/>ὅλως δὲ οὐδὲ χρόνῳ· ἔστι γὰρ ἐξ ἐντελεχείᾳ ὄντος πάντα τὰ
							<lb/>γιγνόμενα. Φαίνεται δὲ τὸ μὲν αἰσθητὸν ἐκ δυνάμει ὄντος <lb/>τοῦ αἰσθητικοῦ
							ἐνεργείᾳ ποιοῦν· οὐ γὰρ πάσχει οὐδ’ <pb n="231"/> ἀλλοιοῦται. Διὸ ἄλλο εἶδος τοῦτο
							κινήσεως· ἡ γὰρ κίνησις <lb/>τοῦ ἀτελοῦς ἐνέργεια ἦν, ἡ δ’ ἁπλῶς ἐνέργεια ἑτέρα <lb/>ἡ
							τοῦ τετελεσμένου. Τὸ μὲν οὖν αἰσθάνεσθαι ὅμοιον τῷ <lb/>φάναι μόνον καὶ νοεῖν· ὅταν δὲ
							ἡδὺ ἢ λυπηρόν, οἷον καταφᾶσα <lb/>ἢ ἀποφᾶσα, διώκει ἢ φεύγει· καὶ ἔστι τὸ ἥδεσθαι καὶ
							<lb/>λυπεῖσθαι τὸ ἐνεργεῖν τῇ αἰσθητικῇ μεσότητι πρὸς τὸ ἀγαθὸν <lb/>ἢ κακόν, ᾗ
							τοιαῦτα. Καὶ ἡ φυγὴ δὲ καὶ ἡ ὄρεξις <lb/>τοῦτο ἡ κατ’ ἐνέργειαν, καὶ οὐχ ἕτερον τὸ
							ὀρεκτικὸν καὶ <lb/>φευκτικόν, οὔτ’ ἀλλήλων οὔτε τοῦ αἰσθητικοῦ· ἀλλὰ τὸ εἶναι
							<lb/>ἄλλο. Τῇ δὲ διανοητικῇ ψυχῇ τὰ φαντάσματα οἷον αἰσθήματα <lb/>ὑπάρχει. Ὅταν δὲ
							ἀγαθὸν ἢ κακὸν φήσῃ ἢ ἀποφήσῃ, <lb/>φεύγειν ἢ διώκει. Διὸ οὐδέποτε νοεῖ ἄνευ
							φαντάσματος <lb/>ἡ ψυχή, ὥσπερ δὲ ὁ ἀὴρ τὴν κόρην τοιανδὶ ἐποίησεν, <lb/>αὐτὴ δ’
							ἕτερον, καὶ ἡ ἀκοὴ ὡσαύτως· τὸ δὲ ἔσχατον ἕν, <lb/>καὶ μία μεσότης· τὸ δ’ εἶναι αὐτῇ
							πλείω. Τίνι δ’ ἐπικρίνει <lb/>τί διαφέρει γλυκὺ καὶ θερμόν, εἴρηται μὲν καὶ πρότερον,
							<lb/>λεκτέον δὲ καὶ ὧδε. Ἔστι γὰρ ἕν τι, οὕτω δὲ καὶ ὡς <lb/>ὅρος. Καὶ ταῦτα ἓν τῷ
							ἀνάλογον καὶ τῷ ἀριθμῷ ὃν ἔχει <lb/>πρὸς ἑκάτερον, ὡς ἐκεῖνα πρὸς ἄλληλα· τί γὰρ
							διαφέρει τὸ <lb/>ἀπορεῖν πῶς τὰ ὁμογενῆ κρίνει ἢ τἀναντία, οἷον λευκὸν <lb/>καὶ μέλαν;
							Ἔστω δὴ ὡς τὸ Α τὸ λευκὸν πρὸς τὸ Β τὸ <lb/>μέλαν, τὸ Γ πρὸς τὸ Δ ὡς ἐκεῖνα πρὸς
							ἄλληλα· ὥστε καὶ <lb/>ἐναλλάξ. Εἰ δὴ τὰ Γ Δ ἑνὶ εἴη ὑπάρχοντα, οὕτως ἕξει <pb n="232"/> ὥσπερ καὶ τὰ Α Β, τὸ αὐτὸ μὲν καὶ ἕν, τὸ δ’ εἶναι οὐ <lb/>τὸ αὐτό, κἀκεῖνο ὁμοίως.
							Ὁ δ’ αὐτὸς λόγος καὶ εἰ τὸ <lb/>μὲν Α τὸ γλυκὺ εἴη, τὸ δὲ Β τὸ λευκόν. Τὰ μὲν οὖν εἴδη
							<lb/>τὸ νοητικὸν ἐν τοῖς φαντάσμασι νοεῖ, καὶ ὡς ἐν ἐκείνοις ὥρισται <lb/>αὐτῷ τὸ
							διωκτὸν καὶ φευκτόν, καὶ ἐκτὸς τῆς αἰσθήσεως, <lb/>ὅταν ἐπὶ τῶν φαντασμάτων ᾖ,
							κινεῖται, οἷον αἰσθανόμενος <lb/>τὸν φρυκτὸν ὅτι πῦρ, τῇ κοινῇ γνωρίζει, ὁρῶν
							κινούμενον, <lb/>ὅτι πολέμιος. Ὁτὲ δὲ τοῖς ἐν τῇ ψυχῇ φαντάσμασιν <lb/>ἢ νοήμασιν
							ὥσπερ ὁρῶν λογίζεται καὶ βουλεύεται <lb/>τὰ μέλλοντα πρὸς τὰ παρόντα· καὶ ὅταν εἴπῃ ὡς
							ἐκεῖ τὸ <lb/>ἡδὺ ἢ λυπηρόν, ἐνταῦθα φεύγει ἢ διώκει, καὶ ὅλως ἐν πράξει. <lb/>Καὶ τὸ
							ἄνευ δὲ πράξεως, τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψεῦδος ἐν τῷ <lb/>αὐτῷ γένει ἐστί, τῷ ἀγαθῷ καὶ
							κακῷ· ἀλλὰ τῷ γε <lb/>ἁπλῶς διαφέρει καὶ τινί. Τὰ δὲ ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα <lb/>νοεῖ
							ὥσπερ ἂν εἰ τὸ σιμόν, ᾗ μὲν σιμόν, οὐ κεχωρισμένως, <lb/>ᾗ δὲ κοῖλον, εἴ τις ἐνόει
							ἐνεργείᾳ, ἄνευ τῆς σαρκὸς ἂν <lb/>ἐνόει ἐν ᾗ τὸ κοῖλον. Οὕτω τὰ μαθηματικὰ οὐ
							κεχωρισμένα <lb/>ὡς κεχωρισμένα νοεῖ, ὅταν νοῇ ἐκεῖνα. Ὅλως δὲ <lb/>ὁ νοῦς ἐστὶν ὁ
							κατ’ ἐνέργειαν τὰ πράγματα νοῦν. Ἆρα <lb/>δ’ ἐνδέχεται τῶν κεχωρισμένων τι νοεῖν ὄντα
							αὐτὸν μὴ κεχωρισμένον <lb/>μεγέθους, ἢ οὔ, σκεπτέον ὕστερον. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="8">
						<p>Νῦν δὲ περὶ ψυχῆς τὰ λεχθέντα συγκεφαλαιώσαντες, <lb/>εἴπωμεν πάλιν ὅτι ἡ ψυχὴ τὰ
							ὄντα πώς ἐστι πάντα. Ἣ <lb/>γὰρ αἰσθητὰ τὰ ὄντα ἢ νοητά, ἔστι δ’ ἡ ἐπιστήμη μὲν <pb n="233"/> τὰ ἐπιστητά πως, ἡ δ’ αἴσθησις τὰ αἰσθητά· πῶς δὲ τοῦτο, <lb/>δεῖ ζητεῖν.
							Τέμνεται οὖν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ αἴσθησις εἰς <lb/>τὰ πράγματα, ἡ μὲν δυνάμει εἰς τὰ
							δυνάμει, ἡ δ’ ἐντελεχείᾳ <lb/>εἰς τὰ ἐντελεχείᾳ. Τῆς δὲ ψυχῆς τὸ αἰσθητικὸν καὶ τὸ
							<lb/>ἐπιστημονικὸν δυνάμει ταὐτόν ἐστι, τὸ μὲν ἐπιστητὸν τὸ <lb/>δὲ αἰσθητόν. Ἀνάγκη
							δ’ ἢ αὐτὰ ἢ τὰ εἴδη εἶναι. Αὐτὰ <lb/>μὲν γὰρ δὴ οὔ· οὐ γὰρ ὁ λίθος ἐν τῇ ψυχῇ, ἀλλὰ τὸ
							εἶδος· <lb/>ὥστε ἡ ψυχὴ ὥσπερ ἡ χείρ ἐστιν· καὶ γὰρ ἡ χεὶρ ὄργανόν <lb/>ἐστιν ὀργάνων,
							καὶ ὁ νοῦς εἶδος εἰδῶν καὶ ἡ αἴσθησις <lb/>εἶδος αἰσθητῶν. Ἐπεὶ δὲ οὐδὲ πρᾶγμα οὐθέν
							ἐστι παρὰ τὰ <lb/>μεγέθη, ὡς δοκεῖ, τὰ αἰσθητὰ κεχωρισμένον, ἐν τοῖς εἴδεσι <lb/>τοῖς
							αἰσθητοῖς τὰ νοητά ἐστι, τά τε ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα, <lb/>καὶ ὅσα τῶν αἰσθητῶν ἕξεις
							καὶ πάθη. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο οὔτε μὴ αἰσθανόμενος μηθὲν οὐθὲν ἂν μάθοι οὐδὲ
							<lb/>ξυνείη· ὅταν τε θεωρῇ, ἀνάγκη ἅμα φάντασμά τι θεωρεῖν· <lb/>τὰ γὰρ φαντάσματα
							ὥσπερ αἰσθήματά ἐστι, πλὴν <lb/>ἄνευ ὕλης. Ἔστι δ’ ἡ φαντασία ἕτερον φάσεως καὶ
							ἀποφάσεως· <lb/>συμπλοκὴ γὰρ νοημάτων ἐστὶ τὸ ἀληθὲς ἢ ψεῦδος. <lb/>Τὰ δὲ πρῶτα
							νοήματα τίνι διοίσει τοῦ μὴ φαντάσματα <lb/>εἶναι; Ἢ οὐδὲ τἆλλα φαντάσματα, ἀλλ’ οὐκ
							ἄνευ <lb/>φαντασμάτων. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="9">
						<p>Ἐπεὶ δὲ ἡ ψυχὴ κατὰ δύο ὥρισται δυνάμεις ἡ τῶν ζῴων, <lb/>τῷ τε κριτικῷ, ὃ διανοίας
							ἔργον ἐστὶ καὶ αἰσθήσεως, καὶ ἔτι <lb/>τῷ κινεῖν τὴν κατὰ τόπον κίνησιν, περὶ μὲν
							αἰσθήσεως καὶ <lb/>νοῦ διωρίσθω τοσαῦτα, περὶ δὲ τοῦ κινοῦντος, τί ποτέ ἐστι <pb n="234"/> τῆς ψυχῆς, σκεπτέον, πότερον ἕν τι μόριον αὐτῆς χωριστὸν <lb/>ὂν ἢ μεγέθει
							ἢ λόγῳ, ἢ πᾶσα ἡ ψυχή, κἂν εἰ μόριόν τι, <lb/>πότερον ἴδιόν τι παρὰ τὰ εἰωθότα
							λέγεσθαι καὶ τὰ εἰρημένα, <lb/>ἢ τούτων ἕν τι. Ἔχει δὲ ἀπορίαν εὐθὺς πῶς τε δεῖ μόρια
							<lb/>λέγειν τῆς ψυχῆς καὶ πόσα. Τρόπον γάρ τινα ἄπειρα <lb/>φαίνεται, καὶ οὐ μόνον ἅ
							τινες λέγουσι διορίζοντες, λογιστικὸν <lb/>καὶ θυμικὸν καὶ ἐπιθυμητικόν, οἱ δὲ τὸ
							λόγον ἔχον <lb/>καὶ τὸ ἄλογον· κατὰ γὰρ τὰς διαφορὰς δι’ ἃς ταῦτα χωρίζουσι, <lb/>καὶ
							ἄλλα φανεῖται μόρια μείζω διάστασιν ἔχοντα <lb/>τούτων, περὶ ὧν καὶ νῦν εἴρηται, τό τε
							θρεπτικόν, ὃ καὶ <lb/>τοῖς φυτοῖς ὑπάρχει καὶ πᾶσι τοῖς ζῴοις, καὶ τὸ αἰσθητικόν,
							<lb/>ὃ οὔτε ὡς ἄλογον οὔτε ὡς λόγον ἔχον θείη ἄν τις <lb/>ῥᾳδίως. Ἔτι δὲ τὸ
							φανταστικόν, ὃ τῷ μὲν εἶναι πάντων <lb/>ἕτερον, τινὶ δὲ τούτων ταὐτὸν ἢ ἕτερον, ἔχει
							πολλὴν ἀπορίαν, <lb/>εἴ τις θήσει κεχωρισμένα μόρια τῆς ψυχῆς. Πρὸς δὲ <lb/>τούτοις τὸ
							ὀρεκτικόν, ὃ καὶ λόγῳ καὶ δυνάμει ἕτερον ἂν <lb/>δόξειεν εἶναι πάντων. Καὶ ἄτοπον δὴ
							τοῦτο διασπᾶν· <lb/>ἔν τε τῷ λογιστικῷ γὰρ ἡ βούλησις γίνεται, καὶ ἐν τῷ ἀλόγῳ <lb/>ἡ
							ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός· εἰ δὲ τρία ἡ ψυχή, ἐν ἑκάστῳ <lb/>ἔσται ὄρεξις. Καὶ δὴ καὶ περὶ
							οὗ νῦν ὁ λόγος ἐνέστηκε, <lb/>τί τὸ κινοῦν κατὰ τόπον τὸ ζῷόν ἐστιν; Τὴν μὲν γὰρ κατ’
							<lb/>αὔξησιν καὶ φθίσιν κίνησιν, ἅπασιν ὑπάρχουσαν, τὸ πᾶσιν <lb/>ὑπάρχον δόξειεν ἂν
							κινεῖν τὸ γεννητικὸν καὶ θρεπτικόν· <lb/>περὶ δὲ ἀναπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς καὶ ὕπνου καὶ
							ἐγρηγόρσεως <lb/>ὕστερον ἐπισκεπτέον· ἔχει γὰρ καὶ ταῦτα πολλὴν ἀπορίαν. <lb/>Ἀλλὰ
							περὶ τῆς κατὰ τόπον κινήσεως, τί τὸ κινοῦν τὸ ζῷον <pb n="235"/> τὴν πορευτικὴν
							κίνησιν, σκεπτέον. Ὅτι μὲν οὖν οὐχ ἡ <lb/>θρεπτικὴ δύναμις, δῆλον· ἀεί τε γὰρ ἕνεκά
							του ἡ κίνησις <lb/>αὕτη, καὶ ἢ μετὰ φαντασίας ἢ ὀρέξεώς ἐστιν· οὐθὲν γὰρ μὴ
							<lb/>ὀρεγόμενον ἢ φεῦγον κινεῖται ἀλλ’ ἢ βίᾳ. Ἔτι κἂν τὰ <lb/>φυτὰ κινητικὰ ἦν, κἂν
							εἶχέ τι μόριον ὀργανικὸν πρὸς τὴν <lb/>κίνησιν ταύτην. Ὁμοίως δὲ οὐδὲ τὸ αἰσθητικόν·
							πολλὰ <lb/>γάρ ἐστι τῶν ζῴων ἃ αἴσθησιν μὲν ἔχει, μόνιμα δ’ ἐστὶ καὶ <lb/>ἀκίνητα διὰ
							τέλους. Εἰ οὖν ἡ φύσις μήτε ποιεῖ μάτην <lb/>μηθὲν μήτε ἀπολείπει τι τῶν ἀναγκαίων,
							πλὴν ἐν τοῖς <lb/>πηρώμασι καὶ ἐν τοῖς ἀτελέσιν· τὰ δὲ τοιαῦτα τῶν ζῴων <lb/>τέλεια
							καὶ οὐ πηρώματά ἐστιν· σημεῖον δ’ ὅτι ἔστι γεννητικὰ <lb/>καὶ ἀκμὴν ἔχει καὶ φθίσιν·
							ὥστ’ εἶχεν ἂν καὶ τὰ ὀργανικὰ <lb/>μέρη τῆς πορείας. Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τὸ λογιστικὸν
							<lb/>καὶ ὁ καλούμενος νοῦς ἐστὶν ὁ κινῶν· ὁ μὲν γὰρ θεωρητικὸς <lb/>οὐθὲν νοεῖ
							πρακτόν, οὐδὲ λέγει περὶ φευκτοῦ καὶ διωκτοῦ <lb/>οὐθέν, ἡ δὲ κίνησις ἢ φεύγοντός τι ἢ
							διώκοντός τί ἐστιν. <lb/>Ἀλλ’ οὐδ’ ὅταν θεωρῇ τι τοιοῦτον, ἤδη κελεύει φεύγειν <lb/>ἢ
							διώκειν, οἷον πολλάκις διανοεῖται φοβερόν τι ἢ ἡδύ, οὐ <lb/>κελεύει δὲ φοβεῖσθαι, ἡ δὲ
							καρδία κινεῖται, ἂν δ’ ἡδύ, ἕτερόν <lb/>τι μόριον. Ἔτι καὶ ἐπιτάττοντος τοῦ νοῦ καὶ
							λεγούσης <lb/>τῆς διανοίας φεύγειν τι ἢ διώκειν οὐ κινεῖται, ἀλλὰ κατὰ τὴν
							<lb/>ἐπιθυμίαν πράττει, οἷον ὁ ἀκρατής. Καὶ ὅλως δὲ ὁρῶμεν <lb/>ὅτι ὁ ἔχων τὴν
							ἰατρικὴν οὐκ ἰᾶται, ὡς ἑτέρου τινὸς κυρίου <lb/>ὄντος τοῦ ποιεῖν κατὰ τὴν ἐπιστήμην,
							ἀλλ’ οὐ τῆς ἐπιστήμης. <lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδ’ ἡ ὄρεξις ταύτης κυρία τῆς κινήσεως· <pb n="236"/> οἱ γὰρ ἐγκρατεῖς ὀρεγόμενοι καὶ ἐπιθυμοῦντες οὐ πράττουσιν <lb/>ὧν ἔχουσι
							τὴν ὄρεξιν, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τῷ νῷ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="10">
						<p>Φαίνεται δέ γε δύο ταῦτα κινοῦντα, ἢ ὄρεξις ἢ νοῦς, <lb/>εἴ τις τὴν φαντασίαν τιθείη
							ὡς νόησίν τινα· πολλὰ γὰρ <lb/>παρὰ τὴν ἐπιστήμην ἀκολουθοῦσι ταῖς φαντασίαις, καὶ ἐν
							<lb/>τοῖς ἄλλοις ζῴοις οὐ νόησις οὐδὲ λογισμός ἐστιν, ἀλλὰ <lb/>φαντασία. Ἄμφω ἄρα
							ταῦτα κινητικὰ κατὰ τόπον, νοῦς <lb/>καὶ ὄρεξις. Νοῦς δὲ ὁ ἕνεκά του λογιζόμενος καὶ ὁ
							πρακτικός· <lb/>διαφέρει δὲ τοῦ θεωρητικοῦ τῷ τέλει. Καὶ ἡ ὄρεξις <lb/>ἕνεκά του πᾶσα·
							οὗ γὰρ ἡ ὄρεξις, αὕτη ἀρχὴ τοῦ πρακτικοῦ <lb/>νοῦ· τὸ δ’ ἔσχατον ἀρχὴ τῆς πράξεως.
							Ὥστε εὐλόγως <lb/>ταῦτα δύο φαίνεται τὰ κινοῦντα, ὄρεξις καὶ διάνοια <lb/>πρακτική· τὸ
							ὀρεκτὸν γὰρ κινεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ διάνοια <lb/>κινεῖ, ὅτι ἀρχὴ αὐτῆς ἐστὶ τὸ ὀρεκτόν.
							Καὶ ἡ φαντασία <lb/>δὲ ὅταν κινῇ οὐ κινεῖ ἄνευ ὀρέξεως. Ἓν δή τι τὸ κινοῦν <lb/>τὸ
							ὀρεκτόν. Εἰ γὰρ δύο, νοῦς καὶ ὄρεξις, ἐκίνουν, κατὰ <lb/>κοινὸν ἄν τι ἐκίνουν εἶδος.
							Νῦν δὲ ὁ μὲν νοῦς οὐ φαίνεται <lb/>κινῶν ἄνευ ὀρέξεως· ἡ γὰρ βούλησις ὄρεξις· ὅταν δὲ
							κατὰ <lb/>τὸν λογισμὸν κινῆται, καὶ κατὰ βούλησιν κινεῖται. Ἡ δ’ <lb/>ὄρεξις κινεῖ
							παρὰ τὸν λογισμόν· ἡ γὰρ ἐπιθυμία ὄρεξίς τις <lb/>ἐστίν. Νοῦς μὲν οὖν πᾶς ὀρθός·
							ὄρεξις δὲ καὶ φαντασία <lb/>καὶ ὀρθὴ καὶ οὐκ ὀρθή. Διὸ ἀεὶ κινεῖ μὲν τὸ ὀρεκτόν,
							<lb/>ἀλλὰ τοῦτ’ ἐστὶν ἢ τὸ ἀγαθὸν ἢ τὸ φαινόμενον ἀγαθόν. <lb/>Οὐ πᾶν δέ, ἀλλὰ τὸ
							πρακτὸν ἀγαθόν. Πρακτὸν δ’ ἐστὶ <lb/>τὸ ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλως ἔχειν. Ὅτι μὲν οὖν ἡ
							τοιαύτη <pb n="237"/> δύναμις κινεῖ τῆς ψυχῆς ἡ καλουμένη ὄρεξις, φανερόν. Τοῖς
							<lb/>δὲ διαιροῦσι τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, ἐὰν κατὰ τὰς δυνάμεις διαιρῶσι <lb/>καὶ χωρίζωσι,
							πάμπολλα γίνεται, θρεπτικόν, αἰσθητικόν, <lb/>νοητικόν, βουλευτικόν, ἔτι ὀρεκτικόν·
							ταῦτα γὰρ <lb/>πλέον διαφέρει ἀλλήλων ἢ τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ θυμικόν. <lb/>Ἐπεὶ δ’
							ὀρέξεις γίνονται ἐναντίαι ἀλλήλαις, τοῦτο δὲ συμβαίνει <lb/>ὅταν ὁ λόγος καὶ ἡ
							ἐπιθυμία ἐναντίαι ὦσι, γίνεται <lb/>δ’ ἐν τοῖς χρόνου αἴσθησιν ἔχουσιν (ὁ μὲν γὰρ νοῦς
							διὰ τὸ <lb/>μέλλον ἀνθέλκειν κελεύει, ἡ δ’ ἐπιθυμία διὰ τὸ ἤδη· φαίνεται <lb/>γὰρ τὸ
							ἤδη ἡδὺ καὶ ἁπλῶς ἡδὺ καὶ ἀγαθὸν ἁπλῶς, <lb/>διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν τὸ μέλλον), εἴδει μὲν ἓν
							ἂν εἴη τὸ κινοῦν <lb/>τὸ ὀρεκτικόν, ᾗ ὀρεκτικόν, πρῶτον δὲ πάντων τὸ ὀρεκτόν
							<lb/>(τοῦτο γὰρ κινεῖ οὐ κινούμενον τῷ νοηθῆναι ἢ φαντασθῆναι), <lb/>ἀριθμῷ δὲ πλείω
							τὰ κινοῦντα. Ἐπειδὴ δ’ ἐστὶ τρία, ἓν <lb/>μὲν τὸ κινοῦν, δεύτερον δ’ ᾧ κινεῖ, τρίτον
							τὸ κινούμενον· <lb/>τὸ δὲ κινοῦν διττόν, τὸ μὲν ἀκίνητον, τὸ δὲ κινοῦν καὶ κινούμενον·
							<lb/>ἔστι δὲ τὸ μὲν ἀκίνητον τὸ πρακτὸν ἀγαθόν, τὸ δὲ <lb/>κινοῦν καὶ κινούμενον τὸ
							ὀρεκτικόν (κινεῖται γὰρ τὸ κινούμενον <lb/>ᾗ ὀρέγεται, καὶ ἡ κίνησις ὄρεξίς τίς ἐστιν
							ᾗ ἐνέργεια), <lb/>τὸ δὲ κινούμενον τὸ ζῷον· ᾧ δὲ κινεῖ ὀργάνῳ ἡ ὄρεξις, <lb/>ἤδη τοῦτο
							σωματικόν ἐστιν· διὸ ἐν τοῖς κοινοῖς σώματος καὶ <lb/>ψυχῆς ἔργοις θεωρητέον περὶ
							αὐτοῦ. Νῦν δὲ ὡς ἐν κεφαλαίῳ <lb/>εἰπεῖν τὸ κινοῦν ὀργανικῶς, ὅπου ἀρχὴ καὶ τελευτὴ τὸ
							<lb/>αὐτό, οἷον ὁ γιγγλυμός· ἐνταῦθα γὰρ τὸ κυρτὸν καὶ κοῖλον <lb/>τὸ μὲν τελευτὴ τὸ
							δ’ ἀρχή· διὸ τὸ μὲν ἠρεμεῖ τὸ δὲ <pb n="238"/> κινεῖται, λόγῳ μὲν ἕτερα ὄντα, μεγέθει
							δ’ ἀχώριστα· πάντα <lb/>γὰρ ὤσει καὶ ἕλξει κινεῖται. Διὸ δεῖ ὥσπερ ἐν κύκλῳ μένειν
							<lb/>τι, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεσθαι τὴν κίνησιν. Ὅλως μὲν οὖν, ὥσ περ <lb/>εἴρηται, ᾗ
							ὀρεκτικὸν τὸ ζῷον, ταύτῃ αὑτοῦ κινητικόν· ὀρεκτικὸν <lb/>δὲ οὐκ ἄνευ φαντασίας·
							φαντασία δὲ πᾶσα ἢ λογιστικὴ <lb/>ἢ αἰσθητική. Ταύτης μὲν οὖν καὶ τὰ ἄλλα ζῷα
							<lb/>μετέχει. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="11">
						<p>Σκεπτέον δὲ καὶ περὶ τῶν ἀτελῶν, τί τὸ κινοῦν ἐστίν, <lb/>οἷς ἁφὴ μόνον ὑπάρχει
							αἴσθησις, πότερον ἐνδέχεται φαντασίαν <lb/>ὑπάρχειν τούτοις, ἢ οὔ, καὶ ἐπιθυμίαν.
							Φαίνεται γὰρ <lb/>λύπη καὶ ἡδονὴ ἐνοῦσα. Εἰ δὲ ταῦτα, καὶ ἐπιθυμίαν ἀνάγκη.
							<lb/>Φαντασία δὲ πῶς ἂν ἐνείη; Ἢ ὥσπερ καὶ κινεῖται ἀορίστως, <lb/>καὶ ταῦτ’ ἔνεστι
							μέν, ἀορίστως δ’ ἔνεστιν. Ἡ μὲν <lb/>οὖν αἰσθητικὴ φαντασία, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ἐν
							τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις ὑπάρχει, ἡ δὲ βουλευτικὴ ἐν τοῖς λογιστικοῖς· πότερον <lb/>γὰρ
							πράξει τόδε ἢ τόδε, λογισμοῦ ἤδη ἐστὶν ἔργον· <lb/>καὶ ἀνάγκη ἑνὶ μετρεῖν· τὸ μεῖζον
							γὰρ διώκει. Ὥστε δύναται <lb/>ἓν ἐκ πλειόνων φαντασμάτων ποιεῖν. Καὶ αἴτιον <lb/>τοῦτο
							τοῦ δόξαν μὴ δοκεῖν ἔχειν, ὅτι τὴν ἐκ συλλογισμοῦ <lb/>οὐκ ἔχει, αὕτη δὲ ἐκείνην. Διὸ
							τὸ βουλευτικὸν οὐκ ἔχει ἡ <lb/>ὄρεξις. Νικᾷ δ’ ἐνίοτε καὶ κινεῖ τὴν βούλησιν· ὁτὲ δ’
							<lb/>ἐκείνη ταύτην, ὥσπερ σφαῖρα, ἡ ὄρεξις τὴν ὄρεξιν, ὅταν <lb/>ἀκρασία γένηται.
							Φύσει δὲ ἀεὶ ἡ ἄνω ἀρχικωτέρα καὶ κινεῖ, <lb/>ὥστε τρεῖς φορὰς ἤδη κινεῖσθαι. Τὸ δ’
							ἐπιστημονικὸν οὐ <lb/>κινεῖται, ἀλλὰ μένει. Ἐπεὶ δ’ ἡ μὲν καθόλου ὑπόληψις <lb/>καὶ
							λόγος, ἡ δὲ τοῦ καθ’ ἕκαστα (ἡ μὲν γὰρ λέγει ὅτι δεῖ <lb/>τὸν τοιοῦτον τὸ τοιόνδε
							πράττειν, ἡ δὲ ὅτι τόδε τὸ νῦν <pb n="239"/> τοιόνδε, κἀγὼ δὲ τοιόσδε) ἤδη αὕτη κινεῖ
							ἡ δόξα, οὐχ ἡ <lb/>καθόλου. Ἢ ἄμφω, ἀλλ’ ἡ μὲν ἠρεμοῦσα μᾶλλον, ἡ δ’ οὔ. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="12">
						<p>Τὴν μὲν οὖν θρεπτικὴν ψυχὴν ἀνάγκη πᾶν ἔχειν ὅτι <lb/>περ ἂν ζῇ καὶ ψυχὴν ἔχῃ ἀπὸ
							γενέσεως μέχρι φθορᾶς· <lb/>ἀνάγκη γὰρ τὸ γενόμενον αὔξησιν ἔχειν καὶ ἀκμὴν καὶ
							φθίσιν, <lb/>ταῦτα δ’ ἄνευ τροφῆς ἀδύνατον· ἀνάγκη ἄρα ἐνεῖναι <lb/>τὴν θρεπτικὴν
							δύναμιν ἐν πᾶσι τοῖς φυομένοις καὶ φθίνουσιν. <lb/>Αἴσθησιν δ’ οὐκ ἀναγκαῖον ἐν ἅπασι
							τοῖς ζῶσιν· οὔτε γὰρ <lb/>ὅσων τὸ σῶμα ἁπλοῦν, ἐνδέχεται ἁφὴν ἔχειν, οὔτε ἄνευ
							<lb/>ταύτης οἷόν τε οὐθὲν εἶναι ζῷον· οὔτε ὅσα μὴ δεκτικὰ τῶν <lb/>εἰδῶν ἄνευ τῆς
							ὕλης. Τὸ δὲ ζῷον ἀναγκαῖον αἴσθησιν ἔχειν, <lb/>εἰ μηθὲν μάτην ποιεῖ ἡ φύσις. Ἕνεκά
							του γὰρ πάντα <lb/>ὑπάρχει τὰ φύσει, ἢ συμπτώματα ἔσται τῶν ἕνεκά του. Εἰ <lb/>οὖν πᾶν
							σῶμα πορευτικὸν μὴ ἔχον αἴσθησιν, φθείροιτο ἂν <lb/>καὶ εἰς τέλος οὐκ ἂν ἔλθοι, ὅ ἐστι
							φύσεως ἔργον· πῶς γὰρ <lb/>θρέψεται; Τοῖς μὲν γὰρ μονίμοις ὑπάρχει τὸ ὅθεν πεφύκασιν·
							<lb/>οὐχ οἷόν τε δὲ σῶμα ἔχειν μὲν ψυχὴν καὶ νοῦν κριτικόν, <lb/>αἴσθησιν δὲ μὴ ἔχειν,
							μὴ μόνιμον ὄν, γεννητὸν δέ. <lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ ἀγέννητον· διὰ τί γὰρ ἕξει; Ἢ γὰρ τῇ
							<lb/>ψυχῇ βέλτιον ἢ τῷ σώματι. Νῦν δ’ οὐδέτερον· ἡ μὲν γὰρ <lb/>οὐ μᾶλλον νοήσει, τὸ
							δ’ οὐθὲν ἔσται μᾶλλον δι’ ἐκεῖνο. <lb/>Οὐθὲν ἄρα ἔχει ψυχὴν σῶμα μὴ μόνιμον ἄνευ
							αἰσθήσεως. <lb/>Ἀλλὰ μὴν εἴγε αἴσθησιν ἔχει, ἀνάγκη τὸ σῶμα εἶναι ἢ <lb/>ἁπλοῦν ἢ
							μικτόν. Οὐχ οἷόν τε δὲ ἁπλοῦν· ἁφὴν γὰρ οὐχ <lb/>ἕξει, ἔστι δὲ ἀνάγκη ταύτην ἔχειν.
							Τοῦτο δὲ ἐκ τῶνδε δῆλον. <lb/>Ἐπεὶ γὰρ τὸ ζῷον σῶμα ἔμψυχόν ἐστι, σῶμα δὲ ἅπαν
							<lb/>ἁπτόν, ἁπτὸν δὲ τὸ αἰσθητὸν ἁφῇ, ἀνάγκη καὶ τὸ τοῦ ζῴου <pb n="240"/> σῶμα
							ἁπτικὸν εἶναι, εἰ μέλλει σώζεσθαι τὸ ζῷον. Αἱ γὰρ <lb/>ἄλλαι αἰσθήσεις δι’ ἑτέρων
							αἰσθάνονται, οἷον ὄσφρησις ὄψις <lb/>ἀκοή· ἁπτόμενον δέ, εἰ μὴ ἕξει αἴσθησιν, οὐ
							δυνήσεται τὰ μὲν <lb/>φεύγειν τὰ δὲ λαβεῖν. Εἰ δὲ τοῦτο, ἀδύνατον ἔσται σώζεσθαι
							<lb/>τὸ ζῷον. Διὸ καὶ ἡ γεῦσίς ἑστιν ὥσπερ ἁφή τις· <lb/>τροφῆς γάρ ἐστιν, ἡ δὲ τροφὴ
							τὸ σῶμα τὸ ἁπτόν. Ψόφος <lb/>δὲ καὶ χρῶμα καὶ ὀσμὴ οὐ τρέφει, οὐδὲ ποιεῖ οὔτ’ αὔξησιν
							<lb/>οὔτε φθίσιν. Ὥστε καὶ τὴν γεῦσιν ἀνάγκη ἁφὴν εἶναί τινα, <lb/>διὰ τὸ τοῦ ἁπτοῦ
							καὶ θρεπτικοῦ αἴσθησιν εἶναι. Αὗται μὲν <lb/>οὖν ἀναγκαῖαι τῷ ζῴῳ, καὶ φανερὸν ὅτι οὐχ
							οἷόν τε ἄνευ <lb/>ἁφῆς εἶναι ζῷον. Αἱ δὲ ἄλλαι τοῦ τε εὖ ἕνεκα καὶ γένει <lb/>ζῴων ἤδη
							οὐ τῷ τυχόντι, ἀλλὰ τισίν, οἷον τῷ πορευτικῷ <lb/>ἀνάγκη ὑπάρχειν· εἰ γὰρ μέλλει
							σώζεσθαι, οὐ μόνον <lb/>δεῖ ἁπτόμενον αἰσθάνεσθαι ἀλλὰ καὶ ἄποθεν. Τοῦτο δ’ ἂν
							<lb/>εἴη, εἰ διὰ τοῦ μεταξὺ αἰσθητικὸν εἴη τῷ ἐκεῖνο μὲν ὑπὸ τοῦ <lb/>αἰσθητοῦ πάσχειν
							καὶ κινεῖσθαι, αὐτὸ δ’ ὑπ’ ἐκείνου. Ὥσ περ <lb/>γὰρ τὸ κινοῦν κατὰ τόπον μέχρι τοῦ
							μεταβάλλειν ποιεῖ, <lb/>καὶ τὸ ὦσαν ἕτερον ποιεῖ ὥστε ὠθεῖν, καὶ ἔστι διὰ μέσου ἡ
							<lb/>κίνησις, καὶ δὴ τὸ μὲν πρῶτον κινοῦν ὠθεῖ οὐκ ὠθούμενον, <lb/>τὸ δ’ ἔσχατον μόνον
							ὠθεῖται οὐκ ὦσαν, τὸ δὲ μέσον ἄμφω, <lb/>πολλὰ δὲ μέσα, οὕτως ἐπ’ ἀλλοιώσεως, πλὴν ὅτι
							μένοντος <lb/>ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ ἀλλοιοῖ, οἷον εἰ εἰς κηρὸν βάψειέ τις, <lb/>μέχρι τούτου
							ἐκινήθη, ἕως ἔβαψεν· λίθος δὲ οὐδέν, ἀλλ’ <lb/>ὕδωρ μέχρι πόρρω. Ὁ δ’ ἀὴρ ἐπὶ πλεῖστον
							κινεῖται καὶ ποιεῖ <lb/>καὶ πάσχει, ἐὰν μένῃ καὶ εἷς ᾖ. Διὸ καὶ περὶ ἀνακλάσεως
							<lb/>βέλτιον ἢ τὴν ὄψιν ἐξιοῦσαν κλᾶσθαι, τὸν ἀέρα πάσχειν <lb/>ὑπὸ τοῦ σχήματος καὶ
							χρώματος, μέχρι περ οὗ ἂν εἷς ᾖ. <pb n="241"/> Ἐπὶ δὲ τοῦ λείου ἐστὶν εἷς· διὸ πάλιν
							οὗτος τὴν ὄψιν <lb/>κινεῖ, ὥσπερ ἂν εἰ τὸ ἐν τῷ κηρῷ σημεῖον διεδίδοτο μέχρι <lb/>τοῦ
							πέρατος. </p>
					</div>
					<div type="textpart" subtype="chapter" n="13">
						<p>Ὅτι δ’ οὐχ οἷόν τε ἁπλοῦν εἶναι τὸ τοῦ ζῴου σῶμα, <lb/>φανερόν, λέγω δ’ οἷον πύρινον
							ἢ ἀέρινον. Ἄνευ μὲν γὰρ <lb/>ἁφῆς οὐδεμίαν ἐνδέχεται ἄλλην αἴσθησιν ἔχειν· τὸ γὰρ σῶμα
							<lb/>ἁπτικὸν τὸ ἔμψυχον πᾶν, ὥσπερ εἴρηται. Τὰ δὲ ἄλλα ἔξω <lb/>γῆς αἰσθητήρια μὲν ἂν
							γένοιτο, πάντα δὲ τῷ δι’ ἑτέρου <lb/>αἰσθάνεσθαι ποιεῖ τὴν αἴσθησιν καὶ διὰ τῶν
							μεταξύ. Ἡ δ’ <lb/>ἁφὴ τῷ αὐτῶν ἅπτεσθαί ἐστιν, διὸ καὶ τοὔνομα τοῦτο <lb/>ἔχει. Καίτοι
							καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια ἁφῇ αἰσθάνεται, <lb/>ἀλλὰ δι’ ἑτέρου· αὕτη δὲ δοκεῖ μόνη δι’
							αὑτῆς. Ὥστε τῶν <lb/>μὲν τοιούτων στοιχείων οὐθὲν ἂν εἴη σῶμα τοῦ ζῴου. Οὐδὲ <lb/>δὴ
							γήϊνον. Πάντων γὰρ ἡ ἁφὴ τῶν ἁπτῶν ἐστὶν ὥσπερ <lb/>μεσότης, καὶ δεκτικὸν τὸ
							αἰσθητήριον οὐ μόνον ὅσαι διαφοραὶ <lb/>γῆς εἰσίν, ἀλλὰ καὶ θερμοῦ καὶ ψυχροῦ καὶ τῶν
							ἄλλων <lb/>ἁπτῶν ἁπάντων. Καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ὀστοῖς καὶ ταῖς θριξὶ <lb/>καὶ τοῖς
							τοιούτοις μορίοις οὐκ αἰσθανόμεθα, ὅτι γῆς ἐστίν. <lb/>Καὶ τὰ φυτὰ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν
							ἔχει αἴσθησιν, ὅτι γῆς <lb/>ἐστίν· ἄνευ δὲ ἁφῆς οὐδεμίαν οἷόν τε ἄλλην ὑπάρχειν,
							<lb/>τοῦτο δὲ τὸ αἰσθητήριον οὐκ ἔστιν οὔτε γῆς οὔτε ἄλλου τῶν <lb/>στοιχείων οὐδενός.
							Φανερὸν τοίνυν ὅτι ἀνάγκη μόνης ταύτης <lb/>στερισκόμενα τῆς αἰσθήσεως τὰ ζῷα
							ἀποθνήσκειν· <lb/>οὔτε γὰρ ταύτην ἔχειν οἷόν τε μὴ ζῷον, οὔτε ζῷον ὂν <lb/>ἄλλην ἔχειν
							ἀνάγκη πλὴν ταύτης. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ μὲν <lb/>ἄλλα αἰσθητὰ ταῖς ὑπερβολαῖς οὐ
							διαφθείρει τὸ ζῷον, οἷον <lb/>χρῶμα καὶ ψόφος καὶ ὀσμή, ἀλλὰ μόνον τὰ αἰσθητήρια, ἂν
							<lb/>μὴ κατὰ συμβεβηκός, οἷον ἂν ἅμα τῷ ψόφῳ ὦσις γένηται <pb n="242"/> καὶ πληγή, καὶ
							ὑπὸ ὁραμάτων καὶ ὀσμῆς ἕτερα κινεῖται, ἃ <lb/>τῇ ἁφῇ φθείρει. Καὶ ὁ χυμὸς δὲ ᾗ ἅμα
							συμβαίνει ἁπτικὸν <lb/>εἶναι, ταύτῃ φθείρει. Ἢ δὲ τῶν ἁπτῶν ὑπερβολή, οἷον <lb/>θερμῶν
							καὶ ψυχρῶν καὶ σκληρῶν, ἀναιρεῖ τὸ ζῷον· παντὸς <lb/>μὲν γὰρ αἰσθητοῦ ὑπερβολὴ ἀναιρεῖ
							τὸ αἰσθητήριον, ὥστε <lb/>καὶ τὸ ἁπτὸν τὴν ἁφήν, ταύτῃ δὲ ὥρισται τὸ ζῆν· ἄνευ
							<lb/>γὰρ ἁφῆς δέδεικται ὅτι ἀδύνατον εἶναι ζῷον. Διὸ ἡ τῶν <lb/>ἁπτῶν ὑπερβολὴ οὐ
							μόνον τὸ αἰσθητήριον φθείρει, ἀλλὰ καὶ <lb/>τὸ ζῷον, ὅτι ἀνάγκη μόνην ἔχειν ταύτην.
							Τὰς δ’ ἄλλας <lb/>αἰσθήσεις ἔχει τὸ ζῷον, ὥσπερ εἴρηται, οὐ τοῦ εἶναι ἕνεκα <lb/>ἀλλὰ
							τοῦ εὖ, οἷον ὄψιν, ἐπεὶ ἐν ἀέρι καὶ ὕδατι, ὅπως ὁρᾷ, <lb/>ὅλως δ’ ἐπεὶ ἐν διαφανεῖ,
							γεῦσίν τε διὰ τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν, <lb/>ἵνα αἰσθάνηται τὸ ἐν τροφῇ καὶ ἐπιθυμῇ καὶ
							κινῆται, <lb/>ἀκοὴν δὲ ὅπως σημαίνῃ τι αὑτῷ, γλῶτταν δὲ ὅπως σημαίνῃ <lb/>τι ἑτέρῳ.
						</p>
					</div>
				</div>
			</div>
		</body>
	</text>
</TEI>
